Η πρώτη μέρα του Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου με θέμα: «Ο αρχιεπίσκοπος Αμερικής Μιχαήλ Κωνσταντινίδης»

Πόλη_380

Την Παρασκευή 1η Σεπτεμβρίου πραγματοποιήθηκε στη Χάλκη η έναρξη του Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου με τίτλο «Ο αρχιεπίσκοπος Αμερικής Μιχαήλ Κωνσταντινίδης. Η προσφορά του στην Εκκλησία, το Γένος και τον Ελληνισμό» που οργάνωσε το Τμήμα Θεολογίας του Α.Π.Θ. σε συνεργασία με τη θεολογική Σχολή της Χάλκης στην αίθουσα τελετών της Σχολής.

Το συνέδριο αποτελεί όπως επεσήμανε ο καθηγητής του Τμήματος Θεολογίας κ. Χρήστος Αραμπατζής την κατακλείδα ερευνητικού προγράμματος του Α.Π.Θ., το οποίο χρηματοδοτήθηκε από δύο αμερικανικά Ιδρύματα, το Regas and Parthenopi  Dracopoulos Foundation και το Ίδρυμα Maria and Christos Papoutsis.

Την έναρξη του συνεδρίου κήρυξε ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος, ο οποίος τόνισε την ποιμαντική και πνευματική προσφορά του Μιχαήλ στην Εκκλησία και ειδικότερα μετά την εκλογή του από το Οικουμενικό Πατριαρχείο στον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Εκκλησίας της Αμερικής.

Πόλη_511

Το συνέδριο χαιρέτησε ο νυν Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Δημήτριος, ο οποίος ανέλυσε τη σύγχρονη κατάσταση και ακμή των Ελλήνων Ορθοδόξων των ΗΠΑ. Μάλιστα τόνισε ότι η παρούσα κατάσταση της Εκκλησίας της Αμερικής οφείλεται εν πολλοίς  στο ανανεωτικό και οργανωτικό έργο του Μιχαήλ, ο οποίος έθεσε τα θεμέλια της συγχρόνου οργάνωσης και διοίκησης της Αρχιεπισκοπής Αμερικής. Το συνέδριο χαιρέτησε ο Κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου και ο Πρόεδρος του Τμήματος Θεολογίας καθηγητής Παναγιώτης Σκαλτσής, ο οποίος εκφώνησε και εορταστική Ομιλία με θέμα «Η εορτή της Ινδίκτου στο Οικουμενικό Πατριαρχείο»

Στη συνέχεια στην πρώτη συνεδρία παρουσιάσθηκαν οι δύο πρώτες εισηγήσεις του Συνεδρίου από τον διδάκτορα π. Μακάριο Νιάκαρο και την υποψήφια διδάκτορα κ. Μαρία Παπουτσή. Ο π. Μακάριος ανέλυσε τη δράση και το έργο του Μιχαήλ με επίκεντρο τον σεβασμό και τη συνεχή διακονία του στον Οικουμενικό Θρόνο. Η κ. Μαρία Παπουτσή παρουσίασε το οικονομικό πρόγραμμα του Μιχαήλ, το οποίο αποτέλεσε το εργαλείο του ποιμαντικού και εθνικού του έργου καθώς και το θεμέλιο για την οικονομική ευημερία της Εκκλησίας της Αμερικής.

Πόλη_478

Η συνεδρίαση περατώθηκε με παρέμβαση του Αρχιεπισκόπου Αμερικής κ. Δημητρίου, ο οποίος έπλεξε το εγκώμιο του Μιχαήλ και επιβεβαίωσε το περιεχόμενο των δύο εισηγητών με παραδείγματα και στατιστικά στοιχεία από τη σύγχρονη πραγματικότητα της Αμερικής. Τέλος ο Οικουμενικός Πατριάρχης παρέθεσε δείπνο προς τιμή των συνέδρων στην τράπεζα της Ιεράς Θεολογικής Σχολής της Χάλκης.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Η πρώτη μέρα του Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου με θέμα: «Ο αρχιεπίσκοπος Αμερικής Μιχαήλ Κωνσταντινίδης»

Ο χαιρετισμός του Προέδρου του Τμήματος Θεολογίας Α.Π.Θ. Καθηγητή Παναγιώτη Σκαλτσή στο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα: «Ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Μιχαήλ Κωνσταντινίδης. Η προσφορά του στην Εκκλησία, το Γένος και τον Ελληνισμό» που γίνεται στη Χάλκη

Πόλη_540

Εορτή της Ινδίκτου σήμερα και ημέρα προσευχής υπέρ προστασίας του Φυσικού Περιβάλλοντος. «Η Αγία του Χριστού Μεγάλη Εκκλησία προέβαλε – όπως τονίζετε στο επίκαιρο μήνυμά σας Παναγιώτατε – και προβάλλει το οικοφιλικόν δυναμικόν της Ορθοδόξου ημών πίστεως, αναδεικνύουσα την ευχαριστιακήν χρήσιν της κτίσεως, την λειτουργίαν του πιστού ως «ιερέως» της Δημιουργίας, ο οποίος αδιαλείπτως αναφέρει αυτήν εις τον Κτίστην των απάντων, και την ανυπέρβλητον αξίαν του ασκητικού πνεύματος, ως αντιδότου κατά του σύγχρονου ευδαιμονισμού».

Στο εόρτιο και πανηγυρικό κλίμα της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας επί τη ενάρξει και ευλογία του νέου Εκκλησιαστικού έτους εντάσσεται και το παρόν Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο, με θέμα «Ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Μιχαήλ Κωνσταντινίδης: Η προσφορά του στην Εκκλησία, το Γένος και τον Ελληνισμό».

Το Συνέδριο αυτό διοργανώνεται από τον Τομέα Εκκλησιαστικής Ιστορίας, Χριστιανικής Γραμματείας, Αρχαιολογίας και Τέχνης του Τμήματος Θεολογίας, υπο την αιγίδα του Οικομενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου.

Πόλη_423

Ο Διευθυντής του ως άνω Τομέα καθηγητής κ. Χρήστος Αραμπατζής, ο Διευθυντής του Πατριαρχικού Ιδρύματος Πατερικών μελετών καθηγητής κ. Συμεών Πασχαλίδης, και άλλοι εκλεκτοί συνάδελφοι από την Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης, με προεστώτα τον Κοσμήτορά μας και Άρχοντα του Οικουμενικού Πατριαρχείου κ. Μιλτιάδη Κωνσταντίνου, αλλά και φοιτητές της ίδιας Σχολής, με ενδιαφέρον για την επιστήμη της Θεολογίας και την ζωή της Εκκλησίας, συναντώμεθα σήμερα και αύριο στον ιστορικό, ιερό και πανέμορφο χώρο της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, υπό τις ευλογίες σας Παναγιώτατε, προκειμένου να ακούσουμε λόγον επιστημονικόν και να συζητήσουμε για μια ξεχωριστή προσωπικότητα του Οικουμενικού Θρόνου, τον μακαριστόν Αρχιεπίσκοπον Αμερικής κυρό Μιχαήλ Κωνσταντινίδη.

Η Εκκλησία, η Θεολογία και η σύγχρονη κοινωνία του οφείλουν πολλά. Όπως σημειώνεται στον Πρόλογο της με Άριστα βαθμολογηθείσης Διδακτορικής Διατριβής του Πανοσιολογιωτάτου Αρχιμανδρίτου κυρίου Μακαρίου Νιάκαρου «Ο Μιχαήλ παρά την σύντομη ποιμαντορία του στην Αμερική, αποτιμάται ως ένας από τους πρωταγωνιστές της Ιστορίας της Ελληνικής Ορθόδοξης Αρχιεπισκοπής, καθώς καθιέρωσε νέους θεσμούς στην λειτουργία της Αρχιεπισκοπής που επιβιώνουν μέχρι σήμερα, και ενδυνάμωσε την ορθόδοξη και ελληνική παιδεία στους κόλπους της ομογένειας. Ο κυρός Μιχαήλ αποτέλεσε πρότυπο Ιεράρχη και συνέβαλε σημαντικά στην ανάπτυξη και αναγνώριση της Ορθόδοξης Εκκλησίας στον τότε δυτικό κόσμο».

Πόλη_436

Οι εκλεκτοί ομιλητές στο διήμερο αυτό θα έχουν την ευκαιρία και δυνατότητα να επιβεβαιώσουν όλα αυτά με τον πλέον εύστοχο και τεκμηριωμένο λόγο. Με τις σκέψεις αυτές χαιρετίζω, ως Πρόεδρος του Τμήματος Θεολογίας, το παρόν συνέδριο και εύχομαι πλήρη ευόδωση των στοχεύσεών του. Εύχομαι επίσης εκ βάθους καρδίας, Παναγιώτατε, να είναι πολλά τα έτη σας και το συντομότερο δυνατόν να χαρείτε την δικαίωση των αγώνων σας και την εκπλήρωση των προσδοκιών σας, όσον αφορά στο άνοιγμα της παλαιφάτου και γεραράς Θεολογικής Σχολής της Χάλκης. Οι αίθουσές της και γενικότερα ο χώρος αυτός να γεμίσει από νέους ανθρώπους – φοιτητές της Θεολογικής Επιστήμης και μελλοντικά στελέχη του Οικουμενικού μας Πατριαρχείου.

Σας ευχαριστώ.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ο χαιρετισμός του Προέδρου του Τμήματος Θεολογίας Α.Π.Θ. Καθηγητή Παναγιώτη Σκαλτσή στο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα: «Ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Μιχαήλ Κωνσταντινίδης. Η προσφορά του στην Εκκλησία, το Γένος και τον Ελληνισμό» που γίνεται στη Χάλκη

Παναγιώτης Σκαλτσής, Ἡ ἀρχή τῆς Ἰνδίκτου στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο

Πόλη_425

Ο εορταστικός λόγος του Προέδρου του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ που εκφωνήθηκε στην Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης

Ἡ Ἴνδικτος (ἀπό τή λατινική λέξη Indictio=ἔνδειξη, ὁρισμός, μήνυμα, κήρυξη, ἐπαγγελία, διάγγελμα, διάταγμα) πρίν ἐξελιχθεῖ σέ ἑορτολογικό γεγονός ἀναφερόμενο στήν ἔναρξη καί τόν διά τοῦ Χριστοῦ ἁγιασμό τοῦ νέου ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους σήμαινε τήν ἀρχή τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους καί τῆς ἀνά δεκαπενταετία προσδιοριζόμενης φορολογικῆς πολιτικῆς τῶν Ρωμαίων. «Ἴνδικτον -γράφει τό Βασιλειανό Μηνολόγιο- λέγουσιν οἱ Ρωμαῖοι τήν ἀρχήν καί τόν ὁρισμόν»[1]. Στήν ἀρχή δηλαδή κάθε δεκαπενταετίας, ἀπό τήν ἐποχή τοῦ αὐτοκράτορος Ἀδριανοῦ (117-138), καθοριζόταν καί τό ποσό πού κάθε πολίτης ἔπρεπε νά πληρώσει ὡς φόρο γῆς στό ρωμαϊκό κράτος γιά τή συντήρηση τῶν στρατιωτῶν, τῶν ὁποίων ἡ θητεία διαρκοῦσε δεκαπέντε ἔτη. «Ἐπικρατεῖ ἡ ἄποψη – σημειώνει ὁ Πετάβιος- ὅτι οἱ Ἰνδικτιῶνες δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά εἰσφορές προϊόντων καί σορός χρημάτων τῶν ὁποίων ὁ κανόνας ‘ἐνεδεικνύετο’ (indicebatur) κάθε χρόνο»[2].

Ἡ Ἴνδικτος ἢ Ἰνδικτιὼν ταυτίζεται, μέ τόν ἑλληνικό ὅρο Ἐπινέμησις ἢ Ἐπινέμεσις[3] πού σημαίνει μερισμό τόσο τοῦ χρόνου[4] ὅσο καί τοῦ ποσοῦ τοῦ φόρου ἀνάλογα βεβαίως μέ τήν ἐτήσια καρποφορία καί σοδιά[5]. Ὁ ἐν λόγῳ κύκλος τῆς Ἰνδικτιῶνος πού περιλαμβάνει τή δεκαπενταετία, ἀλλά καί καθ’ ἕνα ἀπό τά ἔτη αὐτῆς τῆς περιόδου (α” Ἰνδικτιών: α’ ἔτος ἡ β” ἔτος κ.λπ. τῆς τρεχούσης Ἰνδικτιῶνος), ἀξιοποιήθηκε καί ὡς ὅριο – κριτήριο χρονολόγησης διαφόρων γεγονότων καί ἐγγράφων στή Ρώμη, τήν Κωνσταντινούπολη, ἀλλά καί τήν Αἴγυπτο[6]. Θεωρήθηκε ἐπίσης ἀπό τήν ἔναρξη τῆς Βυζαντινῆς περιόδου καί ὡς ἀρχή τοῦ νέου ἔτους.

Ἡ ἐξέλιξη αὐτή μαρτυρεῖται γιά πρώτη φορά ἀπό τό Σεπτέμβριο τοῦ 312, ἐπί Μεγάλου Κωνσταντίνου. Καί τοῦτο προφανῶς διότι ἕως τήν ἐποχή ἐκείνη, κατά τό Ἰουλιανό ἡμερολόγιο, ἡ ἡμερομηνία αὐτή ταυτιζόμενη μέ τή φθινοπωρινή ἰσημερία ἐθεωρεϊτο ὡς πρώτη τοῦ ἔτους. Ἀπό τό ἔτος 313 μ.Χ. «μετατέθηκε στήν 23η Σεπτεμβρίου, γενέθλιο ἡμέρα τοῦ Ὀκτωβιανοῦ Αὐγούστου. Ἀπό τό ἔτος 462 μ.Χ. ἡ πρωτοχρονιά μετατέθηκε στήν 1η Σεπτεμβρίου γιά νά συμπίπτει ἡ ἀρχή τοῦ ἔτους μέ τήν ἀρχή τοῦ μηνός (Ἴνδικτος)»[7].

1) Βλέπουμε λοιπόν ότι ἡ Ἰνδικτιών ἀπό ἀφετηρία γιά τά φορολογικά τῶν Ρωμαίων εἶχε καί ἡμερολογιακό ἐνδιαφέρον ταυτιζόμενη μέ τήν ἀρχή τοῦ νέου ἔτους καί ἑορταζόταν μέ ἰλαστήριες πρός τούς θεούς τελετές καί θυσίες. «Τήν ἀρχήν τῆς Ἰνδίκτου ἤτοι τοῦ νέου ἔτους – σημειώνεται σέ παλαιό κείμενο – ἀπό τοῦ μηνός Σεπτεμβρίου ἤδη ἀπό τῶν χρόνων τοῦ Μ. Κωνσταντίνου καθώρισαν οἱ Ἕλληνες»[8].

Ἡ ὡς ἄνω περί τήν Ἴνδικτο σημειολογία καί παράδοση καταγράφεται καί στό Βασιλειανό Μηνολόγιο (τέλος 10ου αἰ.) ὅπου γίνεται λόγος γιά τήν Ἴνδικτο ὡς ἑορτή τῆς Ἐκκλησίας. «Τήν Ἴνδικτον ἑορτάζει ἡ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησία, ἀπό τῶν ἀρχαίων παραλαβοῦσα, διά τό νομίζεσθαι ἀρχήν εἶναι τοῦ χρόνου ἀπό ταύτης τῆς ἡμέρας, ἐπειδή ἴνδικτον λέγουσιν οἱ Ῥωμαῖοι τήν ἀρχήν καί τὀν ὁρισμόν. Ἔστιν οὖν καί ἡ πρώτη ἡμέρα τοῦ Σεπτεμβρίου μηνός ὁρισμός καί ἀρχή τοῦ ὅλου ἔτους»[9].

Ἡ ἀναφορά αὐτή τοῦ Βασιλειανοῦ Μηνολογίου, ὅτι ἡ Ἐκκλησία παρέλαβε τήν ἑορτή τῆς Ἰνδίκτου «ἀπό τῶν ἀρχαίων» δείχνει τήν παλαιότητά της. Κατά μίαν ἄποψη ἡ ἑορτή ἀνάγεται στόν τέταρτο[10] ἢ στόν πέμπτο μ.Χ. αἰώνα, κάτι πού ἀπό ἄλλους κρίνεται ὡς ἀνιστόρητο[11]. Τό ὡς ἄνω Μηνολόγιο  (Συναξάριο) ἀναφέρεται προφανῶς στήν ἀφετηρία  τῆς ἑορτῆς καί τίς ἐκ προχριστιανικῶν ἐθίμων καταβολές της.

Πόλη_238

Οἱ Ρωμαῖοι π.χ. κατά τόν ἱερό Φώτιο ἐτέλουν «ὡς καθ’ἑκάστην ἀρχήν ἐνιαυτοῦ – καί ἰδιαίτερα κατά τόν μήνα Σεπτέμβριο – ἰδιαζούσας τε θυσίας καί τελετάς, τιμῶντες καί ἰλασκόμενοι οὕς ἐνόμιζον αὐτοί θεούς»[12]. Ὁ ἰλαστήριος ἐπίσης χαρακτήρας Ἰουδαϊκῶν ἑορτῶν πού ἑορτάζονταν κατά τόν ἕβδομο μήνα (Tisri) τοῦ ἔτους, ὅπως π.χ. τοῦ Ἐξιλασμοῦ (Kipurim)[13] καί τῆς Σκηνοπηγίας[14] σέ συνδυασμό μέ τήν κατά τή δεύτερη συγκομιδή «τῶν κατά τό ἔαρ βλαστησάντων καρπῶν»[15] ἔχουν ἐπηρεάσει τυπολογικά καί ἱστορικά τήν διαμόρφωση τῆς ἑορτῆς τῆς Ἰνδίκτου κατά τόν μῆνα Σεπτέμβριο, περίοδο κατά τήν ὁποίαν, ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης γίνεται ἡ φθινοπωρινή ἰσημερία, ὁ ἀέρας καί ἡ ἀτμόσφαιρα εἶναι μετριόθερμος. Γεωργεῖται ἡ γῆ καί ἀρχίζουν νά γίνωνται οἱ βροχές «ἵνα δι’αὐτῶν ἁπαλυνθεῖ ἡ ὑπό τοῦ προλαβόντος θέρους σκληρυνθεῖσα γῆ. Καί ἀκολούθως γένῃ ἐπιτηδεία εἰς τό νά γεωργηθῇ καλῶς, καί νά συλλάβῃ καί νά θρέψῃ τά ἐγκαταβληθέντα εἰς αὐτήν σπέρματα» [16].

Δέν ἀποκλείεται ἐπίσης μέ τήν ἐπισήμανση ὅτι ἡ Ἐκκλησία παρέλαβε τήν ἑορτή «ἀπό τῶν ἀρχαίων», νά ἀναδεικνύεται ὁ συσχετισμός τῆς Ἰνδίκτου μέ τό γεγονός τῆς μετά τούς πειρασμούς στήν ἔρημο ἐπιστροφῆς τοῦ Ἰησοῦ στή Ναζαρέτ, ὅπου «εἰσῆλθε κατά τό εἰωθός αὐτῷ ἐν ἡμέρᾳ τῶν σαββάτων εἰς τήν συναγωγήν καί ἀνέστη ἀναγνῶναι»[17].

Τό σχετικό ἀνάγνωσμα εἶναι ἀπό τὀν προφήτη Ἠσαΐα. Ἀναφέρεται δέ στό ἀπολυτρωτικό ἔργο τοῦ Χριστοῦ καί στήν ἐκ μέρους Του ἀναγγελία ἔναρξης τῆς νέας περιόδου κατά τήν ὁποίαν «πραγματοποιεῖται ὑπό τοῦ Μεσσίου ἡ περί τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων βουλή τοῦ Θεοῦ»[18]. Στή συναξαρική παράδοση τό περιστατικό αὐτό ἑρμηνεύθηκε ὡς ἀπό τό Χριστό ἐπευλογία τοῦ χρόνου καί θεωρήθηκε ὡς ἀρχή μίας νέας ἑορτῆς πού ὁ ἴδιος ὁ Κύριος χάρισε στήν Ἐκκλησία· «Ἐπεί δέ Χριστός ὁ Θεός ἡμῶν βουληθείς ἐπευλογῆσαι τήν ἀρχήν τοῦ χρόνου, μᾶλλον δέ ὅλον τὀν χρόνον, ὃν αὐτός πρό τῶν αἰώνων ἐποίησεν, εἰσῆλθεν εἰς τήν συναγωγήν τῶν Ἰουδαίωνκαί ἐπεδόθη αὐτῷ βιβλίον Ἠσαΐου τοῦ προφήτου. Καί ἀνοίξας αὐτό, εὗρε τόν τόπον ὅπου ἦν γεγραμμένον∙ ‘Πνεῦμα Κυρίου ἐπ’ ἐμέ, οὗ εἵνεκεν ἔχρισέ με∙ εὐαγγελίσασθαι πτωχοῖς ἀπέσταλκέ με∙ κηρύξαι αἰχμαλώτοις ἄφεσιν καί τυφλοῖς ἀνάβλεψιν∙ καλέσαι ἐνιαυτόν Κυρίου δεκτόν’ (Ἠσ. 61, 1-2). Καί ἀποδοὺς τό βιβλίον τῷ ὑπηρέτῃ, ἐκάθισεν. Ἔκτοτε ἐχαρίσατο ἡμῖν τοῖς χριστιανοῖς τήν ἁγίαν ἑορτήν ταύτην, ἣν καί προθύμως ἑορτάζοντες εὐχαριστοῦμεν αὐτῷ»[19].

Τήν ἴδια προσέγγιση βρίσκουμε καί στό Συναξάριο τῆς Κωνσταντινουπόλεως (10ου αἰ.) ὅπου προστίθεται καί τό στοιχεῖο τῆς σύνδεσης τῆς Ἰνδίκτου καί τῆς «κατ’ ἐνιαυτόν» ἀπόδοσης τῶν φόρων μέ τό περιστατικό τῆς ἀπό τόν Αὔγουστο Καίσαρα ἀπογραφῆς ὅλης τῆς οἰκουμένης[20]. Αὐτήν βεβαίως τήν περίοδο κατά τήν ὁποία ὅλοι ἔπρεπε νά ἐγγραφοῦν στούς δημόσιους φορολογικούς καταλόγους γεννήθηκε ὁ Χριστός[21], ἕνα γεγονός πού ἄλλαξε τόν ροῦ τῆς ἱστορίας καί σήμανε τήν ἀρχή τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, τῆς νέας δημιουργίας[22] καί τοῦ ἁγιασμοῦ ὅλης τῆς οἰκουμένης∙ «Ἔλαχε δέ τήν τοιαύτην κλῆσιν ἀπό Αὐγούστου Καίσαρος, ὃς τῆς βασιλείας ἀπό τούτου καταρξάμενος καί τήν ἀπογραφήν ὅλης τῆς οἰκουμένης ποιούμενος ὡρίσατο τούς κατ’ἐνιαυτόν φόρους πᾶσι τοῖς αὐτῷ ὑποτελέσι. Διά ταῦτα ἡ Ἐκκλησία εὐσεβέστερον παραλαβοῦσα κατά παράδοσιν, ὡς ἐναπογραφόμενον σχοῦσα κατά ταύτην διά τήν ἐνανθρώπησιν καί τόν Κύριον, ἑορτάζει τήν πρώτην ταύτην, δι’ αὐτῆς ὅλον ἁγιάζουσα καί ἐπευλογοῦσα τόν ἐνιαυτόν. Ἐν γάρ ταύτῃ τῇ ἡμέρᾳ ὁ Κύριος εἰσελθών εἰς τήν συναγωγήν τῶν Ἰουδαίων καί λαβών βιβλίον Ἠσαΐου τοῦ προφήτου, ἀναπτύξας αὐτό εὗρεν οὕτως∙ «Πνεῦμα Κυρίου ἐπ’ ἐμέ, οὗ εἵνεκεν ἔχρισέ με∙ εὐαγγελίσασθαι πτωχοῖς ἀπέσταλκέ με∙ κηρῦξαι ἐνιαυτόν Κυρίου δεκτόν’ (Ἡσ. 61,1-2). Ἔκτοτε οὖν παραλαβοῦσα ἡ ἡμέρα αὕτη παρά τοῦ πάντων δημιουργοῦ,  τοῦ ἀεί ὄντος καί εὐλογοῦντος τά σύμπαντα καί συνέχοντος, ἑορτάζεται παρά πασῶν τῶν ἐκκλησιῶν εἰς δόξαν αὐτοῦ»[23].

Τήν παράδοση αὐτή ἀνακεφαλαιώνει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ὁ ὁποῖος μνημονεύει τρεῖς λόγους γιά τούς ὁποίους ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει τήν Ἰνδικτιῶνα: α) «Ἐπειδή καί αὐτή εἶναι ἀρχή τοῦ χρόνου», β) «Ἐπειδή καί κατά τήν σημερινήν ἡμέραν, ἐπῆγεν ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός μέσα εἰς τήν Συναγωγήν τῶν Ἰουδαίων, καί ἐδόθη εἰς αυτόν τό βιβλίον τοῦ Προφήτου Ἡσαΐου …» γ) «ἵνα διά μέσου τῆς ὑμνωδίας καί ἱκεσίας, ὅπου προσφέρομεν εἰς τὀν Θεόν ἐν τῇ ἑορτῇ ταύτῃ, γένῃ ὁ Θεός ἵλεως εἰς ἡμᾶς, καί εὐλογήσῃ τόν νέον χρόνον, καί χαρίσῃ τοῦτον εἰς ἡμᾶς εὐτυχῆ καί γεμᾶτον ἀπό ὅλα τά σωματικά ἀγαθά. Καί ἵνα φωτίσῃ τάς διανοίας μας, εἰς τό νά περάσωμεν ὅλον τὀν χρόνον καθαρῶς καί μέ ἀγαθήν συνείδησιν, καί εἰς τό νά εὐαρεστήσωμεν τῷ Θεῷ, μέ τήν φύλαξιν τῶν ἑντολῶν του. Καί οὕτω νά τύχωμεν τῶν ἐν οὐρανοῖς αἰωνίων ἀγαθῶν» [24].

