Ο διαλεκτικός συλλογισμός κατ΄ Αριστοτέλη

Ο Αριστοτέλης επεδίωξε να θεμελιώσει τη δυνατότητα διατυπώσεως ηθικών προτάσεων στη βάση του διαλεκτικού συλλογισμού, επιδιώκοντας παραλλήλως να αποδείξει τη δυνατότητα των εν προκειμένω προτάσεων να είναι αληθείς και επιστημονικές.

Η διδασκαλία περί ηθικής περιλαμβάνει μεγάλο τμήμα του αριστοτελικού corpus: Ηθικά Νικομάχεια[1], Ηθικά Ευδήμεια, Ηθικά Μεγάλα, αφιερώνονται κατεξοχήν σε ζητήματα ηθικής φιλοσοφίας, με την δε αποκρυστάλλωση του αριστοτελικού στοχασμού γύρω από ζητήματα ηθικής να συντελείται με την ολοκλήρωση της συγγραφής των Πολιτικών, και του Μετά τα Φυσικά.

Όπως ειπώθηκε, ο Αριστοτέλης επεδίωξε να θεμελιώσει τη δυνατότητα διατύπωσης ηθικών προτάσεων στη βάση του διαλεκτικού συλλογισμού. Ως πρώτο άμεσο ερώτημα από τους όρους “διαλεκτικός” και “συλλογισμός” προκύπτει ο ορισμός τους, το τι ορίζεται ως διαλεκτικός και τι ως συλλογισμός κατά τον Αριστοτέλη. O Αριστοτέλης είναι ο πρώτος φιλόσοφος ο οποίος θα διακρίνει έσωθεν δύο ειδών επιχειρηματολογίας, τα οποία και οδηγούν στην γνώση: Την επαγωγή και την παραγωγή. Η παραγωγή ή απόδειξη, είναι η διαδικασία η οποία σχετίζεται με καθολικές έννοιες, με τα καθόλου, ενώ, αντιθέτως, η επαγωγή είναι η διαδικασία η οποία αφορμάται εκ των καθέκαστων[2]. Παραγωγή και επαγωγή χρησιμοποιούν ως μεθοδολογικό εργαλείο τους το συλλογισμό, “λόγος εν ω τεθέντων τινών ετέρων τι των κειμένων εξ’ ανάγκης συμβαίνει”[3], ουσιαστικά τρόπο με τον οποίο “το διά του ετέρου θάτερον άκρον τω μέσω συλλογίσασθαι, οίον ει των Α Γ μέσον το Β, διά του Γ δείξαι το Α τω Β υπάρχον”[4]. Ενώ όμως η παραγωγή συνδέεται αποκλειστικώς με την λογική διεργασία, την αυστηρή επιστήμη, αδιαφορώντας ως προς τα εμπειρικά δεδομένα, η επαγωγή έχει ως σημείο προελεύσεώς την εμπειρική παρατήρηση προσφέροντας τα δεδομένα εκείνα, ώστε να λειτουργήσει ακολούθως η νόηση βάσει παραγωγής. Τι όμως προσφέρει ο συλλογισμός ως συ[ν]-λογισμός στις διαδικασίες παραγωγής και επαγωγής; Ως προς τον Αριστοτέλη, “ο συλλογισμός δείχνει τις λογικές σχέσεις τριών όρων: του μεγαλύτερου, του μικρότερου και του μέσου σε τρεις προτάσεις: Τη μεγαλύτερη, τη μικρότερη και τη συμπερασματική. Η μεγαλύτερη δένεται με τη συμπερασματική[,] μέσω της μικρότερης, και χρησιμοποιεί για τον σκοπό αυτό τον μέσο όρο”[5]. Περισσότερο χαρακτηριστικά, ως επαγωγικός συλλογισμός μπορεί να εκληφθεί ο κάτωθι,

 

Υ-Κ.                Ο άνθρωπος, το άλογο, ο ημίονος είναι μακρόβια.

Υ-Μ.Ο.    Ο άνθρωπος, το άλογο, ο ημίονος είναι άχολα.

Μ.Ο.-Κ.        Όλα τα άχολα ζώα είναι μακρόβια[6],

 

ενώ ως παραγωγικός, ο εξής:

 

Μ.Ο.-Κ.        Όλα τα άχολα ζώα είναι μακρόβια.

Υ-Μ.Ο.    Ο άνθρωπος, το άλογο, ο ημίονος είναι άχολα.

Υ-Κ.                Ο άνθρωπος, το άλογο, ο ημίονος είναι μακρόβια[7].

 

[Στον επαγωγικό, (εμπειρικό), συλλογισμό, ο μέσος όρος είναι αποτέλεσμα, (συμπέρασμα), του συλλογισμού, στον δε παραγωγικό προκείμενη].

Εν τέλει, αποτελεί η επαγωγή μεθοδολογικό εργαλείο του διαλεκτικού συλλογισμού, –ο οποίος και ενδιαφέρει-, ή, (διαφορετικά), είναι ο διαλεκτικός συλλογισμός παραγωγικός ή επαγωγικός συλλογισμός; Σύμφωνα με το αριστοτελικό κείμενο, είναι ευδιάκριτον ότι η επαγωγή αποτελεί μέθοδο του συλλογισμού[8], όμως ώστε να διατυπώσουμε καθολικές προτάσεις είναι αναγκαία και η συνδρομή της παραγωγής. Αν συσχετίσουμε την παραπάνω προϋπόθεση με το γεγονός ότι οι ηθικές προτάσεις επιδιώκουν να αποτελούν αντικειμενικές προτάσεις καθολικού κύρους, η επαγωγή αποδεικνύεται από μόνη της μη επαρκής ώστε να αποτελέσει ασφαλές εργαλείο διατυπώσεως ηθικών προτάσεων. Ασχέτως είδους της επαγωγής το οποίο προκρίνεται ως το πλέον ορθό[9], βέβαιο παραμένει ότι κατά την επαγωγική διαδικασία, η αλήθεια μεταβαίνει από τις προκείμενες στο συμπέρασμαν, όμως η μετάβαση από μόνη της δεν επαρκεί ώστε να βεβαιώσει ότι οι προτάσεις ηθικού περιεχομένου, στον βαθμόν τον οποίον προκύπτουν μόνο ως επαγωγικές προτάσεις, διεκδικούν τη δυνατότητα να είναι προτάσεις αληθείς, (υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι καί οι προκείμενές τους αληθεύουν). Η χρήση της παραγωγής, η οποία θα αφορμηθεί από τα εμπειρικά δεδομένα, -γνώση των οποίων προσφέρει η επαγωγή-, θα κριθεί απαραίτητη.

