Στυλιανός Τσομπανίδης, Οικουμενικά Πορτρέτα: Εκκλησιολογικές και κοινωνικοηθικές προσεγγίσεις, εκδόσεις Ostracon, Θεσσαλονίκη 2018

Περιεχόμενα

ΠΟΡΤΡΕΤΑ-ΕΞ1. Αμίλκας Αλιβιζάτος   15

Ανιχνεύοντας την οικουμενική δυναμική της Ορθοδοξίας: Εκκλησία και εκκλησίες στη σκέψη ενός πρωτεργάτη της Οικουμενικής Κίνησης

2. Μιχαήλ Κωνσταντινίδης (Αρχιεπίσκοπος Αμερικής)   57

Ανάδυση της ανοιχτοσύνης και του οικουμενικού πνεύματος της Ορθόδοξης Εκκλησίας

3. Νίκος Νησιώτης   85

Πρωτοπόρος και συνδιαμορφωτής μιας δυναμικής εκκλησιολογίας

4. Ειρηναίος Γαλανάκης (Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου)   107

Οικουμενικός διάλογος και ειρήνη: προσδιοριστικά της πορείας ενός ταπεινού ιεράρχη

5. Νίκος Ματσούκας   129

Η Εκκλησία ως διαρκής έξοδος  στην ιστορία και την οικουμένη

6. Γρηγόριος Λαρεντζάκης   145

Ένας εργάτης της συμφιλίωσης και του κοινωνείν

7. Πέτρος Βασιλειάδης    161

Ενότητα και Μαρτυρία, Ορθοδοξία και Ορθοπραξία: διαστάσεις της μιας οικουμενικής κλήσης

8. Βαρθολομαίος Α΄ (Οικουμενικός Πατριάρχης)   181

Ο οικουμενικός λόγος ως ανοικτός διάλογος και ως έκφραση αγάπης, αγωνίας και προσευχής για το μέλλον του κόσμου

Επιλεγόμενα      217

Ταυτότητα των κειμένων    225

Βιβλιογραφία    231

Κατηγορίες: ΒΙΒΛΙΑ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Στυλιανός Τσομπανίδης, Οικουμενικά Πορτρέτα: Εκκλησιολογικές και κοινωνικοηθικές προσεγγίσεις, εκδόσεις Ostracon, Θεσσαλονίκη 2018

Σύναξη (τεύχος 147) Τεχνολογία και Ανθρωπολογία: Μια κρίσιμη σχέση

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

t147ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ …3

ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΡΓΥΡΙΑΔΗΣ, Τί τρέχει μὲ τὴν τεχνολογία; …5

ΑΛΕΞΗΣ ΤΟΡΑΝΣ, Οὐδὲν καινὸν ὑπὸ τὸν ἥλιον; …16

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΚΛΗΡΗΣ, Ἄνθρωπος, ζῶο καὶ μηχανή …30

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ, Ἡ ταυτότητα τῶν ψυχῶν σὲ ἕναν virtual reality κόσμο …39

ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ ΚΑΡΑΜΟΥΖΗΣ, Τὰ νέα μέσα κοινωνικῆς δικτύωσης καὶ οἱ μετασχηματισμοὶ τῆς θρησκευτικῆς ταυτότητας …46

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΓΚΙΤΣΗ, Περὶ ἀργοπορίας (ποίημα) …60

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΟΡΝΑΡΑΚΗΣ, «Ἤμουν, ἁπλῶς, ἄνθρωπος» …62

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΟΥΛΗΣ, Τὸ New Age συναντᾶ τὴν Πολιτική …75

Ἀναγνώσεις

αἰδ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΝΤΑΡΤΖΗΣ, π. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΝΤΙΔΗΣ, ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΚΛΗΡΗΣ …89

Διάλογος μὲ τοὺς ἀναγνῶστες …100

Τὸ Βιβλίο …102

Οἱ συνεργάτες τοῦ 144ου τεύχους …109

Κατηγορίες: ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Σύναξη (τεύχος 147) Τεχνολογία και Ανθρωπολογία: Μια κρίσιμη σχέση

Ο χαιρετισμός του Προέδρου του Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ κ. Παναγιώτη Σκαλτσή στο Β΄ Πανελλήνιο Συνέδριο Θεολόγων Εκπαιδευτικών

Asisi_345Με ξεχωριστή χαρά το Τμήμα Θεολογίας φιλοξενεί το 2ο Πανελλήνιο Συνέδριο Θεολόγων Εκπαιδευτικών με τον τίτλο «Προκλήσεις και προοπτικές της Θρησκευτικής Εκπαίδευσης στο σύγχρονο σχολείο». Από τον τίτλο και μόνο, την πλούσια θεματική του, αλλά και τη συμμετοχή πολλών και εκλεκτών εισηγητών αντιλαμβάνεται κανείς το ενδιαφέρον που παρουσιάζει το με διεθνή συμμετοχή αυτό Συνέδριο. Αναντίρρητα το εν λόγω συνέδριο στοχεύει στην προβολή των εκπαιδευτικών θεμάτων που σχετίζονται με τη διδακτική των Θρησκευτικών στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό. Προβάλλει τα σύγχρονα ζητήματα Διδακτικής του μαθήματος συνδέοντάς τα με το περιβάλλον και την καθημερινή ζωή των μαθητών. Προωθεί σύγχρονες διδακτικές μεθοδολογίες και τάσεις στο μάθημα  έτσι ώστε να γίνεται ενδιαφέρον και ελκυστικό για τους μαθητές, να ανταποκρίνεται στις ανάγκες τους και να δίνει απαντήσεις στις εσωτερικές τους ανησυχίες και προβληματισμούς.

Το Τμήμα Θεολογίας έχει εκφράσει επίσημα την άποψή του για το θέμα αυτό με συγκεκριμένες θέσεις. Ενδεικτικά μόνο σας διαβάζω ένα τμήμα από το σχετικό υπόμνημα: «Το ΜτΘ συμβάλλει καθοριστικά στην εξοικείωση των μαθητών με το πνευματικό, πολιτισμικό και κοινωνικό περιβάλλον εντός του οποίου ζουν οι μαθητές και κατ’ επέκτασιν στην ομαλή ένταξή τους σε αυτό, αναδεικνύοντας τη θρησκευτική γνώση σε σημαντικό αγωγό πρόσληψης και εργαλείο κατανόησης της πραγματικότητας. Ανεξάρτητα από τη θρησκευτική ή μη ταυτότητα των μαθητών, αυτή η εξοικείωση και ένταξή τους προϋποθέτει κατ’ αρχήν τη γνωριμία τους με την Ορθόδοξη Παράδοση, η οποία είναι συνυφασμένη με την ιστορία αλλά και το παρόν αυτού του τόπου και εξακολουθεί να αποτελεί βασικό συστατικό της πολιτισμικής φυσιογνωμίας του. Ο μαθητής, σταδιακά και ανάλογα με τη δεκτικότητα κάθε εκπαιδευτικής βαθμίδας, καλείται να γνωρίσει τα γραπτά κείμενα, τα καλλιτεχνικά και ευρύτερα πολιτισμικά μνημεία (ποίηση, ζωγραφική, αρχιτεκτονική, μουσική), καθώς και τις ηθικές και κοινωνικές αξίες, που αποτυπώνουν αυτή την Παράδοση στο πέρασμα των αιώνων. Ταυτόχρονα, ο μαθητής προσεγγίζει και διερευνά τη λειτουργία της Ορθόδοξης Παράδοσης ως ισχυρού στοιχείου συνοχής του κοινωνικού σώματος και παράγοντα διαμόρφωσης συλλογικής ταυτότητας, ηθικών κριτηρίων, νοοτροπιών και συμπεριφορών. Επιπλέον, ο μαθητής γνωρίζει και επεξεργάζεται με κριτικό τρόπο διαχρονικά, πανανθρώπινα αλλά και ιδιαιτέρως επιτακτικά σήμερα αιτήματα, που εμπεριέχονται στη βιβλική διδασκαλία καθώς και τις μεταγενέστερες εμπειρικές προσλήψεις και εμπεδώσεις, όπως είναι η αγάπη, η ελευθερία, η αξιοπρέπεια, η ισότητα, η αποδοχή και ο σεβασμός του άλλου, η αλληλεγγύη, η αυτοθυσία, η ολιγάρκεια, η ευθύνη για το περιβάλλον και όλη την οικουμένη».

Από το συνέδριο αυτό αναμένουμε να αναδειχθούν και προβληθούν ανάλογοι προβληματισμοί για μια θρησκευτική εκπαίδευση χωρίς ακρότητες, ψευδοδιλήμματα και απολυτότητες, αλλά μια θρησκευτική εκπαίδευση που να καλλιεργεί προσωπικότητες, να εμπνέει στάσεις ζωής εν αγάπη και ελευθερία και να προσανατολίζει τους νέους ανθρώπους στη γνώση και το σεβασμό της ιστορίας και του πολιτισμού μας, αλλά και στην καλλιέργεια, όπως εύστοχα έχει γραφτεί, «κριτικού, ανοιχτού και οικουμενικού πνεύματος» (Χρ. Βασιλόπουλος).

Με τις σκέψεις αυτές χαιρετίζω το παρόν συνέδριο, συγχαίρω όσους κοπίασαν για τη διοργάνωσή του και εύχομαι η με γόνιμο διάλογο συζήτηση και τα θετικά συμπεράσματά του να βρουν την ανάλογη ανταπόκριση στην κοινωνία, στο χώρο της εκπαίδευσης, την πολιτεία και την Εκκλησία.

Καλή επιτυχία.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ο χαιρετισμός του Προέδρου του Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ κ. Παναγιώτη Σκαλτσή στο Β΄ Πανελλήνιο Συνέδριο Θεολόγων Εκπαιδευτικών

Νέος κύκλος εξ αποστάσεως επιμορφωτικών προγραμμάτων για τη γλώσσα των λειτουργικών κειμένων

Afisa_2018

Κατά το χειμερινό εξάμηνο του τρέχοντος ακαδημαϊκού έτους 2018-2019 επαναπροκηρύσσονται και θα υλοποιηθούν, μέσω του Κέντρου Επιμόρφωσης και Δια Βίου Μάθησης (ΚΕΔΙΒΙΜ) του Α.Π.Θ., δύο εξ αποστάσεως Επιμορφωτικά Προγράμματα για τη γλώσσα των κειμένων της λατρείας. Επιστημονικά υπεύθυνη των προγραμμάτων είναι η Άννα Κόλτσιου-Νικήτα, καθηγήτρια των Αρχαίων Ελληνικών, της Ιουδαϊκής και χριστιανικής Γραμματείας του Α.Π.Θ. και διδάσκουν καθηγητές των Τμημάτων Θεολογίας, Φιλολογίας και Μουσικών Σπουδών.

Το πρώτο πρόγραμμα, με τον τίτλο «Η γλώσσα των ελληνικών λειτουργικών κειμένων  της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,  θα υλοποιηθεί για όγδοη φορά. Επίκεντρο είναι η γλωσσική ανάλυση και επεξεργασία λειτουργικών κειμένων και η παράλληλη μελέτη θεωρητικών μεταφραστικών, λειτουργικών και ποιμαντικών ζητημάτων.

Το δεύτερο πρόγραμμα έχει τον τίτλο «Υμνογραφικά κείμενα της Μ. Εβδομάδος: Γλωσσική προσέγγιση» και θα υλοποιηθεί  για έκτη φορά. Σκοπός του Προγράμματος είναι η ανάπτυξη ενός θεωρητικού και πρακτικού οδηγού, που θα λειτουργήσει ως μέσον για την προσέγγιση και κατανόηση γενικά των υμνογραφικών κειμένων. Ειδικότερα, στοχεύει να βοηθήσει στην κατανόηση της γλωσσικής ταυτότητας και δομής των υμνογραφικών κειμένων της Μ. Εβδομάδος και, με τη βοήθεια της διεπιστημονικής προσέγγισης, να αναδείξει τη θεολογία και το μέλος των κειμένων, τα πρόσωπα και τα γεγονότα της Μ. Εβδομάδος. Στο τέλος οι επιμορφούμενοι λαμβάνουν και το e book με ανάλυση της υμνολογίας της Μ. Εβδομάδος.

Τα προγράμματα απευθύνονται σε πτυχιούχους, μεταπτυχιακούς φοιτητές, υποψήφιους διδάκτορες και μεταδιδακτορικούς ερευνητές, εκπαιδευτικούς, κληρικούς και ιεροψάλτες και όσους ενδιαφέρονται για τη μελέτη της ελληνικής γλώσσας και την ουσιαστική εννοιολογική κατανόηση των κειμένων της λατρείας.

Η προκήρυξη των Προγραμμάτων βρίσκεται στη σελίδα του Κέντρου Επιμόρφωσης και Δια Βίου Μάθησης του Α.Π.Θ., όπου υπάρχουν και περισσότερες πληροφορίες. Οι αιτήσεις συμμετοχής γίνονται μόνο ηλεκτρονικά από 7/9/2018 μέχρι 7/10/2018 στη διεύθυνση
http://diaviou.auth.gr/koltsiou_gelk_e-learning_h για τη γλώσσα των λειτουργικών κειμένων και στη διεύθυνση http://diaviou.auth.gr/koltsiou_ykme_e-learning_f για τα υμνογραφικά κείμενα της Μ. Εβδομάδος. Επίσης οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να επισκέπτονται την ιστοσελίδα των επιμορφωτικών Προγραμμάτων hymnologica.com

Κατηγορίες: ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Νέος κύκλος εξ αποστάσεως επιμορφωτικών προγραμμάτων για τη γλώσσα των λειτουργικών κειμένων

Διεξαγωγή 2ου Πανελλήνιου Συνεδρίου Θεολόγων εκπαιδευτικών με Διεθνή Συμμετοχή

ΑΦΙΣΑΤο Τμήμα Θεολογίας ΑΠΘ και το Εργαστήριο Παιδαγωγικής του Τμήματος Θεολογίας Α.Π.Θ. σε συνεργασία με την Περιφερειακή Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Κεντρικής Μακεδονίας, διοργανώνουν το 2ο Πανελλήνιο Συνέδριο Θεολόγων εκπαιδευτικών με Διεθνή Συμμετοχή στη Θεσσαλονίκη, στις 14-16 Σεπτεμβρίου 2018 με γενικό θέμα: «Προκλήσεις και προοπτικές της Θρησκευτικής Εκπαίδευσης στο σύγχρονο σχολείο». Το συνέδριο απευθύνεται σε Εκπαιδευτικούς Πρωτοβάθμιας, Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, σε επιστήμονες των ΑΕΙ, ΑTΕΙ, σε προπτυχιακούς και μεταπτυχιακούς φοιτητές και φοιτήτριες, σε ερευνητές και ερευνήτριες, σε εκπροσώπους κυβερνητικών και μη φορέων. Σκοπός του Συνεδρίου είναι η παρουσίαση από εκπαιδευτικούς όλων των βαθμίδων και άλλους/ες ερευνητές και ερευνήτριες, μελετών και νέων προσεγγίσεων για το μάθημα των Θρησκευτικών, η κατάδειξη της ευαισθητοποίησης των εκπαιδευτικών σε θέματα εφαρμογής διδακτικών πρακτικών και εναλλακτικών προσεγγίσεων, η ανταλλαγή  εμπειριών και γνώσεων από εκπαιδευτικούς της τάξης, ο γόνιμος προβληματισμός και ο δημιουργικός διάλογος στην εκπαιδευτική κοινότητα.

Δείτε εδώ το αναλυτικό πρόγραμμα του συνεδρίου.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Διεξαγωγή 2ου Πανελλήνιου Συνεδρίου Θεολόγων εκπαιδευτικών με Διεθνή Συμμετοχή

Σεβασμιώτατος Ιωάννης Σπιτέρης, Χριστιανοί στον σύγχρονο «εκκοσμικευμένο» κόσμο

Asisi_142

Η εισήγηση του Αρχιεπισκόπου Κερκύρας και αποστολικού Βικάριου Θεσσαλονίκης στο 15ο Διαχριστιανικό Συμπόσιο στην Ασίζη με θέμα «Η πνευματικότητα ως πρόκληση για τον σημερινό κόσμο»

Το φετινό συμπόσιο φέρει τον τίτλο: «Η πνευματικότητα ως πρόκληση για τον σημερινό κόσμο», αν και θα έπρεπε να προσθέσουμε: για τον σημερινό «εκκοσμικευμένο» κόσμο. Με αυτό τον τίτλο οι διοργανωτές θέλησαν να επιστρέψουν στο πνεύμα που αρχικά είχε εμπνεύσει αυτές τις συναντήσεις μας, οι οποίες πραγματεύονταν με αμεσότερο τρόπο θέματα πνευματικότητας.

Το 1997, πριν από είκοσι περίπου χρόνια, το Συμπόσιό μας είχε διεξαχθεί ακριβώς εδώ, στην Ασίζη και είχε ως θέμα: «Αγιότητα και παρουσία του Πνεύματος». Σας υπενθυμίζω κάποια από τα θέματα που πραγματευθήκαμε τότε: ο π. Elio Citterio: «Η γλώσσα της αγιοσύνης σε μια μοντέρνα κοινωνία», ο Μιλτιάδης Κωνσταντίνου: «Βιβλικές προοπτικές της εν Πνεύματι ζωής», η Δ. Κούκουρα: «Η ορολογία της αγιοσύνης και η εκκοσμικευμένη κοινωνία».

Η θεματική των δύο συμποσίων φαίνεται ίδια ή τουλάχιστον όμοια. Ωστόσο αν και το θέμα φαίνεται όμοιο, στην πραγματικότητα το σημερινό συμπόσιο αντιμετωπίζει την αγιότητα ή την πνευματικότητα με τρόπο διαφορετικό. Το Συμπόσιο του 1997 αποσκοπούσε σε μια μάλλον αποστασιοποιημένη ή ουδέτερη προσέγγιση των επιμέρους θεμάτων, σε αντίθεση με το σημερινό, όπου οι εισηγήσεις με έχοντας ένα ύφος και ένα χαρακτήρα θα λέγαμε πιο επιθετικό και πιο προκλητικό επιχειρούν μια διαφορετική πραγμάτευση, με στόχο να αναζητηθούν συγκεκριμένες λύσεις για το σήμερα.

Είκοσι χρόνια ήταν αρκετά για να αλλάξουν πολλά πράγματα στην κοινωνία μας και συνεπώς και στις δικές μας μεγάλες Εκκλησίες και στον τρόπο με τον οποίο βιώνουμε ή δεν βιώνουμε καθόλου τη χριστιανική μας κλήση. Είναι πολλοί οι κοινωνικοί, ιστορικοί αλλά και θρησκευτικοί παράγοντες που έχουν προκαλέσει σύγχυση και ανατροπές την κοινωνία μας κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Και οι παράγοντες αυτοί είναι γνωστοί σε όλους, αλλά αξίζει τον κόπο να υπενθυμίσουμε μερικούς από αυτούς, για να αναρωτηθούμε στη συνέχεια, ποια θα έπρεπε να ήταν σήμερα η αντίδρασή μας ως χριστιανών[1].

Τα κατά παράδοσιν χριστιανικά κράτη γίνονται ολοένα και περισσότερο κοσμικά, εγκαταλείποντας μακραίωνες χριστιανικές παραδόσεις.  Αυτό αποδεικνύει με ενάργεια, μεταξύ άλλων, η θέσπιση συγκεκριμένων νόμων, οι οποίοι αντιτίθενται στην παραδοσιακή ηθική των Εκκλησιών μας (γάμοι ομοφυλόφιλων, εκτρώσεις, θεωρία περί του φύλου…).

Asisi_428

Η οικονομική κρίση που βιώνουμε την τελευταία δεκαετία στις χώρες μας, έχει αποσταθεροποιήσει την κοινωνία μας και τον θεσμό της οικογένειας, πράγμα που αντανακλά στη ζωή της πίστεως και στη θρησκευτική μας πρακτική.

Το τρομοκρατικό χτύπημα στους δίδυμους πύργους της Νέας Υόρκης την 11η Σεπτεμβρίου 2001 δεν προκάλεσε αλλαγές στο επίπεδο της κοινωνίας και της πολιτικής αλλά και της θρησκείας. Η τρομοκρατία Ισλαμικού – τζιχαντιστικού τύπου έχει δημιουργήσει στην κοινωνία μας ένα διάχυτο κλίμα τρόμου και, συνεπώς, εχθρότητας εναντίον του Ισλάμ. Ο αριθμός των θυμάτων των τρομοκρατικών χτυπημάτων αυξάνεται, ιδιαίτερα μετά την εμφάνιση και τον πόλεμο που διεξήγαγε το Ισλαμικό Κράτος (ISIS). Μέσα σε αυτή την κατάσταση ζούμε ένα από τα πιο ανησυχητικά φαινόμενα αυτού του αιώνα, τον διωγμό των χριστιανών εξαιτίας της πίστεώς τους, με χιλιάδες μάρτυρες. Πρόκειται για ένα φαινόμενο ολοένα και διογκούμενο. Ο διωγμός εναντίον των χριστιανών αυξάνεται: «Οι μάρτυρες του σήμερα είναι περισσότεροι σε αριθμό σε σχέση με τους μάρτυρες των πρώτων αιώνων του χριστιανισμού. Όταν ανατρέχουμε στην ιστορία, διαπιστώνουμε μία μεγάλη σκληρότητα προς τους χριστιανούς. Η ίδια σκληρότητα υπάρχει και σήμερα, αλλά με περισσότερα θύματα μεταξύ των χριστιανών», όπως δήλωσε και ο Πάπας Φραγκίσκος. Το φαινόμενο βαίνει κλιμακούμενο από τον πολιτικοκοινωνική αποκλεισμό για θρησκευτικούς λόγους και φθάνοντας μέχρι τον διωγμό και τη δολοφονία αθώων ανθρώπων. Μόνο από το Νοέμβριο του 2016 μέχρι τον Οκτώβριο του 2017, έχουν δολοφονηθεί εξαιτίας της πίστεώς τους, 3.066 χριστιανοί, ενώ 15,540 κτήρια, μεταξύ των οποίων εκκλησίες, σπίτια και καταστήματα πιστών έχουν υποστεί επιθέσεις, ζημιές ή ακόμη χειρότερα, έχουν καταστραφεί ολοσχερώς. Ο ισλαμικός φονταμενταλισμός ή εξτρεμισμός, προκαλεί ανασφάλεια στο δυτικό κόσμο, αλλά ταυτόχρονα, μέσα σε αυτό το κλίμα, μεταξύ άλλων παραγόντων, αναδύεται και καλλιεργείται και ο φονταμενταλισμός μεταξύ των χριστιανών στο εσωτερικό των παραδοσιακών Εκκλησιών μας.

Κάθε προσπάθεια ανανέωσης μοιάζει όμηρος ορισμένων «φιλοπόλεμων» μειονοτήτων, που εξαπολύουν μια εκτεταμένη προπαγάνδα εκμεταλλευόμενοι κυρίως τις δυνατότητες του διαδικτύου. Όλοι γνωρίζουμε πόσο δυσάρεστά είναι αυτά τα φαινόμενα τόσο στην Ορθόδοξη όσο και στην Καθολική Εκκλησία, εφόσον προκαλούν στους πιστούς μια σκανδαλώδη όψη διαμάχης και διάσπασης μεταξύ των εκκλησιαστικών κοινοτήτων μας.

Παρ’ όλα αυτά, το πιο ανησυχητικό φαινόμενο, αναφορικά με τις Εκκλησίες μας, είναι ο αποχριστιανισμός της Ευρώπης.  Ήδη, όχι πολύ παλαιά, διάβαζα σε μια ιταλική εφημερίδα την περιγραφή μιας πραγματικότητας που αφορούσε στην Ευρώπη. Δεν είμαι βέβαιος αν μπορούμε να δηλώσουμε το ίδιο πράγμα σχετικά με τον χριστιανισμό στην Ελλάδα, γιατί οι διάφορες αναλύσεις για την εκκοσμίκευση αφορούν κυρίως τον δυτικό κόσμο. Μολονότι οι δημοσιογράφοι συχνά υπερβάλλουν και δραματοποιούν τις καταστάσεις, προπάντων όταν πρόκειται για την Εκκλησία, η ανάλυση αυτού του δημοσιογράφου είναι ακριβής, ακόμη και αν χαρακτηρίζεται από κάποια δόση απαισιοδοξίας[2].

Ο δημοσιογράφος αυτός έγραφε: «Είναι σε εξέλιξη μια ασυνήθιστη  διαδικασία που εκδηλώνεται κάτω από τα μάτια μας και μέσα στη διάνοιά μας, της οποίας τη σπουδαιότητα δεν συλλαμβάνουμε παρότι είναι πολύ πιο σοβαρή και ριζική από την οικονομική κρίση: ο χριστιανισμός εγκαταλείπει την Ευρώπη. Τρεις παράγοντες  ωθούν προς αυτή την κατεύθυνση:

Ο πρώτος είναι ο ήδη από αιώνες αποχριστιανισμός της Ευρώπης, που σήμερα επιταχύνεται με γιγαντιαία βήματα. Πρόκειται για μια διαδικασία που δεν αφορά μόνο το θρησκευτικό συναίσθημα, τη συμμετοχή στις θρησκευτικές τελετές και τη θεία Λειτουργία, τη δραματική μείωση των μοναχικών και ιερατικών κλήσεων αλλά και την αίσθηση του «ανήκειν» στον χριστιανικό πολιτισμό καλύπτοντας ένα ευρύτατο φάσμα από τη διανόηση μέχρι το λαϊκό αίσθημα και από τους θεμελιώδεις προσανατολισμούς μέχρι την καθημερινή ζωή. Αυτό που φαινόταν ως φυσικό και κοινωνικά αποδεκτό, εδραιωμένο στις χιλιετίες, στα ήθη και στις καρδιές, καταρρέει με μια εκπληκτική ταχύτητα και κτυπάει κατά πρώτον το πρόσωπο σε σχέση με τη ζωή και το σεξ, τη γέννηση και το θάνατο. Αμέσως κατόπιν καταλύει τη οικογένεια από κάθε άποψη. Και έπειτα, την ηθική, τα ήθη, τη γλώσσα. Βαθύρριζες κοινές πεποιθήσεις που ήταν σε ισχύ προ εικοσαετίας σήμερα μοιάζουν ξένες και προκαλούν αντιδράσεις…

Στον πρώτο, κοινωνικό και πολιτιστικό, παράγοντα προστέθηκε ένας δεύτερος θεσμικός παράγοντας: Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν εκφράζει μια κοινή ιστορική και στρατηγική, πολιτιστική και πνευματική θεώρηση, αλλά αντιθέτως χαρακτηρίζεται από μια ισχυρή, σαφή και κυρίαρχη τάση χειραφέτησης από κάθε δεσμό με τον χριστιανικό πολιτισμό. Το προπατορικό αμάρτημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποκαλύφθηκε ήδη με την άρνηση της να αναγνωρίσει, όπως εις μάτην ζητούσαν ο Πάπας Ιωάννης Παύλος ο 2ος, ο Πάπας Βενέδικτος, και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, τις χριστιανικές ρίζες της Ευρώπης, μαζί με τον Ελληνορωμαϊκό πολιτισμό. Δυστυχώς, το κοινό νήμα που ύφανε την Ευρώπη, περιορίστηκε στο νόμισμα και στις οικονομικο-πιστωτικές γραμμές, καταργώντας οποιαδήποτε αναφορά στην ενότητα μεταοικονομικής φύσεως, με εξαίρεση έναν διαφωτισμό θεμελιωμένο πάνω στα ανθρώπινα δικαιώματα. Η Ευρώπη δεν υποκαθιστά τη χριστιανική θεώρηση της ζωής με μια άλλη θεώρηση, αλλά με την απώλεια κάθε θεώρησης και με το πρωτείο της απλής ύπαρξης. Απόλυτο δεν είναι αυτό που είμαι, αλλά αυτό που νιώθω ότι είμαι. Αυτό που νιώθω εγώ, τώρα. Και ονομάζει ελευθερία την απελπισμένη προσπάθεια να χαθεί μέσα στο τίποτα.