Πόλη_104

2) Ὅσον ἀφορᾶ τώρα τό λειτουργικό καί ἑορτολογικό περιεχόμενο τῆς ἐν λόγω ἑορτῆς μέ τίς τόσο βαθιές μέσα στήν ἱστορία ρίζες, παρατηροῦμε τά ἑξῆς:

α) Οἱ πρῶτες μαρτυρίες γιά τή λειτουργική συγκρότηση τῆς Ἰνδίκτου δέν εἶναι παλαιότερες τοῦ 8ου μ.Χ. αἰ. Ἡ ἀναζήτηση ἀνάλογων πληροφοριῶν στά δύο περί τῆς ἀρχῆς τῆς Ἰνδίκτου κείμενα τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου δέν προσφέρει τίποτε στήν ἔρευνα, ἀφ’ ἑνός μέν διότι εἶναι ψευδεπίγραφα, ἀφ’ ἑτέρου δέ διότι κινοῦνται καθαρά σέ πνευματικό ἐπίπεδο. Γίνεται δηλαδή λόγος περισσότερο γιά τή σπουδαιότητα πού ἀποκτᾶ ἡ ἀρχή τοῦ νέου ἐνιαυτοῦ μέ τόν ἑορτασμό τῶν καλλινίκων μαρτύρων∙ «ἔδει τόν κύκλον τοῦ ἔτους τῷ τῶν μαρτύρων κοσμηθῆναι στεφάνῳΑὐτοί γάρ εἰσι πάσης εὐφροσύνης τῷ γένει παραίτιοι οἱ γενναῖοι τοῦ Χριστοῦ στρατιῶται»[25]. Γίνεται ἐπίσης ἰδιαίτερα λόγος γιά τά τοῦ Χριστοῦ καί Θεοῦ θαύματα, τά ὁποῖα «διά τήν ἐμήν σωτηρίαν ἄνθρωπος γεγονώς ἐξετέλεσεν»[26].

Μένουμε λοιπόν ἔτσι στόν 8ο αἰ. καί στήν πρώτη μαρτυρία περί τοῦ εὐαγγελικοῦ ἀναγνώσματος τῆς ἑορτῆς πού μᾶς διασώζει ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης (τέλη 8ου-ἀρχές 9ου αἰ.). Στήν 24η Κατήχησή του γράφει συγκεκριμένα∙ «Ἀδελφοί καί πατέρες, ἀρχή τοῦ ἐνιαυτοῦ εἰσελήληθεν ἤδη, ἐν ᾖ Εὐαγγέλιόν ἐστιν ἀναγινωσκόμενον ἐν τούτοις‘Πνεῦμα Κυρίου ἐπ’ ἐμέ, οὗ εἴνεκεν ἔχρισέ με, εὐαγγελίσασθαι πτωχοῖς ἀπέσταλκέ με, ἰάσασθαι τούς συντετριμμένους τήν καρδίαν, κηρῦξαι αἰχμαλώτοις ἐν ἀφέσει, κηρῦξαι ἐνιαυτόν δεκτόν’ (Λουκ. 4, 18-19)»[27]. Ὁ ἅγιος Θεόδωρος καταγράφει προφανῶς μία παράδοση. Ἐάν λάβουμε ὐπ’ ὅψιν ὅτι τό σύστημα τῶν ἀναγνωσμάτων διαμορφώθηκε ἀπό τον 5ο-7ο μ.Χ. αἰ., δέν ἀποκλείεται ἡ συγκεκριμένη περικοπή νά εἶχε ἐνταχθεῖ στήν ἑορτή τῆς Ἰνδίκτου κατά τή διάρκεια αὐτῆς τῆς περιόδου. Τό Εὐαγγέλιο τοῦ Λουκᾶ ἄλλωστε ἀναγινώσκεται ἀπό τά μέσα Σεπτεμβρίου καί εἶναι ταυτισμένο μέ τό «νέον ἔτος» τό ὁποῖο ἀρχικά, ὅπως εἴδαμε, ξεκινοῦσε ἀπό τήν 23η Σεπτεμβρίου[28].

Ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης μᾶς δίδει καί μίαν ἄλλη ἐνδιαφέρουσα πληροφορία περί κοινοῦ μνημοσύνου, τήν ἡμέρα τῆς Ἰνδίκτου, ὅλων τῶν κεκοιμημένων, ὅπως ἀκριβῶς γίνεται καί κατά τήν ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς[29]. Συνήθεια τῶν Στουδιτῶν ἐπίσης ἦταν κατ’ ἔτος νά ἀγοράζει ὁ καθένας, ἀνάλογα μέ τίς δυνατότητές του, ἐντάφια γιά τήν κήδευση «τῶν ἀπρονοήτων σκηνωμάτων, εἴτ΄ οὖν νενεκρωμένων, καί ἐκ πενίας ἢ ἐκ ξενιτείας μή ἐχόντων πῶς ἐκκομίζεσθαι  καί ἐνθάπτεσθαι ἐν ταύτῃ τῇ βασιλευούσῃ τῶν πόλεων»[30]. Κήδευαν, δηλαδή, δωρεάν ὅσους πέθαιναν καί ἦταν φτωχοί ἢ ἀπό ξένη περιοχή καί δέν εἶχαν κανένα νά ἐνδιαφερθεῖ γιά τίς ἐπιθανάτιες φροντίδες των. Τό νεκρικό αὐτό στοιχεῖο πέρασε καί σέ μεταγενέστερες σχετικές μέ τήν Ἴνδικτο εὐχές, δεῖγμα τῆς ἐπίδρασης τῆς Στουδιτικῆς παράδοσης στή διαμόρφωση καί τό περιεχόμενο τῆς ἐν λόγω ἑορτῆς.

β) Στο Συναξάριο τῆς Κωνσταντινουπόλεως (10ος αἰ.) καταγράφονται ὅλα τά δεδομένα πού χαρακτηρίζουν τήν ἐν λόγῳ ἑορτή ὡς Δεσποτική, Θεομητορική, ἀλλά καί ἁγιολογική. Ἐκτός δηλαδή ἀπό τή μνήμη τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ στή Συναγωγή καί τόν ἁγιασμό τοῦ ὅλου ἐνιαυτοῦ, τιμῶνται καί πολλοί ἅγιοι, ὅπως π.χ. Συμεών ὁ Στυλίτης[31], οἱ τεσσαράκοντα γυναῖκες, παρθένες, ἀσκήτριες καί μάρτυρες, οἱ ἅγιοι μάρτυρες Ἀγαθοκλεία, Καλλίστη, Ἑρμογένης καί Εὔοδος, ἡ ἀνάβλεψη τοῦ ἁγίου Παύλου τοῦ ἀποστόλου, ἡ κοίμηση Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ, ἡ ανάμνηση τοῦ κατά παραχώρησιν Θεοῦ ἐπιγενομένου ἐμπρησμοῦ τό ἔτος 462, ἐπί βασιλείας Λέοντος τοῦ Μεγάλου[32] καί τέλος ἡ μνήμη τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου τῶν Μιασηνῶν. «Αὕτη τελεῖται διά τήν παραδοξοποιόν καί ἁγίαν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, τήν ἐν τῇ λίμνῃ μέν τῆς Γαζουροῦ διά τόν φόβον τῶν εἰκονομάχων ἐμβληθεῖσαν καί μετά πολύν χρόνον ἄσπιλον ἀναδοθεῖσαν, μονῇ δέ τῶν Μιασηνῶν ἀνατεθειμένην. Τελεῖται δέ ἡ αὐτῆς σύναξις ἐν τοῖς Χαλκοπρατείοις καί ἐν τοῖς Οὐρβικίου»[33]. Ἡ ἄποψή μας ὅτι ἡ Ἴνδικτος ἔχει αὐτόν τόν γενικότερο χαρακτήρα ἐνισχύεται καί ἀπό τό ὅτι στήν ὑμνογραφία της, ἡ ὁποία μεταγενέστερα ἐμπλουτίσθηκε μέ θεολογικότατους κανόνες καί ἄλλα τροπάρια, συμπλέκονται ἀρκετές φορές τόσο τό περιεχόμενο τῆς κύριας ἑορτῆς, ὅσο καί γεγονότα ἀπό τή ζωή ὁρισμένων ἁγίων.

Πόλη_438

γ) Κάνει ἐντύπωση τό ὅτι στό Περί Βασιλείου Τάξεως ἔργο τοῦ Κωνσταντίνου τοῦ Πορφυρογεννήτου (10ος αἰ.) δέν γίνεται καμμία ἀναφορά στήν Ἴνδικτο. Τό κενό αὐτό ἀναπληρώνεται ἀπό τίς μαρτυρίες μεταγενεστέρων πηγῶν, ὅπως π.χ. Γερμανοῦ Κων/λεως τοῦ Β΄ (13ος αἰ.), ὁ ὁποῖος μιλᾶ γιά τό ἔθος τοῦ «διά πομπῆς ἱερᾶς καί φιλοθέως» καθαγιασμοῦ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἔτους[34]. Ὁ ἐν λόγῳ Πατριάρχης μᾶς παραδίδει καί σχετική εὐχή ἡ ὁποία προφανῶς ἦταν ἐνταγμένη στήν τάξη τοῦ ἑορτασμοῦ καί τῶν λιτανευτικῶν δεήσεων τῆς Ἰνδίκτου. Ἡ εὐχή αὐτή ἀναφέρεται στήν οἰκουμενική εἰρήνη, στούς εὐκραεῖς ἀέρας καί τήν εὐλογία τοῦ νέου ἐνιαυτοῦ[35].

Ὁ Γεώργιος ἐπίσης Κωδινός ὁ Κουροπαλάτης (ἀρχές 15ου αἰ.), ὁ ὁποῖος διασώζει τήν τάξη τοῦ παλατίου[36], ἀναφέρει ὅτι «κατά μέν τήν πρώτην τοῦ Σεπτεμβρίου, τοῦ πατριάρχου μετά λιτανείας καί τῶν ἁγίων εἰκόνων εἰς τό πορφυροῦν κιόνιον παραγενομένου, ἐφ’ οὗ ὁ σταυρός ἵσταται, ὃ πάλαι φόρος ἐκαλεῖτο, ἀπέρχεται ὁ βασιλεύς καί ἀκούει τήν κατ’ ἔθος ἐκεῖσε ἐκτελουμένην ἀκολουθίαν. Μετά δέ τήν ἀπόλυσιν ἀπέρχεται αὖθις εἰς τό παλάτιον»[37]. Ἡ ἐν λόγῳ μαρτυρία τοῦ Γεωργίου Κωδινοῦ εἶναι πολύ σημαντική διότι καταγράφει μέ πληρέστερα στοιχεῖα τήν ἐκτός τοῦ Ναοῦ τελετουργία κατά τήν ἑορτή τῆς Ἰνδίκτου. Ἡ πάνδημος αὐτή τελετή ξεκινοῦσε ἀπό τή Μεγάλη Ἐκκλησία μετά τον Ὄρθρο καί κατέληγε στο Φόρο, περίλαμπρο χῶρο (ἀγορά) τῆς πόλεως[38].

Ἡ τάξη αὐτή τῆς πρός τό Φόρο ἱερᾶς πομπῆς, τῶν ἰλαστηρίων εὐχῶν καί τῶν μετά εἰκόνων δημοτελῶν λιτανειῶν, γιά τήν ὁποία κάνει λόγο ὁ Γεώργιος Κωδινός καί παλαιότερα οἱ ἱερός Φώτιος καί Γερμανός Β΄, ἀποτυπώνεται στό Ἀσματικό Τυπικό τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας τοῦ 10ου αἰ.[39], «στό ὁποῖο καταγράφηκε ὁ κύκλος τῶν κινητῶν καί ἀκινήτων ἑορτῶν πού τελοῦνταν στό ναό τῆς Ἁγίας Σοφίας»[40]. Στό ἐν λόγῳ Τυπικό, καθοριστικό γιά τή μετέπειτα ἐξέλιξη τοῦ βυζαντινοῦ ἑορτολογίου, μνημονεύονται ὁ ὅσιος Συμεών ὁ Στυλίτης, ἡ σύναξις τῆς ἁγίας Θεοτόκου τῶν Μιασηνῶν, ἡ μνήμη τῶν ἁγίων μ΄ γυναικῶν μαρτύρων ἀσκητριῶν, καί τῶν μαρτύρων Ἀειθαλᾶ καί Ἀμμών… Ἡ μνήμη ἐπίσης τοῦ μεγάλου ἐμπρησμοῦ γενομένου κατά ταύτην τήν βασιλίδα τῶν πόλεων. Ἔτι δέ καί ἡ μνήμη τῶν ἁγίων μαρτύρων Ἀγαθοκλείας, Καλλίστης, Εὐόδου καί Ἑρμογένους. Καί φυσικά ἡ Ἀκολουθία τῆς Ἰνδίκτου μέ τά νενομισμένα Βιβλικά Ἀναγνώσματα, Θεομητορικά τροπάρια, καί τό μοναδικό τροπάριο τῆς Ἰνδίκτου κατά τήν ἐποχή ἐκείνη «Ὁ πάσης δημιουργός τῆς κτίσεως, ὁ καιρούς καί χρόνους ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ θέμενος, εὐλόγησον τον στέφανον τοῦ ἐνιαυτοῦ τῆς χρηστότητός σου, Κύριε…», τό ὁποῖο ψαλλόταν ὡς εἰσοδικό στή θεία Λειτουργία καί σήμερα μᾶς εἶναι γνωστό ὡς τό Ἀπολυτίκιο τῆς ἐν λόγῳ ἑορτῆς.

Εἶναι σαφές, ὅτι τό Θεομητορικό στοιχεῖο εἶναι πιό ἔντονο, δεδομένου ὅτι ὑπῆρχε σύναξη ἐν τοῖς Χαλκοπρατείοις πρός τιμήν τῆς Παναγίας τῶν Μιασηνῶν καί σύναξη ἐπίσης καί μεγάλη πανήγυρη στό Ναό τῆς Θεοτόκου τῶν Οὐρβικίου «διά τό εἶναι τά ἐγκαίνια τῆς ἐκεῖσε ἐκλησίας»[41]. Ἡ μνήμη τῶν ἁγίων ἐτελεῖτο στή Μεγάλη Ἐκκλησία κατά τή διάρκεια παννυχίδος, ἡ ἀνάμνηση δέ τοῦ ἐμπρησμοῦ καί τῆς Ἰνδίκτου ἐν τῷ Φόρῳ[42]. Ἀπό τά συμφραζόμενα τῶν ὕμνων καί ἀπό τίς πληροφορίες τοῦ Γεωργίου Κωδινοῦ τοῦ Κουροπαλάτη περί λιτανείας στό πορφυροῦν κιόνιον στό Φόρο μετά τή θεία Λειτουργία διαφαίνεται πώς σκοπός αὐτῆς τῆς τελετῆς καί γενικότερα τῆς Ἀκολουθίας τῆς Ἰνδίκτου ἦταν ἡ εὐλογία καί ὁ ἁγιασμός τοῦ νέου ἐνιαυτοῦ τῆς χρηστότητος τοῦ Κυρίου. Προηγουμένως, γράφει ὁ Μανουήλ Γεδεών, ἀνεγίνωσκον, «εὐχήν πρός εὐφορίαν καρπῶν καί πρός εὐδίαν τοῦ τήν Ἐκκλησίαν ἢ τήν βασίλειον αὐλήν χειμάζοντος κλύδωνος» [43].

3) Σταθμό στήν ἱστορία τοῦ τελετουργικοῦ στοιχείου τῆς Ἰνδίκτου, προστάδιο θά λέγαμε τῆς σημερινῆς Πράξης κατά τήν τελετή τῆς Ἰνδίκτου ἐν τῷ Οἰκουμενικῷ Πατριαρχείῳ εἶναι δύο πολύ ἀξιόλογες Πατριαρχικές εὐχές τῆς Παλαιολογείου ἐποχῆς.

α) Ἡ πρώτη φέρει τόν τίτλο «Εὐχή εἰς τήν ἀρχήν τῆς Ἰνδίκτου, ἤτοι τοῦ νέου ἔτους, ποιηθεῖσα παρά Ἀθανασίου τοῦ ἁγιωτάτου καί Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου». Γράφτηκε στά τέλη τῆς ΙΓ΄ ἑκατονταετηρίδος, μαρτυρεῖται στόν Λαυριωτικό κώδικα Θ88, φ.207 καί ἀπό τά ἔντυπα Εὐχολόγια δημοσιεύθηκε στό ὑπό τοῦ Νικολάου Παπαδοπούλου ἐκδοθέν ἐν Ἀθήναις τό ἔτος 1928[44]. Εἶναι ἐκτενέστατη καί ἐκτός ἀπό τό ἰλαστικοῦ χαρακτήρα περιεχόμενό της, στό τέλος κυρίως ἀναφέρεται στή διαφύλαξη τῆς πόλεως ἀπό κάθε κίνδυνο, στήν εὐλόγηση τοῦ ἐνιαυτοῦ τῆς χρηστότητος τοῦ Κυρίου, στήν ἐπικράτηση εὐκράτου κλίματος, μέ ὄμβρους εἰρηνικούς καί πλούσια καρποφορία στή γῆ.

Ἡ δεύτερη εὐχή εἶναι τοῦ Πατριάρχου Φιλοθέου τοῦ Κοκκίνου. Μαρτυρεῖται καί αὐτή σέ Λαυριωτικούς κώδικες (1265, 1503), δημοσιεύθηκε στήν Ἐκκλησιαστική Ἀλήθεια καί φέρει τόν τίτλο «Εὐχή λεγομένη ἐν τῇ λιτῇ τῆς ἀρχῆς τῆς Ἰνδίκτου· λέγεται δέ καί παρ’ ὅλον τόν Σεπτέμβριον καί κατά τάς ἀρχάς τοῦ Ὀκτωβρίου, λιτῆς γενομένης» [45].

Εἶναι πολύ πιό σύντομη ἀπό τήν προηγούμενη καί μεταξύ τῶν ἄλλων ἀναφέρεται στήν ἄριστη εὐκοσμία καί ἰσότητα στήν κτίση, χάρη πάντοτε τοῦ ἀνθρώπου, στήν εἴσοδο ἀκόμη τοῦ ἐνιαυτοῦ καί τήν εὐλόγησή του, στούς ἀγαθούς ὄμβρους πρός καρποφορίαν, στούς ὑγιεινούς ἀέρες καί εὔκρατους «ἀνθρώποις τε καί κτήνεσι».

β) Ὁ δέκατος ἔνατος αἰώνας εἶναι ἡ περίοδος μέ τίς πλέον σημαντικές πρωτοβουλίες γιά τήν ἀνάδειξη τῆς ἀρχῆς τῆς Ἰνδίκτου ἐν τῷ Πανσέπτῳ Πατριαρχικῷ Ναῷ.

Ὁ Ἰάκωβος ὁ Πρωτοψάλτης συνέδεσε τό ὄνομά του καί μέ τήν δημιουργία ἑνός Κοντακίου τῆς Ἰνδίκτου· «Ὁ τῶν αἰώνων Ποιητής καί Δεσπότης, Θεέ τῶν ὅλων ὑπερούσιε ὄντως, τήν ἐνιαύσιον εὐλόγησον περίοδον…»[46]. Ὁ Οἰκουμενικός ἐπίσης Πατριάρχης Κύριλλος ὁ ΣΤ’ (1813-1818) συνέθεσε καί αὐτός ἄλλο Κοντάκιο τό ἔτος 1813· «Ὁ ἀρρήτῳ σύμπαντα, δημιουργήσας σοφίᾳ καί καιρούς ὁ θέμενος, ἐν τῇ αὐτοῦ ἐξουσίᾳ…»[47]. Κατά τόν Ἡλιουπόλεως δέ Γεννάδιο «ἡ ἀρχαιοτέρα ἐν τοῖς Πατριαρχείοις σωζομένη Πρᾶξις τῆς Ἰνδίκτου εἶναι ἡ ἐπικεκολλημένη ἐν τῷ κώδικι Θ΄ (σελ. 346) τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί φέρουσα χρονολογίαν 1815 γενομένη ἐπί τῆς Πατριαρχείας Κυρίλλου τοῦ Στ’» [48].

Ὁ ἴδιος μάλιστα, σύμφωνα πάλι μέ τόν Ἡλιουπόλεως Γεννάδιο, εἶναι κατά πᾶσαν πιθανότητα καί ὁ συντάκτης τῆς σχετικῆς εὐχῆς πού ἀναγινωσκόταν στό Ναό ἢ κατά τήν λιτή ὅταν αὐτή γινόταν ἐκτός Ναοῦ. Ἰδιαίτερο γνώρισμα τῆς ἐν λόγῳ εὐχῆς εἶναι ὁ συμπιληματικός χαρακτήρας καί ἡ ἰδιαίτερη μνεία στούς κεκοιμημένους[49], κάτι πού ἑρμηνεύθηκε ὡς ἀναφορά στήν παράδοση τῶν Στουδιτῶν πού αὐτή τήν ἡμέρα τιμοῦσαν τούς νεκρούς μέ μνημόσυνα[50].

Σέ μία προσπάθεια δέ νά δώσει ἕνα κείμενο πού νά ἐκφράζει τό περιεχόμενο τῆς Ἀκολουθίας καί τῆς τελετῆς τῆς Ἰνδίκτου, ὁ Γεννάδιος συνέταξε Σχέδιον Πράξεως καί Εὐχῆς μέ βάση παλαιότερες εὐχές καί κείμενα Πατέρων περί τήν ἑορτήν τῆς Ἰνδίκτου. Ἐκφραστικό παράδειγμα τοῦ περιεχομένου τῆς ἐν λόγῳ εὐχῆς εἶναι τοῦτο· «Εὐλόγησον τοῦ ἐνιαυτοῦ τῆς χρηστότητός σου τόν στέφανον καί ἡμᾶς καταξίωσον περαιῶσαι λυσιτελῶς τήν τοῦ χρόνου περίοδον καί ἅπασαν τήν ζωήν ἡμῶν. Γενέσθω ἡμῖν ἡ τοῦ χρόνου ἀρχή τῆς κοινῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς ἀπαρχή. Χάρισαι ἡμῖν εὐκράτους καί ἐπωφελεῖς τούς ἀέρας καί εὔμετρα καί γαληνά τά ὑέτια ὕδατα πρός δαψιλῆ καρποφορίαν τῆς γῆς» [51].

Πόλη_476

Στό σημεῖο αὐτό θά ἦταν παράλειψη νά μήν ἀναφέρουμε καί τή συμβολή τοῦ Πατριάρχου Ἰωακείμ τοῦ Γ’ σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τήν τελετή τῆς Ἰνδίκτου καί τήν σχετική Πράξη, ἡ ἀνάγνωση καί ὑπογραφή τῆς ὁποίας τό 1881, κατά τήν πρώτη Πατριαρχεία του, μετά ἀπό ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου δέν πραγματοποιήθηκε στό Μέγα Συνοδικό, ἀλλά στόν Πατριαρχικό Ναό, μετά καί ἀπό τή σύνταξη σχετικοῦ Τυπικοῦ[52], «Ἀλλά τό Τυπικόν ἐκεῖνο τῆς τελετῆς ἀγνοῶ – γράφει ὁ Μανουήλ Γεδεών – διατί ἔμεινεν ἀνεφάρμοστον» [53]. Μετά τήν παραίτηση τοῦ Ἰωακείμ τοῦ Γ’ (1884) ἐπικράτησε καί πάλι ἡ πρό τοῦ 1881 τάξη, νά γίνεται δηλαδή ἡ σχετική τελετή στόν Πατριαρχικό Οἶκο καί ὄχι στό Ναό. Κατά τή δεύτερη δέ Πατριαρχεία του ἡ Πράξη τῆς Ἰνδίκτου καθιερώθηκε νά ὑπογράφεται ὄχι μόνο ἀπό τούς Συνοδικούς, ἀλλά καί ἀπό τούς ἐν Κωνσταντινουπόλει παρεπιδημοῦντες Μητροπολίτες[54].

γ) Ἡ σημερινή Πανήγυρις τῆς ἑορτῆς τῆς Ἰνδίκτου καί ἡ τελετή ἐπευλόγησης καί ἁγιασμοῦ τοῦ νέου ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους κάθε πρώτη Σεπτεμβρίου φέρει τό μεγαλεῖο καί τόν πνευματικό πλοῦτο τῆς ἱστορίας πολλῶν αἰώνων τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας. Τελεσιουργεῖται μέ κάθε λαμπρότητα, μέ Πατριαρχική καί Ἀρχιερατική Χοροστασία, στόν πάνσεπτον Ἱερόν Πατριαρχικόν Ναόν τοῦ Ἁγίου Γεωργίου ὑπό τήν σκέπην τῆς προστάτιδος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου καί τοῦ Γένους μας Παναγίας τῆς Παμμακαρίστου.