Τι ακριβώς ορίζει ο Αριστοτέλης όμως ως διαλεκτικό[10] συλλογισμό; Τα βασικά ερωτήματα που προκύπτουν από την ανάγνωση των Τοπικών και των Ηθικών Νικομαχείων και σχετίζονται με τον διαλεκτικό συλλογισμό, μπορούν να συνοψιστούν στα εξής:

 

  1. Πώς ορίζεται, (και πώς διακρίνεται από τον αποδεικτικό), ο διαλεκτικός συλλογισμός κατά τον Αριστοτέλη,
  2. Ως προς ποίους λόγους προκρίνεται ο διαλεκτικός αντί του αποδεικτικού συλλογισμού στη διατύπωση των ηθικών προτάσεων, και,
  1. Τίνι τρόπω ο διαλεκτικός συλλογισμός λειτουργεί ως θεμελιωτική επιχειρηματολογία της ηθικής;

 

  1. Ως προς τον Αριστοτέλη, ο διαλεκτικός συλλογισμός είναι ο “εξ’ ενδόξων συλλογιζόμενος συλλογισμός”[11], ο συλλογισμός, δηλαδή, ο οποίος αφορμάται από τα ένδοξα, τα οποία με τη σειρά τους ορίζονται ως “τα δοκούντα πάσιν ή τοις πλείστοις ή τοις σοφοίς, και τούτοις ή πάσιν ή τοις πλείστοις ή τοις μάλιστα γνωρίμοις και ενδόξοις”[12], ως γενικώς δηλαδή παραδεκτές αρχές. Τα ένδοξα δεν είναι αυταπόδεικτα όπως τα πρώτα και αληθή[13], (τα οποία δεν χρήζουν ετέρων αρχών ώστε να γίνουν πιστευτά, όπως είναι, επί παραδείγματι, τα θεωρήματα της επιστήμης των μαθηματικών), αλλά θεωρούνται είτε αποτελέσματα λογικής επιχειρηματολογίας, είτε απλές γνώμες, (“δόξες”, υπό την πλατωνική εννοία). Στην εν προκειμένω διάκριση, θεμελιώνεται και η διάκριση έσωθεν αποδεικτικού και διαλεκτικού συλλογισμού[14].

 

  1. O διαλεκτικός συλλογισμός προκρίνεται έναντι του αποδεικτικού λόγω του ότι σχετίζεται με τα προβλήματα ορθοπραξίας τα οποία και αποτελούν αντικείμενο της [Η]θικής σύμφωνα με τον Αριστοτέλη[15]. Ως “πρόβλημα”, ορίζεται σύμφωνα με το αριστοτελικό κείμενο το “διαλεκτικόν θεώρημα το συντείνον ή προς αίρεσιν και φυγήν ή προς αλήθειαν και γνώσιν, ή αυτό ή ως συνεργόν προς τι έτερον των τοιούτων, περί ου ή ουδετέρως δοξάζουσιν ή εναντίων [οι πολλοί τοις σοφοίς ή] οι σοφοί τοις πολλοίς ή εκάτεροι αυτοί εαυτοίς”[16]. Συνδυάζοντας την αριστοτελική θέση ως προς τον διαλεκτικό συλλογισμό ως μέθοδο αναζητήσεως ορθών ηθικών απαντητικών προτάσεων, (και συνεκδοχικώς ρυθμιστών ως προς την τέλεση πράξεων), σε προβλήματα με τον ορισμό του προβλήματος ως “διαλεκτικό θεώρημα συντείνον προς αίρεσιν και φυγήν ή προς αλήθειαν και γνώσιν”, αναδύεται το ερώτημα εάν τελικά ενδέχεται οι ηθικές προτάσεις να είναι, εκτός από αιρετές ή αποφευκτέες, και αληθείς. Πέραν των όσων αναφέρθηκαν σχετικώς με τον διαλεκτικό συλλογισμό ως επαγωγικό, αρχικώς, συλλογισμό, (ο οποίος δύναται υπό προϋποθέσεις να είναι αληθής), η απάντηση δεν δίδεται αμέσως από τον Αριστοτέλη και μάλλον θα πρέπει να θεωρήσουμε το ανωτέρω ερώτημα ως μέρος του, (ευρύτερου), ερωτήματος, εάν τελικά η [Η]θική αποτελεί επιστήμη αυτόνομη κατά τον Αριστοτέλη, ή, (διαφορετικά), εάν οι σχετιζόμενες με την [Η]θική προτάσεις είναι προτάσεις επιστημονικές ή όχι. Ο W. D. Ross δεν φαίνεται να συναινεί υπέρ της αυτονομίας του ηθικού λόγου στον αριστοτελικό στοχασμό, εφ’ όσον θεωρεί ότι για τον Αριστοτέλη, η ηθική είναι τμήμα της ανωτάτης, της πολιτικής επιστήμης την οποία και επικουρεί. Όμως, στα Τοπικά, η μεθοδολογική πρακτική του διαλεκτικού συλλογισμού θεμελιώνεται[17]. Η μέθοδος ως προς τον Αριστοτέλη καθορίζει “προς πόσα και ποία και περί τίνων οι λόγοι”[18], καθορίζει, δηλαδή, ποσοτικά, συστασιολογικά και ποιοτικά το αντικείμενο της έρευνας. Πέραν εν προκειμένω latu sensu ορισμού, ο οποίος αναφέρεται στο ποιόν της μεθόδου εν γένει, ο Αριστοτέλης θα ορίσει και strictu sensu την μέθοδο της Ηθικής Φιλοσοφίας στα Ηθικά Νικομάχεια, όπου “ως «σκέψεις», περιγράφεται η θεωρητική έρευνα η οποία ξεκινάει από ορισμένη αρχή και τηρεί ορισμένους κανόνες. Η μέθοδος της ηθικής φιλοσοφίας «περιγράφει» το αντικείμενό της, δηλαδή το «αγαθόν αρχικά σε γενικές γραμμές, σε συνέχεια με μεγαλύτερην ακρίβειαν», λαμβάνοντας όμως υπ’ όψιν την «υποκειμένην ύλη» της ηθικής φιλοσοφίας[19] και το «ίδιόν» της, δηλαδή την ειδοποιό διαφορά της σε σχέση με άλλους φιλοσοφικούς κλάδους”[20]. Ως προς ποίους γνωσιοθεωρητικούς λόγους προκρίνεται ο διαλεκτικός έναντι του αποδεικτικού συλλογισμού στη διατύπωση ηθικών προτάσεων σύμφωνα με τον Αριστοτέλη κατέστη, νομίζω, εύδηλο. Στην ηθική γνώση, καταλήγει ο Σταγειρίτης, ο διαλεκτικός συλλογισμός προτιμάται από τον αποδεικτικό, (χρήση του οποίου συναντά κανείς στη γεωμετρία, πρόκειται, δηλαδή, ως ένα αυστηρώς παραγωγικό μοντέλο επιχειρηματολογίας), διότι:

 

1ον. Αναφέρεται στα “ποιείν” και “πράττειν”, τα οποία συνδέονται με απόψεις οι οποίες “ενδέχεται άλλως έχειν”, και επομένως δεν διεκδικεί οπωσδήποτε απόλυτες τιμές αληθείας,

2ον.   Οι ηθικές προτάσεις ισχύουν συνήθως “ως επί το πολύ”, ακριβώς όπως και τα ένδοξα, παρά το ότι ενδέχεται να καταστούν, εν τέλει, προτάσεις επιστημονικού κύρους[21],

3ον. Οι ηθικές προτάσεις είναι καταληκτικές του βουλεύεσθαι[22] και του προαιρείσθαι[23] προτάσεις και όχι προτάσεις της αυστηρής επιστήμης, –η οποία αναφέρεται στο αναγκαίο, το αιώνιο και το μεταδόσιμο, (μαθητόν)[24], και,

4ον. Η διατύπωση των ηθικών προτάσεων προϋποθέτει εγγενώς το διαλογικό στοιχείο των αντικρουόμενων πλευρών, τις σχετικές Žπορίες[25] και τα επιμέρους προβλήματα, τα οποία ανακύπτουν από την εξέταση των απόψεων λόγω της õμωνυμίας[26] της ορολογίας των ηθικών προτάσεων, αλλά και του γεγονότος ότι υφίστανται ¥κάστοτε “Žγαθά και καλά”[27].

