Διεθνής Επιστημονική Διημερίδα για τον μακαριστό λειτουργιολόγο Καθηγητή Ιωάννη Φουντούλη

FOYNTOULIS AFISSA A3Με την ευκαιρία της συμπλήρωσης δέκα χρόνων από την κοίμηση του μακαριστού Καθηγητού Ιωάννου Φουντούλη, το Τμήμα Θεολογίας διοργανώνει Διεθνή Επιστημονική Διημερίδα με θέμα «Ιωάννης Φουντούλης ως θεραπευτής της Λειτουργικής Θεολογίας». Η Διημερίδα θα πραγματοποιηθεί το διήμερο Πέμπτη και Παρασκευή, 18 και 19 Μαΐου 2017, στο Εργαστήριο Παιδαγωγικής της Θεολογικής Σχολής και εντάσσεται στο πλαίσιο των «Εκδηλώσεων Θεολογικού Λόγου και Τέχνης». Είκοσι εισηγητές διαφόρων ειδικοτήτων, από ελληνικά και ξένα πανεπιστήμια, θα έχουν την ευκαιρία να παρουσιάσουν πτυχές του έργου του Ιωάννη Φουντούλη σχετικά με τη Λειτουργική Θεολογία, μια Θεολογία που αντλεί το υλικό της από τα βιβλικά και ιστορικά δεδομένα, βιώνεται στην Εκκλησία και κηρύττει την της εσχατολογικής βασιλείας πρόγευση και εμπειρία.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Διεθνής Επιστημονική Διημερίδα για τον μακαριστό λειτουργιολόγο Καθηγητή Ιωάννη Φουντούλη

Μουσική Εκδήλωση «Ποιος Προφήτης τώρα θ’ ακουστεί;» -Δρόμοι του ελληνικού τραγουδιού

ΜΟΥΣΙΚΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ Α3Στο πλαίσιο των «Εκδηλώσεων Θεολογικού Λόγου και Τέχνης» που οργανώνει το Τμήμα Θεολογίας κατά το μήνα Μάιο, θα παρουσιαστεί μουσικό πρόγραμμα, την Πέμπτη 18 Μαΐου 2017 και ώρα 8-10 μ.μ. στην Αίθουσα Τελετών του ΑΠΘ, με σύγχρονα και παραδοσιακά τραγούδια. Στην εκδήλωση αυτή συμμετέχουν το Μουσικό Σχήμα Αιολική Οκτάβα, ένα έντεχνο παραδοσιακό συγκρότημα των Ωδείων Ταπέ με πλούσια δραστηριότητα στα μουσικά δρώμενα της εποχής μας. Συμμετέχει επίσης και ο Σύλλογος Σαρακατσαναίων φοιτητών «Ο Λεπενιώτης», που δραστηριοποιείται εδώ και 45 χρόνια με χορούς και τραγούδια από την πλούσια μουσική παράδοση των Σαρακατσαναίων. Η πρωτοβουλία αυτή φιλοδοξεί να προβάλλει την ποιοτική μουσική, να αναδείξει τη βαθειά σχέση που έχει η θεολογία με τον πολιτισμό και σε κάθε περίπτωση να τονίσει την εξωστρεφή σχέση του πανεπιστημίου και δη της Θεολογικής Σχολής με την κοινωνία.

Κατηγορίες: ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Μουσική Εκδήλωση «Ποιος Προφήτης τώρα θ’ ακουστεί;» -Δρόμοι του ελληνικού τραγουδιού

Άννα Κόλτσιου-Νικήτα, Το μοτίβο των «Δύο Οδών» και ο λειτουργικός του ρόλος στη γραμματεία της εποχής των Αποστολικών Πατέρων

Σμύρνη_79

Η εισήγηση της Καθηγήτριας του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ στο Γ’ Διεθνές Αγιολογικό Συνέδριο με θέμα: «Οἱ ἀποστολικοί πατέρες καί ἡ ἐποχή τους» που έγινε στη Σμύρνη

Η συνάντηση εθνικής-ιουδαϊκής και χριστιανικής γραμματείας

Η εποχή των αποστολικών πατέρων υπήρξε κομβικής σημασίας αρχικά για τη συνάντηση και τη συμβίωση της χριστιανικής με την εθνική και την ιουδαϊκή γραμματεία και, στη συνέχεια, για τη διαμόρφωση της ταυτότητας της χριστιανικής γραμματείας. Οι χριστιανοί συγγραφείς, μέσα από την προσπάθειά τους να αποτυπώσουν τον επαναπροσδιορισμό των αξιών και τα νέα δεδομένα που προέκυψαν, τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση, προκαλούν μια «μεταστροφή» της πολιτισμικής έκφρασης του αρχαίου κόσμου. Έτσι δημιουργείται σταδιακά μια παιδευτική γραμματεία, η οποία, ακόμη και όταν ακολουθεί τους κανόνες σύνταξης και τις αισθητικές επιλογές του εθνικού και του ιουδαϊκού περιβάλλοντος, τίθεται στην υπηρεσία της νέας θρησκείας, που διαμορφώνει τις δικές της αξίες στις κοινωνίες όπου διαδίδεται, χωρίς να αποκλείονται οι ανταλλαγές και οι αλληλεπιδράσεις, αφού οι διασταυρώσεις ήταν δεδομένες και αναπόφευκτες[1]. Ο χριστιανισμός έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην αυτοσυνειδησία των συγγραφέων, δεδομένου ότι σημαίνοντες συγγραφείς είναι μεταστραφέντες από τον ιουδαϊσμό ή τον εθνικό κόσμο.

Στην  παρούσα ανακοίνωση διερευνούμε το μοτίβο των «Δύο Οδών» και τη λειτουργία του στη γραμματεία της εποχής των αποστολικών πατέρων, κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου από την εθνική-ιουδαϊκή γραμματεία στη χριστιανική. Ειδικότερα εξετάζουμε τα έργα Επιστολή του Βαρνάβα, Διδαχή των Αποστόλων και  Ποιμήν του Ερμά.

Σμύρνη_102

Το μοτίβο των «Δύο Οδών» και το γραμματειακό του υπόβαθρο

Η επιλογή του ορθού τρόπου ζωής που οδηγεί σε περιπλανήσεις στα μονοπάτια της φιλοσοφίας ή των διαφόρων θρησκευτικών συστημάτων και το συναφές δίλημμα που αντιμετωπίζει ο άνθρωπος αποτελεί διαχρονικά έναν γραμματειακό «τόπο» που αποτυπώνεται στην ονομαζόμενη διδασκαλία των «Δύο Οδών». Το γραμματειακό υπόβαθρο αυτού του μοτίβου ανιχνεύεται σε κείμενα φιλοσοφικού, θρησκευτικού, παιδευτικού και παραινετικού χαρακτήρα τόσο της εθνικής όσο και της ιουδαϊκής γραμματείας[2].

Ι.  Εθνική γραμματεία

Στην αρχαία ελληνική σκέψη το δίλημμα της επιλογής ανάμεσα σε δύο δρόμους απαντάται σε μια σειρά κειμένων. Η πρώτη εμφάνιση του μοτίβου εντοπίζεται σε περιγραφή του Ησιόδου (7ος-8ος αι. π.Χ.), και ειδικότερα στο διδακτικό του έπος Έργα και Ημέραι. Ο ποιητής, συμβουλεύει τον αδελφό του Πέρση, να αλλάξει τρόπο ζωής, να εγκαταλείψει το δρόμο της αδικίας, που είναι εύκολος και ομαλός, και να στραφεί στο δίκαιο και την αρετή, η οποία κατοικεί σε δυσπρόσιτες κορυφές και ο δρόμος που οδηγεί σ΄αυτήν είναι δύσβατος και  ανηφορικός.[3]

Το μοτίβο επανέρχεται στην αφήγηση του σοφιστή Πρόδικου για τη συνάντηση του νεαρού Ηρακλή με την Αρετή και την Κακία, που διασώζει ο Ξενοφώντας. Η Κακία προτείνει στον Ηρακλή ένα δρόμο ευχάριστο, εύκολο και σύντομο, γεμάτο απολαύσεις, ενώ ο δρόμος που οδηγεί στην κορυφή, όπου βρίσκεται η Αρετή, είναι μακρύς και δύσβατος[4].

Στον στωϊκό φιλόσοφο Κέβητα και το έργο του Πίναξ, του 1ου αιώνα μ.Χ  συναντούμε μια ενδιαφέρουσα εκδοχή του μοτίβου των «Δύο Οδών». Σε μια άκρως παραστατική εικόνα, παρουσιάζονται να πρωταγωνιστούν δύο αλληγορικές μορφές, η Εγκράτεια και η Καρτερία, οι οποίες  προτρέπουν τους ανθρώπους να απομακρυνθούν από την πλάνη, να μετανοήσουν και να στραφούν στην οδό που οδηγεί στην αληθινή Παιδεία. Η οδός αυτή είναι στην αρχή ανηφορική και τραχεία, πετρώδης, στενή και απόκρημνη. Δεν πρέπει όμως να λιποψυχήσουν, γιατί μετά τις δυσκολίες ανοίγεται μπροστά τους η οδός της αληθινής Παιδείας που είναι «καλή τε καὶ ὁμαλὴ καὶ εὐπόρευτος καὶ καθαρὰ παντὸς κακοῦ»[5].

Μια αλληγορική εικόνα με έντονο φιλοσοφικό χρώμα, που παρουσιάζει τις δύο οδούς της νόησης, την οδό του Είναι και της αληθείας και την οδό του Μηδενός και της άγνοιας, απαντά και στον Παρμενίδη. Ο φιλόσοφος περιγράφει ένα υπερφυσικό ταξίδι προς μια ανώνυμη θεά, η οποία του υπόσχεται πως θα μάθει από αυτήν «τα πάντα» και θα τον οδηγήσει στο δρόμο της γνώσης[6].

Το γραμματειακό μοτίβο των «Δύο Οδών» λογοτεχνικά ή φιλοσοφικά επενδεδυμένο και  σε συνδυασμό με την αλληγορία, την αποκάλυψη και το όραμα, χρησιμοποιήθηκε από τους εθνικούς συγγραφείς ως έκφραση προσωπικής αναζήτησης και αυτογνωσίας ή προτροπής και μύησης άλλων στο δρόμο προς την αρετή και τη γνώση.

Κιρκιντζές_18

ΙΙ. Ιουδαϊκή γραμματεία

Το μοτίβο των «Δύο Οδών» διατρέχει την ιουδαϊκή σκέψη και παράδοση. Πλήθος σχετικών μεταφορικών εκφράσεων απαντώνται στην Παλαιά Διαθήκη. Η αρχική φόρμα σταδιακά εμπλουτίζεται υπό την επίδραση νομικών και σοφιολογικών οδηγιών, ηθικών κανόνων και απαγορεύσεων.

Η επιλογή ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο, που αντιστοιχεί στην επιλογή ανάμεσα στο καλό και το κακό, συνδέεται στο Δευτερονόμιο με την στροφή στην οδό του Κυρίου και την τήρηση των εντολών που οδηγεί στη ζωή ή με την πλάνη και τη λατρεία άλλων θεών που οδηγεί στην απώλεια. Ο θεός έδωσε στον άνθρωπο από την αρχή την ελευθερία να επιλέξει την πορεία της ζωής του:

Ιδοὺ δέδωκα πρὸ προσώπου σου σήμερον τὴν ζωήν καὶ τὸν θάνατον, τὸ ἀγαθὸν καὶ τὸ κακόν. .. διαμαρτύρομαι ὑμῖν σήμερον τόν τε οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν, τὴν ζωὴν καὶ τὸν θάνατον δέδωκα πρὸ προσώπου ὑμῶν, τὴν εὐλογίαν καὶ τὴν κατάραν· ἔκλεξαι τὴν ζωὴν σύ, ἵνα ζήσῃς σὺ καὶ τὸ σπέρμα σου[7].

Στην προφητική παράδοση, το μοτίβο των «Δύο Οδών» συνδέεται συχνά με τη μετάνοια, την αλλαγή τρόπου ζωής και την επιλογή της ορθής οδού: διορθώσατε τὰς ὁδοὺς ὑμῶν και τα επιτηδεύματα υμών[8], προτρέπει το λαό του Ισραήλ ο προφήτης Ιερεμίας. Διά στόματος του ιδίου προφήτη, ακούγεται και πάλι ο λόγος του Κυρίου για τις δύο οδούς που ανοίγονται μπροστά στον άνθρωπο:

Τάδε λέγει Κύριος: Ἰδοὺ ἐγὼ δέδωκα πρὸ προσώπου ὑμῶν τὴν ὁδὸν τῆς ζωῆς καὶ τὴν ὁδὸν τοῦ θανάτου[9].

Πλούσια είναι η παράδοση των «Δύο Οδών» στην απόκρυφη και αποκαλυπτική ιουδαϊκή γραμματεία. Με σαφή παιδαγωγική στόχευση, το μοτίβο των «Δύο Οδών», χρησιμοποιείται και στο κείμενο της Διαθήκης του Ασσήρ (1, 3-5) στο πλαίσιο της πατρικής νουθεσίας. Ο θεός έδωσε στον άνθρωπο τη δυνατότητα να αποφασίσει και να επιλέξει. Αν πάλι κάνει λάθος  και  αμαρτήσει, μπορεί να μετανοήσει:

Δύο ὁδοὺς ἔδωκεν ὁ θεὸς τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων  καὶ δύο διαβούλια καὶ δύο πράξεις καὶ δύο τρόπους καὶ δύο τέλεα.  Ὁδοὶ γάρ εἰσιν δύο, καλοῦ καὶ κακοῦ· ἐν οἷς εἰσι τὰ δύο διαβούλια ἐν στέρνοις ἡμῶν διακρίνοντα αὐτά. 5. Διὰ τοῦτο πάντα δύο εἰσίν, ἓν κατέναντι τοῦ ἑνός Ἐὰν οὖν ἡ ψυχὴ θέλει καλῶς πορευθῆναι, πάσας τὰς πράξεις αὐτῆς ποιεῖ ἐν δικαιοσύνῃ, κἂν ἁμάρτῃ, εὐθὺς μετανοεῖ. [10]

Πρόσληψη του μοτίβου των «Δύο Οδών» εντοπίζεται και στο Εγχειρίδιο Πειθαρχίας του Qumran. Η οδός του πνεύματος της αληθείας αντιπαραβάλλεται με την οδό του πνεύματος της πλάνης, μέσα από την αντίθεση φωτός και σκότους. Η διδασκαλία των «Δύο Οδών», εμπλουτισμένη με έναν κατάλογο αρετών και κακιών, χρησιμοποιείται για να εκφράσει την ηθική δυαρχία της κοινότητας των Εσσαίων. Η οδός της αληθείας φωτίζει την καρδιά του ανθρώπου και τον οδηγεί στην αληθινή δικαιοσύνη, την ταπεινοφροσύνη, τη σύνεση, τη σοφία και το αιώνιο φως. Το πνεύμα της πλάνης τον οδηγεί στην απληστία, την ασέβεια, το ψεύδος, την αφροσύνη, τη βλασφημία, και το σκότος [11].

Έφεσος_351

Χριστιανική γραμματεία

Στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες η διδασκαλία των «Δύο Οδών» απαντά ιδιαίτερα συχνά και συνιστά ένα είδος Προτρεπτικού[12] και μύησης στο μήνυμα της νέας θρησκείας. Εκτός από τα έργα Επιστολή του Βαρνάβα, Διδαχή των Αποστόλων και Ποιμήν του Ερμά, που θα μας απασχολήσουν εν προκειμένω, το μοτίβο εντοπίζεται στον Ματθαίο, στον Ιουστίνο, και στη συνέχεια στον Ωριγένη[13], αλλά και στην πρώιμη απολογητική λατινική γραμματεία[14].

Επιστολή Βαρνάβα

Η Επιστολή Βαρνάβα είναι ένα έργο ευρέως γνωστό στην πρωτοχριστιανική γραμματεία και παραδίδεται στον Σιναϊτικό κώδικα του 4ου αιώνα, ανάμεσα στο κείμενο της Αποκάλυψης του Ιωάννη και τον Ποιμένα του Ερμά.

Ο συντάκτης του είναι μεταστραφείς χριστιανός, μάλλον εξ εθνικών, και το κείμενό του διακρίνεται για το έντονο ιουδαϊκό χρώμα, χάρη στις πλούσιες  αναφορές σε κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης. (Ησαΐας, Ψαλμοί, Πεντάτευχος, Ζαχαρίας, Δανιήλ) καθώς και της αποκαλυπτικής-απόκρυφης  γραμματείας (Ενώχ, Δ΄ Έσδρα και Β΄ Βαρούχ)[15].

Μέσα σε ένα ευφρόσυνο κλίμα για την πνευματική δωρεά που ο ίδιος απολαμβάνει, ο συντάκτης ευαγγελίζεται τη γνώση αυτή και στους αποδέκτες της επιστολής, προκειμένου να τελειωθούν εν πίστει.

ὑπερευφραίνομαι … μεταδοῦναι ἀφ’ οὗ ἔλαβον, … ἐσπούδασα κατὰ μικρὸν ὑμῖν πέμπειν, ἵνα μετὰ τῆς πίστεως ὑμῶν τελείαν ἔχητε τὴν γνῶσιν[16].

Η επιστολή διακρίνεται σε δύο μέρη. Η διδασκαλία των «Δύο Οδών» βρίσκεται στο δεύτερο μέρος και συνδέεται με τη μετάδοση της γνώσης που περιέχεται στο πρώτο μέρος. Η γνώση αποτελεί την προϋπόθεση που θα οδηγήσει στην οδό του φωτός. Στην οδό του φωτός είναι τεταγμένοι φωταγωγοὶ ἄγγελοι τοῦ θεοῦ, ενώ στην οδό του σκότους ἄγγελοι του σατανά:

Μεταβῶμεν δὲ καὶ ἐπὶ ἑτέραν γνῶσιν καὶ διδαχήν.  Ὁδοὶ δύο εἰσὶν διδαχῆς καὶ ἐξουσίας, ἥ τε τοῦ φωτὸς καὶ ἡ τοῦ σκότους. διαφορὰ δὲ πολλὴ τῶν δύο ὁδῶν. ἐφ’ ἧς μὲν γάρ εἰσιν τεταγμένοι φωταγωγοὶ ἄγγελοι τοῦ θεοῦ, ἐφ’ ἧς δὲ ἄγγελοι του σατανᾶ. καὶ ὁ μέν ἐστιν κύριος ἀπὸ αἰώνων καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας, ὁ δὲ ἄρχων καιροῦ τοῦ νῦν τῆς ἀνομίας[17].

Η αντίθεση φωτός και σκότους, η παρουσία των αγγελικών δυνάμεων και εξουσιών ανακαλούν την παράδοση της ιουδαϊκής αποκαλυπτικής γραμματείας.

Μετά την πρώτη αυτή εισαγωγική γενική θέση, ακολουθεί η αναλυτική εικόνα των «Δύο Οδών», σε μορφή καταλόγου. Προηγείται η περιγραφή της οδού του φωτός που συνοδεύεται αρχικά με οδηγίες και εντολές προτρεπτικού και στη συνέχεια  αποτρεπτικού χαρακτήρα[18].

Και ακολουθεί με τον ίδιο τρόπο η συντομότερη περιγραφή της οδού του σκότους και του θανάτου[19].

Το κείμενο της επιστολής κλείνει σε κλίμα δοξολογίας και ευφροσύνης, με την προτροπή προς τους αποδέκτες που γνωρίζουν τον Κύριο να πορεύονται στο δρόμο του:

διὸ μᾶλλον ἐσπούδασα γράψαι ἀφ’ ὧν ἠδυνήθην, εἰς τὸ εὐφρᾶναι ὑμᾶς. σώζεσθε, ἀγάπης τέκνα καὶ εἰρήνης. ὁ κύριος τῆς δόξης καὶ πάσης χάριτος μετὰ τοῦ πνεύματος ὑμῶν[20].

Έφεσος_221

Μορφολογία και λειτουργία του μοτίβου

Η διδασκαλία των «Δύο Οδών» στην Επιστολή ακολουθεί μορφολογικά τριμερή φόρμα: απόλυτα δυαδική εισαγωγή -αναλυτική υπό μορφή καταλόγου έκθεση αρετών και ελαττωμάτων- καταληκτική εσχατολογική προοπτική.

Η λειτουργία του μοτίβου, το οποίο εμφανίζεται όπως σημειώθηκε παραπάνω στο δεύτερο μέρος, δείχνει να επεκτείνεται τεχνηέντως σε ολόκληρη την επιστολή, τόσο από άποψη μορφής όσο και από άποψη περιεχομένου.

Ειδικότερα, η μορφολογική συνέχεια διασφαλίζεται με την παρουσία και επανάληψη σε όλη την έκταση του κειμένου αγιογραφικών χωρίων, τα οποία περιέχουν εκφραστικά μέσα και όρους που συνδέονται με την  εικόνα της οδού και την πορεία του ανθρώπου[21]:

Παραθέτουμε ενδεικτικά:

ὃς ἔχων ὁδοῦ δικαιοσύνης γνῶσιν ἑαυτὸν εἰς ὁδὸν σκότους ἀποσυνέχει … Μακάριος ἀνήρ, ὃς οὐκ ἐπορεύθη ἐν βουλῇ ἀσεβῶν, καθὼς καὶ οἱ ἰχθύες πορεύονται ἐν σκότει εἰς τὰ βάθη· καὶ ἐν ὁδῷ ἁμαρτωλῶν οὐκ ἔστη … ὅτι ὁ δίκαιος καὶ ἐν τούτῳ τῷ κόσμῳ περιπατεῖ.

Όσον αφορά το περιεχόμενο, η παρουσία του μοτίβου στο δεύτερο μέρος συνδέεται με την παρουσία της γνώσης στο πρώτο μέρος. Η σύνδεση αυτή δεν  αποτυπώνεται μόνο τυπικά στη μεταβατική φράση που συνδέει τα δύο μέρη της επιστολής (μεταβῶμεν δὲ καὶ ἐπὶ ἑτέραν γνῶσιν καὶ διδαχήν), αλλά συνιστά επιπλέον και τον ιδεολογικό πυρήνα του κειμένου. Η επιστολή αποσκοπεί εξαρχής στη μετάδοση της γνώσης, γιατί η γνώση είναι εκείνη που φωτίζει και οδηγεί στη συνέχεια στην ορθή επιλογή μεταξύ των «Δύο Οδών» που περιγράφονται στη δεύτερη ενότητα.

Συνεπώς, η διδασκαλία των «Δύο Οδών» δεν λειτουργεί αποσπασματικά, αλλά συνοδεύει τη σκέψη του συντάκτη από την αρχή μέχρι το τέλος του κειμένου. Αν λάβουμε υπόψη την κρατούσα άποψη  ότι πρόκειται για δύο κείμενα που ενώθηκαν από ένα τρίτο πρόσωπο, θα μπορούσαμε να αποδώσουμε αυτή τη συνοχή στη δημιουργική και ουσιαστική επεξεργασία του κειμένου από το τρίτο αυτό πρόσωπο.

Σε κάθε περίπτωση, το πλέγμα αυτό της συνομιλίας ανάμεσα στα δύο δύο μέρη της επιστολής, αναδεικνύει το δομικό  ρόλο της  διδασκαλίας των «Δύο Οδών» και καθιστά έκδηλη τη γραμματειακή αυτοσυνειδησία του μεταστραφέντος «συντάκτη», ο οποίος ευαγγελίζεται στους γύρω του το φως της γνώσης αλλά και της χάρης του θεού που ο ίδιος  γνώρισε.

Σμύρνη_64

Η Διδαχή των Δώδεκα Αποστόλων ή Διδαχή Κυρίου διά των Δώδεκα Αποστόλων τοις έθνεσιν

Το έργο Η Διδαχή των Δώδεκα Αποστόλων[22] μαρτυρείται από πολλούς αρχαίους εκκλησιαστικούς συγγραφείς και ο Μ. Αθανάσιος το συγκαταλέγει μαζί με τα έργα Σοφία Σολομώντος, Τωβίτ, Εσθήρ και τον Ποιμένα του Ερμά, τα οποία απευθύνονται τοῖς ἄρτι προσερχομένοις καὶ βουλομένοις κατηχεῖσθαι τὸν τῆς εὐσεβείας λόγον.

Το έργο αρχίζει με τη διδασκαλία των «Δύο Οδών», που αποτελεί το θέμα της πρώτης ενότητας:

Ὁδοὶ δύο εἰσί, μία τῆς ζωῆς καὶ μία τοῦ θανάτου, διαφορὰ δὲ πολλὴ μεταξὺ τῶν δύο ὁδῶν[23].

Η εμβληματική αυτή εισαγωγική πρόταση σηματοδοτεί το χαρακτήρα του έργου. Απομακρύνεται από την αντίθεση φωτός και σκότους της Επιστολής του Βαρνάβα και εστιάζει στην αντίθεση ζωής και θανάτου της προφητικής παράδοσης.

Η περιγραφή της οδού της ζωής είναι εκτενέστερη από την περιγραφή της οδού του θανάτου και έχει καινοδιαθηκικό χρώμα, καθώς το περιεχόμενό της εμπλουτίζεται με πλήθος αναφορών στο κείμενο της ΚΔ (ιδιαίτερα στον Ματθαίο)[24]. Από την άποψη αυτή πρόκειται για την πρώτη ευρέως «εκχριστιανισμένη» έκφραση της διδασκαλίας των «Δύο Οδών».

Ἡ μὲν οὖν τῆς ζωῆς ἐστιν αὕτη· πρῶτον ἀγαπησεις τὸν θεὸν τὸν ποιήσαντά σε, δεύτερον τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν· πάντα δὲ ὅσα ἐὰν θελήσῃς μὴ γίνεσθαί σοι, καὶ σὺ ἄλλῳ μὴ ποίει…[25]

Η ενότητα της διδασκαλίας των «Δύο Οδών» κλείνει με την προτροπή  του συντάκτη για επαγρύπνηση, γιατί ελλοχεύει ο κίνδυνος της πλάνης και της εκτροπής, μια προτροπή που επανέρχεται και στο τέλος του έργου: Ὅρα, μὴ τίς σε πλανήσῃ ἀπὸ ταύτης τῆς ὁδοῦ τῆς διδαχῆς.

Η λειτουργία του μοτίβου

Η Διδαχή αποτελείται από τέσσερα μέρη[26]. Η διδασκαλία των «Δύο Οδών» εκτιμούμε ότι δεν περιορίζεται στην πρώτη ενότητα, όπου ανήκει, αλλά λειτουργεί, τρόπον τινά, εισαγωγικά για το δεύτερο μέρος της Διδαχής. Η φράση ταῦτα πάντα προειπόντες, με την οποία εισάγεται η δεύτερη ενότητα της Διδαχής που αναφέρεται στο βάπτισμα, επιτυγχάνει  τη μορφολογική συνοχή με το πρώτο μέρος[27].

Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα:

Περὶ δὲ τοῦ βαπτίσματος, οὕτω βαπτίσατε· ταῦτα πάντα προειπόντες, βαπτίσατε εἰς τὸ ὄνομα τοῦ πατρὸς καὶ τοῦ υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου πνεύματος ἐν ὕδατι ζῶντι.[28]

Με τη φράση αυτή δηλαδή ο μεταστραφείς συντάκτης του κειμένου εκτιμούμε ότι επιδιώκει να συνδέσει τις δύο πρώτες ενότητες: τη διδασκαλία των «Δύο Οδών», που προτρέπει στην επιλογή της οδού της ζωής, και περιέχεται στην πρώτη ενότητα, και το βάπτισμα στο ύδωρ της ζωής, το οποίο επισφραγίζει και επικυρώνει αυτή την επιλογή, και βρίσκεται στη δεύτερη ενότητα. Η αναγεννητική δράση του βαπτίσματος σηματοδοτεί την αρχή της νέας εν Χριστώ ζωής.  Επί πλέον, αυτή την περίοδο, η σύνδεση της στροφής στο χριστιανισμό με το βάπτισμα απαντά σε πολλά κείμενα ως συνθήκη εκ των ων ουκ άνευ.[29]

Επομένως, στη Διδαχή, η διδασκαλία των «Δύο Οδών», διατηρώντας τα μορφολογικά χαρακτηριστικά της, εμπλουτίζεται στο περιεχόμενο από καινοδιαθηκικές κυρίως παραδόσεις, γραπτές αλλά πιθανόν και προφορικές,  και μετασχηματίζεται σε έναν οδηγό ζωής εν Χριστώ, τον οποίο ο μεταστραφείς συντάκτης παραδίδει στους συγχρόνους του.

Καταληκτικά, εκτιμούμε ότι και στα δύο αυτά έργα, την Επιστολή Βαρνάβα και τη Διδαχή, η πρόσληψη της διδασκαλίας των «Δύο Οδών»[30], διαδραματίζει σημαίνουσα λειτουργία. Δεν συνιστά απλά έκφραση παρακαταθήκης ή έναν κώδικα ηθικής δεοντολογίας, αλλά ενσωματώνεται οργανικά, αποτελεί ένα ουσιαστικό δομικό στοιχείο που εντάσσεται λειτουργικά στο κείμενο και μετατρέπεται σε όχημα διδασκαλίας και κλήσης στη νέα πίστη, σε μια περίοδο αναζήτησης και πνευματικής συγκρότησης της πρώιμης χριστιανικής κοινότητας και διαμόρφωσης της αυτοσυνειδησίας των συγγραφέων.

Έφεσος_124

Ο Ποιμήν του Ερμά

Ο Ποιμήν του Ερμά είναι ένα έργο από το οποίο  απουσιάζουν αναφορές στην Παλαιά και την Καινή Διαθήκη[31], ενώ υπάρχουν στοιχεία της αποκαλυπτικής γραμματείας[32]. Στο έργο αυτό διαφοροποιείται, σε σχέση με τα δύο προηγούμενα, ο τρόπος με τον οποίο προσλαμβάνεται και αξιοποιείται η διδασκαλία των «Δύο Οδών».

Οι μαρτυρίες του συντάκτη του έργου για την προσωπική του πορεία προσδίδουν στο έργο έντονο αυτοβιογραφικό χαρακτήρα. Ο «Ποιμήν» είναι ο άγγελος της μετανοίας που εμφανίζεται στον Ερμά και του υπαγορεύει τις Εντολές και τις Παραβολές (συμβολικές οράσεις) τις οποίες αυτός πρέπει να διδάξει στους ανθρώπους[33]. Οι Εντολές είναι κατάλογοι με ηθικά παραγγέλματα που δομούνται σε δυαδική μορφή. Στο πλαίσιο αυτό η διδασκαλία των «Δύο Οδών» εντάσσεται στην Έκτη Εντολή, η οποία προτρέπει την τήρηση της πίστης και της εγκράτειας. Για την επίτευξη αυτού του στόχου καλείται ο αναγνώστης να ακολουθήσει την οδό της δικαιοσύνης και όχι της αδικίας.

Η οδός της αδικίας είναι στρεβλή (στραβή, εσφαλμένη), με ανηφόρες και προσκόμματα, είναι τραχεία, ακανθώδης και βλαβερή για όσους την ακολουθούν. Αντίθετα, η οδός της δικαιοσύνης είναι ορθή, ομαλή και απρόσκοπτη[34].

Οι χαρακτηρισμοί των οδών στο κείμενο αυτό, που απουσιάζουν από τα δύο προηγούμενα έργα, αλλά και από την προηγούμενη ιουδαϊκή παράδοση, ανακαλούν μάλλον την εθνική παράδοση του Ησιόδου και ιδιαίτερα του Κέβητος[35], με ελαφρώς διαφοροποιημένο εννοιολογικό φορτίο.

Οι δυσκολίες του ανηφορικού και δύσβατου δρόμου της Αρετής στον Ησίοδο, εδώ μετατρέπονται στα εμπόδια και αγκάθια  που δυσκολεύουν την πρόσβαση στο δίκαιο. Από την άλλη, αντίστοιχα ο δρόμος του δικαίου είναι ομαλός, απρόσκοπτος και απηλλαγμένος από τα αγκάθια της κακίας.

Οι αντιστοιχίες των προσδιορισμών των δύο οδών, που ανακαλεί η περιγραφή στον Ποιμένα του Ερμά, εμφαίνονται στην παράθεση των κειμένων που ακολουθεί:

Ποιμήν Ερμά:

δίκαιον ὀρθὴν ὁδὸν ἔχει, τὸ δὲ ἄδικον στρεβλήν. … ὁμαλῇ, …, ἀλλ’ ἀνοδίας καὶ προσκόμματα … καὶ τραχεῖά ἐστι καὶ ἀκανθώδης. βλαβερὰ …ὁμαλῶς καὶ ἀπροσκόπως.

Πίναξ Κέβητος:

ἀνοδίας …τραχείας…πετρώδους … ἀνάβασις στενή … καὶ κρημνούς … καλὴ  καὶ ὁμαλὴ   καὶ εὐπόρευτος καὶ καθαρὰ παντὸς κακοῦ.

Έργα και Ημέραι Ησιόδου:

λείη μὲν ὁδός, μάλα δ᾽ ἐγγύθι ναίει· … μακρὸς δὲ καὶ ὄρθιος οἶμος ἐς αὐτὴν  / καὶ τρηχὺς τὸ πρῶτον· … ῥῃδίη δὴ ἔπειτα πέλει, χαλεπή περ ἐοῦσα.

Όσον αφορά το περιεχόμενο, στον Ποιμένα του Ερμά οι «Δύο Οδοί» παρουσιάζονται ως «δύο τρόποι» ενέργειας του ανθρώπου, γεγονός που παραπέμπει στη Διαθήκη του Ασσήρ, και περαιτέρω σε μια συγγένεια με το κείμενο της Διαθήκης των 12 Πατριαρχών, και εδράζεται στην παρουσία «δύο πνευμάτων»[36].

Έφεσος_78

Μορφή και λειτουργία

Ο Ποιμήν του Ερμά, προσλαμβάνοντας στοιχεία από την εθνική και την ιουδαϊκή παράδοση των «Δύο Οδών», τη διανθίζει, κατά τα πρότυπα της ελληνικής και πυθαγόρειας γραμματείας, με μια ρητορική ηθική, ένα κατάλογο προσωποποιημένων αρετών και κακιών, που ακολουθεί δυαδική ταξινόμηση.

Η διδασκαλία των «Δύο Οδών» υπηρετεί τη βασική θέση του Ερμά ότι πηγή όλων των αρετών είναι η πίστις και συνδέεται αναπόσπαστα με την έννοια της μετάνοιας, η οποία προβάλλεται ως «σύνεσις μεγάλη»[37]. Η αυτοβιογραφική και βιωματική επένδυση του κηρύγματος της μετανοίας, ο προφητικός και αλληγορικός χαρακτήρας του έργου, δημιουργούν ένα δυναμικό γραμματειακό πλαίσιο, εντός του οποίου η διδασκαλία των «Δύο Οδών» λειτουργεί αποσπασματικά, ως μια εικονιστική παράσταση και δίχως μορφολογική συγκρότηση. Η αυτεπίγνωση του συντάκτη είναι έκδηλη και η βεβαιότητα της πίστης αποχρωματίζει το δίλημμα της επιλογής που κυριαρχούσε στο σταυροδρόμι του παρελθόντος. Η δύναμη της θέλησης με τη συνδρομή και την οικείωση του άνωθεν Πνεύματος μέσω της μετανοίας διασφαλίζουν την πνευματική αναγέννηση της νέας εν Χριστώ ύπαρξης, ενώ ο αποκαλυπτικός χαρακτήρας του έργου διασφαλίζει την αυθεντία του συντάκτη.

Έφεσος_173

Συμπερασματικά

Η χριστιανική κοινότητα και μαζί της και η χριστιανική γραμματεία μέσα από τους δρόμους της πνευματικής πορείας των Αποστολικών Πατέρων συγκροτεί μια νέα ταυτότητα. Η χριστιανική πίστη, ως σοφία καὶ δύναμις, ήταν κάτι πολύ περισσότερο από τη διανοητική σοφία και οδήγησε στη δημιουργία μιας νέας αυτεπίγνωσης που αναβαθμίζει σταδιακά τον ρόλο των συγγραφέων. Έτσι οι χριστιανοί συγγραφείς αποκτούν την αίσθηση ότι με τη μεταστροφή τους γίνονται κάτοχοι ενός ύψιστου αγαθού το οποίο στερούνται οι υπόλοιποι και θα μπορούσαν και αυτοί να το αποκτήσουν μόνο αν ενταχθούν στους κόλπους της νέας θρησκείας. Αυτή η αυτεπίγνωση καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τη στάση τους τόσο έναντι του πρώην βίου τους όσο και έναντι των εθνικών και Ιουδαίων και, όπως είναι φυσικό, διαμορφώνει τη νέα ταυτότητα της χριστιανικής γραμματείας.