Ἡ ὅλη Ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ, τοῦ Ὄρθρου καί τῆς θείας Λειτουργίας προϋποθέτει τήν κατά σειράν ψαλμωδία τῶν τροπαρίων τῆς Ἰνδίκτου, τῆς Παναγίας τῆς Παμμακαρίστου καί τοῦ Περιβάλλοντος. Ἡ πρώτη, αὐτή πού καταχωρίζεται καί στό Μηναῖο, διαμορφωθεῖσα κατά τόν 11ο-12ο αἰ. εἶναι, ἕνας ὕμνος στόν δημιουργό καί πρύτανι πάσης κτίσεως, τόν ἀρχηγό τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου Χριστό, τόν πληροῦντα τά σύμπαντα, ἐπευλογοῦντα τόν πολύκυκλον τῆς ζωῆς μας χρόνον καί παρέχοντα καιρούς καρποφόρους καί ὑετούς ἐπί τῆς γῆς.

Ἡ δεύτερη, πρός τιμήν τῆς σεπτῆς εἰκόνος Παναγίας τῆς Παμμακαρίστου, πού ψάλλεται ἀπό ἰδιαίτερη Φυλλάδα, εἶναι ποίημα Διακόνου τινός, συντάχθηκε τό ἔτος 1905, ἐντάχθηκε ἀπό τότε στό Πατριαρχικό τελετουργικό τῆς Ἰνδίκτου, ἐπανεκδοθεῖσα τό 2006 μέ πρωτοβουλία τῶν ὀφφικιάλων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου[55]. «Ἡ ἁγία σου εἰκών, Παμμακάριστε ἀγνή, τῆς Μεγάλης καί σεπτῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἀγλάϊσμα ὑπάρχει καί ἐγκαλλώπισμα» (τροπάριο στ΄ ὠδῆς).

Ἡ τρίτη Ἀκολουθία, ποίημα τοῦ Ὑμνογράφου τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας Γερασίμου Μοναχοῦ Μικραγιαννανίτου, ἀφορᾶ τό περιβάλλον[56]. Ἡ ἡμέρα αὐτή τῆς ἀρχῆς τῆς Ἰνδίκτου ἀφιεροῦται εἰς τήν προστασίαν τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος. Ὁ ἑορτασμός θεσπίσθηκε κατά τή Συνεδρία τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου τῇ 6η Ἰουνίου 1989. Ὁ δημιουργός καί λυτρωτής τοῦ κόσμου Κύριος δέχεται κατά τόν ὑμνογράφο «τάς ἱκετηρίους  δεήσεις, ὡς κηδεμών καί προνοητής καί Σωτήρ ἡμῶν»[57]. Παρακαλεῖται νά διαφυλάττει «τἀ τήν γῆν περιβάλλοντα στοιχεῖα ἀβλαβῆ»[58] καί νά ἀποκαθαίρει τήν κτίση ἐκ «μεμολυσμένων ἀνέμων, καί ἰοβόλων διαδόσεων καί ἐνεργειῶν» [59].

Ἡ λαμπρή αὐτή ὑμνογραφική τριλογία σέ μία θαυμάσια καί μοναδική θά λέγαμε λειτουργική ἑνότητα καί ἑορτολογική μυσταγωγία συνεχίζεται μέ τήν Τελετή τῆς Ἰνδίκτου στό τέλος τῆς θείας Λειτουργίας. Μετά τή σχετική δέηση ἀναγινώσκεται ὑπό τοῦ Πατριάρχου ἡ Πράξη τῆς νέας Ἰνδικτιῶνος ἡ ὁποία καί ὑπογράφεται ὑπ’ αὐτοῦ καί τῶν συγχοροστατησάντων ἁγίων Ἀρχιερέων. Ἡ ὅλη Τελετή ὁλοκληρώνεται μέ τόν ἐν Χριστῷ ἀσπασμό ἐπί τῷ νέῳ ἐκκλησιαστικῷ ἔτει ὡς μήνυμα ἀγάπης καί ἑνότητας τοῦ σύμπαντος κόσμου, ἀλλά καί ὡς προσευχή νά διαφυλάττει ὁ Θεός «τό περιβάλλον ἀειφόρον καί προσφέρων συνεχῶς εἰς τήν εὐημερίαν τοῦ ἀνθρώπου» [60], ὅπως εὔστοχα ἐπισημαίνει σέ ἕνα ἀπό τά ἐμπνευσμένα καί πάντοτε ἐπίκαιρα Πατριαρχικά μηνύματα ἐπί τῇ ἡμέρᾳ προσευχῆς ὑπέρ τῆς Προστασίας τοῦ Φυσικοῦ Περιβάλλοντος ἡ σεπτή Κορυφή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου Παναγιώτατος κ.κ. Βαρθολομαῖος. «Ὡς ποιητῇ  τῶν αἰώνων προσάγομέν σοι τήν ἀρχήν τήν τοῦ ἔτους εὐχάριστον – γράφει σέ σχετικό μέ τήν ἑορτή τῆς Ἰνδίκτου Κανόνα ὁ ἅγιος Συμεών Θεσσαλονίκης – καί βοῶμεν· Δώρησαι, Τριάς ὁ Θεός ἡμῶν, τῆς ἀγαθῆς πολιτείας ἀρξαμένους, εἰς τέλος φθάσαι χρηστόν καί σωτήριον» [61].

Πόλη_430

[1] ΡG 117, 21Α.

[2] Βλ. S.A. Morcelli, Μηνολόγιον τῶν Εὐαγγελίων ἑορταστικὸν sive Kalendarium Eccelisiae Constantinopolitanae, τόμ. Ι, Rome M. DCCLXXXVIII (1788), σ. 109: “illud constat, Indictiones nibil aliud esse, quam annomas et tribute, quorum canon quatannis indicebatur”.

[3] Φωτίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Τά Ἀμφιλόχια ἢ λόγων ἱερῶν καί ζητημάτων ἱερολογίαι. Ἐρώτησις ΡΛΔ΄, Πόσας άρχάς δεῖ νοεῖν ἡμᾶς τοῦ ἐνιαυτοῦ καί ποίας; PG 101, 737D.

[4] Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Συνααρτιστής τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ, τόμ.Α΄, ἐκδ. «Δόμος», Ἀθῆναι 2005, σ.5, σχ.1.

[5] Φωτίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, ὅ.π., PG 101, 737D∙ 740A.

[6] O Μέγας Ἀθανάσιος π.χ. κάνει λόγο γιά Indictione secundaστήν πρώτη Ἑορταστική Ἐπιστολή (ἔτος 329). Βλ. PG 26, 1360B.

[7] Μ. Φουντούλη, Λειτουργική Α”. Εἰσαγωγή στή Θεία Λατρεία, Θεσσαλονίκη 42004, σσ. 108-109.

[8] Αὐτά γράφει ὁ Savilius σέ ὑπόμνημά του στό νόθο κείμενο τοῦ Ἰωάννου Χρυσοστόμου μέ τον τίτλο «Εἰς τήν ἀρχήν τῆς Ἰνδίκτου» (PG 59, 673): Principium Indictionis, inquit Savilius, sive anni novi a mense Septembri jam inde a temporibus Constantini Sumebant Graeci).

[9] ΡG 117, 21Α.

[10] Π. Γ. Νικολόπουλου, «Ἰνδικτιών», ἐν Θρησκευτική καί Ἠθική Ἐγκυκλοπαίδεια, στ. 899.

[11] “ Γενναδίου (Μητροπολίτου Ἡλιουπόλεως), «Ἡ τελετή τῆς Ἰνδίκτου ἐν τῷ Πατριαρχικῷ Ναῷ καί Οἴκῳ», ἐν Ὀρθοδοξία, ἔτος ΙΕ”, τεῦχος 9, Σεπτέμβριος 1940, σσ. 264-265.

[12] Φωτίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, ὅ.π., PG 101, 737C.

[13] Λευιτ. 16, 23-31∙ 23, 26-32.

[14] Λευιτ. 23, 33-43∙ Ἀριθ. 29, 12-40∙ Κριταί 21, 19-21∙ Νεεμίας 8, 13-18.

[15] Θεοφάνους τοῦ ἐπίκλην Κεραμέως Ἀρχιεπισκόπου Ταυρομενίου τῆς Σικελίας, Ὁμιλία Α΄. Εἰς τήν ἀρχήν τῆς Ἰνδίκτου, ἤτοι τοῦ νέου ἔτους, PG 132, 112A. Πρβλ. Λευΐτ. 23,39.

[16] Συναξαριστής τῶν δώδεκα μηνῶν του ἐνιαυτοῦ, τόμ. Α’, ἔκδ. «Δόμος», σσ.3-4, σχ.1.

[17] Λουκ. 4, 16.

[18] Π.Ν. Τρεμπέλα, Ὑπόμνημα εἰς τό κατά Λουκᾶν Εὐαγγέλιον, Ἀδελφότης Θεολόγων «ὁ Σωτήρ», Ἀθῆναι 21972, σσ. 159-160.

[19] Βασιλειανό Μηνολόγιο, PG 117, 21 B. Βλ. καί Ν. Nilles, Kalendarium Manuale utrisque Ecclesiae Orientalis et Occidentalis, vol. I, Gregg International Publishers Limited England 1971, σ.266.

[20] Λουκ. 2, 1.

[21] Λουκ. 2, 1-20. Βλ. καί Π. Ν. Τρεμπέλα, ὅ.π., σσ. 83-98.

[22] Β΄ Κορ. 5, 17.

[23] H. Delehaye, ἐκδ. Synaxarium Ecclesiae Constantinopolitanae, Bruxelis 1902, στ. 1-2.

[24] Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, Συναξαριστής τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ, τόμ. Α΄, ἐκδ. «Δόμος», σσ.3-6. Βλ. καί Π.Γ. Νικολοπούλου, «Ἰνδικτιών», Θρησκευτική καί Ἠθική Ἐγκυκλοπαίδεια, στ. 899-900.

[25] Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἱς τήν ἀρχήν τῆς Ἰνδικτιῶνος, καί εἰς μάρτυρας, καί εἰς αἱμόρρουν (Spuria), PG 59, 575-577.

[26] Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς τήν ἀρχήν τῆς Ἰνδίκτου, PG 59, 674.

[27] Θεοδώρου Στουδίτου, Ἔργα 2, Μικρά Κατήχησις, ἐκδ. «Ὀρθοδόξου Κυψέλης», Θεσσαλονίκη 1984, σ.71.

[28] Ἰωάννου Μ. Φουντούλη, «Τό σύστημα τῶν ἁγιογραφικῶν ἀναγνωσμάτων στήν Ὀρθόδοξη Λατρεία. Πλεονεκτήματα, μειονεκτήματα, δυνατότητες βελτιώσεως», ἐν Ἱερουργεῖν τό Εὐαγγέλιον. Ἡ Ἁγία Γραφή στήν Ὀρθόδοξη Λατρεία. Πρακτικά Ε΄ Πανελληνίου Λειτουργικοῦ Συμποσίου Στελεχῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων [Σειρά Ποιμαντική Βιβλιοθήκη -10], Ἀθήνα 2004, σ. 73.

[29] Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, Ἐπιστολαί, Ι, PG 99, 953B.

[30] Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, ὅ.π., PG 99, 953A.

[31] Παναγιώτη Σκαλτσῆ, «Ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Στυλίτης στό Χριστιανικό Ἑορτολόγιο καί τήν Ὑμνογραφία», ἐν «Ὁμοτίμοις Διαλεγόμενος». Τιμητικός Τόμος γιά τόν Ἐπίκουρο Καθηγητή Δημήτριο Λάππα, ἐκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2012, σσ.137-165.

[32] H. Delehaye (ἐκδ.), ὅ.π., στ.1-6. Βασιλειανό Μηνολόγιο, PG 117, 21-24.

[33] H. Delehaye (έκδ.), ὅ.π., στ.6.

[34] Γενναδίου Μ. Ἀραμπατζόγλου (Μητροπολίτου Ἡλιουπόλεως καί Θείρων), «Τοῦ αὐτοῦ (Γερμανοῦ Πατριάρχου) λόγος εἰς τήν ἀρχήν τῆς Ἰνδίκτου», ἐν Φωτίειος Βιβλιοθήκη ἤτοι ἐπίσημα καί ἰδιωτικά ἔγγραφα καί ἄλλα μνημεῖα σχετικά πρός τήν ἱστορίαν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου μετά γενικῶν καί εἰδικῶν προλεγομένων, Μέρος Δεύτερον, ἐν Κωνσταντινουπόλει 1935, σ. 249.

[35] Γενναδίου Μ. Ἀραμπατζόγλου (Μητροπολίτου Ἡλιουπόλεως καί Θείρων), ὅ.π., σσ. 250-251.

[36] J. Verpeaux, Traite des offices, Pseudo-Kodinos, Le monde Byzantine, Paris 1976 (= PG 157, 25-122).

[37] J. Verpeaux, ὅ.π., σ. 242, 5-4 (PG 157, 96B).

[38] PG 157, 376C.

[39] Juan Mateos, Le Typicon de la Grande Église. Ms Saint-Croix no 40, Xe siècle. Introduction texte critique, traduction et notes, Tome I, Le cycle des douze mois, Orientalia Christiana Analecta.

[40] Συμεών Πασχαλίδη, «Οἱ ἑορτές τῶν Ἁγίων», ἐν Τό Χριστιανικόν Ἑορτολόγιον. Πρακτικά Η΄ Πανελληνίου Λειτουργικοῦ Συμποσίου Στελεχῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων, 18-20 Σεπτεμβρίου 2006, Βόλος, Ἀθῆναι 2007, σσ. 375-376.

[41] J. Mateos, ὅ.π., σ.6.

[42] J. Mateos, ὅ.π., σσ.2-6.

[43] Μ.Ι.Γ., «Αἱ πανηγύρεις τοῦ μηνός», ἐν Ἐκκλησιαστική Ἀλήθεια 25 (1905) 506.

[44] πρ. Λ. Σωφρονίου, «Ἡ τελετή τῆς Ἰνδίκτου», ἐν Ρωμανός ὁ Μελωδός Α’, ἐν Παρισίοις 1932, σσ. 98-102.

[45] Μ.Ι.Γ., «Αἱ πανηγύρεις τοῦ μηνός», ὅ.π., σ. 478.

[46] Ἐπετηρίς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἔτους 2017, σ.370.

[47] Βλ. Μηνιαῖο Σεπτεμβρίου, ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας.

[48] Γενναδίου (Μητροπ. Ἡλιουπόλεως), «Ἡ τελετή τῆς Ἰνδίκτου ἐν τῷ Πατριαρχικῷ Ναῷ καί Οἴκῳ», ἐν Ὀρθοδοξία ΙΕ’ (Σεπτέμβριος 1940) τεῦχ. 9, σ. 268.

[49] Γενναδίου (Μητροπ. Ἡλιουπόλεως), «Ἡ Ἰνδικτιών (Ἐπινέμησις) καί ἡ τελετή τῆς Ἰνδίκτου ἐν τοῖς Πατριαρχείοις», ἐν Ὀρθοδοξία, ἔτος πρῶτον, Ἀπρίλιος 1926 – Μάρτιος 1927, σσ. 388-393. Ἡ ἴδια εὐχή δημοσιεύεται καί στήν «Ὀρθοδοξία» στήν Πράξη τῆς Νέας Ἰνδικτιῶνος ἐπί Πατριάρχου Φωτίου. Βλ. Ὀρθοδοξία 6 (1931) 502-503.

[50] Μ.Ι.Γ., «Αἱ πανηγύρεις τοῦ μηνός», ὅ.π., σσ. 270-271.

[51] Γενναδίου (Μητροπ. Ἡλιουπόλεως), «Ἡ τελετή τῆς Ἰνδίκτου ἐν τῷ Πατριαρχικῷ Ναῷ καί Οἴκῳ», ὅ.π., σσ. 270-271.

[52] Γενναδίου (Μητροπ. Ἡλιουπόλεως), «Ἡ τελετή τῆς Ἰνδίκτου ἐν τῷ Πατριαρχικῷ Ναῷ καί Οἴκῳ», ὅ.π., 268. Σχετικά μέ τό ἐν λόγῳ Τυπικό βλ. Ἐκκλησιαστική Ἀλήθεια, τόμ. Α΄, ἔτος 1881, σσ. 264-265.

[53] Μ.Ι.Γ., «Αἱ πανηγύρεις τοῦ μηνός», ὅ.π., σ. 506..

[54] Γενναδίου (Μητροπ. Ἡλιουπόλεως), «Ἡ τελετή τῆς Ἰνδίκτου ἐν τῷ Πατριαρχικῷ Ναῷ καί Οἴκῳ», ὅ.π., σ. 269.

[55] Ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ, τοῦ Ὄρθρου καί τῆς θείας Λειτουργίας τῆς ἑορτῆς τῆς Παμμακαρίστου, ἐκδ. «Χελάνδιον», Ἀθήνα 22006. Βλ. καί «Ἑορτή τῆς Ἰνδίκτου», ἐν Ἐκκλησιαστική Ἀλήθεια, 19 Σεπτεμβρίου 1916.

[56] Ἱκετήριος πρός τόν φιλάνθρωπον Θεόν καί Σωτῆρα ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν Ἀκολουθία ὑπέρ τοῦ περιβάλλοντος ἡμᾶς στοιχείου καί εὐσταθείας πάσης τῆς κτίσεως, ἐποιήθη ἐν Ἁγίῳ Ὄρει ὑπό Γερασίμου Μοναχοῦ Μικραγιαννανίτου Ὑμνογράφου τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, Θεσσαλονίκη 1997.

[57] Τρίτο τροπάριο Λιτῆς.

[58] Τροπάριο δ’ ᾠδῆς.

[59] Δοξαστικό Αἴνων.

[60] Σεπτόν Πατριαρχικόν Μήνυμα ἐπί τῇ ἡμέρᾳ προσευχῆς ὑπέρ τῆς Προστασίας τοῦ Φυσικοῦ Περιβάλλοντος (1/09/2012).

[61] Τροπάριο ἐνάτης ᾠδῆς Κανόνος εἰς τήν Ἴνδικτον, τοῦ Συμεών Θεσσαλονίκης, ἐν Ἰωάννου Μ. Φουντούλη, Συμεών Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τά Λειτουργικά Συγγράμματα Ι, Εὐχαί καί Ὕμνοι, Θεσσαλονίκη 1968, σσ. 146-147.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Παναγιώτης Σκαλτσής, Ἡ ἀρχή τῆς Ἰνδίκτου στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο

Ο χαιρετισμός του Κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Καθηγητή Μιλτιάδη Κωνσταντίνου στο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα: «Ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Μιχαήλ Κωνσταντινίδης. Η προσφορά του στην Εκκλησία, το Γένος και τον Ελληνισμό» που γίνεται στην Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης

Πόλη_440

Όταν ο Ιησούς του Ναυή ανέλαβε, μετά τον θάνατο του Μωυσή, την ηγεσία του λαού του Θεού, βρέθηκε στη δύσκολη εκείνη θέση που βρίσκονται όλοι όσοι διαδέχονται μια ξεχωριστή προσωπικότητα και είναι υποχρεωμένοι να συνεχίσουν το έργο της. Αν και ο ίδιος ήταν ιδιαίτερα ικανός άνθρωπος και εξίσου χαρισματικός ηγέτης με τον Μωυσή, δεν ήταν ο Μωυσής. Έτσι, η μοναδική επιλογή που είχε, προκειμένου να πετύχει, ήταν να βαδίσει απαρέγκλιτα στα βήματα του προκατόχου του, και αυτή τη συμβουλή του δίνει από την πρώτη στιγμή ο Θεός:

Όπως ήμουν μαζί με τον Μωυσή, έτσι θα είμαι και μαζί σου, δεν θα σε εγκαταλείψω, ούτε θα αδιαφορήσω για σένα … Να είσαι δυνατός και γενναίος, τηρώντας και πράττοντας όλα όσα σε διέταξε ο δούλος μου ο Μωυσής. Και μην παρεκκλίνεις από αυτά ούτε προς τα δεξιά ούτε προς τα αριστερά, ώστε να φέρεσαι με φρόνηση σε όλα όσα επιχειρήσεις. Δεν θα σταματήσεις να επαναλαμβάνεις όσα περιέχονται στο βιβλίο του νόμου αυτού και θα μελετάς σ’ αυτόν μέρα και νύχτα, ώστε να ξέρεις πώς να εφαρμόζεις όλα όσα είναι γραμμένα. Τότε μόνο θα πετύχεις και θα κάνεις σωστές επιλογές και τότε μόνο θα φέρεσαι με φρόνηση.

Ο Ιησούς τήρησε με απόλυτη πιστότητα αυτή την εντολή και σ’ αυτήν ακριβώς την πιστότητα αποδίδει ο συγγραφέας του βιβλίου την επιτυχία του. Αν ο Ισραήλ αξιώθηκε της δωρεάς του Θεού, αυτό το οφείλει στην πιστότητα που ο Ιησούς επέδειξε απέναντι σε όσα παρέλαβε από τον Μωυσή.

Τα περιγραφόμενα στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου του Ιησού του Ναυή έρχονται αναπόφευγκτα στη σκέψη όποιου μελετά την προσωπικότητα και το έργο του Μιχαήλ Κωνσταντινίδη, καθώς και αυτός βρέθηκε στην αρχιεπισκοπή Αμερικής διαδεχόμενος μια κορυφαία εκκλησιαστική προσωπικότητα της Ορθοδοξίας, τον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα.

Πόλη_382

Αν η επιβίωση του Ισραήλ στη χώρα που του χάρισε ο Θεός βρισκόταν σε άμεση εξάρτηση από την πιστότητα που ο λαός και ο ηγέτης του θα επιδείκνυαν απέναντι στη Διαθήκη τους με τον Θεό, η επιβίωση της Ορθοδοξίας στην Αμέρικη συνδέθηκε από την πρώτη στιγμή στη σκέψη και στις ενέργειες του αρχιεπισκόπου Μιχαήλ με την πιστότητά του στον Οικουμενικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως και στις επιλογές του προκαθημένου του.

Αντλώντας, λοιπόν, από την αστείρευτη πηγή των Γραφών και της παράδοσης κατόρθωσε να αδρεύσει τις ορθόδοξες κοινότητες της Αμερικής με τα νάμματα της πίστης, και να εργαστεί για την ενότητα της Εκκλησίας, ορθοτομώντας τον λόγο της αλήθειας και τηρώντας απαρασάλευτα τις παραδόσεις.

Υπήρξε από τους πρωτοπόρους της σύγχρονης Οικουμενικής Κίνησης, συμμετέχοντας, ήδη πριν από την εκλογή του ως μητροπολίτη Κορίνθου, ως αντιπρόσωπος του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο συνέδριο της Πίστης και Τάξης στη Λωζάννη το 1927, ως αντιπρόσωπος της Εκκλησίας της Ελλάδος στη διάσκεψη Αγγλικανών και Ορθοδόξων στο Λονδίνο το 1930, ως αντιπρόσωπος του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας στη Δογματική Επιτροπή Αγγλικανών – Ορθοδόξων που συνήλθε στα ανάκτορα του Λαμπεθ το 1931 και αντιπρόσωπος του Οικουμενικύ Πατριαρχείου στα Συνέδρια της Ζωής και Εργασίας στην Οξφόρδη και Πίστης και Τάξης στο Εδιμβούργο το 1937.

Ως αρχιεπίσκοπος Αμερικής συνέχισε την οικουμενική του δράση τονώνοντας την ορθόδοξη συμμετοχή στα διεθνή εκκλησιαστικά φόρα και ιδιαίτερα στα συνέδρια του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών.

Πόλη_416

Αν ο πατριάρχης Αθηναγόρας απολάμβανε ως αρχιεπίσκοπος Αμερικής της φιλίας του προεδρικού ζεύγους της χώρας Φραγκλίνου και Ελεονόρας Ρούζβελτ και την ιδιαίτερης εκτίμησης του προέδρου Χάρρυ Τρούμαν, η προσωπικότητα του αρχιεπισκόπου Μιχαήλ εκτιμήθηκε από τον πρόεδρο Ντουάιτ Άιζενχάουερ, ο οποίος κατά την ημέρα του θανάτου του αρχιεπισκόπου φέρεται να δήλωσε πως «Τα μέλη της Ελληνικής Ορθοδόξου Εκκλησίας Βορείου και Νοτίου Αμερικής –και πραγματικώς όλοι οι λαοί του κόσμου- υπέστησαν την απώλεια ενός μεγάλου πνευματικού αρχηγού».