 

  1. Εν τέλει, ο διαλεκτικός συλλογισμός θεμελιώνει τις ηθικές προτάσεις και την επιχειρηματολογία σχετικά με αυτές; Η απάντηση δεν δίδεται μονολεκτικώς από τον Αριστοτέλη. Καθίσταται όμως φανερό, κατά την ανάγνωση των συναφών αριστοτελικών αποσπασμάτων, τα οποία και εδώ αναλύθηκαν κατά το δυνατόν, ότι οι ηθικές προτάσεις μπορούν να διατυπωθούν μόνο μέσω του διαλεκτικού συλλογισμού. Την ίδια στιγμή, η ηθική συμπεριφορά δεν εξαρτάται μόνο από προτάσεις, οι οποίες σχετίζονται με την ηθική. Ολόκληρη η αριστοτελική ηθική είναι προσανατολισμένη στην ιδέα του Αγαθού και την επίτευξη της ευδαιμονίας, η οποία συνδέεται σαφώς με την έννοια της ευπραξίας[28]. Η ηθική συμπεριφορά σχετίζεται, επιπροσθέτως, με το έθος, το οποίο μπορεί να προέρχεται είτε από την οικογένεια[29], είτε από το πολίτευμα “και τα έθιμα που πρέπει να εφαρμόζει ώστε να είναι καλύτερο”[30], είτε από τον ίδιο τον άνθρωπο, λόγω της δυνατότητάς του, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, να αυτοεκπαιδεύεται, ώστε να αποκτήσει την δυνατότητα της ορθής, ηθικώς, συμπεριφοράς[31]. Συναφώς, η αριστοτελική θεωρία περί ηθικής, (ως προς την οποία συγκροτημένη άποψη σχηματίζει ο ερευνητής με την παράλληλη μελέτη των έργων Ηθικά Νικομάχεια, Μεγάλα και Ευδήμεια[32]),   προϋποθέτει την γενικότερη θεωρία του Αριστοτέλους περί παθών, την στόχευση της αριστοτελικής γνωσιοθεωρίας ως προς την επίτευξιν ορισμού μίας έννοιας[33], το γεγονός ότι η ίδια η φρόνηση[34] είναι επιτακτική[35], και τέλος την απόληξη της ηθικής θεωρίας του, την αριστοτελική, δηλαδή, θεωρία περί δικαιοσύνης[36], εντός της οποίας δίκαιο και έθος συμπλέκονται ποικιλοτρόπως. Οι προτάσεις της ηθικής γνώσης, αλλά και η ηθική η ίδια, συνδέονται ευκρινώς στο αριστοτελικό συγκείμενο με τη δικαιοπραξία, (η οποία ορίζεται ως μεσότητα ανάμεσα στο “αδικείν τινά και αδικείσθαι υπό τινός”[37]), την επιείκεια[38], τη φρόνηση[39], αλλά και τη συστατική της γενικότερης αριστοτελικής σκέψεως, θεωρία περί μεσότητος[40].

Το ερώτημα στο οποίο δεν δόθηκε ακόμη οριστική απάντηση αφορά στο τι είδους γνώση αποτελεί η ηθική γνώση. Επιγραμματικώς θα μπορούσαμε να απαντήσουμε ότι η ηθική αναφέρεται από τον Αριστοτέλη απλώς ως “σπουδή του χαρακτήρα”[41], ή και ως “αναλύσεις μας του χαρακτήρα”[42], καταβάλλεται δε εργώδης προσπάθεια στο αριστοτελικό corpus να διακριθούν οι ηθικές προτάσεις από τις φυσικές και τις λογικές, (ή καλύτερα: από τις προτάσεις της φυσικής και τις προτάσεις της λογικής)[43]. Όμως, υπάρχουν σημεία του πρώιμου αριστοτελικού έργου, στα οποία η έννοια της φρονήσεως, –έννοια κεντρική στην αριστοτελική θεωρία περί ηθικής-, χρησιμοποιείται ως συμπίπτουσα με την έννοια της επιστήμης[44]. Την ίδια στιγμή, μπορεί να εντοπιστεί και μία σαφής προσπάθεια, από τον Αριστοτέλη, να διακριθεί η φρόνησις, –αποτέλεσμα της ηθικής γνώσης-, από οποιαδήποτε τέχνη[45], αλλά και εκ της σοφίας, η οποία θεωρεί “τα τοιάυτα των όντων όσων αι αρχαί μη ενδέχονται άλλως έχειν” και όχι τα “ενδεχόμενα”, τα οποία εξετάζει η φρόνησις[46]. Συμφώνως ανωτέρω, εάν η ηθική γνώση δεν είναι γνώση θεωρητική, αποτελεί σαφώς διακριτό, από την θεωρητική γνώση, είδος γνώσης. Ως τι είδους γνώση όμως πρέπει να κατηγοριοποιηθεί; Ώστε να δοθεί οριστική απάντηση, είναι αναγκαίο να ληφθούν υπ’ όψιν δύο ακόμα παράμετροι της αριστοτελικής σκέψεως: Αφ’ ενός, ο τελεολογικός χαρακτήρας του γενικότερου αριστοτελικού φιλοσοφικού στοχασμού και των απόψεων του Αριστοτέλη περί ηθικής ειδικώς, βάσει των οποίων η ηθική διδασκαλία δεν περιορίζεται στη θεωρητική γνώση, (όπως λαμβάνει χώρα σύμφωνα με τον ίδιο στη σωκρατική σκέψη[47]), αλλά συμπλέκει την φρόνηση, (τέλος καθ’ εαυτήν)[48], με το έθος, τη συνήθεια, αποδίδοντάς της αμιγώς πρακτικό περιεχόμενο, καθιστώντας έτσι την ηθική γνώση, γνώση επί των πρακτέων, γνώση πρακτική. Αφ’ ετέρου, (και λαμβάνοντας επιπροσθέτως υπ’ όψιν την διάκριση της επιστημονικής γνώσεως απο τον Αριστοτέλη σε θεωρητική και ποιητική)[49], είμαστε υποχρεωμένοι, -στον βαθμό τον οποίο έχει αποδειχθεί και το σαφέστατο του πρακτικού χαρακτήρα της ηθικής γνώσεως σύμφωνα πάντα με τον ίδιο-, να ορίσουμε, (συνεκδοχικώς), την [Η]θική ως ποιητική, (επιστημονική), πρακτική γνώση.

 

Πέτρος Λάζος

 

Θεολόγος,

Master Φιλοσοφίας,

PhD Φιλοσοφίας.

 

[1] Για τα Ηθικά Νικομάχεια ως πραγματεία η οποία “έχει ως μοναδικό της αντικείμενο την αυτονομία του ηθικού λόγου”, βλ. Π. Κόντος, Η αριστοτελική ηθική ως οντολογία. Φρόνησις, Τέχνη, Σοφία, Κριτική, Αθήνα, 2000, σελ. 14. Καλή και αναλυτική εισαγωγή στην αριστοτελική σκέψη αποτελεί επίσης το έργο του I. Düring, Ο Αριστοτέλης. Παρουσίαση και ερμηνεία της σκέψης του, (2 τόμ.), μτφ.: Π. Κοτζιά-Παντελή (Α’ τόμ.), Α. Γ. Κατσίβελα (Β’ τόμ.), Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 1994, 19661.