Ο τρίτος παράγοντας είναι η μαζική πίεση των μεταναστών, στην πλειονότητά τους ισλαμικής θρησκείας, που συνωστίζονται στις ακτές της Μεσογείου. Το 2015 εισέρευσαν μόνο στην Ευρώπη ένα εκατομμύριο πρόσφυγες… Εκτός από τα προφανή κοινωνικά και πολιτικά τραύματα και τις δυσχέρειες, στο πρόβλημα της υποδοχής και της δημόσιας τάξης, αυτή η εισβολή θα δημιουργήσει μια περαιτέρω αλλοίωση της χριστιανοσύνης στην Ευρώπη. Ασφαλώς, θα συμβεί και το αντίθετο, η μεταστροφή δηλαδή πολλών από αυτούς στον χριστιανισμό, αλλά αυτό θα είναι πιο δύσκολο για τους ανθρώπους που προέρχονται από χώρες με ισχυρή μουσουλμανική παράδοση. Από πλευράς θρησκευτικής, ευαγγελικής και ποιμαντικής, είναι δύσκολο να διατυπώσουμε μια κρίση, προπάντων αν πιστεύουμε στα σχέδια της Θείας Πρόνοιας»[3].

Asisi_546

Ένα γεγονός είναι ωστόσο βέβαιο, κατά τη γνώμη μας: Ο κόσμος φοβάται αυτή τη ροή των μεταναστών και αυτό τον φόβο τον εκμεταλλεύονται τα λαϊκιστικά και ξενοφοβικά κόμματα που το ένα μετά το άλλο αποκτούν προβάδισμα στην γηραιά μας Ήπειρο. Αυτό το τελευταίο φαινόμενο, θέλοντας και μη, αντιπροσωπεύει μια περαιτέρω υποχώρηση εμπρός στο ευαγγελικό ιδεώδες των χριστιανών. Τώρα πια είμαστε αναίσθητοι στη φωνή του Κυρίου: «Ήμουν ξένος και με περιμαζέψατε» (Μτ. 25, 35).

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, που μας θυμίζει αυτό της «Αποκάλυψης», ένας ιδιαίτερος παράγοντας ζωτικής σημασίας είναι η αποξένωση των νέων από την Εκκλησία. Όσον αφορά την Καθολική Εκκλησία, αυτή τη στιγμή προετοιμάζεται η Σύνοδος των Επισκόπων που θα πραγματοποιηθεί  στη Ρώμη τον Οκτώβριο του 2018, με θέμα: «Οι νέοι, η πίστη και η διάκριση της κλήσεως». Προ ολίγων εβδομάδων, δημοσιεύθηκε το προπαρασκευαστικό κείμενο, το οποίο, σχετικά με την ολοένα και δυσκολότερη σχέση των νέων με την πίστη και με την Εκκλησία, επισημαίνει: «η ομολογιακή δέσμευση και η θρησκευτική πρακτική αποτελούν όλο και περισσότερο χαρακτηριστικά μιας μειονότητας, οι δε νέοι δεν στέκονται “ενάντια” στον Θεό του Ευαγγελίου, αλλά μαθαίνουν να ζουν “χωρίς” Αυτόν και “χωρίς” την Εκκλησία…». Τα τελευταία χρόνια εκπονήθηκαν μελέτες γύρω από τη θρησκευτικότητα των νέων σε ορισμένες χώρες, μεταξύ αυτών και της Ιταλίας, οι οποίες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι όσοι γεννήθηκαν μετά το 1981 συνθέτουν το πιο «απομακρυσμένο» από την εκκλησιαστική οικουμένη τμήμα του πληθυσμού: ορισμένοι μιλούν για την «πιο αποξενωμένη» από την χριστιανική οικουμένη πληθυσμιακή ομάδα, άλλοι φτάνουν στο σημείο να την χαρακτηρίσουν απλώς «μετα-χριστιανική γενιά», ενώ κάποιοι άλλοι αναρωτιούνται αν πρόκειται για μια γενιά δίχως Θεό[4].

Ενώπιον μιας τόσο ζοφερής κατάστασης, ποια πρέπει να είναι η απάντηση του πιστού; Το Συμπόσιό μας θα προσπαθήσει να δώσει μερικές απαντήσεις βασισμένες σε παραδείγματα χριστιανών που έζησαν σε εποχές ανάλογης κρισιμότητας με τη δική μας.  Ας μου επιτραπεί ωστόσο, έστω και αν πρόκειται για πράγματα γνωστά σε όλους, να θίξω ορισμένες όψεις του ζητήματος που μπορούν να μας βοηθήσουν για μια περαιτέρω συζήτηση και εμβάθυνση.

Πρώτα απ’ όλα, ως χριστιανοί, δεν πρέπει να χάνουμε την ελπίδα μας. Ο χριστιανισμός έχει περάσει περιόδους ακόμη πιο δραματικές και άντεξε μέχρι σήμερα. Από την άλλη πλευρά όμως, δεν πρέπει  να ξεχνάμε ότι οι αρχαίες Εκκλησίες μας έχουν μεν ξεπεράσει απίστευτες καταιγίδες, αλλά και έχουν σχεδόν εξαφανιστεί από περιοχές καθοριστικές, στο παρελθόν, για την ιστορία του χριστιανισμού. Ας σκεφτούμε τη Μικρά Ασία, τη Μέση Ανατολή, την Βόρεια Αφρική. Παρ’ όλα αυτά, η Εκκλησία, αυτή καθ’ εαυτή, δεν ανήκει στους ανθρώπους αλλά στον Χριστό: «Οι δυνάμεις του Άδη δεν θα την κατανικήσουν» (Μτ. 16,18). Όλες οι προβλέψεις των ψευδοπροφητών ανά τους αιώνες, σχετικά με τη σταδιακή εξαφάνιση του χριστιανισμού, διαψεύστηκαν. Ο κίνδυνος είναι μάλλον άλλος, αυτός της αδιαφορίας, του ακραίου εγωισμού και ατομικισμού, η απώλεια της κοινωνικής υπόστασης του ανθρώπου. Ο Βενέδικτος ο 16ος, σε μια ομιλία του, δήλωνε: «Ο “θάνατος του Θεού” που διακήρυξαν κατά τις περασμένες δεκαετίες πολλοί διανοούμενοι, δίνει τη θέση του σε μια στείρα λατρεία του ατόμου. Σε αυτό το πολιτιστικό περιβάλλον, υπάρχει ο κίνδυνος να βουλιάξουμε σε μια πνευματική ατροφία και σε ένα καρδιακό κενό, που ενίοτε οδηγούν σε υποκατάστατα θρησκευτικής δέσμευσης και θολής πνευματικότητας. Έτσι αναδύεται επιτακτικό το καθήκον μας να αντιδράσουμε απέναντι σε αυτή την εκτροπή μέσω της επαναφοράς των υψηλών αξιών της ύπαρξης, που νοηματοδοτούν τη ζωή και μπορούν να ικανοποιήσουν την ανησυχία της ανθρώπινης καρδιάς που αναζητά την ευτυχία. Τέτοιες αξίες είναι η αξιοπρέπεια και η ελευθερία του ανθρωπίνου προσώπου, η ισότητα όλων των ανθρώπων, το νόημα της ζωής και του θανάτου και αυτό που μας περιμένει μετά το πέρας της  επίγειας ύπαρξης» (Ομιλία, 8 Μαρτίου 2008). Και ο Πάπας Φραγκίσκος στην ομιλία του προς την αντιπροσωπεία του Οικουμενικού Πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως, επ’ ευκαιρία της επίσκεψής του για την εορτή των Αγίων προστατών Πέτρου και Παύλου στη Ρώμη το 2018, δήλωνε: «Σε πολλές κοινωνίες που παραδοσιακά αυτοαποκαλούνταν χριστιανικές, δίπλα σε φωτεινά παραδείγματα πιστότητας στον Κύριο Ιησού Χριστό, παρατηρείται ένας σταδιακός παραγκωνισμός της χριστιανικής πίστεως, η οποία δεν επιδρά πλέον στις επιλογές των ατόμων και στις δημόσιες αποφάσεις. Η περιφρόνηση της αξιοπρέπειας του ανθρωπίνου προσώπου, η ειδωλολατρία του χρήματος, η εξάπλωση της βίας, η απολυτοποίηση της επιστήμης και της τεχνολογίας, η αλόγιστη εκμετάλλευση των φυσικών πόρων είναι μόνο ορισμένα από τα σοβαρά σημάδια μιας τραγικής πραγματικότητας, ενώπιον της οποίας δεν μπορούμε να παραιτηθούμε. Συμμερίζομαι απόλυτα – συνέχισε ο Πάπας Φραγκίσκος – όσα η Αυτού Παναγιότητα ο Οικουμενικός Πατριάρχης βεβαίωσε στην ομιλία του κατά την πρόσφατη επίσκεψη του στη Ρώμη για να λάβει μέρος στο διεθνές Συνέδριο για τις «Νέες πολιτικές και τρόπους ζωής στην ψηφιακή εποχή»: «Απορρίπτουμε την κυνική φράση “δεν υπάρχει εναλλακτική” (…). Οι Εκκλησίες μας μπορούν να δημιουργήσουν νέες δυνατότητες μεταμόρφωσης για τον κόσμο μας. Πράγματι, η ίδια η Εκκλησία είναι ένα γεγονός μεταμόρφωσης, μοιράσματος, αγάπης και ανοιχτότητας. (…) Στις Εκκλησίες μας βιώνουμε την ευλογημένη βεβαιότητα ότι το μέλλον δεν ανήκει στο “έχειν” αλλά στο “είναι”, όχι στην “πλεονεξία” αλλά στο “μοίρασμα”, όχι στον ατομικισμό και στον εγωισμό, αλλά στην κοινωνία και στην αλληλεγγύη: Δεν ανήκει στη διαίρεση αλλά στην αγάπη» (Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2018).

Ένα είναι βέβαιο: πως δεν ωφελεί να κλεινόμαστε με μια αμυντική στάση υπερασπιζόμενοι τις παραδοσιακές χριστιανικές μας αξίες. Είναι αδιανόητο η Εκκλησία να καταλήξει μια σέκτα που θα αυτοχαρακτηρίζεται τέλεια, αλλά θα παραμένει δραματικά  μειοψηφική και ξένη προς τον κόσμο που τον περιβάλλει. Το να αισθανόμαστε ότι είμαστε οι μόνοι τέλειοι, οι μόνοι αγνοί, οι μόνοι κάτοχοι της αλήθειας, ταιριάζει στους γνωστικούς, στους μυημένους, ενώ οι χριστιανοί είναι ένας λαός αμαρτωλών που έχει σωθεί από την ευσπλαχνία του Θεού. «Το κήρυγμα για το σταυρικό θάνατο του Χριστού – βεβαιώνει ο Άγιος Παύλος –είναι μωρία γι’ αυτούς που πάνε προς το χαμό τους. Για μας όμως που είμαστε στο δρόμο της σωτηρίας είναι η δύναμη του Θεού…» (1 Κορ. 1, 18- 19). Σχολιάζοντας αυτή την περικοπή της προς Κορινθίους επιστολής, ο Πάπας Φραγκίσκος δήλωνε: «Ο Παύλος μας λέει ότι η δύναμη του Λόγου του Θεού είναι αυτή που αλλάζει την καρδιά, που αλλάζει τον κόσμο, που μας δίνει ελπίδα, που μας δίνει ζωή, και όχι η ανθρώπινη σοφία».

Δεν μπορούμε να αποκλείσουμε κανέναν από το δικαίωμα της ύπαρξης. Δικαίωμα να υπάρχουν έχουν και οι άθεοι, αυτοί που σκέπτονται με διαφορετικό τρόπο από εμάς. Έχουν δικαίωμα να υπάρχουν ακόμη και οι διώκτες μας. Η πεποίθηση αυτή θα μας προφυλάξει από το να γίνουμε και εμείς, μέσα στην Εκκλησία μας, φανατικοί και φονταμενταλιστές απέναντι σε εκείνους που έχουν διαφορετική πίστη και σκέψη από τη δική μας.

Asisi_173

Συχνά τίθεται το ερώτημα: Η Εκκλησία πρέπει να προσαρμοστεί στον κόσμο για να τον σώσει, ή οφείλει να επανευαγγελίσει τον αποχριστιανοποιημένο κόσμο, όπως έκαναν οι Απόστολοι με τον εθνικό κόσμο της εποχής τους; Οφείλει, όπως έκαναν εκείνοι, να προτείνει ξανά το σωτήριο χριστιανικό μήνυμα, όσο άβολο και αντιλαϊκό κι αν είναι για τον κόσμο του σήμερα[5]

Τώρα πια είναι κοινός τόπος η άποψη ότι «ο κόσμος σήμερα έχει πολύ μεγαλύτερη ανάγκη από μαρτυρίες παρά από τα πολλά λόγια για τις ποιμαντικές μεθόδους». «Το μέλλον του χριστιανισμού – επαναλάμβανε ο Πάπας Βενέδικτος – είναι η μαρτυρία της πίστεως». Και ο Πάπας Φραγκίσκος: «Ιδιαίτερα σ’ αυτούς τους καιρούς έχουμε ανάγκη από αξιόπιστους μάρτυρες, ικανούς με τη ζωή και τον λόγο τους να καθιστούν ορατό το Ευαγγέλιο, και να αφυπνίζουν την έλξη για τον Ιησού Χριστό, για την ωραιότητα του Θεού».

Βρισκόμαστε στην Ασίζη, την πόλη του Αγίου Φραγκίσκου. Στην ιστορία της Εκκλησίας ο Φτωχούλης του Θεού, αντιπροσωπεύει, ίσως, το πιο λαμπρό παράδειγμα μιας αληθινής μεταρρύθμισης της Εκκλησίας, σε καιρούς ακόμη πιο χαλεπούς από τους δικούς μας· μιας μεταρρύθμισης την οποίαν ανέλαβε ένας άνθρωπος που θεωρούσε τον εαυτό του «αμαθή και αγράμματο». Ο άνθρωπος αυτός κατάφερε με το παράδειγμά του και τη μαρτυρία του παρά με τα λόγια του να στηρίξει την Εκκλησία που κινδύνευε με κατάρρευση, σύμφωνα με το ενύπνιο του Πάπα Ιννοκέντιου του 3ου (Μπορούμε να θαυμάσουμε την εικαστική απόδοση αυτού του συμβολικού ενυπνίου, στις τοιχογραφίες του Giotto στην Ανώτερη Βασιλική).[6] Εξάλλου, αυτή ήταν η πρόσκληση που του απηύθυνε ο Εσταυρωμένος του Αγίου Δαμιανού: «Φραγκίσκο, – του είπε αποκαλώντας τον με το όνομά του – πήγαινε να αποκαταστήσεις τον οίκο μου, ο οποίος, όπως βλέπεις, είναι εντελώς κατεστραμμένος»[7].

Όσον αφορά τη μαρτυρία, είναι οπωσδήποτε χρήσιμο να προτείνουμε ξανά κάποια αποσπάσματα ενός  σημαντικού κειμένου που δημοσιεύθηκε το Ποντιφικική Επιτροπή για τον Διαθρησκειακό Διάλογο (PCDI) της Αγίας Έδρας και το οποίο συντάχθηκε σε πολλές συνελεύσεις με τη συνεργασία του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών (πήραν μέρος καθολικοί, ορθόδοξοι και διαμαρτυρόμενοι), υπό τον τίτλο «Χριστιανική μαρτυρία μέσα σε ένα πολυθρησκευτικό κόσμο: συστάσεις για την συμπεριφορά».[8]

Η εισαγωγή του κειμένου έχει τον τίτλο: Μια βάση για τη χριστιανική μαρτυρία, και είναι δομημένη πάνω στα ακόλουθα σημεία:

  1. Για τους χριστιανούς είναι προνόμιο και χαρά να αιτιολογούν την ελπίδα που έχουν μέσα τους και να το κάνουν με γλυκύτητα και σεβασμό (βλ. Α΄ Πετ. 3, 15).
  2. Ο Ιησούς Χριστός είναι ο υπέρτατος Μάρτυρας (βλ. Ιω. 18, 37). Η χριστιανική μαρτυρία είναι πάντοτε μια συμμετοχή στη μαρτυρία Του, και λαμβάνει τη μορφή διακήρυξης της Βασιλείας, διακονίας του πλησίον και ολοκληρωτικής αυτοπροσφοράς, ακόμη και αν αυτή η αυτοπροσφορά οδηγεί στον σταυρό.
  3. Το παράδειγμα και η διδασκαλία του Ιησού Χριστού και της αρχέγονης Εκκλησίας πρέπει να είναι οι οδηγοί για τη χριστιανική αποστολή. Επί δυο χιλιάδες χρόνια οι χριστιανοί προσπάθησαν να ακολουθήσουν το δρόμο του Χριστού, λαμβάνοντας μέρος στη καλή είδηση της Βασιλείας του Θεού (βλ. Λκ. 4,16-20).
  4. Η χριστιανική μαρτυρία μέσα σε έναν πλουραλιστικό κόσμο συμπεριλαμβάνει την υποχρέωση να συνδιαλέγεται με πρόσωπα διαφορετικής θρησκείας και πολιτισμού (βλ. Πραξ. 17, 22-28).
  5. Σε ορισμένα περιβάλλοντα, το να ζεις και να αναγγέλλεις το Ευαγγέλιο είναι δύσκολο, παρουσιάζει εμπόδια ή είναι εντελώς απαγορευμένο, ωστόσο οι χριστιανοί έχουν λάβει από τον Χριστό την εντολή να συνεχίσουν με πιστότητα και αμοιβαία αλληλεγγύη να προσφέρουν τη μαρτυρία τους γι’ Αυτόν (βλ. Μτ. 28, 19-20· Μκ. 16, 14-18· Λκ. 24, 44-48· Ιω. 20, 21· Πραξ. 1, 8).
  6. Οι χριστιανοί βεβαιώνουν ότι, ενώ είναι δική τους ευθύνη να δίνουν μαρτυρία στον Χριστό, η μεταστροφή των ακροατών τους είναι τελικά έργο του Αγίου Πνεύματος (βλ. Ιω. 16, 7-9. Πραξ. 10, 44-47). Οι ίδιοι αναγνωρίζουν ότι το Άγιο Πνεύμα πνέει όπου θέλει με τρόπους που κανένας δεν μπορεί να ελέγξει (βλ. Ιω. 3, 8).

Asisi_515

Στη συνέχεια το ως άνω Ντοκουμέντο προτείνει κάποιες αρχές που πρέπει να εμπνέουν τη χριστιανική μαρτυρία. Υπενθυμίζουμε ορισμένες επειδή ανταποκρίνονται στην πρόθεσή μας να στραφούμε στη συζήτηση για πνευματικότητα.

  1. Η κάθε ενέργειά μας να διαπνέεται από την αγάπη του Θεού. Οι χριστιανοί πιστεύουν ότι ο Θεός είναι η πηγή κάθε αγάπης και, συνεπώς, στη μαρτυρία τους καλούνται να ζουν μια ζωή αγάπης και να αγαπούν τον πλησίον όπως τον εαυτό τους (Μτ. 22,34-40. Ιω. 14,15).
  2. Να μιμούμαστε τον Ιησού Χριστό. Σε όλες τις πλευρές της ζωής, και προπάντων στη μαρτυρία τους, οι χριστιανοί καλούνται να ακολουθούν το παράδειγμα και τα διδάγματα του Ιησού Χριστού, συμμεριζόμενοι την αγάπη του, δοξάζοντας και τιμώντας τον Θεό Πατέρα, με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος (βλ. Ιω. 20, 21-23).
  3. Χριστιανικές αρετές: Οι χριστιανοί καλούνται να συμπεριφέρονται με ακεραιότητα, συμπόνια και ταπεινοσύνη, και να ξεπερνούν κάθε αλαζονεία, συγκατάβαση και συκοφαντία (βλ. Γαλ. 5,22).
  4. Πράξεις υπηρεσίας και δικαιοσύνης. Οι χριστιανοί καλούνται να ενεργούν με δικαιοσύνη και να αγαπούν με τρυφερότητα (βλ. Μτ. 6,8). Καλούνται επίσης να υπηρετούν τους άλλους και, έτσι πράττοντας, να αναγνωρίζουν τον Χριστό στο πρόσωπο του πιο μικρού από τους αδελφούς τους και τις αδελφές. (Μτ. 25,45).
  5. Απόρριψη της βίας. Οι χριστιανοί καλούνται στη μαρτυρία τους να απορρίπτουν κάθε μορφή βίας, ακόμη και ψυχολογικής ή κοινωνικής, συμπεριλαμβανομένης της εκμετάλλευσης της εξουσίας.

Κλείνοντας αυτή την εισαγωγική διάλεξη, θα ήθελα να παραθέσω έναν στοχασμό του Karl Rahner εμπνευσμένο από την χριστιανική ελπίδα που δεν πρέπει να μας εγκαταλείπει ποτέ παρά τις σημερινές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι Εκκλησίες μας: «Ο εκκοσμικευμένος και πλουραλιστικός κόσμος είναι ο κόσμος της Βίβλου…: Παρ’ όλες τις διαιρέσεις που, καμιά φορά, φαίνονται να διαταράσσουν τόσο τραγικά την ύπαρξή μας, πρόκειται για εκείνον τον ίδιο κόσμο που ο Θεός κατέστησε αντικείμενο της αγάπης Του μέχρι του σημείου να τον αποδεχτεί και να δώσει γι’ αυτόν τη ζωή Του».[9]

Asisi_148

[1] Για το θέμα μας βλ. S. Dianich, La Chiesa e la laicità dello Stato. La questione teologica, San Paolo, Cinisello Balsamo, 2011· G. Fεrεττι, Essere cristiani oggi. Il «nostro» cristianesimo nel moderno mondo secolare, Elledici, Leumann, 2011· R. Repole, Come stelle in terra. La chiesa nell’epoca della secolarizzazione, Cittadella, Assisi 2012· M. Margotti, Religioni e secolarizzazioni. Ebraismo, Cristianesimo, e Islama nel mondo globale,Rosemberg e Sellier, Torino 2012.

[2] Πράγματι, δεν είναι τα πάντα τόσο αποθαρρυντικά μέσα στην Εκκλησία, π.χ. σε ό, τι αφορά στη νεολαία. Στο Εργαλείο εργασίας (Instrumentumlaboris) για τη Σύνοδο των Επισκόπων, τον Οκτώβριο του 2018, διαβάζουμε: «Ένας αριθμός νέων, μεταβλητός ανάλογα με τα διάφορα περιβάλλοντα,  αισθάνεται ζωντανό μέρος της Εκκλησίας και το φανερώνει με πεποίθηση, μέσα από μια ενεργό στράτευση στο εσωτερικό της. Υπάρχουν νέοι που βιώνουν την Εκκλησία ως κοντινή τους, όπως στην περίπτωση της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής, καθώς επίσης μέσα στα διάφορα παγκόσμια κινήματα. Ακόμη και κάποιοι νέοι που δεν ζουν σύμφωνα με το  Ευαγγέλιο, αισθάνονται έναν δεσμό με την Εκκλησία»: Instrumentum Laboris, 31.

[3] «Giornale», 5 Μαΐου 2014.

[4] Βλ. A. Matteo, «Senza Dio e senza Chiesa», στο Settimana, 23 Φεβρουαρίου 2017.

[5] Επί του θέματος αυτού ας διαβαστεί η Αποστολική Παραίνεση «Η χαρά του Ευαγγελίου» του Πάπα Φραγκίσκου και η Αποστολική παραίνεση του ιδίου:  «Να χαίρεστε και να αγάλλεστε» για την κλήση στην αγιότητα μέσα στον σύγχρονο κόσμο (19 Μαρτίου, 2018). Επίσης είναι χρήσιμο να θυμηθούμε το 14ο Διαχριστιανικό Συμπόσιο των Σχολών μας που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη από τις 28 έως 30 Αυγούστου του 2016 με το θέμα: «Ευαγγελισμός και Επανευαγγελισμός στην Ευρώπη του 21ου αιώνα.

[6] Βλ. San Bonaventura da BagnoregioLegenda Maior, III,10.

[7] Βλ. Vita Seconda di San Francesco του αδελφού Tommaso da Celano (2C 10: FF 593-594).

[8] Το συγκεκριμένο κείμενο είχε μια μακρά πορεία. Καθολικοί, Ορθόδοξοι και Ευαγγελιστές, συγκεντρώθηκαν πρώτα στο Lariano της Ιταλίας, από τις 12 έως 18 Μαΐου του 2006. Η δεύτερη διαχριστιανική σύσκεψη διεξήχθη στην Τουλούζη της Γαλλίας, από τις 8 έως 12 Αυγούστου του 2007. Η τρίτη έλαβε χώρα στην Μπανγκόκ της Ταϊλάνδης, από τις 25 έως 28 Ιανουαρίου 2011, κατά την οποία το κείμενο πήρε την οριστική του μορφή.

[9] K. Rahner, Considerazioni teologiche sulla secolarizzazione, Paoline, Roma 1969, 78.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Σεβασμιώτατος Ιωάννης Σπιτέρης, Χριστιανοί στον σύγχρονο «εκκοσμικευμένο» κόσμο

Χαιρετισμός του Προέδρου του Φραγκισκανικού Ινστιτούτου Πνευματικότητας του Ποντιφικικού Πανεπιστημίου Antonianum Luca Bianchi

Asisi_89

Σεβαστοί πατέρες, αγαπητοί φίλοι, αδελφοί και αδελφές, ο Κύριος να σας δίνει ειρήνη!

Είναι μεγάλη η χαρά μου να απευθύνω χαιρετισμό σε όλους εσάς, τους συνέδρους του ΙΕ” Διαχριστιανικού Συμποσίου, και να σας καλωσορίζω στην όμορφη μεσαιωνική πόλη της Ασίζης, την πόλη του αγίου Φραγκίσκου και της αγίας Κλάρας, μια πόλη που αποτελεί σύμβολο ειρήνης για όλο τον κόσμο, ένα είδος πρωτεύουσας του διαλόγου μεταξύ λαών και πολιτισμών και θρησκειών.

Αυτές τις μέρες θα λάβει χώρα το δέκατο πέμπτο της σειράς των Συμποσίων μας, που ξεκίνησαν στο Κολυμπάρι της Κρήτης το 1992. Ήδη έχουμε ξεπεράσει το όριο των 25 ετών, ενός τέταρτου του αιώνα. Πρόκειται για ένα όριο με σημαντικό συμβολικό νόημα, που αξίζει να τονιστεί και να γιορταστεί ανάλογα. Αυτό θέλουμε να κάνουμε σήμερα, κυρίως φέρνοντας στον νου μας με ευγνωμοσύνη τους πρωτοπόρους θεμελιωτές αυτών των συναντήσεων, οι οποίοι με τολμηρό προφητικό πνεύμα ιδεάστηκαν και πραγματοποίησαν αυτό το οικουμενικό εγχείρημα. Ανάμεσά τους θα πρέπει να αναφέρουμε τον Σεβ. Ιωάννη Σπιτέρη, που χθες είχε τα γενέθλιά του και φέτος συμπλήρωσε 50 χρόνια χειροτονίας και 15 επισκοπικής διακονίας. Τον προηγούμενο Μάιο, η Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης αφιέρωσε στον Σεβασμιώτατο μια πολύ ωραία πανηγυρική ημερίδα. Από την πλευρά μας, θα θέλαμε σήμερα, ως ελάχιστη απόδοση της οφειλόμενης τιμής, να εκφράσουμε την εκτίμηση, την ευγνωμοσύνη και την αγάπη μας προς το πρόσωπό του.