Βέβαιος ότι το παρόν Συνέδριο θα φωτίσει όλες τις πλευρές της πολυσχιδούς προσωπικόητας του αρχιεπισκόπου Μιχαήλ, συγχαίρω τους διοργανωτές και εύχομαι επιτυχία στις εργασίες του.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ο χαιρετισμός του Κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Καθηγητή Μιλτιάδη Κωνσταντίνου στο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα: «Ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Μιχαήλ Κωνσταντινίδης. Η προσφορά του στην Εκκλησία, το Γένος και τον Ελληνισμό» που γίνεται στην Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης

Μόσχος Γκουτζιούδης, Η αλληγορική ερμηνεία της βιοποικιλότητας στην Eπιστολή Βαρνάβα

Εισήγηση του Επίκ. Καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ στο Γ’ Διεθνές Αγιολογικό Συνέδριο με θέμα: «Οἱ ἀποστολικοί πατέρες καί ἡ ἐποχή τους» που έγινε στη Σμύρνη και την Έφεσο (4-8 Μαΐου 2017)

Αργυροπελεκάνοι, λίμνη Κερκίνη

Αργυροπελεκάνοι, λίμνη Κερκίνη, Φεβρουάριος 2017

Η Επιστολή Βαρνάβα είναι ένα ψευδώνυμο κείμενο, το οποίο δεν θυμίζει επιστολή αλλά μάλλον πραγματεία  και βέβαια δεν μπορεί να προέρχεται από τον απόστολο και συνεργάτη του Παύλου Βαρνάβα. Ως προς τη μορφή δεν ακολουθεί τη συνηθισμένη επιστολική μορφή αλλά το πιθανότερο είναι να πρόκειται για χριστιανική ομιλία  που εκφωνήθηκε κάποια στιγμή σε ένα ακροατήριο και κατόπιν παραδόθηκε γραπτά. Ως προς το περιεχόμενο το έργο μπορεί να διακριθεί σε δύο μέρη. Ένα θεωρητικό-θεολογικό (κεφάλαια 1-17), στο οποίο ο συγγραφέας ασχολείται με τη σημασία της Π.Δ., την οποία θεωρεί σταθερά μέσα από το πρίσμα της αλληγορικής ερμηνευτικής μεθόδου και σε αυτό εκθέτει την πίστη της Εκκλησίας και ένα δεύτερο παραινετικό-ηθικοδιδακτικό (κεφάλαια 18-21), στο οποίο αναπτύσσεται η διδασκαλία των δύο οδών. Το δεύτερο μέρος θυμίζει αρκετά τη Διδαχή, η οποία φαίνεται πως παρέλαβε  την παραπάνω διδασκαλία από την Επιστολή Βαρνάβα ή σύμφωνα με μια άλλη πρόταση και τα δύο έργα άντλησαν από κάποια κοινή πηγή ιουδαϊκής προέλευσης. Στην οδό του φωτός πρωταγωνιστούν τα αγγελικά όντα, ενώ στην οδό του σκότους ο διάβολος και οι δαίμονες. Το περιεχόμενο της Επιστολής Βαρνάβα έχει κατηχητικό, δογματικό και ηθικοπλαστικό χαρακτήρα.

Το όνομα του αποστόλου Βαρνάβα συνδέθηκε με τη συγγραφή του συγκεκριμένου έργου από τον Κλήμη τον Αλεξανδρέα, τον Ωριγένη, τον Δίδυμο, τον Ιερώνυμο και άλλους εκκλησιαστικούς συγγραφείς. Στο κείμενο βρίσκουμε ενδείξεις ότι δεν μπορεί αυτό να προέρχεται από το δικό του χέρι και κυρίως φανερώνει την ταυτότητα ενός εθνικοχριστιανού πιστού, ο οποίος είναι καλός γνώστης της ιουδαϊκής παράδοσης. Ο ανώνυμος συγγραφέας θα πρέπει να υπήρξε διδάσκαλος της κοινότητας στην οποία απευθύνεται το κείμενο. Ήδη πολύ νωρίς κρίθηκε ύποπτη και ο Ευσέβιος είναι ο πρώτος που την θεωρούσε ψευδεπίγραφη και αμφιλεγόμενη και για το λόγο αυτό τη συναριθμεί στα λεγόμενα «νόθα» και «αντιλεγόμενα» έργα. Ο Κέλσος είναι ο πρώτος που χρησιμοποιεί μία φράση από την Επιστολή Βαρνάβα και συνεπώς αυτή θα πρέπει να γράφτηκε  στο τέλος του 1ου ή στις αρχές του 2ου αι. μ.Χ. Ο Σιναϊτικός Κώδικας μαρτυρεί τη χρήση της Επιστολής Βαρνάβα στη λατρεία, την οποία μάλιστα τοποθετεί στο τέλος των βιβλίων της Κ.Δ. Οι περισσότεροι ερευνητές ωστόσο, πιστεύουν ότι αυτή προέρχεται από τα μέσα του 2ου αι. μ.Χ. Ως προς τον τόπο προέλευσης η πόλη της Αλεξάνδρειας είναι η επικρατέστερη πρόταση. Σε αυτό συνηγορεί η ακραία χρήση της αλληγορικής ερμηνευτικής μεθόδου στο κείμενο, στο οποίο μπορεί να διαπιστωθεί επίδραση από το έργο του Φίλωνα. Σχετικά τώρα με την ταυτότητα των παραληπτών, δεν είναι βέβαιο αν πρόκειται για μικτή κοινότητα αποτελούμενη τόσο από ιουδαιοχριστιανούς, όσο και από εθνικοχριστιανούς ή αν περιορίζεται μόνο στους πρώτους. Δεν θα πρέπει επίσης να υπήρξε κάποια συγκεκριμένη αφορμή σύνταξης της Επιστολής Βαρνάβα παρά μόνο αυτό να έγινε για διδακτικούς σκοπούς. Σίγουρο είναι πάντως πως η χριστιανική κοινότητα αντιμετώπιζε το ζήτημα της διαίρεσης των μελών της. Σκοπός του συγγραφέα όμως είναι να διαχωρίσει τη χριστιανική πίστη από την ιουδαϊκή και να αποδώσει την ορθή κατανόηση της Π.Δ. και της σχέσης της διαθήκης με τον Θεό στα μέλη της Εκκλησίας. Συνεπώς επιχειρεί να αποβάλλει κάθε σωτηριολογική αντίληψη του Ιουδαϊσμού.

Μετά τα εισαγωγικά μπορούμε να περάσουμε τώρα στην περίπτωση της αλληγορικής ερμηνείας ορισμένων ακαθάρτων ζώων σύμφωνα με τις αντιλήψεις περί διατροφικών διατάξεων του Ιουδαϊσμού, τα οποία αναφέρονται στο κεφάλαιο 10 της επιστολής. Στον κατάλογο με τα ακάθαρτα ζώα των οποίων η βρώση απαγορεύεται σύμφωνα με το μωσαϊκό νόμο, αναφέρονται από το συγγραφέα της Επιστολής Βαρνάβα συνολικά 11 είδη της βιοποικιλότητας. Από αυτά 4 ανήκουν στα θηλαστικά, 4 στα πτηνά και 3 στα θαλάσσια όντα (ένα ψάρι και δύο μαλάκια). Απουσιάζουν εδώ τα ερπετά και τα έντομα.

Φοινικόπτερα

Αλκυόνη, εκβολές Γαλλικού, Δεκέμβριος 2016

Ο συγγραφέας της επιστολής έχει υπόψη του τις νομικές διατάξεις σχετικά με τα καθαρά και ακάθαρτα ζώα του Ιουδαϊσμού που συναντάμε στα Λευ. 11 και Δτ. 14. Είναι ολοφάνερο πως για τη σύνταξη του δικού του καταλόγου, ο οποίος είναι συντομότερος, χρησιμοποίησε τους δύο παραπάνω, όπως προκύπτει όχι μόνο από τα συγκεκριμένα είδη αλλά και από τη σειρά με την οποία αυτά αναφέρονται. Οι περιπτώσεις του ἰκτίνα και του κόρακα αλλά και του λαγού είναι οι πλέον χαρακτηριστικές. Μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να μην ακολουθεί την ίδια ορολογία αλλά αναφέρει ακόμη και τα κριτήρια που καθιστούν συγκεκριμένα είδη της βιοποικιλότητας ακάθαρτα και συνεπώς αποκλείονται από το τραπέζι του ευσεβή Ιουδαίου. Ας σημειωθεί εδώ πως από τα 11 συνολικά είδη του καταλόγου της Επιστολής Βαρνάβα, τα 5 (ο ὀξύπτερος, η σμύραινα, ο πολύπους, η σηπία και η ὕαινα) δεν απαντούν στους σχετικούς καταλόγους της Π.Δ. Ο ὀξύπτερος δεν χρησιμοποιείται πουθενά στην Π.Δ., ενώ η ὕαινα απαντά δύο φορές στα Σειρ. 13:18 και Ιερ. 12:9. Στο μεταφρασμένο κείμενο της Επιστολής Βαρνάβα στην ΕΠΕ ο ὀξύπτερος αποδίδεται ως γύπας, ενώ η γαλῆ ως γάτα. Παρατηρούμε εδώ ότι η μετάφραση του Λευ. 11:29 σύμφωνα με την ΕΒΕ έχει κουνάβι. Στην περίπτωση αυτήν έχουμε δύο διαφορετικά είδη και μάλιστα ένα οικόσιτο και ένα άγριο. Περιέργως η γάτα απουσιάζει εντελώς από την Αγία Γραφή. Στην Επιστολή Βαρνάβα θα πρέπει να εννοήσουμε ότι γίνεται λόγος για κουνάβι, καθώς η αναπαραγωγική ιδιομορφία που αναφέρεται εδώ, παρότι εσφαλμένη, είναι γνωστή νωρίτερα στον Αριστοτέλη αλλά και στην Επιστολή Αριστέα.

Οι διατροφικοί κανόνες του Ιουδαϊσμού καθόριζαν ποια είδη των οικόσιτων και άγριων θηλαστικών, πουλιών, ψαριών, ακόμη και εντόμων ήταν βρώσιμα. Τα επιτρεπόμενα είδη θεωρούνταν καθαρά και τα απαγορευμένα ακάθαρτα. Ο διαχωρισμός αυτός μαρτυρείται από το πρώτο βιβλίο της Π.Δ. στις οδηγίες που δίνονται στο Νώε (Γεν. 7:2). Οι διατροφικοί κανόνες με το πέρασμα του χρόνου έγιναν εξαιρετικά περίπλοκοι προκειμένου να καλύψουν όλες τις περιπτώσεις που θα αντιμετώπιζε ο πιστός Ιουδαίος και έτσι αργότερα ένα μεγάλο μέρος του Ταλμούδ αφιερώνεται σε αυτούς.

Τα ζώα που αναφέρονται στους καταλόγους του Λευ. 11 και του Δτ. 14 ταξινομούνται με βάση το περιβάλλον τους. Εκτός από καθαρά και ακάθαρτα, τα ζώα διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες. Σε αυτά της ξηράς (Λευ. 11:2-8, 24-28, 29-38, 39-40, 41-44), της θάλασσας (11:9-12) και του αέρα (11:13-19). Ανάμεσα στα φτερωτά, τα φτερωτά έντομα προβάλλουν ως υποκατηγορία (11:20-23). Υπάρχει όμως και μια τέταρτη κατηγορία, τα ερπετά . Από το σύνολο των συγκεκριμένων ζώων τα καθαρά επιτρέπονται προς βρώση, ενώ τα ακάθαρτα απαγορεύονται. Ασφαλώς η ταξινόμηση των ζώων στα Λευ. 11 και Δτ. 14 διαφέρει από οποιαδήποτε σύγχρονη επιστημονική ταξινόμηση χρησιμοποιούν οι βιολόγοι. Παντού στην Π.Δ. επιχειρείται μια προσπάθεια να ταξινομηθούν τα καθαρά ζώα σε ομάδες σύμφωνα με κριτήρια μορφολογίας και συμπεριφοράς, χωρίς αυτά να συνδέονται με κάποιους ανατομικούς ή γενετικούς δεσμούς.

Εδώ μπορούμε να σημειώσουμε ότι οι παρατηρήσεις του νομοθέτη σφάλλουν σε πολλές περιπτώσεις και αυτές κληρονομούνται αργότερα σε κείμενα τα οποία κάνουν χρήση αυτών των διατάξεων, όπως στην περίπτωσή μας το κεφ. 10 της Επιστολής Βαρνάβα. Για παράδειγμα το κουνέλι και ο λαγός θεωρούνταν μηρυκαστικά, ενώ φυσικά δεν είναι. Προφανώς αυτό προέκυψε από την παρατήρηση του τρόπου με τον οποίο τα συγκεκριμένα ζώα κουνούν τα σαγόνια τους. Από το κείμενο του Λευ. 11 φαίνεται ότι έγιναν αργότερα προσθήκες, αν αυτό συγκριθεί με εκείνο του Δτ. 14. Ίσως υπήρχε ένας αρχικός κατάλογος με απαγορευμένα είδη θηλαστικών, όπως εκείνος των πουλιών, ενώ τα κριτήρια καθορίστηκαν αργότερα.

Από τα υδρόβια (Λευ. 11:9-12) ως καθαρά χαρακτηρίζονται όσα έχουν λέπια και πτερύγια. Τα χέλια για παράδειγμα έχουν πτερύγια αλλά δεν έχουν λέπια. Ήταν επομένως ακάθαρτα για τους Ιουδαίους. Το βέβαιο είναι ότι τα μαλάκια θεωρούνται με βάση το παραπάνω κριτήριο ακάθαρτα. Αυτό είναι το μόνο κριτήριο καθαρότητας και το Δτ. 14:10 θεωρείται η αρχαιότερη μορφή της συγκεκριμένης διάταξης, ενώ το Λευ. 11:10-12 φαίνεται ότι αποτελεί μεταγενέστερη επεξήγηση στην παλαιότερη διάταξη. Πιθανώς εδώ ο νομοθέτης να ήθελε να αποκλείσει κάποια είδη χελιών ή γατόψαρων που ζουν σε γλυκά νερά. Εφόσον είχαν καθοριστεί τα κριτήρια της καθαρότητας δεν χρειαζόταν να αναφερθούν ονομαστικά κάποια είδη. Το σίγουρο είναι ότι σχεδόν όλοι οι υδρόβιοι οργανισμοί και οι συνήθειές τους ήταν άγνωστες κατά την αρχαιότητα λόγω της δυσκολίας παρατήρησης στο φυσικό τους περιβάλλον, αφού δεν μπορούσαν να πραγματοποιηθούν καταδύσεις. Ασφαλώς δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς πως όσα ήταν γνωστά για τα πιο συνηθισμένα είδη, στηρίζονταν στις παρατηρήσεις των ψαράδων της κάθε εποχής και περιοχής.

DSC_8068

Φοινικόπτερα, λιμνοθάλασσα Καλοχωρίου, Δεκέμβριος 2016

Ο κατάλογος με τα ακάθαρτα πουλιά στη συνέχεια είναι μεγαλύτερος και περιέχει πολλές δυσκολίες, αλλά και διαφορές μεταξύ των δυο κειμένων (Λευ. 11:13-19 και Δτ. 14:11-20). Φυσικά η αναγνώριση ορισμένων ειδών είναι εξαιρετικά δύσκολη από τα ονόματα που δίνονται. Στο κείμενο του Λευιτικού περιλαμβάνονται 21 ακάθαρτα είδη, ενώ σε εκείνο του Δευτερονομίου 20 με διαφορετική σειρά. Στην περίπτωση των πουλιών το κριτήριο απουσιάζει, αλλά είναι εύκολο να το φανταστεί κανείς. Από το τραπέζι του Ιουδαίου αποκλείονται τα σαρκοφάγα πουλιά. Εδώ περιλαμβάνονται και όσα τρέφονται με ψάρια. Αρπακτικά, υδρόβια και παρυδάτια είναι όλα ακάθαρτα σύμφωνα με τον ιουδαϊκό νόμο. Οι ραβίνοι αργότερα στη Μισνά καθόρισαν τα ακάθαρτα πουλιά σε 24 και έθεσαν εκ νέου ορισμένα κριτήρια καθαρότητας.

Στο Λευ 11:20-23 ο νομοθέτης έχει τοποθετήσει τα φτερωτά έντομα. Οι ραβίνοι αργότερα θα καθορίσουν και σε αυτήν την περίπτωση, όπως σε εκείνη των πουλιών, ορισμένα κριτήρια. Ο γενικός κανόνας εδώ είναι ότι όλα τα φτερωτά έντομα είναι ακάθαρτα κατά τον ιουδαϊκό νόμο. Μόνο τέσσερα έντομα αναφέρονται ονομαστικά ως καθαρά στο Λευ. 11:20-22 και αφορούν όλα τους είδη ακρίδας.

Στο Λευ. 11:41-42 γίνεται αναφορά στα ερπετά, τα οποία θεωρούνται όλα τους χωρίς καμία εξαίρεση ακάθαρτα. Όποιο ζώο σέρνεται στο έδαφος με την κοιλιά ή αν αυτό έχει τέσσερα ή περισσότερα πόδια είναι ακάθαρτο. Ο περίεργος τρόπος με τον οποίο κινούνται σίγουρα τα καθιστούσε αλλόκοτα ζώα και συνεπώς ακάθαρτα. Για τους ανθρώπους της αρχαιότητας τα ερπετά δεν ήταν θηλαστικά, ούτε ψάρια, ούτε πουλιά, ενώ η συνήθεια τους να κρύβονται στο έδαφος τα συνέδεε με τον κάτω κόσμο και έτσι ίσως δικαιολογείται η γενικότερη απέχθεια προς όλα τα είδη.

Το κείμενο των διατάξεων κλείνει με τη βασική θεολογική ιδέα όλων αυτών των απαγορεύσεων που δεν είναι άλλη από τη διαβεβαίωση «Εγώ ο Κύριος είμαι ο Θεός σας. Αγιάστε τους εαυτούς σας γιατί εγώ είμαι άγιος» στο Λευ. 11:44 και την επανάληψη «Εγώ είμαι ο Κύριος, που σας έβγαλα από την Αίγυπτο, για να είμαι ο Θεός σας. Πρέπει λοιπόν να είστε άγιοι, επειδή εγώ είμαι άγιος» στο 11:45. Η κεντρική θεολογική ιδέα είναι επομένως η αγιότητα. Αυτή δεν είναι άσχετη με την τελετουργική καθαρότητα. Με τη διάκριση λοιπόν των ζώων σε καθαρά και ακάθαρτα προωθείται κοινωνικά ένας διαχωρισμός και αυτό πραγματοποιείται με τη διατήρηση της ιδέας της αγιότητας.

Το σύστημα ταξινόμησης των ζώων σε καθαρά και ακάθαρτα περιέχει αδυναμίες. Ο νομοθέτης είχε κάποιες στοιχειώδεις γνώσεις ζωολογίας αλλά σε αρκετές περιπτώσεις υπάρχουν λανθασμένες παρατηρήσεις, ενώ ο κατάλογος δεν είναι σίγουρα εξαντλητικός. Ο νόμος παρέλαβε κάποιες ιδέες ταμπού από το περιβάλλον του Ισραήλ και τους γειτονικούς λαούς και πρόσθεσε σε αυτές τις καθιερωμένες διατροφικές συνήθειες των Ιουδαίων. Η θεολογική σκέψη στη συνέχεια έλαβε ως δεδομένη τη διάκριση των ζώων σε καθαρά και ακάθαρτα και χρησιμοποίησε αυτό το μοντέλο για να ερμηνεύσει αλληγορικά σε πολλές περιπτώσεις όσα συμβαίνουν στις σχέσεις των πιστών με το Θεό τους και τους άλλους ανθρώπους.

Οι παραπάνω διατάξεις από το Λευιτικό και το Δευτερονόμιο απαντούν στη συνέχεια σε αποσπασματική μορφή στο Χειρόγραφο του Ναού (11Q19 48:1-7). Στην Κ.Δ. δεν γίνεται αναφορά παρά μόνο υπαινιγμός στη διήγηση του οράματος του Πέτρου στις Πράξεις (10:10-16 και 11:5-10) από τον Λουκά. Στόχος της διήγησης είναι να δείξει ότι η κατάργηση του διαχωρισμού των ειδών της βιοποικιλότητας σε καθαρά και ακάθαρτα είναι αντίστοιχη της κατάργησης των διαφορών μεταξύ Ιουδαίων και εθνικών εντός της Εκκλησίας. Ο Λουκάς παρουσιάζει τον Πέτρο να είναι απρόθυμος να καταναλώσει απαγορευμένη τροφή και αυτό αντικατοπτρίζει την απροθυμία των ιουδαιοχριστιανών της Εκκλησίας να δεχθούν τους εθνικούς ως μέλη. Η διήγηση προφανώς χρησιμοποιείται για να φανερώσει το γεγονός ότι οι χριστιανοί δεν χρειάζεται να διακρίνουν τα τρόφιμα σε καθαρά και ακάθαρτα. Το όραμα με απλό τρόπο δίνει μια επίλυση στο πρόβλημα της ενσωμάτωσης των εθνικών στην Εκκλησία. Και ενώ αυτή η γραμμή ερμηνείας υιοθετεί απλώς μια διατροφική συνήθεια και παίρνει θέση απέναντί της, μία δεύτερη προχώρησε σε κάποια περισσότερο ακραία επιλογή. Η Επιστολή Αριστέα, ο Αλέξανδρος του Φίλωνα, η Επιστολή Βαρνάβα και ο Φυσιολόγος θα συνδέσουν ορισμένα από τα απαγορευμένα είδη του Λευιτικού και του Δευτερονομίου αλληγορικά με ορισμένους τύπους ανθρώπων και κυρίως με τη συμπεριφορά τους, εξάγοντας συμπεράσματα ηθικής φύσεως. Η Επιστολή Αριστέα (144-170) είναι χρονικά το πρώτο κείμενο  που επιχειρεί κάτι τέτοιο και στη συνέχεια η Επιστολή Βαρνάβα θα αφιερώσει ένα ολόκληρο κεφάλαιο με έντονη αλληγορική ερμηνεία και όχι τυχαία παραδείγματα από τα διάφορα είδη της βιοποικιλότητας. Ο Φυσιολόγος ασχολείται αποκλειστικά με αυτό. Πρόκειται για μια ανθολογία η οποία ανάγεται στον 2ο αι. μ.Χ. και σε αυτήν αναφέρονται πολλά ζώα. Σκοπός του Φυσιολόγου είναι από τη συμπεριφορά των ζώων να εξαχθούν θεολογικά συμπεράσματα ή να φωτιστούν εκείνα τα κείμενα της Αγίας Γραφής στα οποία αναφέρονται διάφορα ζώα. Σίγουρα δεν είναι τυχαίο ότι και τα έργα αυτά είναι αλεξανδρινής προέλευσης και κάνουν χρήση προφανώς μιας εδραιωμένης παράδοσης που συνδέεται με τη συγκεκριμένη ερμηνευτική μέθοδο και τη συγκεκριμένη περιοχή.

DSC_8969

Χοιροστάσιο, δυτικό ανάχωμα Αξιού, Δεκέμβριος 2016

Στόχος του συγγραφέα της Επιστολής Βαρνάβα στο κεφ. 10 είναι να δείξει ότι οι εντολές για απαγόρευση βρώσης κάποιων ειδών, είτε πρόκειται για οικόσιτα είτε για άγρια ζώα, δεν προέρχεται από τον Θεό αλλά από τον Μωυσή. Τα παραδείγματα που χρησιμοποιεί αρχίζουν με τον χοίρο (10:3), το απεχθέστερο ζώο για τους Ιουδαίους. Εδώ η βουλιμική συμπεριφορά του χοίρου κατά τη διάρκεια της σίτισής του συνδέεται με εκείνους τους ανθρώπους οι οποίοι σε περιόδους αφθονίας ξεχνούν τον Θεό, ενώ σε περιόδους στέρησης τον θυμούνται. Θα πρέπει εδώ να παρατηρήσουμε ότι η αλληγορική ερμηνεία σε πρώτο επίπεδο συνδέει ένα οικόσιτο ζώο με τον άνθρωπο ισοπεδώνοντας τα στοιχεία εκείνα που διακρίνουν τα δύο όντα μεταξύ τους. Η αυτονόητη διαφορά θυσιάζεται προς χάριν της ηθικοπλαστικής εικόνας που προκαλείται στους παραλήπτες.

Στη συνέχεια στο στίχο 4 ο συγγραφέας ομαδοποιεί τέσσερα πουλιά (ἀετός, ὀξύπτερος, ἰκτίν, κόραξ) στα οποία αποδίδει την ίδια συμπεριφορά ως προς τον τρόπο τροφοληψίας τους. Αν και τα τέσσερα είδη ανήκουν σε διαφορετικές οικογένειες πτηνών, το κοινό τους στοιχείο είναι ότι όλα είναι σαρκοφάγα. Ο συγγραφέας τα ονομάζει εσφαλμένα ὄρνεα και τα συνδέει αλληγορικά με τους αμαρτωλούς εκείνους ανθρώπους, οι οποίοι δεν αποκτούν την τροφή τους με τη δουλειά τους αλλά την κλέβουν από άλλους. Δυστυχώς εδώ μια φυσική παρατήρηση που αφορά την καιροσκοπία των πουλιών αυτών και τη σαπροφαγία, αν και είναι πραγματικότητα, παρουσιάζεται ως ο μόνος τρόπος διατροφής τους. Τα πουλιά αυτά δεν τρέφονται μόνο με νεκρά ζώα, ούτε κλέβουν την τροφή άλλων πουλιών αλλά κυνηγούν και μόνα τους την τροφή τους, ειδικά τα διάφορα είδη αετών και γερακιών. Δυστυχώς μια φυσική ανάγκη των συγκεκριμένων ειδών παίρνει έντονα αρνητικό περιεχόμενο, παραλείπονται τα θετικά τους χαρακτηριστικά και φυσικά δεν εκτιμάται η οικολογική τους συμβολή στο περιβάλλον.