‘Οσον αφορά ειδικότερα τη διδασκαλία των «Δύο Οδών» της προϋπάρχουσας εθνικής και ιουδαϊκής γραμματείας, αυτή, όπως προκύπτει από τα παραπάνω, φαίνεται να είναι καταδικασμένη να γίνει μονόδρομος και το δίλημμα της επιλογής αποχρωματίζεται: Η οδός τώρα για τη χριστιανική κοινότητα είναι μία και ταυτίζεται με τον ίδιο τον  αναστάντα Κύριο: ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή[38].

Έφεσος_268

[1] Χαρακτηριστικός είναι ο τίτλος του έργου, Tertullien et la conversion de la culture antique, Études Augustiniennes 8, Paris (VIIIe) 1972, του J-C. Fredouille, ο οποίος παρουσιάζει μέσα από μια παραστατική και αντιθετική έκθεση τη «μεταστροφή» ενός πολιτισμού, καθώς η ρητορική μετατρέπεται σε ancilla theologiae (σελ. 176). Εξίσου χαρακτηριστικός όμως είναι και ο τίτλος του H. I. Marrou, Saint Augustin et la fin de la culture antique, Paris 1938, σύμφωνα με τον οποίο η περίοδος της συνύπαρξης και αμοιβαίας αλληλεπίδρασης φαίνεται να ολοκληρώνεται με το συγγραφικό έργο του Αυγουστίνου, με το οποίο κλείνει ένα μεγάλο κεφάλαιο γραμματειακής παραγωγής και πολιτισμικής συμβίωσης δύο πνευματικών κόσμων στην Ύστερη Αρχαιότητα. 

[2] Ενδεικτικά από την πλούσια σχετική βιβλιογραφία, βλ. M.J. Suggs, “The Christian Two Ways Tradition: Its Antiquity, Form and Function,” στο  Studies in New Testament and Early Christian Literature (NTSupp., 33; ed. D.E. Aune; Leiden: Brill, 1972) 60-74· S. Brock, «The Two Ways and the Palestinian Targum,» στο A Tribute to Geza Vermes: Essays on Jewish and Christian Literature and History  (eds. P.R. Davies and R.T. White; JSOTS, 100; Sheffield: Sheffield Academic Press, 1990) 139-152· G.W.E. Nickelsburg, «Seeking the Origins of the Two Ways Traditions in Jewish and Christian Ethical Texts,» στο A  Multiform Heritage  (ed. B. Wright; Atlanta: Scholars, 1999) 95-108.

[3] Ησιόδου, Έργα και Ημέραι 286-292: Σοὶ δ᾽ ἐγὼ ἐσθλὰ νοέων ἐρέω, μέγα νήπιε Πέρση. / τὴν μέν τοι κακότητα καὶ ἰλαδόν ἐστιν ἑλέσθαι / ῥῃδίως· λείη μὲν ὁδός, μάλα δ᾽ ἐγγύθι ναίει· τῆς δ᾽ ἀρετῆς ἱδρῶτα θεοὶ προπάροιθεν ἔθηκαν ἀθάνατοι· μακρὸς δὲ καὶ ὄρθιος οἶμος ἐς αὐτὴν  / καὶ τρηχὺς τὸ πρῶτον· ἐπὴν δ᾽ εἰς ἄκρον ἵκηται, ῥῃδίη δὴ ἔπειτα πέλει, χαλεπή περ ἐοῦσα.

[4] Ξενοφώντος Απομνημονεύματα 2,1,21: ἐὰν οὖν ἐμὲ φίλην ποιησάμενος, [ἐπὶ] τὴν ἡδίστην τε καὶ ῥᾴστην ὁδὸν ἄξω σε, καὶ τῶν μὲν τερπνῶν οὐδενὸς ἄγευστος ἔσει, τῶν δὲ χαλεπῶν ἄπειρος διαβιώσῃἘννοεῖς, Ἡράκλεις, ὡς χαλεπὴν καὶ μακρὰν ὁδὸν ἐπὶ τὰς εὐφροσύνας γυνή σοι αὕτη διηγεῖται; ἐγὼ δὲ ῥᾳδίαν καὶ βραχεῖαν ὁδὸν ἐπὶ τὴν εὐδαιμονίαν ἄξω σε.

[5] Κέβητος, Πίναξ 5,15-16: ὥσπερ δι ΄ἀνοδίας τινὸς καὶ τραχείας καὶ πετρώδους εἶναι…καὶ ἀνάβασις στενὴ πάνυ καὶ κρημνοὺς ἔχουσα… καὶ ἐπαγγέλλονται αὐτοὺς καταστήσειν πρὸς τὴν ἀληθινὴν Παιδείαν καὶ δεικνύουσιν αὐτοῖς τὴν ὁδόν, ὡς ἔστι καλή τε καὶ ὀμαλὴ καὶ εὐπόρευτος καὶ καθαρὰ παντὸς κακοῦ.

[6] Εἰ δ΄ ἄγ΄ ἐγὼν ἐρέω, κόμισαι δὲ σὺ μῦθον ἀκούσας,
αἵπερ ὁδοὶ μοῦναι διζήσιός εἰσι νοῆσαι·
μὲν ὅπως ἔστιν τε καὶ ὡς οὐκ ἔστι μὴ εἶναι,
Πειθοῦς ἐστι κέλευθος· ἀληθείῃ γὰρ ὀπηδεῖ·
[5] δ΄ ὡς οὐκ ἔστιν τε καὶ ὡς χρεών ἐστι μὴ εἶναι,
τὴν δή τοι φράζω παναπευθέα ἔμμεν ἀταρπόν·
οὔτε γὰρ ἂν γνοίης τό γε μὴ ἐὸνοὐ γὰρ ἀνυστόν
οὔτε φράσαις.

[7] Δευτερονόμιο, 30, 15 και 19.  

[8] Ιερεμίας 7,3.

[9] Ιερεμίας 21,8.

[10] Testament of the Twelve Patriarchs: Asher (10) 7.5.2; Levi (3) 5.4.3. M. de Jonge, The Testaments of the Twelve Patriarchs: A Critical Edition of the Greek Text, ser. Pseudepigrapha Veteris Testamenti Graece 1.2. (Leiden, 1978). Πρβλ. αντίστοιχες αναφορές στη σοφιολογική γραμματεία: Σοφία Σειράχ 33,7-15 Διατί ἡμέρα ἡμέρας ὑπερέχει, καὶ πᾶν φῶς ἡμέρας ἐνιαυτοῦ ἀφ᾿ ἡλίου; … ἐν πλήθει ἐπιστήμης Κύριος διεχώρισεν αὐτοὺς καὶ ἠλλοίωσε τὰς ὁδοὺς αὐτῶν. … 13 ὡς πηλὸς κεραμέως ἐν χειρὶ αὐτοῦ· πᾶσαι αἱ ὁδοὶ αὐτοῦ κατὰ τὴν εὐδοκίαν αὐτοῦ·ἀπέναντι τοῦ κακοῦ τὸ ἀγαθὸν καὶ ἀπέναντι τοῦ θανάτου ζωή· οὕτως ἀπέναντι εὐσεβοῦς ἁμαρτωλός. 15 καὶ οὕτως ἔμβλεψον εἰς πάντα τὰ ἔργα τοῦ ῾Υψίστου, δύο δύο, ἓν κατέναντι τοῦ ἑνός.

[11] Ο θεός «εδημιούργησε τον άνθρωπο να κυβερνάει τον κόσμο, και όρισε γι” αυτόν δύο πνεύματα για την πορεία του μέχρι τον χρόνο της επισκέψεώς του: τα πνεύματα της αλήθειας και της πλάνης. Αυτοί που γεννιώνται από την αλήθεια προέρχονται από την πηγή του φωτός, αυτοί όμως που γεννιώνται από την πλάνη  προέρχονται από την πηγή του σκότους… Αυτές λοιπόν (είναι) οι οδοί στον κόσμο… Η οδός του πνεύματος της αληθείας … εισάγει πνεύμα ταπεινοφροσύνης και μακροθυμίας … και σύνεση και κατανόηση και δυνατή σοφία… Αλλά στο πνεύμα της πλάνης (ανήκουν) απληστία, αδράνεια των χεριών στην υπηρεσία της δικαιοσύνης, ασέβεια και ψεύδος, υπερηφάνεια και έπαρση καρδιάς, ψεύδος και απάτη, σκληρότητα και μεγάλη υποκρισία…», Γ. Γρατσέας-Σ. Αγουρίδης, Τα εσσαϊκά κείμενα του Κουμράν σε νεοελληνική απόδοση. Τα χειρόγραφα της Νεκρής θάλασσας, Αθήνα 2003, σελ. 76-77.

[12] I. Düring, Aristotles Protrepticus: An Attempt at Reconstruction, Stockholm, 1961. Μια ενδιαφέρουσα διάσταση είναι η σχέση «προτρεπτικού» και «παραινετικού» λόγου στα κείμενα της γραμματείας των πρώτων χριστιανικών αιώνων και η αλληλοεπιχώρηση μεταξύ των δύο «ειδών», βλ. σχετικές συμβολές στον τόμο  J. M. Starr και T. Engberg-Pedersen (επιμ.), Early Christian Paraenesis in Context, Βερολίνο 2005 (το δεύτερο κεφάλαιο αφορά τον ιουδαϊκό και ελληνορωμαϊκό κόσμο και το τρίτο την Καινή Διαθήκη).

[13] Και ο Ωριγένης κάνει λόγο για την ανάγκη παράθεσης και των δύο οδών, προκειμένου να επιλέξει κάποιος την βελτίστην και μάλιστα χρησιμοποιεί δύο φορές στο συγκεκριμένο χωρίο τον όρο «επιστρέφω»: Καὶ τίς ἂν ἄλλος λόγος ἐπιστρεφέστερον προσάγοι τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν τῷ εὖ ζῆν ὡς ἡ πίστις ἢ ἡ διάληψις περὶ τοῦ πάντ΄ ἐφορᾶν τὸν ἐπὶ πᾶσι θεὸν τὰ ὑφ΄ ἡμῶν λεγόμενα καὶ πραττόμενα ἀλλὰ καὶ λογιζόμενα; Παραβαλέτω γὰρ ὁ βουλόμενος ἄλλην ὁδόν͵ ἐπιστρέφουσαν ἅμα καὶ βελτιοῦσαν οὐ μόνον ἕνα που καὶ δεύτερον ἀλλ΄ ὅση δύναμις καὶ πλείστους ὅσους͵ ἵνα τις τῇ παραθέσει ἀμφοτέρων τῶν ὁδῶν ἀκριβῶς κατανοήσῃ τὸν διατιθέντα πρὸς τὸ καλὸν λόγον. Κατά Κέλσου, 4.53.22-4.53.29. Χαρακτηριστικά επίσης ο Ρουφίνος δηλώνει ότι επιλέγει να μεταφράσει τις Ομιλίες στους Ψαλμούς του Ωριγένη, γιατί δείχνουν το δρόμο πρώτα της μετάνοιας και της μεταστροφής και μετά ανοίγουν το δρόμο του εξαγνισμού και της προκοπής στη ζωή,  CCL, 20, 251.

[14] Στο Carmen Apologeticum του λατίνου απολογητή Κομμοδιανού (στ. 699) διαβάζουμε: sunt tibi praepositas duas vias: elige quam vis.

[15] Αντίθετα, περιλαμβάνει λιγότερες και έμμεσες αναφορές σε κείμενα της Καινής Διαθήκης. Βλ. σχετικά Carleton J. Paget, The Epistle of Barnabas: Outlook and Background, WUNT, 2 64, 1994, σελ. 99 κεξ.

[16] Επιστολή 1, 2-5.

[17] Επιστολή 18, 1.

[18] οὖν ὁδὸς τοῦ φωτός ἐστιν αὕτη· ἐάν τις θέλων ὁδὸν ὁδεύειν ἐπὶ τὸν ὡρισμένον τόπον, … 2. ἀγαπήσεις τὸν ποιήσαντά σε, φοβηθήσῃ τόν σε πλασαντα, δοξάσεις τόν σε λυτρωσάμενον ἐκ θανάτου·οὐ μὴ ἐγκαταλιπῃς ἐντολὰς κυρίου. 3. οὐχ ὑψώσεις σεαυτόν, ἔσῃ δὲ ταπεινόφρων κατὰ πάντα· οὐκ ἀρεῖς ἐπὶ σεαυτὸν δόξαν, Επιστολή 19, 1-3.

[19] δὲ τοῦ μέλαος ὁδός ἐστιν σκολιὰ καὶ κατάρας μεστή. ὁδὸς ἐστιν θανάτου αἰωνίου μετὰ τιμωρίας, ἐν ἐστιν τὰ ἀπολλύντα τὴ ψυχὴν αὐτῶν· εἰδωλολατρεία, θρασύτης, ὕψος δυνάμεως, ὑπόκρισις, διπλοκαρδία, μοιχεία, φόνος, ἁρπαγή, ὑπερηφανία, μαγεία, πλεονεξία, ἀφοβία θεοῦ, Επιστολή 20, 1-2.

[20] Επιστολή 21,9.

[21] Δεδομένου ότι τα περισσότερα χωρία που χρησιμοποιεί ο συντάκτης του κειμένου παρουσιάζουν ενότητα περιεχομένου και χαρακτηριστικών, δεν αποκλείει το να προέρχονται από κάποια συλλογή προφητικών ρήσεων που χρησιμοποιούνταν  από τους διδασκάλους χριστιανούς. Ίσως όμως η επιλογή και συλλογή των χωρίων να έγινε και από τον ίδιο το συντάκτη, βλ. Π. Χρήστου, Ελληνική Πατρολογία, τόμ. Β, Θεσσαλονίκη 1978, σελ. 402.

[22] Για τη μορφή του κειμένου και τις πιθανές παρεμβάσεις, βλ. Klaus Wengst, Didache, Barnabasbrief, Zweiter Clemensbrief, Schrift an Diognet, SUC 3, München, 1984 και Kurt Niederwimmer, Die Didache, KAV 1, Göttingen 1989, σελ. 38 κεξ. Επίσης  H. van de Sandt and D. Flusser (eds.), The Didache: Its Jewish Sources and Its Place in Early Judaism and Christianity,  2002, σελ.  140-190. Για τον τόπο σύνταξης του έργου βλ. Clayton N. Jefford, “The Milieu of Matthew, the Didache and Ignatius of Antioch: Agreements and Difference”, στο Humbertus W. van de Sandt (επιμ.) Matthew and the Didache: Two Documents from the same Jewish-Christian Milieu, 2006, σελ. 3 κεξ. 

[23] Κεφ. 1,1.

[24] Το μέρος που περιέχει τη διδασκαλία των Δύο Οδών περιέχει τις περισσότερες αναφορές στην Καινή Διαθήκη, βλ. σχετικά H. van de Sandt and D. Flusser (eds.),  The Didache: Its Jewish Sources and Its Place in Early Judaism and Christianity, 2002, σελ. 28. Μεταγενέστερες προσθήκες εκτιμάται ότι είναι τα τμήματα 1,3β-2,1 και 6,2-3.

[25] Ενδιαφέρον παρουσιάζει η παράθεση των δύο εντολών με το σχήμα πρώτονδεύτερον που εμφανίζεται εδώ για πρώτη φορά. Η εντολή της αγάπης προς τον πλησίον υπάρχει στην Παλαιά Διαθήκη (Λευιτ. 19,18 και Δευτερ. 6,5) και ο συνδυασμός τους στην απόκρυφη γραμματεία, βλ. H. van de Sandt and D. Flusser (eds.), ό.π., σελ. 137. Χαρακτηριστική είναι και η αρνητική διατύπωση της δεύτερης εντολής.

[26] Κεφ. 1-6: Δύο Οδοί, Κεφ. 7-10: θέματα λειτουργικά, Κεφ.11-15: εκκλησιαστική οργάνωση και διοίκηση, Κεφ.16: εσχατολογία.

[27] Διαφορετική είναι η εκτίμηση που διατυπώνει για τη φράση αυτή και τη θέση της στο κείμενο ο Π. Χρήστου, ό.π., σελ. 29.

[28] Κεφ. 7,1.

[29] Όπως συμβαίνει με τον Κυπριανό, βλ. Ά. Κόλτσιου-Νικήτα, Αυτομαρτυρίες μεταστροφής στη  γραμματεία των πρώτων χριστιανικών αιώνων, Θεσσαλονίκη 2014, 132-135 και G. Μisch, A History of Autobiography in Antiquity, τομ. 1,2, Λονδίνο 1973, σελ. 487.

[30] Διατυπώθηκε  η άποψη ότι  τα έργα αυτά άντλησαν από μια κοινή πηγή κάποιας συνοπτικής ηθικής κατήχησης την οποία είχαν οι χριστιανοί πριν από τη βάπτιση, η οποία πιθανόν στηρίχτηκε σε κάποια αντίστοιχη κατήχηση που προερχόταν από την ιουδαϊκή συναγωγή, και χρησιμοποιούνταν για τη διδασκαλία που απευθυνόταν σε προσηλύτους, βλ. Στ. Γ. Παπαδόπουλος, Πατρολογία, τόμ. Α’, Αθήνα 19822, σελ. 170-173. Ο Π. Χρήστου, Πατρολογία, ό.π., σελ. 26-28, παραθέτοντας αναλυτικά τη σχετική γραμματειακή παράδοση της θεωρίας των δύο οδών, δεν δέχεται τον περιορισμό στις ιουδαϊκές πηγές.

[31] Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν έμμεσες αναφορές ή θεολογικοί υπαινιγμοί, βλ.  Carolyn Osiek, Shepherd of Hermas: A Commentary on the Shepherd of Hermas, 1999, σελ. 4 κεξ. Μια απάντηση για την έλλειψη παραπομπής στην αγιογραφική αυθεντία θα ήταν ότι ο Ερμάς προβάλλει τη δική του προφητική αυθεντία.

[32] Βλ. την ενδιαφέρουσα συζήτηση που γίνεται για το χαρακτήρα αυτού του έργου στη σχετική βιβλιογραφία: K. D. Macmillan, “The Sepherd of Hermas, apocalypse or allegory?”, The Princeton Theological Review, 9 (1911), 61-94· R. Van Deemter, Der Hirt des Hermas, Apokalypse oder Allegorie?, Amsterdam 1929 και  A. V. Ström, Der Hirt des Hermas, Allegorie oder Wirklichkeit?, Upsala-Leipzig 1936.

[33] Το έργο περιλαμβάνει πέντε Οράσεις, δώδεκα Εντολές και δέκα Παραβολές.

[34] τὸ γὰρ δίκαιον ὀρθὴν ὁδὸν ἔχει, τὸ δὲ ἄδικον στρεβλήν. ἀλλὰ σὺ τῇ ὀρθῇ ὁδῷ πορεύου καὶ ὁμαλῇ, τὴν δὲ στρεβλὴν ἔασον. 3. ἡ γὰρ στρεβλὴ ὁδὸς τρίβους οὐκ ἔχει, ἀλλ’ ἀνοδίας καὶ προσκόμματα πολλὰ καὶ τραχεῖά ἐστι καὶ ἀκανθώδης. βλαβερὰ οὖν ἐστι τοῖς ἐν αὐτῇ πορευομένοις. 4. οἱ δὲ τῇ ὀρθῇ ὁδῷ πορευόμενοι ὁμαλῶς περιπατοῦσι καὶ ἀπροσκόπως· οὔτε γὰρ τραχεῖά ἐστιν οὔτε ἀκανθώδης.

[35] Η διαπίστωση αυτή  ενισχύει την άποψη ότι υπάρχει εξάρτηση ανάμεσα στα δύο αυτά κείμενα, βλ. Χρήστου, ό.π., σελ. 387. Με το έργο αυτό συνδέει τον Ποιμένα του Ερμά και η ως επί το πλείστον «αινιγματική» περί ηθικής αντίληψη και η καθαρά νεοπλατωνική εσχατολογία. Περισσότερα για τη σχέση του έργου αυτού με τα θρησκευτικά και φιλοσοφικά συστήματα, βλ. Robert Joly, Le Tableau de Cébès et la philosophie religieuse, col. Latomus, vol. LXI, Bruxelles 1963. Πρβλ. το Υ, πυθαγόρειο σύμβολο του δρόμου της ανθρώπινης ζωής.

[36] Ἀλλὰ νῦν θέλω σοι, φησίν, δηλῶσαι καὶ τὰς δυνάμεις αὐτῶν, ἵνα νοήσῃς τίς αὐτῶν τίνα δύναμιν ἔχει καὶ ἐνέργειαν· διπλαῖ γάρ εἰσιν αἱ ἐνέργειαι αὐτῶν. κεῖνται οὖν ἐπὶ δικαίῳ καὶ ἀδίκῳ, Εντολή VI, 1,1. Για την πνευματολογία του Ερμά βλ. Κ. Μπόνη, Χριστιανική Γραμματεία, ήτοι Φιλολογική και κριτική ιστορία των Πατέρων και εκκλησιαστικών συγγραφέων, Ι: Οι λεγόμενοι Αποστολικοί πατέρες, τόμ. Ι, Αθήνα 1974, σελ. 406-410. Υπάρχει ένα έργο με τον τίτλο Ποιμάνδρης, που ανήκει σε μια συλλογή κειμένων που άρχισε να δημιουργείται από τον 2ο αιώνα μ. Χ. και σίγουρα πριν τον 3ο αι. και το οποίο παραδίδεται με το όνομα του Ερμή του Τρισμεγίστου, βλ. A. D. Nock, Conversion. The Old and the New in Religion from Alexander the Great to Augustine of Hippo, Oxford 1952 (2η έκδ.), σελ. 3-4. Όμως δεν προκύπτει κάποια σχέση με τον Ποιμένα του Ερμά, καθώς ο Ποιμάνδρης είναι μεταγενέστερο κείμενο.

[37] Εντολή Τέταρτη: τὸ μετανοῆσαι σύνεσίς ἐστι μεγάλη.

[38] Ιω. 14, 6. Αξίζει να σημειωθεί ότι η λέξη ὁδὸς στα κείμενα της Καινής Διαθήκης  χαρακτηρίζεται από μια εννοιολογική οριοθέτηση και δηλώνει τη «διδασκαλία», βλ. ενδεικτικά, Πράξ. 18. 25,  19.9, 24,22.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Άννα Κόλτσιου-Νικήτα, Το μοτίβο των «Δύο Οδών» και ο λειτουργικός του ρόλος στη γραμματεία της εποχής των Αποστολικών Πατέρων

Πέτρος Βασιλειάδης, Λατρεία και καινοδιαθηκικό κείμενο: Το «παράδειγμα» της ευχαριστιακής ερμηνευτικής

Βόλος_141

Η εισήγηση του Ομότιμου Καθηγητή του ΑΠΘ στο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα: «Ορθόδοξη Ερμηνευτική της Καινής Διαθήκης: Ιστορία, θεωρία, προοπτικές» που διοργανώθηκε από την Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου

To θέμα, όπως αναγράφεται στον τίτλο, μου δόθηκε από τους οργανωτές του συνεδρίου. Θα προσπαθήσω να το προσεγγίσω μέσα από μια σφαιρική θεώρηση των εννοιών βίβλος-λατρεία-ευχαριστία-ερμηνευτική, με την βοήθεια των μεθοδολογικών εργαλείων της κριτικής θεολογίας. To μεγαλύτερο μέρος της εισήγησης παρουσιάστηκε στα ελληνικά, ενώ το τελευταίο τμήμα της στα αγγλικά, για τους αρκετούς μη Έλληνες μετέχοντες.

Αρχίζω με τη θεμελιώδη αρχή της χριστιανικής λατρείας, ως ευαγγελική δηλ. διδακτική, άρα ιεραποστολική. Δεν μπορεί δηλ. η λατρεία να είναι αυτοσκοπός. Άλλωστε, η διαλεκτική σχέση ευχαριστιακής οντολογίας και ιεραποστολικής δεοντολογίας, καθόρισαν τόσο την τάξη της λειτουργίας της Εκκλησίας (ordo), όσο και τη δομή και τα λειτουργήματά της.

Στη συνέχεια αναφέρομαι στο δίλημμα Αγία ΓραφήΕυχαριστία, που σήμερα αντικατέστησε το παλαιότερο Αγία Γραφή-Παράδοση. Υποστηρίζω πως οποιαδήποτε ερμηνευτική σχέση Ευχαριστίας-Ευαγγελίου σχετίζεται με την λειτουργική αναγέννηση, με τις ιεραποστολικές της συνέπειες, δηλαδή την Λειτουργία μετά  την λειτουργία, την μετα-λειτουργία.

Για να προσδιορίσουμε το νέο ερμηνευτικό παράδειγμα, το παράδειγμα της «ευχαριστιακής ερμηνευτικής», είναι απαραίτητο να αναφερθούμε στην ευχαριστιακή εκκλησιολογία. Στον 20ο αι. η Ορθόδοξη θεολογία επικεντρώθηκε όχι τόσο στην οντολογική της παράμετρο, στο πρόβλημα δηλαδή της θεότητας — αυτό θεωρείται πως έχει λυθεί κατά το χρυσό αιώνα της χριστιανισμού με τη δογματική διατύπωση περί της Αγίας Τριάδος — αλλά στην έννοια της Εκκλησίας, που στην πραγματικότητα αποτελεί προέκταση της Τριαδικής θεότητας στον κόσμο. H έμφαση, με άλλα λόγια, μετακινήθηκε από την θεο-λογία στην εκκλησιο-λογία» – και τον 21ο αι. αναπόφευκτα στην ανθρωπο-λογία, με ακόμη δηλαδή περισσότερές  ηθικές/ιεραποστολικές προεκτάσεις.

Στη συνέχεια αναφέρομαι στην «ευχαριστιακή εκκλησιολογία», και τη συμβολή του Afanasiev. Κατά την ευχαριστιακή εκ­κλησιολογία, η Eυχαριστία εκλαμβά­νεται ως η μοναδική έκφραση ενότητας της Εκκλησίας και κριτήριο όλων των άλλων μυστη­ρίων, και φυσικά και της ιερωσύνης και του λειτουργήματος του επισκόπου. Γι’ αυτό και η καθολικότητα της Eκκλησίας εκφράζε­ται πλήρως σε κάθε τοπική Eκκλησία. H ευχαριστιακή εκκλησιολογία έχει ως κύριο συστατικό την έννοια της κοινωνίας (εξού και η σύν­δεσή της με την πνευματολογία), σε αντίθεση με την παγκό­σμια εκκλησιολογία, η οποία χαρακτηρίζεται από την προτεραιό­τητα που δίνει στην εξωτερική δομή (εξού και ο τονισμός της χριστο­λογίας, και κατ’ επέκταση του ρόλου του επισκόπου).

Μολονότι η ευχαριστιακή θεολογία έγινε καθολικά αποδεκτή στον οικουμενικό διάλογο, και σε επίπεδο οικουμενικού διαλόγου αποτελεί την αι­χμή του δόρατος της Ορθοδοξίας, δεν απασχόλησε συστηματικά την βιβλική έρευνα. Όλες οι πρωτογενείς μελέτες που ανα­φέρο­νται στην ευχαριστιακή εκκλησιολογία, βασίζονται στις μαρτυρίες της αρχαίας μεταποστολικής πατερικής παράδοσης. Γι’ αυτό και θεώρησα χρέος μου να το αποτολμήσω σε αρκετές μελέτες μου.

Ορθόδοξη Ερμηνευτική της Καινής Διαθήκης: Ιστορία, θεωρία, προοπτικές

Aν η Ευχαριστία συνεχίσει να κατανοείται ως μια λατρευτική εκδήλωση, ένα μυστήριο, που εγκαθίδρυσε ο ίδιος ο Xριστός κατά την επί γης παρουσία του, και άφησε ως παρακαταθήκη στους πιστούς του, θα αποτελεί ένα από τα λειτουργήματα της ειδικής ιε­ρωσύνης, αφού οι απόστολοι και οι διάδοχοί τους επίσκοποι είναι συνεχιστές του έργου του Xριστού. Kατά συνέπεια κριτήριο της ενότητας και της καθολικότητας της Εκκλησίας θα συνεχίσει να είναι ο επίσκο­πος άνευ της ευχαριστιακής κοινότητας.

Η βιβλική λοιπόν θεώρηση ξεκαθάρισε το βαθύτερο νόημα της Ευχαριστίας. Και αυτό φαίνεται ξεκάθαρα από την ανάλυση των χαρακτηριστικών λογίων του «ποτηρίου» και του «άρτου», των κακώς ονομαζόμενων ιδρυτικών του μυστηρίου της Ευχαριστίας. Άλλωστε, η χριστιανική ευχαριστιολογία, αλλά συνεκδοχικά και η εκκλησιολογία, προσδιορίζονται από τη διδασκαλία, τη ζωή και το έργο του Χριστού, έχει με άλλα λόγια καθαρά βιβλική αναφορά.

Στην εκκλησιολογία, λοιπόν, που η ταυ­τότητα της Εκκλησίας έχει κατεξοχήν συλλο­γικό χαρακτήρα, και προσδιορίζεται όχι από αυτό που είναι στο παρόν αλλά από αυτό που θα γίνει στα έσχατα, η Eυχαριστία έχει σημαίνουσα και καθορι­στική σημασία. Θεωρείται μάλιστα ως εφαλτήριο ιεραποστολής, κυρίως κατά την Μετα-λειτουργία, την Λειτουργία μετά την (συμβατική) λειτουργία.

Απέναντι στο παλαιό παράδειγμα παρατηρείται σήμερα μια σταθερή επιστροφή στον βιβλικό λόγο, στην μαρτυρία του ευαγγελίου, μια ανάδυση του προφητικού «παραδείγματος», και συνεκδοχικά μια αναβίωση της ιεραποστολικής ευθύνης της Εκκλησίας. Και εδώ ακριβώς είναι που αλληλοπεριχωρείται το «ευχαριστιακό» με την «προφητικό» (δηλαδή ιεραποστολικό) παράδειγμα. Αυτό, άλλωστε, διατυπώνεται και στο ιεραποστολικό κείμενο/απόφαση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι η σύνδεση της λειτουργίας, και κατ’ επέκταση της Ευχαριστίας, με το νέο αυτό βιβλικό και προφητικό παράδειγμα. Αναφορικά με τη Βίβλο, και ουσιαστικά με το Καινοδιαθηκικό κείμενο, ο όρος που τα εκφράζει είναι το «ευαγγέλιο», το χαρμόσυνο δηλαδή μήνυμα μιας νέας πραγματικότητας, που πλέον προσδιορίζει όλες τις πτυχές της ερμηνευτικής. Στους Προφήτες συνδέεται με την ειρήνη και την κοινωνική δικαιοσύνη, ως «ε­αγ­γέ­λιον ερή­νης» (Να­ούμ 2,1), αναφερόμενο στο μήνυμα του προσδοκώμενου ελευθερωτή Μεσ­σί­α, που είναι «ρ­χων ερή­νης», με τον Χριστό να αποκαλείται αργότερα «Ήλιος της δικαιοσύνης».

Ορθόδοξη Ερμηνευτική της Καινής Διαθήκης: Ιστορία, θεωρία, προοπτικές

Σταδιακά, βέβαια, στην Ορθόδοξη κοινότητα, η αυτόνομη παρουσία του ευαγγελικού λόγου αντικαθίσταται από την παγιωμένη αντίληψη περί αποκλειστικότητας του Πατερικού λόγου, που για μεγάλο χρονικό διάστημα μονοπωλεί την έκφραση, διατύπωση και καταγραφή της διδασκαλίας της Εκκλησίας. Έτσι, άρχισε να προβάλλεται ο «λόγος των Πατέρων», περισσότερο και από τον «λόγο του Χριστού».

Η προφητική διάσταση της κατανόησης τόσο του ευαγγελίου, όσο και της λειτουργικής αυτοσυνειδησίας της Εκκλησίας, και επομένως και της «ευχαριστιακής ερμηνευτικής», σηματοδοτεί μια ουσιαστική αλλαγή παραδείγματος στον χώρο της θεολογίας: «Η υπόσταση της θεότητας είναι ζωή κοινωνίας και η επέμβαση του Θεού στην ιστορία στοχεύει στο να οδηγήσει την ανθρωπότητα, αλλά και ολόκληρη τη δημιουργία, σ’ αυτή την κοινωνία με την ίδια την θεότητα … Άρα η χριστιανική μαρτυρία, ακόμη και με την λειτουργική (δηλαδή την ευχαριστιακή) της έκφραση, στοχεύει πρωταρχικά στην διάδοση ή στη μεταβίβαση όχι τόσο διανοητικών αληθειών, δογμάτων, ηθικών επιταγών κλπ., αλλά στη μεταφορά της ζωής της κοινωνίας που ενυπάρχει στη θεότητα».

Έτσι, μόνο μέσα από την βιβλική προοπτική, και μεθοδολογικά από τη σκοπιά της κριτικής θεολογίας, μπορούμε να επαναπροσδιορίσουμε την ουσία της ευχαριστιακής διάστασης της ερμηνευτικής, και να κατανοήσουμε τις παραμέτρους του «παραδείγματος της ευχαριστιακής ερμηνευτικής».

Στη συνέχεια αναφέρομαι στην αντιπαράθεση σχετικά με τη μετάφραση των λειτουργικών κειμένων και των αγιογραφικών αναγνωσμάτων, όπως επίσης και τις συνέπειες  του παλαιού παραδείγματος βασισμένου στα ιδεώδη του μοντερνισμού, όπου ο «λόγος του Θεού» κατανοούνταν μέσω της αυθεντικής «ερμηνείας» του: (α) είτε από ένα «magisterium» (β) είτε μέσω της ίδιας της Γραφής, με την κατάλληλη επιστημονικής έρευνα, το πρώτο στάδιο της οποίας είναι η ιστορικο-κριτική ανάλυση.

Αυτή η σύγχρονη «νεωτερική» προσέγγιση παρουσιάζει αναμφίβολα αρκετά προβλήματα. (α) Για την πρώτη θέση, το φυσικό ερώτημα που τίθεται είναι: γιατί θα πρέπει ένας επίσκοπος να θεωρηθεί ως αλάθητος, ή γιατί και η σύνοδος των επισκόπων να θεωρείται αλάθητη, ή γιατί σε τελευταία ανάλυση ο Πάπας να είναι αλάθητος! Η εξήγηση αυτή έχει ασφαλώς επί πλέον και σοβαρό πνευματολογικό έλλειμμα. (β) Ως προς τη δεύτερη θέση, το πρόβλημα που τίθεται είναι, αν η Βίβλος μπορεί μονοσήμαντα να ερμηνευτεί, όταν όλοι σήμερα αναγνωρίζουμε ότι και αυτή η αγιογραφική καταγραφή του ευαγγελίου υπόκειται σε ορισμένες ιστορικές και πολιτιστικές επιρροές, οι όποιες δεν συνεχίζουν να ισχύουν (πρβλ. την έννοια της contextuality, όπου το κείμενο πάντα οφείλει να εξετάζεται σε συνάρτηση με τη συνάφειά του, αφού every text has a context) και ορισμένα σημεία του οπωσδήποτε δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι ανήκουν στον πυρήνα του λόγου του Θεού και κατ’ επέκταση στην αιώνια και αναλλοίωτη αλήθεια. Η λύση ενός «κανόνα μέσα στον κανόνα» της Αγίας Γραφής, που επιχειρήθηκε από την ευαγγελική κατά κύριο λόγο παράδοση, ουσιαστικά αναιρεί την αιτία καθιέρωσης της Βίβλου ως αυθεντίας, και κυρίως της κλειστότητας του κανόνα. Η βασική ερμηνευτική κλείδα για την υπέρβαση, τουλάχιστον για την Ορθόδοξη θεολογία, αλλά όχι μόνο, αυτού του αδιεξόδου είναι η εσχατολογία, με άλλα λόγια η πεμπτουσία της ευχαριστιακής εκκλησιολογίας.

Υπογραμμίζοντας την εσχατολογική προοπτική στην κατανόηση του ευαγγελίου, και της Βίβλου γενικότερα, δεν αρνούμαστε τη συμβατική επιστημονική έρευνα, και φυσικά δεν απορρίπτουμε (ως πρωταρχική ενασχόληση) την αυστηρά ιστορική μελέτη της Βίβλου. Απλώς με αυτό το «ευχαριστιακό παράδειγμα» η θεώρηση του ευαγγελίου αποκτά περιεκτικότερο χαρακτήρα. Άλλωστε, κάτι τέτοιο άρχισε σταδιακά να παρατηρείται και στις νεότερες ερμηνευτικές προσεγγίσεις (reader’s response κλπ.), που έμμεσα αλλά σταθερά απομακρύνονται από την δαμόκλεια σπάθη του ιστορικού παρελθόντος και της αναζήτησης μονοσήμαντης σημασίας, κάτι που είναι απότοκο της κλασσικής νόρμας της sola scriptura.

