Η ακροστιχίδα και ο ρόλος της στη θεολογική γραμματεία

Η ακροστιχίδα συνιστά ένα τεχνικό εφεύρημα της αρχαιότητας, το οποίο εμφα­νίστηκε αρχικά στον ελληνικό κόσμο και την Ανατολή, για να επεκταθεί αργότερα και στη λατινική λογοτεχνία. Με τον όρο αυτό χαρακτηρίζουμε μια λέξη, φράση ή πρόταση, πεζή ή έμμετρη, που σχηματίζεται συνήθως από τα αρχικά γράμματα των στροφών ή των στίχων μιας έμμετρης, ποιητικής σύνθεσης και χαρακτηρίζεται ως «ονομαστική ακροστιχίδα». Είναι όμως εξαιρετικά σύνηθες να σχηματίζεται και από τα γράμματα του αλφα­βήτου, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του Ακαθίστου Ύμνου, κάποιες φορές και κατ’ αντίστροφη φορά –με εμφανή τη βιβλική αναγωγή στους λόγους του Χριστού  «εγώ ειμί το Α και το Ω»–, οπότε ονομάζεται «αλφαβη­τική». Στο χώρο της εκκλη­σιαστικής γραμματείας, η ακροστιχίδα χρησιμοποιήθηκε και επικράτησε κυρίως στη λειτουργική ποίηση της Εκκλησίας, κάνοντας την εμφάνισή της στις κύριες υμνο­γραφικές συνθέσεις που εμφανίστηκαν από τον έκτο αιώνα και μετά, τα Κοντάκια και τους Κανόνες. Στα Κοντάκια ως ακροστιχίδα χρησιμοποιήθηκε μια πεζή φράση η οποία συνιστά βασικό δομικό στοιχείο τους, αφού συνδέει πάντοτε τους οίκους τους –και όχι το προοίμιό τους– μεταξύ τους. Αντίθετα, στους Κανόνες η ακροστιχίδα έλαβε έμμετρη μορφή, με την υιοθέτηση αρχαίων προσωδιακών μέτρων και συντί­θεται από τα πρωτογράμματα των τροπαρίων που συγκροτούν τις ωδές τους, εξαιρου­μένων των θεοτοκίων, από τα πρωτογράμματα των οποίων δημιουργείται ενίο­τε ως ακροστιχίδα το όνομα του ποιητή του Κανόνα. Κάποιες φορές η χρήση των ακροστιχίδων επεκτάθηκε και σε πιό επιτηδευμένες μορφές, είτε στην περίπτωση των ιαμβικών κανόνων είτε με τη δημιουργία έμμετρων ή πεζών φράσεων ή και προτά­σεων με τα μεσαία (μεσοστιχίδα) ή τα τελευταία γράμματα των στίχων (τελε­στιχίδα) των τροπαρίων. Παρά το γεγονός ότι η ακροστιχίδα σχετίζεται κυρίως με ποιη­τικά ή υμνογραφικά έργα, όχι σπάνια κάνει την εμφάνισή της και σε πεζά κείμενα, όπως τα έργα της παραινετικής γραμματείας, εκκλη­σια­στικής (παραινετικά αλφάβητα, πνευ­μα­τικές στοιχειώσεις) και κοσμικής. Εκτός όμως της λογοτεχνικής της σημασίας, η ακροστιχίδα διασφαλίζει στις περισσότερες περιπτώσεις και την πατρότητα ή την πληρότητα ενός ποιητικού-υμνογραφικού έργου, αφού παρέχει τη δυνατότητα στον αναγνώστη ή το μελετητή του να διακριβώσει, σε συνάρτηση και με άλλα στοιχεία, το όνομα του συνθέτη του, όπως συμβαίνει στα Κοντάκια του Ρωμανού του Μελω­δού και τους Κανόνες του Ιωσήφ του Υμνογράφου, αποκλείοντας με αυτόν τον τρόπο την εισαγωγή και ψαλμώδηση αιρετικών ύμνων στην αρχαία Εκκλησία, ή να αποτρέψει, και σε κάθε περίπτωση να διαπιστώσει, τις ενδεχόμενες φθορές ή μεταγενέστερες τροποποιήσεις που έχει υποστεί κατά την πάροδο των αιώ­νων ένα υμνογραφικό έργο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Κ. Krumbacher, Die Akrostichis in der griechischen Kirckenpoesie, Mün­chen 1904, σ. 551-691. W. Weyh, «Die Akrostichis in der byzantinischen Kanonesdichtung», BZ 17 (1908) 1-68. Ν. Τωμαδάκης, Η βυζαντινή Υμνογραφία και Ποίησις, ήτοι Εισαγωγή εις την Βυζαντινήν Φιλολογίαν, Θεσσαλονίκη  199… (φωτ. ανατ.). Κ. Μητσάκης, Βυζαντινή Υμνογραφία. Από την Καινή Διαθήκη έως την Εικονομαχία, τ. Α΄, Θεσσαλονίκη 1971, σ. 239-265. Θ. Δετοράκης, Βυζαντινή Θρη­σκευ­τική Ποίηση και Υμνογραφία, Ρέθυμνο 19972, σ. 34-35, 71-72.

[Δημοσιεύθηκε στην εγκυκλοπαιδεία ΜΟΧΕ τ. 2]

Comments are closed.