[2] Αναλυτικά Ύστερα, 81a, 39-40, 81b, 1: “Είπερ μανθάνομεν ή επαγωγή ή αποδείξει, έστι δ’ η μεν απόδειξις εκ των καθόλου, η δ’ επαγωγή εκ των κατά μέρος”.

[3] Αναλυτικά Πρότερα, 24b, 18-20. Με άξονα την ποιότητα των όρων, ο Αριστοτέλης θα διακρίνει (ορίσει) τρία είδη συλλογισμού: α. διαλεκτικό, β. ρητορικό, γ. επιστημονικό, (βλ. Αναλυτικά Πρότερα, 68b, 10 κ.ε., πρβλ. Ρητορική, 1358a, 11).

[4] Αναλυτικά Πρότερα, 68b, 15-17.

[5] Βλ. σχετικά, Βλ. Σιμητλιώτης, “Η έννοια της επαγωγής στον Αριστοτέλη”, Αριστοτέλης, Είκοσι οκτώ ομόκεντρες μελέτες, Αφιέρωμα στον J. P. Anton, τόμ. Β’, επιμ.: Γ. Αραμπατζής, εκδ.: Δ. Ζ. Ανδριόπουλος, Παπαδήμας, Αθήνα, 2003, 86-110, (87). Μέσος όρος είναι για τον Αριστοτέλη το υποκείμενο στη μεγαλύτερη πρόταση και το κατηγορούμενο στο συμπέρασμα (παραγωγή), η οποία όταν ισχύει καθιστά το συλλογισμό επιστημονικό (βλ. Αναλυτικά Ύστερα, 73a, 21), ή το ίδιο το συμπέρασμα στο επαγωγικό επιχειρηματολογείν, (βλ. Αναλυτικά Πρότερα, 68b, 15-17), όπου “επαγωγή μεν ουν εστί και ο εξ’ απαγωγής συλλογισμός το διά του ετέρου θάτερον άκρον τω μέσω συλλογίσασθαι”. Ο διαλεκτικός συλλογισμός συνεπώς, στην περίπτωση κατά την οποία το συμπέρασμά του ισχύει, καθίσταται επιστημονικός.

[6] Αναλυτικά Πρότερα, 68b, 18-29.

[7] Για την αντιστροφή του επαγωγικού επιχειρήματος σε παραγωγικό, βλ. Αναλυτικά Πρότερα, 68b, 20. Για τυχόν ενστάσεις αναφορικά με το ότι ο Αριστοτέλης διαπράττει λήψη του ζητουμένου, παραθέτω τα σχόλια του Βλ. Σιμητλιώτη, (ό.π., σελ. 90, σχόλιο): “Ο Αριστοτέλης βέβαια δεν αγνοούσε αυτήν την αντίρρηση, αλλά θεωρούσε ότι η μετάβαση από τις προκείμενες στο συμπέρασμα αποτελεί γνήσια κίνηση της σκέψης, εξηγεί αυτό που ήταν ενδιάθετο, ενεργοποιεί μία γνώση που υπήρχε μόνο εν δυνάμει (Αναλυτικά Πρότερα, 67a, 12–b11 και Αναλυτικά Ύστερα, 71a, 24–b8, 86a, 22-29). Ο συλλογισμός διακρίνεται από τη λήψη του ζητουμένου κατά το εξής: ενώ στον πρώτο οι δύο προκείμενες μαζί συνεπάγονται το συμπέρασμα, στη δεύτερη το συμπέρασμα μπορεί να συναχθεί από μία μόνο προκείμενη, (Αναλυτικά Πρότερα, 65a, 10-25). [Πρβλ] W. D. Ross, Ο Αριστοτέλης, Αθήνα, Μ.Ι.Ε.Τ., 1993, σελ. 60, 61, 423”.

[8] Βλ. Τοπικά, 105a, 10-19: “Διωρισμένων δε τούτων χρη διελέσθαι πόσα των λόγων είδη των διαλεκτικών. [Έ]στι δε το μεν επαγωγή, το δε συλλογισμός. Και συλλογισμός μεν τι έστιν, είρηται πρότερον, επαγωγή δε η από των καθ’ έκαστον επί τα καθόλου έφοδος· οίον ει έστι κυβερνήτης ο επιστάμενος κράτιστος και ηνίοχος, και όλως εστιν ο επιστάμενος περί έκαστον άριστος. Έστι δ’ η μεν επαγωγή πιθανώτερον και σαφέστερον και κατά την αίσθησιν γνωριμώτερον και τοις πολλοίς κοινόν, ο δε συλλογισμός βιαστικώτερον και προς τους αντιλογικούς ενεργέστερον”.

[9] Παρά το ότι ο Αριστοτέλης ορίζει την επαγωγή ως “το είδος συλλογισμού το οποίο έχει ως σκοπό το συσχετισμό του ακραίου όρου με τον μέσο όρο μέσω ενός άλλου ακραίου όρου” (τέλεια επαγωγή, βλ. Αναλυτικά Πρότερα, 68b, 15-17), σε άλλο σημείο του έργου του αναφέρεται σε διαλεκτική επαγωγή (μετάβαση της αλήθειας από τις προκείμενες στο συμπέρασμα άνευ αναμφίλεκτων αποδείξεων, μέσω δηλαδή επιμέρους περιπτώσεων, βλ. Τοπικά, Α΄ 12), και σε επαγωγή διά της ενοράσεως (μία μόνο επιμέρους περίπτωση παρέχει βεβαιότητα ισχύος του γενικού κανόνα). Ανάλυση της ανωτέρω προβληματικής με παράλληλη παροχή επιχειρηματολογίας υπέρ του σαφέστατα (σύμφωνα πάντα με τον ίδιο) διακριτού χαρακτήρα των τριών ειδών επαγωγής στο άρθρο του Βλ. Σιμητλιώτη, “Η έννοια της επαγωγής στον Αριστοτέλη”, ό.π., σελ. 86-110.