Το νέο αυτό «πα­ρά­δειγ­μα» ε­πα­να­φέ­ρει το κέντρο βάρους από το μήνυμα στην εμπειρία, από τη χρι­στο­λο­γί­α (και φυ­σι­κά α­πό τη σω­τη­ρι­ο­λο­γί­α) στην ε­σχα­το­λο­γί­α, και τέ­λος α­πό τον Χρι­στό, ως κέν­τρο και φο­ρέ­α της Βα­σι­λεί­ας του Θε­ού, σ’ αυ­τό κα­θαυ­τό το γε­γο­νός της Βα­σι­λεί­ας του Θε­ού, στην έν­νοι­α δη­λα­δή της κοι­νω­νί­ας.

Ορθόδοξη Ερμηνευτική της Καινής Διαθήκης: Ιστορία, θεωρία, προοπτικές

Ο πυρήνας της διδασκαλίας του Ιησού βασίζεται στις βασικές διδασκαλίες της Π.Δ., τις οποίες άλλωστε ο Ιησούς δεν ήλθε να «καταλύσει, άλλα να εκ- ή συμ-πληρώσει» (Μτ 5,17). Βασίζεται στη συνέχεια της πιστεύουσας κοινότητας, αλλά και την ιδέα της διαθήκης (ή των διαθηκών) του Θεού με τον λαό του. Στην Π.Δ. η πνευματικότητα του λαού του Θεού εκδηλωνόταν πρωταρχικά ως λατρευτική ευχαριστία για την απελευθέρωσή του από την καταδυνάστευση των Αιγυπτίων (βλ. τα περίφημα Shema «Άκουε Ισραήλ»), ταυτόχρονα όμως λειτουργούσε και ως «πνευματική» ηθική δέσμευση στην ίδια τη ζωή τους για αντίσταση ενάντια σε οποιαδήποτε καταπίεση και εκμετάλλευση του πλησίον. Με αυτή την έννοια η λατρεύουσα κοινότητα ήταν ταυτόχρονα και μαρτυρούσα ιεραποστολική κοινότητα.

Όταν, βέβαια, οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες στον Ισραήλ άρχισαν να μεταβάλλονται κατά την περίοδο της μοναρχίας, αλλοιώθηκε και η έννοια της κοινωνίας, με αποτέλεσμα να ακυρωθεί αυτή η «λειτουργική» και ταυτόχρονα «ηθική» πνευματικότητα. Με αποτέλεσμα ο Ισραήλ να διολισθήσει: (α) σε απληστία των κρατούντων και οικονομική εκμετάλλευση των αδυνάτων, (β) σε καταπίεση των αδυνάτων από την επικρατούσα κοινωνική ιεραρχική τάξη προς χάριν του αναδυόμενου κράτους, και (γ) και σπουδαιότερο, στην καθιέρωση επίσημης λατρείας στην υπηρεσία της βασιλείας και των πολιτικών της συμμάχων.

Όλα αυτά προκάλεσαν την έντονη διαμαρτυρία των Προφητών, για τους οποίους η κατάργηση της δικαιοσύνης και η ακύρωση των δικαιωμάτων των φτωχών σήμαινε πάνω από όλα απόρριψη του ίδιου του Θεού. Για τον Ιερεμία π.χ. το να γνωρίζει κανείς τον Θεό ήταν ταυτόσημο με το να είναι δίκαιος έναντι των φτωχών. Ο Ησαΐας μάλιστα ασκεί καυστική κριτική τόσο για το ζήτημα της απαλλοτρίωσης των χωραφιών, και δεν διστάζει να χαρακτηρίσει τους άπληστους γαιοκτήμονες «κλέφτες.

Αυτήν την έννοια της συλλογικής/κοινωνικής πνευματικότητας συναντούμε και στην Κ.Δ. Από τα αρχαιότερα στρώματα της ευαγγελικής παράδοσης (την Πηγή των Λογίων, το κατά Μάρκον, μέχρι και τις ιδιαίτερες παραδόσεις των κατά Λουκάν και κατά Ματθαίον ευαγγελίων) το κήρυγμα του Ιησού επικεντρώνεται στην Βασιλεία του Θεού, μέτοχοι και κληρονόμοι της οποίας κατά κύριο λόγο είναι οι «πτωχοί», ενώ όσοι απέκτησαν πλούτη με κάθε είδους μηχανισμούς που σχετίζονται με την δημόσια οικονομία (ατομική ιδιοκτησία, είσπραξη φόρων, χρήση ισχύος κλπ) κατακρίνονται με δριμύτητα.

Βόλος_91

Ενδεικτικά από την Πηγή των Λογίων αναφέρω τους μακαρισμούς με το «μακάριοι ο πτωχοί» τις περί επιγείων και  θησαυρισμού στον ουρανό διδασκαλίες, και κυρίως την ασυμβατότητα παράλληλης υπηρεσίας Θεού και μαμμωνά. Από την Μάρκεια παράδοση τον χαρακτηρισμό των αργυραμοιβών στο Ναό του Σολομώντος ως «ληστών». Από την ιδιαίτερη παράδοση του Λουκά (L) την προγραμματική διδασκαλία του Ιησού στη Ναζαρέτ, αλλά και τις παραβολές του άφρονα πλουσίου και του πλουσίου και του φτωχού Λαζάρου. Τέλος, από την ιδιαίτερη παράδοση του Ματθαίου (Μ) την περικοπή της τελικής κρίσεως, την magna carta του χριστιανισμού.

Αν τώρα συμπεριλάβουμε και τον θεσμό της κοινοκτημοσύνης από το βιβλίο των Πράξεων, τις πολιτικές, κοινωνικές, και κυρίως οικονομικές διαστάσεις, των οραμάτων του προφήτη της Αποκαλύψεως, και την περί λογείας διδασκαλία του Παύλου, τότε αναμφίβολα η κατανόηση της πνευματικότητας στην Κ.Δ. δεν μπορεί να είναι άλλη από εκείνη που προσδιορίζεται από το νόμο της δικαιοσύνης του Θεού, τον σεβασμό του ανθρώπου και όχι από τον μαμμωνά, από την επάρκεια (που οδηγεί στην αειφόρο ανάπτυξη) και όχι από το κέρδος, τη συσσώρευση πλούτου (πλεονεξία) και το χρήμα, αφού «το Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς, οἱ κατοικοῦντες καὶ πάντα τὰν αὐτῇ» (Ψλ 24,1), όπως αναφέρει και το ιεραποστολικό κείμενο-απόφαση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Με βάση αυτή την προφητική αρχέγονη χριστιανική πνευματικότητα οι Πατέρες της Εκκλησίας, κυρίως του χρυσού αιώνα, ανέπτυξαν τη γνωστή ριζοσπαστική αντίληψη για τον πλούτο, καταδικάζοντας παράλληλα την απληστία και την πλεονεξία (το να κατέχει δηλαδή κάποιος περισσότερα από όσα έχει ανάγκη για την επιβίωσή του), με σαφείς μάλιστα νομοκανονικές ρυθμίσεις «κατά τοκιζόντων». Και αυτή προσδιορίζει τη σχέση λατρείας και Βίβλου, τη σημασία του καινοδιαθηκικού κειμένου και τη χρήση του στη λατρεία, και φυσικά και το νέο «ευχαριστιακό»  ερμηνευτικό παράδειγμα.

Βόλος_120

Last but not least, Ι want to refer to another consequence of the Eucharistic hermeneutical paradigm, the anthropological one, α prominent component of which is undoubtedly the overall status of women, especially their public role in the liturgical life. Except for extreme cases, Orthodox women are never entrusted with a leading role in the ritual, even though the Early Church – especially in the East – included deaconesses. This gender ambivalence of ritual is revealed by the sharp dichotomy between theology and practice. While the Orthodox Eucharistic liturgy includes female saint veneration and reputes the Theotokos as “more honorable than the Cherubim, and more glorious beyond compare than the Seraphim” – that is above the world of the celestial beings – down on earth women are excluded from joining the superior clergy, even to the rank of deaconesses.

Among the consequences of the Eucharistic hermeneutical paradigm to anthropological issues the problem is not the ordination of women, but our understanding of the sacrificial and/or sacramental character of the Eucharist. Beyond the well-known difference between the (Greek) term μυστήριον and the (Latin) sacramentum, much more significant I think is: (i) the profound meaning of sacramentality in Christianity, and (ii) the sacrificial or not character of the Eucharist.

(i) For the meaning of μυστήριον it is quite clear that in the Bible this is nothing else but the hidden plan of God for the salvation of the whole world. The Church, then, by extension, is considered a “mystery”, because in her the mystery of salvation is accomplished. And because the Church is the collective manifestation of the Kingdom of God, the Divine Eucharist was also characterized as a “Mystery”, more precisely the Mystery par excellence.  Until the 4th century AD, the term “mystery” and its derivatives were not connected in any way with that which later came to be called Sacraments. Therefore it is a myth that sacramentality in the conventional sense is a basic characteristic, at least of the Orthodox Church.

(ii) As to the sacrificial (or not) character of the Eucharist, in addition to the prevailing liturgical language used in the Orthodox Church (Αγία τράπεζα not alter, Ιερόν Βήμα, the eschatological perspective not an enactment of Christ sacrifice on the cross etc.) In the New Testament literature, several ideas worked simultaneously to stretch the use of priestly and sacrificial vocabulary, but with a different connotation. People’s obedience to the gospel, their deeds of charity towards each other, their prayer and thanksgiving, all were called offerings or sacrifices, because in them honor was rendered to God; and their worship a sacrifice of praise (θυσία αινέσεως). And not only that: the people themselves as an eschatological community were considered a “living sacrifice”, a “royal priesthood”, a “temple holy to God” (1 Peter 2:4-10). Most importantly the Church’s ministers were not given priestly names: they rather bore secular designations, such as elder or bishop or deacon or presider, all intended to underline their service to the Eucharistic community.

The most powerful argument the traditional Churches employ against the acceptance of women in the “sacrament” of priesthood, is the cultural taboo of the uncleanness of women, especially during childbearing, and the ensuing inability to perform sacrifice.

Βόλος_157

Sacrifice from the anthropological perspective is an unnatural act that seeks to establish culture in the place of nature. It is by its nature exclusive and conservative. Its function is to establish clear boundaries between the sacred and the profane, between those who are pure and those who are impure, between those who are in power and those who remain outside of it. The function of sacrifice is to support and preserve an alleged God given social order. In simpler terms, the problem is not that allowing women access to the clerical orders grants them also authority and power. Although this would be a worthy enough objective, it does not yet explain the strong resistance of the traditional Churches to ecclesiastical sacramental orders, in our case even to re-institute the order of deaconesses.

The overall evidence of the N.T. literature, as well as of early architecture and frescos, especially in the catacombs, testify for leadership roles of women. There is no doubt on this. Women did occupy significant leadership roles within the community, but only until Christianity remained primarily a religion of the private sphere. Again, the question should not be whether women have been or can be ordained. The question should rather be whether the one who presides – whatever his/her sex – was acting in persona Christi or simply in persona ecclesiae. The former has certainly sacrificial connotation, whereas the latter not. Evidence of women presiding at the Eucharist does not necessarily translate into evidence that women were priests. The question is whether their role is related to a certain non-sacrificial understanding of the Eucharist (as it is to be found in the New Testament and early Church), and whether the ruling metaphors are eschatological, in which case the gender issue theologically plays no role at all.

If the Eucharist was understood to be primarily a sacrifice, then there are all sorts of anthropological reasons why women cannot preside over the Lord’s Table. But the Eucharist originally was not understood as a sacrifice in the conventional sense, but rather, as some scholars argue a “subversion of sacrifice.” (David Power, The Eucharistic Mystery), or, as has been convincingly argued, it is “an incarnational spiritualization of sacrifice that is operative in the New Testament and the early Church” (Robert Daly).

Βόλος_137

To conclude, the relationship described above between the profound meaning of worship (and especially its core in the Christian Church, the Eucharist) and the Bible, and its consequences, as well as the importance of the N.T. text and its use in the Orthodox Liturgy in a comprehensive way, and finally the anthropological consequences of all these, i.e. the liturgical place of women, are some of the elements that constitute a “Eucharistic” hermeneutical paradigm.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Πέτρος Βασιλειάδης, Λατρεία και καινοδιαθηκικό κείμενο: Το «παράδειγμα» της ευχαριστιακής ερμηνευτικής

Βιβλιοπαρουσίαση Αναστασίου (Γιαννουλάτου) Αρχιεπισκόπου Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας, Εγρήγορση – Χρέος των Ορθοδόξων, Εν πλώ, Αθήνα 2017

Εγρήγορση_87

Η ομιλία του  Καθηγητή του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας του ΑΠΘ Θεόδωρου Γιάγκου στη βιβλιοπαρουσίαση που οργανώθηκε από τις εκδόσεις Εν πλω στη Θεσσαλονίκη

Στη βυζαντινή αγιολογική γραμματεία, οσάκις γίνεται λόγος περί κειμένων αναφερομένων  σε αποστόλους, χρησιμοποιείται ο τίτλος Πράξεις, αντί του συνηθέστερου Βίος και Πολιτεία ή Μαρτύριο, ακόμα και στην περίπτωση που ο ιστορούμενος απόστολος είχε υποστεί το μαρτύριο του αίματος. Τον συγκεκριμένο όρο υιοθετεί επίμονα και σταθερά και ο κλασικός βυζαντινός αγιολόγος Συμεών ο Μεταφραστής, τα αγιολογικά κείμενα του οποίου είναι τα περισσότερο αναγινωσκόμενα, καθώς συνάγεται από την πλούσια χειρόγραφη παράδοση που αυτά έχουν. Η επιλογή του όρου Πράξεις δεν οφείλεται μόνο στο ομότιτλο βιβλίο της Καινής Διαθήκης, αλλά πρωτίστως στο ότι ο ευαγγελισμός του κόσμου είναι γεγονός δυναμικών πράξεων, ήτοι εκτενούς μαρτυρίας διά «το πάντων καινόν καινότατον μυστήριον», ότι δηλαδή ο Θεός έγινε άνθρωπος, ότι εσταυρώθη και ότι ανέστη από άπειρη αγάπη προς τα πλάσματά του. Είναι μαρτυρία αδιαπτώτων πράξεων, συνυφασμένη με το μαρτύριο.

Οι απόστολοι και οι ιεραπόστολοι όλων των εποχών ακολούθησαν το παράδειγμα του αποστόλου Παύλου: «εν κόποις περισσοτέρως, εν πληγαίς υπερβαλόντως, … οδοιπορίαις πολλάκις, κινδύνοις ποταμών, κινδύνοις ληστών, κινδύνοις εκ γένους, κινδύνοις εξ εθνών, κινδύνοις εν πόλει, κινδύνοις εν ερημία, κινδύνοις εν θαλάσση, κινδύνοις εν ψευδαδέλφοις, εν κόπω και μόχθω, εν αγρυπνίαις πολλάκις, εν λιμώ και δίψει, εν νηστείαις πολλάκις, εν ψύχει και γυμνότητι». Οι απόστολοι γίνονται τα περικαθάρματα του κόσμου, για να διδάξουν τη μωρία του Σταυρού, η οποία καταισχύνει τους σοφούς˙ καυχώνται μόνο διά τας ασθενείας των, οι οποίες αναδεικνύουν ακόμη περισσότερο το έλεος του Θεού, καθιστώντας αυτούς «το φως του κόσμου» και «το άλας της γης».

Εγρήγορση_21

Το βιβλίο του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αλβανίας κ. Αναστασίου, Η ανασύσταση της Ορθοδόξου Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Αλβανίας (1991-2016), δ’ επαυξημένη έκδοση διαρθρώνεται σε δυο μέρη: το πρώτο αναφερόμενο στο ιστορικό της πολυσήμαντης διακονίας του Μακαριωτάτου και το δεύτερο στο νέο καταστατικό νομοθετικό έργο, το οποίο είναι πράγματι υποδειγματικό. Αμφότερα συνειρμικά και επίμονα έφεραν στη σκέψη μου δυο ιστορικά πρότυπα: αυτό του αγίου Γρηγεντίου, για το εκπληκτικό ιεραποστολικό και νομοθετικό έργο που επιτέλεσε στα τέλη του 6ου αιώνα μετατρέποντας ένα ολόκληρο κράτος, το κράτος των Ομηριτών (τη σημερινή Υεμένη), σε χριστιανικό και ασφαλώς την ιεραποστολή των δυο Θεσσαλονικέων αδελφών Κυρίλλου και Μεθοδίου στον σλαβικό κόσμο, η πρόσφατη πανηγυρική μνήμη των οποίων μυσταγωγεί ακόμα τον νου μας, υπενθυμίζοντας την ευθύνη για «τους εγγύς και τους μακράν».

Τα παραπάνω παραδείγματα έχουν μια κοινή συνισταμένη με το έργο που επιτελέστηκε στην Εκκλησία της Αλβανίας: Οι ηγήτορες του ευαγγελισμού και επανευαγγελισμού των περιοχών αυτών είχαν σπουδαία παιδεία, ώριμη θεολογική σκέψη με ανοιχτούς ορίζοντες, εκκλησιαστικότητα στην πολιτεία τους και πάνω από όλα τον απαιτούμενο δυναμισμό για τη μαρτυρία της Αλήθειας που υπερβαίνει όλες τις δυσκολίες. Οι πρωτεργάτες αυτών είχαν την πεποίθηση ότι ο Κύριος της Ιστορίας με τη δύναμη της πίστης, μπορεί να μετακινήσει τα όρη όλων των εμποδίων και να φανερώσει διάπλατα το φως της Αναστάσεως.

Το παρουσιαζόμενο βιβλίο του Αγίου Αλβανίας έφερε επίσης στη σκέψη μου διάφορα καταστατικά κείμενα του βυζαντινού μοναχισμού, όπως π.χ. τα Τυπικά, ή καλύτερα τις Τυπικές Διαθήκες, στις οποίες δεν εκτίθεται μόνο το κανονικό πλαίσιο της οργανώσεως των μονών, αλλά διατυπώνονται συστηματικά και οι πνευματικές υποθήκες του Κτήτορα της μονής ή του συντάκτη του Κανονισμού. Στο βιβλίο του Μακαριωτάτου το καθένα κεφάλαιο ακόμη και η καθεμιά φωτογραφία εκπέμπουν το ισχυρό μήνυμα μιας πνευματικής υποθήκης. Όλες μαζί μάλιστα συνθέτουν ένα αρμονικό σύνολο, ώσαν την ανθοδέσμη μυριπνόων ανθέων του Παραδείσου, που μαρτυρούν ότι «ζει Κύριος ο Θεός» μέσα από τη διακονία των πιστών εργατών του αμπελώνος Του.

Όπως επισημαίνει ο συγγραφέας του συγκεκριμένου βιβλίου, «καυχώμενος εν Κυρίω»: «Στο δεύτερο ήμισυ του 20ού αι., η Ορθόδοξος Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Αλβανίας έφθασε μέχρι τις πύλες του Άδου. Στο τέλος του 20ού αι., έζησε έντονη την εμπειρία και τη βεβαιότητα ότι «πύλαι Άδου ου κατισχύσουσιν αυτής» (Ματθ. 16,18). Στις αρχές του 21ού αι., χαίρεται αναστάσιμα μια άνθηση σε όλες τις εκφράσεις της ζωής της…». Αυτή η σαγηνευτική πορεία προς την ανασύσταση, προφανώς δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Το έργο απέδωσε, γιατί εξαρχής στηρίχθηκε σε αδιάσειστα θεμέλια, μεταξύ άλλων και εκ του γεγονότος ότι ο πρωτεργάτης ήταν δόκιμος και με τεράστια εκκλησιαστική εμπειρία. Τα γεγονότα μαρτυρούν ότι μετ’ αυτού είναι η «χηρ Κυρίου»

Εγρήγορση_83

Οφείλω, επίσης, να επισημάνω το γεγονός ότι ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Αλβανίας δεν συντάχθηκε μόλις άρχισε το έργο της ανασύστασης, αλλά ύστερα από παρέλευση δεκαπέντε ετών, το 2006. Ο Μακαριώτατος και οι υπόλοιποι Αρχιερείς πρώτα ανίχνευσαν τον χώρο, κατανόησαν σε βάθος τα θέματα, διέγνωσαν τα προβλήματα και έτσι έθεσαν τις αρχές επί των οποίων στηρίζεται η απρόσκοπτη διοίκηση της Εκκλησίας και η διαποίμανση του λαού του Θεού. Αυτό και μόνο δηλώνει την ξεχωριστή σοβαρότητα του νομοθέτη. Στη πραγματικότητα η συγκεκριμένη επιλογή συστοιχεί στην πορεία που χάραξαν πλείστοι συντάκτες αντιστοίχων καταστατικών κειμένων που είδαν το φως σε περιόδους ακμής του εκκλησιαστικού βίου, όπως τα μνημονευθέντα μοναστηριακά τυπικά. Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλά από αυτά αναθεωρήθηκαν ή συντάχθηκαν προς το τέλος της ζωής του νομοθέτη, γιατί πρωτίστως έπρεπε να ληφθεί υπόψη η υπάρχουσα πραγματικότητα στις ποικίλες διαστάσεις της. Είναι πολύ σημαντικό ο εκκλησιαστικός νομοθέτης να έχει ρεαλισμό και αυτός στον συγκεκριμένο ΚΧ είναι διάχυτος. Είναι, επίσης, σημαντικό ο ρεαλισμός να μην εγκλωβίζει ή να φαλκιδεύει την εκκλησιαστικότητα, αλλά να χαράσσει διάπλατα ελπιδοφόρους ορίζοντες. Ο αυθεντικός νομοθέτης δεν δεσμεύει, αλλά απελευθερώνει.

Ο ρεαλισμός του νομοθέτη εν προκειμένω συνυφαίνεται με θεμελιώδεις εκκλησιολογικές αρχές. Π.χ. στο άρθρο 2 του ΚΧ ορίζονται τα εξής: «Μέλη της Ορθοδόξου Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Αλβανίας είναι όσοι έχουν βαπτισθεί εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία και κατοικούν εν Αλβανία, ανεξαρτήτως καταγωγής». Εκ πρώτης όψεως η συγκεκριμένη διάταξη είναι αυτονόητη. Όμως, αν συγκριθεί με αντίστοιχα άρθρα των ΚΧ των Εκκλησιών Ρωσίας και Ρουμανίας (παλαιότερα το ίδιο ίσχυε και με τον ΚΧ της Εκκλησίας της Κύπρου), στα οποία ορίζεται ότι μέλη των εν λόγω Εκκλησιών είναι όλοι οι Ορθόδοξοι που κατοικούν σε αυτές τις Χώρες αλλά και οι Ρώσοι ή οι Ρουμάνοι ορθόδοξοι της αλλοδαπής, τότε είναι προφανές ότι η συγκρότηση μιας Εκκλησίας συμπλέκεται με τον εθνοφυλετισμό και όχι με τα γεωγραφικά όρια, όπως απαιτούν οι κανόνες. Για να γίνει κατανοητή η κανονική παρέκκλιση των ειρημένων άρθρων, αρκεί να σκεφθεί κανείς ότι ένας Ρώσος που ζει στην Ελλάδα π.χ. είναι μέλος ταυτόχρονα δυο Εκκλησιών, της Ρωσίας και της Ελλάδος, οπότε έχουμε συμπλοκή δικαιοδοσιών. Με την ξεκάθαρη όμως διατύπωση του ΚΧ της Εκκλησίας της Αλβανίας απορρίπτεται ο εθνοφυλετισμός, κατά το πνεύμα και το γράμμα παλαιοτέρων συνοδικών αποφάσεων αλλά και των προσφάτων της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Κρήτης. Είναι προφανές ότι στη σκέψη του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αλβανίας γίνεται αποδεκτή η κανονική αρχή που διατυπώθηκε αποφθεγματικά από τον περίφημο βυζαντινό κανονολόγο Θεόδωρο Βαλσαμώνα: «Οι γουν αυχούντες βίον ορθόδοξον κάν εξ Ανατολών ώσι κάν εξ Αλεξανδρέων καν ετέρωθεν Ρωμαίοι λέγονται», δηλ. όλοι υπάγονται στο ένα έθνος της Εκκλησίας, κατά την παύλεια διδασκαλία: «ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην… αλλά πάντες εις εσμέν εν Χριστώ Ιησού».

Σε αυτό το σημείο πρέπει να επισημανθεί ότι ο εκκλησιαστικός νομοθέτης για να επιτύχει οφείλει  να έχει διορατικότητα και αυτό διαπιστώνεται επίσης εύκολα μέσα από τα άρθρα του ΚΧ της Εκκλησίας της Αλβανίας. Θα αναφέρω το παράδειγμα της εκλογής των Αρχιερέων. Σύμφωνα με το άρθρο 17, το Κληρικολαϊκό Εκκλησιαστικό Συμβούλιο προτείνει τους υποψηφίους και Ι.Σ. εκλέγει τους Αρχιερείς. Όμως η διάταξη αυτή θέτει ευθέως το ερώτημα: γιατί όχι όλοι οι βαπτισμένοι της χηρεύουσας επαρχίας να μην έχουν το ίδιο δικαίωμα της συμμετοχής στη διαδικασία προτάσεως των υποψηφίων αρχιερέων. Δεν είναι αυτός εξώφθαλμος ελιτισμός; Εκ πρώτης όψεως θα απαντούσε κάποιος θετικά. Όμως τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Αν παραπέμπονταν η διαδικασία και στον αμαθή λαό, και μάλιστα σε ένα χώρο που η απειλή του εθνοφυλετισμού είναι υπαρκτή, τότε ενδέχεται να δημιουργηθούν τεράστια προβλήματα συνοχής, για αυτό ο αρχαίος κανονικός νομοθέτης απαγόρευσε η εκλογή των αρχιερέων να γίνεται από τον όχλο.

Εγρήγορση_97

Ο Καταστατικός Νομοθέτης της Εκκλησίας της Αλβανίας όμως θέλει τον λαό συνειδητά κοντά στο ποιμαντικό και κοινωνικό έργο της, γι’ αυτό και συστήνονται κληρικολαϊκά σώματα, με σημαντικότατη ευθύνη. Και σ’ αυτό το σημείο αποκαλύπτεται η διορατικότητα και η ιεραποστολική ικμάδα του Αρχιεπισκόπου Αλβανίας.

Το τρίτο σημείο, το οποίο θα ήθελα να υπογραμμίσω εντελώς επιγραμματικά, καταχρώμενος τον χρόνο, είναι η συνέπεια του νομοθέτη όσον αφορά τους εκκλησιαστικούς θεσμούς. Στο συγκεκριμένο ΚΧ προβάλλεται δεόντως η θέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όχι μόνο με την ανάδειξη της σημασίας του Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου που εκχώρησε το αυτοκέφαλο (1937), αλλά και με το άρθρο 12, παραγ. ε’, που ορίζεται ότι για την εκδίκαση αρχιερέων απευθύνεται η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Αλβανίας στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, για να συγκροτηθεί μείζον δικαιοδοτικό όργανο, κατά τη σταθερή δικαιοδοτική πρακτική της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Επίσης και η διάταξη ότι οφείλει η Εκκλησία της Αλβανίας να παραλαμβάνει το άγιο μύρο από το Οικουμενικό Πατριαρχείο συστοιχεί στο ίδιο πνεύμα.

Τα παραπάνω λίγα παραδείγματα μαρτυρούν εντελώς ενδεικτικά τη σοβαρότητα και το κύρος του κειμένου.

Μακαριώτατε,

Όσα ειπώθηκαν είναι λόγια καρδιακά. Σας γνώρισα από κοντά στην Κρήτη, κατά τις εργασίες της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. Μπορώ εδώ να μαρτυρήσω για το σεβασμό που Σας περιέβαλλε το συνοδικό σώμα και να επιβεβαιώσω ότι η συμβολή Σας ήταν καθοριστική, γιατί πρωταρχική στόχευσή Σας ήταν το συμφέρον της Εκκλησίας.

Εγρήγορση_91

Ως ακροτελεύτιο θεωρώ επιβεβλημένο να υπενθυμίσω το Κυριακό λόγιο: «Εάν ποιήσητε πάντα τα διετεταγμένα υμίν, λέγητε ότι αχρείοι δούλοι εσμέν, ότι ο οφείλομεν ποιήσαι πεποιήκαμεν». Η ευδόκηση προκειμένου περί του εκκλησιαστικού έργου δεν είναι «του θέλοντος ή του τρέχοντος αλλά του ελεούντος Θεού».

Εις πολλά έτη Δέσποτα!

Κατηγορίες: ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Βιβλιοπαρουσίαση Αναστασίου (Γιαννουλάτου) Αρχιεπισκόπου Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας, Εγρήγορση – Χρέος των Ορθοδόξων, Εν πλώ, Αθήνα 2017

Βιβλιοπαρουσίαση Αναστασίου (Γιαννουλάτου) Αρχιεπισκόπου Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας, Εγρήγορση – Χρέος των Ορθοδόξων, Εν πλώ, Αθήνα 2017

Εγρήγορση_54

Η ομιλία του Επίκουρου Καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ Χρήστου Τσιρώνη στη βιβλιοπαρουσίαση που οργανώθηκε από τις εκδόσεις Εν πλω στη Θεσσαλονίκη

Λίγοι είναι οι άνθρωποι για τους οποίους τα λόγια μπορεί να αποδειχθούν τόσο λίγα για να περιγράψουν το έργο τους, τη ζωή και την προσωπικότητά τους. Αυτή είναι μια σκέψη που απευθύνεται στο τιμώμενο πρόσωπο σήμερα, τον Αρχιεπίσκοπο Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας κ. Αναστάσιο με αφορμή το νέο του βιβλίο υπό τον τίτλο «Εγρήγορση». Στην περίπτωση βέβαια του Αρχιεπισκόπου κ. Αναστασίου οι τρεις αυτές πτυχές είναι αγαπητικά συμπεριληπτικές, καθώς το έργο του φωτίζει την προσωπικότητα και τη ζωή του και το πρόσωπο αποκαλύπτει τη ζωή και το έργο του.

Πρόκειται για έναν ιεράρχη, ακαδημαϊκό και αγωνιζόμενο χριστιανό που αφιέρωσε τη ζωή του σε μια πορεία συνάντησης με τον Θεό και τους ανθρώπους βαδίζοντας στην οδό της πίστης. Η πορεία του διαμορφώνει ένα διακριτό αποτύπωμα εκκλησιαστικό, θεολογικό, κοινωνικό και πολιτισμικό. Ο λόγος του και το έργο του αποτελούν σημείο αναφοράς για τους χριστιανούς αλλά και τους ανθρώπους που δεν είναι χριστιανοί, για την ακαδημαϊκή θεολογία αλλά και τις άλλες επιστήμες, τους κοινωνικούς και πολιτικούς φορείς αλλά και για τους απλούς ανθρώπους στην καθημερινή ζωή τους που τον προσεγγίζουν αδιαμεσολάβητα μέσα από την απλότητα και την αμεσότητα της παρουσίας του. Ας αναφερθεί προοιμιακά ότι τα κείμενα του βιβλίου που παρουσιάζεται σήμερα χαρακτηρίζονται από υψηλό θεολογικό και ακαδημαϊκό στοχασμό και ταυτόχρονα αναδύουν τη βιωματική διάσταση των λεγομένων του. Κατά αυτόν τον τρόπο ομιλούν στον νου και στην καρδιά του αναγνώστη και απευθύνονται προς κάθε άνθρωπο.

Το προκείμενο βιβλίο υπό τον τίτλο «Εγρήγορση» αναφέρεται σε όλα εκείνα που είναι αναγκαίο να σηματοδοτήσουν την πορεία των ορθοδόξων στον σύγχρονο κόσμο, αλλά και διανοίγει τον ορίζοντα της επικοινωνίας με όλους τους ανθρώπους. Πραγματικά, αυτό είναι ένα από τα χαρακτηριστικά του συνολικού του έργου: ο διάλογος με τους άλλους ξεκινά από την εμβάθυνση στο οικείο και καταλήγει σε έναν αμοιβαίο πλούτο γνώσεων, στάσεων και προτάσεων. Η πίστη γίνεται έτσι ένα γενναιόδωρο δέντρο με βαθιές ρίζες που προσφέρει τους καρπούς του στον πιστό και προσκαλεί με κατανόηση και συμπάθεια κάθε διαβάτη να ξαποστάσει, να στοχαστεί ακόμη και να αλλάξει την πορεία της ζωής του! Έτσι, αν και ο υπότιτλος του βιβλίου είναι «το χρέος των Ορθοδόξων», την ίδια στιγμή η παρρησία με την οποία υπογραμμίζεται το χρέος της ευθύνης, της ελευθερίας και της συνηγορίας καλεί σε διάλογο κάθε άνθρωπο καλής θέλησης.

Εύκολα μπορεί κανείς στα γενικά χαρακτηριστικά αυτού του βιβλίου να αναγνωρίσει το θεολογικό αποτύπωμα του συνολικού του έργου. Η στέρεα πνευματικότητα των κειμένων δεν επιτρέπει την παραμικρή υποψία αρνησικοσμίας. Η ζωή εν Χριστώ δεν στρέφει το βλέμμα της από τα πλάσματα του Θεού με απογοήτευση, με οργή ή με καταδικαστική διάθεση, αλλά οδηγεί στο κέντρο της κοινωνίας των ανθρώπων με αγαπητική προαίρεση, ηπιότητα και διάθεση καταλλαγής. Στην πρώτη σελίδα αποκαλύπτεται το μυστικό του τίτλου. Ο Μακαριώτατος γράφει πως η Εκκλησία «οφείλει να ευρίσκεται σε εγρήγορση, να αγρυπνεί, …να μελετά τα σημεία των καιρών. Ώστε να είναι σε θέση να δίνει τη μαρτυρία του Ευαγγελίου και να μοιράζεται με όλους τους ανθρώπους τα δώρα του Θεού: την αλήθεια, την αγάπη, την ειρήνη, τη δικαιοσύνη, την καταλλαγή, την εμπειρία του Σταυρού και της Αναστάσεως με την προσδοκία της αιωνιότητος» (σελ. 9).

Εγρήγορση_70

Ο τίτλος αναδεικνύει ένα ακόμη χαρακτηριστικό. Ο θεολογικός λόγος στα κείμενα του βιβλίου τούτου έχει βιβλική βάση. Η προτροπή του Χριστού γρηγορεῖτε [μετ᾽ ἐμοῦ] (Mτ. 26:38 [26:38-41]; Mκ. 13:35-37) χαράσσει τον ορίζοντα νοήματος σε κάθε σελίδα, σε κάθε πρόταση. Οι άξονες της σκέψης του Αρχιεπισκόπου προσδιορίζονται μέσα από τη ζωντανή σχέση του με την Αγία Γραφή, κάθε σκέψη συγκροτείται μέσα από τη βιβλική εμβάπτισή της για να τον οδηγήσει στην εκπλήρωση του χριστιανικού φρονήματος εντός της κοινωνικής πραγματικότητας. Το μετ᾽ ἐμοῦ, η κοινωνία και σχέση με τον Χριστό είναι για τους χριστιανούς η όντως ζωή (Κολ. 3:4). Η σχέση με τον Θεό προσδιορίζει έτσι τη ζωή στο ιστορικό παρόν αλλά και τη σταθερή εμβίωση της εσχατολογικής προοπτικής. Όσοι δέχονται να είναι μέλη του Σώματός Του έχουν το προνόμιο αλλά και το χρέος να μετέχουν ενεργά στη μεταμόρφωση του κόσμου (σελ. 149). Το βιβλίο λοιπόν αναφέρεται στην πίστη και όχι στη ρηχή θρησκευτικότητα, «μια ενεργό πίστη, η οποία στηρίζει τη δικαιοσύνη και την αλληλεγγύη…Μια πίστη συνυφασμένη με την αγάπη και το έλεος του Θεού» (σελ. 139). Δεν παραλείπει να υπογραμμίζει ότι τα έργα της πίστης σε έναν βίο σχέσης με τον Θεό δεν μπορεί παρά να είναι γεμάτα δημιουργικότητα και αγαθότητα σύμφωνα με τον Ευαγγελικό λόγο ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ κἀκεῖνος ποιήσει (Ιω. 14:12).