Asisi_322

Ο τίτλος του φετινού Συμποσίου είναι «Η πνευματικότητα ως πρόκληση για τον σύγχρονο κόσμο». Κινούμενοι στην ίδια γραμμή και προεκτείνοντας το θέμα του προηγούμενου Συμποσίου που αφορούσε τον Ευαγγελισμό και επανευαγγελισμό στην Ευρώπη του 21ου αιώνα, υπογραμμίζοντας την επιτακτική ανάγκη για ένα ανανεωμένο ιεραποστολικό έργο στην Ευρώπη του σήμερα, το παρόν Συμπόσιο πραγματεύεται το ζήτημα αν και κατά πόσον το Ευαγγέλιο παραμένει μια υγιής και ζωτική πρόκληση για τον σημερινό άνθρωπο που μοιάζει πνευματικά πεινασμένος και σαστισμένος.

Το Ευαγγέλιο παρουσιάζεται προκλητικό ήδη από την αρχή, ήδη από την εποχή των αποστόλων, όπως μαρτυρεί με ανάγλυφο τρόπο ο απόστολος Παύλος: «ἡμεῖς δὲ κηρύσσομεν Χριστὸν ἐσταυρωμένον, Ἰουδαίοις μὲν σκάνδαλον, ἔθνεσιν δὲ μωρίαν» (A΄ Κορ 1, 23). Αργότερα, ανάλογες μαρτυρίες προκλήσεων προσφέρει η πλούσια ιστορία της χριστιανικής πνευματικότητας, στην οποία θα εστιάσουμε κυρίως την προσοχή μας αυτές τις μέρες. Στην ιστορία της χριστιανικής πνευματικότητας εντοπίζουμε πολλά παραδείγματα αγίων που έγιναν ζωντανές μαρτυρίες θεοκεντρικού βίου και οι οποίοι με την παράδοξη και προκλητική συμπεριφορά τους οδήγησαν πολλούς συγχρόνους τους στη μετάνοια: αρκεί να θυμηθούμε την παράδοση των «δια Χριστόν σαλών» ή τον ίδιο τον μοναχισμό, ο οποίος, υπηρετώντας την προφητική του αποστολή, από τις ιστορικές του απαρχές μέχρι και σήμερα ακολουθεί αξίες ριζικά αντίθετες από τις κοσμικές. «Ο μοναχός ενδιαφέρεται αποκλειστικά και μόνο για τον Θεό και στα μάτια των ανθρώπων που είναι αφοσιωμένοι στις επίγειες μέριμνες και κατακτήσεις, φαντάζει περιθωριακός, τρελός, εκτός νόμου: στην πραγματικότητα ο μοναχός θέλει να δραπετεύσει από τον νόμο υπερβαίνοντάς τον, μεταμορφούμενος σε μια πνευματική ύπαρξη, για την οποία κανείς δεν γνωρίζει “πόθεν έρχεται και που υπάγει”» (Ο. Clement, Riflessioni sul’uomo, Milano, 1975).

Ανάμεσα σε αυτούς τους προκλητικούς αγίους δεν μπορούμε, φυσικά, να μην μνημονεύσουμε τον σεραφικό μας πατέρα Φραγκίσκο, που, σύμφωνα με ορισμένες αγιολογικές πηγές χαρακτήριζε τον εαυτό του «novellus pazzus in mundo» (Compilatio assisiensis 18: FF 1497-1498). Αναλογιζόμενοι τον Φραγκίσκο και τα προκλητικά γεγονότα που πυροδότησαν και συνόδευσαν την ιδιαίτερη κλήση του επιλέξαμε ως απολύτως ταιριαστή την πόλη της Ασίζης για την πραγματοποίηση της φετινής συνάντησής μας. Στην ίδια προοπτική επιλέξαμε επίσης και την εικόνα του μελαγχολικού και θλιμμένου ιππότη που κοσμεί τους φακέλους σας. Ο ιππότης δεν είναι άλλος από τον Φραγκίσκο τη στιγμή που επιστρέφει στην Ασίζη βιώνοντας την ήττα και την απογοήτευση από τη συντριβή των ονείρων του για κοσμική δόξα. Στην πραγματικότητα αυτός ο ηττημένος και συνάμα λυτρωμένος από τις φαντασιώσεις του για εφήμερα μεγαλεία Φραγκίσκος, είναι έτοιμος να συναντήσει επιτέλους τον Μεγάλο Βασιλέα και Άρχοντα, του οποίου έμελλε να γίνει αγγελιοφόρος και υπηρέτης εγκαταλείποντας τους μικρούς αφέντες του παρόντος κόσμου τον Θεό που «γκρεμίζει τους δυνάστες από τους θρόνους τους και εξυψώνει τους ταπεινούς».

Αυτός ο λυπημένος ιππότης, που όμως είναι επιτέλους έτοιμος να συναντήσει τον Θεό, μοιάζει να αισθητοποιεί την κατάσταση του σημερινού ανθρώπου, ο οποίος, παρά τις φαντασιώσεις του για παντοδυναμία, παρουσιάζεται τόσο συχνά αποπροσανατολισμένος και βυθισμένος στη σύγχυση, στη μοναξιά και τη θλίψη. Σε αυτόν τον άνθρωπο καλούμαστε ακόμη μια φορά να κομίσουμε το άγγελμα ενός Θεού που μέσα από την ήττα αναδεικνύεται νικητής, το σκανδαλώδες άγγελμα του σταυρού του Χριστού, μέσα από την ταπεινή και χαρμόσυνη μαρτυρία μιας ζωής μεταμορφωμένης εν Πνεύματι: την πνευματικότητα ως πρόκληση.

Asisi_483

Εμείς οι ελασσόνες αδελφοί, οι κληρονόμοι και ακόλουθοι του αγίου της Ασίζης, και τόσοι πολλοί σε αυτό το Συμπόσιο, ώστε να ενσαρκώνουμε την ποικιλομορφία της μεγάλης φραγκισκανικής οικογένειας, εμείς λοιπόν, έχουμε χρέος να συνεχίζουμε να είμαστε προκλητικοί. Και κατά κάποιον τρόπο είμαστε προκλητικοί και μόνο με την παρουσία μας. Θυμάμαι τον πνευματικό μου πατέρα, πολλά χρόνια πριν, να παροτρύνει εμάς τους νεότερους αδελφούς να φοράμε πάντα και με χαρά το φραγκισκανικό ράσο λέγοντας: «Όταν ο κόσμος βλέπει κάποιον με μοναχικό ένδυμα μπορεί να σκεφτεί μόνο δύο πράγματα: Ή αυτός είναι τρελός ή ο Θεός υπάρχει!».

Στα νέα ελληνικά, για μια πράξη που θα γίνει μόνο «αν αρέσει στον Θεό» ή «Θεού θέλοντος», λέμε: «Πρώτα ο Θεός». Είναι μια φράση που μου αρέσει πολύ. Μου φαίνεται λοιπόν ότι και σήμερα η πνευματικότητα έχει την ίδια αποστολή: να πει στον κόσμο ότι ο Θεός υπάρχει, ότι αυτός προέχει των πάντων, ότι πρέπει να τον θέσουμε ξανά στη κορυφή των προτεραιοτήτων μας, και ότι με αυτή τη σοφή ανατροπή των αξιών, που μοιάζει παράλογη στα μάτια του παρόντος κόσμου, θα μπορέσουμε να χτίσουμε ένα σταθερό σπίτι, μια συμπαγή οικογένεια, μια πιο δίκαιη κοινωνία, μια χαρούμενη ζωή, καθώς όλα αυτά θα στηρίζονται σε άφθαρτες βάσεις.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Χαιρετισμός του Προέδρου του Φραγκισκανικού Ινστιτούτου Πνευματικότητας του Ποντιφικικού Πανεπιστημίου Antonianum Luca Bianchi

Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα «Ἡ ἐν Χριστῷ ζωὴ στην Ορθόδοξη Παράδοση» στη Βουδαπέστη (28-30 Αυγούστου 2018) – Δελτίο τύπου

Βουδαπέστη

Με τις ευλογίες του Οικουμενικού Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίου, την αιγίδα του Σεβ. Μητροπολίτου Αυστρίας και Εξάρχου Ουγγαρίας κ. Αρσενίου και τη συνδιοργάνωση του Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ και του ΚΒΕ, διεξήχθη στη Βουδαπέστη από 28-30 Αυγούστου 2018  Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο, με θέμα «Ἡ ἐν Χριστῷ ζωὴ στην Ορθόδοξη Παράδοση». Στο Συνέδριο συμμετείχαν οι Καθηγητές του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ π. Βασίλειος Καλλιακμάνης, Δήμητρα Κούκουρα, Φώτιος Ιωαννίδης, Χρήστος Αραμπατζής και Αθανάσιος Στογιαννίδης, ο π. Βασίλειος Θερμός από την ΑΕΑΑ, μέλη του ΕΔΙΠ και ικανός αριθμός προπτυχιακών και μεταπτυχιακών φοιτητών του Τμήματος καθώς και διδακτόρων. Ομοίως συμμετείχε και ο Πανοσιολ. π. Ιωάννης Γρίντζος, καθηγούμενος της Ι. Μονής Αγίας Τριάδας Πανοράματος, με ακολουθία μοναχών και λαϊκών επιστημόνων.

Στο θέμα της θεολογικής αυτής συνάντησης αναφέρθηκε στο μήνυμά του ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος καθώς επίσης και στον σύντομο χαιρετισμό του ο Μητροπολίτης κ. Αρσένιος, ενώ οι Έλληνες και οι Ούγγροι εισηγητές το προσέγγισαν από ποικίλες οπτικές γωνίες, προκαλώντας ενδιαφέρουσες συζητήσεις για διευκρινίσεις και σχόλια. Με αυτόν τον τρόπο οι διήμερες εργασίες συνέβαλαν στον θεολογικό προβληματισμό που απορρέει από τα πατερικά κείμενα και τα πορίσματα της Ιατρικής και της Ψυχολογίας για τη σημασία της «ἐν Χριστῷ ζωὴς», σε σχέση με τα προβλήματα του σύγχρονου κόσμου.

Το Συνέδριο είναι το δεύτερο που πραγματοποιείται στη Βουδαπέστη, με πρωτοβουλία του επιχωρίου Μητροπολίτου του Οικουμενικού Θρόνου κ. Αρσενίου και τις ενέργειες του εψηφισμένου Επισκόπου Απαμείας κ. Παϊσίου Λαρεντζάκη, Πρωτοσυγκέλλου στη Βουδαπέστη. Επισημαίνεται ότι οι γηγενείς Ούγγροι, μέλη της εκεί Ορθόδοξης κοινότητας, έχουν υψηλή μόρφωση, είναι κάτοχοι πανεπιστημιακών τίτλων και επί το πλείστον είναι ακαδημαϊκοί διδάσκαλοι και ερευνητές. Παρόμοιες επιστημονικές εκδηλώσεις συμβάλλουν στη μαρτυρία της Ορθόδοξης παράδοσης σε μία ευρωπαϊκή κοινωνία που ταλαντεύεται ανάμεσα στον αγνωστικισμό, την αδιαφορία και τις ποικίλες ιστορικές χριστιανικές παραδόσεις και τις καινοφανείς παραφυάδες.

Δείτε εδώ το γράμμα του Οικουμενικού Πατριάρχη.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα «Ἡ ἐν Χριστῷ ζωὴ στην Ορθόδοξη Παράδοση» στη Βουδαπέστη (28-30 Αυγούστου 2018) – Δελτίο τύπου

Follia in Cristo e potere. Il caso di san Nicola il Pellegrino

Asisi_405

Panaghiotis Ar. Yfantis

Università “Aristotele” di Salonicco-ISE Venezia

1. Prologo

S.Nicola.Pell[101099]Quando mi sono messo a scrivere la presente relazione pensavo che non esiste un luogo nel mondo occidentale più adatto di Assisi per parlare della follia in Cristo. E questo perchè parecchi secoli fa, in questa città i compaesani di Francesco d’Assisi, stupiti o scandalizzati dalla sua conversione, «cominciarono ad ingiuriarlo, gridando che fosse stolto e insensato, gettando su di lui terra e pietre»[1]. Grazie alla sua stoltezza volontaria il Poverello è un parente lontano dal punto di vista geografico o cronologico, ma spiritualmente molto vicino, a san Nicola il Pellegrino, a cui sono dedicate ambedue le relazioni della presente sessione. San Nicola nacque nel 1075 alla cittadella di Stiro di Beozia in Grecia e morì il 2 giugno del 1094 a Trani (nell’Italia meridionale. La ragione che spiega il posto di Nicola nel orizzonte investigativo del nostro Simposio Intercristiano è che si tratta di una persona che mentre viene onorata come santo patrono nella città cattolica dove morì, non ha ancora avuto un riconoscimento simile nella sua patria culturale e spirituale. Però oltre all’interesse ecclesiologico ed ecumenico che investe il caso di San Nicola, c’è quello pastorale e spiritualmente attuale che corrisponde al tema generale del Simposio di quest’anno, e cioè l’incontro di questo personaggio con tutti i poteri sociali, economici, religiosi o anche ecclesiastici, che con la loro forza spesso tentatrice, molte volte calunniano o addirittura combattono apertamente la vita spirituale.

Asisi_1052

2. L’autorità genitoriale e gli stereotipi sociali

Il primo ostacolo che San Nicola fu chiamato ad affrontare fu l’autorità genitoriale e gli stereotipi sociali dell’epoca e della sua città natale. Il silenzio delle fonti riguardo il padre di Nicola sottintende il ruolo dominante della madre, che decise per motivi economici di mandare suo figlio, che aveva appena otto anni, a pascolare le pecore. Ad un certo momento mentre pascolava, il piccolo Nicola, spinto forse da una rivelazione divina, “cominciò ad esclamare a gran voce” una preghiera biblica e molto diffusa grazie alla spiritualità filocalica, cioè il “Kyrie eleison” (“Signore abbi pietà”)[2], la preghiera biblica breve e molto famosa. La madre disturbata, impaurita e anche arrabbiata da questo atteggiamento costrinse suo figlio ad “abbandonare quella che lei considerava una grande stoltezza”[3]. Nei confini del microcosmo agrario dove vivevano, l’atteggiamento strano di Nicola sicuramente provocava vergogna e un motivo di esclusione ed emarginazione sociale ed economica ancora più grave per tutta la famiglia. Per quattro anni cercò di far girare la testa di Nicola ma tutto fu invano. Così lo cacciò via di casa con l’imposizione di non tornarci mai più[4]. Nicola si ritirò in una grotta sulla montagna, dove continuò a pregare nutrendosi solo di erbe selvatiche. Intanto, sua madre, convinta che Nicola fosse posseduto dal demonio «pagò alcuni e lo fece catturare»[5].

È chiaro che la madre avendo trasformato il legame materno in catena di manipolazione e di potere, diffama a causa della sua ignoranza o della sua rabbia il carisma spirituale di suo figlio e coscientemente lo condanna e lo punisce. Questi, però, sopporta la sua severità senza dire niente e senza mormorare, con tolleranza e umiltà. Nicola sa che se cambiasse il suo comportamento per diventare socialmente accettato, potrebbe lavorare, soccorrere la sua famiglia povera e rendere fiera sua madre. Però, rimane fermo alla sua vocazione spirituale, senza pensare al costo emozionale. Altri santi nel passato entrarono in conflitto con i propri parenti pagani, spiritualmente analfabeti o anche apostati mentre san Francesco, affidatosi alla provvidenza del padre celeste, rifiutò non solo i beni materiali della famiglia, ma anche il suo padre biologico, che credeva suo figlio folle[6]. Fino ad oggi ci sono fedeli, e ne conosco molti personalmente, che a causa delle loro scelte spirituali affrontano le offese, la collera o anche la violenza psicologica o fisica dei propri parenti, che sognavano per i loro figli brillanti carriere, prestigio sociale e potere economico. La volontaria scelta della stoltezza rende i rapporti familiari ancora più dolorosi. Infatti, chi può immaginare una mamma che sostenga suo figlio fanciullo a rimanere per sempre fanciullo per amore di Cristo, sacrificando tutti i privilegi e i piaceri degli adulti?

Asisi_982

3. L’autorità spirituale del monachesimo

Tra poco, troviamo Nicola nel famoso monastero di Osios Lukas, dove secondo un suo biografo andò volontariamente[7] e secondo un altro, fu condotto da sua madre per essere guarito dai demoni[8]. I monaci non permisero a Nicola di entrare nella chiesa, picchiarono, imprigionarono, incatenarono, ma lui ogni volta miracolosamente si liberava e appariva di nuovo di fronte a loro, chiedendo ad alta voce la pietà divina[9]. Infine, i monaci decisero di gettarlo nel mare, da dove però di nuovo venne salvato con l’aiuto di Dio[10].

Un giorno Nicola incrociò Teodoro, l’abate di quel monastero. L’abate con l’aiuto di alcuni monaci mise Nicola su un ferocissimo cavallo per tormentarlo[11]. Un altro giorno, Nicola, esprimendo il coraggio profetico e la sensibilità sociale dei santi folli d’oriente rimproverò Massimo, l’economo del monastero per la sua crudeltà nei confronti dei poveri. Il monaco, accecato dall’odio, bastonò Nicola lasciandolo con ossa fratturate e quasi morto[12]. Infine, quando un giorno volle partecipare alla solenne liturgia nella festa dei santi Anargiri, di nuovo l’abate Teodoro, che era solito concelebrare questo giorno, gli rinnegò la comunione e lo fece uscire dalla chiesa come scomunicato[13].

Già fin dalla nascita del monachesimo cenobitico non mancano le tensioni tra i monaci. D’altronde, la promessa dell’obbedienza assoluta al priore e le virtù tipicamente monastiche della pazienza e dell’umiltà, oltre il loro fondamento cristocentrico, sono presupposti indispensabili per la funzione della comunità e, nello stesso tempo, prove dei problemi che emergono dalla convivenza obbligatoria di tante persone.

L’abate e i monaci di Osios Lukas forse volevano insegnare a Nicola i principi rigidi della vita ascetica o semplicemente divertirsi mettendo alla prova la sua resistenza spirituale. Forse erano convinti che per cacciare il demonio da Nicola dovevano avvilirlo fisicamente e moralmente. Forse la sua invocazione ad alta voce disturbava la loro quiete o forse invidiavano Nicola perchè non avevano il suo carisma della preghiera continua. Comunque sia, il loro atteggiamento dimostra che certe versioni della diversità carismatica risultano incompatibili o addirittura pericolose anche per un ambiente spirituale, come quello monastico, che deve la sua fondazione ad una vocazione carismatica, ma basa la sua sopravvivenza sulla osservanza dei canoni. Infatti, non sembra impossibile che un abate o un priore esorti i suoi figli spirituali a seguire la loro inclinazione alla follia per Cristo, pur rimanendo nella fraternità?

Asisi_875

4. L’autorità gerarchica

Nicola, forse deluso dalle sue esperienze nell’ambiente familiare e spirituale della sua patria, decide di fare un pellegrinaggio. La sua destinazione era Roma e assistente al suo progetto ardito un monaco, di nome Bartolomeo, che lo incontrò casualmente nel porto di Lepanto e lo accompagnò fino alle coste pugliesi. Il suo obbiettivo era di visitare la città benedetta dal sangue degli apostoli e dei martiri, ma prima che arrivasse a Roma, la Provvidenza divina lo rese cittadino permanente della Gerusalemme celeste.

Abbiamo già parlato del rapporto di Nicola con l’autorità spirituale monastica. In seguito facciamo riferimento al suo rapporto con l’autorità gerarchica, durante i suoi viaggi in Italia meridionale. Secondo un biografo di Nicola, il vescovo di Lecce disturbato dal suo comportamento strano, ossia l’invocazione incessante della misericordia di Dio, prima “lo fece prendere e crudelmente fustigare” e poi lo cacciò via dalla chiesa[14]. Lo stesso biografo attribuisce la morte immatura del santo alle frustate che il vescovo della città ordinò di dargli, aggravando ancora di più la sua salute già fragile[15]. Alla fine, san Nicola si recò fino a Trani. E nei pochi giorni prima che morisse dalle ferite diede il perdono al vescovo che le aveva provocate[16].

Tra i cardini sostanziali del potere ecclesiastico che garantiscono la sua perpetuazione e la sua effettività sono i seguenti: (i) il riconoscimento della sua autorità da parte del pleroma, (ii) l’osservanza obbligatoria e inviolabile dei canoni di comportamento che la stessa stabilisce per assicurare un clima di reale o apparente serenità, tranquillità e unità tra i fedeli, e (iii) la fiducia del gregge nel ruolo mediatore e indispensabile della gerarchia per la salvezza.

Alla luce di questi cardini, non è difficile spiegare la reazione quasi istintiva della gerarchia nei confronti del giovane vagabondo. Nicola sin dalla sua conversione divenne un “uomo diverso”[17]. E questa diversità o “buona alterazione” si deve al suo rapporto particolare con Dio e alla sua vocazione assolutamente personale. Rimane o ritorna allo stato dell’infanzia perchè, secondo il Vangelo[18]. E ai bambini non piace rispettare le regole nemmeno durante i loro giochi. Poi, Nicola, non mette in dubbio il potere gerarchico, nè trascura i sacramenti. Al contrario, sono i distributori istituzionali della grazia che gliela rinnegano, perchè constatano che la sua fede e la sua fedeltà alla Chiesa è radicata su un rapporto diretto con Cristo. E questo compromette il ruolo dei sacerdoti come mediatori.

A dispetto di quanto osservano gli studiosi, cercando di esaurire o comprimere la follia in Cristo in un elenco tipologico, questa versione di santità non è sempre una scelta cosciente del cristiano che fa finta di essere peccatore o matto per nascondere le sue virtù e le sue conquiste ascetiche. È prima di tutto un carisma e come tale viene espresso candidamente e spontaneamente, perciò non conosce confini di età, come dimostra il caso di Nicola il Pellegrino. La follia in Cristo non è uno stato che può essere acquistato o accaparrato tramite le virtù, nonostante ne presuppone o nasconde molti, come l’umiltà, la povertà volontaria e la mortificazione assoluta dell’io. Non è una una via o un metodo di ascesi che tutti possono praticare, basta che lo si voglia. È una vocazione spirituale che obbedisce ed esprime la libertà assoluta del suo datore divino. Però, poichè questa libertà carismatica relativizza il vigore dei canoni, risulta quasi incompatibile per le finalità pastorali. Infatti, un vescovo o un parroco non esorta mai i fedeli, nella predica di domenica o anche nella festa di un folle per Cristo, a adottare un atteggiamento strano sia per nascondere i propri doni sia per destare le coscienze sopite dei fratelli.

Asisi_38

5. L’autorità devozionale e la violenza del laicato

Torture simili soffrì Nicola da quella parte del gregge che nella sua persona vedeva una deviazione pericolosa dai limiti di un convenzionale atteggiamento morale. Oltre a quelle persone che hanno collaborato con i monaci e i chierici per torturarlo, la maggioranza dei cristiani laici affrontava Nicola come un matto o un frodatore. Mentre si trovava ancora in Grecia, calunniato da una fanciulla di essere stata sedotta da lui, Nicola fu picchiato ferocemente dai contadini di un villaggio come “stolto e pestilenziale ingannatore”[19]. Poi, alcuni compagni di viaggio sulla nave verso Italia, forse disturbati o scandalizzati dal suo atteggiamento, lo buttarono nel mare[20]. Ugualmente drammatico e anche esplicativo per il nostro tema è l’episodio seguente che si legge in una delle sue fonti biografiche. Nicola partecipando in una processione in onore della Madonna a Otranto “incontrò un anziano e riverendolo gli disse: «Salve, mio fratello e signore. Tu e io siamo stati plasmati dall’unico creatore». E lo abbracciò”. Le parole e il gesto scandalizzarono i cristiani presenti perchè l’anziano era ebreo. Perciò chiesero a Nicola di adorare l’immagine della Madonna, come prova della sua fede. Questi rifiutò di venerare l’immagine e dopo aver ricevuto molte bastonate si alzò e cominciò a elevare inni e lodi alla Madonna, perchè gli aveva permesso di essere torturato per la sua gloria[21].

L’amore di Nicola per l’altro non cristiano, che però rimane una immagine di Cristo anche se lo ignora o rifiuta di accettarlo, si scontra con l’intolleranza nascosta dietro la maschera di una fede rigida. E il suo rifiuto provocatorio di dimostrare la sua devozione verso la Madre di Dio, rimprovera il formalismo pietistico e il moralismo che sabotano la vera fede e la libertà dell’ethos cristiano.

La posizione di Nicola nei confronti della diversità religiosa è un esempio notabile di tolleranza e di sensibilità ecumenica per i cristiani dei suoi tempi. Inoltre, è particolarmente attuale a causa del suo radicalismo biblico anche nei nostri giorni, se si tiene conto della micidiale violenza del fanatismo religioso contemporaneo, del ritorno dinamico di ideologie e di pratiche di un razzismo estremista e della sopravvivenza o il ravvivamento di un fondamentalismo cristiano che incrimina o addirittura demonizza il dialogo interconfessionale e interreligioso, nel nome di un puritanesimo dogmatico.

Asisi_579

6. Conclusione

La follia in Cristo è una testimonianza diacronica di libertà e di amore senza confini. Ambedue i valori da sempre erano fastidiosi e difficili da accettare. Però, durante il xx e all’inizio del xxi secolo sembrano perseguitate. Ogni sistema o gruppo politico di qualsiasi sfumatura ideologica è ostile alla libertà perchè essa compromette l’unità dei suoi membri e ha paura dell’amore perchè esso elimina la contrarietà, l’odio e la sete di vittoria, di potenza e di dominio, cioè la ragione e il modo d’essere di ogni ideologia. Lo stesso vale per lo più nei vari ambienti di lavoro, che basano la produttività sull’antagonismo ma anche nei rapporti sociali e interpersonali, dove l’altro viene affrontato come mezzo di soddisfazione individuale o di riconferma narcisista.

Intanto, la libertà e l’amore vengono affrontati con indifferenza, sospetto o anche ostilità anche all’interno di molti ambienti cristiani ed ecclesiali. Infatti, quando la Chiesa si sente rassicurata nella propria autosufficienza spirituale e mira solo a conservare o aumentare il suo prestigio istituzionale e la sua potenza economica; quando la fede si identifica con l’annullamento della diversità religiosa; quando la devozione si esaurisce nella osservanza esteriore dei canoni e si interessa solo della giustificazione individuale; quando, infine, la diaconia pastorale coltiva la paura dell’altro, del corpo, del peccato e dell’inferno e la figliolanza spirituale è vissuta come sottomissione servile, allora l’amore diventa inutile e la libertà un peso spiritualmente pericoloso. Nonostante la libertà sia prova dell’affinità dell’uomo con Dio biblico e l’amore la qualità distintiva dei cristiani[22], non sono sicuro se ci sia un padre spirituale che durante la confessione si interessa se il fedele rispetta la propria libertà e la libertà degli altri o se osserva sempre e ovunque il comandamento nuovo dell’amore anche verso i nemici[23].