[10] Εξαιρετικό ως εισαγωγικό στην πορεία της έννοιας της διαλεκτικής εντός της ιστορίας της φιλοσοφίας είναι το άρθρο του Σ. Δεληβογιατζή, “Θετική και αρνητική διαλεκτική (Ή Αριστοτέλης και Hegel)”, στο συλλογικό Αριστοτέλης, Είκοσι οκτώ ομόκεντρες μελέτες, Αφιέρωμα στον J. P. Anton, (ό.π., τόμ. Α’, σελ. 71-85), όπου οι όροι θετική και αρνητική εννοούνται στην τυπικά λογική τους σημασία. Στον Hegel θα πραγματοποιηθεί αργότερα ο “προβιβασμός της διαλεκτικής σε κατεξοχήν κατηγορία της σκέψης”, καθώς “το καινούργιo στην εγελιανή παρέμβαση συνίσταται   σε μια πρόταξη του «αρνητικού» με την έννοια της «θετικότητας» των αντιθέσεων κυρίως σε οντολογικό επίπεδο: το πράγμα θέτει την ταυτότητά του καθώς αντιτίθεται στην άρνηση του εαυτού του˙ ορίζεται δηλαδή μέσα από την καθολική ενεργοποίηση της αντίφασης (:εσωτερικής και εγγενούς διαφοράς)”, (ό.π., σελ. 80). Για μία καθολικότερη επαφή με την ιστορική διαδρομή του όρου “διαλεκτική”, στη φιλοσοφία των Νέων Χρόνων προτείνω αρχικά τη διδ. διατριβή του Π. Κονδύλη Die Entstehung der Dialektik, E. Klett – J. G. Kotta, Stuttgard, 1979, την “ελαφρώς περικεκομμένη και κατά μερικές παρατηρήσεις συμπληρωμένη διατύπωση μίας εργασίας η οποία ολοκληρώθηκε το καλοκαίρι του 1976 και έγινε δεκτή στο WS 1977/78 από την Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης ως διατριβή”, (σελ. 17). Βλ. επίσης (ως επιρρωνύουσα μία μαρξιστικά προσανατολισμένη άποψη αντιμετώπισης της έννοιας της διαλεκτικής) E. Μπιτσάκη, Δρόμοι της Διαλεκτικής, Άγρα, Αθήνα, 2003.

[11] Τοπικά, 100a, 30. Βλ. επίσης Τοπικά, 164a, 16-b4: “Όλως δ’ εκ του γυμνάζεσθαι διαλεγόμενον πειρατέρον αποφέρεσθαι ή συλλογισμόν περί τινός ή λύσιν ή πρότασιν ή πρότασιν ή ένστασιν, ή ει ορθώς τις ήρετο ή ει μη ορθώς, ή αυτός ή έτερος και παρά τι εκάτερον. Εκ τούτων γαρ η δύναμις, το δε γυμνάζεσθαι δυνάμεως χάριν, και μάλιστα περί τας προτάσεις και ενστάσεις· έστι γαρ ως απλώς ειπείν διαλεκτικός ο προτατικός και ενστατικός”. Πρβλ. Αναλυτικά Πρότερα, Α΄ 24b, 11: “[…] λήψις του φαινομένου και ενδόξου”.

[12] Τοπικά, 100b, 21-23.

[13] Για τον Αριστοτέλη, τα πρώτα είναι και αληθή. Ο νούς, η νόηση, είναι η αρχή οποιασδήποτε άμεσης ενόρασης των γενικών αρχών, οι οποίες γίνονται γνωστές επαγωγικά, επάγονται, «τις φέρνουμε» δηλαδή κοντά μας και τις παρατηρούμε.

[14] Βλ. Αναλυτικά Πρότερα, 24a, 22-28: “Διαφέρει δε η αποδεικτική πρότασις της διαλεκτικής, ότι η μεν αποδεικτική λήψις θατέρου μορίου της αντιφάσως εστιν [ου γαρ ερωτά, αλλά λαμβάνει ο αποδεικνύων], η δε διαλεκτική ερώτησις αντιφάσεως εστί. [Ο]υδέν διοίσει προς το γενέσθαι τον εκατέρου συλλογισμόν· και γαρ ο αποδεικνύων και ο ερωτών συλλογίζεται λαβών τι κατά τινος υπάρχειν ή μη υπάρχειν”. Πέραν του διαλεκτικού και του αποδεικτικού συλλογισμού (αξιωματικο-παραγωγικός), ο Αριστοτέλης αναφέρεται σε ρητορικό (βλ. Ρητορική, 1358a, 11), καθώς και εριστικό συλλογισμό, ο οποίος είναι “συλλογισμός ο εκ φαινομένων ενδόξων μη όντων δε, και ο εξ’ ενδόξων ή φαινομένων ενδόξων φαινόμενος”, (βλ. Τοπικά, 100 b, 23-25), o οποίος δεν [πρέπει να] λέγεται συλλογισμός διότι “φαίνεται μεν συλλογίζεται, συλλογίζεται δ’ ου” (βλ. Τοπικά, 101a, 3-4). Ωστόσο, θα ήταν βεβιασμένο να εκλάβουμε την παραπάνω αριστοτελική φράση ως απαξιωτική για τον εριστικό συλλογισμό. Αντίθετα με τον Πλάτωνα, για τον οποίο “οι νέοι άνθρωποι χαίρονται με τους εριστικούς διαλόγους [και] μοιάζουν με τα νεαρά σκυλιά που ορμάνε το ένα στο άλλο, [και] μόνο ύστερα από μακρόχρονες προσπάθειες και αφού φτάσει στην ηλικία των πενήντα χρόνων, μπορεί κανείς να γίνει ένας διαλεκτικός που πραγματικά ψάχνει για την αλήθεια” (βλ. Πολιτεία, 534e, πρβλ. 538b –540a), ο Αριστοτέλης, τόσο στα Τοπικά, όσο και στο Μετά τα Φυσικά (1006a, 18-21), θα συμπεράνει ότι η εριστική συνομιλία είναι τέχνη ισότιμη με τις υπόλοιπες, δεν αποτελεί όμως διαλεκτική συνομιλία όταν γίνεται ανέντιμα. (Η σύγκριση μεταξύ Πλάτωνα και Αριστοτέλη απευθείας από τον I. Düring, ό.π., τόμ. Α’, σελ. 142).

[15] Βλ. σχετικά Α. Μπαγιόνας, “Διαλεκτικός συλλογισμός και αριστοτελική Ηθική”, Αριστοτέλης, Είκοσι οκτώ ομόκεντρες μελέτες, Αφιέρωμα στον J. P. Anton, ό.π., τόμ. Β’, σελ. 213-223.