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό της θεολογικής γραφής του Αρχιεπισκόπου είναι ότι αναφέρεται στον ρόλο που διαδραματίζει η Ορθοδοξία με τον λόγο, τη λατρεία, την όλη ζωή της (σελ. 40). Η περιεκτική του προσέγγιση αρνείται να απαριθμήσει επιμέρους πτυχές που συγκροτούν την Εκκλησία, καθιστώντας την ενότητα όλων των πτυχών της ζωής τον χαρακτήρα και το σύνταγμα της Εκκλησίας. Έτσι ενώνει τη λατρεία με την ιεραποστολή (σελ. 61), την ευαγγελική ηθική με τον καθημερινό βίο, την ενότητα με τη μαρτυρία, την πίστη με τη ζωή, τη διαχρονικότητα του Ευαγγελικού μηνύματος με τη συγχρονία της χριστιανικής μαρτυρίας (σελ. 263), την τοπικότητα με την οικουμενικότητα (σελ. 69), την ιστορικότητα με την εσχατολογική προοπτική (σελ. 87). Είναι χαρακτηριστικό ότι η Ιεραποστολή τίθεται στο επίκεντρο μιας χριστιανικής αυτοσυνειδησίας όπου το τοπικό συναντάται με το οικουμενικό στοιχείο, η πίστη με την αγάπη, η πνευματικότητα με την κοινωνικότητα.

Υπό αυτήν την προοπτική η Εκκλησία περιγράφεται ως το μυστικό Σώμα του Χριστού στο διηνεκές που ζει την παρουσία Του στο ιστορικό παρόν και μαρτυρεί την εσχατολογική της βεβαιότητα (σελ. 70). Η ενότητα και η αποστολική διαδοχή της εκφράζεται στη λειτουργική της πράξη και η σύνδεση της τοπικής κοινότητας με την Εκκλησία στην καθολικότητά της βιώνεται σε κάθε Ευχαριστιακή σύναξη (σελ. 57). Η ενότητά της οφείλει να εκφράζεται στα σπλάχνα κοινοτήτων ζωντανών και δημιουργικών με διαρκή θεολογικό στοχασμό, με πράξεις και λόγο, με παρουσία ευχαριστιακή και διακονική. Ο Αρχιεπίσκοπος ακολουθώντας τον αντίθετο δρόμο από εκείνους που θεωρούν ότι η Ορθοδοξία πρέπει να αφοσιωθεί στη λειτουργική της μέριμνα αφήνοντας τον κόσμο έξω από τις πύλες της εκκλησίας, λέγει πως είναι η ίδια η Θ. Λειτουργία που δεν επιτρέπει την ανάπτυξη μιας αυτοσυνείδησης που οδηγεί στην περιχαράκωση και τον αυτοαποκλεισμό (σελ. 85).

Ποιός είναι λοιπόν ο ρόλος της Εκκλησίας και των χριστιανών στον σύγχρονο κόσμο; Πριν αναφερθούν οι επιμέρους προτάσεις των κειμένων του βιβλίου αξίζει να επισημανθεί ότι ο Αρχιεπίσκοπος προκρίνει μια αλλαγή παραδείγματος ως προς τη διαπραγμάτευση των σύγχρονων ζητημάτων. Γράφει πως για να ανταποκριθούν οι ορθόδοξοι στην αποστολή τους στον σύγχρονο κόσμο θα πρέπει να κατανοήσουν «τις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται στον κόσμο» (σελ. 20). Σε ένα τέτοιο εγχείρημα απαιτείται να αναπτυχθεί ένας διάλογος με την κοινωνική πραγματικότητα μέσα στις ζυμώσεις της κοινωνίας με ελπίδα και αυτοπεποίθηση, χωρίς φόβο. Η προσέγγιση της πραγματικότητας, αν γίνεται αποκλειστικά μέσα από τη διαπραγμάτευση εννοιολογικών κατηγοριών σε συνθήκες ιδεοτυπικών αφαιρέσεων μπορεί τελικώς να απομακρύνει την Εκκλησία από τη σάρκωση της ιστορίας στην καθημερινότητα των ανθρώπων.

Υπό αυτό το πρίσμα η εμβίωση, η διδαχή και η μαρτυρία της εν Χριστώ ζωής εκφράζεται στον κοινωνικό βίο των Χριστιανών μέσα από την ελεύθερη και δημιουργική δράση τους για έναν κόσμο δίκαιο και ειρηνικό. Το μήνυμα της ειρήνης διατρέχει το βιβλίο από την πρώτη ως την τελευταία σελίδα. Κατά την Ευαγγελική παραγγελία και υπόσχεση ότι οι ειρηνοποιοί  (μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί, ὅτι αὐτοὶ) υἱοὶ θεοῦ κληθήσονται (Mτ. 5:9), η ειρήνη περιγράφεται ως όραμα και αγώνας αγαθός για τους χριστιανούς ενώ η βία, η διχόνοια και ο πόλεμος νοούνται μόνο ως αίτια μετανοίας. Ο αγώνας για την ειρήνη εδράζεται σε μια ηθική της ευθύνης που οδηγεί στην κριτική αποτίμηση και σεβασμό των θετικών δεδομένων του σύγχρονου κόσμου, όπως είναι ο σεβασμός των ανθρώπινων δικαιωμάτων (σελ. 117) και στη δυνατότητα συνεργασίας με ανθρώπους καλής θέλησης ώστε να ξεπεραστεί η μισαλλοδοξία, ο εθνοφυλετισμός και ο φανατισμός (σελ. 58) προς μια συνθήκη διαλόγου και ειρήνευσης. Σε αυτό το πλαίσιο ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος δεν μιλά για την ειρήνη αφηρημένα ή στατικά αλλά για την «αναζήτηση της ειρήνης [που] προϋποθέτει σταθερή υπεράσπιση και ενδυνάμωση της δικαιοσύνης» (σελ. 226). Πρόκειται για μια προοπτική που βρίσκεται σε άμεσο διάλογο με την πατερική παράδοση, ενώ ο συναισθηματικά φορτισμένος λόγος, η σταθερότητα και η γλυκύτητα της αναφοράς στην ειρήνη συγκινούν με την αμεσότητα και την αυθεντικότητά τους. Ας μην λησμονηθεί από όσους μπορεί να αποδώσουν «ουτοπισμό» και μη ρεαλιστικό ρομαντισμό σε αυτές τις προτάσεις ότι πολλοί από τους Πατέρες της Εκκλησίας έζησαν σε ταραγμένες περιόδους, αλλά αναζήτησαν την υπέρβαση του κακού μέσα στον δρόμο της ειρήνης. Ο Μ. Βασίλειος στην επιστολή του προς τη Βουλή των Τυάνων (Επ. 97) καταλήγει με απλότητα και αποφασιστική ηρεμία: «Υπέρ της ειρήνης έχω απόφαση να μην παραλείψω οποιονδήποτε κόπο, να μη είπω ή κάνω κάτι ταπεινό, να μη υπολογίσω μήκος οδοιπορίας, να μη αποφύγω κανένα άλλο από τα οχληρά, ώστε να επιτύχω τον μισθό της ειρηνοποιίας...».[1]

Εγρήγορση_62

Το ειρηνικό όραμα των χριστιανών συναρμόζει την ειρήνη, τη δικαιοσύνη, τη διακονία και την ελευθερία. Πρόκειται για μια ελευθερία που βασίζεται στην υπευθυνότητα, που οδηγεί στον αγώνα κατά του εγωκεντρισμού (σελ. 135) και κατά της δεσποτείας απρόσωπων θεσμών και του ολοκληρωτισμού της αγοράς (σελ. 197). Αυτού του είδους η κατανόηση της ελευθερίας οδηγεί τους ανθρώπους κατευθείαν στην καρδιά των κοινωνικών προβλημάτων. Το ενδιαφέρον και η φροντίδα για την πείνα και την εξαθλίωση των ανθρώπων, για το περιβάλλον, για την εκμετάλλευση των παιδιών, την κοινωνική αδικία και για το χάσμα της φτώχειας είναι χαρακτηριστικά μιας αυθεντικά χριστιανικής ζωής (σελ. 43).

Σημαντικός είναι τέλος και ο ρόλος που δίδεται στον επιστημονικό θεολογικό λόγο αλλά και στις  άλλες επιστήμες. Ο επιστημονικός λόγος της θεολογίας αξιώνεται ενώ ταυτόχρονα υπογραμμίζεται η αναγκαιότητα για μια θεολογία αυθεντική ως προς την πηγή και την παράδοσή της, ταυτόχρονα δυναμική, με ερευνητικό πνεύμα και σε διάλογο με τις εξελίξεις του κόσμου και τις άλλες επιστήμες (σελ. 64-67). Οι προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης, λέει ο Αρχιεπίσκοπος δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται με αμηχανία (σελ. 83) αλλά με δημιουργικό πνεύμα, με ευθύνη και διάκριση είτε πρόκειται για τον πλουραλιστικό κόσμο και τα ζητήματα του διαχριστιανικού και διαθρησκειακού διάλόγου (σελ. 74-79) είτε για τον επιστημονικό κόσμο και τα ζητήματα των συνεπειών της εφαρμοσμένης γνώσης (σ. 39). Σε μια απόπειρα μάλιστα να διαυγάσει τα όρια του θεολογικού λόγου από εκείνον των θετικών επιστημών αντηχεί τον λόγο του Αγ. Ιωάννη του Δαμασκηνού[2] καθώς λέγει ότι «η χριστιανική αποκάλυψη αναφέρεται στο ποιός δημιούργησε τον κόσμο και πώς ο άνθρωπος θα προχωρήσει σε κοινωνία αγάπης μαζί Του και με όλα τα πλάσματά Του» (σελ. 39).

Εγρήγορση_103

Επιπρόσθετα, στα κείμενα του βιβλίου τούτου αποκαλύπτεται μια προοπτική χριστιανικού κοσμοπολιτισμού, πολύ κοντά στο παράδειγμα του Αρχέγονου Χριστιανισμού. Μήπως άραγε αυτή η στάση οφείλεται στην εμπειρία της ιεραποστολικής δράσης του Αρχιεπισκόπου και η αναζήτηση της ελπίδος μακριά από τον κομφορμισμό της ιστορίας; Μήπως βαρύνει το γεγονός ότι είναι Ποιμένας μιας Εκκλησίας που αναστήθηκε αφού πέρασε πρώτα με πίστη από την κοιλάδα σκιάς θανάτου (Ψλ. 23); Τον απασχολούν λοιπόν η διαφύλαξη της ταυτότητας και της ιδιομορφίας των λαών αλλά και η διάνοιξη ενός δρόμου αλληλεγγύης προς άπαντες σε έναν κόσμο διασυνδεδεμένο (σελ. 124). Υποστηρίζει ότι ο φόβος δεν μπορεί να είναι οδηγός των ορθοδόξων στον κόσμο σήμερα και ότι η θέση τους δεν είναι στην μεμψιμοιρούσα οπισθοφυλακή αλλά στην υπεύθυνη πνευματική εμπροσθοφυλακή (σελ. 108). Η πορεία αυτή είναι δυνατή αν βασιστεί στη χάρη του Αγίου Πνεύματος και βαδίσει εμπρός «με το πνεύμα των Πατέρων» (σελ. 47) εμπνέοντας πίστη, αγάπη και ελπίδα. Εδώ γίνεται λόγος για την ελπίδα που θεμελιώνεται στο πρόσωπο του Χριστού (σελ. 187) και που δεν είναι ατομική και ευσεβιστική αλλά πηγή αγάπης και κίνητρο συνάντησης (σελ. 191). Ο ίδιος χειροτόνησε κληρικούς διαφόρων εθνοτήτων, προώθησε μεταφράσεις της Θ. Λειτουργίας, φρόντισε εμπερίστατους ανθρώπους, οικοδόμησε ναούς αλλά και κοινωνικές δομές υπερβαίνοντας τα όρια του εθνοφυλετισμού στη θεωρία και στην πράξη. Τα τελευταία κείμενα του βιβλίου που αφιερώνονται στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδοξίας συμπυκνώνουν και αποκρυσταλλώνουν τα παραπάνω και περιλαμβάνουν όλα τα στοιχεία εκείνα που ο Αρχιεπίσκοπος προσδιορίζει ως το «χρέος των Ορθοδόξων» στον κόσμο (σελ. 231 κ.ε.).

Η γλώσσα είναι για αυτόν ένα πολύτιμο γεφύρι ανάμεσα στους ανθρώπους και όχι αυτοσκοπός. Έτσι στο βιβλίο χρησιμοποιείται η ομιλούμενη γλώσσα, μια γλώσσα απλή και έμπλεη νοημάτων και συναισθηματικών φορτίσεων που υπηρετεί την πρόθεση του συγγραφέα και δημιουργεί προϋποθέσεις για μια επικοινωνιακή έκρηξη αγάπης καθώς είναι εύληπτη, άμεση και γεμάτη ανθρωπιά. Τα κείμενα του βιβλίου περιγράφουν τον χριστιανισμό ντυμένο στα λαμπερά ενδύματα της χάριτος. Σε αντίθεση με τον συνοφρυωμένο ζηλωτισμό, τον τυπολατρικό ηθικισμό και την ανοικονόμητη σκληροκαρδία, ο Αναστάσιος μιλά βιβλικά για να περιγράψει την ενότητα της αλήθειας με την ομορφιά και την καλοσύνη και να υπογραμμίσει πως η αγάπη και η χάρη του Θεού βιώνονται σε συνθήκες χαράς και δημιουργικότητας (σελ. 159-160). Τελικώς, η σύνδεση της γραφής και του γράφοντος στο βιβλίο «Εγρήγορση» είναι αρμονική και φυσική. Ο Αρχιεπίσκοπος είναι μια προσωπικότητα που προστρέχει με πίστη, ειλικρίνεια και ταπεινότητα στη συνάντηση με τους άλλους και οι άνθρωποι του το αναγνωρίζουν. Είναι ο ακαδημαϊκός που τα ακροατήρια αγαπούν τον λόγο του, η συνετή φωνή που ο κόσμος επιθυμεί να συνδιαλεχθεί, ο ποιμένας που οι πιστοί θέλουν την πνευματική καθοδήγησή του, και ο χριστιανός αδελφός που οι χριστιανοί θέλουν να ταξιδεύουν μαζί του εν πλώ.

Εγρήγορση_76

* Το παρόν αποτελεί την πρώτη και ανολοκλήρωτη μορφή του κειμένου από το οποίο λείπουν οι παραπομπές και η τελική επεξεργασία. Οι αριθμήσεις στις παρενθέσεις δηλώνουν τις σελίδες στο βιβλίο: Εγρήγορση – Χρέος των Ορθοδόξων.

[1] Μ. Βασίλειος: «Τη Βουλή Τυάνων», στο: Μ. Βασιλείου έργα, τ. 3, Πατερικαί εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς», Θεσσαλονίκη 1973, σελ. 301.

[2]  Ὅμως, εἴτε οὕτως, εἴτε ἐκείνως, ἅπαντα τῷ θείῳ προστάγματι γέγονέ τε καὶ ἥδρασται καὶ τὸ θεῖον θέλημά τε καὶ βούλημα θεμέλιον ἀσάλευτον κέκτηται…». Ιωάννου Δαμασκηνού, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, κεφ. 20. Περὶ οὐρανοῦ.

Κατηγορίες: ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Βιβλιοπαρουσίαση Αναστασίου (Γιαννουλάτου) Αρχιεπισκόπου Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας, Εγρήγορση – Χρέος των Ορθοδόξων, Εν πλώ, Αθήνα 2017

Βιβλιοπαρουσίαση Αναστασίου (Γιαννουλάτου) Αρχιεπισκόπου Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας, Εγρήγορση – Χρέος των Ορθοδόξων, Εν πλώ, Αθήνα 2017

DSC_7662

Η ομιλία του Αναπληρωτή Καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ Χαράλαμπου Ατματζίδη στη βιβλιοπαρουσίαση που οργανώθηκε από τις εκδόσεις Εν πλω στη Θεσσαλονίκη

Του μέλλοντος η μέρες στέκοντ’ εμπροστά μας

σα μια σειρά κεράκια αναμένα —

χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.

Η περασμένες μέρες πίσω μένουν,

μια θλιβερή γραμμή κεριών σβυσμένων·

τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,

κρύα κεριά, λυωμένα, και κυρτά.

Δεν θέλω να τα βλέπω· με λυπεί η μορφή των,

και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.

Εμπρός κυττάζω τ’ αναμένα μου κεριά.

Δεν θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω

τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,

τι γρήγορα που τα σβυστά κεριά πληθαίνουν.

DSC_7677

Ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος, αγαπητοί μου, αντίς να βλέπει τα αναμμένα κεριά της ζωής, του παρελθόντος και του μέλλοντος, να καπνίζουν λιωμένα και κυρτά, τα θωρεί να λάμπουν με το πρώτο φως τους, αναλισκόμενα και ου δαπανώμενα, και γεμάτος ελπίδα καλεί τους Ορθοδόξους σε εγρήγορση.

Είναι μεγάλη η χαρά μου, που μου δίδεται η ευκαιρία να παρουσιάσω, ένα κείμενο του πανεπιστημιακού διδασκάλου και Αρχιεπισκόπου της Εκκλησίας της Αλβανίας κ. Αναστασίου. Γι’ αυτό ευχαριστώ τους υπευθύνους αυτής της ανάθεσης.

«Εγρήγορση. Χρέος των χριστιανών» είναι ο τίτλος του βιβλίου του αρχιεπισκόπου. «Γρηγορεῖτε» είναι η πρόσκληση του Ιησού προς τους πιστούς, ώστε αυτοί να είναι έτοιμοι να μετέχουν στην Βασιλεία του Θεού.

«Εγρήγορση», «Βασιλεία του Θεού», έννοιες βιβλικές. Πράγματι, για μένα ο Αρχιεπίσκοπος σκέφτεται και γράφει βιβλικά. Αυτό, τουλάχιστον διαπίστωσα κατά την  ανάγνωση του κειμένου.

Βέβαια πρέπει να σημειώσω, ότι η ανάγνωση οποιουδήποτε κειμένου είναι μια προσωπική υπόθεση, μια δημιουργική σύμμειξη δύο κόσμων, του πομπού-κειμένου και του δέκτη-αναγνώστη. Κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από την επενέργεια του κειμένου και κανένα κείμενο δεν μπορεί να ξεφύγει από την επενέργεια του αναγνώστη του.

Και ο συγγραφέας του κειμένου; Πού βρίσκεται; Αν μιλούσαμε για κάποιο κείμενο παλιό και ξεχασμένο θα ψάχναμε τον ποιητή του πίσω από τις λέξεις. Όμως εμείς δεν χρειάζεται να πράξουμε κάτι τέτοιο. Γιατί είμαστε τυχεροί. Συμβαίνει να έχουμε μπροστά μας και το κείμενο και τον συγγραφέα του. Γλιτώσαμε από την βάσανο της αναζήτησης. Δεν γλιτώσαμε όμως, ούτε εμείς ούτε ο συγγραφέας, από την δημιουργική και συναρπαστική βάσανο της συνάντησης μέσα από την ανάγνωση.

Και όπως κάθε αναγνώστης, έτσι κι’ εγώ, πρόσεξα πρώτα αυτό που κατά τη γνώμη μου είναι το πιο σημαντικό, το βιβλικό στοιχείο, που διατρέχει και χρωματίζει όλες τις σελίδες του έργου.

DSC_7672

Δεν απόρησα, γιατί λόγω της ιδιότητάς μου θεωρώ αυτονόητη μια τέτοια ενέργεια για ένα χριστιανό, όταν αυτός ασχολείται με θέματα θεολογικά και πολιτισμικά.

Αιφνιδιάστηκα όμως ευχάριστα, όταν είδα ότι το βιβλικό κείμενο δεν χρησιμοποιείται ως πηγή, από όπου παρατίθενται citata προς «σωφρονισμόν». Αντίθετα στο βιβλίο του Αρχιεπισκόπου Αναστασίου το βιβλικό κείμενο μπολιάζεται στο σύγχρονο κείμενο,  το ημερώνει και το καθιστά αγωγό του λησμονημένου βιβλικού μηνύματος, όπως γίνεται με την αγριελιά που μπολιάζεται με την ήμερη ελιά.

Αυτός άλλωστε είναι ο καημός των βιβλικών θεολόγων. Πως θα μπορέσει το πολυποίκιλο βιβλικό κείμενο να επικαιροποιηθεί. Να ελευθερωθεί από την αρχαιολογική και μουμιοποιημένη χρήση του και να αναδειχθεί η ζωντάνια του. Να προσφερθεί, δηλαδή, στους ανθρώπους ως πηγή ζωής, όπως γινόταν και παλιά από πολλούς χριστιανούς, λαϊκούς και κληρικούς, ιερείς και επισκόπους.

Σε τρία σημεία του βιβλίου θα σταθώ, αγαπητοί μου, στον τίτλο του βιβλίου και στις αναφορές του Επισκόπου στα έσχατα και στη σημερινή αποστολή της Εκκλησίας. Και τα τρία θεωρώ ότι επιβεβαιώνουν όσα συζητήσαμε  παραπάνω. Ραχοκοκαλιά των τριών αυτών σημείων είναι για τον Αρχιεπίσκοπο Αναστάσιο η Βίβλος, για τον οποίο αυτή είναι μεν το ιερό βιβλίο των χριστιανών, είναι όμως ταυτόχρονα και πηγή έμπνευσης και ζωής για όλους τους ανθρώπους. Στη Βίβλο φανερώνεται πώς ο Θεός μεταμορφώνει τα δημιουργήματά του, τους πιστούς, σε παιδιά του Θεού, και πώς αγκαλιάζει  τα συν-δημιουργήματά του, τους άλλους ανθρώπους, με την ίδια τρυφερότητα και αγάπη και τους παρηγορεί, όπως η μάνα το παιδί της (Ησ 66,13). Για τον Αναστάσιο, όλα ξεκινούν από τον Θεό διά του Ιησού και εν Αγίω Πνεύματι και καταλήγουν πάλι σε Αυτόν. Ο Θεός με τη χάρη του παρεμβαίνει στον κόσμο και μεταμορφώνει ανθρώπους και κόσμο. Όλα αυτά φροντίζει ο Αρχιεπίσκοπος να τα μεταφέρει στον αναγνώστη με έννοιες βιβλικές.

Πρώτ’ από όλα βιβλικός είναι ο τίτλος του έργου του: «Εγρήγορση. Χρέος των χριστιανών» και έπειτα η περιγραφή του Αρχιεπισκόπου για τα έσχατα.

Ο τίτλος μας θυμίζει  την προτροπή του Χριστού «γρηγορεῖτε» (Μτ 26:38-41· Μκ 13,35-37)», λέξη που ομοιάζει σημασιολογικά με την λέξη «εγρήγορση». Με τέτοιους όρους ο Ιησούς Χριστός περιγράφει τη στάση των ανθρώπων κατά την εποχή των εσχάτων.

Βέβαια εμείς, πολλές φορές μπερδευόμαστε και θεωρούμε ότι έσχατα είναι μόνον το τέλος του κόσμου και η τελική κρίση του Θεού. Όμως για τον Ιησού Χριστό τα έσχατα είναι ήδη παρόντα με την εμφάνισή του στη γη. Ο Ιησούς Χριστός υπογραμμίζει σε αυτούς που τον ακολουθούν και τον ακούν ότι «ἰδοὺ γὰρ ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστιν» (Λκ 17,21). Με τα λογία του αυτά θέλει να συνδέσει το έσχατα με το παρόν. Η βασιλεία του Θεού για τον Ιησού βρίσκεται ανάμεσά μας και είναι ο ίδιος ο Χριστός. Τα έσχατα έχουν γίνει πλέον ιστορία στο πρόσωπο του Ιησού. Δεν αποτελούν βέβαια όλα αυτά μια τετελεσμένη κατάσταση. Αντίθετα αυτά εμπεριέχουν μια δυναμική που συνεχώς αυξομειώνεται σε σχέση με την πρακτική των ανθρώπων. Αυτή φαίνεται να είναι, κατά τη γνώμη  μου, η πιο «πειστική» και πραγματιστική προσέγγιση των λόγων του Χριστού.

Στο πλαίσιο αυτό ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος επισημαίνει ότι «η προτροπή του Χριστού «γρηγορεῖτε» είναι πολλαπλά επίκαιρη. Οι ορθόδοξοι, τονίζει, οφείλουν να μετέχουν στη διερεύνηση των σύγχρονων συνθηκών και με λόγο κριτικό, παρηγορητικό, καθοδηγητικό να συμβάλλουν στην ορθότερη αντιμετώπιση των αναφυόμενων προβλημάτων. Η εγρήγορση είναι έργο των Ορθοδόξων». «Η Ορθόδοξη συνείδηση», συνεχίζει ο Επίσκοπός μας, «δεν είναι δυνατόν να παραμείνει απαθής στο κοινωνικό γίγνεσθαι, σε πνευματικές ζυμώσεις που επηρεάζουν το ανθρώπινο γένος. Όσοι έχουν υπεύθυνες θέσεις στην Εκκλησία αλλά και γενικότερα τα συνειδητά μέλη της καλούνται να αγρυπνούν». Στα κείμενα του Αρχιεπισκόπου Αλβανίας η τελείωση των Ορθοδόξων βαδίσει αντάμα με την άοκνη δράση των χριστιανών εντός του κόσμου τούτου. Πρόκειται για μια δράση που επενεργεί την ανόρθωση των ίδιων των Ορθοδόξων, των υπόλοιπων συν-ανθρώπων και του κόσμου όλου. Η πραγματοποίηση της Βασιλείας του Θεού έχει πλέον αρχίσει.

DSC_7626

Όμως, η ευθύνη για τον κόσμο και την οικούμενη είναι μεγάλη και δεν είναι ατομική μόνον υπόθεση. Η καλυτέρευση του κόσμου τούτου απαιτεί πρώτα από όλα πίστη στον Θεό και στο δημιουργικό Του έργο. Απαιτεί όμως και την ομοψυχία και τη συλλογική δράση των Ορθοδόξων. Αυτό φανερώνει και η απόφαση που λήφθηκε από τους απανταχού Ορθοδόξους, να συζητήσουν και ν’ αποφασίσουν εμπνεόμενοι και καθοδηγούμενοι από το Πνεύμα του Θεού για το μέλλον το δικό τους άλλα και ολάκερου του κόσμου και να συγκαλέσουν την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο.

Η σύγκληση της Αγίας και μεγάλης Συνόδου της Ορθοδοξίας υπό την εμπνευσμένη καθοδήγηση του Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου και το μήνυμά της, αποτέλεσαν και αποτελούν για τον Αρχιεπίσκοπο Αναστάσιο την πιο σημαντική στιγμή της Ορθοδοξίας. Για αυτό και ο Αρχιεπίσκοπος μόχθησε με όλες του τις δυνάμεις για την επιτυχή έκβασή της. Αυτός είναι και ο λόγος που κλείνει το έργο του “Εγρήγορση” με την αναφορά του στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας και στο Μήνυμά της.

Ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος, από πολύ νωρίς φρόντισε να εντοπίσει ένα από τα καίρια θέματα, που θα έπρεπε ν’ απασχολούν την Ορθόδοξη Εκκλησία, το θέμα της “Ορθόδοξης μαρτυρίας”. Δύο είναι κυρίως τα βιβλικά χωρία, στα οποία συνήθως θεμελιώνεται η Ορθόδοξη μαρτυρία, το Πρ 1,8: “καὶ ἔσεσθέ μου μάρτυρες ἔν τε Ἰερουσαλὴμ καὶ [ἐν] πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς” και το Μτ 28,19-20: «πορευθέντες οὖν μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη…καὶ ἰδοὺ ἐγὼ μεθ᾿ ὑμῶν εἰμι ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος». Είναι αξιοπρόσεκτο ότι ο Αρχιεπίσκοπος επικαλείται στην προσφώνηση του κατά την εναρκτήρια συνεδρίαση (19/06/2016) της Αγίας και Μεγάλης Σύνοδου το χωρίο των Πράξεων και όχι το χωρίο του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου. Στα μάτια του βιβλικού επιστήμονα η επιλογή αυτή φανερώνει την βιβλική κατάρτιση του Αρχιεπισκόπου, με δεδομένο ότι στην βιβλική επιστήμη το χωρίο των Πράξεων θεωρείται ότι αναδεικνύει πιο αντιπροσωπευτικά το μήνυμα της Ορθόδοξης μαρτυρίας. Για μια ακόμη φορά, λοιπόν, ο Αναστάσιος μας εκπλήσσει ευχάριστα. Πέρα από αυτό ο Αρχιεπίσκοπος πλαισιώνει και με άλλα βιβλικά χωρία την αναφορά του στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο, από τους Ψαλμούς (33,2· 65,12· 95, 1-3 [Ο΄]) και από την προς Εφεσίους Επιστολή (3,20-21).

DSC_7794

Επίσης στην ίδια προσφώνηση, οριοθετείται από τον Αναστάσιο η Αγία και Μεγάλη  Σύνοδος. Για τον Αρχιεπίσκοπο, “η Σύνοδος αυτή δεν είναι ένα ακριβές αντίγραφο των οικουμενικών Συνόδων ούτε ένα τηλεομοιότυπο Συνελεύσεων Δυτικών χριστιανικών Παραδόσεων. Προσαρμοσμένη στις συνθήκες και στις δυνατότητες του 21ου αιώνα έχει τα δικά της χαρακτηριστικά. Κυριαρχικός είναι ο ρόλος του Αγίου Πνεύματος, το οποίο παραμένει ο καθοριστικός οδηγός της Εκκλησίας στη ροή του χρόνου. Αυτή καλείται να υπογραμμίσει τη γνωστή σε όλους μας αλήθεια, ότι η Εκκλησία δεν ζει για τον εαυτό της. Ό,τι έχει, ό,τι κάνει, ό,τι προσφέρει προορίζεται για ολόκληρη την ανθρωπότητα, για την ανύψωση και την ανακαίνιση του κόσμου”.

Τέλος, ο Αρχιεπίσκοπος παραθέτει και μια σειρά προτάσεων για τον τρόπο λήψης αποφάσεων, για την αντιμετώπιση του παντός είδους εγωκεντρισμού, που είναι η μητέρα όλων των αιρέσεων, και για την Ορθόδοξη μαρτυρία στον κόσμο. Πολλές από τις προτάσεις του αυτές υιοθετούνται σχεδόν αυτολεξεί από την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο και εντάσσονται στο Μήνυμά της. Σε ένα σημείο του Μηνύματος γράφεται χαρακτηριστικά ότι “εμείς οι Ορθόδοξοι χριστιανοί, μετέχοντες στη θεία Ευχαριστία και δεόμενοι υπέρ της οικούμενης οφείλουμε να συνεχίσουμε τη λειτουργία μετά την θεία Λειτουργία και να δίδουμε τη μαρτυρία της πίστεως προς τους εγγύς και τους μακράν, συμφώνως προς τη σαφή εντολή του κυρίου προ της αναλήψεώς Του: “καὶ ἔσεσθέ μου μάρτυρες ἔν τε Ἰερουσαλὴμ καὶ [ἐν] πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς” (Πρ 1,8). Ο επενευαγγελισμός του λαού του θεού στις σύγχρονες εκκοσμικευμένες κοινωνίες και ο ευαγγελισμός εκείνων που ακόμη δεν έχουν γνωρίσει τον Χριστό αποτελούν αδιάλειπτο χρέος της Εκκλησίας.

Αγαπητοί μου, εδώ τελειώσαμε την αναφορές μας στο έργο του Αρχιεπισκόπου Αλβανίας με τον τίτλο “Εγρήγορση. Χρέος των Ορθοδόξων”. Για περισσότερα σας παραπέμπω στις εκδόσεις “εν πλω”. Άλλωστε πρέπει να ενθαρρύνομε τις προσπάθειες των εκδοτών να μας προσφέρουν τέτοια μεστά νοημάτων κείμενα.

Και όπως λέει ο ποιητής,

να βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη

Να εύχεσαι να ναι μακρύς ο δρόμος

γεμάτος περιπέτειες γεμάτος γνώσεις

DSC_7683

Ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος βαδίζει για τη δική του Ιθάκη. Η Ιθάκη του δίνει ωραίο ταξίδι και ο ίδιος έδωσε και δίνει πολλά.

Εμείς πότε θα βρούμε την Ιθάκη μας. Έχουμε να δώσουμε κάτι μαζί με τον Αρχιεπίσκοπό μας;

Κατηγορίες: ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Βιβλιοπαρουσίαση Αναστασίου (Γιαννουλάτου) Αρχιεπισκόπου Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας, Εγρήγορση – Χρέος των Ορθοδόξων, Εν πλώ, Αθήνα 2017

Αρχαιολογικός περίπατος στη Βυζαντινή Θεσσαλονίκη στο πλαίσιο του μαθήματος της Βυζαντινής Αρχαιολογίας

Χατζούλη

Στις 2 Μαΐου 2017, στο πλαίσιο του μαθήματος της Βυζαντινής Αρχαιολογίας, πραγματοποιήθηκε με τους φοιτητές του Τμήματος Θεολογίας αρχαιολογικός περίπατος στη Βυζαντινή Θεσσαλονίκη. Οι φοιτητές και η καθηγήτριά τους, κ. Γλυκερία Χατζούλη επισκέφτηκαν ενδεικτικά ορισμένους ναούς, όπως τον Άγιο Δημήτριο, τον Άγιο Νικόλαο Ορφανό, την Παναγία Αχειροποίητο, τον Άγιο Γεώργιο (Ροτόντα) και επιχείρησαν να ανασυνθέσουν μέσω των διατηρημένων μνημείων την ιστορική και πολιτιστική πορεία της πολυανθρώπου και ευανδρούσας Θεσσαλονίκης από την παλαιοχριστιανική περίοδο μέχρι την άλωση της πόλης από τους Τούρκους. Οι φοιτητές είχαν τη δυνατότητα να εντάξουν τα μνημεία στον χώρο και στον χρόνο και να αντιληφθούν τον ρόλο που διεδραμάτισε η συμβασιλεύουσα Θεσσαλονίκη κατά τη διάρκεια των αιώνων από την περίοδο του Μ. Κωνσταντίνου (306-33

Γλυκερία Χατζούλη (Επίκ. Καθηγήτρια Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ)

Κατηγορίες: ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Αρχαιολογικός περίπατος στη Βυζαντινή Θεσσαλονίκη στο πλαίσιο του μαθήματος της Βυζαντινής Αρχαιολογίας

Ημερίδα με θέμα: «Μεταπτυχιακή Έρευνα στον Τομέα Εκκλησιαστικής Ιστορίας, Χριστιανικής Γραμματείας, Αρχαιολογίας και Τέχνης»

AfisΟ Τομέας Εκκλησιαστικής Ιστορίας, Χριστιανικής Γραμματείας, Αρχαιολογίας και Τέχνης στο πλαίσιο των Εκδηλώσεων Θεολογικού Λόγου και Τέχνης, που οργανώνει το Τμήμα Θεολογίας (Μάιος 2017), πραγματοποιεί Β΄ Ημερίδα με θέμα: «Μεταπτυχιακή Έρευνα στον Τομέα Εκκλησιαστικής Ιστορίας, Χριστιανικής Γραμματείας, Αρχαιολογίας και Τέχνης». Στην Ημερίδα θα παρουσιάσουν τις εισηγήσεις οι φοιτητές του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών που ειδικεύονται στα αντικείμενα του Τομέα Εκκλησιαστικής Ιστορίας, Χριστιανικής Γραμματείας, Αρχαιολογίας και Τέχνης. Στόχος της Ημερίδας είναι να δοθεί η δυνατότητα ανάδειξης του ερευνητικού έργου που πραγματοποιείται από τους μεταπτυχιακούς φοιτητές σε συνεργασία με το διδακτικό προσωπικό του Τομέα. Οι εργασίες της Ημερίδας θα πραγματοποιηθούν το απόγευμα της Δευτέρας 15 Μαΐου (16:00-21.30΄), στο Α΄ Αμφιθέατρο της Θεολογικής Σχολής. Η παρακολούθηση των εργασιών είναι ελεύθερη. Στους ενδιαφερόμενους θα δοθούν βεβαιώσεις παρακολούθησης.

Δείτε το πρόγραμμα.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ημερίδα με θέμα: «Μεταπτυχιακή Έρευνα στον Τομέα Εκκλησιαστικής Ιστορίας, Χριστιανικής Γραμματείας, Αρχαιολογίας και Τέχνης»

Δήμητρα Κούκουρα, «Η εγκύκλιος της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο. Επικοινωνιακή προσέγγιση»

Διημερίδα_181[22326]

Η εισήγηση της καθηγήτριας του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ στην επιστημονική ημερίδα που διοργάνωσε η Θεολογική Σχολή του ΑΠΘ με την Ιερά Μητρόπολη Θεσσαλονίκης στις 27 Απριλίου 2017, με τίτλο «Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος και το μήνυμά της στον σύγχρονο κόσμο»

Με απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος αναγνώσθηκε στους ιερούς ναούς τον μήνα Φεβρουάριο 2017 ένα κείμενο[1] διάρκειας πέντε έως έξι λεπτών της ώρας. Φέρει τον τίτλο «Προς τον Λαό. Για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης»[2] και στο προοίμιό του αναγράφονται οι αποδέκτες και ο στόχος του: «Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος απευθύνεται προς όλους τους πιστούς, προκειμένου να τους ενημερώσει για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο των Ορθοδόξων Εκκλησιών, η οποία συνήλθε τον Ιούνιο του 2016 στην Κρήτη».