San Nicola il Pellegrino, come anche molti altri folli per Cristo, affrontò con fede e fedeltà in Dio tutte le sofferenze fisiche e spirituali causate dal suo rapporto con il potere. E seppe trasformarle in altrettanti fronti di lotta interiore.  Perciò la testimonianza di questo estremista dell’amore in Cristo e della libertà spirituale rimane attuale e preziosa per tutti i cristiani e per tutti gli uomini di buona volontà di oggi.

Asisi_343

[1] Leg3compagni 16: FF 1415.

[2] Anonimo sulla base del racconto di Bartolomeo, compagno di viaggio del Santo, Vita di S. Nicola in Grecia, 2 [in poi Anonimo, Vita].

[3] Anonimo, Vita 3.

[4] Anonimo, Vita 3.

[5] Anonimo, Vita 4.

[6] Cf. Leg3compagni 19-20: FF 1419.

[7] Adelferio di Trani, Vita di S. Nicola, 31.

[8] Anonimo, Vita 4.

[9] Anonimo, Vita 5.

[10] Anonimo, Vita 6.

[11] Anonimo, Vita 11.

[12] Anonimo, Vita 13.

[13] Anonimo, Vita 14.

[14] Anonimo, Vita 21.

[15] Anonimo, Vita 27.

[16] Adelferio di Trani, Vita di S. Nicola 35.

[17] Anonimo, Vita 2.

[18] Mt 18, 1-4.

[19] Anonimo, Vita 16.

[20] Anonimo, Vita 17.

[21] Anonimo, Vita 19.

[22] Gv 13, 35.

[23] Mt 5, 44.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Follia in Cristo e potere. Il caso di san Nicola il Pellegrino

Cesare Alzati, Ποια πνευματικότητα αντιτίθεται στους σύγχρονους φονταμενταλισμούς;

Asisi_557

Η εισήγηση του Καθηγητή του Καθολικού Πανεπιστημίου del Sacro Cuore στο ΙΕ΄ Διαχριστιανικό συνέδριο της Ασίζης

Επιτρέψτε μου πρώτα απ’ όλα να εκφράσω στους διοργανωτές του παρόντος Συμποσίου την ειλικρινή μου ευγνωμοσύνη για την πρόσκλησή τους να συμμετάσχω ακόμη μια φορά σε αυτή τη σημαντική συνάντηση. Επιπλέον, το να βρίσκομαι εδώ είναι για μένα πραγματική χαρά, επειδή αυτό το Συμπόσιο συμπίπτει με τη συμπλήρωση δεκαπέντε ετών αρχιερατείας του Σεβασμιωτάτου Αρχιεπισκόπου Κερκύρας Ιωάννη Σπιτέρη και νιώθω εξαιρετικά τιμητική τη δυνατότητα να εκφράσω και από τη θέση αυτή τον υιικό σεβασμό και την ειλικρινέστερο θαυμασμό μου για την ακαδημαϊκή του προσφορά ως πανεπιστημιακού δασκάλου και για τη μαρτυρία του, που φώτισε την πορεία όλων ημών, Ελλήνων και Ιταλών, καθολικών και ορθοδόξων, προς την επίτευξη του εκκλησιαστικού μας καθήκοντος κατά τη διάρκεια αυτών των δεκαετιών.

Όσον αφορά στη συμβολή μου σε αυτό το συνέδριο, θα πρέπει να διατυπώσω την αντίρρησή μου για το θέμα που μου δόθηκε να αναπτύξω, ενστάσεις που είχα εκφράσει έγκαιρα και στον αγαπητό αδελφό Luca, χωρίς όμως να συνοδεύσω αυτή την αντίρρηση με μια εναλλακτική αντιπρόταση.  Είναι σωστό, λοιπόν, που το όνομά μου συνδέεται με αυτό τον τίτλο. Όμως κρίνω απαραίτητο να επισημάνω τους λόγους της προαναφερθείσας αντίρρησής μου χρησιμοποιώντας τους ως αφετηρία της  εισήγησής μου.

Από τον Hegel και εξής, δηλαδή από τον μακρύ αιώνα που προετοίμασε τον τρομακτικό σύντομο αιώνα που αφήσαμε πίσω μας[1], η ευρωπαϊκή διανόηση σφραγίστηκε από μια διαρκή επαναδιατύπωση των διαλεκτικών αντιθέσεων, που οδήγησαν σε έναν ριζοσπαστικό σχετικισμό, η πιο σαφής εκδοχή του οποίου είναι η διάβρωση της αυτεπίγνωσης της ιδεατής κληρονομιάς στο εσωτερικό των χριστιανικών Χωρών. Πρώτα απ’ όλα, αυτή η διαλεκτική κατακερμάτισε την επίγνωση των πολιτών πως είναι φορείς ενός πολιτισμού, που, παρά την εκφραστική του ποικιλία, χαρακτηρίζεται από μια ενότητα δυνάμει των κοινών αρχαίων πολιτισμικών πηγών και της κοινής χριστιανικής μήτρας, υπό το φως της οποίας συντελέστηκε ο πλήρης μεταβολισμός της αρχαίας πολιτισμικής κληρονομιάς.

Τα συμπτώματα της σύγχυσης στην οποία βυθίστηκε η Δύση, συμπεριλαμβανομένης και της εκκλησιαστικής, είναι πολλαπλά: αρκεί να αναλογιστεί κανείς (α) την αποκλειστικά οικονομιστική ερμηνεία βάσει της οποίας κατανοείται σήμερα –ακόμη και σε θεσμικό επίπεδο- η Ευρωπαϊκή Ένωση· (β) την απολύτως σχετικιστική προοπτική με την οποία αντιμετωπίζονται τα ανθρωπολογικά ζητήματα του «γένους» και της οικογένειας· τη συγκαταβατικότητα με την οποία αντιμετωπίζονται αυτά τα ζητήματα σε πολλά εκκλησιαστικά περιβάλλοντα και την παντελή απουσία ιεραποστολικού ενδιαφέροντος προς τα μη χριστιανικά έθνη, στα οποία οι απόστολοι στάλθηκαν για να τα διδάξουν και να τα οδηγήσουν στο βάπτισμα (Μτ 28,19).

Οι Πατέρες κατόρθωσαν στην εποχή τους να πραγματοποιήσουν μια γιγαντιαία σύνθεση ανάμεσα στο χριστιανικό άγγελμα και στην αρχαία πολιτισμική (και θεσμική) κληρονομιά, σταθερά ριζωμένοι στο μυστήριο του σαρκωθέντος Λόγου, μυστήριο το οποίο είχε διαποτίσει ολόκληρη τη θεολογική σκέψη αυτών των ανεπανάληπτων αιώνων. Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί, απηχώντας τους στοχασμούς του Σολοβιώφ, ότι στην θεοανδρικότητα του Λόγου που σάρξ εγένετο η πραγματικότητα αποκαθιστά την ενότητά της και προσφέρεται στον άνθρωπο η δυνατότητα να αντιληφθεί την ίδια πραγματικότητα ως αποκατεστημένη ενιαία ολότητα (unitotalità)[2].

Asisi_840

Αν, πράγμα που ισχύει, ο σύγχρονος κόσμος οδηγήθηκε στην παρούσα πολιτισμική και θρησκευτική κρίση η οποία κατέστη εξίσου και κρίση ανθρωπολογική μέσω μιας διαβρωτικής επιβολής διαλεκτικών αντιθέσεων, θεωρών ότι οι πιστοί οφείλουν να αποφύγουν μια τέτοια κακοήθη δυναμική και να γίνουν συγκεκριμένοι και φωτεινοί μάρτυρες του γεγονότος ότι η ενιαία ολότητα εν Χριστώ είναι, εσωτερικά, εμπειρία βαθιάς ενότητας που βιώνεται με συγκεκριμένο τρόπο (ακόμη και από διανοητική άποψη) και, πρακτικά, μια φλογερή τάση εναγκαλισμού των πάντων.

Από αυτή την άποψη είμαι πεπεισμένος ότι η μαρτυρία των πιστών δεν μπορεί να κατανοηθεί ως αντίθεση σε κάτι ή σε κάποιον, αλλά πρέπει να περιγραφεί ως τάση προς μία πληρότητα της ανθρωπότητας και της ζωής, μια πληρότητα που θα συνιστά ψηλαφητή απόδειξη της φωτεινής και ειρηνοποιού κυριότητας του Χριστού. 

Αφ’ ης στιγμής ο σύγχρονος κόσμος επεδίωξε να αντικαταστήσει την κυριότητα του Θεού με τη δική του απατηλή εξουσία πάνω στην πραγματικότητα, μέσω της ιδεολογίας, δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι η διαλεκτική αντίθεση κατέστη ένα από τα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα. Πράγματι, η ιδεολογία εκτός από όχημα ηγεμονικών απαιτήσεων είναι, εκ  φύσεως, διαιρετική.

Εξάλλου, η συχνά υφέρπουσα και ενίοτε βίαιη αποστασία από την πίστη στον Χριστό δρομολογήθηκε και τέθηκε σε εφαρμογή μέσω της ιδεολογίας, μια αποστασία που ξεκίνησε στην Ευρώπη, στα τέλη του δυτικού 18ου αιώνα, και η οποία εξελίχθηκε αναπόφευκτα σε αποκήρυξη της πολιτισμικής ιδιοπροσωπίας,  σε απάρνηση αυτού του πολιτισμού που είχε ακμάσει στην κοίτη του χριστιανισμού, αφήνοντας ανεξίτηλα σημάδια πνευματικότητας και τέχνης σε ολόκληρη τη Γηραιά Ήπειρο και πέρα από αυτήν. Εξαιτίας ακριβώς της εργαλειακής ισχύος του ιδεολογίας στις μέρες μας το σχολείο σε πανευρωπαϊκό επίπεδο παράγει νέες γενιές που αγνοούν τους “Κλασικούς” του ευρωπαϊκού πολιτισμού, όπως είναι η κληρονομιά των γλωσσών, των διδασκαλιών, των θεσμών, των έργων τέχνης, μέσω των οποίων μπορεί κανείς να γνωρίσει τη συμβολή του πολιτισμικού ευρωμεσογειακού χώρου στην ιστορία της ανθρωπότητας. Από αυτή η αξιοθαύμαστη κληρονομιά επιβιώνουν αποκλειστικά εκείνες οι όψεις που η κυρίαρχη σκέψη μπορεί εύκολα να μεταβολίσει (ή να διαστρέψει μέσω απλουστευτικών συρρικνώσεων: αρκεί να αναλογιστεί κανείς το σύνθετο μέγεθος της αθηναϊκής δημοκρατίας), καθώς και εκείνες που η σύγχρονη εποχή μεταμορφώνει σε απολογητική φαρέτρα επικαλούμενη μια αρνητική διαλεκτική εναντίον τους (με χαρακτηριστικό παράδειγμα την κοινωνική θέση της γυναίκας).  

Πράγματι, ο ιδεολογικός στοχασμός, με την συνακόλουθη διαλεκτική θέαση της πραγματικότητας που τον χαρακτηρίζει, είναι μια νοητική στάση, που διαποτίζει τις θεωρητικές αναλύσεις (και συνεκδοχικά τις πολιτικές επιλογές) των κοινωνιών μας. Είναι όμως μια νοητική στάση, από την οποία δεν ξεφεύγει ούτε η ζωή της Εκκλησίας. Και απόδειξη αυτού του γεγονότος είναι τα λεγόμενα φονταμενταλιστικά ρεύματα, με την σύμφυτη διαλεκτική τους ανταγωνιστικότητα.

Οφείλω να πω ότι, προσωπικά, δεν εκτιμώ τον όρο «φονταμενταλισμός» με τη γενική σημασία της κοινής του χρήσης. Και αυτό διότι μου φαίνεται μια έννοια κατά βάση ασαφής ως προς το νοηματικό της περιεχόμενο, που όμως καταλήγει να περιγράψει και μάλιστα αρνητικά πραγματικότητες πολύ διαφορετικές μεταξύ τους και, συνεπώς, δύσκολα κατανοητές στις επιμέρους ιδιαιτερότητές τους. Γνωρίζουμε τι εννοούμε όταν αναφερόμαστε στον προτεσταντικό φονταμενταλισμό του 19ου αιώνα. Γνωρίζουμε για τι πράγμα μιλάμε όταν αναφερόμαστε στον σύγχρονο ισλαμικό φονταμενταλισμό. Όμως κατά την κοινή χρήση του, και μάλιστα όταν αναφέρεται στη ζωή των Εκκλησιών, ο όρος «φονταμενταλισμός» είναι ασαφής, και το μόνο βέβαιο που τον προσδιορίζει είναι η αρνητική του σημασία. Πρόκειται λοιπόν για ένα αμφίσημο διανοητικό εργαλείο, που δεν βοηθά την ανάλυση του υπό εξέτασιν φαινομένου και το οποίο, λειτουργώντας σε προκατασκευασμένη ετικέτα, μπορεί εύκολα να χρησιμοποιηθεί για ιδεολογικούς σκοπούς.

Επιπλέον, είναι πολύ συγκεκριμένες και πραγματικές οι θρησκευτικές συμπεριφορές που περιγράφονται με τον όρο αυτό. Και τέτοιες συμπεριφορές είναι υπαρκτές και μπορούν αναμφισβήτητα να προκαλέσουν εντάσεις καταναλώνοντας άσκοπα πολύτιμη πνευματική ενέργεια. Και ήδη αυτή είναι μια επίπτωση εντελώς αρνητική.

Για να απαντήσω στο ερώτημα που μου δόθηκε ως τίτλος της παρούσας εισήγησης και το οποίο σαφώς υπερβαίνει την ερευνητική μου δικαιοδοσία  θεωρώ ότι είναι πρωτίστως απαραίτητο να αποκτήσουμε επίγνωση της ιδεολογικών συμπαραδηλώσεων που περιέχονται σε κάθε θρησκευτική αντίθεση η οποία περιγράφεται με διαλεκτικούς όρους. Είναι κάτι όχι επειδή αντιτίθεμαι σε κάποιον άλλον. Το Καλό υπάρχει όχι επειδή αντιτίθεται στο Κακό· το Καλό είναι αυθύπαρκτο και το Κακό είναι η απουσία του Καλού. Η ορθοδοξία δεν έχει ανάγκη από μια ετεροδοξία για να υπάρχει· η ορθοδοξία είναι η κληρονομιά της πίστης που διασώζεται στο σώμα της Εκκλησίας: δηλαδή η κληρονομία «quod semper, quod ubique, quod ab omnibus»[3].

Απολογητική σημαίνει να λογοδοτείς για τον εαυτό σου όχι να προσδιορίζεσαι διαλεκτικά προς τον άλλον. Και η απολογητική ιδεολογικοποιείται όταν καθίσταται αυτοάμυνα πάντα και καθ’ οιονδήποτε τρόπο (ακόμη και με κόστος το προφανές) ή όταν η διαφορετική ταυτότητα του αντιπάλου αποτελεί το κριτήριο για την δική μου ταυτότητα.

Αν και πιθανόν ανεπίγνωστα, πάντα αντικαθιστούμε την κυριότητα του Θεού με τους εαυτούς μας· εγκαταλείπουμε την εσωτερική διαφάνεια (όπου ενεργεί το Πνεύμα) για να απολαύσουμε τη σιγουριά του δικού μας θρησκευτικού συστήματος, το οποίο κατανοούμε σφαλερά ως απόλυτο.

Ο πιστός και η κοινότητα των πιστών, δηλαδή η Εκκλησία, δεν νομίζω ότι έχουν άλλο τρόπο να εκδηλώσουν με αποτελεσματικότητα την ορθή δόξα από το να μαρτυρούν την πληρότητα του εν Χριστώ βίου. Πρέπει όμως να βρίσκονται σε διαρκή εγρήγορση ώστε να διατηρούν την εσωτερική τους ελευθερία από τις λογικές της διαλεκτικής αντίθεσης των ιδεολογιών του κόσμου.

Asisi_846

Και η πηγή της πληρότητας του εν Χριστώ βίου, σε κάθε εποχή, σε κάθε ιστορική συνάφεια, σε κάθε τόπο, ήταν και θα είναι, όπως έγραψε ο Νικόλαος Καβάσιλας με θαυμαστή ενάργεια, τα θεία Μυστήρια, που αποτελούν «παράθυρα» μέσω των οποίων «εισέρχεται σε αυτό τον σκοτεινό κόσμο ο Ήλιος της δικαιοσύνης»[4]. Όσο περισσότερο ο πιστός και ο οίκος του, που είναι η Εκκλησία, επιτρέπουν στον Κύριο να λάμψει εντός τους, τόσο πιο εμφανής θα γίνεται στους αδελφούς και στον κόσμο αυτή η πληρότητα του βίου, που είναι ικανή να αποκαταστήσει την ενότητα όλων των πραγμάτων και την οποία λαχταρά εκ βαθέων η καρδιά του ανθρώπου.

Σε αυτό η ζωή του Χριστού, μέσω των Θείων Μυστηρίων, είναι αυτοαναφορική. Όμως και από άλλες απόψεις τα Θεία Μυστήρια μπορεί να θεωρηθούν παράδειγμα ορθοδοξίας και να εμπνεύσουν μια ορθοπραξία: η κυριότητα του θεού εκδηλώνεται με τρόπο άμεσο και θαυμαστό και σε κάθε ενέργειά Του διακηρύσσεται το πρωτείο της χάριτος. Προκύπτει με σαφήνεια απαραίτητη  η ύπαρξη της ιερατικής διακονίας, και συνακόλουθα, της δέουσας υπακοής όλων των πιστών, κλήρου και λαού, και της μεταξύ τους οργανικής ενότητας.

Και το γεγονός ότι οι Εκκλησίες, στην πλειονότητά τους, διασώζουν τα Θεία Μυστήρια συνδεδεμένα με την αδιάκοπη συνέχεια της αποστολικής ιερωσύνης δεν μπορεί παρά να επεκτείνει το ζήτημα γύρω από την κυριότητα του Θεού πέρα από τα όρια και το δογματικό και κανονικό σύστημα κάθε μεμονωμένης Εκκλησίας.

Συνεπώς, επανερχόμενος στο ερώτημα που θέτει ο τίτλος της παρούσας εισήγησης, χωρίς να απαρνηθώ τις ενστάσεις μου στη διατύπωσή του, δεν μπορώ παρά να επιβεβαιώσω εκ νέου την πεποίθησή μου ότι η απάντηση δεν είναι κάτι που αντιτίθεται σε οποιονδήποτε. Είναι αυτό που ο ίδιος ο Θεός μάς προσέφερε για τη σωτηρία μας: τα Θεία Μυστήριά Του.

Και μιλώντας πιο συγκεκριμένα για πνευματικότητα δεν μπορώ παρά να αναφερθώ σε μια εσωτερική στάση την οποία όλοι μπορούν να ενστερνισθούν και την οποία μπορούν να μοιραστούν όλοι οι πιστοί: ασκητές και θεολόγοι, λαϊκοί, επίσκοποι και απλοί ιερείς. Δηλαδή, μια στάση ανανεωμένης και πλήρους επίγνωσης ότι τη σωτηρία μας δεν την χτίζουμε (για μας και για τους άλλους) με τα δικά μας χέρια αλλά πως αυτή κατέρχεται Άνωθεν. Ακριβέστερα, μας δωρίζεται μέσω του Πνεύματος του Θεού στα Θεία Μυστήρια, όπου μετέχουμε αυτής της κοινωνίας με το θείο, την οποία ο Χριστός μας επιδαψίλευσε μέσω του Θανάτου και της Ανάστασής Του.

Με αυτό τον τρόπο, λοιπόν, γίνεται σαφές ότι αναλογικά στην Εκκλησία, ο πιστός ασκώντας τη δέσμευση του και τη μαρτυρία του δεν έχει άλλο καθήκον από αυτό που υπέδειξε ο Παύλος στην προς Εφεσίους Επιστολή του: «φωτίσαι πάντας τίς ἡ οἰκονομία τοῦ μυστηρίου τοῦ ἀποκεκρυμμένου ἀπὸ τῶν αἰώνων ἐν τῷ Θεῷ [3,9] … ἣν ἐποίησεν ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν [3,11] … ἀνακεφαλαιώσασθαι τὰ πάντα ἐν τῷ Χριστῷ, τὰ ἐπὶ τοῖς οὐρανοῖς καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, ἐν αὐτῷ [1,10]».

Είναι βέβαια ένα μεγάλο εγχείρημα, ανώτερο των ανθρωπίνων ικανοτήτων, αλλά όχι ανέφικτο, όπως δείχνουν οι άγιοι, γιατί δεν είναι ένα εγχείρημα ανθρώπινο αλλά έργο του Πνεύματος, το οποίο στις δικές μας αδυναμίες εκδηλώνει τη δύναμη του Θεού και την άπειρη φιλανθρωπία Του.

Μετάφραση από τα ιταλικά Παναγιώτης Αρ. Υφαντής

Asisi_555

[1] E. J. Hobsbawm, The Age of Extremes: The Short Twentieth Century. 1914-1991, Random House, New York 1994; ελλ. μτφρ. Η εποχή των άκρων. Ο Σύντομος Εικοστός Αιώνας 1914-1991, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 2010.

[2] Πρβλ. A. Dell’Asta, Quale Oriente? Note su La crisi della filosofia occidentale, στο V. S. Solov’ev, La crisi della filosofia occidentale, Εισαγωγή-Μτφρ.-Σημειώσεις A. Dell’Asta, La casa di Matriona, Milano 1989 (Propilei Russi, 7: Opere di Vladimir Solov’ev, 2), σσ. 7-40.

[3] «Quod semper, quod ubique, quod ab omnibus»: με τον τρόπο αυτό οι συγγραφείς της μεγάλης αναγέννησης της εκκλησιολογικής σκέψης στην Εκκλησία της Αγγλίας προσέλαβαν και οικειοποιήθηκαν, στη διάρκεια του δεύτερου τέταρτου του 20ου αιώνα, τη γνωστή ρήση του Βικεντίου Λερίνου (Commonitorium, II, 5, ed. R. Demeulenaere, Brepols, Turnholti 1985 [Corpus Christianorum. Series Latina, 64], σ. 149), αντικαθιστώντας ωστόσο την αρχή της παγκοσμιότητας (quod ubique) με την αρχή της αδιάκοπης συνέχειας (quod semper), προκειμένου να τονίσουν τις αποστολικές ρίζες του εκκλησιαστικού οργανισμού. Βλ. John Keble, The Case of Catholic Subscription to the Thirty-Nine Articles Considered [London 18411], Parker, Oxford 1865, σσ. 14-16.

[4] N. Cabasilas, La vie en Christ, I, 21, Εισαγωγή-κριτικό κείμενο-μετάφραση και σχόλια M.-H. Congourdeau, Éd du Cerf, 2 voll., Paris 1989-1990 (Sources Chrétiennes: 355, 361): I, σ. 96.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Cesare Alzati, Ποια πνευματικότητα αντιτίθεται στους σύγχρονους φονταμενταλισμούς;

Άννα Κόλτσιου-Νικήτα, Η «μεταστροφή» ως πνευματική κληρονομιά και σύγχρονο αίτημα

Asisi_503

Η εισήγηση της Καθηγήτριας του Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ στο ΙΕ΄ Διαχριστιανικό συνέδριο της Ασίζης

Αντί προλόγου

«Όταν ήμουν βυθισμένος στα σκότη και στην τυφλή νύχτα και κολυμπούσα στο μανιασμένο πέλαγος αυτού του κόσμου και ακολουθούσα, γεμάτος αμφιβολίες, λαθεμένους δρόμους αγνοώντας τη ζωή μου, ξένος προς την αλήθεια και το φως, θεωρούσα πολύ δύσκολο αυτό που μου υποσχέθηκε η θεία χάρις, ότι δηλαδή είναι δυνατόν ο άνθρωπος να αναγεννηθεί και να αλλάξει. Έλεγα: είναι δυνατή μια τέτοια μεταστροφή, δηλαδή ξαφνικά να αποβληθεί ό,τι έχει παγιωθεί από τη φύση και τη χρήση; Όποιος έμαθε στη φειδώ, μπορεί να συνηθίσει σε πλούσια δείπνα; Και όποιος έμαθε να ντύνεται με πολυτέλεια μπορεί να φορέσει ρούχα πληβείου; Και όποιος έμαθε στις τιμές και τις εξουσίες μπορεί να ιδιωτεύσει; Αυτά συλλογιζόμουν μέσα μου. Γιατί και εγώ ήμουν μπλεγμένος και κρατούσα τις πλείστες πλάνες της πρότερης ζωής μου, που πίστευα πως δεν μπορώ να τις αποβάλω: ήμουν κολλημένος στα ελαττώματά μου, υπέθαλπα τις αδυναμίες μου…Αλλά όταν με τη βοήθεια του αναγεννητικού ύδατος καθαρίστηκαν οι κηλίδες της πρότερης ζωής μου και χύθηκε στο εξαγνισμένο και καθαρό στήθος μου από ψηλά το φως, όταν η δεύτερη γέννηση, με το Πνεύμα που άντλησα εξ ουρανού, με ανακαίνισε σε νέο άνθρωπο, με θαυμαστό τρόπο απέκτησα βεβαιότητα στα αμφίβολα,  άνοιξαν τα κλειστά, φωτίστηκαν τα σκοτάδια, έγιναν εύκολα τα δύσκολα, τα αδύνατα δυνατά.

Έτσι περιγράφει ο απολογητής Κυπριανός[1], στα μέσα του τρίτου αιώνα, τη μεταστροφή[2] του στο χριστιανισμό, στον πρόλογο του αυτοβιογραφικού έργου Ad Donatum, De gratia dei[3]. Η μεταστροφή φωτίζει τα σκοτάδια των αμφιβολιών και της άγνοιας, τον αναγεννά, του παρέχει την απόλυτη πεποίθηση ότι με τη χάρη του θεού είναι δυνατά τα πάντα, η μεταστροφή είναι γι΄ αυτόν, «δώρο του θεού» (munus Dei).

Asisi_529

A. Η μεταστροφή ως διαχρονικό πνευματικό ζητούμενο

Ι. Από την πλατωνική «περιαγωγή» στην προφητική κλήση για «επιστροφή»

H πνευματική πορεία του ανθρώπου όλων των εποχών συνδέεται άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο εναγώνια με αναζητήσεις που οδηγούν σε περιπλανήσεις στα μονοπάτια της φιλοσοφίας ή των διαφόρων θρησκευτικών συστημάτων, σε διλήμματα επιλογής και συχνά σε μετάνοια και αλλαγή πορείας[4].

Ο προχριστιανικός κόσμος αναζητά το δικό του δρόμο προς την αρετή και τη δικαίωση που θα τον απομακρύνει από την τραγικότητα της μοίρας του[5]. Η πλατωνική σκέψη με την αλληγορία του σπηλαίου κληροδότησε στις επόμενες γενιές τον όρο «περιαγωγή», που δηλώνει τη στροφή της ψυχής στο φως, την αλήθεια και τη γνώση, την απομάκρυνση από το σκότος της αμάθειας[6]. Στο λεξιλόγιο των φιλοσοφικών συστημάτων της ελληνιστικής εποχής το ουσιαστικό «ἐπιστροφή» (εἰς ἑαυτόν) ως ένας τεχνικός όρος δηλώνει τη ριζική αλλαγή που πραγματοποιείται στην ψυχή ενός ανθρώπου υπό την επίδραση της φιλοσοφίας για αλλαγή πορείας του ατόμου και ηθική ή φιλοσοφική ολοκλήρωση. Ειδικότερα, στον ελληνορωμαϊκό κόσμο ο όρος δηλώνει και τη στροφή της ψυχής στην ευσέβεια ή τον θεό. Σε όλες τις περιπτώσεις φαίνεται να προσδίδεται στον όρο ένας θεραπευτικός χαρακτήρας, δηλ. να χρησιμοποιείται για να δηλώσει μια εξελικτική πορεία και αλλαγή επί το βέλτιον. Ομοιότητες με τη μεταστροφή στη φιλοσοφία παρουσιάζει και η μύηση σε μυστηριακές θρησκείες που υπόσχονταν στους μεμυημένους μια καθαρή ζωή και την ανακούφιση από τις ανησυχίες για τις μεταθανάτιες τύχες της ψυχής.