Στη συνέχεια ο άγνωστος αυτός χριστιανός συγγραφέας περνά στα όντα του νερού, τα οποία ονομάζει ἰχθύδια. Η σμέρνα είναι ψάρι αλλά εξαιτίας του κριτηρίου που θέτουν οι ιουδαϊκές διατάξεις δεν έχει λέπια και πτερύγια και έτσι ανήκει στα ακάθαρτα. Στην πραγματικότητα το σώμα της σμέρνας εκκρίνει μια βλέννα που καθιστά δυσδιάκριτα τα μικροσκοπικά της λέπια. Το χταπόδι και η σουπιά που και αυτά δεν πληρούν τη βασική προϋπόθεση για να θεωρηθούν καθαρά, εξαιρούνταν από το τραπέζι του Ιουδαίου. Επειδή ακριβώς στην αρχαιότητα δεν γνώριζαν σχεδόν τίποτα για την υδρόβια ζωή, εδώ συναντάμε την παράλογη δήλωση για τα τρία παραπάνω είδη ότι αυτά είναι «ἐπικατάρατα ἐν τῷ βυθῷ νήχεται μὴ κολυμβῶντα ὡς τὰ λοιπά ἀλλ᾽ ἐν τῇ γῇ κάτω τοῦ βυθοῦ κατοικεῖ». Προφανώς ο βυθός παρομοιάζεται στο σημείο αυτό με το βασίλειο του θανάτου καθώς η αλληγορική ερμηνεία των τριών αυτών θαλασσινών τα συνδέει με τους ασεβείς που έχουν ήδη κριθεί με θάνατο.

Στο 10:6 ο συγγραφέας της επιστολής κάνει λόγο για ένα ζώο για το οποίο χρησιμοποιεί δύο ονομασίες (δασύποδα και λαγωὸς). Ο λαγός ήταν παρεξηγημένο θηλαστικό στον ιουδαϊκό κόσμο, ενώ όλοι οι υπόλοιποι λαοί εκτιμούσαν το κρέας του. Ο λαγός εδώ χαρακτηρίζεται παιδοφθόρος, ενώ συνδέεται και με την πλεονεξία. Στον Κλήμη τον Αλεξανδρέα η ιδέα αυτή αναπτύσσεται περισσότερο και ως προς το ηθικό μέρος ο Κλήμης χρησιμοποιώντας το απόσπασμα από την Επιστολή Βαρνάβα θα υποστηρίξει ότι η απαγόρευση βρώσης του λαγού φανερώνει την απόρριψη της παιδεραστίας. Το πρόβλημα με το λαγό ήταν η αναπαραγωγική του συχνότητα, καθώς μπορεί να ζευγαρώνει και να γεννά κάθε μήνα. Μάλιστα ζευγαρώνει εκ νέου πριν γεννήσει το θηλυκό τα μικρά του με όποιο θηλυκό μπορεί. Ασφαλώς εδώ συγχέεται το κουνέλι με το λαγό. Οι φυσικές ιστορίες της αρχαιότητας  είχαν μεν σωστές παρατηρήσεις αλλά τα σφάλματα στις λεπτομέρειες είναι αρκετά. Η μήτρα του λαγού είναι δισχιδής. Όταν εμφυτεύεται το γονιμοποιημένο ωάριο στον ένα χώρο της μήτρας αρχίζει να αναπτύσσεται το έμβρυο. Μετά από 10-15 ημέρες μπορεί να προκληθεί ωορρηξία στον άλλο χώρο της μήτρας. Το νέο ωάριο μπορεί να γονιμοποιηθεί και να αρχίσει να αναπτύσσεται νέο έμβρυο με αποτέλεσμα όταν το θηλυκό σε λίγες ημέρες γεννήσει τα λαγουδάκια που έχουν αναπτυχθεί στον ένα χώρο της μήτρας, ήδη θα εγκυμονεί τα ηλικίας 15 περίπου ημερών έμβρυα στον άλλο χώρο της μήτρας. Έτσι σε χρονικό διάστημα 15 έως 20 ημερών έχουμε δύο γέννες. Έχει διαπιστωθεί ότι ο λαγός δεν ξεπερνά τις τέσσερις ή πέντε γέννες το χρόνο. Τα δύο είδη, αν και μοιάζουν σε σημαντικό βαθμό, είναι διαφορετικά στη συμπεριφορά τους. Η φράση «οὐ γὰρ ἑνὶ ἀρκεῖται γάμῳ» εκφράζει δυστυχώς χαρακτηριστικότατα τον τρόπο ερμηνείας της συμπεριφοράς των ζώων από τους αλεξανδρινούς χριστιανούς συγγραφείς με αναγωγή σε εκείνη των ανθρώπων. Ασφαλώς αυτούς δεν τους ενδιέφερε το γεγονός ότι τόσο ο λαγός όσο και το κουνέλι δεν έχουν αμυντικούς μηχανισμούς, το προσδόκιμο της ζωής τους είναι εξαιρετικά μικρό και αποτελούν τροφή για πολλά αρπακτικά. Αν δεν διέθεταν το παραπάνω αναπαραγωγικό πλεονέκτημα θα είχαν εξαφανιστεί από τον πλανήτη πολύ νωρίς και κατά συνέπεια αυτό θα προκαλούσε κλονισμό της ισορροπίας της φύσης.

Trigono_43DSC_0388

Μυοκάστορας, λίμνη Κερκίνη, Ιανουάριος 2017

Παρακάτω στο 10:7 παρουσιάζεται ένα σαρκοφάγο θηλαστικό το οποίο στην αρχαιότητα είχε προκαλέσει σύγχυση ακόμη και σε όσους ασχολήθηκαν με τη συγγραφή των φυσικών ιστοριών. Εξαιτίας της ιδιαιτερότητας της μορφολογίας των εξωτερικών γεννητικών οργάνων της ύαινας, τα οποία μοιάζουν καταπληκτικά και στα δύο φύλα, θεωρούσαν όλοι κατά την αρχαιότητα, με εξαίρεση τον Αριστοτέλη, ότι το ζώο αυτό άλλαζε φύλο κατά τα διάρκεια της ζωής του. Τις περισσότερες φορές το αποκαλούν μάλιστα ερμαφρόδιτο. Ασφαλώς το συμπέρασμα αυτό προέκυψε από επιφανειακή παρατήρηση των γεννητικών της οργάνων. Την ιδέα αυτή τη συναντάμε και σε όλα τα κείμενα της αλεξανδρινής γραμματείας στα οποία αναφέρονται διάφορα είδη της βιοποικιλότητας και ερμηνεύονται αλληγορικά με ηθικό περιεχόμενο. Με αφορμή την περίπτωση της ύαινας οι πιστοί στην Επιστολή Βαρνάβα προτρέπονται να αποφεύγουν κάθε άνθρωπο που είναι μοιχὸς και φθορεὺς. Έχει ενδιαφέρον το γεγονός ότι ο Κλήμης, ενώ δέχεται την παρατήρηση του Αριστοτέλη, χρησιμοποιώντας το Επιστολή Βαρνάβα, 10:7 συνδέει αλληγορικά την ιδιαιτερότητα αυτή της ύαινας με την ανδρική ομοφυλοφιλία.

Μια άλλη διαδεδομένη παρεξήγηση που αφορούσε το κουνάβι (γαλῆ) έδωσε τροφή σε νέα ηθική παραίνεση προς τους πιστούς. Στο 10:8 αυτοί προτρέπονται να αποφεύγουν κάθε αμαρτωλό. Στην αρχαιότητα θεωρούσαν ότι το κουνάβι συλλαμβάνει με το στόμα ή γεννά τα μικρά του από αυτό. Τα πετροκούναβα είναι από τα λίγα θηλαστικά που έχουν μια μοναδική αναπαραγωγική ιδιομορφία. Έχουν τη δυνατότητα μετά από τη σύλληψη να διατηρούν το γονιμοποιημένο έμβρυο εκτός της μήτρας για περίπου 200 με 240 ημέρες και να το εμφυτεύουν σε αυτήν συνήθως στις αρχές της επόμενης άνοιξης. Αν λοιπόν οι φυσιοδίφες της αρχαιότητας είχαν παρατηρήσει ένα τέτοιο φαινόμενο μελετώντας την ανατομία ενός θηλυκού ζώου μπορούμε να αντιληφθούμε πως περίπου θα εξηγούσαν την ιδιαιτερότητα αυτή.

DSC_8008

Μελισσοφάγος, δυτική όχθη Στρυμόνα, Μάιος 2017

Μόλις ο συγγραφέας της Επιστολής Βαρνάβα ολοκληρώσει τα παραδείγματα από τη βιοποικιλότητα, προβαίνει στην παράθεση του Ψλ. 1:1 στο 10:10 και κάνει γενικεύσεις συνδέοντας αλληγορικά τη φράση «Μακάριος ἀνήρ ὃς οὐκ ἐπορεύθη ἐν βουλῇ ἀσεβῶν» με τα ψάρια «καθὼς καὶ οἱ ἰχθύες πορεύονται ἐν σκότει εἰς τὰ βάθη» όπως αναφέρει. Στη συνέχεια κατανοεί το «οὐδὲ ἐν ὁδῷ ἁμαρτωλῶν ἔστη» με την περίπτωση των αμαρτωλών που συμπεριφέρονται όπως ο χοίρος (οἱ δοκοῦντες φοβεῖσθαι τὸν κύριον ἁμαρτάνουσιν ὡς ὁ χοῖρος). Τέλος, η φράση του ψαλμού «οὐδὲ ἐπὶ καθέδραν λοιμῶν ἐκάθισεν» παρομοιάζεται με το κούρνιασμα των αρπαχτικών πουλιών (καθὼς τὰ πετεινὰ καθήμενα εἰς ἁρπαγήν). Για τον συγγραφέα της Επιστολής Βαρνάβα το πραγματικό νόημα των διατροφικών κανόνων δεν ήταν η αποχή από συγκεκριμένες τροφές και ασφαλώς η ιουδαϊκή ερμηνεία και πρακτική είναι εσφαλμένη. Η πραγματική τους σημασία είναι η αποφυγή των αμαρτωλών εκείνων ανθρώπων που έχουν συμπεριφορά ή εμφάνιση ανάλογη των συγκεκριμένων ειδών της βιοποικιλότητας και θεωρούνται ακάθαρτα.

Πέρα από τα αρνητικά παραδείγματα που προηγήθηκαν δεν θα μπορούσε εδώ να λείπει και ένα θετικό. Ο συγγραφέας της επιστολής αποκαλύπτει το πραγματικό νόημα των μωσαϊκών διατάξεων. Συνεπώς ταυτίζει τα καθαρά ζώα που είναι δίχηλα και μηρυκαστικά με εκείνους που φοβούνται τον Κύριο, με εκείνους που μελετούν και τηρούν τις εντολές του, με εκείνους που γνωρίζουν ότι η μελέτη είναι έργο ευφροσύνης και εκείνους που αναμασούν το λόγο του Κυρίου. Από το τελευταίο είναι ξεκάθαρο πως βλέπει αλληγορικά την ιδιότητα του μηρυκασμού. Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι δε η αλληγορική κατανόηση της δίχηλης οπλής με εσχατολογικό περιεχόμενο. Αυτή δηλώνει την παρουσία του δικαίου σε αυτόν τον κόσμο και την προσδοκία της έλευσης του μελλοντικού. Φυσικά ο συγγραφέας δεν παραλείπει να σημειώσει με αντιουδαϊκό τόνο «Ἀλλὰ πόθεν ἐκείνοις ταῦτα νοῆσαι ἢ συνιέναι». Θα πρέπει επίσης να σημειώσουμε πως πουθενά στο έργο του δεν αναφέρει τη λέξη Ιουδαίος ή Ιουδαίοι. Παντού αναφέρεται σε αυτούς με προσωπικές ή δεικτικές αντωνυμίες  όπως αὐτοὶ ή ἐκείνοι. Ο συγγραφέας είναι βέβαιος πως η πραγματική κατανόηση των διατροφικών κανόνων είναι εκείνη που μόλις αυτός παρουσίασε  με τη συνδρομή της αλληγορικής ερμηνείας.

Άγιος Βασίλειος_6

Φιδαετός, λίμνη Κορώνεια, Ιούλιος 2017

Μπορούμε τώρα να καταλήξουμε σε ορισμένες συμπερασματικές σκέψεις. Όπως οι περισσότεροι ερευνητές έχουν σημειώσει, το πλέον ιδιαίτερο στοιχείο της Επιστολής Βαρνάβα είναι ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύει αρκετά στοιχεία της Π.Δ. σε σχέση με τον ιουδαϊκό νόμο. Ασφαλώς για τον συγγραφέα της μόνο η χριστιανική ερμηνεία είναι η σωστή. Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να κατανοήσουμε και τον κατάλογο με τα ακάθαρτα ζώα του κεφαλαίου 10.

Η χρήση της αλληγορικής μεθόδου ερμηνείας είναι το εργαλείο που επιτρέπει στον συγγραφέα της επιστολής να αρνηθεί την ορθότητα των βασικών συμβόλων της ιουδαϊκής ταυτότητας, όπως είναι η περιτομή, η νηστεία, τα καθαρά και ακάθαρτα ζώα, το θυσιαστικό σύστημα, η λατρεία του ναού και η αργία του Σαββάτου.

Η Επιστολή Βαρνάβα σε απόλυτη συμφωνία με τα υπόλοιπα σχετικά έργα της τάσης που αναφέραμε, χρησιμοποιεί διάφορα είδη της βιοποικιλότητας από πηγές, όπως οι μύθοι του Αισώπου, παροιμιακή σοφία και φυσικές ιστορίες. Φυσικά ως προς το υπόλοιπο υλικό βρίσκεται σε συμφωνία με τα υπόλοιπα χριστιανικά κείμενα του 2ου αι. μ.Χ., τα οποία χρησιμοποιούν εκτενώς τις βιβλικές πηγές.

Ο συγγραφέας της επιστολής επιλέγει και είδη της βιοποικιλότητας τα οποία δεν υπάρχουν στις σχετικές νομικές διατάξεις περί καθαρών και ακαθάρτων στην Π.Δ. αρκεί αυτά να εξυπηρετούν το σκοπό του.

Οι όποιες μορφολογικές ιδιαιτερότητες ορισμένων ειδών της βιοποικιλότητας στον ελληνορωμαϊκό κόσμο κατανοούνταν με διάφορους απίθανους τρόπους, ενώ λάμβαναν επίσης πάντα αρνητικό περιεχόμενο. Τα θρησκευτικά κείμενα που επέλεξαν να κάνουν χρήση αυτών, προχώρησαν παραπέρα με αναγωγές εξυπηρετώντας τις σκοπιμότητες του κάθε συγγραφέα.

Δεν έχει καμία απολύτως βάση ή προτιμότερα είναι ανήθικο να παρουσιάζονται ορισμένα ζώα ως ανήθικα. Τα παραδείγματα του λαγού, της ύαινας και τους κουναβιού που υπάρχουν τελευταία στον κατάλογο της Επιστολής Βαρνάβα μοιράζονται διάφορες ιδέες που κυκλοφορούσαν στην αρχαιότητα και είχαν αναπτυχθεί από μίξη φυσικών παρατηρήσεων, μύθων, φαντασίας και δεισιδαιμονιών.

DSC_0736

Χαλκοκουρούνες, ρέμα Μελισσουργού, Ιούλιος 2017

Η αλληγορική κατανόηση των ζώων δεν είναι συχνά ίδια σε όλα τα έργα. Παρατηρούνται ιδέες που δεν προσλαμβάνονται από τους χριστιανούς συγγραφείς και άλλες στις οποίες δείχνεται προτίμηση και μάλιστα αυτές ενισχύονται με φανταστικές εκτιμήσεις. Ο Κλήμης στην περίπτωση του λαγού για παράδειγμα, προτιμά τις παρατηρήσεις του Αριστοτέλη και δεν συμφωνεί με τον συγγραφέα της Επιστολής Βαρνάβα. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η αλληγορική ερμηνευτική παράδοση της Αλεξάνδρειας έκανε τους χριστιανούς συγγραφείς εκπροσώπους της να απομακρυνθούν αρκετά από τη ζωολογία.

Ο συγγραφέας της Επιστολής Βαρνάβα, όπως άλλωστε και οι ευαγγελιστές ή οι μεταγενέστεροι χριστιανοί συγγραφείς των πρώτων αιώνων δεν έχουν ζωολογικές γνώσεις και κυρίως δεν ενδιαφέρονταν για τα ίδια τα ζώα, τα οποία φυσικά θεωρούσαν κατώτερα του ανθρώπου. Η στωική θέση είχε επικρατήσει την εποχή που μας ενδιαφέρει. Όλοι οι παραπάνω δεν ανατρέχουν στις φυσικές ιστορίες  ή αν ορισμένοι το κάνουν, προτιμούν να ασπαστούν μυθώδεις ιδέες που συνδέονταν με συγκεκριμένα είδη της βιοποικιλότητας. Η ψύχραιμη αντίθετα θεολογική σκέψη της εποχής μας δεν έχει παρά να συμφωνήσει με τον Ψαλμωδό που παρατηρεί εύστοχα «ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα σου κύριε πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας ἐπληρώθη ἡ γῆ τῆς κτήσεώς σου» (Ψλ. 103:24).

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Μόσχος Γκουτζιούδης, Η αλληγορική ερμηνεία της βιοποικιλότητας στην Eπιστολή Βαρνάβα

Έσβησε ο φωστήρας της Θεολογίας Γεώργιος Θ. Ζαχαρόπουλος

Του Επίκουρου Καθηγητή της ΠΑΕΑΚ Εμμανουήλ Κ. Δουνδουλάκη

Δημοσιεύτηκε στην καθημερινή εφημερίδα «ΠΑΤΡΙΣ», του Ηρακλείου Κρήτης, αφ. 62,  26/8/2017, σ. 8.

«… ουχ ο καλώς αρχόμενος, ούτος τέλειος·

αλλ” ο καλώς αποτιθέμενος, ούτος δόκιμος παρά Θεώ…»

                                                       (Μέγας Βασίλειος)

Την Κυριακή 19 Αυγούστου, λίγο μετά τη δύση του ηλίου, «έσβησε» σε ηλικία 76 ετών, «ο φωστήρας» της Θεολογίας Γεώργιος Θ. Ζαχαρόπουλος, μετά από ολιγόμηνη ασθένεια και νοσηλεία σε νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης. Ο αοίδιμος διδάσκαλος στο Τμήμα Θεολογίας του Α.Π.Θ. δεν αξιώθηκε της καθηγητικής έδρας, δεν τιμήθηκε με ακαδημαϊκούς τίτλους, πλην εκείνον του Διδάκτορος. Δεν αποτιμήθηκε, δεν επιβραβεύτηκε και δε δικαιώθηκε «κατ” άνθρωπον», η επί σειρά ετών άοκνη εργατικότητα, η ευρυμάθεια και πολυμάθειά του. Συνταξιοδοτήθηκε ως Βοηθός του επίσης αοιδίμου Καθηγητού Δ. Τσάμη (γνωστικό αντικείμενο της Εκκλησιαστικής Γραμματείας – Πατρολογίας & Αγιολογίας), παρά τις λαμπρές σπουδές του στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό (Σορβόννη, κ.α.).

Είχε τη δυνατότητα να αφήσει πλούσιο συγγραφικό έργο, όμως επέλεξε να περιοριστεί σε ορισμένες μόνο δημοσιεύσεις, στη Διδακτορική του Διατριβή με θέμα: Θεοφάνης Νικαίας (; – ± 1380/1). Ο Βίος και το συγγραφικό του έργο, εκδ. ΚΒΕ, Θεσσαλονίκη 2003. Από τα δημοσιευμένα αυτά έργα του αντιλαμβάνεται ο υποψιασμένος αναγνώστης τον κραταιό επιστήμονα Ζαχαρόπουλο, το διαπρεπή θεολόγο, τον άριστο Παλαιογράφο, το δοκιμότατο φιλόλογο, το λακωνικό και ποιοτικό συγγραφέα, τον πολυμαθή και ευρυμαθή δάσκαλο. Περιφρονούσε τη συλλογή «τίτλων» σε επίπεδο γνώσεων και αδιαφορούσε για την απόδοση ή μη του δικαίου επαίνου προς το πρόσωπό του. Προτιμούσε να βοηθά τους άλλους, να προκρίνει τους άλλους, όπου διέκρινε το αξιοπρόσεκτο.

Διαβάστε το πλήρες κείμενο εδώ.

Κατηγορίες: ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Έσβησε ο φωστήρας της Θεολογίας Γεώργιος Θ. Ζαχαρόπουλος

Πνευματική Διακονία (2017) τεύχος 26, αφιέρωμα: «Το μυστήριο του Γάμου»

Πρόλογος Συντακτικής Επιτροπής

Πνευματική Διακονία 1Τό παρόν τεύχος τής Πνευματικής Διακονίας είναι αφιερωμένο στό μέγα μυστήριο τού γάμου. O γάμος είναι κοινωνία αγάπης καί μάλιστα εικόνα τής σχέσης τού Χριστού μέ τήν Εκκλησία. Τά κείμενα τού αφιερώματος προσεγγίζουν διάφορες πτυχές τού θέματος, αναδεικνύοντας τή σπουδαιότητα τού θεσμού τού γάμου καί συζητώντας, παράλληλα, ζητήματα πού αφορούν στόν γάμο, διαχρονικά καί σύγχρονα. Στό πρώτο άρθρο, «Τό μυστήριο του Γάμου στά επίσημα κείμενα τής Αγίας καί Μεγάλης Συνόδου τής Ορθοδόξου Εκκλησίας» γίνεται μία συνοπτική παρουσίαση τής διδασκαλίας τής Εκκλησίας γιά τό μυστήριο καί τόν θεσμό τού γάμου, όπως αυτή διατυπώνεται στά κείμενα τής Αγίας καί Μεγάλης Συνόδου τής Κρήτης, Ιούνιος 2016. Δέν υπάρχει αμφιβολία ότι τά κείμενα αυτά, πέρα από τό θεολογικό τους περιεχόμενο, διακρίνονται γιά τήν κοινωνική τους ευαισθησία καί τό ποιμαντικό τους ενδιαφέρον. Στή συνέχεια μέσα από τή μελέτη τού Έπ. Καθηγητή Μόσχου Γκουτζιούδη, «Τά βιβλικά αναγνώσματα τής άκολουθίας του γάμου», γίνεται ερμηνεία τού αποστολικού καί τού ευαγγελικού αναγνώσματος τής ακολουθίας τού γάμου. Μέσα από τήν ερμηνεία αυτή προβάλλεται ή σημασία πού ή Εκκλησία δίδει στό μυστήριο τού γάμου καί στήν αμοιβαιότητα στίς σχέσεις τών συζύγων.

Ενδιαφέρον είναι επίσης τό θέμα τό οποίο πραγματεύεται ο Έπ. Καθηγητής πρωτοπρ. Χρυσόστομος Νάσσης στό άρθρο του μέ τίτλο «Από τόν οίκο του πατρός στόν οίκο του Θεού. Επισημάνσεις σχετικά μέ τίς καταβολές τής ιερολογίας του γάμου». Τή σύνδεση, εξάλλου, τού μυστηρίου τού γάμου μέ τή θεία ευχαριστία, αναλύει στό επόμενο άρθρο ο Καθηγητής Παναγιώτης Σκαλτσής («Τό μυστήριο του γάμου καί η θεία ευχαριστία κατά τόν άγιο Συμεών Θεσσαλονίκης»). Τά τελετουργικά στοιχεία τής ακολουθίας τού γάμου μέσα άπό τήν εικονογραφική παράδοση τής Εκκλησίας παρουσιάζει στή συνέχεια ό Έπ. Καθηγητής Τρύφων Τσομπάνης, στή μελέτη του μέ τίτλο «Εικονογραφικά υπομνήματα τής ακολουθίας του γάμου στήν Παλαιοδιαθηκική καί Παλαιοχριστιανική περίοδο. Στοιχεία λειτουργικής ευταξίας». Μία κανονική πτυχή τού μυστηρίου τού γάμου καί τήν προβληματική γύρω από αυτήν αναλύει στό άρθρο «Ό γάμος μετά τήν χειροτονία» ο Καθηγητής Κανονικού Δικαίου Θεόδωρος Γιάγκου. Στό τελευταίο άρθρο τού αφιερώματος ο Καθηγητής πρωτοπρ. Βασίλειος Καλλιακμάνης παρουσιάζει τά «Σύγχρονα βιοηθικά προβλήματα στόν γάμο» προβάλλοντας τήν ορθόδοξη άποψη γιά τό θέμα.

Στό δεύτερο μέρος τού τεύχους αυτού παρουσιάζονται σημαντικά γεγονότα τής ζωής καί τού έργου τής Μητροπόλεώς μας (Κωνσταντίας-Αμμοχώστου).

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Α΄ Μέρος

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: Το μυστήριο του Γάμου… 1

Το μυστήριο του Γάμου στα επίσημα κείμενα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Διακόνου Νικολάου Παπαντωνίου… 2

Τα βιβλικά αναγνώσματα της ακολουθίας του γάμου, Επίκ. Καθηγητή Μόσχου Γκουτζιούδη… 9

Από τον οίκο του πατρός στον οίκο του Θεού. Επισημάνσεις σχετικά με τις καταβολές της ιερολογίας του γάμου, Επίκ. Καθηγητή Πρωτοπρ. Χρυσοστόμου Νάσση… 17

Το μυστήριο του γάμου και η θεία ευχαριστία κατά τον άγιο Συμεών Θεσσαλονίκης, Καθηγητή Παναγιώτη Σκαλτσή… 32

Εικονογραφικά υπομνήματα της ακολουθίας του γάμου στην Παλαιοδιαθηκική και Παλαιοχριστιανική περίοδο. Στοιχεία λειτουργικής ευταξίας, Επίκ. Καθηγητή Τρύφωνος Τσομπάνη… 39

Ο γάμος μετά τη χειροτονία, Καθηγητή Θεοδώρου Ξ. Γιάγκου… 76

Σύγχρονα βιοηθικά προβλήματα στον γάμο, Καθηγητή Πρωτοπρ. Βασίλειου Καλλιακμάνη… 86

Μπορείτε να διαβάσετε το πλήρες κείμενο κάθε άρθρου εδώ.