Οι παράγοντες της επικοινωνίας και ο επιδιωκόμενος στόχος της εγκυκλίου παρουσιάζουν ενδιαφέρον για την έρευνα και ενισχύουν τον προβληματισμό για τη σύγχρονη Ορθόδοξη μαρτυρία.

1. Ο πομπός του μηνύματος

Η Εκκλησία της Ελλάδος με συνοδικές αποφάσεις συμμετείχε σε όλα τα προπαρασκευαστικά στάδια της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου: Ρόδος (1961, 1963, 1964), Ορθόδοξο Κέντρο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, Σαμπεζύ Γενεύης (1968 και τέσσερις φορές κατά το διάστημα 1976-2009), Κωνσταντινούπολη (2014, Σύναξη Ορθοδόξων Προκαθημένων, όπου αποφασίστηκε ο χρόνος της σύγκλησης), Σαμπεζύ (2015 Ε’ Προσυνοδική, Ιανουάριος 2016 Σύναξη Προκαθημένων, όπου καθορίστηκε η Κρήτη ως τόπος της διεξαγωγής των εργασιών). Ομοίως συμμετείχε στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο στην Κρήτη (Ιούνιος 2016) και στα τέλη του μηνός Νοεμβρίου 2016 στην έκτακτη Σύνοδο της Ιεραρχίας αποφάσισε καθηκόντως να ενημερώσει τον Λαό.

Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι στην εκτενή ενημερωτική εισήγηση του Μητροπολίτου Σερρών κ. Θεολόγου ενώπιον της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος[3], περιλαμβάνονται ως κατακλείδα ουσιαστικές προτάσεις που αποσκοπούν στην ποιμαντική αξιοποίηση των αποφάσεων της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, με παραπομπή στις αρμόδιες συνοδικές επιτροπές και συνεργασία με τις Θεολογικές Σχολές: «προς νηφάλιον μελέτην, αγιοπατερικήν εμβάθυνσιν, διασαφήνισιν, ποιμαντικήν ωρίμανσιν, ανάλυσιν και αξιοποίησιν». Εξίσου αναγκαία κρίνεται και η υπεύθυνη ενημέρωση του κλήρου, των μοναστικών κοινοτήτων και των αμέσων συνεργατών των Ιεραρχών «γενικώς περί της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου και των αποφάσεων αυτής και ειδικώς περί των σχετικών αποφάσεων – θέσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος, προς οικοδομήν και αποφυγήν παρερμηνειών με προσεκτική μελέτη και αξιοποίηση του σχετικού υλικού, των ψηφισθέντων κειμένων, Εγκυκλίων, του Μηνύματος, επιστημονικών μελετών και αναλύσεων».

Επίσης προστίθεται η ποιμαντική οφειλή για την πληροφόρηση του πληρώματος της Εκκλησίας της Ελλάδος σε ποικίλες πνευματικές συνάξεις και «δι’ εκδόσεως ευσυνόπτου και σε κατανοητήν γλώσσαν Εγκυκλίου, ως έπραξεν ήδη η Εκκλησία της Κύπρου, προς οικοδομήν και υπεύθυνον ενημέρωσιν. (Έκδοσις, μερίμνη της Δ.Ι.Σ., του ενημερωτικού φυλλαδίου «Προς τον λαό»). Η πληροφόρηση περιλαμβάνει και τη χρήση του Ρ/Σ και της ιστοσελίδας της Εκκλησίας της Ελλάδος  για την ανάρτηση και τον σχολιασμό των σχετικών κειμένων.

Οι προτάσεις της εισήγησης έγιναν δεκτές[4] και το πρώτο βήμα για την ενημέρωση του εκκλησιαστικού πληρώματος, δύο μήνες μετά από τη σύγκληση της Ιεραρχίας και οκτώ μετά την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο, ήταν η ανάγνωση στους ιερούς ναούς μιας εγκυκλίου και η διανομή της με τη μορφή ενημερωτικού φυλλαδίου στο εκκλησίασμα.

ΙΜΘ_90

2. Οι αποδέκτες

Στο κείμενο αναφέρονται δύο παραλήπτες: «ο λαός» και «όλοι οι πιστοί». Ο λαός πιθανόν να αποτελεί έναν τεχνικό όρο που προσιδιάζει σε ανοικτή δημόσια  επιστολή ή σε ένα μήνυμα για ένα καίριο θέμα με πολλαπλούς αποδέκτες, όπως προκύπτει από τα ανάλογα 47 μέχρι σήμερα μηνύματα της Εκκλησίας της Ελλάδος[5]. Στη συνέχεια  του κειμένου με τη φράση «προς όλους τους πιστούς» οι παραλήπτες προσδιορίζονται. Αν όμως ο λαός είναι ταυτόσημος με όλους τους πιστούς, εξαιρείται ένα ευρύ φάσμα ακροατών ή αναγνωστών: όσοι δεν είναι αρκούντως πιστοί ή όσοι είναι αδιάφοροι. Παρ’ όλα αυτά, σε άλλα μηνύματα «προς τον Λαό» οι παραλήπτες δεν προσδιορίζονται μόνον από την πίστη τους αλλά και από την προαίρεσή τους, όπως π.χ.[6]: «Η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία συνήλθε στην τακτική της συνεδρία από 5ης έως 8ης τ.έ. αισθάνεται την ανάγκη να απευθυνθεί προς το πλήρωμά της, στον λαό του Θεού, αλλά και σε κάθε καλοπροαίρετο άνθρωπο, για να μιλήσει με τη γλώσσα της αλήθειας και της αγάπης». Πρόκειται για το μήνυμα με τίτλο «Η Εκκλησία απέναντι στη σύγχρονη κρίση».

Το ερώτημα που τίθεται είναι σαφές: για ποιον λόγο εξαιρέθηκαν οι άνθρωποι καλής θελήσεως από ένα ενημερωτικό μήνυμα για ένα μοναδικό γεγονός για την Ορθόδοξη Εκκλησία, όπου προσεγγίστηκαν σημαντικά θέματα για την πορεία της μέσα στην τρίτη χιλιετία και οριοθετήθηκε η στάση της απέναντι στον σύγχρονο κόσμο και τους προβληματισμούς του. Οι ίδιοι όμως συμπεριελήφθησαν α) στην Εγκύκλιο[7] της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου: « Ὅθεν, ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ ἀπευθύνομεν τόν λόγον τῆς ἐν ἡμῖν ἐλπίδος (Α΄ Πέτρου γ,15) προς τα τέκνα της Αγιωτάτης ημών Εκκλησίας, αλλά και προς πάντα άνθρωπον «τον μακράν και τον εγγύς» (Εφεσ. β,17) και β) στο Μήνυμά της[8]: «προς τον Ορθόδοξο λαό και κάθε άνθρωπο καλής θελήσεως».

Η Εκκλησία της Κύπρου στο ανάλογο Μήνυμά της απευθύνεται «προς άπαν το πλήρωμα της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Κύπρου»[9]. Όμως στο «άπαν πλήρωμα» υπάρχει χώρος για όλες τις διαβαθμίσεις των πιστών, και τους δυνάμει και τους ενεργείᾳ και τους εν οδώ και τους εν στάσει, εν αποστάσει ή εν αποστασίᾳ. Με αυτόν τον τρόπο η μία κατηγορία οικοδομείται πνευματικά και η άλλη προσεγγίζεται ποιμαντικά, ώστε να συνδεθεί και πάλι με τη ζωή της ευχαριστιακής κοινότητας.

Η προσεκτική μελέτη του Μηνύματος προς τον Λαό δίνει την εντύπωση πως το κείμενο απευθύνεται σε συγκεκριμένες ομάδες: α) στους πιστούς, που έχουν ήδη διδαχθεί τα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου από άλλους, «επικαλουμένους φανταστικούς λόγους δογματικής ακριβείας», πάσχοντες όμως «από δυσίατες πνευματικές ασθένειες με φανατικές και σχισματικές τάσεις» και β) σε αυτούς τους «ακριβείς δογματολόγους», οι οποίοι ωθούμενοι από ποικίλα κίνητρα ανέπτυξαν επιθετικούς μηχανισμούς εναντίον της Συνόδου της Κρήτης. Το αποτέλεσμα είναι η σύγχυση και ο φανατισμός, που οδήγησαν στην αυστηρή ειδοποίηση της Ιεράς Συνόδου στην κατακλείδα της εγκυκλίου/φυλλαδίου: «Σύμφωνα με τον Ιερό Χρυσόστομο: “το σχίσαι Εκκλησίαν, και φιλονείκως διατεθήναι, και διχοστασίας εμποιείν, και της συνόδου διηνεκώς εαυτόν αποστερείν, ασύγγνωστον και κατηγορίαν άξιον και πολλήν έχει την τιμωρίαν”».

 3. Το περιεχόμενο

Στο Δελτίο Τύπου που ακολούθησε τις εργασίες της έκτακτης Ιεραρχίας αναφέρεται η απόφασή της να συνταχθεί από την Δ.Ι.Σ. «ανακοινωθέν προς ενημέρωση του ιερού κλήρου και του λαού»[10] στηριγμένο στις προτάσεις της Εισήγησης και στη μελέτη όλων των κειμένων που υπεβλήθησαν.

Το φυλλάδιο ωστόσο που κυκλοφόρησε περιέχει επιλεκτικές, αποσπασματικές και ενίοτε ανακριβείς πληροφορίες για τα θέματα που συζητήθηκαν και τις αποφάσεις της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, με θεματικές προτάσεις, απομονωμένες από τη νοηματική τους συνάφεια στα κείμενα της Συνόδου, με ύφος τηλεγραφικό και τάση απολογητική[11]. Ομοίως απέφυγε να περιλάβει τον υπεύθυνο προβληματισμό των Ορθοδόξων για τα σύγχρονα ποιμαντικά προβλήματα που ρυθμίζουν τη ζωή των πιστών και προ πάντων δεν μετέφερε το πνεύμα μιας Ορθοδοξίας που έχει «ανοικτούς ορίζοντες στην Οικουμένη και αισθάνεται την ευθύνη της στον χώρο και τον χρόνο με προοπτική την αιωνιότητα»[12]. Εξάλλου η έγκαιρη και περιεκτική ενημέρωση της Εκκλησίας της Κύπρου[13] που προτάθηκε από την Εισήγηση ως υποδειγματική ελάχιστα ακολουθήθηκε. Εν κατακλείδι, ένας μέσος αποδέκτης που δεν γνώριζε την «αντιρρητική» σπερμολογία, δεν έχει ιδιαίτερη πρόσβαση ή χρόνο για να ενημερώνεται από τις επίσημες ιστοσελίδες, ακούοντας ή μελετώντας το φυλλάδιο, ελάχιστα απεκόμισε για ένα μοναδικό εκκλησιαστικό γεγονός.

Α) Τα κείμενα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου

Τα επίσημα κείμενα που συζητήθηκαν και εγκρίθηκαν στην Κρήτη είναι οκτώ[14]. Τα έξι αναφέρονται σε συγκεκριμένα ποιμαντικής και νομοκανονικής φύσεως θέματα: 1. Η σπουδαιότης της νηστείας και η τήρησις αυτής 2. Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον 3. Το αυτόνομον και ο τρόπος ανακηρύξεως αυτού. 4. Η Ορθόδοξος Διασπορά. 5. Το μυστήριον του γάμου και τα κωλύματα αυτού. 6. Η αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας εν τω συγχρόνω κόσμω. Τα άλλα δύο εκφράζουν το συνολικό πνεύμα των συζητήσεων, των αποφάσεων και των τελικών κειμένων και απευθύνονται προς πολλαπλούς αποδέκτες. Πρόκειται α) για την Εγκύκλιο, η οποία αποτελεί πολύμοχθη προσπάθεια της Γραμματείας της Συνόδου πριν από την έναρξη των εργασιών στην Κρήτη, συντάχθηκε σε λόγια γλώσσα και έχει αρκετή έκταση και β) για το συντομότερο Μήνυμα που είναι γραμμένο στη Νέα Ελληνική και τελικά είναι αυτό που αναγνώσθηκε στη διάρκεια της καταληκτικής θείας Λειτουργίας την Κυριακή των Αγίων Πάντων 2016.

Στην εμπεριστατωμένη Εγκύκλιο, μετά το προοίμιο που έχει δοξαστικό χαρακτήρα και καταγράφει το χρονικό της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου (ποιος, πού, πότε, τί και γιατί), περιλαμβάνονται οι εξής θεματικές ενότητες που αναπτύσσονται με νοηματική αλληλουχία και βιβλική και πατερική θεμελίωση.

Ι. Η Εκκλησία: Σώμα Χριστού, εικών της Αγίας Τριάδος, ΙΙ. Η αποστολή της Εκκλησίας εν τω κόσμω, ΙΙΙ. Η οικογένεια – εικών της αγάπης του Χριστού προς την Εκκλησίαν, IV. Η κατά Χριστόν παιδεία, V. Η Εκκλησία ενώπιον των συγχρόνων προκλήσεων, VI. Η Εκκλησία ενώπιον της παγκοσμιοποιήσεως, ακραίων φαινομένων βίας και μεταναστεύσεως, VII. Η Εκκλησία μαρτυρία εν διαλόγω.

Το Μήνυμα[15] με ευσύνοπτο τρόπο μετά τη δοξολογία και το χρονικό της Συνόδου στο προοίμιο, στη συνέχεια μεταφέρει με ύφος οικείο τις συζητήσεις, τις θέσεις και το όραμα της Ορθοδοξίας στον κόσμο της τρίτης χιλιετίας συνοψίζοντας την εκτενέστερη Εγκύκλιο σε 12 ενότητες με το εξής περιεχόμενο: 1. Διακήρυξη της ενότητας της Ορθοδόξου Εκκλησίας – συνοδικότητα – Επισκοπικές Συνελεύσεις Διασποράς, 2. Το χρέος της ορθόδοξης μαρτυρίας (επανευαγγελισμός -ευαγγελισμός) ως απόρροια του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας, 3. Σημασία του διαλόγου με τους ετεροδόξους Χριστιανούς για τη γνωστοποίηση της γνησιότητας της ορθόδοξης παράδοσης, 4. Η Σημασία διαθρησκειακού διαλόγου για την προώθηση της ειρήνης ως αντίδοτο του φονταμενταλισμού, 5. Η διαχρονική συμβολή Χριστιανισμού στον Δυτικό πολιτισμό, σε σχέση με τις συντηρητικές περί Εκκλησίας απόψεις, 6. Ο γάμος ακατάλυτη σχέση ανδρός και γυναικός σε σχέση με τη σύγχρονη προσέγγισή του. Το ασκητικό ήθος δεν αποκόπτει από τη ζωή και τον συνάνθρωπο, 7. Η Ορθόδοξη Εκκλησία σέβεται και επαινεί τους επιστήμονες αλλά επισημαίνει τους κινδύνους σε θέματα Βιοηθικής, 8. Η οικολογική κρίση οφείλεται σε πνευματικά και ηθικά αίτια. Η μετάνοια, η εγκράτεια, το ασκητικό ήθος αντίδοτα στην υπερκατανάλωση των φυσικών πόρων, 9. Σεβασμός στην ιδιοπροσωπία ανθρώπων και λαών απέναντι στην ισοπεδωτική ομογενοποίηση, 10. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν αναμειγνύεται στην πολιτική, έχει διακριτό και προφητικό λόγο, στα ανθρώπινα δικαιώματα προσθέτει την ευθύνη αυτοκριτικής και κριτικής πολιτικών και πολιτών και τονίζει το θεμελιώδες δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας, 11. Οι νέοι αποτελούν το παρόν της Εκκλησίας και καλούνται να προσφέρουν τις ανησυχίες, τους προβληματισμούς και τις προσδοκίες του. 12. Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος άνοιξε τον ορίζοντα στη σύγχρονη πολύμορφη οικουμένη. Η Ορθόδοξη Εκκλησία διατηρώντας τον μυστηριακό και σωτηριολογικό χαρακτήρα της είναι ευαίσθητη στον πόνο, στις αγωνίες και την κραυγή για δικαιοσύνη των λαών. Ευαγγελίζεται «ἡμέραν ἐξ ἡμέρας τό σωτήριον αὐτοῦ˙ ἀναγγέλλουσα τοῖς ἔθνεσι τήν δόξαν αὐτοῦ, ἐν πᾶσι τοῖς λαοῖς τά θαυμάσια αὐτοῦ (Ψαλμ. 95). 

Β)  Η Εγκύκλιος και το Μήνυμα της Εκκλησίας της Κύπρου[16]

Στα τέλη Ιουλίου 2016, ένα μήνα μετά τη διεξαγωγή της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, η Εκκλησία της Κύπρου με συνοδική της απόφαση απηύθυνε προς το πλήρωμά της Εγκύκλιο και Μήνυμα, τα οποία κυκλοφόρησαν σε μορφή επιμελημένου τεύχους[17]. Ο στόχος της εγκυκλίου είναι συγκεκριμένος: «Ἐπειδὴ ἔχουν λεχθεῖ καὶ γραφεῖ πολλὰ γιὰ τὸ τί εἶναι ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος, ἡ ὁποία συνῆλθε στὴν Κρήτη, ἐπιθυμοῦμε, ὡς Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου, νὰ ἐνημερώσουμε ὑπευθύνως τὸ πλήρωμα τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας μας…». Αυτή η υπεύθυνη ενημέρωση α) τεκμηριώνει τον χαρακτήρα της Συνόδου της Κρήτης ως Αγίας και Μεγάλης, β) τονίζει την αναγκαιότητα της σύγκλησης για την αντιμετώπιση ποιμαντικών προβλημάτων στις σύγχρονες κοινωνίες και διοικητικών λόγω της Ορθόδοξης Διασποράς και γ)υπογραμμίζει το συνοδικό σύστημα ως τρόπο επιλύσεως δογματικών και ποιμαντικών θεμάτων.

Στη συνέχεια απαριθμείται ο κατάλογος των δέκα θεμάτων που είχαν κατ’ αρχάς επιλεγεί για να συζητηθούν στη Σύνοδο και γίνεται αναφορά στις Συνάξεις των Ορθοδόξων Προκαθημένων του 2014 και 2016 όπου αποφασίστηκε η διεξαγωγή, ο χρόνος, ο  τόπος και ο κατάλογος έξι μόνον θεμάτων. Στη συνέχεια περιγράφεται το πνεύμα αμοιβαίας κατανόησης και σεβασμού που επικράτησε στις συζητήσεις και παρατίθεται ο κατάλογος των  κειμένων που ενέκρινε η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος. Η Εγκύκλιος απαντά σε θέματα που προκάλεσαν αντιρρήσεις για τη σύγκληση της Συνόδου, όπως είναι η απουσία τεσσάρων Εκκλησιών ή θεολογικούς διαξιφισμούς και κατά τη διάρκειά της, όπως είναι οι σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τον υπόλοιπο Χριστιανικό κόσμο. Τέλος, υποστηρίζει την επιτυχή λήξη μιας μακροχρόνιας προσυνοδικής προετοιμασίας και χαιρετίζει την πρόταση σύγκλησης Πανορθοδόξων Συνόδων ανά επτά ή δέκα έτη. Το υπόλοιπο τμήμα της εκτενούς εγκυκλίου σχολιάζει εκτεταμένα παραθέματα από την  Εγκύκλιο και το Μήνυμα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Κρήτης και καταλήγει σε προτροπή προς κληρικούς και λαϊκούς για την προσεκτική μελέτη των κειμένων της Κρήτης και ευρύτερη ενημέρωση των πιστών μελών της Εκκλησίας της Κύπρου.

Το Μήνυμα αναγνώσθηκε στους ιερούς ναούς την Κυριακή 31 Ιουλίου 2016, είναι συντομότερο και επικεντρώνεται στη σημασία της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου για τη ζωή των Ορθοδόξων και πέραν της λεκάνης της Μεσογείου ή της Ανατολικής Ευρώπης όπου γης. Γι’ αυτόν τον λόγο επισημαίνει τις αποφάσεις για την ποικιλία της διατροφής στη διάρκεια της νηστείας ανάλογα με τη γεωγραφική ιδιαιτερότητα, καθώς και τη δυνατότητα ιερολογίας μικτών γάμων με ετεροδόξους υπό προϋποθέσεις. Επίσης απαντώντας σε διαδικτυακές και όχι μόνον αμφισβητήσεις για τον χαρακτήρα της Συνόδου, υπογραμμίζει ότι είναι συνέχεια των Οικουμενικών και των άλλων μεγάλων, ορισμένες εκ των οποίων έχουν οικουμενικό κύρος και εξηγεί ότι ο όρος «εκκλησία», όταν αποδίδεται σε ομάδες που απεσχίσθησαν από την Ορθόδοξη Εκκλησία έχει ιστορική σημασία. Το υπόλοιπο περιεχόμενο του Μηνύματος παραθέτει εν συντομία τα υπόλοιπα θέματα και τις θέσεις της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου.

Η Εκκλησία της Κύπρου ενημέρωσε εγκαίρως «άπαν το ποίμνιό της» για την προετοιμασία και τη διεξαγωγή της Συνόδου, την αναγκαιότητα της σύγκλησης, την ατμόσφαιρα που επικράτησε, τα θέματα που συζητήθηκαν, την επιχειρηματολογία της Συνόδου απέναντι σε αντιδράσεις ακραίων κύκλων, καθώς και το περιεχόμενο των κειμένων που αποφασίστηκαν. Τέλος, προέτρεψε κλήρο και λαό να μελετήσουν τα κείμενα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, για να δίνουν λόγο «μετά γνώσεως καί εὐθύνης παντί τῷ αἰτοῦντι».

ΙΜΘ_129

Γ) Η εγκύκλιος (ανακοινωθέν, φυλλάδιο) «Προς τον λαό της Εκκλησίας της Ελλάδος»

Η ενημέρωση που προεξαγγέλλεται στο προοίμιο της εγκυκλίου ακολουθείται από την εισαγωγική φράση «Με βάση τα συμπεράσματα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου» και έπονται τα σημεία που σταχυολογήθηκαν από την Εγκύκλιο και το Μήνυμα της Κρήτης.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία εκφράζει την ενότητα και την καθολικότητά Της δια των Ιερών Μυστηρίων. Η συνοδικότητα υπηρετεί την ενότητα και διαπνέει την οργάνωση της Εκκλησίας, τον τρόπο που λαμβάνονται οι αποφάσεις Της και καθορίζει την πορεία Της. Αξίζει να σημειωθεί επίσης ότι η Αγία Σύνοδος δεν αναφέρθηκε μόνον στο κύρος των γνωστών Οικουμενικών Συνόδων, αλλά σε αυτήν για πρώτη φορά αναγνωρίσθηκαν ως Σύνοδοι «καθολικού κύρους», δηλαδή ως Οικουμενικές, η Μεγάλη Σύνοδος επί Μεγάλου Φωτίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως (879-880), οι επί αγίου Γρηγορίου του Παλαμά Μεγάλες Σύνοδοι (1341, 1351, 1368), και οι εν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλες και Αγίες Σύνοδοι για την αποκήρυξη της ενωτικής Συνόδου της Φλωρεντίας (1438-1439), των προτεσταντικών δοξασιών (1638, 1642, 1672, 1691) και του εθνοφυλετισμού ως εκκλησιολογικής αιρέσεως (1872)».

Η θεματική πρόταση της πρώτης παραγράφου αποτελεί συνοπτική διατύπωση φράσεων για την ενότητα της Εκκλησίας, που περιλαμβάνονται στο Μήνυμα[18] και στην Εγκύκλιο[19] της Κρήτης. Μία μεμονωμένη φράση χωρίς την κειμενική συνάφεια στην οποία ανήκει δεν είναι κατανοητή από τον άμοιρο των θεολογικών γραμμάτων αποδέκτη, ο οποίος δεν γνωρίζει τη νοηματική αλληλουχία ενότητας και μυστηρίων.  Στη συνέχεια η απρόσωπη έκφραση «αξίζει να σημειωθεί ότι» καθώς και η έντονη αντιθετική σύνδεση «δεν αναφέρθηκε μόνον στο κύρος των γνωστών Οικουμενικών Συνόδων, αλλά σε αυτήν για πρώτη φορά αναγνωρίσθηκαν…» παραπέμπει σε απολογητικό ύφος, ενώ προφανώς με τον ίδιο στόχο καταγράφεται και μία ανακρίβεια «για πρώτη φορά αναγνωρίσθηκαν ως Σύνοδοι «καθολικού κύρους», δηλαδή ως Οικουμενικές. Στην Εγκύκλιο της Κρήτης οι σπουδαιότατες Σύνοδοι που ακολούθησαν τις επτά αναγνωρισμένες ως Οικουμενικές πουθενά δεν αναφέρονται κατά λέξιν ως οικουμενικές[20].

Η θεματική πρόταση στη δεύτερη ενότητα της εγκυκλίου επαναλαμβάνει κατά λέξη έναν εναργή αποφατικό ορισμό από το Μήνυμα για την εν Συνόδῳ έκφραση της ενότητας και της καθολικότητας της ορθοδόξου Εκκλησίας: «Οι Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες δεν αποτελούν συνομοσπονδία Εκκλησιών, αλλά την Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία»[21] και αμέσως προχωρεί  στο θέμα των Επισκοπικών Συνελεύσεων στη Διασπορά, χωρίς άλλες επεξηγήσεις όπως συμβαίνει στο Μήνυμα, γεγονός που μειώνει τη δυνατότητα να γίνει κατανοητό το διοικητικό ζήτημα της Διασποράς από εκείνους που δεν το γνωρίζουν.

Στην πέμπτη ενότητα «Η Ορθόδοξη Εκκλησία καταδικάζει τους διωγμούς...», προξενεί εντύπωση η αποσιώπηση του διαθρησκειακού διαλόγου, του οποίου η συμβολή χαρακτηρίζεται ως ουσιαστική για την προώθηση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και της ειρήνης εν μέσω επικινδύνων φονταμενταλιστικών εκρήξεων[22].

Στην έβδομη ενότητα εντοπίζεται μία ακόμη ανακρίβεια που εμφανώς εντάσσεται στον απολογητικό χαρακτήρα του κειμένου, με στόχο την κατάπαυση των αντιδράσεων των διαμαρτυρoμένων δήθεν υπερασπιστών της Ορθοδοξίας: «Ο διάλογος κυρίως με τους ετεροδόξους χριστιανούς (άλλες χριστιανικές ομολογίες – αιρέσεις)». Σε κανένα κείμενο της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Κρήτης οι άλλες χριστιανικές ομολογίες ή παραδόσεις δεν αναφέρονται ή ερμηνεύονται ως αιρέσεις.

Τέλος, η έκτη παράγραφος που αναφέρεται στο χρέος της Ορθόδοξης μαρτυρίας με τη μακρόσυρτη πρόταση, την απουσία θεολογικής τεκμηρίωσης και την ασάφεια των όρων ελάχιστα εκφράζει τον αγώνα, τον οποίο προβάλλει: «Βασικό έργο της Εκκλησίας είναι η Ιεραποστολή, δηλαδή ο αγώνας Της να δίνει συνεχώς την μαρτυρία της πίστεως και να κηρύττει το ευαγγέλιο είτε στους πιστούς που ζουν μέσα στις σύγχρονες εκκοσμικευμένες κοινωνίες είτε σε όσους δεν έχουν γνωρίσει ακόμη τον Χριστό». Δεν εξηγούνται οι λόγοι για ένα παρόμοιο εγχείρημα και δεν ορίζεται με ακρίβεια ποιοι είναι οι πιστοί που χρειάζονται και πάλι να ακούσουν το κήρυγμα του Ευαγγελίου. Η Εγκύκλιος και το Μήνυμα της Κρήτης ορίζουν την ορθόδοξη μαρτυρία ως απόρροια της μετοχής στη θεία Ευχαριστία, ως λειτουργία μετά τη θεία Λειτουργία, ως υπακοή προς την ἐντολή τοῦ Κυρίου πρό τῆς Ἀναλήψεώς Του: «καί ἔσεσθέ μοι μάρτυρες ἔν τε Ἰερουσαλὴμ καί ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καί Σαμαρείᾳ καί ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς» (Πράξ. α΄, 8)[23].

Το ευαγγέλιο διαρκώς κηρύττεται στους πιστούς για να προκόπτουν στην πίστη και να ενηλικιώνονται εν Χριστώ. Χρειάζεται όμως να κηρυχθεί με κατάλληλους κώδικες  και πάλι από την αρχή με Βαπτισματικές Κατηχήσεις στο ολοένα αυξανόμενο πλήθος ανθρώπων που έχουν  βαπτισθεί αλλά αγνοούν την πίστη και ηθελημένα ή αθέλητα μένουν μακριά από τη ζωή της Εκκλησίας και την εξαγιαστική της χάρη.  Βεβαίως η Ιεραποστολή – Ορθόδοξη μαρτυρία, ο ευαγγελισμός των «εθνών» αφορά και σε όσους δεν έχουν ακόμη ακούσει την ευφρόσυνη είδηση και ευρίσκονται εις τα έσχατα της γης ή της δικής μας παγκοσμιοποιημένης γειτονιάς.

Στο φυλλάδιο «Προς τον Λαό» γίνεται επίσης αναφορά για την εγκράτεια και το ασκητικό ήθος, την εγγύηση της οικογένειας για τη γέννηση και την ανατροφή των τέκνων και την αγιότητα ως μετοχή στο μυστήριο της Εκκλησίας με επίκεντρο τη θεία Ευχαριστία. Η καταληκτική του φράση εντάσσεται και αυτή στην προσπάθεια καταλλαγής των αντιμαχομένων τους διαχριστιανικούς διαλόγους, στους οποίους η Εκκλησία της Ελλάδος με συνοδικές αποφάσεις μετέχει επί δεκαετίες: «Η Εκκλησία αναμένει πάντοτε την επιστροφή όλων των ανθρώπων, ετεροδόξων και αλλοδόξων σε Αυτήν». Η θέση αυτή δεν απαντά επακριβώς στην Εγκύκλιο της Συνόδου, όπου γίνεται σαφής λόγος ότι οι διαχριστιανικοί «διάλογοι εἶναι μαρτυρία περί τῆς Ὀρθοδοξίας, ἑδραζομένη ἐπί τοῦ εὐαγγελικοῦ μηνύματος «Ἔρχου καί ἴδε» (Ἰωάν. α΄, 46), ὅτι «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστίν» (Α΄ Ἰωάν. δ΄, 8)[24].

Στην κατακλείδα του φυλλαδίου τονίζεται η ανάγκη της περαιτέρω μελέτης των κειμένων της Συνόδου, του νηφαλίου διαλόγου και δίδεται η διαβεβαίωση σε α΄ πληθυντικό πρόσωπο «ότι όλοι οι Επίσκοποι της Εκκλησίας της Ελλάδος αγρυπνούμε και παραμένουμε αμετακίνητοι στην Ορθόδοξη πίστη και αφοσιωμένοι στην Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία». Αυτή η καθησυχαστική δήλωση που συνοδεύεται από την αποστολική προτροπή «Αδελφοί, χαίρετε, καταρτίζεσθε, παρακαλείσθε, το αυτό φρονείτε, ειρηνεύετε, και ο Θεός της αγάπης και ειρήνης έσται μεθ’ ημών» (Β΄ Κορ. 13,11), δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ότι το ενημερωτικό φυλλάδιο έλαβε υπόψη του συγκεκριμένους αποδέκτες και ο ενημερωτικός του στόχος ήταν επικεντρωμένος στους ζηλωτές εναντίον της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου και στον κύκλο των οπαδών τους.

Με αυτόν τον τρόπο το πλήρωμα της Εκκλησίας της Ελλάδος και η ευρύτερη κοινή γνώμη από τα επίσημα υπεύθυνα χείλη της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος ελάχιστη πληροφόρηση προσέλαβε για ένα μοναδικό ιστορικό γεγονός. Δεν ενημερώθηκε για την ποιμαντική οικονομία των μεικτών γάμων και την ποικιλία της διατροφής στην περίοδο της νηστείας, δεν άκουσε μία λέξη για τη στάση της Ορθοδοξίας σε θέματα Βιοηθικής, Οικολογίας, παιδείας, ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οικονομικής κρίσης, φονταμενταλισμού, μεταναστευτικής κρίσης. Δεν αναφέρθηκε καθόλου στους νέους.

Όσοι είχαν τη δυνατότητα, τον χρόνο και τη θέληση έμαθαν περισσότερα από την ιστοσελίδα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου και από την καθημερινή έγκυρη ενημέρωση την περίοδο των εργασιών. Αυτοί όμως είναι αριθμητικά λίγοι. Μία άλλη ομάδα ανθρώπων παγιώθηκε στις αρνητικές θέσεις των δήθεν αμυντόρων της Ορθοδοξίας και όχι λίγοι ταύτισαν τη Σύνοδο στην Κρήτη με τις ποικίλες δημοσιογραφικές πληροφορίες.

Η επίσημη ενημέρωση τον Φεβρουάριο του 2017 υπήρξε δυσανάλογη ενός θεσμικού οργάνου με αδιαμφισβήτητο πνευματικό κύρος, όπως είναι η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας και ενός λαού, στον οποίον συμπεριλαμβάνονται ποικίλες κατηγορίες πολιτών, οι οποίοι θα ήθελαν από ουσιαστικό ενδιαφέρον, φιλομάθεια  ή και απλή περιέργεια, να ακούσουν μία θεσμική ενημέρωση για ένα πρωτόγνωρο για την εποχή μας γεγονός, το οποίο οφειλετικώς τίμησε η Ελληνική Πολιτεία και συγκέντρωσε το ενδιαφέρον της διεθνούς κοινής γνώμης. Προ πάντων δεν άκουσαν για τον θησαυρό της πίστεως που αρδεύει την Οικουμένη με τα νάματα της θεογνωσίας, όταν δεν κλείνεται στον εαυτό της «αλλά μοιράζεται τα αγαθά της με τους εγγύς και τους μακράν[25]».

ΙΜΘ_93

* Εγκύκλιος είναι η επιστολή που αποστέλλεται από μία ανώτατη εκκλησιαστική αρχή και έχει ημιεπίσημο χαρακτήρα, Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής ΑΠΘ, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Ίδρυμα Τριανταφυλλίδη, Θεσσαλονίκη 1998, σελ. 412.

[1] http://www.ecclesia.gr/greek/holysynod/prostolao/47.pdf. Συντάχθηκε και κυκλοφόρησε στη συνέχεια αποφάσεων της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος 23-24 Νοεμβρίου 2016, ως ανακοινωθέν  προς ενημέρωση του κλήρου και του λαού. Το ίδιο κείμενο θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως μήνυμα ή και εγκύκλιος, εφόσον το περιεχόμενό του συνάδει προς τον ορισμό και των δύο αυτών εννοιών. Η αλληλογραφία προς τις Ιερές Μητροπόλεις το χαρακτηρίζει φυλλάδιο, ίσως διότι προοριζόταν για ευρύτερη διάδοση. Στην εισήγησή μας επιλέξαμε τον όρο «εγκύκλιος».

[2] Εστάλη από την Ιερά Σύνοδο στις Ιερές Μητροπόλεις στα τέλη Ιανουαρίου ως 49/Ιανουάριος 2017 Φυλλάδιο Προς τον Λαό.