Στην ιουδαϊκή σκέψη οι προφήτες κηρύττουν τη μεταμέλεια και τη συντριβή που συνεπάγεται πνευματική ανόρθωση και εσωτερική αναγέννηση[7] αλλά και «ἴασιν τῶν συντριμμάτων»[8], καθώς μέσω της μετάνοιας επιφέρει το αίσθημα της ευτυχίας και οδηγεί στη λύτρωση. Πίσω από τη θεία προσταγή που προτρέπει για επιστροφή στέκεται η ευσπλαχνία και η αγάπη του θεού για δικαιοσύνη. Όρος  αναγκαίος για την επιστροφή είναι η αναγνώριση της προσωπικής ενοχής[9] από βάθους καρδίας[10], η απομάκρυνση από την σκολιά οδό[11] και η ριζική μετάνοια[12]. Εκτός από την κυρίαρχη έννοια της μετάνοιας, διαφαίνεται στην προφητική σκέψη μια επιστροφή που συνεπάγεται πνευματική αναγέννηση. Έτσι μπορεί να κατανοηθεί το κήρυγμα της μετανοίας του προφήτη Ιερεμία, που αποσκοπεί όχι μόνο στο «ἐκριζοῦν καὶ κατασκάπτειν καὶ ἀπολύειν» αλλά και στο «ἀνοικοδομεῖν καὶ καταφυτεύειν»[13].

Asisi_536

Β.  Η «μεταστροφή» στο χριστιανικό κόσμο

Ι. «Μεταστροφή» και «αναγέννηση»

Στην Καινή Διαθήκη ο Ιωάννης Βαπτιστής καλεί τον λαό να μετανοήσει, προκειμένου να εισέλθει στη Βασιλεία του Θεού και σφραγίζει τη μετάνοια με το βάπτισμα (Μρκ. 1,4 και Λκ. 3,3). Στην Προς Εβραίους Επιστολή (Εβρ. 6,6) η μετάνοια είναι αυτή που οδηγεί στην ανακαίνιση: «πάλιν ἀνακαινίζειν εἰς μετάνοιαν». Η μετάνοια, μια λέξη που δεν χρησιμοποιεί συχνά ο Παύλος, αποτελεί προϋπόθεση της διδασκαλίας περί του καινού ανθρώπου. Η αλλαγή και η στροφή σε ένα νέο τρόπο ζωής που ακολούθησαν οι μαθητές και όσοι ασπάστηκαν τη νέα πίστη αποτυπώνεται με όρους «αναγέννησης» («ἀνακαίνισις», «καινότης βίου», «ζωὴ ἐν Χριστῷ», «ἀρτιγέννητος»). Αυτή η ιδέα της αναγέννησης, της καινής κτίσης, στην οποία οδηγεί η μεταστροφή στο Χριστό, ανιχνεύεται και σε άλλα σημεία του καινοδιαθηκικού κειμένου, και μάλιστα δίχως τη χρήση ειδικού λεξιλογίου που  να παραπέμπει στη λέξη μεταστροφή[14].

Το νέο εννοιολογικό φορτίο που προσκομίζει η Καινή Διαθήκη όσον αφορά την ιδέα της μετάνοιας είναι η μετακίνηση από την έννοια της απλής ηθικής ή θρησκευτικής επιστροφής στην έννοια της ουσιαστικής μεταβολής και μεταμόρφωσης του ανθρώπου, της ριζικής αποκοπής του από το αμαρτωλό παρελθόν και την πλήρη αλλαγή του όλου ανθρώπου έναντι του θεού[15].

Στη βιβλική αυτή σκέψη και εμπειρία η μεταστροφή δεν εξισώνεται με μια οποιαδήποτε απλή ανανέωση που προκύπτει από κάποιες ηθικές απαιτήσεις για μια νέα ζωή, αλλά συνδέεται με την επίσκεψη της θείας χάριτος[16]. Έτσι, η γλωσσική πραγμάτωση της μεταστροφικής εμπειρίας αποτυπώνει τη μετάβαση από το θάνατο στη ζωή (Ιω. 5,24), την ανάπλαση από την ακαθαρσία (Τιτ. 2,14), την ανάδυση ενός νέου τύπου ανθρωπισμού (Κολ. 3,9), τον θάνατο του παλαιού εαυτού και την ανάσταση στη νεότητα εν Χριστώ (Ρωμ. 6, 2-8)[17].

ΙΙ. Η «εμπειρία» της χριστιανικής μεταστροφής κατά τους πρώτους αιώνες

Το σχεδόν εξομολογητικό απόσπασμα του Κυπριανού, τo οποίo παραθέσαμε στην αρχή αυτής της ανακοίνωσης, εντάσσεται στο πλαίσιο μιας σειράς αυτομαρτυριών που συντάσσουν συγγραφείς των πρώτων χριστιανικών αιώνων, οι οποίοι περιγράφουν τον τρόπο με τον οποίο οι ίδιοι βίωσαν τη μεταστροφή στο χριστιανισμό. Αντιπροσωπευτικές μαρτυρίες στην ελληνόφωνη γραμματεία[18] συνιστούν η μεταστροφή του αποστόλου Παύλου, του Ιουστίνου, του Μεγάλου Αντωνίου, του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ενώ στη λατινόφωνη γραμματεία αποτυπώνουν τη μεταστροφική τους εμπειρία ο  Τερτυλλιανός,  ο Κομμοδιανός, ο Μινούκιος Φήλιξ, ο Ιλάριος του Πουατιέ, ο Αρνόβιος και ο Αυγουστίνος[19].

Παρά την όποια λογοτεχνική λείανση μπορεί να ανιχνεύσει κάποιος στα κείμενα αυτά και το γεγονός ότι κάθε μεταστροφή είναι μοναδική, εφόσον λαμβάνει χώρα σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον και βιώνεται διαφορετικά από το εκάστοτε πρόσωπο, και παρά το γεγονός ότι το έναυσμα μπορεί να είναι διαφορετικό, αξίζει να αποκωδικοποιήσουμε για τους στόχους της εισήγησης αυτής τα βασικά μοτίβα.

Η μεταστροφή συνιστά για όλους μια κορυφαία και ανεπανάληπτη εμπειρία, ένα συγκλονιστικό γεγονός πνευματικής αφύπνισης και συνειδητοποίησης, που οδηγεί συχνά σε συντριβή και διακρίνεται από έντονη συναισθηματική φόρτιση. Στα βασικά μοτίβα συγκαταλέγονται η πορεία μιας εναγώνιας αναζήτησης που προηγείται, με εξαίρεση την περίπτωση του αποστόλου Παύλου, η απογοήτευση από τα φιλοσοφικά συστήματα και οι μεταξύ τους αντιφάσεις, η αποκάλυψη της αλήθειας που ως ένα απαστράπτον φως διαλύει το σκότος  της πλάνης και οδηγεί μέσω της μεταστροφής στην ασφάλεια  και τη λύτρωση, τα αισθήματα ενοχής και μετάνοιας για τα λάθη του παρελθόντος, το αίσθημα της χαράς και της πλήρωσης και η αποστολή διαφώτισης και διάδοσης της αλήθειας στους άλλους. Σημαντικός είναι ο ρόλος που κατέχει το βάπτισμα που ακολουθεί την εμπειρία και σηματοδοτεί την αναγέννηση του ανθρώπου και η είσοδος της θείας χάριτος στη μεταστραφείσα ψυχή καθώς και η γνώση του θεού. Στο μοτίβο της αναζήτησης συνυφαίνεται συχνά και η προσευχητική διάσταση και έτσι η μεταστροφική εμπειρία δεν είναι αυτόκλητη, αλλά  προκαλείται τρόπον τινά από τον ίδιο τον μεταστρεφόμενο[20].

Η αυτοβιογραφική έκθεση των συγγραφέων δεν αποτελεί αυτοσκοπό ή αυτοπροβολή, αλλά εντάσσεται σε απολογητικά ή παραδειγματικά πλαίσια. Το προσωπικό  μεταστροφικό βίωμα παρέχει μιαν αδιάψευστη μαρτυρία και οικοδομεί ένα πρότυπο θρησκευτικής στάσης και ηθικής συμπεριφοράς στους μεταγενεστέρους. Για το λόγο αυτό και ο απόστολος Παύλος εκείνο που προβάλλει  δεν είναι η ιστορία της ζωής του αλλά η ιστορία της μεταστροφής του και η καταλυτική  εμπειρία του οράματος της Δαμασκού. Ο Αυγουστίνος, στη συνέχεια, μεταποιεί τη μεταστροφική του εμπειρία και λύτρωση σε έναν αίνο προς τον θεό, σε μια δημόσια ομολογία ενώπιον των ανθρώπων, ένα διδακτικό παράδειγμα για άλλους που πρέπει να οδηγηθούν κοντά στο θεό, αφού έχουν εξαγνισθεί στο ιαματικό ύδωρ της μετάνοιας και της εξομολόγησης[21].

Γενικά, η συγκλονιστική εμπειρία της στιγμής μεταπλάθεται και διαπλάθεται στις αυτομαρτυρίες της μεταστροφής, επιχειρεί να ισορροπήσει μεταξύ συναισθήματος και λογικής, μεταξύ αυτοκριτικής και κριτικής των άλλων, μεταξύ λύτρωσης και ενοχής, μεταξύ απομάκρυνσης από το παρελθόν και του οράματος μιας νέας ζωής[22].

Πέρα όμως από τις όποιες αυτομαρτυρίες και περιγραφές μεταστροφής βρίσκουμε στα κείμενα, αξίζει στο σημείο αυτό να ρίξουμε μια ματιά στην εικαστική της αποτύπωση, η οποία με έναν μοναδικό τρόπο αποδίδει την ένταση της στιγμής.

Θα δούμε τέσσερις περιπτώσεις εικαστικής αποτύπωσης της μεταστροφής του αποστόλου Παύλου από τρεις δυτικούς ζωγράφους:

Η πρώτη προέρχεται από τον Michelangelo.

νέο Η μεταστροφή1_Page_1

Η δεύτερη από τον Tintoretto.

νέο Η μεταστροφή1_Page_2

Οι δύο επόμενες προέρχονται από τον Caravaggio:

Στην μία περίπτωση ο Παύλος παρουσιάζεται να κλείνει τα μάτια μπροστά στο εκτυφλωτικό φως.

νέο Η μεταστροφή1_Page_3

Η συγκλονιστικότερη όμως αποτύπωση κατά κοινή ομολογία είναι αυτή στον επόμενο ζωγραφικό πίνακα: Στον πίνακα αυτό η εικόνα έχει «παγώσει» στη στιγμή της μεταβολής: ο δυνατός πολέμιος του Χριστού είναι απόλυτα αδύναμος, το σπινθηροβόλο βλέμμα του έχει βυθιστεί στο σκότος. Μπορεί στο καινοδιαθηκικό κείμενο να διακρίνουμε τα αποτελέσματα του γεγονότος, να συνειδητοποιούμε γιατί ο Παύλος και ο κόσμος ήταν διαφορετικός μετά το όραμα της Δαμασκού, όμως στον πίνακα δεν έχουμε τίποτα άλλο παρά δυο χέρια απλωμένα προς τον ουρανό και δυο τυφλά μάτια στραμμένα προς το εκτυφλωτικό φως που έρχεται από τον ουρανό: πρόκειται για την αυτόνομη και απόλυτη αποτύπωση της ίδιας της  εμπειρίας.

νέο Η μεταστροφή1_Page_4

ΙΙΙ. Η μεταστροφή εντός της Εκκλησίας: Από το ύδωρ του βαπτίσματος στα δάκρυα της μετανοίας

Στους κόλπους της Εκκλησίας, καθώς απομακρύνεται πλέον η σχέση με τον εθνικό κόσμο, η μεταστροφή αφορά την απομάκρυνση όχι από τα είδωλα αλλά από τα προσωπικά παραπτώματα. Η μετάνοια παραμένει ο οδοδείκτης για τη θεϊκή συγγνώμη και την αντιστροφή πορείας, όμως ο όρος εξελικτικά φαίνεται να δηλώνει περισσότερο την αλλαγή του νοός μετά από στοχασμό, και, πέρα από τη συνηθισμένη θρησκευτική σημασία του όρου, μια βαθύτερη ανασυγκρότηση του ατόμου και μια σταθερή πορεία προς τα εμπρός.

Καθώς λοιπόν η μετάνοια αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της μεταστροφής, συχνά ταυτίζεται ή και συγχέεται με τη δεύτερη, όχι μόνο στην ελληνόφωνη αλλά και στη λατινόφωνη γραμματεία. Και στη γλώσσα της Εκκλησίας η μεταστροφή, η μετάνοια και η επιστροφή είναι έννοιες και εμπειρίες σχεδόν ταυτόσημες. Οι σχετικοί λόγοι των Πατέρων επιγράφονται Περί μετανοίας  (De paenitentia)  και όχι περί «μεταστροφής». Στο κείμενο της Κατήχησης της Καθολικής Εκκλησίας[23] ο όρος μεταστροφή (conversione) φαίνεται να μη διαχωρίζεται από τον όρο μετάνοια (pentimento). Άλλωστε, στο ίδιο κείμενο γίνεται αναφορά στη μαρτυρία του Αμβροσίου Μεδιολάνων, ο οποίος κάνει λόγο για δύο μεταστροφές στην Εκκλησία· η μία σχετίζεται με το νερό και η δεύτερη με τα δάκρυα: το ύδωρ του βαπτίσματος και τα δάκρυα της μετανοίας: Ecclesia autem et aquam habet et lacrymas habet: aquam baptismatis, lacrymas paenitentiae[24].

Asisi_478

Γ. Η έννοια της «μεταστροφής» στον σύγχρονο κόσμο: ρήξεις και συνέχειες μιας διαχρονικής έννοιας

Οι σύγχρονοι μελετητές επικεντρώνονται ως επί το πλείστον στη σχέση του φαινομένου της μεταστροφής με την ιεραποστολή, τον προσηλυτισμό  και τον εκχριστιανισμό[25]. Οι περισσότεροι διαπιστώνουν μια διαφοροποίηση της χριστιανικής ταυτότητας της Ευρώπης. Πολλοί πιστοί, που έχουν εκ παραδόσεως κληρονομήσει τη χριστιανική ταυτότητα πολύ συχνά χαρακτηρίζονται από μια θρησκευτική αδιαφορία, ενώ την ίδια στιγμή μια νέα ισχυρή ομάδα ανθρώπων γνωρίζουν σε μεγαλύτερη ηλικία τον Χριστό, μεταστρέφονται και είναι πιο ενεργητικοί και δραστήριοι, πιο ενθουσιώδεις[26]. Σε αυτές τις περιπτώσεις η διαδικασία της μεταστροφής είναι ως επί το πλείστον κάτι περισσότερο από την αποδοχή ή την αλλαγή μιας θρησκευτικής ταυτότητας[27].

 Το αίτημα της «μεταστροφής» σήμερα

Ανεξάρτητα από την όποια μετάλλαξη έχει υποστεί το χριστιανικό πρόσωπο της Ευρώπης και τις όποιες διαπιστώσεις των μελετητών, εκείνο που παραμένει είναι το αίτημα για μια ουσιαστική μεταστροφή του σύγχρονου κόσμου, με την πραγματική σημασία του όρου. Σήμερα η προφητική έκκληση για μετάνοια, ο λυτρωτικός λόγος του ευαγγελίου για πνευματική ανακαίνιση, το αίτημα και η ανάγκη για μεταστροφή του ανθρώπου, ηχούν περισσότερο επίκαιρα παρά ποτέ. Η μαρτυρία και το παράδειγμα όσων βίωσαν την εν Χριστώ ζωή προβάλλουν ως φωτεινοί οδοδείκτες στον πνευματικό ζόφο που ζει ο άνθρωπος του εικοστού πρώτου αιώνα. Ο σημερινός άνθρωπος της παγκοσμιότητος, όπου τα σύνορα ανάμεσα στους πολιτισμούς, τις γλώσσες και τις θρησκείες έχουν καταργηθεί, συχνά μοιάζει ανέστιος και περιπλανώμενος, όπως ο άνθρωπος της εποχής του Χριστού, φαίνεται να χρειάζεται κυρίως μετάνοια, αλλαγή νοός.

Παρά την τεράστια τεχνολογική πρόοδο, την αύξηση των ορίων της  ζωής, τις νέες θεραπευτικές μεθόδους, χρειάζεται περισσότερο από ποτέ την θαυματουργική ιαματική επενέργεια του Ιησού, την πνευματική ίαση, την επιστροφή στο θεό. Η συγκρότηση ενός νέου οράματος, μιας αναγέννησης, προβάλλει σήμερα επιτακτική σε μια κοινωνία πολύπλοκη και απαιτητική που βρίσκεται σε διαρκή αναζήτηση νέων αξιών και προσανατολισμών. Για να πραγματωθούν όλα αυτά, πρέπει οι άνθρωποι να χαρακτηρίζονται από παρρησία και κοινωνική υπευθυνότητα και να εμφορούνται από τις αξίες της κοινωνικής δικαιοσύνης και της αλληλεγγύης, της υπέρβασης του εαυτού και της εγωκεντρικότητας, της άδολης αγάπης. Και πρότυπο μοναδικό είναι η θυσιαστική αγάπη του Χριστού και οδοδείκτης η αναστάσιμη ελπίδα. Είναι η θεία χάρη, το άπειρο έλεος του θεού, που, όπως σημειώνει ο Κυπριανός, μπορεί να μας λυτρώσει από τις ενοχές, να «γίνουν εύκολα τα δύσκολα, τα αδύνατα δυνατά, να μας αναγεννήσει».

Asisi_616

Αντί επιλόγου

Η επιστροφή του σύγχρονου «ασώτου»

Η πρώτη Εκκλησία ήταν μια  κοινότητα μεταστραφέντων, που βίωσαν τη λύτρωση και είδαν το φως, που γεύτηκαν τη χαρά της γνώσης, που ξαναγεννήθηκαν. Μια τέτοια κοινωνία μπορούμε να γίνουμε και σήμερα όλοι, και οι εκ παραδόσεως πιστοί και όσοι γνωρίζουν τον Χριστό στην πορεία, και αυτό θα το πετύχουμε μόνο αν ο καθένας, μέσα από την προσωπική του άσκηση, βιώνει τη δική του διαρκή μετάνοια και μεταστροφή προς τον Χριστό. Στον σημερινό μετα-χριστιανικό κόσμο, επιτακτική προβάλλει η ανάγκη οι Εκκλησίες, χωρίς να απεμπολήσουν τη μακραίωνη ιστορία τους, να γονιμοποιήσουν εκείνα τα στοιχεία που θα τις βοηθήσουν να αναζητήσουν εκ νέου τον ρόλο τους, προχωρώντας περαιτέρω σε μια περισσότερο περιεκτική κατανόηση της πίστης η οποία θα λαμβάνει, μεταξύ άλλων, σοβαρά υπόψη την έννοια της αμφιβολίας και θα διαμορφώνει έναν οικουμενισμό φιλίας πέρα από ομολογιακά όρια[28].

Γιατί η «μεταστροφή» για την ιστορικότητα της Εκκλησίας δεν κλείνει σαν μια νομική ή σχολαστική υπόθεση, αλλά παραμένει ανοιχτή για τον καθένα μας, στην πορεία προς την τελείωση. Και τον καθένα από μας τον περιμένει το έλεος και η φιλευσπλαχνία του θεού, όπως η ανοιχτή αγκαλιά του πατέρα της παραβολής, όταν γύρισε ο άσωτος υιός. Ένας πατέρας που δέχτηκε το γιο του απροϋπόθετα. Για το λόγο αυτό άλλωστε το ευαγγελικό κείμενο παραμένει ανοιχτό, δεν υπάρχει καμία αναφορά στην επόμενη μέρα, καμία πληροφορία για τη συνέχεια της ιστορίας του ασώτου: και εδώ ακριβώς έγκειται η καθολικότητά του. Έτσι και ο σύγχρονος άνθρωπος καλείται να βιώσει την πραγματική  μετάνοια και να εμπιστευτεί όλο του το είναι στο θεό. Να αφεθεί ολοκληρωτικά στη θεραπευτική αγάπη του πατέρα. Και ακριβώς αυτό είναι που δυσκολεύεται να κάνει ο σύγχρονος άνθρωπος. Να υπερβεί το εγώ του, την εμπιστοσύνη στον εαυτό του και όσα ο ίδιος δημιούργησε και να αποβάλει όλες τις αμφιβολίες και τις αμφισβητήσεις. Και φαίνεται να μοιάζει ο σύγχρονος άνθρωπος όχι με τον άσωτο του ευαγγελίου αλλά με εκείνον τον άσωτο που περιγράφει ο γάλλος συγγραφέας André Gide στο έργο του «Η επιστροφή του ασώτου»[29]. Ο νομπελίστας λογοτέχνης (Νόμπελ Λογοτεχνίας 1947) συνέλαβε με τη γραφίδα του τον άσωτο όχι τη στιγμή  της μετανοίας και της επιστροφής αλλά  σε μία από τις φάσεις του εσωτερικού αγώνα. Έτσι, ο δικός του άσωτος, ενώ βρίσκεται στη θαλπωρή της πατρικής εστίας, φέρει ακόμη μέσα του κάποια σκιά που θαμπώνει την αίγλη της υποδοχής. Γεύεται τη στιγμή εκείνη τη χαρά,  αλλά η αμφιβολία συνεχίζει να φωλιάζει στην ψυχή του και να επιτείνει την τραγικότητά του. Αυτή όμως ακριβώς την τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης είναι που ήρθε να απαλείψει το χριστιανικό μήνυμα της ανάστασης και της σωτηρίας. Και να είμαστε βέβαιοι ότι το οδοιπορικό της αναζήτησης του καθενός από μας μπορεί να μας οδηγήσει στον «εύορμο λιμένα», αρκεί, όπως σημειώνει ο ιερός Χρυσόστομος, να έχουμε την προαίρεση, να επιλέξουμε το δρόμο της επιστροφής[30].

Asisi_500

[1] Για τον Κυπριανό βλ. ενδεικτικά  E. W. Benson, Cyprian. His Life, his Time, his Work, Λονδίνο 1897 και M. M. Sage, Cyprian, Cambridge, Massach. 1975. Επίσης U. Wickert, «Cyprian», στο M. Greschat (εκδ.) Gestalten der Kirchengeschichte1,1, Στουτγάρδη 1984, 158-175.

[2] Εποπτική εικόνα της εξέλιξης του όρου παρέχουν τα λήμματα βασικών λεξικών, όπως π.χ. D. Nock (λήμμα “Bekehrung”), RLAC, II, A. 105-118, H. Leclercq (λήμμα “Conversion”) DACL 3,2, 2797/2800.  Βλ. επίσης τη μελέτη  E. S. Jones, Conversion, New York 1959. 

[3] Ad Donatum 3-4.

[4] Αναλυτική παρουσίαση του φαινομένου της μεταστροφής στη φιλοσοφία και το χριστιανισμό, με βάση τις προσωπικές μαρτυρίες των μεταστραφέντων, βλ. στο Ά. Κόλτσιου-Νικήτα, Αυτομαρτυρίες μεταστροφής στη γραμματεία των πρώτων χριστιανικών αιώνων, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2013.

[5] Περισσότερα για το περιεχόμενο του όρου «μεταστροφή» εκτός του χριστιανισμού, βλ. T. M. Finn, From Death to Rebirth: Ritual and Conversion in Antiquity, New York: Paulist, 1997. Επίσης P. Rousseau, “Conversion,” στο: The Oxford Classical Dictionary (3d ed., ed. Simon Hornblower και Antony Spawforth; Oxford: Oxford University Press, 1996), 386-87.

[6] Πολιτεία 518 cd. Βλ. σχετικά P. Hadot, Plotin, Porphyre. Études néoplatoniciennes, Paris 1999, σελ. 37-42, A. D. Nock, Conversion. The Old and the New in Religion from Alexander the Great to Augustine of Hippo, Oxford 1952 (2η έκδ.), σελ. 179-180.

[7] Η αναστροφή και η αλλαγή πορείας αποτελεί σταθερό θέμα στο κήρυγμα των προφητών της Παλαιάς Διαθήκης. Αξίζει να σημειώσουμε εδώ ότι οι προφήτες χρησιμοποιούν το ρηματικό τύπο «επιστρέφω» και όχι το αφηρημένο ουσιαστικό «επιστροφή», το οποίο εμφανίζεται μόνο στη ραβινική γραμματεία. Επομένως, οι προφήτες έχουν μπροστά στα μάτια τους την ίδια την πράξη του επιστρέφειν, μία πράξη που αποσκοπεί στην επιστροφή και την αποκατάσταση της αρχικής σχέσης με τον θεό του Ισραήλ, βλ. H. W. Wolff, „Das Thema „Umkehr“ in der alttestamentlichen Prophetie“, ZTK 48 (1951). Ειδικά για την έννοια της μετάνοιας στον προφήτη Ιωήλ βλ. και Μ. Κωνσταντίνου, «Η αληθινή μετάνοια. Τετάρτη της Τυρινής Εβδομάδας: Ακολουθία της Τριθέκτης: Ἰωὴλ 2: 12-26», Εφημέριος, Μάρτ.- Απρίλ. 2016, τχ. 2, σελ. 8-10.

[8] Ιερεμίας 7,3.

[9] Ιερεμίας 3,13.

[10] Ιερεμίας 12,11

[11] Ιερεμίας 18,11, 25,5.

[12] Ιερεμίας 4,3. Βλ. Θ. Κ. Παρασκευαΐδου,  «Το κήρυγμα περί μετανοίας του προφήτου Ιερεμίου», Θεολογία 6 (1928), 4, 310-325 (κυρίως σελ. 323 κεξ.: «Μετάνοια και επιστροφή»).

[13] Ιερεμίας 1,10.

[14] Έτσι π.χ. στην Β΄ Προς Κορινθίους  5,17 η ιδέα της ανακαίνισης είναι έκδηλη: ὥστε εἴ τις ἐν Χριστῷ, καινὴ κτίσις· τὰ ἀρχαῖα παρήλθεν, ἰδοὺ γέγονε καινὰ τὰ πάντα. Πρβλ. και τον ορισμό της μετάνοιας: Μετάνοιά ἐστι τὸ ἀποστρέψαι ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας. Οὐ γάρ ἐστι μία ἁμαρτία, ἀλλ’ ὅλος ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος ἁμαρτία καλεῖται», Σχόλιον εις Λόγον Ε΄ Ιωάννου της Κλίμακος, PG 88, 781 Β.