Κατηγορίες: ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Πνευματική Διακονία (2017) τεύχος 26, αφιέρωμα: «Το μυστήριο του Γάμου»

25o Διεθνές Οικουμενικό Συνέδριο Ορθόδοξης Πνευματικότητας με θέμα: «Το δώρο της Φιλοξενίας»

16_11_09_banner_web

Το 25o Διεθνές Οικουμενικό Συνέδριο Ορθόδοξης Πνευματικότητας με θέμα: «Το δώρο της Φιλοξενίας» διοργανώνεται στο μοναστήρι του Bose της Ιταλίας στις 6-9 Σεπτεμβρίου του 2017. Το φετινό συνέδριο θα λαμπρύνουν με την παρουσία τους ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος και ο Πάπας και Πατριάρχης Αλεξανδρείας κ. Θεόδωρος. Από το Τμήμα Θεολογίας ομιλητές είναι οι καθηγητές Χρυσόστομος Σταμούλης και Φώτιος Ιωαννίδης. Δείτε το αναλυτικό πρόγραμμα του Συνεδρίου.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο 25o Διεθνές Οικουμενικό Συνέδριο Ορθόδοξης Πνευματικότητας με θέμα: «Το δώρο της Φιλοξενίας»

Πανελλήνια Συνάντηση Θεολόγων με θέμα: «Ορθόδοξη Εκκλησία και ταυτότητες στο σύγχρονο κόσμο»

1Ο Πανελλήνιος Θεολογικός Σύνδεσμος «ΚΑΙΡΟΣ για την αναβάθμιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης» σας καλεί σε Πανελλήνια Συνάντηση Θεολόγων, από τις 6 έως 8 Οκτωβρίου 2017 στην Αθήνα, Ελληνογαλλική Σχολή Ουρσουλινών (Ψυχάρη 10, Ν. Ψυχικό) με σκοπό τη συνάντηση θεολόγων από όλα τα μέρη της Ελλάδας με θέμα: Ορθόδοξη Εκκλησία και ταυτότητες στο σύγχρονο κόσμο. Πίσω από τη διαμάχη για τα Θρησκευτικά βρίσκεται ένας ευρύτερος φόβος μήπως σ’ έναν κόσμο ραγδαίων αλλαγών χάνεται η ταυτότητά μας: εθνική, πολιτιστική, θρησκευτική, κ.ά. μέσα σε μια παγκόσμια χοάνη. Από την Εκκλησία επιζητείται ν’ αποτελέσει ανάχωμα. Να οριοθετήσει με θεολογικό λόγο το «δικό μας» από το «ξένο», ακόμα και να προσωποποιήσει τη διαφορά ή ακόμη και να αποκλείσει την ετερότητα από μια «καθαρή» κοινωνία πιστών.

Είναι, όμως, αυτός ο ρόλος της Εκκλησίας; Είναι η ταυτότητα του Χριστιανού κάτι ανιστορικό και στατικό ή διαμορφώνεται διαρκώς μέσα από την παράδοση στην αγάπη του «ξένου» αποκαλυπτόμενου Θεού; Από την άλλη, είναι το σύγχρονο κράτος, η νεωτερικότητα ή και η ύστερη νεωτερικότητα εξ ορισμού ασύμβατα ή και αντίπαλα προς την ταυτότητα του Ορθόδοξου Χριστιανού; Κι ακόμα, πώς η Εκκλησία διαμορφώνει η ίδια την ταυτότητά της μέσα στη λειτουργία και τις δομές της; Πώς προσδιορίζεται ο χριστιανός στον σύγχρονο κόσμο των δικαιωμάτων, των φυλετικών ταυτοτήτων, της αντιπροσώπευσης;

Αυτά και άλλα ερωτήματα θα συζητηθούν στις στρογγυλές τράπεζες της Πανελλήνιας Συνάντησης Θεολόγων με επιστήμονες διεθνούς κύρους και θεολόγους από όλα τα μέρη της Ελλάδας. Τα συμπεράσματα των θεολογικών συζητήσεων θα ζυμωθούν και θα μετασχηματισθούν σε διδακτικές προτάσεις για τη σχολική τάξη, τις οποίες οι συνάδελφοι θα έχουν την ευκαιρία να ζήσουν στην πράξη στη διάρκεια των παιδαγωγικών εργαστηρίων της συνάντησης.

Γενική συμμετοχή ορίζεται σε 20 Ευρώ. Νέοι/αδιόριστοι θεολόγοι, νέοι ερευνητές, φοιτητές/τριες, 10 Ευρώ. Η τιμή περιλαμβάνει φάκελο Συνεδρίου, 3 ημέρες καφέδες και γεύμα τελευταίας ημέρας, συμμετοχή σε τρία εργαστήρια και βεβαίωση παρακολούθησης και συμμετοχής.

Οι εγγραφές γίνονται με κατάθεση χρημάτων στον λογαριασμό με αρ. 474002101064797 της ALPHABANK στον οποίο θα πρέπει να φαίνεται το όνομα του καταθέτη. Κατόπιν θα αποστέλλεται στην ηλ. διεύθυνση kairos.theologoi@gmail.com ειδοποίηση είτε με σαρωμένο αντίγραφο κατάθεσης ή με το όνομα και τον αριθμό καταθετηρίου. Οι εγγραφές αρχίζουν από 25 Αυγούστου. Μπορούν να γίνουν απευθείας στη Γραμματεία την ημέρα της έναρξης, αλλά στην περίπτωση αυτή θα κοστίζουν 25 και 13 ευρώ αντίστοιχα, γιατί θα χρειαστεί επανυπολογισμός των ομάδων στα παιδαγωγικά εργαστήρια.

Το ακριβές πρόγραμμα, οι περιγραφές των παιδαγωγικών εργαστηρίων και οδηγίες μετάβασης και παραμονής στην Αθήνα θα ανακοινωθούν σύντομα.

Κατηγορίες: ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Πανελλήνια Συνάντηση Θεολόγων με θέμα: «Ορθόδοξη Εκκλησία και ταυτότητες στο σύγχρονο κόσμο»

Με αφορμή την εορτή της Παναγίας

Παναγιά

Τα Θεολογικά Δρώμενα με αφορμή την εορτή της Παναγίας αναδημοσιεύουν ορισμένες από τις εισηγήσεις που πραγματοποιήθηκαν στο 14o Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο της Ελληνικής Εταιρείας Βιβλικών Σπουδών με θέμα: «Το πρόσωπο της Μητέρας του Χριστού στην Αγία Γραφή», το οποίο διοργανώθηκε στις Σέρρες κατά το χρονικό διάστημα 5-8 Νοεμβρίου 2016 και φιλοξενήθηκε από την Ιερά Μητρόπολη Νιγρίτης και Σερρών.

Μιλτιάδης Κωνσταντίνου, Ο ρόλος της Μητέρας του Ιησού Χριστού στην Ιστορία της Θείας Οικονομίας

Άννα Κόλτσιου-Νικήτα, Η Μητέρα του Χριστού «παρὰ τῷ Σταυρῷ» (Ιω 19,25): Βιβλική περιγραφή και ποιητικός μετασχηματισμός στην υμνογραφία της Μ. Εβδομάδος

Μόσχος Γκουτζιούδης, Η παρουσία της Μαρίας στον γενεαλογικό κατάλογο του Ματθαίου και η αντίληψη περί της εκ παρθένου γέννησης του Ιησού

Χαράλαμπος Ατματζίδης, Αποκαλύψεως 2,1.6α Μια ενδεχόμενη μαριολογική πρόσληψη

Τιμολέων Γαλάνης, Το πρόσωπο της Παναγίας στο Ταλμούδ  (Η παράδοση για τον Γιεσούα Μπεν Παντέρα). Ἡ μητέρα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ  σὲ ἀντιρρητικὰ κείμενα τοῦ ἰουδαϊκοῦ καὶ τοῦ ἐθνικοῦ κόσμου

Κατηγορίες: ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ ΑΡΘΡΑ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Με αφορμή την εορτή της Παναγίας

Θεολογικό περιοδικό Σύνθεσις (τόμος 5, τεύχος 1)

Περιεχόμενα

homepageImage_el_GRMirjam Schambeck, Για ποιον λόγο οι μετανεωτερικές κοινωνίες δεν μπορούν να αρνηθούν το Μάθημα των Θρησκευτικών με συγκεκριμένη ερμηνευτική προοπτική: Θρησκειοπαιδαγωγική θεώρηση και παραδείγματα   1-19

Mirjam Schambeck, Θεολογικά Θέματα και η Διδακτική των Θρησκευτικών: Για ποιον λόγο το θεολογικό μοντέλο της Συσχέτισης (Συνάντησης) δεν έχει “ξοφλήσει”   20-40

Athanasios Stogiannidis, Το Μάθημα των Θρησκευτικών στη Δημόσια Εκπαίδευση: Ένα Μάθημα Θέσεων, Στοχασμού και Ερμηνείας    41-67

Emmanouil Chalkiadakis, The Patriarch of Alexandria Meletios Metaxakis and the Greek–Orthodox migration and mission in Africa    68-81

Alexandra Ntotsika, Αριστοτελικά νοήματα ή πράγματα;   82-87

Georgios Gaitanos, Πολιτική και Εκκλησία: Η στάση του Αρχιεπισκόπου Αμερικής κ.κ. Μιχαήλ Κωνσταντινίδη στη διαχείριση των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας    88-128

Georgios Kounnousiis, Θρησκευτική Παιδεία: η ωφέλιμος αγωγή   129-139

Pavlos Serafeim, Ο κοσμικός παράγοντας στην εκλογή Οικουμενικών Πατριαρχών κατά τη νεότερη περίοδο της ιστορίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου (1830-1948)   140-150

Johann Hausreither, A Contribution to Prof. Larentzakis‘ book “The Orthodox Church”    151-157

Richard Janus, The Wittenberg-Constantinople Negotiations in the 16th and 17th Century. A Form of Early Ecumenical Dialogue?    158-161

Stylianos Tsompanidis, Ο Οικουμενικός Λόγος του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίου    162-187

Georgios Martzelos, Η συμβολή του καθηγ. Γρηγόρη Λαρεντζάκη κατά τη συζήτηση του ρωμαϊκού κειμένου για την προέλευση του Αγ. Πνεύματος στην ελληνική και τη λατινική παράδοση (Βιέννη 1998)  188-199

Stylianos Tsompanidis, “Επαινος για την αναγόρευση του κ. Γρηγορίου Λαρεντζάκη σε Επίτιμο Διδάκτορα του Τμήματος Θεολογίας Α.Π.Θ.  193-201

Pablo Argarate, Αυστρία και Γκρατς: Ένα Επιτυχές Παράδειγμα Οικουμενικού Έργου  202-205

Βιβλιοκρισίες

Panayiotis Yfantis, Thekla Kuhnis Hertmann, Θεραπεία κάτω από σκιά. Θεραπείες στις εικόνες, θεραπεία από τις εικόνες   206-209

Μπορείτε να διαβάσετε το πλήρες κείμενο των άρθρων του περιοδικού εδώ.

Κατηγορίες: ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Θεολογικό περιοδικό Σύνθεσις (τόμος 5, τεύχος 1)

Η νέα φιλοσοφία των Θρησκευτικών – Η Καθημερινή

124

Του Απόστολου Λακασά

Με τους στίχους του Φοίβου Δεληβοριά για το τραγούδι του «Ένας ίσον Κανένας» ξεκινά η πρώτη θεματική ενότητα –με τίτλο «Ζούμε μαζί»– των Φακέλων για το μάθημα των Θρησκευτικών της Γ΄ Δημοτικού. Η αρχή αυτή σηματοδοτεί και τη φιλοσοφία των νέων προγραμμάτων σπουδών για το μάθημα, τα οποία πέρασαν από… χίλια κύματα –Εκκλησίας, πολιτικών και θεολόγων– μέχρι που να εκδοθούν στην τελική τους μορφή, που παρουσιάζει σήμερα η «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ». Ειδικότερα, κάθε Φάκελος στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου περιλαμβάνει πηγές, κείμενα αναφοράς, μαρτυρίες, σύγχρονα θεολογικά δοκίμια, υλικό της θεολογικής επιστήμης και της ορθόδοξης παράδοσης καθώς και ιδέες για διερευνητικές και βιωματικές εργασίες και δραστηριότητες.

Διαβάστε το πλήρες άρθρο εδώ.

Κατηγορίες: ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ ΑΡΘΡΑ | Ετικέτες: , , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Η νέα φιλοσοφία των Θρησκευτικών – Η Καθημερινή

Stanley Hauerwas, Η πολιτική του Ευαγγελίου, (Μετάφραση-Επίμετρο: π. Ευάγγελος Γκανάς), Βιβλιοθήκη του Κηρύγματος 5, Άρτος Ζωής, Αθήνα 2017

StanHΤα κηρύγματα του Στάνλεϋ Χάουεργουας, μεγάλου σύγχρονου Προτεστάντη θεολόγου, διαπνέονται βαθύτατα  από την πεποίθηση ότι η θεολογία είναι κατά βάση «πρακτικός λόγος», ο οποίος αποσκοπεί στη διαμόρφωση ενός λαού που να είναι όντως βασίλειον ἱεράτευμα καί ἔθνος ἅγιον, ενός λαού πού θα αφηγείται τα γεγονότα της ιστορίας της σωτηρίας σε έναν κόσμο αμήχανο από τον επικρατούντα σχετικισμό. Ο λόγος που αυτός ο λαός του Θεού πρέπει να αναλάβει την ευθύνη τούτης της αφήγησης είναι ένας και  μόνος: «Επειδή», σύμφωνα με τον τίτλο ενός κηρύγματος, «αυτό είναι η αλήθεια». Ο Stanley Hauerwas γεννήθηκε το 1940 στο Τέξας των ΗΠΑ. Σπούδασε θεολογία στο πανεπιστήμιο του Yale. Δίδαξε Χριστιανική Ηθική στα πανεπιστήμια Notre Dame και Duke. Έχει γράψει πάνω από σαράντα βιβλία και θεωρείται σήμερα ένας από τους θεολόγους με τη μεγαλύτερη επίδραση στον αγγλοσαξονικό χώρο. Η συνεισφορά του είναι σημαντική και στις τρεις κυριότερες εξελίξεις της θεολογίας τα τελευταία τριάντα χρόνια: μετα-φιλελευθερισμός, αφηγηματική θεολογία, ηθική των αρετών. Αντισυμβατικός και τολμηρός, εκφράζει μια γνήσια προφητική φωνή η οποία προτάσσει την ανάγκη η Εκκλησία να συνιστά με τη ζωή της μαρτυρία της Βασιλείας του Θεού πού έρχεται.

Κατηγορίες: ΒΙΒΛΙΑ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Stanley Hauerwas, Η πολιτική του Ευαγγελίου, (Μετάφραση-Επίμετρο: π. Ευάγγελος Γκανάς), Βιβλιοθήκη του Κηρύγματος 5, Άρτος Ζωής, Αθήνα 2017

Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα «Ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Μιχαήλ Κωνσταντινίδης. Η προσφορά του στην Εκκλησία, το Γένος και τον Ελληνισμό»

afisa_SynedrioΔιεθνές Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα «Ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Μιχαήλ Κωνσταντινίδης. Η προσφορά του στην Εκκλησία, το Γένος και τον Ελληνισμό» θα πραγματοποιηθεί στις 1-2 Σεπτεμβρίου 2017 στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Το Διεθνές αυτό Επιστημονικό Συνέδριο διοργανώνεται από τον Τομέα Εκκλησιαστικής Ιστορίας, Χριστιανικής Γραμματείας, Αρχαιολογίας και Τέχνης του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ και τελεί υπό την αιγίδα του Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου.

Δείτε εδώ το αναλυτικό πρόγραμμα του Συνεδρίου.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα «Ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Μιχαήλ Κωνσταντινίδης. Η προσφορά του στην Εκκλησία, το Γένος και τον Ελληνισμό»

Χαιρετισμός του Προέδρου του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ καθηγητή κ. Παναγιώτη Σκαλτσή στην ορκωμοσία των νέων πτυχιούχων (14 Ιουλίου 2017)

ΣκαλτσήςΘεοφιλέστατε Άγιε Αμορίου

Κύριε Κοσμήτορα

Κυρίες και κύριοι Συνάδελφοι

Κυρίες και κύριοι

Αγαπητοί νέοι πτυχιούχοι του Τμήματος Θεολογίας

Η σημερινή ημέρα είναι μεγάλη και σημαντική για τη σταδιοδρομία σας. Είναι μέρα που λαμβάνετε το Πτυχίο σας, με το οποίο βγαίνετε στην κοινωνία, για να αναδείξετε τις ικανότητές σας, να ξεδιπλώσετε την προσωπικότητά σας και να ανταγωνιστείτε στις συνθήκες της σύγχρονης πραγματικότητας. Είναι αλήθεια, αγαπητοί μου, ότι η επιστήμη την οποία σπουδάσατε αυτά τα χρόνια εξελίσσεται διαρκώς. Και αυτό σημαίνει ότι απαιτεί διαρκή παρακολούθηση των εξελίξεών της. Οι ερευνητές της Θεολογίας, όπως και κάθε επιστημονικού κλάδου, διαρκώς ανακαλύπτουν καινούρια ευρήματα και διευρύνουν τον ορίζοντα των γνώσεών της.

Αυτό φανερώνει και μια άλλη αλήθεια: Ότι το μεγάλο ταξίδι της γνώσης, αυτό που ξεκίνησε από τη θητεία σας στην υποχρεωτική εκπαίδευση και εισήλθε σε άλλο επίπεδο, όταν περάσατε στο Πανεπιστήμιο, στην πραγματικότητα δεν έχει τέλος. Ο επιστήμονας, δεν παύει να απασχολείται με αυτό που σπούδασε, αυτόν δεν παύουν να τον προβληματίζουν τα ζητήματα του κλάδου της ειδικότητάς του, αυτός δεν θα σταματήσει να εξερευνά την αλήθεια στα ερωτήματα που ταλαιπωρούν τους συνανθρώπους του.

Και βέβαια, στις περισσότερες περιπτώσεις είναι η ίδια η κοινωνία η οποία θέτει τις απαιτήσεις αυτές και όχι μόνο η αγορά εργασίας. Για παράδειγμα, οι σχέσεις της Εκκλησίας με τις ποικίλες στιγμές του κοινωνικού βίου, δημιουργούν πολλές απορίες στους συμπολίτες μας, πιστούς ή μη. Γι’ αυτό και πολύ συχνά αναζητούν μια πιο έγκυρη γνώμη, κάποιον να τους κατατοπίσει για όσα συμβαίνουν στο κοινωνικό πεδίο και αφορούν θρησκευτικά ζητήματα. Κατά κανόνα, αυτός που θα αναζητήσουν θα είναι ένας θεολόγος, και ανήκει πλέον στη δική του ευθύνη εάν θα έχει την απαιτούμενη κατάρτιση, σύνεση και νηφαλιότητα, για να ανταποκριθεί σε εκείνα που του ζητά το κοινωνικό του περιβάλλον.

Η προσπάθεια αυτή της διαρκούς επιμόρφωσης είναι πράγματι επίπονη. Είναι ανάλογη αυτής που καταβάλλατε μέχρι τώρα για να συμμετάσχετε στη σημερινή χαρά. Απαιτεί θυσίες, συγκέντρωση, σοβαρότητα και υπευθυνότητα. Είναι ένα είδος άσκησης, για να χρησιμοποιήσω έναν θεολογικό όρο. Και όπως ακριβώς η άσκηση στην παράδοση της Εκκλησίας μας σημαίνει αρχικά υποβολή σε κόπους για τη συγκρότηση μιας άρτιας προσωπικότητας και την απόλαυση αγαθών στη συνέχεια, έτσι ακριβώς και η ερευνητική διαδικασία, η διαρκής μόρφωση ισοδυναμεί με ορισμένες στερήσεις και επιμονή στη σπουδή, που θα αποφέρουν σε κάποια στιγμή τους δικούς τους καρπούς. Η Παιδεία σημαίνει παιδεμό – που μορφώνει ανθρώπους άξιους, διαμορφώνει χαρακτήρες ακέραιους και προσφέρει στο κοινωνικό σύνολο προκοπή.

Έτσι προχωρά και προοδεύει μια κοινωνία. Το βλέπετε εξάλλου σε αυτά που κατέκτησαν και συνεχίζουν να κατακτούν οι συνάδελφοί σας άλλων επιστημών, κυρίως των λεγομένων θετικών ή των επιστημών υγείας. Μέσα από εξαντλητικές προσπάθειες αναζητούν την απάντηση και τη λύση στα αινίγματα της φύσης ή στους εχθρούς που απειλούν τον ανθρώπινο οργανισμό. Στρατιές ολόκληρες απ’ αυτούς εργάζονται νύχτα και μέρα στα εργαστήριά τους και από διάφορες θέσεις, για να δρέψει μια ολόκληρη κοινωνία τα αποτελέσματα του μόχθου τους.

Και μη νομίζετε ότι με αυτούς τους ανθρώπους σάς χωρίζει κάποιο χάσμα, ότι βρίσκονται κάπου πολύ μακριά από σας. Τα τρέχοντα ρεύματα της επιστημονικής έρευνας συνολικά μιλούν για τη λεγόμενη διεπιστημονική συνεργασία. Τη συνεξέταση δηλαδή των προβλημάτων από διαφορετικές πλευρές και την έξοδό τους από την απολυτοποιημένη εξειδίκευση. Για το λόγο αυτόν ακριβώς παρατηρούμε και τη συνάντηση επιστημόνων διαφόρων προελεύσεων και ειδικοτήτων σε πολλαπλά επίπεδα και φόρα. Όπως ομολογείται εξάλλου και από υπεύθυνα επιστημονικά χείλη, η φύση των σημερινών προβλημάτων και των προκλήσεων που αντιμετωπίζει η σύγχρονη έρευνα είναι τέτοια, που χρειαζόμαστε το θεολόγο όσο και το βιολόγο, το φιλόσοφο όσο και το φυσικό, τον κοινωνιολόγο όσο και το μηχανικό. Κανείς δεν περισσεύει και του καθενός η συμβολή είναι πολύτιμη και επωφελής στην μελέτη και κατανόηση του μυστηρίου του Θεού, αλλά και του ανθρώπου.

Το αύριο λοιπόν που σας περιμένει, σημαίνει ότι σας επιφυλάσσει αυτήν ακριβώς τη συνάντηση με τους συνομηλίκους σας από τις άλλες σχολές. Να εμπνεύσετε το λόγο των Ανθρωπιστικών Επιστημών και δη αυτού της Θεολογίας στην ερευνητική αποστολή και το έργο των Θετικών Επιστημών. Μην υποτιμάτε τις γνώσεις που λάβατε: οι άλλοι τις περιμένουν και είναι χρήσιμες γι’ αυτούς. Σταθείτε με πεποίθηση και αξιοπρέπεια στο διάλογο μαζί τους: εκείνοι πρώτοι τον επιδιώκουν, όπως βλέπουμε σε διάφορες ευκαιρίες που μας καλούν (π.χ. τη Βιοηθική, τη συζήτηση για τα θέματα του περιβάλλοντος, την επιστημονική δεοντολογία κ.α.) και περιμένουν από μας «λόγον αγαθόν», «λόγον ελπίδας», παρηγοριάς και στηρίγματος στο σύγχρονο άνθρωπο και τις γενιές που μέλλονται ν’ ακολουθήσουν. Εμείς πάλι πρέπει να καταθέτουμε τη συμβολή μας με θάρρος, με παρρησία, με πληρότητα εσωτερική, να δίνουμε «λόγον παντί τω αιτούντι».

Αυτό όμως προϋποθέτει ότι είμαστε ανοιχτοί σε αυτόν το διάλογο, αλλά κυρίως ότι γνωρίζουμε καλά αυτά που ξέρουμε, ότι είμαστε επαρκείς γνώστες της δικής μας επιστήμης. Ότι, αν μη τι άλλο, μάθαμε τουλάχιστον αυτά τα χρόνια στα πανεπιστημιακά έδρανα, πώς πρέπει να ψάχνουμε για να βρούμε την αλήθεια των πραγμάτων και πόσο ανικανοποίητοι πρέπει να είαστε από τις επιδόσεις μας, ώστε να θέτουμε διαρκώς καινούριους στόχους και να τους πετυχαίνουμε.

Καλή σταδιοδρομία, θερμά συγχαρητήρια!