[3]«Ενημέρωσις περί των διεξαχθεισών εργασιών της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίαςhttp://www.ecclesia.gr/greek/holysynod/eisigiseis/serron_ierarxia.pdf

[4] «Εν κατακλείδι, μετά από Εισήγηση του Μακαριωτάτου Προέδρου, η οποία έγινε ομόφωνα αποδεκτή, τονίζεται η, μετά την ενδελεχή και λεπτομερή ενημέρωση του Σώματος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, επιβεβαίωση της ενότητός Της, και αποφασίσθηκε η έγκριση των προτάσεων της Εισηγήσεως, καθώς και η μελέτη και όλων των κειμένων που υπεβλήθησαν, από την Δ.Ι.Σ., ώστε να συνταχθεί ανακοινωθέν προς ενημέρωση του ιερού κλήρου και του λαού. http://www.ecclesia.gr/greek/holysynod/holysynod.asp?id=2174&what_sub=d_typou

[5] http://www.ecclesia.gr/greek/holysynod/prostolao.htm

[6] http://www.ecclesia.gr/greek/holysynod/prostolao/44.pdf

[7] https://www.holycouncil.org/-/encyclical-holy-council

[8] https://www.holycouncil.org/-/message

[9] http://churchofcyprus.org.cy/wp-content/uploads/2017/01/pdf

[10] http://www.ecclesia.gr/greek/holysynod/holysynod.asp?id=2174&what_sub=d_typou

[11] http://www.amen.gr/article/gia-poia-agia-kai-megali-synodo-pliroforei-to-anakoinothen-tis-isynodou-tis-ekklisias-tis-ellados

[12] https://www.holycouncil.org/-/message & 12

[13] 4. Πληροφορήσεως, ως ποιμαντικώς οφείλομεν, του πληρώματος της Εκκλησίας της Ελλάδος δι’ εκδόσεως ευσυνόπτου και σε κατανοητήν γλώσσαν Εγκυκλίου, ως έπραξεν ήδη η Εκκλησία της Κύπρου, προς οικοδομήν και υπεύθυνον ενημέρωσιν. (Έκδοσις, μερίμνη της Δ.Ι.Σ., του ενημερωτικού φυλλαδίου «Προς τον λαό»). http://www.ecclesia.gr/greek/holysynod/eisigiseis/serron_ierarxia.pdf

[14] https://www.holycouncil.org/

[15] Συντάκτης του με απόφαση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, ύστερα από πρόταση του Προέδρου της Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου είναι ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος.

[16] http://churchofcyprus.org.cy/wp-content/uploads/2017/01/

[17] Εγκύκλιος και Μήνυμα της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδοξίας, Λευκωσία 2016.

[18] 1) Βασική προτεραιότητα τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου ὑπῆρξε διακήρυξη τς νότητος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Στηριγμένη στή θεία Εὐχαριστία καί τήν Ἀποστολική Διαδοχή τῶν Ἐπισκόπων, ἡ ὑφισταμένη ἑνότητα εἶναι ἀνάγκη νά νισχύεται καί νά φέρνει νέους καρπούς. Ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία εἶναι Θεανθρώπινη κοινωνία, πρόγευση καί βίωση τῶν Ἐσχάτων ἐντός τῆς Θείας Εὐχαριστίας….»

[19] 2) …..Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, ἐτονίσθη πάντοτε ἡ ἄρρηκτος σχέσις τόσον τοῦ ὅλου μυστηρίου τῆς ἐν Χριστῷ θείας Οἰκονομίας πρός τό μυστήριον τῆς Ἐκκλησίας, ὅσον καί τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας πρός τό μυστήριον τῆς θείας Εὐχαριστίας, ἡ ὁποία βεβαιοῦται συνεχῶς εἰς τήν μυστηριακήν ζωήν τῆς Ἐκκλησίας διά τῆς ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος….

[20] 3) Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐν τῇ ἑνότητι καί καθολικότητι αὐτῆς, εἶναι ἡ κκλησία τν Συνόδων, ἀπό τήν Ἀποστολικήν ἐν Ἱεροσολύμοις σύνοδον (Πράξ. ιε´, 5-29) ἕως τῆς σήμερον. Ἡ Ἐκκλησία αὐτή καθ’ αὑτήν εἶναι Σύνοδος ὑπό τοῦ Χριστοῦ συνεστημένη καί ὑπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Διά τῶν Οἰκουμενικῶν καί τῶν Τοπικῶν συνόδων . Τό συνοδικόν ἔργον συνεχίζεται ἐν τῇ ἱστορίᾳ ἀδιακόπως διά τῶν μεταγενεστέρων, καθολικοῦ κύρους, συνόδων – ὡς λ.χ….». tps://www.holycouncil.org/-/encyclical-holy-council & 3. Βλέπε επίσης σχετικά σχόλια http://www.amen.gr/article/gia-poia-agia-kai-megali-synodo-pliroforei-to-anakoinothen-tis-isynodou-tis-ekklisias-tis-ellados

[21] 1…. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐκφράζει τήν ἑνότητα καί καθολικότητά της ἐν Συνόδῳ. Ἡ συνοδικότητα διαπνέει τήν ὀργάνωση, τόν τρόπο πού λαμβάνονται οἱ ἀποφάσεις καί καθορίζεται ἡ πορεία της. Οἱ Ὀρθόδοξες Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες δέν ἀποτελοῦν συνομοσπονδία Ἐκκλησιῶν λλά τήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία. Κάθε τοπική Ἐκκλησία, προσφέρουσα τήν θεία Εὐχαριστία, εἶναι ἡ ἐν τόπῳ παρουσία καί φανέρωση  τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Ὡς πρός τήν Ὀρθόδοξο Διασπορά στίς διάφορες χῶρες τῆς ὑφηλίου https://www.holycouncil.org/-/message

[22] Βλέπε & 17 Εγκυκλίου και & 4 Μηνύματος.

[23] Βλέπε Εγκύκλιο ΙΙ, &6 και Μήνυμα &2.

[24] Εγκύκλιος & 20.

[25] «Η Εκκλησία δεν ζη για τον εαυτό της. Προσφέρεται δι’ ολόκληρον την ανθρωπότητα, δια ανακαίνισιν του κόσμου εις καινούς ουρανούς και γην» Εγκύκλιος σελ. 1.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Δήμητρα Κούκουρα, «Η εγκύκλιος της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο. Επικοινωνιακή προσέγγιση»

Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα: «Ορθόδοξη Ερμηνευτική της Καινής Διαθήκης: Ιστορία, θεωρία, προοπτικές»

HermeneuticsΗ Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου (Τομέας Μελέτης της χειρόγραφης παράδοσης της Καινής Διαθήκης) διοργανώνει Διεθνές Συνέδριο με θέμα «Ορθόδοξη Ερμηνευτική της Καινής Διαθήκης: ιστορία, θεωρία, προοπτικές«, από την Πέμπτη 11 έως την Κυριακή 14 Μαΐου 2017. Το συνέδριο θα λάβει χώρα στο Ξενοδοχείο Παρκ, στην παραλία του Βόλου (Δεληγιώργη 1), και σε αυτό θα λάβουν μέρος με εισηγήσεις διακεκριμένοι ακαδημαϊκοί τόσο από την Ελλάδα όσο και από το εξωτερικό. Προβλέπεται να ξεκινήσει στις 5 μ.μ. την Πέμπτη 11 Μαΐου, ενώ θα ολοκληρωθεί με την θεία λειτουργία την Κυριακή 14 Μαΐου. Το συνέδριο θα έχει ταυτόχρονη μετάφραση σε ελληνικά και αγγλικά και πραγματοποιείται με την οικονομική συνδρομή της Ευαγγελικής Εκκλησίας της Γερμανίας (EKD).

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

Πέμπτη 11 Μαΐου 2017

17:30 – Έναρξη – Χαιρετισμοί

1η Συνεδρία (πρόεδρος Παντελής Καλαϊτζίδης)

18:00-18:30 – Η Παλαιά Διαθήκη στην Καινή Διαθήκη: μία ορθόδοξη ερμηνευτική θεώρηση

Μιλτιάδης Κωνσταντίνου, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

18:30-19:00 – Διακειμενικότητα: δυνατότητες και όρια

Κυριακούλα Παπαδημητρίου, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

2η Συνεδρία (πρόεδρος Δημήτρης Κυρτάτας)

19:00-19:30 – Πατερική ερμηνεία της Καινής Διαθήκης κι η σχέση της με τη σύγχρονη Ορθόδοξη ερμηνευτική

John Fotopoulos, Saint Mary’s College, Notre Dame, Indiana, ΗΠΑ

19:30-20:00 – Ιστορία της θεωρίας της πρόσληψης της Καινής Διαθήκης και εφαρμογή της στη σύγχρονη Ορθόδοξη ερμηνευτική

Cosmin Pricop, Πανεπιστήμιο του Βουκουρεστίου, Ρουμανία

20:00 Δείπνο

Παρασκευή 12 Μαΐου 2017

3η Συνεδρία (Πρόεδρος ΜιχάληςΧατζηγιάννης)

9:00-9:30 – Ορθόδοξη ερμηνευτική της Καινής Διαθήκης και ιστορικοκριτική μέθοδος

Μόσχος Γκουτζιούδης, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

9:30-10:00 – Συγχρονικές και μετανεοτερικές προσεγγίσεις της Καινής Διαθήκης εξ επόψεως Ορθόδοξης Ερμηνευτικής

Χαράλαμπος Ατματζίδης, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

10:00-10:30 – Καφές

4η Συνεδρία (πρόεδρος John Fotopoulos)

10:30-11:00 – Η χειρόγραφη παράδοση της Καινής Διαθήκης και η σημασία της για την Ορθόδοξη ερμηνευτική

Ιωάννης Καραβιδόπουλος, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

11:00-11:30 – Ο Κανόνας της Καινής Διαθήκης κι η απόκρυφη γραμματεία εξ επόψεως Ορθόδοξης ερμηνευτικής

Αικατερίνη Τσαλαμπούνη, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

1ο Σεμινάριο (πρόεδρος Χαράλαμπος Ατματζίδης)

11:30-13:00 – Η Ορθόδοξη ερμηνευτική της Καινής Διαθήκης σε διάλογο με τη συστηματική θεολογία, την ποιμαντική και την ιεραποστολική: Το παράδειγμα του Μθ. 28,16-20

Αθανάσιος Δεσπότης, Πανεπιστήμιο της Βόννης, Γερμανία

Θανάσης Ν. Παπαθανασίου, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο – Περιοδικό «ΣΥΝΑΞΗ»

Νικόλαος Ασπρούλης, Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου 13:00 Γεύμα

1η Στρογγυλή τράπεζα (πρόεδρος Χρήστος Καρακόλης)

18:00-19:30 – Ορθόδοξη ερμηνευτική της Καινής Διαθήκης και ερμηνευτικές άλλων εκκλησιαστικών παραδόσεων

John Fotopoulos, Saint Mary’s College, Notre Dame, Indiana, ΗΠΑ

Reimund Bieringer, Καθολικό Πανεπιστήμιο του Leuven, Βέλγιο

Jeff Baldwin, Ελληνικό Βιβλικό Κολλέγιο

19:30-20:00 Συζήτηση

19:30 Δείπνο

Σάββατο 13 Μαΐου 2017

2ο Σεμινάριο (πρόεδρος Reimund Bieringer)

9:00-10:30 – Ορθόδοξη ερμηνευτική της Καινής Διαθήκης, σπουδές φύλου και κοινωνιολογικές προσεγγίσεις: το παράδειγμα του Α” Κορ 11

Jorunn 0kland, Πανεπιστήμιο του Oslo, Νορβηγία – Νορβηγικό Ινστιτούτο Αθηνών

Bru Wallace, Πανεπιστήμιο Christian Brothers, Memphis, ΗΠΑ

Lauri Thuren, Πανεπιστήμιο Ανατολικής Φινλανδίας

10:30 Καφές

5η Συνεδρία (πρόεδρος Jorunn 0kland)

11:00-11:30 – Η Ορθόδοξη ερμηνευτική της Καινής Διαθήκης στην Ανατολική Ευρώπη: προϋποθέσεις και προοπτική

Predrag Dragutinovic, Πανεπιστήμιο του Βελιγραδιού, Σερβία

11:30-12:00 – Η ερμηνευτική της Καινής Διαθήκης στον Τρίτο Κόσμο: η πρόκληση ενός αναδυόμενου νέου παραδείγματος

Reimund Bieringer, Καθολικό Πανεπιστήμιο του Leuven, Βέλγιο

6η Συνεδρία (πρόεδρος Μιλτιάδης Κωνσταντίνου)

12:00-12:30 – Λατρεία και κείμενο της Καινής Διαθήκης: το παράδειγμα της ευχαριστιακής ερμηνείας

Πέτρος Βασιλειάδης, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

12:30-13:00 – Κείμενο και μετάφραση στη σύγχρονη Ορθόδοξη ερμηνευτική της Καινής Διαθήκης

Simon Crisp, Ινστιτούτο Nida, Philadelphia, Pennsylvania, ΗΠΑ – Ηνωμένες Βιβλικές Εταιρίες

13:00 Γεύμα

2η Στρογγυλή Τράπεζα (πρόεδρος Αικατερίνη Τσαλαμπούνη)

17:00-18:30 – Ορθόδοξη Ερμηνευτική της Καινής Διαθήκης: παρελθόν, παρόν και μέλλον

Βασίλειος Τζέρπος, Περιοδικό «ΘΕΟΛΟΓΙΑ»

Αθανάσιος Αντωνόπουλος, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Χρήστος Καρακόλης, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

18:30-20:00 – Συμπεράσματα – Συζήτηση

20:00 Δείπνο

Κυριακή 14 Μαΐου 2017

Εκκλησιασμός στον Ιερό Ναό Αγίου Μοδέστου στα Μελισσάτικα

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα: «Ορθόδοξη Ερμηνευτική της Καινής Διαθήκης: Ιστορία, θεωρία, προοπτικές»

Συμεών Πασχαλίδης, Ἡ πρόσληψη τῶν Ἀποστολικῶν Πατέρων στὴν παράδοση τῆς χριστιανικῆς Ἀνατολῆς

Έφεσος_312

Η εισήγηση του Καθηγητή του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας του ΑΠΘ στο Γ’ Διεθνές Αγιολογικό Συνέδριο με θέμα: «Οἱ ἀποστολικοί πατέρες καί ἡ ἐποχή τους» που έγινε στη Σμύρνη

Παναγιώτατε Πάτερ καὶ Δέσποτα,

Σεβασμιώτατοι, Θεοφιλέστατε,

Σεβαστοὶ πατέρες καὶ ὁμότιμοι καθηγητές,

Κυρίες καὶ κύριοι συνάδελφοι,

Ἐκλεκτοὶ παρευρισκόμενοι,

Εἶναι γνωστὸ ἤδη ἀπὸ τὶς Πράξεις Ἀποστόλων ὅτι ἡ Μικρὰ Ἀσία κατέστη τὸ θέατρο τῆς δρά­σε­ως τῶν πρώτων ἀποστόλων, μὲ ἐξέχουσα τὴν περίπτωση τοῦ ἀποστόλου Παύ­λου καὶ τῶν συνεργῶν του, ὁ ὁποῖος ἐπισκέφθηκε κατὰ τὶς περιοδεῖες του ἢ ἐπικοι­νω­νοῦ­σε μὲ ἐπιστολὲς μὲ τὶς ἐκκλη­σια­στι­κὲς κοινότητες ποὺ εἶχαν δημιουργηθεῖ στὰ μικρασιατικὰ παράλια ἀλλὰ καὶ στὴν ἐνδοχώρα. Ἀρκετὲς παραδόσεις γιὰ τὴ μεταβατικὴ περίοδο ἀπὸ τὴν ἀποστολικὴ στὴν μεταποστολικὴ ἐποχὴ ἐπιβίωσαν σὲ σύγχρονες ἤ, κυρίως, μετα­γε­νέστερες πηγές, ἀποκαλύπτοντάς μας, ὄχι σπάνια μὲ ἕναν αἰνιγματικὸ τρόπο, ἀφοῦ ἐπικαλοῦνται μαρτυρίες καὶ παραδόσεις ποὺ εἶχαν ἀπωλεσθεῖ μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου καὶ δεδομένης τῆς ἰσχυρῆς ὑπεροχῆς τῆς προφορικότητας ἔναντι τοῦ γραπτοῦ λόγου κατὰ τοὺς πρώτους χριστιανικοὺς αἰῶνες, ἄγνωστες καὶ ἐντυπωσιακὲς πολλὲς φορὲς εἰδήσεις γιὰ τὴν ἀποστολικὴ ἢ μεταποστολικὴ ἱστορία τῶν ἐκκλησια­στι­κῶν κοινοτήτων τῆς Μικρᾶς Ἀσίας.

Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι στὶς ἀρχὲς τοῦ 4ου αἰώνα ὁ Εὐσέβιος Καισαρείας κατα­γρά­φει στὴν Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία του κάποιες ἀπὸ αὐτὲς τὶς παραδόσεις, ἀναφερόμενος στὴν περίπτωση τοῦ ἐπισκόπου Πολυκράτη, ἡγέτη τῶν θεωρούμενων «παραδοσιακῶν» ἐπισκόπων τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ποὺ ὑποστήριζαν τὸν τεσσαρεσκαιδεκατιτικὸ ὑπολογισμὸ γιὰ τὸν ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα, ὁ ὁποῖος σὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸν πάπα Βίκτωρα καὶ τὴν ἐκκλησία τῆς Ρώμης γιὰ νὰ στηρίξει τὴ θέση του ὅτι ἐπρόκειτο γιὰ παλαιὸ ἐκκλη­σια­στι­κὸ ἔθος, ἐκθέτει τὴν ἀποστολικὴ καὶ μαρτυρικὴ αὐθεντία τῆς μικρασιατικῆς παραδόσεως ὡς ἑξῆς·

«… καὶ γὰρ κατὰ τὴν Ἀσίαν μεγάλα στοιχεῖα κεκοίμηται· ἅτινα ἀναστήσεται τῇ ἡμέρᾳ τῆς παρουσίας τοῦ κυρίου, ἐν ᾗ ἔρχεται μετὰ δόξης ἐξ οὐρανῶν καὶ ἀναζητήσει πάντας τοὺς ἁγίους, Φίλιππον τῶν δώδεκα ἀποστόλων, ὃς κεκοίμηται ἐν Ἱεραπόλει καὶ δύο θυγατέρες αὐτοῦ γεγηρακυῖαι παρθένοι καὶ ἡ ἑτέρα αὐτοῦ θυγάτηρ ἐν ἁγίῳ πνεύματι πολιτευσαμένη ἐν Ἐφέσῳ ἀναπαύεται· ἔτι δὲ καὶ Ἰωάννης ὁ ἐπὶ τὸ στῆθος τοῦ κυρίου ἀναπεσών, ὃς ἐγενήθη ἱερεὺς τὸ πέταλον πεφορεκὼς καὶ μάρτυς καὶ διδάσκαλος· οὗτος ἐν Ἐφέσῳ κεκοίμηται, ἔτι δὲ καὶ Πολύκαρπος ἐν Σμύρνῃ, καὶ ἐπίσκοπος καὶ μάρτυς· καὶ Θρασέας, καὶ ἐπίσκοπος καὶ μάρτυς ἀπὸ Εὐμενείας, ὃς ἐν Σμύρνῃ κεκοίμηται».

Έφεσος_309

1. Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΚΑΙ ΚΑΘΙΕΡΩΣΗ ΤΟΥ ΟΡΟΥ «ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ»

Στὴν ἀναζήτηση αὐτῶν τῶν ἀρχαίων παραδόσεων καὶ κυρίως τοῦ ἀρχαίου πνεύ­ματος τῆς Ἐκκλησίας καθοριστικὸ ρόλο διαδραματίζει ἡ ἐπιβίωση μιᾶς ὁμάδας κειμένων ποὺ χρονολογοῦνται στὰ τέλη τοῦ 1ου καὶ στὶς πρῶτες δεκαετίες τοῦ 2ου μ.Χ. αἰώνα, καὶ τὰ ὁποῖα περιλαμβάνονται σήμερα στὸν κύκλο τῶν λεγόμενων «Ἀποστολικῶν Πατέρων»

Ὁ ὅρος «Ἀποστολικοὶ Πατέρες» ἢ «Ἀποστολικοί» ἐμφανίζεται μὲ τὴ σημερινὴ ἔννοιά του γιὰ πρώτη φορὰ τὸ 1677 καὶ τὸ 1679, ὅταν χρησιμοποιήθηκε ἀπὸ τοὺς W(illiam) Cave ἀρχικὰ (Apostolici:… those who were contemporary with or immediately succeeded the Apostles) καὶ τὸν Jean-Baptiste Cotelier, στὴν πρώτη ἔκδοση τῶν Ἀποστολικῶν Πατερών (Sanctorum Patrum qui temporibus apostolicis floruerunt) γιὰ νὰ δηλώσει μία ὁμάδα ἐπώνυμων, ἀνώνυμων καὶ ψευδεπίγραφων συγγραφῶν τοῦ τέλους τοῦ πρώτου καὶ τῶν ἀρχῶν τοῦ δεύτερου αἰώνα. Λίγο δὲ ἀργότερα, τὸ 1693 ἐγκαινιάσθηκε ἀπὸ τὸν William Wake ὁ σύγχρονος τεχνικὸς ὅρος στὸν τίτλο τοῦ ἔργου του The Genuine Epistles of the Apostolical Fathers. Ἄν καὶ ὁ ἀείμνηστος καθηγητὴς Στυλ. Παπαδόπουλος θεωρεῖ τὸν ὅρο αὐτὸ ποὺ χρησιμοποιήθηκε γιὰ τοὺς πρώτους μετακαινοδιαθηκικοὺς συγγραφεῖς καὶ γιὰ κάποια ψευδεπίγραφα ἔργα ὡς «οὐσιαστικὸ καὶ μεθοδολογικὸ σφάλμα», σήμερα ἔχει ἐπικρατήσει τόσο στὴ διεθνὴ ὅσο καὶ στὴν ἑλληνόγλωσση πατρολογικὴ ἔρευνα, προσλαμβάνοντας, ὡστόσο, ἀρκετὰ ρευστὸ πλαί­σιο, ἀφοῦ στὶς παλαιότερες καὶ νεότερες ἐκδόσεις διαφοροποεῖται αἰσθητὰ ὁ ἀριθμὸς τῶν συγγραφέων ποὺ ἐντάσσονται στοὺς «Ἀποστολικοὺς Πατέρες», φθάνοντας νὰ περιλαμ­βάνει ἀκόμη καὶ ἀρχαίους ἀπολογητές, ὅπως ὁ Κοδράτος, ἢ ἀρχαῖα Μαρτύρια, ὅπως τὸ Μαρτύριο τοῦ ἁγίου Πολυκάρπου.

Ἐὰν ἀνατρέξουμε στὴ χριστιανικὴ γραμματεία θὰ διαπιστώσουμε ὅτι ὁ ὅρος «ἀπο­στο­λικὸς πατήρ», ἄν καὶ μαρτυρεῖται ἤδη στὸν Σεβῆρο Ἀντιοχείας τὸν ἕκτο αἰώνα, πρω­το­εμφανίζεται  στὶς ἑλληνικὲς πηγὲς τὸν 7ο αἰώνα στὸν Ὁδηγὸ τοῦ Ἀνα­στα­σίου Σι­ναΐτη, προκειμένου ὅμως νὰ δηλώσει ἕνα συγκεκριμένο συγγραφέα, τὸν Διονύσιο Ἀρεοπαγίτη («ὅθεν καὶ ὁ ἀποστολικὸς πατὴρ Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης…»), καὶ ὄχι μία ὁμάδα συγγραφέων καὶ κειμένων. Στὸ ἴδιο πνεῦμα μνημονεύεται ὡς ἀποστολικὸς πατὴρ καὶ ὁ Λέων ὁ Μέγας πάπας Ρώμης στὰ πρακτικὰ τῆς Ἕκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἐνῶ καὶ στὴ σύνοδο τοῦ Λατερανοῦ τὸ 649 ἀπαντᾶ μία γενικὴ καὶ κάπως ἀόριστη ἀναφορὰ στοὺς «ἀποστολικοὺς πατέρες»: «καὶ τὰ σχίσματα διαλύεται πρὸς ἕνωσιν αὖθις πρυτανευόμενα· ἐπεὶ τοῖς θεοδιδά­κτοις καὶ ἀποστολικοῖς ὑμῖν πατράσιν <οὐχ> ἑπόμενοι, ἐν γράμμασι καὶ ἀγράφως αὐ­τοὺς ἀναθε­μα­τίζομεν». Ἀκόμη καὶ στὶς ἀρχὲς τοῦ 9ου αἰώνα τὸν ὅρο αὐτὸ θὰ χρησιμοποιήσουν οἱ ὅσιοι Πλάτων τοῦ Σακκουδίου καὶ Θεόδωρος ὁ Στουδίτης σὲ ἐπιστολή τους (ἀρ. 34) πρὸς τὸν πάπα Ρώμης Λέοντα Γ´, προσφωνώντας τον: «Τῷ ἰσαγγέλῳ μακαριωτάτῳ καὶ ἀποστολικῷ πατρὶ πατέρων Λέοντι πάπᾳ Ῥώμης».

Έφεσος_224

2. ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΜΑΔΑ ΤΩΝ «ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΩΝ ΠΑΤΕ­ΡΩΝ»

Tὸ βασικότερο κριτήριο ποὺ προβλήθηκε γιὰ τὴ συμπερίληψη ἑνὸς συγγρα­φέα ἢ ἑνὸς ἀνώνυμου κειμένου στὴν ὁμάδα τῶν Ἀποστολικῶν Πατέρων ἦταν ἡ βέβαιη ἢ πιθανὴ σύνδεσή του μὲ πρόσωπα τοῦ ἀποστολικοῦ περιβάλλοντος ἢ ὁ χρονικὸς προ­σ­διο­ρισμός του στὶς τελευταῖες δεκαετίες τοῦ πρώτου ἢ στὸ πρῶτο μισὸ τοῦ δεύτερου αἰώνα καὶ ἑπομένως ἡ ἀμεσότητα τῆς θεολογικῆς παραδόσεως ποὺ ἐκόμιζαν αὐτὰ τὰ κείμενα. Αὐτὸ συνέβη ὁπωσδήποτε μὲ τρεῖς ἐξ αὐτῶν, τὸν Ἰγνάτιο Ἀντιοχείας, τὸν Πολύκαρπο Σμύρνης καὶ τὸν Κλήμεντα Ρώμης, οἱ ὁποῖοι σύμφωνα μὲ τὰ ἔργα τους καὶ τὶς πηγὲς τῶν τεσσάρων πρώτων αἰώνων, ἀνήκουν βεβαιωμένα στὸ ἱστορικὸ πλαίσιο τῆς μεταπο­στο­λικῆς ἐποχῆς. Ὅπως ἐπισημαίνει ὁ καθηγητὴς Παν. Χρήστου, οἱ Ἀποστολικοὶ Πατέρες «ἀπηχοῦν τὴν ἄμεσον παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ πρῶτοι Χριστιανοὶ εἶχον κτῆμα αὐτὸν τοῦτον τὸν Χριστόν, ἀκόμη καὶ πρὶν γραφοῦν τὰ εὐαγγέλια· αὐτὸ εἶναι ἡ ζωντανὴ παράδοσις».

Ἕνα ἄλλο κριτήριο ποὺ χρησιμοποιήθηκε κατὰ περίπτωση ἦταν, ὅπως θὰ δοῦμε, ἡ διεκδίκηση τῶν κει­μέ­νων αὐτῶν τῶν συγγραφέων γιὰ μία θέση μεταξὺ τῶν κειμένων τοῦ Κανόνα τῆς Καινῆς Δια­θή­κης, στοιχεῖο ποὺ κατεδείκνυε τὴν πρώιμη χρονολόγησή τους. Εἶναι χαρα­κτηριστικὸ ὅτι κά­ποια ἐξ αὐτῶν μνημονεύονται τόσο στὰ ἴδια τὰ ἔργα τῶν ἀπο­στολικῶν πατέρων ὅσο καὶ ἐπι­φανῶν συγγραφέων τῆς ἀμέσως ἐπόμενης περιόδου, ὅπως ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος Λυῶνος καὶ ὁ Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεύς, μὲ τὸν προσδιορισμὸ «γραφή». Θὰ μνημονεύσουμε ἐνδεικτικὰ τὴν περίπτωση τοῦ Παπία Ἱεραπόλεως, ὁ ὁποῖος στὸ ἔργο του Λογίων κυριακῶν ἐξηγήσεις χρησιμοποιεῖ δύο φορὲς τὸν συγκε­κρι­μέ­νο ὅρο· 1ον συνοδεύοντας τὶς Πράξεις καὶ 2ον: «καὶ ἄλλας δὲ τῇ ἰδίᾳ γραφῇ παρα­δί­δωσιν Ἀριστίωνος τοῦ πρόσθεν δεδηλωμένου τῶν τοῦ κυρίου λόγων διηγήσεις καὶ τοῦ πρεσβυτέρου Ἰωάννου παραδόσεις». Πρόκειται, ὡστόσο, γιὰ ἕνα θέμα ποὺ ἔχει ἀπασχολήσει ἐπανειλημμένα καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ἀπασχολεῖ τὴ σύγχρονη βιβλικὴ καὶ πατρολογικὴ ἔρευνα, γιὰ τὸ ὁποῖο δὲν θὰ σᾶς κουράσω περισσότερο, πέραν μιᾶς γενικῆς ἀποδόσεως στὸν ὅρο «γραφὴ» τοῦ περιεχομένου τῆς ἀρχαίας αὐθεντικῆς παραδόσεως ποὺ ἐκπηγάζει ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ ἀποστολικὸ περιβάλλον.

Θὰ μποροῦσαν ἐνδεχομένως νὰ προβληθοῦν καὶ κάποια κοινὰ λογοτεχνικὰ κριτήρια, ἀφοῦ στὴ συντριπτική τους πλειονότητα τὰ κείμενα τῶν Ἀποστολικῶν Πατέρων ἀνήκουν στὸ λογοτεχνικὸ εἶδος τῶν ἐπιστολῶν, ἢ ἔστω τῶν πραγματειῶν σὲ ἐπιστολιμαία μορφή, εἶδος κυρίαρχο στὴ χριστιανικὴ γραμματεία τῆς πρώιμης περιόδου.

Έφεσος_327

3. Η ΠΡΟΣΛΗΨΗ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΧΙΛΙΕΤΙΑ

Τὸ ἐρώτημα, ὅμως, ποὺ χρήζει ἀπαντήσεως εἶναι ποιά ὑπῆρξε γιὰ τὴν Ἐκκλησία στὴν πάροδο τῶν αἰώνων ἡ ἀξία τῶν κειμένων τῶν Ἀποστολικῶν Πατέρων. Ποιά αὐθεντία κομίζουν τὰ κείμενα αὐτὰ καί, ἐν τέλει, ποιό ὑπῆρξε τὸ πλαίσιο ἀλλὰ καὶ τὰ αἴτια τῆς πρόσληψής τους κατὰ τοὺς ἑπόμενους αἰῶνες τόσο στὴ χριστιανικὴ Ἀνατολὴ ὅσο καὶ στὴ Δύση; Στὸ ἐρώτημα αὐτὸ θὰ προσπαθήσουμε νὰ ἀπαντήσουμε, διατρέχοντας, στὰ περιορισμένα ὅρια τῆς ἀποψινῆς εἰσηγήσεώς μας, τοὺς κύριους σταθμοὺς τῆς χριστιανικῆς γραμματείας τῆς πρώιμης καὶ βυζαντινῆς περιόδου.

Ἀσφαλῶς ἡ ἀφετηρία τῆς προσλήψεως τοῦ ἔργου ἑνὸς ἀπὸ τοὺς σημαντικότερους ἐκπρο­σώπους τοῦ κύκλου τῶν Ἀποστολικῶν Πατέρων, τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου Ἀντιοχείας, ἐντοπίζεται  ἤδη κατὰ τὴν μεταποστολικὴ ἐποχή, ὅταν οἱ ἐπιστολὲς τὶς ὁποῖες εἶχε συντάξει στὴ Σμύρνη καὶ τὴν Τρωάδα καὶ εἶχε ἀποστείλει σὲ ἕξι ἐκκλησιαστικὲς κοινότητες στὴ Μ. Ἀσία καὶ τὴ Ρώμη, καθὼς καὶ σὲ ἕναν ἄλλο σημαντικὸ ἡγέτη τῆς ἐκκλησίας, τὸν ἅγιο Πολύκαρπο Σμύρνης, ἀποστέλλονται ἀπὸ τὸν τελευταῖο στοὺς χρι­στιανοὺς τῶν Φιλίππων, συνοδεύοντας τὴν πρὸς αὐτοὺς ἐπιστολή του· «τὰς ἐπιστολὰς Ἰγνατίου τὰς πεμφθείσας ἡμῖν ὑπ’ αὐτοῦ καὶ ἄλλας, ὅσας εἴχομεν παρ’ ἡμῖν, ἐπέμψαμεν ὑμῖν, καθὼς ἐνετείλασθε· αἵτινες ὑπο­τεταγμέναι εἰσὶν τῇ ἐπιστολῇ ταύτῃ». Μάλιστα, στὸ παράθεμα αὐτὸ μποροῦμε νὰ ἐντοπίσουμε καὶ μιὰ ἀναφορὰ σὲ ἐπιστολιμαῖο ὑλικὸ τὸ ὁποῖο δὲν μᾶς ἔχει διασωθεῖ, ἀφοῦ ὁ Πολύκαρπος κάνει λόγο γιὰ περισσότερες τῆς μιᾶς ποὺ μᾶς ἔχει παραδοθεῖ, ἐπιστολὲς ποὺ τοῦ εἶχε ἀποστείλει ὁ Ἰγνάτιος.

Πέραν αὐτῆς τῆς μαρτυρίας, ἰδιαίτερη θέση στὴ γραμματεία τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας φαίνεται πὼς κατέχει τὸ ἀρχαιότερο κείμενο ἐξ αὐτῶν ποὺ συναπετέλεσαν τὴν ὁμάδα τῶν Ἀποστολικῶν πατέρων, ἡ Α´ Ἐπιστολὴ τοῦ Κλήμεντος Ρώμης πρὸς τὴν ἐκκλησία τῆς Κορίνθου, τὴν ὁποία χρησιμοποιεῖ μὲ συστηματικὸ τρόπο ὁ ἅγιος Πολύκαρπος στὴ μνημονευθείσα ἐπιστολή του πρὸς τοὺς Φιλιππήσιους χριστιανούς. Μάλιστα, σύμφωνα μὲ τὸν Εὐσέβιο Καισαρείας, ὁ Διονύσιος Κορίνθου σὲ ἐπιστολή του πρὸς τὴν ἐκκλησία τῆς Ρώμης βεβαίωνε ὅτι καὶ στὴν ἐποχή του, περὶ τὸ 170 μ.Χ. οἱ χριστιανοὶ τῆς Κορίνθου τὴ χρησιμοποιοῦσαν ὡς ἀνάγνωσμα: «καὶ τῆς Κλήμεντος πρὸς Κορινθίους μέμνηται ἐπιστολῆς, δηλῶν ἀνέκαθεν ἐξ ἀρχαίου ἔθους ἐπὶ τῆς ἐκκλησίας τὴν ἀνάγνωσιν αὐτῆς ποιεῖσθαι».

Τὴ συγκεκριμένη ἐπιστολὴ χρησιμοποιεῖ ἤδη καὶ ὁ Εἰρηναῖος στὸ μεγάλο ἀντιαι­ρε­τικὸ ἔργο του Ἔλεγχος καὶ ἀνατροπὴ τῆς ψευδωνύμου γνώσεως, μνημονεύοντας τὸ πλαί­σιο συγγραφῆς καὶ ἀποστολῆς τῆς ἐν λόγω ἐπιστολῆς ὡς «γραφῆς» τῆς ἐκκλησίας τῆς Ρώμης πρὸς τὴν ἐκκλησία τῆς Κορίνθου: «Ἐπὶ τούτου οὖν τοῦ Κλήμεντος στάσεως οὐκ ὀλίγης τοῖς ἐν Κορίνθῳ γενομένης ἀδελφοῖς, ἐπέστειλεν ἡ ἐν Ῥώμῃ ἐκκλησία ἱκανωτάτην γραφὴν τοῖς Κορινθίοις, εἰς εἰρήνην συμβιβάζουσα αὐτοὺς καὶ ἀνανεοῦσα τὴν πίστιν αὐτῶν καὶ ἣν νεωστὶ ἀπὸ τῶν ἀποστόλων παράδοσιν εἰλήφει». Γενικότερα διαπιστώνουμε ὅτι  ἡ Α´ Κλήμεντος ὑπῆρξε μεταξὺ τῶν κειμένων ποὺ ἀπέλαυαν ἰδιαίτερης τιμῆς μεταξὺ τῶν ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων, τόσο κατὰ τὴν περίοδο τῶν διωγμῶν ὅσο καὶ κατὰ τὴ βυζαντινὴ περίοδο, ὅπως διαπιστώνεται ἀπὸ τὴ συχνὴ χρήση της καὶ ἀπὸ τὸν Κλήμεντα τὸν Ἀλεξανδρέα, στοὺς Στρωματεῖς του, ὁ ὁποῖος μάλιστα τὴ μνημονεύει, ὅπως καὶ ὁ Εἰρηναῖος, ὡς «γραφή». Κυρίως ὅμως ἀπὸ τὸ γεγονὸς τῆς κατατάξεώς της στὸν κανόνα τῆς Καινῆς Διαθήκης ἀπὸ τὸ Δίδυμο τὸν τυφλὸ καὶ τὴ συμπερίληψή της, μαζὶ μὲ τὴν Β´ Ἐπιστολὴ Κλήμεντος,  τὴν Ἐπιστολὴ Βαρνάβα καὶ τὸν Ποιμένα τοῦ Ἑρμᾶ, στὸ σῶμα τῶν βιβλικῶν κειμένων τοῦ Ἀλεξανδρινοῦ κώδικα, ἑνὸς πολὺ σημαντικοῦ χειρογράφου, πιθανότατα τῶν ἀρχῶν τοῦ πέμπτου αἰώνα, γιὰ τὴν ἱστορία τοῦ Κανόνα τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Στὸ ἴδιο πλαίσιο εἶναι ἀξιο­πρό­σε­κτο ὅτι τόσο ἡ Α´ Κλήμεντος, ὅσο καὶ μία ψευδεπίγραφη, γνωστὴ στὴν ἔρευνα ὡς Β´ Κλήμεντος, κατέχουν μία παρόμοια ὑψηλὴ θέση καὶ στὴ συριακὴ παράδοση, ἀφοῦ στὴ συριακὴ ἐκδοχὴ τῶν Ἀποστολικῶν Κανόνων καταγράφονται ὡς κείμενα τῆς ΚΔ, ἐνῶ καὶ σὲ ἕνα συριακὸ χειρόγραφο τῆς Καινῆς Διαθήκης τοῦ 12ου αἰώνα ἀπαντοῦν ἀμέσως μετὰ τὶς Καθολικὲς Ἐπιστολὲς καὶ πρὶν ἀπὸ τὸ σῶμα τῶν Παύλειων Ἐπιστολῶν.