[15] Βλ. Γ. Γαλίτη, «Η μετάνοια εν τη Καινή Διαθήκη», Γρηγόριος Παλαμάς  56 (1973), σελ. 462. Σύμφωνα με τον ορισμό του Ιωάννη Δαμασκηνού μετάνοια είναι ἡ ἐκ τοῦ παρὰ φύσιν εἰς τὸ κατὰ φύσιν καὶ ἐκ τοῦ διαβόλου πρὸς τὸν θεὸν ἐπάνοδος (PG 94, 976A).

[16] Τὸ αἰσθηθῆναι τῶν ἁμαρτημάτων ἐκ θεοῦ ἐστι γινόμενον χάρισμα, Ισαάκ Σύρος, Λόγος ΟΑ΄.

[17] Στα ευαγγελικά κείμενα στη θέση της μεταστροφής συχνά βρίσκουμε τα αντιθετικά ζεύγη φως-σκοτάδι, αλήθεια-ψέμα, αγάπη-μίσος, ζωή-θάνατος. Βλ. Γ. Γαλίτη, «Η μετάνοια εν τη Καινή Διαθήκη», ό.π., σελ.  454-464.

[18] Ένα διάγραμμα της γραμματειακής αυτής παραγωγής βλ. στον A. D. Nock, “Bekehrung”, RLAC 2 (1954) 105-108 και A. Sizoo, “Autobiographie”, RLAC 1 (1950), σσ. 1052 εξ. και 1054 εξ. (“Bekehrungsgeschichten”, στα πλαίσια όμως μόνο του είδους της αυτοβιογραφίας). Πρβλ. επίσης G. Μisch, A History of Autobiography in Antiquity, τ. 1- 2, Λονδίνο 1973 (=1950). Για το περιεχόμενο του όρου βλ. G. Niggel, “Zur Theorie der Autobiographie”, στο: M. Reichel (επιμ.), Antike Autobiographien, Köln 2005, σελ. 1-14.

[19] Αναλυτική παρουσίαση των περιπτώσεων αυτών βλ. στο Ά. Κόλτσιου-Νικήτα, Αυτομαρτυρίες μεταστροφής στη γραμματεία των πρώτων χριστιανικών αιώνων, ό.π., σελ. 61-228.

[20] Άλλωστε η προσευχή υπήρξε πάντα και στη φιλοσοφική σκέψη ένα όχημα για στοχασμό και για τον ίδιο τον Αυγουστίνο είχε μια λυτρωτική και θεραπευτική δύναμη παρόμοια με εκείνη της εξομολόγησης «Στην προσευχή γίνεται μια μεταστροφή της καρδιάς προς εκείνον που είναι πάντα έτοιμος να δώσει…και μέσα σ΄ αυτήν την ίδια τη μεταστροφή γίνεται μια κάθαρση του εσωτερικού ματιού». Αυγουστίνος, De sermone Domini in monte 2,14: fit ergo in oratione conuersio cordis ad eum qui semper dare paratus est, si nos capiamus quod dederit, et in ipsa conuersione purgatio interioris oculi, cum excluduntur ea quae temporaliter cupiebantur, ut acies simplicis cordis ferre possit simplicem lucem diuinitus sine ullo occasu aut inmutatione fulgentem, nec solum ferre sed etiam manere in illa, non tantum sine molestia sed etiam cum ineffabili gaudio, quo uere ac sinceriter beata uita perficitur.

[21] Αναλυτική παρουσίαση των περιπτώσεων αυτών βλ. στο Ά. Κόλτσιου-Νικήτα, Αυτομαρτυρίες μεταστροφής στη γραμματεία των πρώτων χριστιανικών αιώνων, ό.π., σελ. 229-256.

[22] Εξαιρετική αναλυτική παρουσίαση της μεταμορφωτικής και λυτρωτικής επίδρασης της μεταστροφής βλ. στο V. Bailey Gillespie, The Dynamics of Religious Conversion: Identity and Transformation, Birmingham 1991, εκδ. Religious Education Press.

[23] Βλ. το κείμενο στην ιστοσελίδα http://www.vatican.va/archive/catechism it/p2s2c2a4 it.htm

[24] Ep. 41,12, PL 16,1116.

[25] Βλ. ενδεικτικά  M. Goodman, Mission and Conversion: Proselytizing in the Religious History of the Roman Empire, Oxford 1994 και A. R. Tippet, «Conversion as a dynamic process in Christian mission», Missiology 5(2) (1977) 205-15.

[26] Ο David E. Bjork σε ένα ενδιαφέρον άρθρο με τον τίτλο: «The Future of Christianity in Western Europe. The End of a World», Missiology 34.3 (2006), σελ. 309-324, διακρίνει τρεις βασικούς τρόπους μέσω των οποίων οι Ευρωπαίοι σχετίζονται με τη χριστιανική πίστη, που αντιστοιχούν σε τρία πρότυπα: το πρότυπο του «πιστού», του «προσκυνητή» και του «μεταστραφέντος».  Στηριγμένος ο συγγραφέας  στα δεδομένα της έρευνας που διεξήγαγε στη Γαλλία στο πλαίσιο της διδακτορικής του διατριβής, όπου ασχολήθηκε με τη διαδικασία μεταστροφής σε εννέα διαφορετικές ομάδες ευαγγελικών, καταλήγει στη διαπίστωση ότι η εμπειρία της μεταστροφής είναι τόσο μεταμορφωτική και η δυναμική που αναπτύσσεται εν προκειμένω τόσο μεγάλη, ώστε συνδέει «το μέλλον του χριστιανισμού με την ικανότητα των ευρωπαϊκών εκκλησιών να γίνουν περισσότερο κοινωνίες μεταστραφέντων, αντί να παραμείνουν συνάξεις πιστών και προσκυνητών».[βλ. ελλην. μετάφρ. του άρθρου: Νταβίντ Ε. Μπγιορκ, «Το μέλλον του Χριστιανισμού στη Δυτική Ευρώπη. Το τέλος ενός κόσμου», Σύναξη 103 (2003), σελ. 21].

[27] Στη νεότερη βιβλιογραφία σειρά μελετών υπό τον τίτλο της «μεταστροφής» αναφέρονται σε μια εξωτερικής φύσεως μεταστροφή από μια ομολογία σε μία άλλη. Παραδείγματα βλ. ενδεικτικά  στον  A. I. Gordon, The Nature of Conversion, Boston 1967, C. B. Kendall, O. Nicholson, W. D. Phillips Jr., και M. Ragnow (επιμ.), Conversion to Christianity From Late Antiquity to the Modern Age Considering the Process in Europe, Asia, and the Americas, New York 2009.

[28] Ενδεικτικά βλ. Βαρθολομαίου, Οικουμενικού Πατριάρχου, “Αρχαί καί αξίαι ως βάσεις δια την οικοδόμησιν της Ευρώπης”, Εκκλησία 80(2003), σελ. 341–345 και J. Ratzinger, Kirche. Öekumene und Politik: Neue Versuche zur Ekklesiologie, Tuebingen 1987, σελ. 200-210.

[29] Βλ. André Gide, «Η Επιστροφή του Ασώτου», εισαγ., σημ. και μτφρ. Μιχ. Δ. Στασινόπουλος, Νέα Εστία, τχ. 73, 1.1. 1939, σελ. 20-28. Για τον συγγραφέα και το έργο του γενικά βλ. Απόστολος Σαχίνης, «Η Πεζογραφία του Αισθητισμού», Εστία, Αθήνα 1981, σελ. 162-166, Γ. Θεοτοκάς, «Συνάντηση με τον Αντρέ Ζιντ», Νεοελληνικά Γράμματα, αρ. 126, 29/4/1939, σελ. 1-3. και Δ. Νικολαρεϊζης, «Το Έργο του André Gide, Δοκίμια Κριτικής, «Πλέθρον», Αθήνα 1983, σελ. 15-45 και Α. Σαμουήλ, «Είσοδος και απήχηση του έργου του Gide στην Ελλάδα», Σύγκριση/Comparaison  7 (1996), σελ. 7-17.

[30] Ένα βασικό σημείο που «αποκαλύπτει» η ερμηνεία της μεταστροφής του αποστόλου Παύλου από τον ιερό Χρυσόστομο είναι η προβολή της προαίρεσης και της ελευθερίας επιλογής που συνδέεται με την αποδοχή της κλήσης από τον ίδιο τον Παύλο. Η μεταστροφή της πορείας του πρώην διώκτη μετά το γεγονός της Δαμασκού, παρά τον εντυπωσιακό και καθηλωτικό της χαρακτήρα, δεν θα ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθεί παρά μόνο γιατί ο ίδιος ο Παύλος επέλεξε συνειδητά να αλλάξει πορεία. Η κλήση του θεού σημειώνει ο Χρυσόστομος δεν έχει χαρακτήρα εξαναγκασμού: Μὴ ἀναγκαστὴν τὴν κλῆσιν εἶναι νόμιζε· οὐδὲ γὰρ ἀναγκάζει ὁ θεὸς, ἀλλ’ ἀφίησιν κυρίους εἶναι προαιρέσεων καὶ μετὰ τὴν κλῆσιν, Εις τας Πράξεις των Αποστόλων, Εγκώμιον εις τον άγιον Παύλον, Λόγος δ΄ 4,4.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Άννα Κόλτσιου-Νικήτα, Η «μεταστροφή» ως πνευματική κληρονομιά και σύγχρονο αίτημα

Ορθόδοξη λειτουργία στην Ασίζη της Ιταλίας

Asisi_716

Κατά την τελευταία ημέρα διεξαγωγής του ΙΕ΄ Διαχριστιανικού Συμποσίου στην Ασίζη με θέμα «Η πνευματικότητα ως πρόκληση για τον σημερινό κόσμο» τελέστηκε για πρώτη φορά Ορθόδοξη λειτουργία στον τάφο του Αγίου Φραγκίσκου. Το ιστορικό αυτό γεγονός έλαβε χώρα το πρωί της Πέμπτης 30 Αυγούστου 2018. Στη λειτουργία έψαλαν φοιτητές και καθηγητές του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ, ενώ είχαν την ευκαιρία να την παρακολουθήσουν και αρκετοί επισκέπτες της Ασίζης. Το συνέδριο ολοκληρώθηκε το μεσημέρι της ίδιας ημέρας με μεγάλη επιτυχία και το ραντεβού της επόμενης συνάντησης ορίστηκε το 2020 στη Θεσσαλονίκη.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ορθόδοξη λειτουργία στην Ασίζη της Ιταλίας

Μόσχος Γκουτζιούδης, Οι τρεις πειρασμοί του Χριστού και της εποχής μας

Asisi_378

Η εισήγηση του επίκουρου καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ στο 15ο Διαχριστιανικό Συμπόσιο στην Ασίζη με θέμα «Η πνευματικότητα ως πρόκληση για τον σημερινό κόσμο»

Αν η πνευματικότητα αποτελεί πρόκληση για τον σύγχρονο κόσμο, κατά την εποχή της δημόσιας δράσης του Ιησού η πλέον γνωστή πρόκληση που αυτός αντιμετώπισε σύμφωνα με τις πληροφορίες των ευαγγελίων είναι αναμφίβολα εκείνη που καταγράφεται σε δύο από αυτά με τη μορφή τριών πειρασμών. H διήγηση των πειρασμών του Ιησού δημιουργεί αρκετά προβλήματα στους σύγχρονους αναγνώστες της Κ.Δ. Θα λέγαμε πως αποτελεί αναμφίβολα πρόκληση και για τη σύγχρονη ερμηνευτική. Ωστόσο εμείς θα εστιάσουμε το ενδιαφέρον μας εδώ στην αφηγηματική λειτουργία του κειμένου και κυρίως στο θεολογικό του στόχο χωρίς να επιμείνουμε σε θέματα όπως η ιστορία της σύνταξης και η ιστορικότητα της εν λόγω διήγησης.

Η διήγηση των πειρασμών του Ιησού διασώζεται μόνο στους συνοπτικούς ευαγγελιστές. Το κατά Ιωάννην δεν περιέχει τους πειρασμούς του Ιησού. Από τους συνοπτικούς ο Μάρκος δεν περιέχει το διάλογο μεταξύ Ιησού και διαβόλου. Συνεπώς η διήγηση των πειρασμών του Ιησού στην έρημο, όπως είναι σήμερα γνωστή στον χριστιανικό κόσμο, περιέχεται μόνο στα ευαγγέλια του Ματθαίου και του Λουκά.  Η βασικότερη διαφορά στις εκδοχές του Ματθαίου και του Λουκά είναι η σειρά των δύο τελευταίων πειρασμών. Ο δεύτερος στη σειρά του Ματθαίου έχει τοποθετηθεί τελευταίος στο κατά Λουκάν και ο τρίτος έχει γίνει αντίστοιχα δεύτερος. Θεωρούμε πως αυτός ο οποίος διατήρησε τη σειρά που είχε η διήγηση στην Πηγή των Λογίων είναι ο Ματθαίος, ενώ ο Λουκάς για να εξυπηρετήσει τους δικούς του θεολογικούς στόχους μετακίνησε τον δεύτερο πειρασμό στη θέση του τρίτου. Η εκδοχή του Ματθαίου έχει μια κλιμάκωση των πειρασμών και έτσι θα πρέπει να είναι αυθεντικότερη. Αντίθετα ο Λουκάς τοποθέτησε τη σκηνή του πειρασμού στο ναό της Ιερουσαλήμ τελευταίο στη σειρά για να τη συνδέσει με το πάθος και τον θάνατο του Ιησού.

Ο Ματθαίος και ο Λουκάς δανείζονται τη διήγηση των πειρασμών του Ιησού από την Πηγή των Λογίων (Q). Πριν περάσουμε στους τρεις πειρασμούς ορισμένα ερωτήματα προκύπτουν αβίαστα. Τι είδους ιστορία έχουμε εδώ; Γιατί καταγράφεται ένας περίεργος διάλογος με παράθεση χωρίων που θυμίζει δύο ραββίνους να συζητούν έντονα σχετικά με χωρία της Γραφής; Ακόμη πιο εντυπωσιακή ίσως είναι η ειρωνεία ο σύγχρονος αναγνώστης να βρίσκει στο ίδιο ευαγγέλιο τις διηγήσεις του χορτασμού των πέντε (Μτ. 14:13-21) και των τεσσάρων χιλιάδων (Μτ. 15:32-39), όπου ο Ιησούς κάνει το θαύμα που συνδέεται με την τροφή, τη διήγηση της μεταμόρφωσης (Μτ. 17:1-13), όπου έχουμε παρέμβαση του Θεού και τη διήγηση της αποστολής των μαθητών (Μτ. 28:16-20) στην οποία ανακοινώνεται η εξουσία του Ιησού στον ουρανό και τη γη.

Αν μείνουμε στο συμβολικό στοιχείο της διήγησης, έχουμε ένα είδος παραβολής που έχει όμως διδακτικό στόχο. Δεν θα πρέπει επίσης να παραβλέψουμε το ενδεχόμενο η διήγηση να έχει συνταχθεί είτε για κατηχητικούς λόγους, είτε με απολογητική ή πολεμική διάθεση κατά της μαγείας, των εσφαλμένων μεσσιανικών αντιλήψεων της εποχής, ακόμη και της παρουσίασης του Ιησού ως θαυματοποιού. Πιστεύουμε πως εδώ έχουμε ένα χριστιανικό χαγγαδικό μιδράς, το οποίο παρουσιάζει τους πειρασμούς του Υιού του Θεού στηριζόμενο στο Δτ. 6:5.

Περιέργως η διήγηση των πειρασμών του Ιησού συνδέεται με διηγήσεις στα συνοπτικά στις οποίες περιγράφονται διάφοροι πειρασμοί. Κατά τη σταύρωση του Ιησού στο Μτ. 27:39-43 ο πειρασμός να κατεβεί ο Ιησούς από τον σταυρό και μάλιστα με την ίδια προϋπόθεση  που θέτει ο διάβολος (εἰ υἱὸς εἶ τοῦ θεοῦ) στα Μτ. 4:3 και 6 δεν μπορεί παρά να προκαλεί ερωτήματα. Οι τρεις πειρασμοί φέρνουν επίσης στο νου του αναγνώστη το περιστατικό στη Γεθσημανή (Μτ. 26:36-46) αλλά και την τριπλή άρνηση του Πέτρου (Μτ. 26:69-75).

Στην ιστορία της ερμηνείας της διήγησης των πειρασμών αρκετά νωρίς οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς πρότειναν συγκεκριμένα αμαρτήματα για κάθε έναν από αυτούς. Η δική τους επίδραση υπήρξε καθοριστική με αποτέλεσμα οι σύγχρονοι χριστιανοί να αντιλαμβάνονται ακριβώς έτσι τους τρεις πειρασμούς του Χριστού. Κατά συνέπεια η λαιμαργία, η ματαιοδοξία και η φιλοδοξία εμφανίστηκαν στις ερμηνευτικές προσπάθειες να κατανοηθεί η συγκεκριμένη διήγηση παραινετικά προκειμένου τα μέλη της Εκκλησίας να αποφεύγουν τους παραπάνω πειρασμούς, όπως έκανε ο Κύριος. Ο Αμβρόσιος είναι ο πρώτος ο οποίος πρότεινε μια τέτοια σύνδεση. Για γαστριμαργία, φιλαργυρία και κενοδοξία κάνει λόγο ο Μάξιμος ο Ομολογητής αργότερα. Περισσότερο όμως επιτυχημένη είναι η κατανόηση από τον Ντοστογιέφσκι στους αδελφούς Καραμαζόφ. Στο κεφάλαιο του μεγάλου ιεροεξεταστή οι τρεις πειρασμοί γίνονται αντιληπτοί σε σύνδεση με τρεις καταστάσεις προκλήσεις για τον άνθρωπο. Αυτές είναι το θαύμα, το μυστήριο και η κυριαρχία.

Μπορούμε τώρα να δούμε αναλυτικά τους τρεις πειρασμούς του Ιησού και τη λειτουργία τους σε σχέση με τη ζωή των πιστών του σύγχρονου κόσμου. Θα ακολουθήσουμε τη σειρά του Ματθαίου καθώς τη θεωρούμε αυθεντικότερη από εκείνη του Λουκά.

Asisi

1ος πειρασμός (Μτ. 4:3-4//Λκ. 4:3-4)

Ο πρώτος πειρασμός του διαβόλου αφορά την τροφή. Ο διάβολος ζητά από τον Ιησού να μετατρέψει μερικές πέτρες που του υποδεικνύει σε ψωμιά. Πίσω από το συγκεκριμένο πειρασμό δεν μπορούμε να μη δούμε την πείνα του Ισραήλ στην έρημο και φυσικά τη θαυματουργική παρέμβαση του Θεού με το μάννα (Εξ. 16:14-16). Ο πειρασμός δεν συνίσταται στο να φανερωθεί η δύναμη του Υιού του Θεού προκαλώντας ένα θαύμα αλλά να προκληθεί ο Ιησούς να ενεργήσει ανεξάρτητα από τη θέληση του Πατέρα του.

Η φράση του διαβόλου «εἰ υἱὸς εἶ τοῦ θεοῦ» προς τον Ιησού είναι καθοριστική στη διήγηση, αφού επαναλαμβάνεται και στον επόμενο πειρασμό. Όλοι οι πειρασμοί ουσιαστικά έχουν στόχο να κλονίσουν αυτήν ακριβώς την ιδιότητα του Ιησού. Αυτή υπάρχει ακόμη και στον τρίτο πειρασμό (Μτ. 4:9) όπου η φράση «εἰ υἱὸς εἶ τοῦ θεοῦ» δεν χρησιμοποιείται. To εἰ δεν εκφράζει κάποια αμφιβολία από πλευράς διαβόλου, ούτε από πλευράς αυτοσυνειδησίας του Ιησού. Η υιότητα του Ιησού αποτελεί την προϋπόθεση των πειρασμών του διαβόλου. Ο Ιησούς προκαλείται εδώ να δράσει ως Υιός του Θεού για δικό του όφελος και φυσικά ανεξάρτητα από το σχέδιο του Πατέρα του.

Ο Ματθαίος στον πρώτο πειρασμό έχει «εἰπὲ ἵνα οἱ λίθοι οὗτοι ἄρτοι γένωνται». Ο Λουκάς αντίθετα έχει στο παράλληλό του ενικό (4:3). Ο Ιησούς αν και πεινά δεν κάνει το θαύμα για να ικανοποιήσει τον εαυτό του. Η σύγκριση με τον Ισραήλ, ο οποίος όταν πεινούσε διαμαρτυρόταν και απαιτούσε από τον Θεό να τον θρέψει είναι αναπόφευκτη στο σημείο αυτό. Ο διάβολος επιθυμεί να κλονίσει την εμπιστοσύνη που ο Ιησούς έχει στον Πατέρα του και έτσι να αλλάξει το σχέδιο της σωτηρίας.

Η απάντηση του Ιησού στον πειρασμό του διαβόλου «οὐκ ἐπ᾽ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ὁ ἄνθρωπος, ἀλλ᾽ ἐπὶ παντὶ ῥήματι ἐκπορευομένῳ διὰ στόματος θεοῦ» αποτελεί παράθεση από το Δτ. 8:3β. Για να αντιληφθεί κανείς τον πρώτο πειρασμό χρειάζεται να γνωρίζει το Δτ. 8:1-10. Η απάντηση του Ιησού συνοψίζει την εμπειρία του Ισραήλ. Έτσι ο Ιησούς παρουσιάζεται να απαντά στον διάβολο χρησιμοποιώντας τη Γραφή. Η συνάφεια του παραθέματος είναι η δοκιμασία του Ισραήλ στην έρημο και ειδικότερα η πείνα του λαού που ξεπεράστηκε με την θεϊκή αποστολή του μάννα. Στη παραπάνω φράση από το Δευτερονόμιο υπάρχει κάτι παράδοξο. Η αντίθεση μεταξύ ἄρτου και παντὶ ῥήματος ἐκπορευομένῳ διὰ στόματος θεοῦ δεν φαίνεται να είναι φανερή. Τα λόγια του Θεού δεν τρέφουν τον άνθρωπο. Εδώ όμως τίθεται το ζήτημα της προτεραιότητας κάποιων πραγμάτων. Αν ο Ιησούς χρειαζόταν τροφή, ο Θεός θα του την είχε ήδη προσφέρει. Ο Ιησούς αποφεύγει λοιπόν να χρησιμοποιήσει την ιδιότητά του ως Υιός του Θεού για την προσωπική του ικανοποίηση και υπακούει στο θέλημα του Πατέρα του. Η υπακοή έγκειται στο να επιθυμεί και να κάνει ο Υιός όσα ακριβώς επιθυμεί ο Πατέρας. Η θεολογική σκέψη του Ματθαίου εδώ κινείται στη λογική ότι ο πιστός θα πρέπει απλώς να ακούει τον Θεό. Μία από τις ιδιότητες που αποδιδόταν στις αναμενόμενες μεσσιανικές προσωπικότητες του Ιουδαϊσμού ήταν και η δυνατότητα παροχής τροφής στο λαό. Εδώ όμως δεν υπάρχει πλήθος, παρά μόνο ο πειράζων και ο ίδιος και έτσι δεν θα είχε νόημα η πραγματοποίηση ενός θαύματος για την πρόκληση εντύπωσης και φανέρωσης της δύναμης του Υιού του Θεού ή της αποκάλυψης της μεσσιανικότητάς του. Αυτό που δοκιμάζεται είναι η εμπιστοσύνη του Υιού στον Πατέρα και όχι ο μεσσιανικός του σκοπός.

Στη σημερινή εποχή τα επιτεύγματα της ανθρώπινης δημιουργίας με τη συνδρομή της τεχνολογίας έχουν δώσει την εντύπωση πως και ο ίδιος ο άνθρωπος είναι ικανός για την πρόκληση θαυμάτων. Το αποτέλεσμα είναι τα όρια να ξεπερνούνται σε διάφορες πτυχές του καθημερινού βίου, ενώ αυτές οι επιτυχίες πολύ συχνά να συμβαίνουν για τη δημιουργία εντυπώσεων και κυρίως την ανακάλυψη των δυνατοτήτων του σύγχρονου ανθρώπου. Ο πνευματικός άνθρωπος θα πρέπει όμως να αντιμετωπίσει αυτόν τον πειρασμό χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα πρέπει να αρνηθεί την πρόοδο. Θα πρέπει όμως να γνωρίζει και να αποφύγει να προσπαθεί ν’ ανατρέψει τη θέση και το ρόλο του στο δημιουργικό πλάνο του Θεού.

Οι Εκκλησίες ανταποκρινόμενες στην τρέχουσα πραγματικότητα, η οποία μαστίζεται από μια πολύ σκληρή οικονομική κρίση κάνουν σίγουρα ό,τι μπορούν προκειμένου να καλύψουν τις βασικές ανάγκες των ανθρώπων. Η παροχή τροφής σε όσους έχουν εξαθλιωθεί είναι αξιέπαινη πράξη συμπαράστασης. Δεν θα πρέπει όμως να γίνει αφορμή οι εκκλησιαστικοί φορείς αυτών των υπηρεσιών να πέσουν στον πειρασμό να κατανοήσουν τους εαυτούς τους με μεσσιανικά πρότυπα. Αυτός που παρέχει το καθημερινό φαγητό συντηρεί τον άνθρωπο στη ζωή αλλά δεν αντικαθιστά τον Θεό.

Asisi_443

2ος πειρασμός (Μτ. 4:5-7//4:9-10)

Σε αντίθεση με τον πρώτο πειρασμό, ο δεύτερος απαιτεί διαφορετικό σκηνικό και έτσι εδώ έχουμε μετακίνηση από την έρημο. Το ίδιο θα απαιτήσει και ο τρίτος. Ωστόσο ο παραλληλισμός με όσα βίωσε ο Ισραήλ στην έρημο θα συνεχιστεί. Ο διάβολος οδηγεί τον Ιησού «εἰς τὴν ἁγίαν πόλιν». Η Ιερουσαλήμ έχει ξεχωριστή θέση λόγω της παρουσίας του ναού. Ειδικότερα τώρα ο Ματθαίος μας εξηγεί ότι «ἔστησεν αὐτὸν ἐπὶ τὸ πτερύγιον τοῦ ἱεροῦ».

Το λογικότερο είναι να φανταστούμε εδώ το ψηλότερο σημείο του ναού, είτε πάνω από το ιερό, το οποίο είχε 50 μέτρα ύψος, είτε πάνω από το πρόπυλο, το οποίο εκτεινόταν πάνω από την κοιλάδα των κέδρων. Σε οποιοδήποτε σημείο του ναού και αν αναφέρεται η ασυνήθιστη λέξη πτερύγιον μπορεί να έχουμε εδώ ένα λογοπαίγνιο με τη φράση «ὑπὸ τὰς πτέρυγας αὐτοῦ» του Ψλ. 90:4 (Ο΄) με την οποία εκφράζεται η ασφάλεια του Θεού. Πιθανόν ο διάβολος οδηγεί τον Ιησού στο ναό, όπου σύμφωνα με την ιουδαϊκή αντίληψη η παρουσία του Θεού είναι πιο αισθητή.