Κατηγορίες: ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Χαιρετισμός του Προέδρου του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ καθηγητή κ. Παναγιώτη Σκαλτσή στην ορκωμοσία των νέων πτυχιούχων (14 Ιουλίου 2017)

Περιοδικό ΘΕΟΛΟΓΙΑ (Τόμος 88, Τεύχος 1, Ιανουάριος-Μάρτιος 2017)

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

TheologiaΠΡΟΛΟΓΟΣ                5

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Ε. ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ, Χάρις, Χαρίσματα και Αξιώματα      11

ΑΡΧΙΜ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Δ. ΠΑΠΑΘΩΜΑ, Η Αντινομική διαπάλη θεσμικού και χαρισματικού στην Εκκλησία          23

ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Λ. ΤΣΙΓΚΟΥ, Ο Ιερός Χρυσόστομος ως χαρακτηριστικό παράδειγμα συνύπαρξης και συνεκδήλωσης χαρίσματος και θεσμού        47

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΡ. ΥΦΑΝΤΗ, Η αναγνώριση αγίων στην Ορθόδοξη Εκκλησία ως διάλογος μεταξύ θεσμού και χαρίσματος        67

ΔΗΜΗΓΓΡΙΟΥ Η. ΝΙΚΟΛΑΚΑΚΗ, Η διαδικασία αναγνώρισης αγίων κατά την κανονική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας              83

NENAD MILOSEVIC, Χάρισμα και θεσμός στη Θεία Ευχαριστία. Η λειτουργική διάσταση του βιβλικού όρου «Αναφορά»         135

ΖΑΜΠΙΑΣ ΑΓΡΙΜΑΚΗ, «ούκ έκ τέχνης, αλλ’ ένθεοι καί κατεχόμενοι…». Η Επικράτεια τού κανόνα και το χάρισμα έμπνευσης          155

ΘΕΟΔΩΡΟΥ Ξ. ΓΙΑΓΚΟΥ, Μέγας Φώτιος και Νικόδημος Αγιορείτης. Η συμβολή τους στην αποτύπωση του Κανονικού Συνειδότος     175

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΥ, Θεσμός και χάρισμα στην περί ποιμένα διδασκαλία της Regula Pastoralis του Γρηγορίου Διαλόγου          205

ΠΡΩΤΟΠΡ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Γ. ΜΕΛΙΣΣΑΡΗ, Διαλεκτικές ακροβασίες θεσμού και χαρίσματος στην Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία – Θεολογική καί ποιμαντικοψυχολογική θεώρηση              219

ΙΔΙΟΜΕΛΑ

ΠΛΝΑΓΙΩΤΟΥ ΑΓΤΕΛΟΠΟΥΛΟΥ, Παραβιάσεις του Μωσαϊκού Νόμου και του Ρωμαϊκού Δικαίου στη Δίκη τού Χριστού              259

ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ           283

ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΑΝΑΛΕΚΤΑ         295

ΒΙΒΛΙΟΣΤΑΣΙΟΝ       309

ΑΝΑΛΟΓΙΟΝ             315

Κατηγορίες: ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Περιοδικό ΘΕΟΛΟΓΙΑ (Τόμος 88, Τεύχος 1, Ιανουάριος-Μάρτιος 2017)

Χαράλαμπος Ατματζίδης, Οι όροι «αὐτάρκεια» και «αὐτάρκης» στην παύλεια θεολογία και την ελληνική φιλοσοφία

dsc_5283

Η ομιλία του αναπληρωτή καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ στην Ι.Μ. Βλατάδων για τον εορτασμό του Αποστόλου Παύλου

Θεοφιλέστατε,

κύριε Διευθυντά του Ιδρύματος,

κυρίες και κύριοι

Για μια ακόμη φορά συναχθήκαμε στον φιλόξενο αυτόν χώρο του Οικουμενικού Πατριαρχείου μας για να τιμήσουμε τoν «τρισμέγιστο φωστήρα» απόστολο Παύλο. Ήδη κατά τον  εσπερινό και την θεία λειτουργία η κοινότητα των πιστών αναγνώρισε και τίμησε την προσφορά του Σαούλ του «θείου αυτού σαγηνευτή των εθνών». Σε μας απομένει να επισημάνουμε λίγα ακόμη για τον  Παύλο, ψήγματα, αφιερωμένα στον μεγάλο απόστολο, ψήγματα, που συμπυκνωμένα περιέχονται στις εκφράσεις του απολυτίκιου του αγίου που μόλις ψάλαμε, και τα οποία περιγράφουν τον Σαύλο ως τον «Αθηναίων διδάσκαλο» και της «Οικουμένης αγλάισμα».

Γιατί όμως «Αθηναίων διδάσκαλο», αφού γνωρίζουμε από την περιγραφή του Λουκά ότι ο Παύλος μόνον ειρωνικά σχόλια απεκόμισε από τους φιλοσοφημένους Αθηναίους, όταν μίλησε σε αυτούς; Και γιατί «οικουμένης αγλάισμα», αφού πολλοί παραδοσιακοί χριστιανοί, της ημεδαπής και της αλλοδαπής, θεωρούν τον Παύλο ως τον νευρωτικό «new born christian», για να χρησιμοποιήσω σύγχρονη ορολογία, ο οποίος αποκηρύσσει μετά βδελυγμίας την παλιά του πίστη και αγωνίζεται με αντιεβραϊκό μένος, ως ένα είδος «Νενέκου», να στεριώσει τη νέα πίστη, τη μοναδική πίστη, την αλάνθαστη πίστη, την μη έχουσα ίχνος από τα ιουδαϊκά ψεγάδια της πατρογονικής του θρησκείας;

Φοβούμαι ή μάλλον είμαι πεπεισμένος ότι όλοι οι παραπάνω φωτογράφισαν τον Παύλο με ευρυγώνιο φακό και τον παρουσίασαν παραμορφωμένο.

Αντίθετα, η σύγχρονη έρευνα έδειξε πώς ο απόστολος Παύλος είναι και φιλοσοφημένος νους και οικουμενικός άνδρας. Φυτεύει την χριστιανική  δοξασία στο πολιτισμικό περιβάλλον της εποχής του και την ενδυναμώνει με την φιλοσοφική καβαλίνα του ελληνορωμαϊκού κόσμου. Αυτό φαίνεται όταν διαβάζουμε τόσο τις δικές του επιστολές όσο και τις επιστολές εκείνες που έγραψαν αργότερα οι μαθητές του στην Έφεσο, στο μεγάλο αυτό εργαστήρι του χριστιανισμού του πρώτου και του δεύτερου μ.Χ. αιώνα.

Αγαπητές και αγαπητοί μου,

δεν σκοπεύω να σας κουράσω. Ζητώ μόνον την υπομονή σας να σας δείξω με ένα παράδειγμα την αλήθεια των όσων παραπάνω υποστήριξα. Αναφέρομαι στην φιλοσοφική έννοια της «αυτάρκειας» και στο επίθετο «αυτάρκης», που είναι λέξεις κεντρικής σημασίας για τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό, που τότε κυριαρχούσε στον μεσογειακό χώρο, στον χώρο δηλαδή που μεγάλωσε και ανδρώθηκε και ο Σαούλ και οι συμπατριώτες του Ιουδαίοι.

Αξιοπρόσεκτο επίσης είναι ότι η έννοια «αυτάρκεια» και το επίθετο «αυτάρκης» απαντούν στην μετάφραση των Εβδομήκοντα, μόνον στα βιβλία της λεγόμενης σοφιολογικής γραμματείας[1]. Αντίθετα και οι δύο παραπάνω λέξεις χρησιμοποιούνται υπερβαλλόντως από τον μεγάλο Ιουδαίο θεολόγο και φιλόσοφο, τον  Φίλωνα από την Αλεξάνδρεια, τον άνδρα που τόσο επηρέασε την δική μας Πατερική Θεολογία.

Τα παραπάνω, δείχνουν την πνευματική οικειότητα των ελληνιστών Ιουδαίων προς τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό, οικειότητα που συνεχίζει να συντηρεί και ο χριστιανός πλέον Παύλος. Ως μέλος του πρώτου χριστιανισμού, ο Σαούλ ήλθε σ’ επαφή με τους πολιτισμούς της περιοχής και ανάπτυξε με αυτούς μια πολυδιάστατη επικοινωνία, στο πλαίσιο της οποίας προσέλαβε και ενσωμάτωσε θύραθεν αρχές και αξίες. Τα παραδείγματα είναι πολλά. Εμείς θα εξετάσουμε σήμερα πώς μέσω του αποστόλου των εθνών η αντίληψη περί αυτάρκειας της ελληνορωμαϊκής φιλοσοφίας επηρέασε τις αντιλήψεις των πρώτων χριστιανών.

Πριν όμως προχωρήσουμε στο καθεαυτό θέμα μας, λίγα λόγια για τον πολιτισμό και τον ορισμό του. Δύσκολο εγχείρημα, όταν μάλιστα αυτό επιχειρείται από έναν μη ειδικό. Γι’ αυτό καταφεύγω σε έναν από τους πολλούς διατυπωμένους ορισμούς, που οριοθετεί τον πολιτισμό ως το «το ενοποιημένο σύνολο συστημάτων, τα οποία εμπεριέχουν από τη μια μεριά συγκεκριμένες ιδέες, αισθήματα και αξίες και από την άλλη τα πρότυπα και τα παράγωγα αυτών των ιδεών, συναισθημάτων και αξιών»[2].

Εξειδικεύοντας τον παραπάνω γενικό ορισμό διαπιστώνουμε τη συνθετότητα που διακρίνει το μεσογειακό πολιτισμό[3], στο πλαίσιο του οποίου συντελείται μια κοσμογονική διασταύρωση πολλών διαφορετικών και πολλές φορές ετερόκλητων επιμέρους πολιτισμικών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων και των χριστιανικών. Έτσι ο πρώτος χριστιανισμός, καθώς συνδέεται με τον πολιτισμό της Μεσογείου, αγγίζει πολλές από τις επιμέρους πλευρές του. Αντίστοιχα, ο μεσογειακός πολιτισμός καθώς τέμνεται με τον πρώτο χριστιανισμό, επηρεάζει με τη σειρά του τις ιδέες και τις συνήθειες των πρώτων χριστιανών. Έτσι, αρχίζει και διαμορφώνεται ένας νέος πολιτισμός, ο χριστιανικός.

Η διαδικασία αυτή αλληλοσύνδεσης και αλληλεπίδρασης μεταξύ πρώτου χριστιανισμού και μεσογειακού πολιτισμού είναι περίπλοκη και πολυεπίπεδη και διαμορφώνεται με βάση την θρησκεία, την φυλετική καταγωγή, την κοινωνική θέση, την οικονομική κατάσταση, την παιδεία, και τις οπτικές ή τους τρόπους σκέψης για την ζωή και την δράση του ανθρώπου που διαθέτει ο κάθε πολιτισμός[4].

Αποτέλεσμα της παραπάνω αλληλοσύνδεσης και αλληλεπίδρασης είναι η αλλαγή που επέρχεται στον τρόπο σκέψης και δράσης του ανθρώπου. Ο πολιτισμός, επειδή από την φύση του δεν είναι στατικός,  καθώς έρχεται σε επαφή με τον πρώτο χριστιανισμό, αλλάζει και αναδιαμορφώνεται. Ο απ. Παύλος, π.χ. πριν γίνει χριστιανός ανήκε πολιτισμικά στον παραδοσιακό ιουδαϊσμό και ήταν διώκτης των χριστιανών. Όταν όμως έρχεται σε επαφή με το Ευαγγέλιο, επηρεάζεται από αυτό και μεταστρέφεται στον χριστιανισμό, διότι θεωρεί πλέον ότι ο χριστιανισμός του προσφέρει πειστικότερες εξηγήσεις σχετικά με την ζωή και τον τρόπο αναστροφής του ανθρώπου, από ό,τι ο Ιουδαϊσμός[5].

Στο παραπάνω πλαίσιο αλληλεπίδρασης μεταξύ των δύο πολιτισμών, ο πρώτος χριστιανισμός χρησιμοποιεί τις διάφορες οπτικές και το «σύστημα συμβόλων[6] του μεσογειακού πολιτισμού προκειμένου αυτός να ενταχθεί στον πολιτισμικό περίγυρο της Μεσογείου.

Αγαπητοί μου, εδώ θα περαιώσω τη γενική κοινωνική ακτινοσκόπηση της αλληλεπίδρασης μεταξύ των δύο πολιτισμών. Θα συνεχίσω όμως με το κύριο θέμα μου που είναι η εξέταση της κοινής διαπολιτισμικής έννοιας της αυτάρκειας.

Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να σημειώσω ότι ο πρώτος χριστιανισμός, κατά το στάδιο διαμόρφωσής του, ενσωμάτωσε στους κόλπους του νέους πιστούς, οι οποίοι προέρχονταν από διάφορα στρώματα της τότε κοινωνίας. Μεταξύ αυτών υπήρχαν και πολλοί ευκατάστατοι νέοι πιστοί. Ανέκυψε λοιπόν το πρόβλημα της συμβατότητας του πλούτου με την ζωή του χριστιανού, καθώς και της αναγκαιότητας και διαχείρισης του πλούτου μέσα στην χριστιανική κοινότητα. Το όλο θέμα συνδέθηκε ακόμη με τη λειτουργία της σημαντικής για τον θύραθεν αρχαιοελληνικό πολιτισμό έννοιας της «αυτάρκειας» στον πρώτο χριστιανισμό.

Αυτή η κεντρικής σημασίας έννοια της «αὐτάρκειας» και του επίθετου «αὐτάρκης» απαντούν επανειλημμένα στην αρχαιοελληνική γραμματεία. Στην Καινή Διαθήκη[7] η έννοια της «αυτάρκειας» απαντά δύο φορές, στο Β΄ Κορ 9,8[8] και στο Α΄ Τιμ 6,6 και το επίθετο «αυτάρκης» απαντά μια φορά, στο Φιλ 4,11.

Με το ουσιαστικό «αυτάρκεια» δηλώνεται «το να αρκείται κάποιος με  όσα έχει, το να ζει κάποιος άνετα από την περιουσία του και να έχει οικονομική ανεξαρτησία». Με το επίθετο  «αὐτάρκης» δηλώνεται «ο καθ᾽ εαυτόν επαρκής, αυτός που δεν έχει την ανάγκη άλλου, και ο «ικανός, ο επαρκής»[9].

Εμάς από το ευρύ αυτό εννοιολογικό φάσμα των λέξεων αυτάρκεια και αυτάρκης μας ενδιαφέρει το ατομικό, εσωτερικό και υπαρξιακό περιεχόμενο των όρων και το κοινωνικό περιεχόμενο των όρων.

Η πρώτη, η ατομική, εσωτερική και υπαρξιακή διάσταση των όρων αυτάρκης και αυτάρκεια, καθρεφτίζεται, μεταξύ των άλλων, στον φιλόσοφο Σωκράτη που χαρακτηρίζεται ότι ήταν «αὐτάρκης…καὶ σεμνός» [10]. Ο Σωκράτης δηλαδή, διέθετε την  εσωτερική αυτάρκεια, που τον απελευθέρωσε από κάθε είδους εξάρτηση. Αυτός αποτελεί πρότυπο αυτάρκη ανθρώπου, γιατί είχε κατορθώσει ν’ αναπτύξει την αρετή της αυτάρκειας, την εσωτερική δηλαδή ικανότητα του «ἀρκεῖσθαι», του να είναι κάποιος εσωτερικά ανεξάρτητος, ήρεμος, χωρίς να δέεται της βοήθειας κανενός και να έχει πετύχει «τὸ αὔταρκες ἐν παντί»[11].

H πραγμάτωση της αρετής της αυτάρκειας αποτέλεσε επίσης «το μέγα αγαθό»[12]  για τον παρεξηγημένο φιλόσοφο Επίκουρο, ο οποίος θεωρούσε ότι αυτή  οδηγεί στην πραγμάτωση της αληθινής ζωής του ανθρώπου. Αυτός, απαλλαγμένος από την αναζήτηση και απόκτηση του περιττού και υλικού καθίσταται «άοκνος», φίλεργος και προσηλωμένος στην πραγμάτωση της πραγματικής ζωής[13].

Αλλά και ο στωικός φιλόσοφος Επίκτητος αναγνωρίζει τη μεγάλη αξία της αρετής της αυτάρκειας. Αυτή, μαζί με την αρετή της σωφροσύνης, ρυθμίζει, κατά τον φιλόσοφο την καθημερινή ζωή του ανθρώπου και τον προάγει ηθικά[14].

Επιπρόσθετα όμως, ο Επίκτητος θεωρεί ότι ο άνθρωπος μπορεί να ζει μόνος, ακριβέστερα, απομονωμένος μέσα στην κοινωνία και να είναι αυτάρκης. Αυτό θα το κατορθώσει αν εφαρμόσει τα εξής τέσσερα:  Αν, πρώτα απ’ όλα δεν λάβει υπόψη του την άποψη ότι το φυσιολογικό για τους ανθρώπους είναι η κοινωνικότητα, η αμοιβαία αγάπη και οι ανθρώπινες συναναστροφές[15]. Έπειτα, αν μιμηθεί τον Δία, ο οποίος είναι οντολογικά «αυτάρκης» και λειτουργεί αυτόνομα[16]. Επίσης, αν απορρίψει την ειρήνη και την ασφάλεια που φαίνεται ότι παρέχει η ρωμαϊκή αυτοκρατορία (ο Καίσαρας), δηλαδή το τότε πολιτικό σύστημα. Αυτό, κατά τον φιλόσοφο, δεν μπορεί να λύσει οντολογικά και υπαρξιακά προβλήματα του ανθρώπου[17]. Τέλος, αν ακολουθήσει τη λογική των φιλοσόφων, η οποία προτρέπει τους ανθρώπους να κρατήσουν μια απόσταση απ’ όλα τα πράγματα, ώστε να ζουν ήσυχα και ελεύθερα απ’ όλα[18]. Αν γίνουν αυτά, ισχυρίζεται ο Επίκτητος, τότε ο άνθρωπος επιτυγχάνει την αρετή της αυτάρκειας. Αυτός είναι πλέον ελεύθερος από κάθε είδους εξωτερική εξάρτηση, η οποία θα μπορούσε να διαταράξει την εσωτερική του υπαρξιακή  αρμονία (ειρήνη)[19].

Τους παραπάνω φιλοσόφους ακολουθούν οι Κυνικοί φιλόσοφοι. Και αυτοί  αναγνωρίζουν τη μεγάλη αξία της αρετής της αυτάρκειας, ως μέσο ηθικής τελειοποίησης, και φροντίζουν να καταστούν αυτάρκεις εφαρμόζοντας μιαν απέριττη, σε όλα τα επίπεδα, ζωή[20].

Έχουμε όμως και την δεύτερη διάσταση των όρων «αυτάρκης» και «αυτάρκεια», την κοινωνική διάσταση, που διατύπωσε κατά τρόπο αυθεντικό ο μεγάλος Αριστοτέλης. Η αυτάρκεια για τον Μακεδόνα φιλόσοφο είναι ένα κατεξοχήν κοινωνικό αγαθό, είναι το ιδεώδες της οργάνωσης της πόλης. Η αυτάρκεια συντελεί στην τέλεια εναρμόνιση του μεγέθους της πόλης, του πληθυσμού και των πόρων της· τόσο η ελάττωση όσο και η υπερβολή των παραπάνω είναι πάθηση της πόλης[21]. Μέσα στην οργανωμένη αυτή πολιτική κοινωνία εκπληρώνεται και ο τελικός σκοπός της κοινωνικής διαβίωσης του ανθρώπου, η αυτάρκειά του, αφού ο καταμερισμός των έργων στο σύνολο διασφαλίζει από κάθε πλευρά τον ατομικό βίο. Συνεπώς, αποχωριζόμενο το άτομο της πολιτικής κοινωνίας παύει να είναι αύταρκες και αλλοτριώνεται. Επομένως, κατά τον Αριστοτέλη, το άτομο «αντρώνεται» πολιτικά και κοινωνικά, μόνον όταν λειτουργεί ως μέλος της πόλης. Κατά τον Αριστοτέλη μια ύπαρξη μπορεί να ζει εκτός της κοινωνικής ζωής, μόνον αν αυτή δεν μπορεί να προσαρμοστεί σε μια κοινωνική ζωή και αν η ύπαρξη αυτή δεν έχει ανάγκη να ζει σε μια οργανωμένη κοινωνία, δεν δέεται δηλαδή κανενός, γιατί είναι αυτάρκης. Αλλά τότε, σύμφωνα με την περίφημη πλέον ρήση του φιλοσόφου, αυτές οι υπάρξεις είναι «ή θηρίον ή θεός»[22]. Τέλος, άξιο προσοχής είναι ότι ο Αριστοτέλης παρομοιάζει την οργανική σύνδεση του ατόμου με την κοινωνία, εντός της οποίας πραγματώνεται η αυτάρκεια, με το ανθρώπινο σώμα, του οποίου τα μέλη είναι οργανικά ενωμένα μεταξύ τους. Αυτό δεν πρέπει να διαφύγει της προσοχής μας. Να θυμηθούμε ότι και ο απόστολος  Παύλος συνδυάζει την εικόνα του ανθρωπίνου σώματος με την χριστιανική αρετή της αγάπης, την οποία τα μέλη της χριστιανικής κοινότητας προτρέπονται ν’ ασκούν[23].

Με την τελευταίας μας αυτή επισήμανση έχουμε μια θαυμάσια ευκαιρία να μεταβούμε στην άλλη όχθη του θέματος, της σημασίας που έχει η «αυτάρκεια»  στην χριστιανική, ακριβέστερα την παύλεια σκέψη. Εδώ βέβαια δεν θα έχουμε την ευκαιρία να επιβεβαιώσουμε τον ποιητή που ισχυρίζεται ότι εμείς οι άνθρωποι «φτιάχνουμε ποιήματα με λέξεις από ποιήματα γραμμένα σ’ άλλους καιρούς από άλλους ποιητές”. Αυτό είναι πραγματικότητα. “Εμείς οι άνθρωποι, “συνεχίζουμε βάζοντας τ’ όνομά μας δίπλα σ’ άλλα ονόματα ακόμα και σ’ εκείνα που θα θέλαμε να σβήσουμε”. Όμως, εδώ θα έχουμε την ευκαιρία να επιβεβαιώσουμε ότι εμείς οι άνθρωποι και ο απόστολος Παύλος μαζί μας ότι ναι μεν  “Σφετεριζόμαστε έργα” ταυτόχρονα όμως, “τροποποιούμε σχέδια, αλλάζουμε προοπτικές κάτι καινούργιο επινοούμε φτιάχνουμε πράγματα ολότελα δικά μας αφήνοντας πάντοτε τα ίχνη μιας προγενέστερης προέλευσης”.

Στο Β΄ Κορ 9,8, λοιπόν ο απ. Παύλος, στο πλαίσιο του εράνου («λογείας») προς τους έχοντες ανάγκη χριστιανούς[24], προτρέπει τους πιστούς  να βοηθούν τους συνανθρώπους τους και τους βεβαιώνει ότι  ο Θεός, επειδή είναι η πηγή κάθε δωρεάς (χάριτος) και είναι έτοιμος να ανταποδώσει το καλό έχει την δυνατότητα να τους χορηγήσει πλουσιοπάροχα κάθε δωρεά («δυνατεῖ δὲ ὁ θεὸς πᾶσαν χάριν περισσεῦσαι εἰς ὑμᾶς») [25], ώστε αυτοί να είναι σε όλα «αυτάρκεις» και να μπορούν να προσφέρουν έμπρακτα και με το παραπάνω την αγάπης τους προς τους συνανθρώπους τους. Η αυτάρκεια λοιπόν που αναφέρει ο απόστολος στο εν λόγω χωρίο σημαίνει ξεκάθαρα την αυτάρκεια σε υλικά αγαθά[26].

Το θέμα, ως προς τη σημασία της αυτάρκειας, περιπλέκεται με την φράση που συναντούμε στο Α΄ Τιμ 6,6 , όπου ο συγγραφέας της επιστολής αναφέρει: «Ἔστιν δὲ πορισμὸς μέγας ἡ εὐσέβεια μετὰ αὐταρκείας». Τι σημαίνει άραγε στον στίχο αυτό η λέξη «αυτάρκεια».

Σημαίνει[27] την τάση που αναπτύσσει ο άνθρωπος «…ν’ ασκεί την εσωτερική ικανότητα του «ἀρκεῖσθαι» και να καθίσταται εσωτερικά ανεξάρτητος, ήρεμος και χωρίς την ανάγκη κανενός»[28], όπως ο Σωκράτης, που αναφέραμε παραπάνω;

Μήπως όμως η λέξη «αυτάρκεια» σημαίνει[29] περισσότερο την ικανοποίηση που αισθάνεται ένα άτομο να αρκείται με αυτά που έχει και να μην επιθυμεί περισσότερα; Αν η λέξη έχει αυτή τη σημασία, τότε μας θυμίζει το Πρμ 30,8, όπου ο πιστός παρακαλεί τον Θεό «πλοῦτον δὲ καὶ πενίαν μή μοι δῷς, σύνταξον δέ μοι τὰ δέοντα καὶ τὰ αὐτάρκη»[30] και το Φιλ 4,11, όπου ο απ. Παύλος αναφέρει ότι «ἐγὼ γὰρ ἔμαθον ἐν οἷς εἰμι αὐτάρκης εἶναι».

Μήπως όμως με τις παραπάνω προσλήψεις παραβλέπουμε το κοινωνικό περιεχόμενο της «αυτάρκειας;

Αγαπητοί μου, θεωρώ ότι πρέπει να λάβουμε υπόψη μας και την κοινωνική διάσταση της αυτάρκειας.  Και επιχειρηματολογώ επ’ αυτού.

Πρώτα απ’ όλα δεν πρέπει να διαφύγει της προσοχής μας ότι στη συνάφεια του κειμένου (Α΄ Τιμ 6,6-10.17-19) προβάλλονται κατεξοχήν κοινωνικές αρετές, όπως η ολιγάρκεια, η αποφυγή της φιλαργυρίας και η αγαθοεργία. Ο συγγραφέας, για να πείσει τους ακροατές του για την αξία της ολιγάρκειας, προβάλλει το επιχείρημα ότι η αυτάρκεια αντιστοιχεί πλήρως με τον τρόπο ύπαρξης του ανθρώπου στη γη. Αυτός έρχεται στη γη και φεύγει απ’ αυτή χωρίς κάποιο περιουσιακό στοιχείο (Α΄ Τιμ 6,7-8). Η διαπίστωση αυτή τον βοηθά να συνειδητοποιήσει ότι στη ζωή του χρειάζεται τα εντελώς απαραίτητα[31].