Γενικότερα, γιὰ νὰ ἐπανέλθουμε, στὸ ἔργο τοῦ Εἰρηναίου, τὸ ὁποῖο θεωρεῖται κρίσιμο γιὰ τὴν πρόσληψη καὶ διάδοση τῶν Ἀποστολικῶν Πατέρων, ἐντοπίζουμε σ᾽ αὐτὸ ἀναφορὲς καὶ χρήσεις καὶ ἀπὸ τὶς Ἰγνατιανὲς ἐπιστολές, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἐπιστολὴ τοῦ Πολύκαρπου Σμύρνης, τὸν Ποιμένα τοῦ Ἑρμᾶ, ἀκόμη καὶ τὸν Παπία Ἱεραπόλεως.

Ἐξίσου νευραλγικῆς σημασίας εἶναι καὶ τὸ ἔργο τοῦ Κλήμεντος τοῦ Ἀλεξανδρέως, ὁ ὁποῖος γνωρίζει, ὅπως καὶ ὁ Εἰρηναῖος, ὁ ὁποῖος ἴσως καὶ νὰ ἀποτελεῖ πιθανὴ πηγή του, τὸν «ρωμαϊκὸ κύκλο» τῶν Ἀποστολικῶν Πατέρων, δηλ. τὴν Α´ Κλήμεντος καὶ τὸν Ἑρ­μᾶ. Χαρακτηρίζει μάλιστα τὸν Κλήμεντα Ρώμης ὡς ἀπόστολο· «ἐν τῇ πρὸς Κορινθίους ἐπι­στολῇ ὁ ἀπόστολος Κλήμης» σημειώνει χαρακτηριστικὰ στὸ Δ´ Βιβλίο τῶν Στρωμα­τέων. Ταυτόχρονα, κάνει χρήση καὶ προβάλει τὸν κυριότερο μάρτυρα τῆς ἀλεξανδρινῆς παραδόσεως στὸν κύκλο αὐτῶν τῶν κειμένων, τὴ λεγόμενη Ἐπιστολὴ Βαρνάβα, ἕνα ἔργο τὸ ὁποῖο στὴν πρώιμη παρά­δο­ση τῆς ἀλεξανδρινῆς σχολῆς κα­τα­­γράφεται ὡς γνή­σιο ἔργο τοῦ Βαρνάβα· μία παρά­δοση ἡ ὁποία παρα­μένει ἰσχυ­ρὴ καὶ στὴν ἐποχὴ τῶν Καππα­δοκῶν πα­τέ­ρων, ἀφοῦ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος τὸ ἐπικαλεῖται στὸν ἐπιτάφιο λόγο του στὸν Μ. Βα­σί­λειο μὲ τὴ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὴ φράση· «Βαρ­νάβας, ὁ ταῦτα λέγων καὶ γρά­φων».

Ὁ Κλήμης ὁ Ἀλε­ξαν­δρεὺς ἐπανει­λημμένα ἀποδίδει χω­ρία αὐτῆς τῆς ἐπι­στολῆς στὸν Βαρνάβα, στοὺς Στρωματεῖς του, ἐνῶ σὲ ἕνα σημεῖο τοῦ ἴδιου ἔρ­γου ἐπι­καλεῖται ὡς αὐτάρκη τὴ μαρτυρία τῆς Ἐπι­στο­λῆς Βαρνάβα, συν­δέον­τας τὴν παράδοση αὐτὴ μὲ τὴν πρώιμη ἐπίσης παράδοση γιὰ τὴ συμπερίληψή του στὸν κύκλο τῶν ἑβδομήντα μα­θη­τῶν τοῦ Χριστοῦ· «οὔ μοι δεῖ πλειόνων λό­γων, πα­ρα­θεμένῳ μάρ­τυν τὸν ἀπο­στο­λικὸν Βαρνάβαν ὁ δὲ τῶν ἑβδομή­κον­τα ἦν καὶ συνεργὸς τοῦ Παύλου – κατὰ λέ­ξιν ὧδέ πως λέγοντα». Ἀλλὰ καὶ ὁ Ὠριγένης στὰ ἔργα του Περὶ ἀρχῶν καὶ Κατὰ Κέλ­σου ἐπι­καλεῖται ἐπίσης τὴν ἀποστο­λι­κὴ αὐθεντία γιὰ τὸ κείμενο τῆς Ἐπιστο­λῆς Βαρνάβα, χαρακτη­ρίζοντάς την μά­λιστα ὡς καθολικὴ («Γέγραπται δὴ ἐν τῇ Βαρνάβα καθο­λικῇ ἐπιστολῇ»). Tὴν παράδοση αὐτὴ ἀκολουθεῖ πιστὰ καὶ ὁ Δίδυμος ὁ Τυφλὸς στὰ ἑρμηνευτικὰ ὑπομνήματά του στοὺς Ψαλμοὺς καὶ στὸν προφήτη Ζαχαρία, ἐνῶ καὶ στὴ Δύση ἐπιβεβαιώνεται ἡ χρή­ση τῆς Ἐπι­στο­λῆς Βαρνάβα ἀπὸ τὸν Ἱππόλυτο Ρώμης.

Ἡ ἀντίληψη αὐτὴ δικαιολογεῖ ἢ δικαιολογεῖται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Ἐ­πι­­στο­­λὴ Βαρνάβα περιλαμβάνεται στὸ corpus τῶν βιβλικῶν κειμένων τοῦ πε­ρί­φη­μου Σιναϊτικοῦ Κώδικα, ἀλλὰ καὶ σὲ ἕνα ἄλλο σημαντικὸ μνημεῖο τῆς αἰ­γυ­πτια­κῆς παράδοσης τοῦ τέταρτου αἰώνα, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀλεξανδρινῆς θεο­λο­γικῆς σκέψης, ἕναν πάπυρο ποὺ εἶναι γνωστὸς μὲ τὸν τίτλο «Κοπτικὸ βι­βλίο», ἡ δὲ κατάταξη τῆς ἐν λόγω Ἐπιστολῆς στὶς «νόθες» ἢ «ἀντιλε­γό­με­νες γραφές», ἀπὸ τὸν Εὐσέβιο Καισαρείας, συνιστᾶ ἀσφαλῶς ἕνα πρώϊμο πλῆγ­μα στὸ κύρος ποὺ αὐτὴ διεκδι­κοῦσε, ὄχι ὡστόσο ἰδιαιτέρως ἰσχυρό, ἀφοῦ στὸν ἴδιο κατά­λο­γο ὁ Εὐσέβιος συμπερι­λαμ­βά­νει καὶ ἄλλα κανονικὰ ἔργα τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης. Παραδόξως, ὁ Κλήμης δείχνει νὰ ἀγνοεῖ τοὺς Μικρασιάτες Ἀπο­στολικοὺς Πατέρες, ἐνῶ καταγράφει μία χρήση ἀπὸ τὴ Διδαχὴ τῶν δώδεκα ἀποστόλων.

Τὴν ἴδια προσήλωση στὰ κείμενα τοῦ Ρωμαϊκοῦ καὶ Ἀλεξανδρινοῦ κύκλου τῶν Ἀποστολικῶν Πατέρων ἐπιδεικνύει καὶ ὁ μεγάλος Ἀλεξανδρινὸς θεολόγος, ὁ Ὠριγένης, ὁ ὁποῖος, ὡστόσο, δὲν χρησιμοποειεῖ τὴ Διδαχή, ἐνῶ γνωρίζει τὶς ἐπιστολὲς τοῦ Ἰγνατίου.

Ἴσως ὅμως τὸν πλέον καταλυτικὸ ρόλο στὴ διάδοση καὶ καθιέρωση τῶν ἔργων συγκεκρι­μένων Ἀποστολικῶν Πατέρων στοὺς μεταγενέστερους χρόνους διαδραμάτισε ὁ Εὐσέβιος Καισαρείας, ὁ ὁποῖος ἀφιερώνει στὸ Τρίτο Βιβλίο τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας του ἀρκετὲς ἀναφορὲς σὲ ἔργα τοῦ κύκλου τῶν Ἀποστολικῶν Πατέρων. Μεγάλη ἐκτίμηση τρέφει, ὅπως ἤδη σημειώσαμε, στὴν Α´ Κλήμεντος, γιὰ τὴν ὁποία μάλιστα σὲ μία ἀποστροφὴ τοῦ λόγου του σημειώνει: « Τούτου δὴ οὖν ὁμολογουμένη μία ἐπιστολὴ φέρεται, μεγάλη τε καὶ θαυμασία, ἣν ὡς ἀπὸ τῆς Ῥωμαίων ἐκκλησίας τῇ Κορινθίων διετυπώσατο, στάσεως τηνικάδε κατὰ τὴν Κόρινθον γενομένης. ταύτην δὲ καὶ ἐν πλείσταις ἐκκλησίαις ἐπὶ τοῦ κοινοῦ δεδημοσιευμένην πάλαι τε καὶ καθ᾽ ἡμᾶς αὐτοὺς ἔγνωμεν». Τὸν ἴδιο θαυμασμὸ ἐκφράζει γιὰ τὸν Ἰγνάτιο καὶ τὶς ἐπιστολές του, σὲ μία ἑνιαία ἀναφορά του καὶ στὸν Πολύκαρπο, ἀλλὰ καὶ στὸν Παπία Ἱεραπόλεως:

« Διέπρεπέν γε μὴν κατὰ τούτους ἐπὶ τῆς Ἀσίας τῶν ἀποστόλων ὁμιλητὴς Πολύκαρπος, τῆς κατὰ Σμύρναν ἐκκλησίας πρὸς τῶν αὐτοπτῶν καὶ ὑπηρετῶν τοῦ κυρίου τὴν ἐπισκοπὴν ἐγκεχειρισμένος· καθ᾽ ὃν ἐγνωρίζετο Παπίας, τῆς ἐν Ἱεραπόλει παροικίας καὶ αὐτὸς ἐπίσκοπος, ὅ τε παρὰ πλείστοις εἰς ἔτι νῦν διαβόητος Ἰγνάτιος… ἐν πρώτοις μάλιστα προφυλάττεσθαι τὰς αἱρέσεις ἄρτι τότε πρῶτον ἐπιπολαζούσας παρῄνει προύτρεπέν τε  πρὶξ ἔχεσθαι τῆς τῶν  ποστόλων παραδόσεως, ἢν ὑπὲρ ἀσφαλείας καὶ ἐγγράφως ἤδη μαρτυρόμενος διατυποῦσθαι ἀναγκαῖον ἡγεῖτο. οὕτω δῆτα ἐν Σμύρνῃ γενόμενος, ἔνθα ὁ Πολύκαρπος ἦν, μίαν μὲν τῇ κατὰ τὴν Ἔφεσον ἐπιστολὴν ἐκκλησίᾳ γράφει, ποιμένος αὐτῆ  μνημονεύων Ὀνησίμου, ἑτέραν δὲ τῇ ἐν Μαγνησίᾳ τῇ πρὸς Μαιάνδρῳ, ἔνθα πάλιν ἐπισκόπου Δαμᾶ μνήμην πεποίηται, καὶ τῇ ἐν Τράλλεσι δὲ ἄλλην, ἧς ἄρχοντα τότε ὄντα Πολύβιον ἱστορεῖ. πρὸς ταύταις καὶ τῇ Ῥωμαίων ἐκκλησίᾳ γράφει, ᾗ καὶ παράκλησιν προτείνει ὡς μὴ παραιτησάμενοι τοῦ μαρτυρίου τῆς ποθουμένης αὐτὸν ἀποστερήσαιεν ἐλπίδος».

Έφεσος_313

Ρητά, ὡστόσο, δηλώνει ὅτι πρέπει νὰ καταταγοῦν στὰ νόθα βιβλία τοῦ κανόνα τῆς Καινῆς Διαθήκης «ὅ τε λεγόμενος Ποιμὴν καὶ πρὸς τούτοις ἡ φερομένη Βαρναβᾶ ἐπιστολὴ καὶ τῶν ἀποστόλων αἱ λεγόμεναι Διδαχαί».

Θὰ μπορούσαμε νὰ μνημονεύσουμε μία πλειάδα συγγραφέων τῆς Ἀνατολῆς καὶ τῆς Δύσης ποὺ χρησιμοποιοῦν ἢ μνημονεύουν καθόλη τὴν περίοδο ἀπὸ τὸν 4ο ὣς τὸν 11ο αἰώνα μεμονωμένους συγγραφεῖς ἢ ἔργα τοῦ κύκλου τῶν Ἀποστολικῶν Πατέρων, ἀλλὰ δὲν θὰ ἐπεκτείνουμε περισσότερο τὸ λόγο μας καθὼς ὁ χρόνος μας ἐξαντλεῖται. Ὡς μία γενικὴ παρατήρηση μόνον, θὰ εἴχαμε νὰ καταθέσουμε τὴ διαπίστωση ὅτι προϊόντος τοῦ χρόνου ἑδραιώνεται ἡ χρήση τῆς Α´ Κλήμεντος καὶ τῶν Ἐπιστολῶν τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου, ἀκόμη καὶ σὲ Οἰκουμενικὲς Συνόδους, ὅπως ἡ ἐν Ἐφέσω τὸ 431, ἢ στὰ περίφημα Ἀρεοπαγιτικὰ συγγράμματα τὸν 6ο αἰώνα, ἀτονεῖ δὲ σταδιακὰ ἡ χρήση τῶν ἐλασσόνων ἀποστολικῶν πατέρων. Εἶναι ἐνδεικτικὸ ὅτι τὸν ἔνατο αἰώνα ὁ Μ. Φώτιος μνημονεύει πλέον στὴ Βιβλιοθήκη του μόνον ἕναν κώδικα μὲ ἔργα ἀποστολικῶν πατέρων· τῶν δύο ἐπιστολῶν – γνήσιας καὶ ψευδεπίγραφης- τοῦ Κλήμεντος Ρώμης καὶ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ ἁγίου Πολυκάρπου: «Ἀνεγνώσθη βιβλιδάριον ἐν ᾧ Κλήμεντος ἐπιστολαὶ πρὸς Κορινθίους βʹ ἐνεφέροντο … Ἐν τῷ αὐτῷ δὲ βιβλιδαρίῳ ἀνεγνώσθη καὶ Πολυκάρπου ἐπιστολὴ πρὸς Φι­λιπ­πησίους, γέμουσα πολλῆς νουθεσίας μετὰ σαφηνείας καὶ ἁπλότητος κατὰ τὸν ἐκ­κλη­σια­στικὸν τῆς ἑρμηνείας τύπον».

Ἀσφαλῶς, ἡ ἀναπαραγωγὴ αὐτῶν τῶν κειμένων συνεχίζεται καὶ κατὰ τοὺς ἑπό­μενους αἰῶνες, ὅπως διαφαίνεται ἀπὸ τὴν ὕπαρξη τοῦ περίφημου κώδικα τοῦ Μετοχίου τοῦ Παναγίου Τάφου Κων/πόλεως ἀρ. 54 τοῦ ἔτους 1056, μὲ τὴν Ἐπιστολὴ Βαρνάβα, τὶς δύο ἐπιστολὲς Κλήμεντος, κάποιες ψευδεπίγραφες ἐπιστολὲς τοῦ Ἰγνατίου καὶ τὴ Διδαχή, ἀπ᾽ ὅπου μάλιστα καὶ ἐκδόθηκε γιὰ πρώτη φορὰ ἀπὸ τὸν μητροπολίτη Νικομηδείας Φιλόθεο Βρυέννιο τὸ 1885. Ὡστόσο, ἡ προτίμηση πλέον τῶν ἐκκλησιαστικῶν συνόδων ἢ συγγραφέων περιορίζεται μόνο στοὺς δύο μείζονες ἀποστολικοὺς πατέρες, τὸν Κλήμεντα Ρώμης καὶ τὸν Ἰγνάτιο Ἀντιοχείας, ποὺ τὸ ἔργο τους, καὶ κυρίως ἡ ἐκκλησιολογία καὶ εὐχαριστιολογία τους, εἶχε πλέον περιβληθεῖ καθολικὰ μὲ τὴν αὐθεντία τῆς ἑδραιωμένης ἐκκλησιαστικῆς διδασκα­λίας.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Συμεών Πασχαλίδης, Ἡ πρόσληψη τῶν Ἀποστολικῶν Πατέρων στὴν παράδοση τῆς χριστιανικῆς Ἀνατολῆς

Παρουσίαση του νέου βιβλίου του Αρχιεπισκόπου Αλβανίας στη Θεσσαλονίκη

Layout 1

Παρουσίαση του νέου βιβλίου του Αρχιεπισκόπου Tιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας κ. Αναστασίου με τίτλο: ΕΓΡΗΓΟΡΣΗ-ΧΡΕΟΣ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ από τις εκδόσεις Εν πλω. Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στο θέατρο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ (Εθν. Αμύνης 2) στη Θεσσαλονίκη (έναντι Λευκού Πύργου) την Κυριακή 14 Μαΐου στις 12 το μεσημέρι.

Ομιλητές:

  • Θεόδωρος Γιάγκου, Καθηγητής Τμήματος Ποιμαντικής & Κοινωνικής Θεολογίας Α.Π.Θ
  • Χρήστος Τσιρώνης, Επίκουρος Καθηγητής Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ.
  • Χαράλαμπος Ατματζίδης, Αναπληρωτής Καθηγητής Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ.
  • Γιώργος Παπαγεωργίου, Ομότιμος καθηγητής χειρουργικής

Επίσης θα παρουσιαστεί το βιβλίο «Η Ανασύσταση της Ορθοδόξου Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Αλβανίας (1991-2016)” και θα προβληθεί σχετικό video.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου

Ἡ Ὀρθόδοξη συνείδηση δέν εἶναι δυνατόν νά παραμείνει ἀπαθής στό κοινωνικό γίγνεσθαι, σέ πνευματικές ζυμώσεις πού ἐπηρεάζουν τό ἀνθρώπινο γένος. Ὅσοι ἔχουν ὑπεύθυνες θέσεις στήν Ἐκκλησία, ἀλλά καί γενικότερα τά συνειδητά μέλη της, καλοῦνται νά ἀγρυπνοῦν. Ἡ προτροπή τοῦ Χριστοῦ «γρηγορεῖτε» παραμένει πολλαπλά ἐπίκαιρη. Τά κείμενα πού περιλαμβάνονται στήν παροῦσα συλλογή ἐπιδιώκουν νά ἐκφράσουν μία Ὀρθόδοξη ἄποψη σέ κρίσιμα σύγχρονα θέματα:

  • Ἡ Ὀρθοδοξία στήν τρίτη χιλιετία
  • Σχέσεις Ὀρθοδοξίας μέ τίς θετικές
  • Πολυθρησκευτική Εὐρώπη καί Ὀρθοδοξία· ἐπιστῆμες
  • Ὀρθόδοξη Ἑνότητα καί Ἱεραποστολή
  • Ὀρθόδοξη συμβολή
  • Τολμοῦμε νά ἐλπίζουμε
  • Οἰκονομική κρίση
  • Διωγμοί καί μαρτύριο σέ παγκόσμια θέματα
  • Συμβολή τοῦ Χριστιανισμοῦ στόν εὐρωπαϊκό πολιτισμό τῶν Χριστιανῶν
  • Παγκόσμια εἰρήνη
  • Ἀναζήτηση βασικῶν ἀξιῶν ζωῆς
  • Σχετικά μέ τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο
  • Βαλκανική συμβίωση
  • Μεταμόρφωση τοῦ κόσμου τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.

Ἐπιχειροῦν νά ἐπισημάνουν ὁρισμένες πλευρές τῆς εὐθύνης τῶν Ὀρθοδόξων στόν σύγχρονο κόσμο. Ἀποτελοῦν μιά ἔκφραση Ὀρθοδόξου ἐγρηγόρσεως.

Κατηγορίες: ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Παρουσίαση του νέου βιβλίου του Αρχιεπισκόπου Αλβανίας στη Θεσσαλονίκη

Τα πορίσματα του Γ’ Διεθνούς Αγιολογικού Συνεδρίου με θέμα: «Οἱ ἀποστολικοί πατέρες καί ἡ ἐποχή τους»

Έφεσος_386

Ο Ι Κ Ο Υ Μ Ε Ν Ι Κ Ο Ν   Π Α Τ Ρ Ι Α Ρ Χ Ε Ι Ο Ν

Ο Ρ Θ Ο Δ Ο Ξ Ο Σ  Κ Ο Ι Ν Ο Τ Η Σ  Σ Μ Υ Ρ Ν Η Σ

Γ΄ Δ ι ε θ ν ὲ ς  Ἁ γ ι ο λ ο γ ι κ ό ν  Σ υ ν έ δ ρ ι ο ν ὑπό τήν αἰγίδα τῆς Α.Θ. Παναγιότητος, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου, μέ θέμα: «Οἱ ἀποστολικοὶ Πατέρες καὶ ἡ ἐποχή τους» (ΣΜΥΡΝΗ/ΕΦΕΣΟΣ, 4-8 ΜΑΪΟΥ 2017)

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Πρόεδρος: Ὁμότιμος Καθηγητής Γεώργιος Γαλίτης.

Ἀντιπρόεδρος: Ὁμότιμος Καθηγητής Ἰωάννης Καραβιδόπουλος.

Γραμματεύς: Ἀναπληρωτής Καθηγητής Κωνσταντῖνος Μπελέζος.

Μέλη: Ἀναπληρωτής Καθηγητής Θωμᾶς Ἰωαννίδης. Ἐπίκουρη Καθηγήτρια Ἀλεξάνδρα Παλάντζα.

Πορίσματα Συνεδρίου- Δελτίο τύπου

Υπό την αιγίδα της Αυτού θειοτάτης Παναγιότητος, του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου, διοργανώθηκε από την Ορθόδοξο Κοινότητα Σμύρνης, για τρίτη συνεχή χρονιά, Διεθνές Αγιολογικό Συνέδριο στη Σμύρνη και την Έφεσο (4-8 Μαΐου 2017), στη φιλόξενη στέγη των Εμπορικών Επιμελητηρίων Σμύρνης και Εφέσου, με αφορμή την μνήμη του αγίου και ενδόξου αποστόλου και ευαγγελιστού Ιωάννου του Θεολόγου (8 Μαΐου).

Το Συνέδριο, στο οποίο συμμετείχαν θεολόγοι, ιστορικοί και φιλόλογοι από διάφορες χώρες, ακαδημαϊκοί διδάσκαλοι και ειδικοί ερευνητές στην Γραμματεία των πρώτων χριστιανικών αιώνων, είχε ως θέμα: «Οι Αποστολικοί πατέρες και η εποχή τους», είναι δε, καθ’ όσον γνωρίζουμε, το πρώτο χρονολογικά με αυτό το θέμα σε πανορθόδοξο επίπεδο.

Σε ειδικές επιστημονικές εισηγήσεις παρουσιάστηκαν τα του βίου και του έργου, οι συνθήκες της εποχής κατά την οποίαν έδρασαν, η θεολογική καθώς και η εν γένει εκκλησιαστική συμβολή των λεγομένων Αποστολικών Πατέρων, των ανδρών δηλαδή οι οποίοι διαδέχθηκαν τους Αποστόλους του Χριστού και απετέλεσαν τους πρώτους μεγάλους θεολόγους και διδασκάλους του Χριστιανισμού.

Από τις εισηγήσεις και τη συζήτηση που ακολούθησε διαπιστώθηκε ότι οι «Αποστολικοί Πατέρες», ορισμένοι εκ των οποίων συνδέθηκαν ιδιαίτερα με την χριστιανική κοινότητα της Σμύρνης των δύο πρώτων αιώνων, με προεξάρχοντες τους Αγίους Ιγνάτιο τον Θεοφόρο και Πολύκαρπο Σμύρνης, κινούμενοι σε ένα νέο για το Ευαγγέλιο ιστορικο-πολιτισμικό περιβάλλον, έθεσαν τις ερμηνευτικές και ποιμαντικές βάσεις για την περαιτέρω διοργάνωση της Εκκλησίας, με κέντρο την Ευχαριστία, την επισκοπική συνοδικότητα, το μαρτύριο και την καθημερινή της μαρτυρία. Διετύπωσαν θεμελιώδεις αρχές για τις σχέσεις και τη συνεργασία κάθε τοπικής Εκκλησίας με τις ανά την Οικουμένη Εκκλησίες, καθώς και την εκάστοτε κρατική και επιχώρια εξουσία, για την ανάπτυξη της προσευχητικής, της ομιλητικής και της απολογητικής της λειτουργίας, για την διεύρυνση της θεολογικής της γλώσσας, του αισθητικού κριτηρίου και του κανονικού της προσανατολισμού, για την εκλέπτυνση του ηθικού, του κοινωνικο-πολιτικού και πολιτισμικού της αισθητηρίου, για την κατοχύρωση της ίδιας της λειτουργίας της παραδόσεως, χάριν της διαφυλάξεως της ενότητος και της πιστότητος στην αποστολοπαράδοτη ευαγγελική πίστη και διδασκαλία.

Έφεσος_93

Η ανάγκη της μελέτης του έργου των «Αποστολικών Πατέρων», επιτακτική όσο ποτέ σήμερα, λόγω της εμπειρικής αμεσότητος, του θεολογικού βάθους και του εκκλησιαστικού τους ρεαλισμού, μας υπενθυμίζει την εντολή της ενότητος και της συνεργασίας μεταξύ των Εκκλησιών, της ευαισθητοποίησης για τα κοινά, της τόλμης στην επικαιροποίηση του χριστιανικού μηνύματος, της ειλικρινούς ομολογίας, της ετοιμότητος στην απολογία και την μαρτυρία, της αυθεντικότητος στη λειτουργική έκφραση, την άσκηση και την προς αλλήλους διακονία.

Το μήνυμα των «Αποστολικών Πατέρων» από την σύγχρονη χριστιανική Ιωνία, μήνυμα Σταυρού και Αναστάσεως, ομολογίας και ελπίδος, πιστότητος και θυσίας, αποτελεί μία διαρκή πρόσκληση για την ειρηνική συνύπαρξη, συνεργασία και αλληλοπεριχώρηση λαών και πολιτισμών, θρησκευτικών παραδόσεων και διαφορετικών πολιτικών, που οφείλουν να έχουν πάντοτε ως αποδέκτη της διακονίας τους τον πολλαπλώς αναζητούντα την αλήθεια άνθρωπο, τον αλγούντα για την επιστροφή του στην ιδία πατρίδα, τον αγωνιζόμενο και προσευχόμενο για την επικράτηση της κατά Θεόν ισότητος και ειρήνης στη βάση της θείας και της ανθρώπινης δικαιοσύνης.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Τα πορίσματα του Γ’ Διεθνούς Αγιολογικού Συνεδρίου με θέμα: «Οἱ ἀποστολικοί πατέρες καί ἡ ἐποχή τους»

Φώτιος Ιωαννίδης, Η προς Σμυρναίους Επιστολή του αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου

Σμύρνη_142

Η εισήγηση του Καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ στο Γ’ Διεθνές Αγιολογικό Συνέδριο με θέμα: «Οἱ ἀποστολικοί πατέρες καί ἡ ἐποχή τους» που διαξάγεται στη Σμύρνη

 1. Ιγνάτιος Αντιοχείας

Οι πληροφορίες για τον άγιο Ιγνάτιο είναι φτωχές, ενώ αρκετές από τις υπάρχουσες είναι και επισφαλείς. Υποθετική είναι και η χρονολόγηση που αφορά στα περισσότερα βιογραφικά του στοιχεία. Αδιαμφισβήτητα όμως γεγονότα είναι η επισκοπική του διακονία στην Αντιόχεια, η συγγραφή των Επιστολών του και ο μαρτυρικός του θάνατος. Άμεση και ακριβής πηγή πληροφόρησης αποτελούν οι επτά γνήσιες Επιστολές που ο ίδιος συνέταξε δέσμιος, πορευόμενος με συνοδεία Ρωμαίων στρατιωτών από την Αντιόχεια προς τη Ρώμη τον τόπο του μαρτυρίου του. Πρόκειται για τις Επιστολές προς Εφεσίους, Μαγνησιείς, Τραλλιανούς και Ρωμαίους, τις οποίες έγραψε στη Σμύρνη ενώ τις προς Φιλαδελφείς, Σμυρναίους και προς Πολύκαρπον τις συνέταξε στην Τρωάδα. Με τα κείμενα αυτά κατά βάση ευχαριστεί, νουθετεί, διδάσκει και ενδυναμώνει τους αποδέκτες τους. Στην αρχή των Επιστολών του αυτοαποκαλείται «Θεοφόρος», αλλά φαίνεται ότι το ίδιο επίθετο χρησιμοποιεί για να χαρακτηρίσει τους χριστιανούς.

Αρκετές μαρτυρίες για τον άγιο προέρχονται από πολύ μεταγενέστερή του εποχή και μάλλον απηχούν τους ευσεβείς πόθους και τον μεγάλο σεβασμό των χριστιανών προς το πρόσωπο και τη μνήμη του. Τέτοιες είναι οι προερχόμενες από τον 10ο και 14ο αιώνα του Συμεών του Μεταφραστή και του ιστορικού Νικηφόρου Κάλλιστου Ξανθόπουλου οι οποίοι αναφέρουν ότι ο Ιγνάτιος ήταν το παιδί που, σύμφωνα με τις διηγήσεις των ευαγγελιστών, ο Ιησούς έστησε εν μέσω των μαθητών του ως παράδειγμα αθωότητας για την κληρονομία της βασιλείας των ουρανών.

Ο Ιγνάτιος υπήρξε δεύτερος επίσκοπος της εκκλησίας της Αντιόχειας μετά τον άγιο Ευόδιο, αλλά δεν είναι βέβαιο αν χειροτονήθηκε από τον απόστολο Πέτρο. Πάντως γνώρισε κάποιους από τους αποστόλους και συναναστράφηκε μαζί τους. Η διακονία του ήταν μακροχρόνια. Ξεκίνησε περί το έτος 70 και έληξε μεταξύ των ετών 115-117 εξαιτίας του μαρτυρικού και βίαιου θανάτου του την εποχή του Τραϊανού, κατασπαρασσόμενος από τα άγρια θηρία της ρωμαϊκής αρένας. Ο διωγμός ξέσπασε περί το έτος 112 στην περιοχή της Μ. Ασίας και Συρίας, όπου έπαρχος ήταν ο Πλίνιος ο νεότερος. Ο άγιος συνελήφθη και καταδικάστηκε σε θάνατο. Η ποινή όμως θα εκτελούνταν στη Ρώμη, ενώ, τόσο το μαρτύριό του όσο και η διαδικασία της μεταφοράς του εκεί, θα αποτελούσαν αποτρεπτικό παράδειγμα για τη ραγδαία εξάπλωση του Χριστιανισμού σε εκείνες τις περιοχές. Κατά τη μαρτυρική πορεία του σταθμεύει σε διάφορες πόλεις, όπου γίνεται αντικείμενο θερμής υποδοχής και θαυμασμού από μέρους των τοπικών εκκλησιών.

Πάντως, εκείνο που χρειάζεται να επισημανθεί για την ιστορική και θεολογική ακρίβεια είναι το ότι ο άγιος δε διαδέχεται τον απόστολο Πέτρο στην επισκοπή της Αντιόχειας και ούτε είναι τρίτος στη σειρά επίσκοπός της μετά τον Πέτρο και τον Ευόδιο. Η πάγια πρακτική της αρχαίας Εκκλησίας είναι να μην αριθμεί ως επισκόπους τους αποστόλους, γιατί αυτοί είναι ιδρυτές και όχι επίσκοποι μίας τοπικής εκκλησίας.

Η μνήμη του αγίου τιμάται από την Ορθόδοξη Εκκλησία στις 20 Δεκεμβρίου και από τη Ρωμαιοκαθολική την 1η Φεβρουαρίου.

Σμύρνη_182DSC_7062

2. Η Επιστολή προς Σμυρναίους

Η Επιστολή γράφεται από την Τρωάδα, όπως ο ίδιος ο Ιγνάτιος μαρτυρεί προς το τέλος της. Αποτελείται από 13 σύντομα κεφάλαια και ακολουθεί τους τυπικούς κανόνες της επιστολογραφίας της εποχής. Η γλώσσα είναι εύληπτη, παρουσιάζει ελάχιστους λατινισμούς και συνοδοιπορεί με το απλό ύφος. Και τα δύο παραπέμπουν στη σαφήνεια και την απλότητα των καινοδιαθηκικών κειμένων από τα οποία επηρεάζονται αλλά και κατ’ έναν τρόπο ερμηνεύουν. Παράλληλα προδίδουν και τις δύσκολες συνθήκες κάτω από τις οποίες συντάχθηκαν όλες οι Επιστολές όπως βέβαια και η συγκεκριμένη. Πάντως, μέσα από αυτή την απλότητα και λιτότητα γλώσσας και ύφους, ο ιερός Πατέρας αναπτύσσει με θαυμαστό τρόπο τη δογματική ακρίβεια και τα υψηλά θεολογικά νοήματα.

Στο Προοίμιο ο άγιος εκφράζει τη χαρά του, γιατί βρήκε τους Σμυρναίους καταρτισμένους στην πίστη και βέβαιους ότι ο Χριστός αληθώς έπαθε ως άνθρωπος για τη σωτηρία μας. Συνιστά αποφυγή από τη βλαβερή αίρεση των Δοκητώv (1-3) και συμβουλεύει τους πιστούς να φυλαχτούν από αυτά τα «ανθρωπόμορφα θηρία», δηλαδή τους Δοκήτες, τους οποίους και ελέγχει με αυστηρότητα (4-7). Παραινεί τους παραλήπτες της Επιστολής να ακολουθούν και να τιμούν τον επίσκοπο, όπως επίσης να σέβονται τους πρεσβυτέρους και τους διακόνους. Τους ευχαριστεί για την αγάπη και τη φιλοξενία τους και εύχεται να έχουν το πνεύμα και τα δεσμά του ως αντίδωρο (8-10). Τέλος ακολουθούν συμβουλές και ασπασμοί (11-13).

Ο Ιγνάτιος τονίζει με ιδιαίτερη έμφαση ότι ο Χριστός είναι Θεός, του οποίου η σταυρική θυσία και η ανάσταση δώρισαν τη σωτηρία στον άνθρωπο, που για να την αποκτήσει οφείλει να είναι ταπεινός και να αγαπά τον Θεό και τον πλησίον. Ο άγιος υπογραμμίζει την πίστη στις δύο φύσεις του Χριστού, της θείας και της ανθρώπινης, και εμμένει στην πραγματικότητα της ανθρώπινης φύσης Του. Ο Χριστός «αληθώς έπαθε», «αληθώς ανέστησεν εαυτόν», είναι «Κύριος…σαρκοφόρος» και «τέλειος άνθρωπος». Μάλιστα, εξαιτίας αυτής της αλήθειας, ο ίδιος είναι πρόθυμος να οδηγηθεί στο μαρτύριο, γιατί αν η σάρκωση, η σταύρωση και η ανάσταση δεν ήταν πραγματικά αλλά φαινομενικά τότε κι ο ίδιος, όπως σημειώνει χαρακτηριστικά, φαινομενικά είναι δέσμιος.