Η απαίτηση του διαβόλου «βάλε σεαυτὸν κάτω» δεν θα πρέπει να κατανοηθεί σε σύνδεση με τη συγκεκριμένη τοποθεσία ως ένα δημόσιο θέαμα προκειμένου να εντυπωσιαστεί το πλήθος από τη θαυματουργική παρέμβαση του Θεού. Δεν αναφέρεται σε καμία εκδοχή της διήγησης η παρουσία ανθρώπων. Ο διάβολος θέλει να δοκιμάσει ένα άλλο χαρακτηριστικό του Υιού του Θεού. Στη διήγηση δεν παραθέτει μόνο ο Ιησούς χωρία από την Π.Δ. αλλά και ο διάβολος, ο οποίος εδώ προσφεύγει στο Ψλ. 90:11-12 (O΄). Νωρίτερα ο Ιησούς αντιμετώπισε τον πρώτο πειρασμό με τη Γραφή και τώρα ο διάβολος παραθέτει και ο ίδιος ως επιχείρημα ένα κείμενο από τη Γραφή. Ο διάβολος ζητά από τον Ιησού να πέσει από το ψηλό σημείο όπου βρίσκονται για να προκαλέσει την εμφάνιση των αγγέλων προκειμένου να σωθεί από την πτώση.

Ο δεύτερος πειρασμός έχει συνδεθεί με τη μεσσιανικότητα. Πιθανότατα όμως ο δεύτερος πειρασμός δεν θα πρέπει να κατανοηθεί ότι προκαλεί την φανέρωση του μεσσία. Αυτός συνδέεται με την επιθυμία για θαύματα και ίσως φανερώνει πόσο σημαντικό ήταν το ζήτημα αυτό για τους πρώτους χριστιανούς. Ας σκεφτούμε πόσο σημαντικά εξακολουθούν να είναι αυτά σήμερα για τους σύγχρονους πιστούς. Ο διάβολος θέλει και πάλι στην πραγματικότητα να δοκιμάσει την εμπιστοσύνη του Υιού στον Πατέρα. Θέλει να εκβιάσει τη θεία παρέμβαση μέσω των αγγέλων.

Ο Ιησούς αναιρεί τη Γραφή με την ίδια τη Γραφή. Το παράθεμα προέρχεται αυτή τη φορά από το Δτ. 6:16α. Ο Ιησούς αναιρεί το χωρίο που παραθέτει ο διάβολος όχι γιατί διαφωνεί για τις ενέργειες του Θεού οι οποίες περιγράφονται στο Ψλ. 90:11-12, ούτε γιατί το ένα κείμενο αναιρεί το άλλο, αλλά διότι απορρίπτει την πρόταση του διαβόλου να προκαλέσει την παρέμβαση του Θεού. Ο Ιησούς παραθέτει με τη σειρά του ένα άλλο χωρίο από την Π.Δ. Η συνάφεια του παραθέματος «οὐκ ἐκπειράσεις κύριον τὸν θεόν σου» αφορά και πάλι τη δοκιμασία που επέβαλε ο Ισραήλ στον Θεό του κατά την παραμονή του στην έρημο, όταν δεν είχε νερό. H ιστορία περιγράφεται στο Εξ. 17:1-7, όπου διαβάζουμε πως οι Ισραηλίτες απαίτησαν από τον Θεό να τους ξεδιψάσει θαυματουργικά. Στη διήγηση των πειρασμών ο Ιησούς αρνείται να προκαλέσει την παρέμβαση του Θεού για να τον σώσει. Έτσι δεν πειράζει τον Θεό. Την εποχή που μας ενδιαφέρει κυκλοφορούσαν διάφοροι θαυματοποιοί και συνεπώς τέτοιες θαυμαστές πράξεις θα ήταν το ζητούμενο του κόσμου προκειμένου να ηρωοποιήσει ή να θεοποιήσει το πρόσωπο που θα κατάφερνε κάτι τέτοιο. Αυτό που συμβαίνει κατά τον δεύτερο πειρασμό φανερώνει την υπακοή του Ιησού στον Πατέρα του καθόλη τη διάρκεια του βίου του και κυρίως κατά το πάθος του (Μτ. 26:52 ή 27:40).

Η απαίτηση για οποιοδήποτε θαύμα αποτελεί σταθερή πρόκληση για κάθε πιστό σήμερα. Ο χριστιανός δυστυχώς απαιτεί, ειδικά σε δύσκολες περιστάσεις, τη θαυματουργική παρέμβαση του Θεού στην ιστορία, ενώ σπανίως αντιμετωπίζει με αυτοσυγκράτηση μια τέτοια πρόκληση. Πόσοι άλλωστε θα μπορούσαν να μην απευθυνθούν στον Θεό όταν έχουν ν’ αντιμετωπίσουν σοβαρότητα ζητήματα υγείας ή οικονομικά τα οποία απειλούν τη ζωή τους; Ακόμη και η προσευχή εστιάζει στη δημιουργία θαύματος. Ο σύγχρονος πιστός δυστυχώς δεν εντάσσει τον εαυτό του στο σχέδιο της σωτηρίας του Θεού αλλά θεωρεί πως ο Θεός υπάρχει για να εξυπηρετεί τις ανάγκες που δεν μπορεί εκείνος να καλύψει. Η πραγματική πίστη όμως δεν απαιτεί, ούτε πιέζει την θεϊκή συνδρομή αλλά αντίθετα θα πρέπει να φανερώνει την απόλυτη εμπιστοσύνη στον Θεό.

Asisi_192

3ος πειρασμός (Μτ. 4:8-10//Λκ. 4:5-8)

Η ιδέα του ψηλού βουνού έχει και βασιλικά χαρακτηριστικά, αφού σαν παράσταση χρησιμοποιείται συχνά στα αρχαία κείμενα ως σημείο παρουσίας ενός μονάρχη από το οποίο θεωρεί την περιοχή που υπόκειται στην κυριαρχία του. Ο διάβολος δείχνει στον Ιησού «πάσας τὰς βασιλείας τοῦ κόσμου καὶ τὴν δόξαν αὐτῶν». Η αναφορά στη δόξα ίσως δείχνει ότι ο διάβολος προσφέρει στον Ιησού τη δυνατότητα να γίνει βασιλιάς όλου του κόσμου. Αυτό το θέμα της παγκόσμιας κυριαρχίας υπάρχει εξάλλου στους ψαλμούς και τους προφήτες της Π.Δ. Η φράση του Ιησού στο Μτ. 28:18 ότι «ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ [τῆς] γῆς» φανερώνει ότι αυτήν την εξουσία ο ίδιος την απέκτησε μέσω της υπακοής και της εμπιστοσύνης στο σχέδιο του Θεού και όχι έτσι όπως του προσφέρεται τώρα από τον διάβολο.

Στο στίχο 9 καταγράφεται η πρόταση του διαβόλου, αφού έχει δείξει στον Ιησού αυτό που θέλει. Ο τρίτος πειρασμός αποτελεί το ζενίθ της διήγησης. Ο διάβολος υπόσχεται «ταῦτά σοι πάντα δώσω» με έναν όρο που αναφέρεται στο τέλος του στίχου: «ἐὰν πεσὼν προσκυνήσῃς μοι». Ο Ματθαίος ίσως εδώ με τη χρήση του προσκυνήσῃς φανερώνει μια ειρωνεία που δεν είναι άλλη από την χρήση του ίδιου ρήματος νωρίτερα στο Μτ. 2:11 στη διήγηση της προσκύνησης των μάγων. Μια τέτοια προσκύνηση αξιώνει ο διάβολος για τον εαυτό του. Ασφαλώς η ιδέα της προσκύνησης του διαβόλου φέρνει στη μνήμη μας την ειδωλολατρική συμπεριφορά των Ισραηλιτών στο Εξ. 32.

Ο Ιησούς παραθέτοντας πάλι τη Γραφή απορρίπτει την τελευταία προσφορά του διαβόλου. Πριν όμως παραθέσει ο ευαγγελιστής το χωρίο από το Δευτερονόμιο (6:13), τοποθετεί τη μοναδική φράση του Ιησού στο σύνολο της διήγησης που δεν αποτελεί παράθεση της Γραφής. Η φράση «ὕπαγε, σατανᾶ» υπάρχει μόνο στην εκδοχή του Ματθαίου και συνεπώς προέρχεται από το χέρι του. Ο Ιησούς δεν σταματά έτσι κάθε διάλογο με τον διάβολο αλλά του ζητά αποφασιστικά να απομακρυνθεί. Ο Ιησούς με την παράθεση του Δτ. 6:13α «κύριον τὸν θεόν σου προσκυνήσεις καὶ αὐτῷ μόνῳ λατρεύσεις» δείχνει ποιος είναι ο σωστός τρόπος ζωής για κάθε πιστό.

Ο τρίτος πειρασμός φανερώνει στον σύγχρονο αναγνώστη δύο έννοιες: την κυριαρχία και την υποδούλωση. Αυτές οι δύο συνδέονται στενά μεταξύ τους. Κάποιος μπορεί να υπερισχύσει στους συνανθρώπους του και να αποκτήσει περισσότερα απ’ όσα ονειρεύτηκε αλλά την ίδια στιγμή για να τα αποκτήσει έχει πληρώσει ένα τίμημα. Έχει υποδουλωθεί σε κάτι. Δεν πρόκειται για δική του προσωπική επιτυχία αλλά για κάτι που του παραχωρήθηκε από κάποιον άλλον. Στη σημερινή εποχή  ο άνθρωπος αντιμετωπίζει συνεχώς την πρόκληση για περισσότερες κατακτήσεις. Ομολογουμένως η ανθρωπότητα έχει καταφέρει πράγματα τα οποία νωρίτερα ήταν αδιανόητα. Η συνδρομή των τεχνολογιών και η εξέλιξη των επιστημών δημιούργησαν μια νέα πραγματικότητα. Σε αυτήν συχνά ο Θεός δεν έχει θέση. Ο άνθρωπος μόνο αρκεί. Ο πιστός θα πρέπει να αποφύγει μια τέτοια πρόκληση. Τα ανθρώπινα όρια είναι περιορισμένα. Οι πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές και πολιτισμικές επιτυχίες των ανθρώπων δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τον Θεό, ούτε μπορούν να έχουν μεγάλη διάρκεια.

Η ιστορία έχει αποδείξει πως η προσπάθεια κατάκτησης μιας παγκόσμιας κυριαρχίας από οποιονδήποτε ισχυρό αυτού του πλανήτη κάποια στιγμή καταρρέει. Η δύναμη του ανθρώπου είναι περιορισμένη, ακόμη και της τεχνολογίας ή της ιατρικής. Είναι πράγματι απογοητευτικό οι χριστιανοί να υποκύπτουν σε μια τέτοια πρόκληση με σκοπό να πετύχουν το ανέφικτο. Το ευαγγέλιο του Χριστού το ξεκαθαρίζει: ένας είναι ο Κύριος.

Asisi_381

Στην ιστορία της ερμηνείας της διήγησης των πειρασμών έχουν προταθεί διάφορες προσεγγίσεις. Θα μπορούσαμε να τις συνοψίσουμε σε τρεις κύριες κατευθύνσεις. Στην πρώτη ανήκουν όσες κατανοούν τη διήγηση των πειρασμών του Ιησού στο πλαίσιο της ιστορίας της σωτηρίας. Στη δεύτερη εντάσσονται εκείνες που προτιμούν να ερμηνεύουν χριστολογικά τη διήγηση. Στην τρίτη κατεύθυνση από την άλλη, ανήκουν όσες προσπάθειες θεωρούν το παραινετικό στοιχείο το κυρίαρχο της περικοπής. Σύμφωνα με αυτήν την πρόταση ο Ιησούς στη διήγηση των πειρασμών λειτουργεί ως πρότυπο για τους πιστούς, οι οποίοι αντιμετωπίζουν ποικίλες προκλήσεις στον καθημερινό τους βίο. Αν και πιστεύουμε πως στη διήγηση των πειρασμών υπάρχουν στοιχεία τα οποία μπορούν να αξιοποιηθούν καλύτερα με το συνδυασμό και των τριών παραπάνω προσεγγίσεων, μπορεί κανείς να αντιληφθεί γιατί η τρίτη προσέγγιση άσκησε μεγαλύτερη επίδραση στον χριστιανικό κόσμο.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Μόσχος Γκουτζιούδης, Οι τρεις πειρασμοί του Χριστού και της εποχής μας

Ο χαιρετισμός του Πάπα Φραγκίσκου στο ΙΕ΄ Διαχριστιανικό Συμπόσιο της Ασίζης

Asisi_130

Μετάφραση από τα ιταλικά Παναγιώτης Υφαντής, Αναπληρωτής Καθηγητής Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ

Προς τον σεβαστό αδελφό

Καρδινάλιο Kurt Koch

Πρόεδρο του Ποντιφικικού Συμβουλίου για την Προώθηση της Ενότητας των Χριστιανών

Με χαρά πληροφορήθηκα ότι συνεχίζεται η θεάρεστη πρωτοβουλία της σύγκλησης των Συμποσίων, που διοργανώνουν το Φραγκισκανικό Ινστιτούτο Πνευματικότητας του Ποντιφικικού Πανεπιστημίου Antonianum και το Τμήμα Θεολογίας της ορθόδοξης Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με σκοπό την καλλιέργεια αδελφικών σχέσεων φιλίας και μελέτης μεταξύ καθολικών και ορθοδόξων.

Γι’ αυτό επιθυμώ να απευθύνω τους εγκάρδιους χαιρετισμούς μου στους διοργανωτές, στους εισηγητές και σε όλους τους συμμετέχοντες στο ΙΕ’ Διαχριστιανικό Συμπόσιο, που φέτος θα λάβει χώρα μεταξύ 28 και 30 Αυγούστου 2018 στην Ασίζη, με θέμα «Η πνευματικότητα ως πρόκληση για τον σύγχρονο κόσμο». Το συγκεκριμένο ζήτημα άπτεται κατ’ εξοχήν της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας, που χαρακτηρίζεται από την εκκοσμίκευση και τον θρησκευτικό φανατισμό. Αν οι γυναίκες και οι άνδρες κάθε ηλικίας δεν βρουν στην Εκκλησία την απάντηση στη δίψα τους  για τον Θεό, αν δεν βρουν «μια πνευματικότητα ικανή να τους θεραπεύει, να τους απελευθερώνει, να τους γεμίζει ζωή και ειρήνη και ταυτόχρονα να τους απευθύνει μια πρόσκληση για αλληλέγγυα κοινωνία και ιεραποστολική γονιμότητα, θα καταλήξουν να εξαπατηθούν από προτάσεις που δεν ανθρωποποιούν ούτε δοξολογούν τον Θεό» (Αποστολική Παραίνεση, H χαρά του Ευαγγελίου, 89). Η θεοκεντρικότητα και η αγάπη για τον πλησίον, κυρίως τον ενδεέστερο, είναι οι άξονες μιας αυθεντικής πνευματικότητας, την οποία οι χριστιανοί της Ανατολής και της Δύσης καλούνται να μαρτυρήσουν με ταπείνωση και παρρησία στον σημερινό κόσμο. Σε αυτή την αποστολή μας φωτίζει και μας στηρίζει το θαυμαστό παράδειγμα τόσων αγίων, οι οποίοι έχοντας αποδεχθεί με πίστη το μήνυμα του Ιησού Χριστού, ενσάρκωσαν αξίες άγνωστες στην κοσμική λογική.

Εμπιστευόμενος τις εργασίες του Συμποσίου στη μεσιτεία των Αγίων Φραγκίσκου και Κλάρας της Ασίζης, σας μνημονεύω στην προσευχή μου και σας στέλνω από τα βάθη της καρδιάς μου την Αποστολική Ευλογία.

Βατικανό, 25 Ιουλίου 2018.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ο χαιρετισμός του Πάπα Φραγκίσκου στο ΙΕ΄ Διαχριστιανικό Συμπόσιο της Ασίζης

Μιλτιάδης Κωνσταντίνου, Εκκλησία και Κόσμος: Οι ετερόκλητες όψεις ενός αναπόφευκτου διαλόγου

Asisi_360

Εισήγηση στο ΙΕ΄ Διαχριστιανικό Συμπόσιο που διεξάγεται στην Ασίζη

Αν θα ήθελε να περιγράψει κανείς με βιβλικούς όρους τις σχέσεις Εκκλησίας και Κόσμου δεν θα εύρισκε ασφαλώς καταλληλότερους από αυτούς που περιέχονται, σύμφωνα με την περιγραφή του Κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγελίου, στις τελευταίες οδηγίες του Ιησού προς τους μαθητές του λίγο πριν από τη σύλληψή του:

«Αν σας μισεί ο κόσμος, να ξέρετε πως πριν από σας εμένα έχει μισήσει. Αν ανήκατε στον κόσμο, τότε ο κόσμος θα σας αγαπούσε σαν κάτι δικό του. Επειδή όμως δεν ανήκετε στον κόσμο, αφού εγώ σας διάλεξα και σας ξεχώρισα από τον κόσμο, γι’ αυτό σας μισεί ο κόσμος. Να θυμάστε το λόγο που σας είπα: Δεν υπάρχει δούλος ανώτερος από τον κύριό του. Αν εμένα καταδίωξαν, θα καταδιώξουν κι εσάς· αν εφάρμοσαν τα λόγια μου, θα εφαρμόσουν και τα δικά σας. Αλλά θα σας τα κάνουν όλα αυτά εξαιτίας μου, γιατί δεν ξέρουν αυτόν που με έστειλε … Αυτά σας τα είπα, ώστε ενωμένοι μαζί μου να έχετε ειρήνη. Ο κόσμος θα σας κάνει να υποφέρετε· αλλά εσείς να ’χετε θάρρος, γιατί εγώ τον έχω νικήσει τον κόσμο …»[1]

Το κείμενο αυτό εντάσσεται μέσα στην ευρύτερη ενότητα των κεφαλαίων 13 – 17 του Ευαγγελίου, που έχουν ως στόχο να καταδείξουν ότι ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ είναι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού. Όσα προηγούνται της ενότητας αυτής περιγράφουν το πώς ο Θεός σαρκώθηκε, ήρθε στη γη και έκανε θαύματα, προκειμένου να αποδείξει ότι υπάρχει δυνατότητα απαλλαγής του κόσμου από το κακό που τον καταδυναστεύει. Όλη αυτή η δραστηριότητα έχει φέρει πλήθος ανθρώπων κοντά του, οι οποίοι πιστεύουν ότι στόχος του Ιησού είναι η επανίδρυση του βασιλείου του Δαβίδ και η εγκαθίδρυση της παγκόσμιας κυριαρχίας του. Γνωρίζοντας ο Ιησούς ότι όσα θα ακολουθήσουν θα οδηγήσουν τους μαθητές του σε πλήρη απογοήτευση, αναλαμβάνει να τους προετοιμάσει στο πλαίσιο μιας ιδιωτικής συζήτησης που ξεκινάει με μια συμβολική κίνηση· το πλύσιμο των ποδιών των μαθητών από τον δάσκαλο. Είναι προφανές ότι με την κίνηση αυτή υπογραμμίζει ο Ιησούς στους μαθητές του αυτό που, σύμφωνα με την αφήγηση των συνοπτικών ευαγγελιστών, είχε τονίσει, επίσης στο πλαίσιο της προετοιμασίας τους για το πάθος, ότι «Όποιος θέλει να είναι ο πρώτος θα πρέπει να γίνει ο τελευταίος απ’ όλους κι ο υπηρέτης όλων»[2].

Από τα κείμενα αυτά προκύπτει ότι χριστιανική πίστη και κόσμος είναι δύο έννοιες μεταξύ τους ασύμβατες. Από την άλλη πλευρά όμως ουδείς δύναται να αρνηθεί ότι το βασικό χαρακτηριστικό της βιβλικής πίστης είναι η πεποίθηση πως ο Θεός παρεμβαίνει ενεργά μέσα στον κόσμο συνεργαζόμενος με τους ανθρώπους. Η πεποίθηση αυτή διήκει ολόκληρη τη Βίβλο και συνιστά τη βάση της χριστιανικής πίστης που τη διαφοροποιεί ουσιαστικά από όλες τις θρησκείες και τα φιλοσοφικά συστήματα. Και, όπως είναι γνωστό, η παρέμβαση αυτή του Θεού δεν είναι αυθαίρετη, αλλά καθορίζεται από τους όρους μιας συμφωνίας, της Διαθήκης, η οποία με πρωτοβουλία του ίδιου του Θεού συνάπτεται ανάμεσα σ’ αυτόν και σε πρόσωπα ή ομάδες προσώπων, και η οποία προβλέπει δικαιώματα και υποχρεώσεις και για τα δύο συμβαλλόμενα μέρη. Αυτό σημαίνει πως ο Θεός της Βίβλου δεν είναι ένας τυραννικός δυνάστης που επιβάλλει τη θέλησή του στους ανθρώπους, αλλά ένας Θεός ο οποίος ζητά την ελεύθερη συνεργασία των ανθρώπων και μάλιστα μια συνεργασία που στηρίζεται πάνω σε συγκεκριμένους όρους ενός συμβολαίου, μιας σύμβασης. Έτσι, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι ο Θεός παρεμβαίνει τελικά στην ανθρώπινη Ιστορία υιοθετώντας όρους της πολιτικής ζωής των ανθρώπων, αφού αναπόσπαστο στοιχείο κάθε οργανωμένης πολιτικής ζωής είναι το κατά περίπτωση κοινωνικό συμβόλαιο που διέπει τα μέλη της κοινωνίας. Η πεποίθηση, κατά συνέπεια, ότι ο Θεός παρεμβαίνει στην Ιστορία, και μάλιστα στηριζόμενος σε συγκεκριμένο σχέδιο με συγκεκριμένους στόχους –που στη γλώσσα της Συστηματικής Θεολογίας χαρακτηρίζεται ως “Σχέδιο της Θείας Οικονομίας”– προσδίδει στην παρέμβαση αυτή χαρακτηριστικά πολιτικής πράξης. Με τα ίδια χαρακτηριστικά, άλλωστε, περιγράφεται η παρέμβαση του Θεού και από την ίδια τη Βίβλο, όπως προκύπτει από τη χρησιμοποιούμενη ορολογία· η εκλογή του Ισραήλ, οι επαγγελίες για κατάκτηση της Χαναάν και αιώνια στερέωση του θρόνου του Δαβίδ, η εκλογή του βασιλιά των Περσών Κύρου ως οργάνου του Θεού για τη ρύθμιση της πολιτικής ισορροπίας σε ολόκληρη την περιοχή της νοτιοδυτικής Ασίας, το όραμα του γενικού αφοπλισμού και της ανάδειξης της Ιερουσαλήμ ως πνευματικού κέντρου ολόκληρης της ανθρωπότητας, αλλά και το ίδιο το όραμα της Βασιλείας των Ουρανών, αποτελούν ελάχιστα μόνον από τα πολλά και χαρακτηριστικά παραδείγματα που επιβεβαιώνουν την παραπάνω θέση.

Η Εκκλησία ως νέος Ισραήλ καθίσταται κληρονόμος των επαγγελιών των προφητών. Κατά συνέπεια, μια συνεπής προς το προφητικό όραμα και τη διδασκαλία του Ιησού χριστιανική ζωή, όπως αυτή περιγράφεται χαρακτηριστικά στη σχετική με τον άρχοντα της ειρήνης προφητεία του βιβλίου του Ησαΐα (Ησα θ΄ 1-6)[3] θα έπρεπε μεταξύ άλλων να στοχεύει στην πάταξη του εμπορίου όπλων και στον γενικό αφοπλισμό και στην ολοκληρωτική μεταστροφή των όρων και προϋποθέσεων της ζωής, με την εγκαθίδρυση μίας κοινωνίας ειρήνης και δικαίου και με την ανατροπή των σχέσεων που διέπουν την οικονομία της αγοράς.

Asisi_40

Το όραμα αυτό εμφανίζει ασφαλώς πολλά κοινά στοιχεία με διάφορα σοσιαλιστικά προγράμματα και δεν είναι λίγοι εκείνοι που θεωρούν τον Ιησού ένα είδος κοινωνικού επαναστάτη. Έτσι τίθεται το ερώτημα της διαφοράς που μπορεί να υφίσταται ανάμεσα στην εκκλησιαστική κοινωνία και στα διάφορα πολιτικά συστήματα οργάνωσης της κοσμικής κοινωνίας. Μια απάντηση στο ερώτημα αυτό θα μπορούσε να προκύψει από τη μελέτη των προϋποθέσεων συγκρότησης μιας κοινωνίας.

Κοινή θέση κάθε φιλοσοφικού, πολιτικού, οικονομικού ή θρησκευτικού συστήματος είναι ότι οι άνθρωποι είναι κοινωνικά όντα και συνεργάζονται για την εξυπηρέτηση των αναγκών τους. Ο θεωρούμενος ιδρυτής της σοφιστικής, ο Πρωταγόρας από τα Άβδηρα (490 – 420 π.Χ.), υποστήριξε ότι η δημιουργία κοινωνίας προϋποθέτει τη συμφωνία μεταξύ των ανθρώπων που τη συγκροτούν. Για να δημιουργηθούν οι πολιτικές κοινότητες χρειάζεται να συμφωνήσουν μεταξύ τους τα μέλη που αποτελούν την καθεμιά από αυτές σ’ ένα πλαίσιο που να καθορίζει τη συμβίωσή τους. Σύμφωνα με τον Πρωταγόρα αυτό το πλαίσιο καθορίζεται από την «αιδώ» και τη «δικαιοσύνη», ιδέες που (σύμφωνα με τον μύθο που παραδίδεται στον ομώνυμο διάλογο του Πλάτωνα[4]) δώρισε κατ’ εντολή του Δία ο Ερμής σε όλους τους ανθρώπους. Όποιος δεν αποδέχεται αυτό το πλαίσιο πρέπει να εξοντώνεται.

Αντίθετα, για τον, κατά έναν αιώνα μεταγενέστερο του Πρωταγόρα, Σταγειρίτη φιλόσοφο Αριστοτέλη (384–322 π.Χ.) η πόλη ανήκει στην κατηγορία των πραγμάτων που υπάρχουν «εκ φύσεως», επομένως ο άνθρωπος είναι «ένα ον, προορισμένο από τη φύση να ζει στη πόλη (πολιτικό ζώον)»[5], οπότε η πόλη «εκ φύσεως» προηγείται από κάθε επιμέρους άτομο, αφού τα μεμονωμένα άτομα δεν μπορούν να ζήσουν μακριά από την πόλη επειδή δεν είναι αυτάρκη. Όποιος το κατορθώνει αυτό, όπως ο ίδιος ο Αριστοτέλης σημειώνει στο έργο του Πολιτικά, «είναι είτε θηρίο είτε θεός»[6].

Αν, λοιπόν, για τον Πρωταγόρα η κοινωνικότητα του ανθρώπου είναι συνέπεια της ανάγκης και στοχεύει στην ασφάλεια και την άμυνα της κοινότητας απέναντι σε εξωτερικούς εχθρούς, για τον Αριστοτέλη ο άνθρωπος δημιούργησε οργανωμένες κοινωνίες (πόλεις) υπηρετώντας την έμφυτη τάση της κοινωνικότητας. Στόχος των οργανωμένων κοινωνιών δεν είναι απλώς η επιβίωση (ζην), αλλά η ευδαιμονία (ευ ζην), που μόνο μέσα στις πόλεις μπορεί να εξασφαλιστεί. Όμως, όπως ο Πρωταγόρας, και ο Αριστοτέλης συμφωνεί ότι η ύπαρξη των οργανωμένων κοινωνιών στηρίζεται σε κοινώς αποδεκτούς κανόνες. Όπως σημειώνει στο έργο του Ηθικά Νικομάχεια, οι κανόνες αυτοί δεν επιβάλλονται από τη φύση, αλλά επαφίενται στην προαίρεση του ανθρώπου και που τελικά δεν είναι τίποτε άλλο από την ίδια την ηθική αρετή της ατομικότητας που οφείλει να αποκτήσει συλλογικές διαστάσεις.  Κατά συνέπεια, η ατομική ηθική είναι ο μόνος δρόμος της συλλογικής ηθικής, δηλαδή της συνύπαρξης. Ο άνθρωπος δεν έχει παρά να διαπλάσει τον εαυτό του, με τον εθισμό, σύμφωνα με τα υγιή πρότυπα της ηθικής που σέβεται τον συνάνθρωπο και να συμβιώσει αρμονικά κατακτώντας την ευτυχία.