[16] Τοπικά, 104b, 1-5. Ακριβώς το γεγονός ότι η έννοια του προβλήματος σχετίζεται με αντίθετες γνώμες, επιτάσσει την ενεργοποίηση της διαλεκτικής, ως τη μέθοδο μέσω της οποίας οι αντιφάσεις αίρονται. Ολοκληρωμένη έποψη της διαλεκτικής ως «οργανωμένο πνεύμα της αντίθεσης» (σύμφωνα με τον Adorno, στο Τρεις μελέτες για τον Hegel, μτφ.: N. Λίβος, Κριτική, Αθήνα, 1992), συναντά ο μελετητής στο τευτονικού τύπου εγελιανό φιλοσοφικό σύστημα, όπου ως διαλεκτική ο ίδιος ο G. W. F. Hegel ορίζει: α. την ανώτερη ορθολογική κίνηση, κατά την οποία εντελώς χωριστοί όροι περνούν ο ένας στον άλλο δυνάμει αυτού που είναι και η προϋπόθεση του χωρισμού τους καταργείται, (G. Hegel, Η επιστήμη της Λογικής, εισ.-μτφ.-σχ.: Δ. Τζωρτζόπουλος, Δωδώνη, Αθήνα, 1998, Α’ τόμ., βιβλ. 2ο, σελ. 25-33, -βλ. κυρίως τα σχόλια του μεταφραστή στη σελ. 25 για την αποφυγή χρήσης της “οικτρής σχηματοποίησης του γνωστού τριαδικού σχήματος θέση-αντίθεση-σύνθεση και την «ευάρεστη» παρουσία αυτής της σχηματικής εκλογίκευσης [η οποία] συνδέεται κυρίως με βιαστικές ερμηνείες ιδεολογικής καθηκοντολογίας ή επιπόλαιης φιλοσοφίας του εγχειριδίου”). H κατάργηση της αντίφασης “σχετίζεται κατ’ αρχήν με τη θεματοποίηση της πρώτης άρνησης, η οποία είχε ως αποτέλεσμα το μηδέν˙ η αντίφαση εδώ εκφράζεται ως εξής: η κίνηση αυτοσχετισμού οδηγούσε πάντα σε απώλεια του Εαυτού. Η αντίφαση   διαλύεται, όταν η κίνηση αυτοσχετισμού έχει το χαρακτήρα τέτοιων σημασιακών ανατροπών που ο αυτοσχετισμός και η ανασκοπημένη ετερότητα δεν αντιφάσκουν στην αντί-θεσή τους, αλλά αλληλοπροϋποτίθενται”, (στο ίδιο, Α΄ τόμ., βιβλ. 2ο, σελ. 144-145, σχ. του μτφ.), β. η σύλληψη των αντιθέτων στην ενότητά τους ή του θετικού μέσα στο αρνητικό, γ. η εγγενής υπέρβαση, όπου η μονόπλευρη και περιορισμένη φύση των νοητικών προσδιορισμών εκτίθεται ως αυτό που είναι, δηλαδή ως άρνησή τους, (βλ. Précis de l’ encyclopédie des sciences philosophiques, σελ. 75), και δ. η ιδιαίτερη ψυχή του υποκειμένου, (βλ. G. W. F. Hegel, Grundlinien der Philosophie des Rechts oder Naturrecht und Staatswissenschaft im Grundrisse, W. 7.84). Για τον Adorno, “δεν θα ήταν ανάρμοστο να ορίσουμε την [εγελιανή] διαλεκτική μέθοδο ως εκείνη που ξεπερνά το ρήγμα μεταξύ απαγωγής και επαγωγής που το διέπει μιά εκπραγματισμένη σκέψη, στο οποίο άλλωστε εναντιώθηκαν ρητά οι πιο παλαιές διατυπώσεις της διαλεκτικής στο γερμανικό ιδεαλισμό, εκείνες του Fichte”, (Τ. Adorno, Αισθητική Θεωρία, μτφ.: Λ. Αναγνώστου, Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2000, σελ. 577). Για τη διαφοροποίηση της εγελιανής από τη φιχτική νοηματοδότηση του όρου “διαλεκτική”, βλ. ενδ. τη διδ. διατριβή του Π. Κονδύλη, Die Enstehung der Dialektik, Stuttgard, E. Klett – J. G. Kotta, 1979, (κυρίως το 5ο μέρος του ΙΙου κεφ. § β΄, “Η ερμηνεία του Kant από τον Storr και η διαφοροποίηση του Hegel από τον Fichte”, σελ. 432-440. Για τον Αριστοτέλη, η διαλεκτική συνδέεται με την παραγωγή και δεν καταργεί την αρχή της μη αντίφασης, βλ. Σ. Δεληβογιατζή, “Θετική και αρνητική διαλεκτική [Ή Αριστοτέλης και Hegel”]), στο συλλογικό Αριστοτέλης, Είκοσι οκτώ ομόκεντρες μελέτες, Αφιέρωμα στον J. P. Anton, τόμ. Α’, επιμ.: Γ. Αραμπατζής, εκδ.: Δ. Ζ. Ανδριόπουλος, ό.π., σελ. 72-73: “Όντας παραγωγή του επιφανειακού και του πιθανού, η διαλεκτική σχετίζεται, σ’ αυτόν, με την κατά προσέγγιση ή ανεξέλεγκτη γνώση, χωρίς όμως να θέτει σε αμφισβήτηση την αρχή της μη αντίφασης. Ο διαλεκτικός συλλογισμός είναι ένας άψογος λογικά συλλογισμός, μόνο που ξεκινάει από μη αποδεικτικές (αληθινές) προτάσεις. […]. Η κριτική του Αριστοτέλη στον Ηράκλειτο, στο Μετά τα Φυσικά, δείχνει άλλωστε πού τοποθετείται η όλη διάκριση μεταξύ αναλυτικής και διαλεκτικής: όχι στο επίπεδο κατάργησης της αρχής της μη αντίφασης (Μετά τα Φυσικά, 1005b, 19-30), αλλά σε επίπεδο βεβαιότητας ή μη στο ξεκίνημα μιας συλλογιστικής διαδικασίαςΗρΗΗρά”. Για τον G. W. F. Hegel ως συνεχιστή της αριστοτελικής παράδοσης αναφορικά με τον κλάδο της λογικής, αλλά -και κυρίως-, για τη σαφή σύνδεση της λογικής με το δίκαιο από την εγελιανή σκέψη, βλ. τον πρόλογο της ελληνικής έκδοσης της Φιλοσοφίας του Δικαίου από τον Στ. Γιακουμή, Δωδώνη, Αθήνα, 2004, σελ. 18: “Ο νοηματικός κύκλος έκλεισε, ο δε Hegel επιτέλεσε και ολοκλήρωσε το βαθυστόχαστο έργο του αποτίοντας συγχρόνως φόρο τιμής προς τους αρχαίους πρωτοπόρους της σκέψης, ιδιαίτερα δε τον Αριστοτέλη, του οποίου τα Ηθικά Νικομάχεια και τα Πολιτικά κατά παραδειγματικό τρόπο συνένωσε και κωδικοποίησε στο δικό του […] σύγγραμμα Φυσικό Δίκαιο και Πολιτειακή Επιστήμη σε Επιτομή. Και μόνο από τον τίτλο του έργου αυτού αλλά και από όσα εκτέθηκαν ανωτέρω προκύπτει ότι η άστοχη διάκριση του δικαίου σε φυσικό και θετικό αποτελεί παρεξήγηση”. Ερμηνεία (τέλος) του αριστοτελικού στοχασμού με άξονα την άρση της διάκρισης μεταξύ των όρων “φυσικό” και “θετικό” δίκαιο, στον G. P Henderson, “Politics, Morals, Nature and Convention”, Δωδώνη, Επετηρίς του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Φιλοσοφίας, τεύχ. 2, Αθήνα, 1972, σελ. 85-99.

[17] Βλ. W.D. Ross, ό.π., σελ. 19. Ο Ross μάλλον σφάλλει όταν αναφέρει ότι ο Αριστοτέλης “διακρίνει την πολιτική επιστήμη σε δύο μέρη, σε ηθική και πολιτική”. Αν θεωρεί ότι η ηθική και η πολιτική, (υποδιαιρέσεις της πολιτικής επιστήμης), δεν είναι επιστήμες, τότε ως τι θα τις εκλάβουμε; Στο συγκεκριμένο απόσπασμα από τη μελέτη του Βρεττανού εάν πρέπει να εκλάβουμε τους όρους «ηθική» και «πολιτική» ως επιθετικούς προσδιορισμούς εννοούμενου ουσιαστικού ποια λέξη θα πρέπει να εννοήσουμε ως ουσιαστικό; Ας σημειωθεί ότι ο Αριστοτέλης δεν αναφέρει ποτέ την ηθική ως διακριτή επιστήμη, αλλά μόνο ως «σπουδή του χαρακτήρα» (του ήθους), (Αναλυτικά Ύστερα, 89b, 9), ή ως «αναλύσεις μας του χαρακτήρα», (Πολιτικά, 1261a, 31).