Ο Ιγνάτιος είναι ο πρώτος Πατέρας της Εκκλησίας που τονίζει εμφαντικά και με καθαρούς όρους τόσο τη Θεότητα όσο και την ανθρωπότητα του Χριστού. Είναι σαφές λοιπόν ότι με τις θέσεις του αυτές στρέφεται κατά της αιρετικής μάστιγας του Δοκητισμού, του οποίου η διδασκαλία απέρριπτε τη σάρκωση του Λόγου του Θεού, το πάθος, την ανάσταση, τη θεία Ευχαριστία και κατά βάση τη λειτουργική μυστηριακή ζωή.

Οι Δοκήτες αποτελούσαν τον κύριο όγκο των Γνωστικών. Πίστευαν ότι ο άνθρωπος είναι ένα θείο απόσπασμα που εξέπεσε. Δούλος της ύλης και του διαβόλου, που για να λυτρωθεί χρειαζόταν κάποια εξωτερική βοήθεια. Εκείνος όμως που πρόσφερε τη βοήθεια δεν είναι άνθρωπος ούτε θεάνθρωπος, γιατί η ανάμιξη του θείου με το ανθρώπινο στοιχείο, που είναι πονηρό, είναι κατ’ αυτούς αδιανόητη. Συνεπώς είναι μόνο Θεός, που φέρει φαινομενικό σώμα. Η βάση του Δοκητισμού είναι αντιβιβλική, καθώς αρνείται τις θεοφάνειες και την ενανθρώπησς. Είναι ένα απαισιόδοξο σύστημα, γιατί καθιστά τον άνθρωπο δούλο της εγκόσμιας φθοράς και αδύναμο να συμβάλει στη λύτρωσή του.

Από αυτά λοιπόν τα «ανθρωπόμορφα θηρία», που μάλλον είχαν διεισδύσει στην τοπική εκκλησία βλάπτοντας τα μέλη της, προσπαθεί ο άγιος να διαφυλάξει τους πιστούς της Σμύρνης. Διευκρινίζει ότι η προσχώρηση στην αίρεση δεν είναι μία απλή υπόθεση, αλλά συνεπάγεται τραγικές συνέπειες για όσους την αποδεχθούν. Όσοι αρνούνται με τον τρόπο αυτό το Χριστό, ουσιαστικά τους έχει αρνηθεί ο ίδιος ο Χριστός, γιατί είναι «νεκροφόροι», συνήγοροι του θανάτου παρά της αλήθειας.

Σμύρνη_228DSC_7108

Αυτός είναι και ο λόγος που ο Ιγνάτιος τονίζει την πίστη και την αγάπη του χριστιανού προς τον Ιησού Χριστό. Πρόκειται για μία δυνατή πνευματική σχέση, που εκφράζεται και πιστοποιείται μέσα από τη μετοχή του πιστού στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας. Αυτή οικοδομεί την ενότητα της Εκκλησίας, αποτελεί το θεμέλιό της και είναι το κέντρο της ζωής της επειδή ακριβώς είναι το αληθινό Σώμα του Χριστού που έπαθε, θανατώθηκε και ενδόξως αναστήθηκε. Εδώ λοιπόν επισημαίνεται ο ρεαλισμός του μυστηρίου, που οδηγεί τον πιστό στην όντως ζωή μέσα από αυτά τα πραγματικά σωτηριώδη γεγονότα.

Ο άγιος όμως δεν περιορίζεται στην επισήμανση του κινδύνου και των συνεπειών των αιρέσεων. Προτείνει τρόπους αντιμετώπισης της αίρεσης, αφού το ποίμνιο μόνο του δεν μπορεί να πολεμήσει την κακοδοξία. Καταφεύγει λοιπόν στον επίσκοπο. Αυτός αποτελεί για τον άγιο το κέντρο αναφοράς της ζωής της Εκκλησίας. Ο λειτουργικός του ρόλος συνδέεται άμεσα με το μυστήριο του Βαπτίσματος αλλά και με εκείνο της θείας Ευχαριστίας. Ο παραλληλισμός μάλιστα του επισκόπου προς τον ίδιο τον Ιησού Χριστό οδηγεί τον Ιγνάτιο στο συμπέρασμα ότι όποιος πράττει κάτι κρυφά από τον επίσκοπο, λατρεύει το διάβολο.

Συνιστά, λοιπόν, στα κεφάλαια 8 και 9 της Επιστολής του, όλοι οι πιστοί να ακολουθούν τον επίσκοπο, να τον τιμούν, ώστε να τιμηθούν από τον Θεό, και κανείς να μην πράττει κάτι εκκλησιαστικής φύσεως χωρίς αυτόν ή την έγκρισή του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο άγιος, θέλοντας να δώσει τη θεολογική και εκκλησιολογική διάσταση του επισκοπικού λειτουργήματος, το συνδέει με το σχήμα της μοναρχίας του Πατρός στη Θεότητα. Όπως η αλήθεια του προσώπου και του έργου του Χριστού λειτουργεί και καταφάσκεται στο πρόσωπο του Θεού Πατρός, ακριβώς, κατ’ ανάλογο τρόπο, και η αλήθεια όλων όσων συμβαίνουν στην Εκκλησία και προπαντός στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας αληθεύουν, εφόσον γίνονται από τον επίσκοπο ή τελούνται με την άδειά του.

Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις λειτουργεί η εκκλησιολογική αντίληψη του Ιγνατίου: «ὅπου ἂν φανῇ ὁ ἐπίσκοπος, ἐκεῖ τὸ πλῆθος ἔστω, ὣσπερ ὃπου ἂν ᾖ Χριστός Ἰησοῦς, ἐκεῖ καί ἡ καθολική Ἐκκλησία». Μάλιστα ο όρος καθολική Εκκλησία απαντάται εδώ για πρώτη φορά στη χριστιανική γραμματεία. Δηλώνει το οικουμενικό, πλήρες, ενωμένο και αληθινό Σώμα του Χριστού. Με αυτή την έννοια η Εκκλησία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την τέλεση του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας υπό τον επίσκοπο. Κατά συνέπεια, στη σκέψη του αγίου, Χριστολογία, Εκκλησιολογία και Σωτηριολογία είναι έννοιες απολύτως εναρμονισμένες και αλληλοπεριχωρούμενες.

Σμύρνη_140

Ο ρόλος και το πρόσωπο του επισκόπου λειτουργούν, ώστε να εγγυώνται την αλήθεια, την τάξη και την ενότητα μέσα στην Εκκλησία και να αποκλείουν την αταξία και την αναρχία. Η Επιστολή παρέχει επίσης την πληροφόρηση ότι ο επίσκοπος περιβάλλεται από το πρεσβυτέριο. το οποίο παραβάλλεται προς τους αποστόλους. Η σχέση των αποστόλων με το Χριστό αποτελεί για τον Ιγνάτιο το πρότυπο της σχέσης του επισκόπου με τους πρεσβυτέρους. Ο επίσκοπος δεν μπορεί να ενεργεί αυθαίρετα. Είναι και αυτός «σύνδουλος» των άλλων κληρικών και ο «έσχατος» όλων των πιστών. Οφείλει να είναι «αξιόθεος», ενώ οι πρεσβύτεροι «θεοπρεπείς» και οι διάκονοι «θεοπρεσβευτές». Και τούτο, γιατί η ιεροσύνη είναι το ανώτερο από όλα τα αγαθά μεταξύ των ανθρώπων κι όποιος στρέφεται εναντίον της κατ’ ουσίαν δεν ατιμάζει τον άνθρωπο αλλά τον Θεό και τον Ιησού Χριστό, τον πρωτότοκο και τον μοναδικό εκ φύσεως αρχιερέα του Πατέρα.

Αυτή λοιπόν είναι για τον άγιο μάρτυρα του Χριστού Ιγνάτιο η εικόνα του εκκλησιαστικού σώματος. Μία αληθινή ιδανική προσευχόμενη κοινωνία, μία οικογένεια, όπου όλα τα μέλη έχουν μεταξύ τους μία σχέση ειλικρινούς αγάπης, αμοιβαίας διακονίας και υπακοής με αναφορά στον Κύριο της Δόξας.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Φώτιος Ιωαννίδης, Η προς Σμυρναίους Επιστολή του αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου

Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα «Η εκκλησιαστική ζωή και η λατρευτική παράδοση της Κωνσταντινούπολης ως παράγοντες διαμόρφωσης της ιεραποστολικής πολιτικής της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας»

PosterO Τομέας Εκκλησιαστικής Ιστορίας, Χριστιανικής Γραμματείας, Αρχαιολογίας και Τέχνης του Τμήματος Θεολογίας Α.Π.Θ. σε συνεργασία με την Ένωση Ελλήνων Σλαβολόγων και το Πρόγραμμα του Συμβουλίου της Ευρώπης “Δρόμοι Κυρίλλου και Μεθοδίου” οργανώνουν υπό την αιγίδα του Δήμου Θεσσαλονίκης, Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα «Η εκκλησιαστική ζωή και η λατρευτική παράδοση της Κωνσταντινούπολης ως παράγοντες διαμόρφωσης της ιεραποστολικής πολιτικής της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας» στις 11 και 12 Μαΐου 2017, το οποίο εντάσσεται στο πλαίσιο των Εκδηλώσεων Θεολογικού Λόγου και Τέχνης που οργανώνει το Τμήμα Θεολογίας Α.Π.Θ. μέσα στον Μάιο. Στο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο θα λάβουν μέρος Καθηγητές του Τμήματος Θεολογίας Α.Π.Θ., μέλη της Ένωσης Ελλήνων Σλαβολόγων που διδάσκουν σε άλλα ελληνικά Πανεπιστήμια, όπως επίσης και Καθηγητές ξένων Πανεπιστημίων. Οι εργασίες του Συνεδρίου, που θα πραγματοποιηθούν στο Αμφιθέατρο Β΄ (2ος όροφος) της Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ., θα ξεκινήσουν το απόγευμα της Πέμπτης 11 Μαΐου (19:00–21:00), θα συνεχιστούν το πρωί της Παρασκευής 12 Μαΐου (10:30–13:30) και θα ολοκληρωθούν το απόγευμα της ίδιας ημέρας (17:00–20:15).

Η παρακολούθηση των εργασιών είναι ελεύθερη. Στους ενδιαφερόμενους θα χορηγηθούν βεβαιώσεις παρακολούθησης.

Πληροφορίες: Αναπληρωτής Καθηγητής Ηλίας Γ. Ευαγγέλου Τηλ. 2310 991369, 6973217360. E-mail: iliasev@theo.auth.gr

Δείτε το αναλυτικό πρόγραμμα.

Κατηγορίες: ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ ΑΡΘΡΑ | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα «Η εκκλησιαστική ζωή και η λατρευτική παράδοση της Κωνσταντινούπολης ως παράγοντες διαμόρφωσης της ιεραποστολικής πολιτικής της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας»

Χαράλαμπος Ατματζίδης, Οι εμφανίσεις του αναστημένου Ιησού στα Ευαγγέλια και στις Επιστολές του Ιγνατίου του Θεοφόρου

DSC_7045_165DSC_7045

Η εισήγηση του Αναπληρωτή Καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ στο Γ’ Διεθνές Αγιολογικό Συνέδριο με θέμα: «Οἱ ἀποστολικοί πατέρες καί ἡ ἐποχή τους» που διαξάγεται στη Σμύρνη

Είναι γνωστό σε όλους μας, πόσο επιμένει ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος ο και επίσκοπος Αντιοχείας, στην χριστολογία. Αυτή διατρέχει τις επιστολές του και αναδεικνύει τη στενή σχέση του επισκόπου Αντιοχείας με την πρωτοχριστιανική παράδοση.

Στην εισήγησή μας θα σταθούμε σε ένα απόσπασμα του Ιγνατίου  από την επιστολή του προς τους χριστιανούς της Σμύρνης. Αυτό αναφέρεται στην ιστορικότητα της ανάστασης του Ιησού.

Σημειώνουμε ότι με το θέμα της ιστορικότητας της ανάστασης του Ιησού, εκτός από τον Ιγνάτιο, ασχολήθηκαν ήδη τα μέλη των πρώτων χριστιανικών κοινοτήτων (μέσα  του πρώτου αιώνα μ.Χ.). Επειδή οι πρωτοχριστιανικές αυτές παραδόσεις και η παράδοση του Ιγνατίου αγγίζουν η μία την άλλη, τόσο ως προς τον χρόνο συγγραφής όσο και ως προς το περιεχόμενο, γι’ αυτό θεωρούμε αναγκαίο να συνεξετάσουμε την ιδιότυπη αυτή κειμενική σχέση.

Ι

Η ιστορικότητα του αναστημένου Χριστού και η  πρωτοχριστιανική παράδοση

Οι πρώτοι χριστιανοί θεμελιώνουν την πεποίθησή τους για τον αναστημένο Ιησού Χριστό σε δύο ακρογωνιαίους λίθους.

  1. Ο πρώτος ακρογωνιαίος λίθος είναι η μαρτυρία των πρώτων χριστιανών ότι ο Ιησούς μετά τον θάνατό του θάφτηκε (Α΄ Κορ 15,4: «τφη») και ότι ο τάφος του στη συνέχεια βρέθηκε κενός (πρβλ. Μκ 16,1-8 και παράλληλα · Ιω 20,1-10.11-15). Επισημαίνουμε ότι ο τονισμός των πρώτων χριστιανών της ταφής του Ιησού και του κενού τάφου, σχετίζεται με τις θεμελιακές θεολογικές θέσεις των Ιουδαίων για τη μετά τον θάνατο ζωή και για τη σωματική ανάσταση των ανθρώπων. Στον ιουδαϊσμό, όπως αργότερα και στον πρώτο χριστιανισμό, ο άνθρωπος θεωρείται ως μια ενιαία ψυχοσωματική οντότητα που φέρει το πνεύμα του Θεού. Έτσι, ο άνθρωπος πεθαίνει σωματικώς και ανασταίνεται σωματικώς. Η ταφή των σωμάτων στον Ιουδαϊσμό υπηρετεί αυτή την βασική ιουδαϊκή αντίληψη περί σωματικής αναστάσεως. Με δεδομένο ότι η ανάσταση των νεκρών θα πραγματοποιηθεί στο μέλλον, το σώμα θάβεται, ώστε ν’ αναστηθεί στο μέλλον.

Σε ό,τι αφορά το νεκρό Ιησού, τονίζεται από τους πρώτους χριστιανούς ότι ακολουθήθηκαν τα ιουδαϊκά ταφικά έθιμα και ότι το νεκρό σώμα του Ιησού θάφτηκε με προοπτική τη μελλοντική ανάσταση. Η επισήμανση όμως των πρώτων χριστιανών ότι ο τάφος του Ιησού βρέθηκε στη συνέχεια κενός, ανατρέπει την αναμενόμενη στο μέλλον ανάσταση του Ιησού και πιστοποιεί την ήδη πραγματοποιηθείσα ανάστασή του. Η ανάσταση του Ιησού είναι πλέον για τους πρώτους χριστιανούς ιστορία και όχι εσχατολογία.

  1. Ο δεύτερος ακρογωνιαίος λίθος, πάνω στον οποίο θεμελιώνουν οι πρώτοι χριστιανοί την πεποίθησή τους για τον αναστημένο Ιησού, είναι η ρητή μαρτυρία των πρώτων χριστιανών ότι ο Ιησούς μετά τον θάνατο και την ταφή του εμφανίστηκε αναστημένος σε αυτούς. Ακριβέστερα:

2.1 Ο αναστημένος Ιησούς, εμφανίζεται στους μαθητές και τους άλλους ακολούθους του, επανειλημμένα σε διαφορετικά πρόσωπα και σε διαφορετικούς τόπους.

2.2 Ο αναστημένος Ιησούς εμφανίζεται στους μαθητές και τους άλλους ακολούθους του με πολλούς τρόπους.

2.2.1 Ο Ιησούς εμφανίζεται απλά και οι μαθητές τον βλέπουν. Έτσι στο Α΄ Κορ 15,5-8 και Λκ 24,34 χρησιμοποιείται απλώς το ρήμα “ὤφθη” και με αυτό δηλώνεται ότι ο Κηφάς (: ή Πέτρος ή Σίμων), οι έντεκα μαθητές, οι πάνω από πεντακόσιοι αδελφοί, ο Ιάκωβος ο αδελφόθεος και ο Παύλος, είδαν απλώς τον Ιησού. Δεν περιγράφεται όμως η μορφή με την οποία τον είδαν. Υπονοείται όμως ότι η μορφή αυτή ταυτοποιήθηκε από τους μαθητές ως η μορφή του προπασχάλιου  Ιησού.

2.2.2 Ο αναστημένος Ιησούς εμφανίζεται με ενσώματη μορφή και αναγνωρίζεται από τους μαθητές, αφού ο Ιησούς τους διδάσκει για το νόημα της Π.Δ. και αφού πραγματοποιεί τη συμβολική πράξη της κλάσης του άρτου (Λκ 24,13-35).

2.2.3 Ο αναστημένος Ιησούς εμφανίζεται με ενσώματη μορφή σε ομάδες ανθρώπων και αναγνωρίζεται από αυτούς. Στις περιπτώσεις αυτές η “ενσώματη” μορφή με την οποία εμφανίζεται ο Ιησούς αναγνωρίζεται από τους μαθητές ως μορφή του Ιησού, μέσα από ένα ταυτόχρονο συνδυασμό στοιχείων που πιστοποιούν τη σωματική παρουσία του αναστημένου Ιησού. Τέτοια στοιχεία είναι το άγγιγμα του σώματός του, η κατανάλωση τροφής από τον Ιησού, η διδασκαλία του Ιησού για το μεσσιανικό χαρακτήρα της Π.Δ., η κλήση των μαθητών ν’ ασκήσουν ιεραποστολή και να ιδρύσουν την Εκκλησία, η χορήγηση στους μαθητές από τον Ιησού του αγίου Πνεύματος και η εξουσιοδότηση να συγχωρούν τις αμαρτίες των ανθρώπων (πρβλ. Λκ 24,36-49 και στο Ιω 20,19-23).

Παρατηρούμε λοιπόν ότι δεν αρκεί μόνον η εμφάνιση του αναστημένου Ιησού για να τον αναγνωρίσουν οι μαθητές  του, αλλά απαιτείται και η συνδρομή και άλλων στοιχείων. Το τελευταίο είναι ένδειξη της ασάφειας που υπάρχει στα κείμενα ως προς το σώμα του αναστημένου Ιησού. Γι’ αυτό επισημαίνουμε ότι η ιστορικότητα των αφηγήσεων αυτών αμφισβητήθηκε έντονα, ιδιαίτερα κατά την νεοτερική εποχή. Οι ερευνητές της περιόδου αυτής, στηριζόμενοι στη λογική, θεώρησαν ότι οι διηγήσεις για την ανάσταση του Ιησού περιείχαν πολλές ασάφειες και ιστορικές ανακρίβειες. Έτσι αμφισβήτησαν την ιστορικότητα των διηγήσεων αυτών.

Πρέπει όμως να παρατηρήσουμε ότι οι πρώτοι χριστιανοί οικοδομούν την θεολογία τους για τον αναστημένο Ιησού πρώτιστα πάνω στην εμπειρία τους. Οι πρώτοι χριστιανοί διακηρύσσουν ότι είδαν, συνομίλησαν και έζησαν καθημερινές στιγμές μαζί με τον αναστημένο Ιησού.

Σμύρνη_107

ΙΙ

Η ιστορικότητα του αναστημένου Χριστού και ο Ιγνάτιος Αντιοχείας

Ο  Ιγνάτιος Αντιοχείας έχει ως κέντρο της θεολογίας του σε όλες τις επιστολές του, τον Ιησού Χριστό.

Σημειώνουμε ότι ο Ιγνάτιος έστειλε τις επιστολές αυτές από τη Σμύρνη και την Τροία σε διάφορες πόλεις της Μ. Ασίας, στην σημερινή Τουρκία, και προς τη Ρώμη. Αυτές είναι οι επιστολές προς τους χριστιανούς της Εφέσου, της Μαγνησίας, των Τράλλεων, της Ρώμης, της Φιλαδελφείας, της Σμύρνης και η επιστολή προς τον Πολύκαρπο, τον επίσκοπο Σμύρνης. Οι επιστολές αυτές σώθηκαν μέχρι σήμερα στα ελληνικά σε δύο εκδόσεις, μια σύντομη και μια εκτενέστερη. Η γνώμη που επικρατεί σήμερα μεταξύ των ειδικών, είναι ότι, από τις δύο μορφές των επτά επιστολών του Ιγνατίου, γνήσιες είναι οι επιστολές της σύντομης μορφής, ενώ οι άλλες της εκτενέστερης μορφής είναι νόθες.

Στην προς Σμυρναίους όμως επιστολή του, στο 3,1-3, ο Ιγνάτιος, αναφέρεται εκτενέστερα απ’ ότι συνηθίζει, στον αναστημένο Ιησού.

Η αιτία που οδηγεί τον Ιγνάτιο ν’ αναφερθεί λεπτομερέστερα στον αναστημένο Ιησού καταγράφεται στο προηγούμενο κεφάλαιο, το προς Σμυρναίους 2, και είναι η εμφάνιση στην εκκλησία χριστιανών με δοκητικές αντιλήψεις. Ο Ιγνάτιος θα ασχοληθεί και στο επόμενο κεφάλαιο, το προς Σμυρναίους 3 με τους δοκητές αυτούς χριστιανούς και τις αποκλίνουσες από την ορθή πίστη θέσεις τους. Εκεί θα αναφερθεί στην πίστη του, στην ιστορικότητα της ανάστασης του Ιησού και θα παραθέσει και συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία. Αναλυτικά:

  1. Στο προς Σμυρναίους 3,1, στη σύντομη μορφή του κειμένου, ο Ιγνάτιος αναφέρει χαρακτηριστικά:

Ἐγὼ γὰρ καὶ μετὰ τὴν ἀνάστασιν ἐν σαρκὶ αὐτὸν οἶδα καὶ πιστεύω ὄντα

Ο Ιγνάτιος τονίζει ότι γνώρισε ο ίδιος τον Ιησού μετά την σωματική του ανάσταση και πιστεύει ότι ο αναστημένος Ιησούς είναι γεγονός.

Το αξιοπρόσεκτο είναι ότι ο Ιγνάτιος στο 3,1 εκφράζει την βεβαιότητα για την ιστορικότητα του αναστημένου Ιησού χρησιμοποιώντας  το ρήμα «οἶδα» και στη συνέχεια το ρήμα «πιστεύω». Ο Ιγνάτιος δεν διευκρινίζει στο κείμενο το είδος της γνώσης του για τον αναστημένο Ιησού. Έτσι η γνώση του αυτή μπορεί να παραπέμπει σε κάποια εμπειρία του ίδιου του Ιγνατίου, ανάλογης με την εμπειρία της Μαρίας Μαγδαληνής, που περιγράφεται στο Ιω 20,11-18. Να θυμηθούμε ότι στο Ιω 20,14 αναφέρεται ότι η Μαρία

«…ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω καὶ θεωρεῖ τὸν Ἰησοῦν ἑστῶτα καὶ οὐκ ᾔδει ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν.

Σμύρνη_98

Στον παραπάνω στίχο χρησιμοποιείται το ρήμα «οἶδα», για να δηλωθεί ότι η Μαρία Μαγδαληνή παρόλο που βλέπει τον Ιησού δεν τον αναγνωρίζει. Η Μαρία Μαγδαληνή ταυτοποιεί την ανθρώπινη μορφή που βρισκόταν μπροστά της με τον Ιησού, όταν η μορφή αυτή της υπενθυμίζει ένα μέρος των λόγων του Ιησού που απηύθυνε στους μαθητές του και στις μαθήτριες πριν το Πάθος του. Η υπενθύμιση αυτή της διδασκαλίας του Ιησού, βοηθά τη Μαρία Μαγδαληνή να αναγνωρίσει τον Ιησού. Τον αποκαλεί μάλιστα “ραββουνι (ὃ λέγεται διδάσκαλε)” και επιχειρεί να τον αγγίξει, ενέργεια που αποτρέπει ο Ιησούς λέγοντας “μή μου ἅπτου”. Άρα η ταυτοποίηση του αναστημένου Ιησού δεν επιτυγχάνεται μέσω της σωματικής παρουσίας του αναστημένου Ιησού, αλλά μέσω των λόγων του Ιησού προς τη Μαρία Μαγδαληνή. Η βεβαιότητα της Μαρίας της Μαγδαληνής για τον αναστημένο Ιησού θεμελιώνεται στην εμπειρία του κενού τάφου, στην εμπειρία της θέασης της άγνωστης σε αυτήν ενσώματης ανθρώπινης μορφής και στην ακοή των λόγων του Ιησού.

Και ο Ιγνάτιος χρησιμοποιεί στο 3,1 το ρήμα «οἶδα» για να δηλώσει ότι γνωρίζει για τον αναστημένο Ιησού. Στους στίχους 2 και 3 θα επικαλεστεί και δύο άλλα συμβάντα με τον αναστημένο Ιησού, που  πιστοποιούν την ανάστασή του. Αυτά όμως δεν σχετίζονται με κάποια εμφάνιση του ενσώματου αναστημένου Ιησού στον Ιγνάτιο, αλλά με την ενσώματη εμφάνιση του αναστημένου Ιησού σε μαθητές του. Η περιγραφή  λοιπόν του Ιγνατίου για τον αναστημένο Ιησού παραμένει γενική και αόριστη, χωρίς να σχετίζεται με κάποια εμπειρία του Ιγνατίου με τον αναστημένο Ιησού.

Επίσης, δεν μπορούμε να ισχυριστούμε εδώ ότι η γνώση αυτή του Ιγνατίου για τον αναστημένο Ιησού μοιάζει με τη γνώση του Παύλου για τον αναστημένο Ιησού. Σημειώνουμε ότι ο Παύλος στο Α΄ Κορ 15,8 αναφέρει απλώς ότι ο Ιησούς  «ὤφθη» σε αυτόν. Καμιά επιπλέον λεπτομέρεια. Η μαρτυρία αυτή του Παύλου φαίνεται να εντάσσεται αργότερα από το συγγραφέα των Πράξεων των Αποστόλων στο έργο του και στην αφήγησή του για την κλήση του Παύλου έξω από την Δαμασκό.

  1. Στο προς Σμυρναίους 3,2, στη σύντομη μορφή του κειμένου, συνεχίζει ο Ιγνάτιος και γράφει:

καὶ ὅτε πρὸς τοὺς περὶ Πέτρον ἦλθεν, ἔφη αὐτοῖς· Λάβετε, ψηλαφήσατέ με καὶ ἴδετε ὅτι οὐκ εἰμι δαιμόνιον ἀσώματον. καὶ εὐθὺς αὐτοῦ ἥψαντο καὶ ἐπίστευσαν, κραθέντες τῇ σαρκὶ αὐτοῦ καὶ τῷ αἵματι. Διὰ τοῦτο καὶ θανάτου κατεφρόνησαν, ηὑρέθησαν δὲ ὑπὲρ θάνατον.

Ο Ιγνάτιος επικαλείται την πρωτοχριστιανική παράδοση ότι ο αναστημένος Ιησούς, όταν εμφανίστηκε στους μαθητές του, τους κάλεσε να τον ψηλαφήσουν για να διαπιστώσουν ότι δεν ήταν κάποιο ασώματο δαιμόνιο. Αυτοί, μόλις τον ψηλάφησαν, πίστεψαν, γιατί διαπίστωσαν την ενσώματη εμφάνιση του αναστημένου Ιησού. Ο Ιγνάτιος ισχυρίζεται επίσης, ότι η στέρεη πίστη των μαθητών στον αναστημένο Ιησού, τους εμψύχωσε, ώστε αυτοί ν’ αψηφήσουν τον θάνατο κατά την διάρκεια των διωγμών. Αξιοπρόσεκτα είναι ότι:

2.1 Ο Ιγνάτιος χρησιμοποιεί την έκφραση «πνεῦμα γὰρ σάρκα καὶ ὀστέα οὐκ ἔχει». Η έκφραση αυτή, μας θυμίζει όσα αναφέρονται στο Λκ 24,39. Από τη σύγκριση των δύο κειμένων  παρατηρούμε ότι ο Ιγνάτιος επαναλαμβάνει την φράση του Λουκά «πνεῦμα σάρκα καὶ ὀστέα οὐκ ἔχει», επανάληψη που συνηγορεί στο να δεχθούμε ότι ο Αποστολικός Πατέρας παραπέμπει από τον Λουκά. Όμως πρέπει να παρατηρήσουμε, ότι ο Ιγνάτιος παραπέμπει πολύ σπάνια σε κείμενά του από το κατά Λουκάν ευαγγέλιο. Επίσης πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι ο Ιγνάτιος στο προς Σμυρναίους 2 χρησιμοποιεί την έκφραση «οὖσιν ἀσωμάτοις καὶ δαιμονικοῖς», η οποία δεν απαντά σε άλλο κείμενο του Ιγνατίου. Είναι πιθανόν λοιπόν να υπάρχει κάποια αρχική πηγή από την οποία αντλούν και ο Ιγνάτιος και ο Λουκάς.

2.2 Από τη σύγκριση των δύο κειμένων παρατηρούμε επίσης, ότι ο Ιγνάτιος, για να στερεώσει την πίστη στην ιστορικότητα του αναστημένου Ιησού, επικαλείται την παράδοση που υπάρχει στα Ευαγγέλια ότι ο αναστημένος Ιησούς προτρέπει τους μαθητές  του να ψηλαφίσουν το σώμα του (Λκ 24,39-40).  Κάτι ανάλογο περιγράφεται στο Ιω 20,19-23, όπου αναφέρεται ότι ο αναστημένος Ιησούς έδειξε τα χέρια του και την πλευρά του. Τέλος, στο Ιω 20,24-29 περιγράφεται ότι ο Ιησούς παρουσιάζεται στους μαθητές του και καλεί τον Θωμά ν’ αγγίξει  την “πλευράν” του.

Ο Ιγνάτιος λοιπόν, από την πλούσια πρωτοχριστιανική παράδοση με τις εμφανίσεις του αναστημένου Ιησού, επιλέγει εδώ, στο προς Σμυρναίους 3,2, εκείνες που σχετίζονται με την ψηλάφηση ή άγγιγμα του αναστημένου σώματος του Ιησού.

2.3 Τέλος, στον στίχο 2 ο Ιγνάτιος εκφράζει την βεβαιότητα ότι η ψηλάφηση του αναστημένου σώματος του Ιησού εμψυχώνει τους μαθητές και ενδυναμώνει την πίστη τους στον Χριστό. Έτσι αυτοί αργότερα θα αντιμετωπίσουν άφοβα τους επερχόμενους διωγμούς.

  1. Στο προς Σμυρναίους 3,3, στη σύντομη μορφή του κειμένου, συνεχίζει ο Ιγνάτιος:

μετὰ δὲ τὴν ἀνάστασιν συνέφαγεν αὐτοῖς καὶ συνέπιεν ὡς σαρκικός, καίπερ πνευματικῶς ἡνωμένος τῷ πατρί.

Και στον στίχο 3 ο Ιγνάτιος επικαλείται ακόμη μια ευαγγελική παράδοση, σύμφωνα με την οποία ο αναστημένος Ιησούς έφαγε και ήπιε μαζί με τους μαθητές του (Λκ 24,41-43 · πρβλ. και Ιω 21,5.13 · Ιω 21,13).

Δύο είναι τα στοιχεία που πρέπει να προσέξουμε στο προς Σμυρναίους 3,3:

3.1 Ο Ιγνάτιος, για να αντιμετωπίσει τους δοκητές αντιπάλους του, επιλέγει από την πρωτοχριστιανική παράδοση τις αναφορές ότι ο αναστημένος Ιησούς συντρώγει με τους μαθητές του. Η μαρτυρία αυτή μαζί με την προηγούμενη μαρτυρία ότι οι μαθητές ψηλάφισαν το αναστημένο σώμα του Ιησού, αποτελούν για τον Ιγνάτιο την καλύτερη απόδειξη της ιστορικότητας του αναστημένου Ιησού.

3.2 Ταυτόχρονα όμως ο Ιγνάτιος δράττεται της ευκαιρίας και να παραθέσει με λακωνικό τρόπο την θέση του για την θεϊκή υπόσταση του Ιησού και για τη σχέση με τον Θεό Πατέρα. Για τον Ιγνάτιο ο Ιησούς Χριστός είναι ενωμένος ως προς την θεϊκή του υπόσταση με τον Θεό Πατέρα. Ο Ιγνάτιος χαρακτηρίζει την ένωση αυτή “πνευματική” για να την διακρίνει από τη σωματική.

Σμύρνη_69

ΙΙΙ

Συμπερασματικά, είδαμε ότι οι πρώτοι χριστιανοί στερέωσαν την πίστη τους στην ιστορικότητα του αναστημένο Ιησού και στην εμπειρία που είχαν με τον αναστημένο Ιησού. Στην πρωτοχριστιανική παράδοση υπάρχουν πολλές και διαφορετικές αφηγήσεις, που περιγράφουν, πώς ο αναστημένος Ιησούς εμφανίστηκε σε διάφορους μαθητές, μαθήτριες και άλλους ακολούθους του. Οι αφηγήσεις αυτές έχουν ως κοινό παρονομαστή την βεβαιότητα των πρώτον χριστιανών για την ιστορικότητα του αναστημένου Ιησού, βεβαιότητα που στεριώνεται στην εμπειρία που αυτοί είχαν με τον αναστημένο Ιησού.

Σε ό,τι αφορά τον Ιγνάτιο Αντιοχείας και στο απόσπασμά του από την επιστολή του προς Σμυρναίους (3.1-3), είδαμε την προσπάθεια του Αποστολικού Πατέρα να υπερασπιστεί την ιστορικότητα της ανάστασης του Ιησού, την οποία  αμφισβητούσαν οι δοκητές αντίπαλοί του.

Ο Ιγνάτιος διέβλεψε ότι η αμφισβήτηση της σωματικής ανάστασης του Ιησού δεν είναι απλώς ένα θεολογούμενο, αλλά ότι αυτή θα έχει σοβαρές σωτηριολογικές και εκκλησιολογικές συνέπειες.

Έτσι ο Ιγνάτιος, για να πείσει του πιστούς για την ιστορικότητα του αναστημένου Ιησού, προβάλλει πρώτα απ΄ όλα την δική του βεβαιότητα για το ότι ο Ιησούς αναστήθηκε πραγματικά. Την βεβαιότητα αυτή δεν την στηρίζει σε κάποια εμπειρία που ο ίδιος είχε, όπως οι μαθητές και οι άλλοι ακόλουθοι του Ιησού. Αντίθετα, ο Αποστολικός Πατέρας στηρίζεται στην πρωτοχριστιανική παράδοση, που περιγράφει την εμπειρία των πρώτων χριστιανών για τον αναστημένο Ιησού. Ο Ιγνάτιος, επιλέγει από την πλούσια αυτή παράδοση για τον αναστημένο Ιησού δύο ομάδες σχετικών περιστατικών. Επιλέγει περιστατικά που αφηγούνται ότι οι μαθητές άγγιξαν και ψηλάφησαν τον αναστημένο Ιησού και περιστατικά που διηγούνται ότι ο αναστημένος Ιησούς συνέφαγε με τους μαθητές του. Έτσι, διασφαλίζει την πίστη ότι ο Ιησούς Χριστός αναστήθηκε εν σώματι.

DSC_7047_167DSC_7047

Ταυτόχρονα όμως, ο Ιγνάτιος ως δεινός θεολόγος και σοφός ποιμενάρχης, φροντίζει να συνδέσει την θεολογία για τον αναστημένο Ιησού με την καθημερινή ζωή των μελών της Εκκλησίας.  Τονίζει στους πιστούς ότι η πίστη στον αναστημένο Ιησού, τους ενδυναμώνει και τους βοηθά ν’ αψηφήσουν τους διωγμούς εναντίον τους. Επίσης προβάλλει την ένωση και την κοινωνία των δύο Πρόσωπων της Αγίας Τριάδος, του Θεού Πατέρα και του Κυρίου Ιησού Χρίστου, ως πρότυπα για τους χριστιανούς, τα οποία τους εμπνέουν στην ζωή τους.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Χαράλαμπος Ατματζίδης, Οι εμφανίσεις του αναστημένου Ιησού στα Ευαγγέλια και στις Επιστολές του Ιγνατίου του Θεοφόρου