Επίσης στην ίδια συνάφεια ο συγγραφέας προβάλλει ανάλογα επιχειρήματα για να πείσει τους πιστούς να αποφεύγουν την φιλαργυρία και να κάνουν αγαθοεργίες. Ο χριστιανός αποδεχόμενος έμπρακτα τις αρετές αυτές, συμβάλλει τόσο στην αρμονική λειτουργία της κοινότητάς του, αίροντας τις κοινωνικές ανισότητες (Α΄ Τιμ 6,18), όσο και στην υπαρξιακή ολοκλήρωση και συμμετοχή του στην όντως ζωή (Α΄ Τιμ 6,9-10.19).

Στην επιστολή προς Τιμόθεον λοιπόν φαίνεται να κατανοείται η «αυτάρκεια» περισσότερο ως κοινωνική αρετή[32] και λιγότερο ως αρετή που σχετίζεται με την ατομική και την εσωτερική υπαρξιακή σφαίρα του πιστού.

Ολοκληρώνω τέλος, με το Φιλ 4,11, όπου ο απόστολος Παύλος χρησιμοποιεί τον όρο «αυτάρκης». Συγκεκριμένα εκφράζει τη μεγάλη του χαρά, επειδή γνωρίζει ότι οι χριστιανοί των Φιλίππων τον σκέφτονται πάντοτε και ενδιαφέρονται γι’ αυτόν, αν και δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να το εκδηλώσουν. Τους διαβεβαιώνει παράλληλα ότι έμαθε να αρκείται σε όσα έχει (: «οὐχ ὅτι καθ᾿ ὑστέρησιν λέγω, ἐγὼ γὰρ ἔμαθον ἐν οἷς εἰμι αὐτάρκης εἶναι»).

Ο απόστολος των εθνών τονίζει ότι η ζωή τον δίδαξε (πρβλ. Β΄ Κορ 11,23-29[33]) να είναι πάντοτε αυτάρκης. Τονίζει πώς κατόρθωσε μέσα από την καθημερινή άσκηση να καταστεί ανεξάρτητος από οποιαδήποτε εξάρτηση. Αυτό όμως δεν το πέτυχε μόνος του, αλλά με την θεία αρωγή. Ο Παύλος πιστεύει ακράδαντα ότι η επίτευξη της αυτάρκειας δεν αποτελεί καθαρά ανθρώπινο κατόρθωμα, όπως στους Στωικούς, αλλά επιτυγχάνεται με την βοήθεια του Θεού[34].

Θεοφιλέστατε,

κυρίες και κύριοι,

Παραπάνω διαπιστώσαμε πόσο ποικιλόμορφα χρησιμοποιούνται οι έννοιες «αυτάρκεια» και «αυτάρκης»  στον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό.

Επίσης είδαμε πώς ο απόστολος Παύλος και οι μαθητές του υιοθετούν τη γλώσσα της ελληνορωμαϊκής φιλοσοφίας και συγκεκριμένα τις δύο φιλοσοφικά φορτισμένες λέξεις «αυτάρκης» και «αυτάρκεια». Ταυτόχρονα αυτοί όμως μετασχηματίζουν το περιεχόμενό τους. Υιοθετούν περισσότερο την αριστοτελική πολιτικοκοινωνική σημασία τους και ταυτόχρονα τους χρωματίζουν χριστιανικά.

Για τον απόστολο Παύλο και τους μαθητές του, ο χριστιανός, αν και ζει σε μια απολυταρχικά δομημένη κοινωνία, εν τούτοις αυτός λειτουργεί ως μέλος της χριστιανικής κοινότητας, ως μέλος μιας «δημοκρατικής» και «αλληλέγγυας» κοινότητας που έχει ως πρότυπό της τον Χριστό και την πολυποίκιλη προσφορά του στον συνάνθρωπο, με αποκορύφωμα την θυσία του για την ανθρωπότητα. Μέσα στη νέα αυτή κοινότητα, η αυτοτέλεια του πιστού, πραγματώνεται με την ενεργή συμμετοχή του στα κοινά και την ανιδιοτελή  προσφορά του προς τον συνάνθρωπο.

Έτσι, τον πρώτο αιώνα μ.Χ., χάρη στον απόστολο των εθνών Παύλο, ανατέλλει ένας καινούργιος πολιτισμός, ο πολιτισμός του πρώτου χριστιανισμού, ο οποίος συνυπάρχει και συνδιαλέγεται με τους άλλους πολιτισμούς. Ο χριστιανισμός αυτός δεν προβάλλεται μέσα στην ελληνορωμαϊκή κοινωνία ως η μεγάλη και η μοναδική αλήθεια, αλλά ως η εναλλακτική πρόταση που προσφέρει στους ταλαιπωρημένους ανθρώπους της ρωμαϊκής κοινωνίας ένα νέο πρότυπο ζωής,  που έχει θεμελιωθεί πάνω στην διδασκαλία, στο έργο και κυρίως στην θυσία του Ιησού Χριστού και έχει κτιστεί με υλικά διάφορα που χρησιμοποίησαν παλιότεροι τεχνίτες,
Ιουδαίοι και εθνικοί.

Σας ευχαριστώ.

Βλατάδων

[1] Πρβλ. «αὐτάρκεια» (Σολ 5,16)· «αὐτάρκης» ( Δ´ Μακ 9,9·  Πρμ  30,8· Σειρ 5,1· 11,24· 31,28· 40, 18).

[2] P. Hiebert, Anthropological Insights for Missionaries, Grand Rapids, Baker, Michigan, 1985, 30.

[3] Βλ. και J. H. Yoder, “How H. Richard Niebuhr Reasoned: A Critique of Christ and Culture”, στο G. H. Stassen, D. M. Yeager and J. H. Yoder, ed., Authentic Transformation: A New Vision of Christ ad Culture, Nashville, 1996, 54-61.

[4] Για τις οπτικές ή τρόπους σκέψης (worldviews) βλ., μεταξύ των άλλων, C. H. Kraft, Anthropology for Christian Witness, Maryknoll, Orbis, New York, 1996, 51-68.  Σημειώνουμε ότι οι οπτικές αυτές δεν είναι ορατές με την πρώτη ματιά, όμως αυτές βοηθούν τους ανθρώπους να «δουν» και να «κατανοήσουν» τον κόσμο. Προβάλλουν π.χ. διάφορες ιστορίες με τις  οποίες δίνονται απαντήσεις για την ύπαρξη μιας ομάδας και για τον σκοπό ύπαρξής της. Τέτοια «ιστορία» είναι π.χ. η ιστορία της σωτηρίας που προσφέρει ο Θεός στους Ισραηλίτες, απελευθερώνοντάς τους από την δουλεία της Αιγύπτου. Ένα σύγχρονο παράδειγμα τέτοιας «ιστορίας» είναι το «αμερικανικό όνειρο», οπτική που κυριαρχεί στην αμερικανική κοινωνία.

[5] P. Hiebert, ό.π., 49· Ν. Τ. Wright, ‪‪ The New Testament and the people of God, Fortress Press, Minneapolis, 1992, 125.

[6] Για την συμβολική διάσταση της κοινωνίας βλ., μεταξύ άλλων, C. Geertz, The Interpretation of Cultures, New York, 1973, 3-141· C. J. Schreiter, Constructing Local Theologies, Maryknoll, Orbis, N.Y., 1985, 49-75.

[7] Οι βιβλικές παραπομπές είναι από τις κριτικές εκδόσεις της Αγίας Γραφής: H Παλαιά Διαθήκη κατά τους O” (Septuaginta), έκδοση A. Rahlfs, Stuttgart 1965 & Novum Testamentum Graece, Nestle-Aland, 27η έκδοση, Stuttgart 1993.

[8] Οι συντμήσεις των βιβλίων της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης είναι από την Αγία Γραφή που εκδίδει η Ελληνική Βιβλική Εταιρία (:Η Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη), Μετάφραση από τα πρωτότυπα κείμενα, Αθήνα, 2003, η΄).

[9] H. G. Liddell / R. Scott, A Greek-English Lexicon, Oxford 1953 (Mέγα Λεξικόν της Eλληνικής Γλώσσης, μετ. Ξ. Mόσχου και επιμ. M. Kωνσταντινίδη), Aθήναι · Βλ. και BDAG (W. Bauer / A. G. Danker, A Greek-English Lexicon of the NT, 2000 · Για την «αὐτάρκεια» στον αρχαιοελληνικό κόσμο βλ. συνοπτικά S. Meyer-Schwelling, «αὐτάρκεια», DNP (Der neue Pauli) τ. 2, 345-348. Βλ. επίσης G. Kittel, «αὐτάρκεια, αὐτάρκης», ThWNT, I, 466-467.

[10] Διογένη Λαέρτιου, Βίοι και γνώμαι των εν φιλοσοφία ευδοκιμησάντων (Vitae philosophorum), έκδ. H.S. Long, Diogenis Laertii vitae philosophorum, τ. 2, Oxford, 1964/1966, 2,24.

[11] Marcus Aurelius Antoninus, Τὰ εἰς ἑαυτόν, A. S. L. Farquharson, ed., The meditations of the emperor Marcus Aurelius, vol. 1, Oxford: Clarendon Press, 1944/1968, 1,16· βλ. και  U. Heckel,  TBLNT, 725.

[12] Βλ. Ο Επίκουρος, Άπαντα, έκδ. Φιλολογική ομάδα Κάκτου, Αθήνα 1994, 130.

[13] Βλ. Ο Επίκουρος, Άπαντα, έκδ. Φιλολογική ομάδα Κάκτου, Αθήνα 1994, 130-131, όπου ο φιλόσοφος τονίζει ότι «… οὐχ ἵνα πάντως τοῖς ὀλίγοις χρώμεθα, ἀλλ’ ὅπως ἐὰν μὴ ἔχωμεν τὰ πολλά, τοῖς ὀλίγοις χρώμεθα, πεπεισμένοι γνησίως ὅτι ἥδιστα πολυτελείας ἀπολαύουσιν οἱ ἥκιστα ταύτης δεόμενοι»· «… τὸ συνεθίζειν οὖν ἐν ταῖς ἁπλαῖς καὶ οὐ πολυτελέσι διαίταις καὶ ὑγιείας ἐστὶ συμπληρωτικὸν καὶ πρὸς τὰς ἀναγκαίας τοῦ βίου χρήσεις ἄοκνον ποιεῖ τὸν ἄνθρωπον».

[14] Βλ. Επίκτητος (κατά τον Στοβαίο), H. Schenkl, Εpicteti dissertationes ab Arriano digestae, Gnomologium Epicteteum, Leibzig 1916/1965, 481: «… Τὸ καλῶς ζῆν τοῦ πολυτελῶς διαφέρει· τὸ μὲν γὰρ ἐκ σωφροσύνης καὶ αὐταρκείας καὶ εὐταξίας καὶ κοσμιότητος καὶ εὐτελείας παραγίνεται, τὸ δὲ ἐξ ἀκολασίας καὶ τρυφῆς καὶ ἀταξίας καὶ ἀκοσμίας».

[15] Όπως χαρακτηριστικά ο φιλόσοφος αναφέρει, Διατριβαί 3,13,5, μερικοί «…οὐ γὰρ ἐπινοοῦσι διεξαγωγὴν μόνου καὶ ἀπό τινος φυσικοῦ ὁρμώμενοι, ἀπὸ τοῦ φύσει κοινωνικοῦ εἶναι καὶ φιλαλλήλου καὶ ἡδέως συναναστρέφεσθαι ἀνθρώποις».

[16] Επικτήτου, Διατριβαί 3,13,7εξ.: «…αὐτὸς ἑαυτῷ σύνεστιν καὶ ἡσυχάζει ἐφ’ ἑαυτοῦ καὶ ἐννοεῖ τὴν διοίκησιν τὴν ἑαυτοῦ οἵα ἐστὶ καὶ ἐν ἐπινοίαις γίνεται πρεπούσαις ἑαυτῷ».

[17] Επικτήτου, Διατριβαί 3,13,9εξ.: «…Ὁρᾶτε γάρ, ὅτι εἰρήνην μεγάλην ὁ Καῖσαρ ἡμῖν δοκεῖ παρέχειν, ὅτι οὐκ εἰσὶν οὐκέτι πόλεμοι οὐδὲ μάχαι οὐδὲ λῃστήρια μεγάλα οὐδὲ πειρατικά, ἀλλ’ ἔξεστιν πάσῃ ὥρᾳ ὁδεύειν, πλεῖν ἀπ’ ἀνατολῶν ἐπὶ δυσμάς. μή τι οὖν καὶ ἀπὸ πυρετοῦ δύναται ἡμῖν εἰρήνην παρασχεῖν, μή τι καὶ ἀπὸ ναυαγίου, μή τι καὶ ἀπὸ ἐμπρησμοῦ ἢ ἀπὸ σεισμοῦ ἢ ἀπὸ κεραυνοῦ; ἄγε ἀπ’ ἔρωτος; οὐ δύναται. ἀπὸ πένθους; οὐ δύναται. ἀπὸ φθόνου; οὐ δύναται. ἀπ’ οὐδενὸς ἁπλῶς τούτων».

[18] Επικτήτου, Διατριβαί 3,13,11εξ.: «…οὐ λυπηθήσεσθε, οὐκ ὀργισθήσεσθε, οὐκ ἀναγκασθήσεσθε, οὐ κωλυθήσεσθε, ἀπαθεῖς δὲ καὶ ἐλεύθεροι διάξετε ἀπὸ πάντων».

[19] Επικτήτου, Διατριβαί, 3,13,12εξ.: «…ταύτην τὴν εἰρήνην τις ἔχων… δηλαδή την ειρήνη, την … ὑπὸ τοῦ θεοῦ κεκηρυγμένην διὰ τοῦ λόγου… και όχι την ειρήνη την … κεκηρυγμένην…ὑπὸ τοῦ Καίσαρος (πόθεν γὰρ αὐτῷ ταύτην κηρύξαι;)…, τότε, αναρωτιέται ο φιλόσοφος, οὐκ ἀρκεῖται (εννοείται ο άνθρωπος) ὅταν ᾖ μόνος, ἐπιβλέπων καὶ ἐνθυμούμενος «νῦν ἐμοὶ κακὸν οὐδὲν δύναται συμβῆναι…».

[20] Ο Διογένης ο Λαέρτιος, 6,104, αναφέρει χαρακτηριστικά  για τους Κυνικούς ότι « Ἀρέσκει δ’ αὐτοῖς καὶ λιτῶς βιοῦν, αὐτάρκεσι χρωμένοις σιτίοις καὶ τρίβωσι μόνοις, πλούτου καὶ δόξης καὶ εὐγενείας καταφρονοῦσιν...».

[21] Aριστοτέλους, Πολιτικά, έκδ. W. D. Ross, Aristotelis politica, Oxford 1957,1325b. Βλ. και ό.π., 1252b: «…ἡ δ’ ἐκ πλειόνων κωμῶν κοινωνία τέλειος πόλις, ἤδη πάσης ἔχουσα πέρας τῆς αὐταρκείας ὡς ἔπος εἰπεῖν, γινομένη μὲν τοῦ ζῆν ἕνεκεν, οὖσα δὲ τοῦ εὖ ζῆν».

[22] Aριστοτέλους, Πολιτικά, 1253a «… ὅτι μὲν οὖν ἡ πόλις καὶ φύσει καὶ πρότερον ἢ ἕκαστος, δῆλον· εἰ γὰρ μὴ αὐτάρκης ἕκαστος χωρισθείς, ὁμοίως τοῖς ἄλλοις μέρεσιν ἕξει πρὸς τὸ ὅλον, ὁ δὲ μὴ δυνάμενος κοινωνεῖν ἢ μηδὲν δεόμενος δι’ αὐτάρκειαν οὐθὲν μέρος πόλεως, ὥστε ἢ θηρίον ἢ θεός. φύσει μὲν οὖν ἡ ὁρμὴ ἐν πᾶσιν ἐπὶ τὴν τοιαύτην κοινωνίαν· ὁ δὲ πρῶτος συστήσας μεγίστων ἀγαθῶν αἴτιος…».

[23] Επισημαίνουμε ότι η εικόνα του ανθρώπινου σώματος χρησιμοποιείται και από τον απ. Παύλο και μάλιστα σε παραινετικά κείμενα (Ρωμ 12,4· Α΄ Κορ 12,12-27). Και στα δύο κείμενα, αλλά ιδιαίτερα στο Ρωμ 12 η εικόνα αυτή συνδυάζεται με τη χριστιανική αρετή της αγάπης, την οποία τα μέλη της χριστιανικής κοινότητας προτρέπονται ν’ ασκούν.

[24] Για την λογεία βλ., μεταξύ των άλλων, Χ. Ατματζίδης, «Η λογεία ως πρότυπο άσκησης της αγάπης και της κοινωνικής αλληλεγγύης μεταξύ των χριστιανών», Εισήγηση στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου, Θεολογική Ημερίδα, θέμα: Εις Διακονίαν του σώματος του Χριστού, Κύπρος, 27 Σεπτεμβρίου 2012. Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό της Ι. Μ. Κωνσταντίας-Αμμοχώστου Πνευματική Διακονία, 17 (2013), 20-36· βλ. και Χ. Ατματζίδης, Καινοδιαθηκικά, εκδόσεις Ostracon, Critical Approaches to the Bible, vol. II, Θεσσαλονίκη 2014, 131-157· του ίδιου, Ερμηνευτικές και θεολογικές προσεγγίσεις στην Καινή Διαθήκη, εκδόσεις Ostracon, Critical Approaches to the Bible, vol. IV, Θεσσαλονίκη 2014, 223-249.

[25]  Για τις διάφορες θέσεις επί του θέματος βλ., μεταξύ των άλλων,  H. Windisch, Der zweite Korintherbrief, Göttingen 1924, 277· M. Theobald, Die überströmende Gnade. Studien zur einem paulinischen Motivfeld, 1982, 294 · D. Georgi, Die Armen zu gedenken. Die Geschichte der Kollekte des Paulus für Jerusalem, Neukirchen-Vluyn, 1994, 70· V. P. Furnish, II Corinthians, The Anchor Bible, New York 1984, 447-448· M. E. Thrall, 2 Corinthians 8-13, T & T Clark International, London 2004, 577-578.

[26] Έτσι η πλειονότητα των ερευνητών, όπως οι H. Windisch, ό.π., 278· M. E. Thrall, ό.π., 578-579· P. Barnett, The Second Epistle to the Corinthians, The New International Commentary on the New Testament, Michigan/ Cambridge, U. K., 438-439· F. J. Matera, II Corinthians, The New Testament Library, Westminster John Nox Press, Louisville London, 2003, 206.

[27] Έτσι, μεταξύ άλλων, οι Μ. Dibelius, Die Pastoralbriefe, HNT 13, neu bearbeitet von H. Conzelmann (Dibelius/Conzelmann), Tübingen 1955, 64-65· Ν. Brox, Die Pastoralbriefe, Regensburg 1989, 209εξ.· L. Oberlinner, Die Pastoralbriefe. Kommentar zum ersten Timotheusbrief, (HThK), τ. X1/2, Freiburg/Basel/Wien 1994, 278εξ.

[28] Ο ορισμός από τον G. Kittel, «αὐτάρκεια, αὐτάρκης», ThWNT, I, 466.

[29] Έτσι, μεταξύ άλλων, οι J. Roloff, Der erste Brief an Timotheus, Evangelisch-Katholischer Kommentar zum Neuen Tesatament XV (EKK XV), Neukirchen-Vluyn 1988, 334,εξ.· Ι. Η. Marshall, The Pastoral Epistles, The International Critical Commentary (ICC), Edinburgh 1999, 645.

[30] Βλ. και Σειρ 11,24 («μὴ εἴπῃς· αὐτάρκη μοί ἐστι»)· 31,28 («ἀγαλλίαμα καρδίας καὶ εὐφροσύνη ψυχῆς οἶνος πινόμενος ἐν καιρῷ αὐτάρκης»)· πρβλ. Δ΄ Μακ 9,9· Ψαλμ Σολ 5,18.

[31] Και οι δύο αυτοί στίχοι σχετίζονται: α) Με παλαιοδιαθηκικά χωρία. Το Α΄ Τιμ 6,7 με τα χωρία: Ιώβ 1,21· Εκ 5,14· Σολ 7,6. Το Α΄ Τιμ 6,8 με τα χωρία: Γεν 28,20· Εκ 29,21. β) Με αντίστοιχες θέσεις της ελληνιστικής ιουδαϊκής γραμματείας και της στωικής φιλοσοφίας. 1) Παράλληλα για το Α΄ Τιμ 6,7: Ο Φίλων ο Ιουδαίος, Περ τν ναφερομένων ν είδει νόμων, έκδ. L. Cohn, Philonis Alexandrini opera quae supersunt, τ. 5, Berlin 1906/1962, 1,294εξ., αναρωτιέται: «σὲ τί ποιεῖν ἁρμόττει πρὸς ἀνθρώπους; και απαντά: τὸν μηδὲν εἰς τὸν κόσμον ἀλλὰ μηδὲ σαυτὸν εἰσενηνοχότα; γυμνὸς μὲν γάρ, θαυμάσιε, ἦλθες, γυμνὸς δὲ πάλιν ἄπεις». Επίσης, ο Σενέκας στην Επιστολή 102, 24εξ., αναφέρει ότι «…αρμόζει στη φύση, όπως εμφανιστήκαμε στη γη, έτσι και να την εγκαταλείπουμε. Δεν επιτρέπεται να πάρεις μαζί σου τίποτε περισσότερο από αυτά που έχεις εισφέρει». (Το μεταφρασμένο απόσπασμα είναι από το έργο του M. Rosenbach, [Hrsg.], L. Annaeus Seneca, Philosophischen Schriften, Lateinisch u. Deutsch, Bd. 1-5, Darmstadt 1999). Η αντίληψη αυτή είναι ευρύτατα διαδεδομένη στην αρχαιότητα. Γι’ άλλα παραδείγματα από πηγές βλ. M. Dibelius, 65· I. H. Marshall, 645-646· W. Mounce, 342. 2) Παράλληλα για το Α΄ Τιμ 6,8: Ο Επίκτητος, Εγχειρίδιον, έκδ. H. Schenkl, Epikteti dissertationes ab Arriano digestae, Leibzig/Stuttgart 1916/1965, 33,7, τονίζει στους ακροατές του: «… τὰ περὶ τὸ σῶμα μέχρι τῆς χρείας ψιλῆς παραλάμβανε, οἷον τροφάς, πόμα, ἀμπεχόνην, οἰκίαν, οἰκετίαν· τὸ δὲ πρὸς δόξαν ἢ τρυφὴν ἅπαν περίγραφε». Γι’ άλλα παραδείγματα βλ. M. Dibelius, 65· I. H. Marshall, 647-649.

[32] Βλ. και Χ. Οικονόμου, ««Αυτάρκης και αυτάρκεια στους Στωικούς και στον Απόστολο Παύλο»», ο οποίος, χωρίς ν’ αναφερθεί στον Αριστοτέλη, αλλά επικαλούμενος παύλεια χωρία, τονίζει την κοινωνική διάσταση της αυτάρκειας στο Α΄ Τιμ 6,6, γράφοντας χαρακτηριστικά, ό.π., 33: «Για τον Παύλο όμως είναι αδιανόητο να υπάρχει χριστιανός αυτάρκης χωρίς να κοινωνεί την αυτάρκεια του και στον πλησίον». Βλ. επίσης Σ. Δεσπότης, Υπόμνημα στην Α΄ Τιμόθεον. Ο χριστιανισμός και η «σιωπηλή» εξακτίνωσή του στον κόσμο, Έκδ. Tremendum, Αθήνα 2014, 474-478, όπου αναφέρονται και οι δύο διαστάσεις της έννοιας της επάρκειας και ταυτόχρονα τονίζεται περισσότερο η σχέση του χωρίου με το Φιλ 4,11.

[33] Για τους καταλόγους παθημάτων του απ. Παύλου βλ., μεταξύ των άλλων, Χ. Ατματζίδης, Θεολογία της Καινής Διαθήκης, Εισαγωγή, θεολογία των παύλειων επιστολών και θεολογία της ιωάννειας γραμματείας,  εκδόσεις Ostracon, Critical Approaches to the Bible, vol. III, Θεσσαλονίκη 2014, 168-171 (γενικά) · Π. Κουκότσικα, Ο απόστολος Παύλος και η ρητορική. Μια αγαστή σύμπραξη, εκδόσεις Ostracon, Critical Approaches to the Bible, vol. VIII, Θεσσαλονίκη 2015, 126-135 (αναλυτικά).

[34] Βλ., μεταξύ των άλλων, P. T. O” Brien, The Epistle to the Philippians, The New International Greek Testament Commentary, Michigan/Cambridge, 2013, 431· G. F. Hawthorne, Philippians, Word Biblical Commentary, Vol. 43, Texas, 1983, 264· Βλ. και Χ. Οικονόμου, «Αυτάρκης και αυτάρκεια στους Στωικούς και στον Απόστολο Παύλο», 33, ο οποίος συμπεραίνει ότι «ενώ η αυτάρκεια των Στωικών έχει την έννοια της ολιγάρκειας, της λιτότητας και της επάρκειας στα λίγα υλικά μέσα που χρειάζονται για να ζήσει ο άνθρωπος, ο Παύλος ξέρει να είναι αυτάρκης και στα πολλά και στη στέρηση· «χορτάζεσθαι καὶ πεινᾶν καὶ περισσεύειν καὶ ὑστερεῖσθαι» (Φιλ 4,12).

Κατηγορίες: ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Χαράλαμπος Ατματζίδης, Οι όροι «αὐτάρκεια» και «αὐτάρκης» στην παύλεια θεολογία και την ελληνική φιλοσοφία