[18] Τοπικά, 101b, 12.

[19] Ηθικά Νικομάχεια, 7, 1088a, 1 κ.ε..

[20] Βλ. Α. Μπαγιόνας, ό.π., σελ. 214.

[21] Πρβλ. ανωτ. υποσ. της παρούσας.

[22] To βουλεύεσθαι για τον Αριστοτέλη δεν ενεργοποιείται αυθόρμητα, αλλά αποτελεί πράξη συνειδητή, λόγω της ικανότητας του ανθρώπου να διαθέτει μνήμη, (βλ. Περί μνήμης και αναμνήσεως, 453a, 10-14): “Αίτιον δ’ ότι το αναμιμνήσκεσθαι έστι οίον συλλογισμός τις· ό, τι γαρ πρότερον είδεν ή ήκουσεν ή τοιούτον έπαθε, συλλογίζεται ο αναμιμνησκόμενος, και εστίν οίον ζήτησίς τις. Τούτων δ’ ης και το βουλευτικόν υπάρχει, φύσει μόνοις συμβέβηκεν. Και γαρ το βουλεύεσθαι συλλογισμός τις έστιν”. Πρβλ. Divisiones Aristotelae, 15, 5-10: “Τούτων δε [μερών της ψυχής], το μεν λογιστικόν έστιν αίτιον του βουλεύεσθαί τε και λογίζεσθαι και διανοείσθαι και των τοιούτων πάντων”.

[23] Ως προαιρείσθαι (προαίρεσις), ορίζεται από τον Αριστοτέλη η ηθελημένη κατά την ορθή κρίση επιλογή μίας απόφασης έναντι μίας άλλης, (βλ. ενδ. Τοπικά, 126a, 36, 126b, 10, 151a, 5). Η προαίρεση διακρίνεται από τη βούληση διότι μπορεί να προαιρείται κανείς μόνο κάτι το οποίο υπάρχει και το να αποκτηθεί είναι εφικτό, (βλ. Ηθικά Νικομάχεια, 1111b, 20-23:   “Προαίρεσις μεν γαρ ουκ έστι των αδυνάτων, και ει τις φαίη προαιρείσθαι, δοκοίει αν ηλίθιος είναι· βούλησις δ’ έστι <και> των αδυνάτων, οίον αθανασίας). Η προαίρεση (τέλος), αντιτίθεται στην επιθυμία, (βλ. Ηθικά Νικομάχεια, 1111b, 15-16: “Και προαιρέσει μεν επιθυμία εναντιούται, επιθυμία δ’ επιθυμία ου”), ενδεικτικό σημείο της γενικότερης αριστοτελικής άποψης περί δυνατότητας χαλιναγώγησης των παθών.

[24] Για τον Αριστοτέλη, η επιστήμη “αρχίζει πάντοτε από το γνωστό και προχωρεί με επαγωγή ή με συλλογισμό. Αλλά η επαγωγή δεν αποτελεί [από μόνη της] επιστημονική διεργασία˙ απλώς παρέχει τις πρώτες αρχές από τις οποίες ξεκινά η συλλογιστική διεργασία, δηλαδή η επιστήμη. Η επιστήμη είναι έξις αποδεικτική, δηλαδή έξις για απόδειξη, (βλ. Τοπικά, b, 14-36)”, W. D. Ross, ό.π., σελ. 307, (η υπογράμμιση δική μου).

[25] [Και] το απορείν αποτελεί για τον Αριστοτέλη εφαλτήριο ενεργοποίησης του συλλογισμού (διαλεκτικού ή μη, βλ. Σοφιστικοί Έλεγχοι, 182b, 32-183a, 20).

[26] Τον προβληματισμό ο οποίος προκύπτει από την ομωνυμία στη χρήση των όρων της καθημερινής γλώσσας είχε ήδη αναλάβει να επιλύσει ο Πλάτων (βλ. κυρίως Σοφιστής). Ο Αριστοτέλης με τους Σοφιστικούς Ελέγχους θα συστηματοποιήσει το πρωτογενές επιχειρηματολογικό πλατωνικό οπλοστάσιο. Ανασυγκρότηση της ανωτέρω προβληματικής με εξέταση των εκατέρωθεν επιχειρημάτων σοφιστή (εριστικού) και διαλεκτικού φιλοσόφου στη μελέτη του Στ. Δημητρίου, Θεμελίωση και Ανασκευή. Επιχείρημα, νοηματική ταυτότητα και φιλοσοφική Αξιολογία, πρόλ. Κ. Ψυχοπαίδης, Εστία, Αθήνα, 2003. Βλ. ειδικά σελ. 80-81, όπου αναδεικνύονται και οι συνέπειες οι οποίες εκβάλλουν από την επιδίωξη του σοφιστή να εκφέρει φιλοσοφικό λόγο: “Ο κίνδυνος, λοιπόν, που αναφύεται από τον διαρκή διπλασιασμό του σοφιστή μέσα στην εξαμβλωματική συνθήκη του πολιτικού βίου, έπεται της αποδιάρθρωσης των αξιακών όρων, οι οποίοι εγγυώνται το ορθό, ενάρετο πολιτικό πράττειν”.

[27] Πρβλ. Α. Μπαγιόνας, ό.π., σελ. 213-223 (κυρίως τα σχόλια αναφορικά με το ότι ο Αριστοτέλης δεν προκρίνει μία καζουιστική/σχετικιστική ηθικά θεωρία, ούτε αντίθετα ένα μονώτη βίο).

[28]“Λέγωμεν δ’ αναλαβόντες, επειδή πάσα γνώσις και προαίρεσις αγαθού τινός ορέγεσθαι, τι έστιν ου λέγομεν την πολιτικήν εφίεσθαι και τι το πάντων ακρότατων των πρακτών αγαθών. Ονόματι μεν ουν σχεδόν υπό των πλείστων ομολογείται· την γαρ ευδαιμονίαν και οι πολλοι και οι χαρίεντες λέγουσιν, το δ’ ευ ζην και το ευ πράττειν ταυτόν υπολαμβάνουσιν τω ευδαιμονείν· περί δε της ευδαιμονίας, τι έστιν αμφισβητούσιν και ουχ ομοίως οι πολλοί τοις σοφοίς αποδιδόασιν. Οι μεν γαρ των εναργών τι και φανερών, οίον ηδονήν ή πλούτον ή τιμήν, άλλοι δ’ άλλο|πολλάκις δε και ο αυτός έτερον”, (Ηθικά Νικομάχεια, 1095a, 14-22). Ουσιαστικά η ευδαιμονία δεν αποτελεί επιβράβευση της ευπραξίας μετά το πέρας του παρόντος βίου, αλλά ταυτίζεται με την ευπραξία, κάθε φορά που η τελευταία λαμβάνει χώρα, (βλ. Ηθικά Νικομάχεια, 1095a, 19-20): “Το δ’ ευ ζην και το ευ πράττειν ταυτόν υπολαμβάνουσιν τω ευδαιμονείν”, (βλ. ανωτερ.). Το ίδιο ισχύει και για την αρετή, (βλ. ενδεικτ. Φυσικά, 246a, 13: “Η αρετή τελείωσις τις […] τότε γαρ έστι μάλιστα κατά φύσιν”. Για λεπτομέρειες πάνω στο ζήτημα της ταύτισης ευπραξίας-ευδαιμονίας, βλ. Π. Κόντος, ό.π., σελ. 37-43.

[29]Ηθικά Νικομάχεια, 1180b, 4-5.

[30]Ηθικά Νικομάχεια, 1081b, 24.

[31] Βλ. ενδ. Σπ. Δ. Κυριαζόπουλος, Πολιτικά αίτια της ηθικής του Αριστοτέλους, Ιωάννινα, 1971, σελ. 99: “Εφόσον δια της πράξεως πρέπει ο άνθρωπος να χειραγωγήσει τη φύση του, χρειάζεται, προ πάντων την άσκησιν, με αποτέλεσμα στην περίπτωση αυτή να εμφανίζεται ως κύριο γνώρισμα των ενάρετων ενεργειών η δύναμις της συνήθειας εις την πραγματοποίησίν των”.

[32] Bλ. I. Düring, ό.π., τόμ. Β’, σελ. 221: “Οι τρεις Ηθικές έχουν κοινό σχέδιο. Η βάση είναι κοινή ακόμα και όσον αφορά το θεωρητικό περιεχόμενο˙ σε γενικές γραμμές, στα κρίσιμα ερωτήματα παίρνουμε τις ίδιες απαντήσεις”.

[33] Για τον Σταγιρίτη, ο ορισμός μίας έννοιας προκύπτει με τη συλλογή των ιδιοτήτων της, η οποία όταν τελειώσει θα έχει το ίδιο πλάτος με την έννοια που πρέπει να οριστεί. Για τις 10 κατηγορίες του Αριστοτέλη και τον ορισμό, βλ. γενικότερα τα Αναλυτικά Ύστερα. Εδώ υπενθυμίζω: Ουσία, ποιότητα, ποσότητα, σχέση, τόπος, χρόνος, κατάσταση, τοποθέτηση, ενέργεια, πάθος.

[34] Φρόνησις: α. η θεωρητική γνώση της αλήθειας, (Προτρεπτικός, Β΄ 46, Β΄ 103), β. έξις πρακτική, (ηθική γνώση/πρακτική σοφία, Προτρεπτικός, Β΄ 41), γ. μόριον αρετής και ευδαιμονίας, (Προτρεπτικός, Β΄ 68). Για τη μετακίνηση του νοήματος της έννοιας της φρόνησης από το πλαίσιο της θεωρητικής σε εκείνο της πρακτικής γνώσης, βλ. ανωτ. υποσ. του παρόντος.

[35] Ηθικά Νικομάχεια 1143a, 8-9. Για τη σαφή τελεολογία της αριστοτελικής ηθικής (ορθότητα της ηθικής αρετής η οποία έχει γνώση του ανώτερου αγαθού, γνώση η οποία επετεύχθη μέσω του θεωρητικού νού), βλ. Ηθικά Ευδήμεια, 1227b, 22 – 1288a, 2, σημείο από το οποίο προκύπτει ότι η αφετηρία του πράττειν ταυτίζεται με το πέρας του νοείν. Πρβλ. τις απόψεις του Ross, ό.π., σελ. 266, όπου “η ηθική του Αριστοτέλη είναι σαφώς τελολογική”.

[36] Βλ. Ηθικά Νικομάχεια, 1179a, 33 μέχρι τέλος.

[37] Ηθικά Νικομάχεια, 1133b, 30-31: “Μέσον εστί του αδικείν και αδικείσθαι”.

[38] Ηθικά Νικομάχεια, 1138a, 2-3: “Και η έξις αύτη επιείκεια, δικαιοσύνη τις ούσα και ουχ ετέρα τις έξις”.

[39] Αναλυτικά για την έννοια της φρόνησης στην αριστοτελική σκέψη, βλ. ανωτ. υποσ. του παρόντος.

[40] Ηθικά Νικομάχεια, 1107a-1113b, 2.

[41] Αναλυτικά Ύστερα, 89b, 9.

[42] Πολιτικά, 1261a, 31.

[43] Βλ. Τοπικά, 105b, 19-29: “Έστι δ’ ως τύπω περιλαβείν των προτάσεων και των προβλημάτων μέρη τρία· αι μεν γαρ ηθικαί προτάσεις εισίν, αι δε φυσικαί, αι δε λογικαί. Ηθικαί μεν ουν αι τοιαύται, οίον πότερον δει τοις γονεύσι ή τοις νόμοις πειθαρχείν, εάν διαφωνώσιν· λογικαί δε οίον πότερον των εναντίων η αυτή επιστήμη ή ου. Ομοίως δε και τα προβλήματα. Ποίαι δ’ έκασται των προειρημένων, ορισμώ μεν ουκ ευπετές αποδούνται περί αυτών· τη δε διά της επαγωγής συνηθεία πειρατέον γνωρίζειν εκάστην αυτών, κατά τα προειρημένα παραδείγματα επισκοπούντα”.

[44] Προτρεπτικός, Β΄ 71. Ωστόσο, ο Αριστοτέλης τονίζει ότι η φρόνηση δεν είναι ούτε επιστήμη ούτε τέχνη (Ηθικά Νικομάχεια 1140b, 1-2).

[45] Βλ. π.χ. Ηθικά Νικομάχεια, 1140b, 24-28: “Δήλον ουν ότι αρετή τις έστι και ου τέχνη [η φρόνησις]. Δυοίν δ’ όντοιν μεροίν της ψυχής των λόγον εχόντων, θατέρου αν είη αρετή, του δοξαστικού· ή τε γαρ δόξα περι το ενδεχόμενον άλλως έχειν και η φρόνησις”.

[46] Ηθικά Νικομάχεια, 1139a, 7-8.

[47] Βλ. Ηθικά Ευδήμεια, 1216b, 6-10: “Σωκράτης μεν ουν ο πρεσβύτης ώετ’ είναι τέλος το γινώσκειν την αρετήν, [Κ]αι επεζήτει τι έστιν η δικαιοσύνη και τι η ανδρεία και έκαστον των μορίων αυτής. Εποίει γαρ ταύτ’ ευλόγως. Επιστήμας γαρ ώετ’ είναι πάσας τας αρετάς, ώσθ’ άμα συμβαίνειν ειδέναι τε την δικαιοσύνην είναι και δίκαιον. Άμα μεν γαρ μεμαθήκαμεν την γεωμετρίαν και οικοδομίαν και εσμέν οικοδόμοι και γεωμέτραι. Διόπερ εζήτοι τι έστιν αρετή, αλλ’ ου πως γίνεται και εκ τίνων”. Στην πρώτη του ηθική πραγματεία ωστόσο, τον Προτρεπτικό, ο Αριστοτέλης δείχνει να υιοθετεί τη σωκρατική θέση. Στα μεταγενέστερα όμως συγγράμματά του περί ηθικής διακρίνει σαφώς τη φρόνηση από τη θεωρητική γνώση, τη σοφία.

[48] Αναίρεση της θέσης ότι αφού η φρόνηση είναι τέλος καθ’ εαυτήν δεν παράγει τίποτα, στον Προτρεπτικό, Β΄ 68-69.

[49] Για τον Αριστοτέλη, ο πρακτικός χαρακτήρας (όλων) των επιστημών είναι αυτονόητος. Βλ. I. Düring, ό.π., τόμ. Β’, σελ. 188, (υποσ. 135).

Πέτρος Λάζος.

Τα σχόλια έχουν κλείσει.