Asisi_327

Αν και οι δύο παραπάνω θεωρήσεις φαίνονται αντίθετες μεταξύ τους, ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει ότι αυτές βρίσκονται σήμερα στη βάση κάθε πολιτικής θεωρίας και υπόκεινται σε κάθε πολιτικό σύστημα, από τα πλέον φιλελεύθερα ως τα πλέον απολυταρχικά.

Στην ίδια με τον Αριστοτέλη γραμμή σκέψης κινείται και η θρησκευτική θεώρηση της κοινωνικότητας του ανθρώπου· ανάγεται, μάλιστα, αυτή στην πρώτη στιγμή της δημιουργίας του. Σύμφωνα με το Βαβυλωνιακό Ταλμούδ, «ένας άγαμος δεν είναι άνθρωπος με την πλήρη σημασία της λέξης, γιατί αναφέρεται: τους δημιούργησε αρσενικό και θηλυκό, τους ευλόγησε και τους ονόμασε “άνθρωπος”»[7].

Μια ορθόδοξη χριστιανική θεώρηση της κοινωνικότητας του ανθρώπου, αν και ξεκινάει από την ίδια αφετηρία, τη δημιουργία του ανθρώπου από τον Θεό κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή του, στηρίζεται σε μια διαφορετική κατανόηση των όρων αυτών. Όπως προκύπτει από το Γεν α΄ 26, όπου περιγράφεται ο ρόλος του ανθρώπου στον κόσμο, ο βιβλικός συγγραφέας, αν και χρησιμοποιεί παρόμοια με τους μύθους του πολιτισμικού του περιβάλλοντος ορολογία, διαφοροποιείται πλήρως από αυτούς. Στους μύθους της Μεσοποταμίας και της Αιγύπτου η ιδέα της κατ’ εικόνα θεού δημιουργίας του ανθρώπου προκύπτει από το γεγονός ότι οι θεοί παριστάνονται με χαρακτηριστικά ανθρώπων και από την πεποίθηση ότι οι άνθρωποι δημιουργούνται ως υπηρέτες των θεών. Αντίθετα, η σχετική βιβλική αφήγηση όχι μόνο δεν θεωρεί τον άνθρωπο υπηρέτη του Θεού, αλλά περιγράφει τη σχέση Θεού – ανθρώπου με όρους που αντιστοιχούν στη σχέση πατέρα – τέκνου. Όπως τα τέκνα είναι εικόνες του πατέρα (πρβλ την ορολογία στο Γεν ε΄ 3) [8], έτσι και ο άνθρωπος είναι εικόνα του Θεού. Αυτή η εγγύτητα ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο αποτελεί την προϋπόθεση της Ιστορίας στην οποία μετέχουν και οι δύο. Θεολογική συνέπεια αυτής της εγγύτητας είναι ότι η Ορθοδοξία δεν συνάγει τον Θεό από τον άνθρωπο, αλλά κατανοεί τον άνθρωπο γνωρίζοντας τον Θεό[9].

Αν και στα κείμενα της αρχαίας εκκλησιαστικής γραμματείας το ζήτημα της σχέσης του μυστηρίου της Ενσαρκώσεως και του αρχικού σκοπού της Δημιουργίας δεν συζητείται με τρόπο συστηματικό, από την εποχή του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού (580 – 662 μ.Χ.) στην Ανατολή και του Rupert, του βενεδικτίνου ηγουμένου της μονής του Deutz (1075 – 1129 μ.Χ.) και ιδιαίτερα του Ioannes Duns Scotus (1266-1308) στη Δύση αρχίζει να κυριαρχεί η ιδέα ότι η ενανθρώπηση δεν σχετίζεται με την πτώση του ανθρώπου. Αν και η ιδέα αυτή δεν εκτόπισε άλλες απόψεις, καθώς Θωμάς Ακινάτης και Άνσελμος Καντερβουρίας στη Δύση και Ιωάννης ο Δαμασκηνός στην Ανατολή, αποτελούν βασικούς πυλώνες της θεολογικής σκέψης, θα μπορούσε να υποστηριχτεί ότι σήμερα κυρίαρχο θεολογούμενο στην Ορθοδοξία είναι η πεποίθηση ότι ο άνθρωπος και ο κόσμος ολόκληρος υπάρχουν επειδή ο Θεός έγινε άνθρωπος. Ο Χριστός είναι το πρωτότυπο της δημιουργίας. Ο άνθρωπος εικονίζει το πρωτότυπό του. Για να μπορέσει, λοιπόν, κανείς να μιλήσει για την κοινωνικότητα του ανθρώπου, θα πρέπει να δει το πρωτότυπό του, δηλαδή τον Χριστό.

Ο Χριστός δεν είναι ποτέ μόνος, αλλά πάντοτε μαζί με τον Πατέρα και το Πνεύμα το Άγιο. Το Πνεύμα, πάλι δεν είναι ποτέ μόνο, αλλά πάντοτε είναι μαζί ο Πατήρ και ο Υιός. Μαζί με τον Πατέρα είναι πάντοτε και ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα. Τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος είναι αδιαχώριστα αλλά και ασύγχυτα, διακριτά αλλά και ουδέποτε απομονωμένα. Αυτή η κατάσταση είναι το θεμέλιο, η ιδρυτική «συνθήκη» της ανθρώπινης «κοινωνικότητας». Οι άνθρωποι είναι όντα κοινωνικά όχι γιατί αναπτύσσουν μια κοινωνική δραστηριότητα μέσα από εξωστρεφείς επαφές και γνωριμίες, αλλά γιατί ως εικόνες του Θεού έχουν την ικανότητα να συνδέονται με άλλους ανθρώπους με δεσμούς αγάπης, ακριβώς όπως εκείνοι οι δεσμοί που συνδέουν τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος μεταξύ τους. Η ανθρώπινη κοινωνικότητα, κατά συνέπεια, δεν αποτελεί ένα επίκτητο γνώρισμα συμπεριφοράς ή μια συμβατική συνήθεια. Διαφορετικά οι ασκητές της ερήμου που έφτασαν σε ύψη αγιότητας θα χαρακτηριζόταν ακοινώνητοι. Όμως κι αν ζούσαν απομονωμένοι από τον κόσμο, κοινωνούσαν με ολόκληρο το γένος των ανθρώπων, ευρισκόμενοι σε κοινωνία με τον Χριστό. Ο Χριστός είναι το κοσμικό κέντρο, καθώς ενώνει στο πρόσωπό του τη θεότητα και την ανθρωπότητα. Και καθώς ο άνθρωπος είναι μια φύση που εφάπτεται της φύσης των αγγέλων και των άλλων υλικών δημιουργημάτων, στο πρόσωπο του Χριστού ενώνεται η θεότητα με ολόκληρη την κτίση.

Ο απόστολος Ιωάννης γράφει πως ο Θεός «ἀγάπη ἐστί»[10]. Η αγάπη δεν είναι ένα χαρακτηριστικό της συμπεριφοράς του Θεού, αλλά είναι ο ίδιος ο Θεός. Η διατύπωση αυτή θα ήταν αδύνατη αν ο Θεός ήταν μονάδα, ήταν άτομο. Ο Θεός, δηλαδή, δεν είναι ένα όν κλεισμένο στον εαυτό του, αλλά είναι μια κοινωνία τριών προσώπων. Για να γίνει κατανοητή η σημασία που έχει για την καθημερινή ζωή του χριστιανού η πίστη στην Αγία Τριάδα, πρέπει να γίνει ένα ξεκαθάρισμα των όρων “άτομο” και “πρόσωπο”. Ο όρος “άτομο” δηλώνει κάτι το αυτοτελές, το αυτόνομο, που μπορεί να υπάρχει από μόνο του χωρίς οποιαδήποτε σχέση με οτιδήποτε άλλο. Στη φύση, δύο άτομα ακόμα κι αν ενωθούν για να σχηματίσουν ένα μόριο, παραμένουν ανεξάρτητα, καθώς στο άτομο το ενδιαφέρον είναι στραμμένο στο εσωτερικό του, στον πυρήνα του. Σε ανθρώπινο επίπεδο, ο όρος “άτομο” δηλώνει τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά, με τα ατομικά του ενδιαφέροντα και τις επιδιώξεις, που φροντίζει να τα πετύχει χωρίς κατ’ ανάγκην να λαμβάνει υπόψη του τα άλλα άτομα ή και σε βάρος των άλλων ατόμων. Γι’ αυτό, για τη ρύθμιση των σχέσεων μεταξύ των ατόμων απαιτείται η θέσπιση πολύ αυστηρών νόμων και διατάξεων, ώστε το κάθε άτομο να προστατεύεται από τα άλλα. Αντίθετα, ο όρος “πρόσωπο” δηλώνει κάτι που είναι στραμμένο προς τα έξω, κάτι που υπάρχει μόνο σε σχέση με κάτι άλλο. Κανένα από τα πράγματα που υπάρχουν στη φύση δεν έχει πρόσωπο, εκτός από τον άνθρωπο. Μόνον ο άνθρωπος έχει πρόσωπο· το πρόσωπό του όμως ο κάθε άνθρωπος δεν το βλέπει ο ίδιος, αλλά το βλέπουν μόνον εκείνοι που βρίσκονται σε σχέση μαζί του, και μόνον εφόσον αυτός στρέψει το πρόσωπό του προς αυτούς. Έτσι, για τη ρύθμιση των μεταξύ τους σχέσεων δεν χρειάζονται νόμοι· αρκεί η διάθεση του ενός να στραφεί προς τον άλλον.

Ανάλογα ισχύουν και για τον Θεό. Ένας θεός-μονάδα σημαίνει ένας θεός με χαρακτηριστικά ατόμου· είναι κλεισμένος στον εαυτό του και υπάρχει χωρίς οποιαδήποτε σχέση με οτιδήποτε. Είναι προφανές ότι ένας τέτοιος θεός κάθεται μεγαλοπρεπής στον θρόνο του και δεν ενδιαφέρεται να ακούσει, αλλά ούτε και μπορεί να ακούσει κανέναν. Αντίθετα, ένας θεός-τριάδα σημαίνει ένας θεός κοινωνία προσώπων· το κάθε πρόσωπο είναι στραμμένο προς το άλλο και υπάρχει σε σχέση με το άλλο. Το κάθε πρόσωπο είναι σε τέτοιο βαθμό απαλλαγμένο από ατομικά ενδιαφέροντα και επιδιώξεις, ώστε η θεότητα να παραμένει μία, είναι ένας θεός και ποτέ δεν διαιρείται σε τρεις θεούς. Αυτονόητο, λοιπόν, είναι ότι ένας τέτοιος θεός, ένας θεός κοινωνία προσώπων μπορεί να στρέψει το πρόσωπό του προς τα έξω, προς τον κόσμο, να έρθει, δηλαδή, σε κοινωνία με άλλα πρόσωπα. Γι’ αυτό οι χριστιανοί θεωρούν ότι βρίσκονται συνεχώς «ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ» και διακηρύσσουν προς αυτόν την πίστη τους ότι:

ἀνοίξαντός σου την χεῖρα, τὰ σύμπαντα πλησθήσονται χρηστότητος· ἀποστρέψαντος δέ σου τὸ πρόσωπον, ταραχθήσονται[11]. Έτσι, παρακαλούν καθημερινά τον Θεό: Μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν σου ἀπ’ ἐμοῦ.[12]ή μὴ ἀπορρίψῃς με ἀπὸ τοῦ προσώπου σου, καὶ τὸ Πνεῦμα σου τὸ Ἅγιον μὴ ἀντανέλῃς ἀπ’ ἐμοῦ[13].

Αυτό όμως που έχει ιδιαίτερη σημασία για την καθημερινότητα των χριστιανών είναι ότι αυτός ο Θεός δημιουργεί τους ανθρώπους «κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσίν» του· τους δημιουργεί δηλαδή ως κοινωνία προσώπων και τους δίνει τη δυνατότητα να τον μοιάσουν, να γίνουν μια κοινωνία με τόσο στενούς μεταξύ τους δεσμούς ώστε να γίνουν όλοι σαν ένας άνθρωπος. Αλλά ο Θεός γνωρίζει πόσο δύσκολο είναι για τον άνθρωπο να απαλλαγεί από την ατομικότητά του, να στραφεί ως πρόσωπο προς τον άλλον, να δώσει προτεραιότητα στα ενδιαφέροντα και στις ανάγκες των άλλων, φτάνοντας μέχρι και στη θυσία των δικών του συμφερόντων. Γι’ αυτό ο Χριστός υποσχέθηκε στους μαθητές του ότι όταν ολοκληρώσει τη δράση του στη γη δεν πρόκειται να τους αφήσει μόνους, αλλά θα τους στείλει κάποιον άλλον που θα βρίσκεται συνέχεια μαζί τους και θα τους συμπαραστέκεται[14]. Αυτό είναι το έργο του Αγίου Πνεύματος μέσα στην ιστορία της ανθρωπότητας και του κάθε χριστιανού χωριστά. Να δημιουργήσει μια τέλεια κοινωνία προσώπων όμοια με την κοινωνία των προσώπων της Αγίας Τριάδας.

Έτσι, όσο πληρέστερη είναι η κοινωνία των ανθρώπων με τον Θεό, τόσο πληρέστερη καθίσταται η μεταξύ τους κοινωνία. Η Εκκλησία είναι ο φυσικός χώρος μέσα στον οποίο πραγματώνεται η αληθινή κοινωνία, που, σύμφωνα με τους βιβλικούς συγγραφείς, ταυτίζεται με τη σωτηρία. Το ρήμα “σώζομαι” στα ελληνικά σημαίνει “καθίσταμαι πλήρης, ολοκληρώνομαι”, και, εφόσον η ανθρώπινη φύση στην πληρότητά της είναι ο τέλειος άνθρωπος Χριστός, “σώζομαι” σημαίνει καθίσταμαι ίδιος με τον Χριστό. Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίο μιλάει ο ίδιος ο Χριστός γι᾽ αυτήν την ενότητα στην τελευταία του προσευχή προς τον Πατέρα του:

«Δεν προσεύχομαι μόνο γι’ αυτούς αλλά και για κείνους που με το κήρυγμα αυτών θα πιστεύουν σ’ εμένα, ώστε να είναι όλοι ένα, όπως εσύ, Πατέρα, είσαι ενωμένος μ’ εμένα κι εγώ μ’ εσένα. Να είναι κι αυτοί ενωμένοι μ’ εμάς, κι έτσι ο κόσμος να πιστέψει ότι μ’ έστειλες εσύ. Εγώ τη δόξα που μου έδωσες την έδωσα σ’ αυτούς, για να είναι ένα μεταξύ τους, όπως εμείς είμαστε ένα: Εγώ ενωμένος μαζί τους κι εσύ ενωμένος μαζί μου, ώστε ν’ αποτελούν μια τέλεια ενότητα, κι έτσι ο κόσμος να καταλαβαίνει ότι μ’ έστειλες εσύ κι ότι αγάπησες κι αυτούς όπως αγάπησες εμένα»[15].

Ο απόστολος Παύλος περιγράφει στην Πρὸς Γαλάτας Ἐπιστολή του την ταύτιση των πιστών με τον Χριστό με την έκφραση «ἐνδύομαι τὸν Χριστόν»[16]. Στηριζόμενος στη θέση του ότι όσοι έχουν με το βάπτισμα ενωθεί με τον Χριστό (ενδυθεί τον Χριστό), έχουν γίνει σαν τον Χριστό, εξηγεί στους νεοφώτιστους χριστιανούς της Γαλατίας ότι η πίστη τους στον Ιησού Χριστό τους καθιστά πλέον όλους παιδιά του Θεού, οπότε δεν υπάρχει πια ανάμεσά τους διάκριση φυλής (Ιουδαίοι και Έλληνες), κοινωνικής τάξης (δούλος και ελεύθερος) ή φύλου (άντρας και γυναίκα), αλλά όλοι, εφόσον είναι ενωμένοι με τον Ιησού Χριστό, είναι το ίδιο. Όμως η  πραγματοποίηση αυτής της ισότητας δεν είναι ούτε ηθικό επίτευγμα, ούτε κάποιο μυστικιστικό βίωμα. Δεν επιτυγχάνεται με την καλλιέργεια της ατομικής αρετής, ούτε πρόκειται για μια συναισθηματική κατάσταση, στην οποία περιέρχεται κανείς και αποκτά ένα αίσθημα ανωτερότητας και αποδοχής του άλλου, αλλά είναι χάρισμα του Αγίου Πνεύματος, που προσφέρεται στους πιστούς με τη μετοχή τους στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας. Η ένωση των πιστών με το σώμα και το αίμα του Χριστού δεν επιτυγχάνεται μέσα από κάποια μαγική διεργασία, αλλά με την ελεύθερη αποδοχή της ένταξης των προσωπικών επιλογών στο σχέδιο του Θεού.

Asisi_154

Ακριβώς σ᾽ αυτό το σημείο βρίσκεται και η ουσιαστική διαφορά της εκκλησιαστικής κοινωνίας από τα διάφορα πολιτικά συστήματα. Η εκκλησιαστική κοινωνία διαφέρει από τα πολιτικά συστήματα τόσο ως προς τους στόχους όσο και ως προς τον τρόπο επίτευξής τους. Οι προσπάθειες των πολιτικών συστημάτων αποβλέπουν στη βελτίωση των όρων και των συνθηκών της συμβίωσης των ανθρώπων, με τελικό σκοπό την πληρέστερη ικανοποίηση των ατομικών αναγκών της κάθε κοινωνικής μονάδας. Αυτό επιτυγχάνεται με την κρατική βία, καθώς οι αποφάσεις μιας, κοινοβουλευτικά πλειοψηφούσας στην καλύτερη περίπτωση, ομάδας επιβάλλονται στην υπόλοιπη κοινωνία. Αντίθετα η εκκλησιαστική κοινωνία προϋποθέτει την υπέρβαση της ατομικότητας των μελών της, η οποία όμως δεν επιβάλλεται αλλά επιδιώκεται από τα ίδια τα μέλη της κοινότητας ελεύθερα και αγαπητικά και στοχεύει στο να φανερώνει μέσα στην Ιστορία τη Θεότητα ως Τριάδα Προσώπων.

Τα μέλη της Εκκλησίας, σε αντίθεση με τα μέλη ενός πολιτικού κόμματος, δεν εντάσσονται σ’ αυτήν επειδή συμφωνούν με τις γενικές θέσεις που προκύπτουν από τη Βίβλο, αλλά επειδή ανταποκρίνονται στην πρόσκληση του Χριστού να αποτελέσουν ένα σώμα με κοινό συνεκτικό μεταξύ τους στοιχείο όχι την εξυπηρέτηση των ατομικών τους επιδιώξεων και συμφερόντων, αλλά την αγάπη, το άνοιγμα του ενός προσώπου προς το άλλο. Γι’ αυτό τα μέλη της Εκκλησίας δεν είναι “σύντροφοι”, μέλη της ίδιας οργάνωσης, αλλά “αδελφοί” που αναγνωρίζουν τον ίδιο Πατέρα. Έτσι, μέσα στην Εκκλησία οι σχέσεις καθορίζονται από την αρχή: «μηδεὶς τὸ ἑαυτοῦ ζητείτω ἀλλὰ τὸ τοῦ ἑτέρου»[17]. Σε μια τέτοια χωρίς ίχνος ανταγωνισμού κοινότητα επομένως ουδείς είναι ξένος, δυνατός ή αδύνατος. Περιγράφοντας αυτή τη συνείδηση της εκκλησιαστικής κοινότητα ο Μέγας Βασίλειος, απευθύνεται στους χριστιανούς των ημερών του με ιδιαίτερα επίκαιρο τρόπο:

Αν χτυπήσει την πόρτα σου κάποιος που πασχίζει να αντιμετωπίσει την ανάγκη του, μη ζυγίσεις τα πράγματα με ανώμαλο τρόπο. Μην πεις δηλαδή, «αυτός είναι φίλος, είναι ομόφυλος, με έχει ευεργετήσει παλιότερα, ενώ ο άλλος είναι ξένος, αλλόφυλος, άγνωστος». Αν κρίνεις άνισα, ούτε συ θα ελεηθείς. Μία είναι η ανθρώπινη φύση· και ο ένας και ο άλλος είναι άνθρωπος· κοινή είναι στους δύο η ανάγκη, κοινή η φτώχεια. Πρόσφερε και στον αδελφό και στον ξένο· στον μεν αδελφό σου να μη γυρίσεις την πλάτη, τον δε ξένο κάν’ τον αδελφό σου. Ο Θεός θέλει να στηρίζεις τους αναγκεμένους, κι όχι να κάνεις διακρίσεις ανάμεσα στους ανθρώπους· δεν θέλει να δίνεις στον ομόφυλο και να αποδιώχνεις τον ξένο· όλοι είναι ομόφυλοι, όλοι είναι αδέρφια, όλοι είναι παιδιά ενός πατέρα. Υπάρχει κάποιος που τον ξερίζωσε κάποια συμφορά και δεν του έχει απομείνει τίποτα, παρά μόνο η ψυχή και το σώμα του· εμείς όμως, όσοι έχουμε γλυτώσει άγευστοι συμφορών, ας μοιραστούμε με εκείνους την ευημερία μας. Ας αγκαλιάσουμε τους αδελφούς μας που μόλις και μετά βίας έχουν διασωθεί[18].

Στην ίδια γραμμή κινείται και ο αδελφός του Μ. Βασιλείου, ο Γρηγόριος Νύσσης:

Ήρθαν έτσι τα πράγματα, ώστε γύρω μας να αφθονούν οι γυμνοί και οι άστεγοι. Είναι πάμπολλοι οι πρόσφυγες που χτυπούν τις πόρτες μας. Πάμπολλοι είναι και οι ξένοι και οι μετανάστες. Όπου κι αν κοιτάξεις θα δεις χέρια απλωμένα σε ζητιανιά. Για σπίτι έχουν το ύπαιθρο. Κατάλυμα βρίσκουν στις στοές, τις παρόδους και τα ερημικότερα σημεία της αγοράς. Φωλιάζουν σε τρύπες όπως οι νυχτοκόρακες και οι κουκουβάγιες. Το ρούχο τους είναι διάτρητα κουρέλια. Για χωράφι έχουν τη διάθεση όσων δίνουν ελεημοσύνη. Για τροφή, ό,τι τύχει. Πίνουν νερό από τις κρήνες όπως τα ζώα, και για ποτήρια έχουν τις χούφτες τους. Για αποθήκη έχουν την κοιλιά τους, όσο μπορεί αυτή να συγκρατήσει ό,τι μπαίνει μέσα. Τραπέζι τους είναι τα γόνατά τους διπλωμένα. Κρεβάτι, το έδαφος. Μπάνιο, κάποιος ποταμός ή λίμνη, όπως τα έχει προσφέρει ακατέργαστα και κοινά σε όλους ο Θεός. Η ζωή τους είναι πλέον γεμάτη μετακινήσεις και αγριάδα, όμως δεν ήταν έτσι εξαρχής. Ας όψονται η συμφορά και η ανάγκη[19].

Τα κείμενα αυτά γράφτηκαν πριν από δεκαεπτά περίπου αιώνες, ακούγονται όμως σημερινά. Οι δύο άγιοι αδελφοί δεν υπαγορεύουν ηθικές αρχές που θα πρέπει να νομοθετηθούν από μια υποτιθέμενη χριστιανική Πολιτεία, αλλά προτείνουν μια διαφορετική οργάνωση του βίου που, αν υιοθετηθεί από την κοινότητα των πιστών, θα δώσει μαρτυρία του οράματός της για το πολίτευμα της Βασιλείας των Ουρανών.

Προς την ίδια κατεύθυνση κινείται και ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος. Ξεκινώντας από τη διαπίστωση ότι το κατεξοχήν πρόβλημα του ανθρώπου είναι η όχι αληθινή σχέση του με τον Θεό, προχωρεί στο έργο του Κατηχήσεις σε ριζοσπαστικότερες θέσεις, που φτάνουν μέχρι τη θεώρηση του θεσμού της ατομικής ιδιοκτησίας ως πηγής κοινωνικής ανισότητας και πόνου των ανθρώπων και, κατά συνέπεια, ασυμβίβαστου με τη χριστιανική πίστη[20]. Με τον τρόπο αυτό ο άγιος Συμεών επικαιροποιεί, αλλά και υπερβαίνει ταυτόχρονα τις σχετικές με το θεσμό του “σαββατικού” και του “ιωβιλαίου έτους” διατάξεις του Λευιτικού που αποσκοπούν στην επιστροφή της υπεραξίας της αγροτικής εργασίας κάθε 7 χρόνια στους ίδιους τους εργάτες της γης (Λευ 25:6-7) και στην κατάργηση του νόμου της προσφοράς και της ζήτησης στις αγοροπωλησίες γης, καθώς αυτή δεν ανήκει στους ιδιοκτήτες της αλλά στον Θεό και η αξία της δεν καθορίζεται με βάση τους νόμους της ελεύθερης αγοράς, αλλά με τα χρόνια που απομένουν μέχρι το επόμενο ιωβιλαίο έτος (Λευ 25:14-16).

Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι η ανάληψη συγκεκριμένης δράσης προς την κατεύθυνση της ριζικής αλλαγής των υφιστάμενων κοινωνικών δομών και η συστηματική μελέτη και επεξεργασία κάποιας εναλλακτικής πρότασης για την ισοπολιτεία, τη δικαιοκρισία και την οικονομία που θα αντικαταστήσει τους ισχύοντες εξουσιαστικούς και ωφελιμιστικούς όρους της οικονομίας της αγοράς όχι μόνον δεν είναι ασύμβατη με τη Βίβλο, αλλά απορρέει από αυτήν ως βασικό μέλημα και προτεραιότητα του εμπνεόμενου από το όραμα της Βασιλείας των Ουρανών χριστιανού.

Το πόσο επικίνδυνη μπορεί να καταστεί μια τέτοια δραστηριότητα των χριστιανών περιγράφεται ιδιαίτερα γλαφυρά από τον σκοτεινό προφήτη των σκλάβων και των περιθωριακών, Φιοντόρ Μιχάηλοβιτς Ντοστογιέφσκι, σε μία από τις σελίδες του έργου του Αδελφοί Καραμαζώφ, όπου παρουσιάζει κάποιον Γάλλο εκπρόσωπο της κρατικής καταστολής να μιλά για τις κατηγορίες των επαναστατών:

«Εμείς, είπε αυτός, ουσιαστικά δεν φοβόμαστε και τόσο πολύ όλους αυτούς τους σοσιαλιστές-αναρχικούς, τους άθεους και τους επαναστάτες. Τους παρακολουθούμε και ξέρουμε το καθετί γι’ αυτούς. Όμως ανάμεσα σ’ αυτούς υπάρχουν και μερικοί, όχι πολλοί, εξαιρετικά ιδιόρρυθμοι άνθρωποι: Αυτοί πιστεύουν σε Θεό, είναι χριστιανοί και ταυτόχρονα είναι και σοσιαλιστές. Αυτούς φοβόμαστε περισσότερο, αυτοί είναι τρομεροί! Ο σοσιαλιστής-χριστιανός είναι φοβερότερος απ’ τον σοσιαλιστή-άθεο»[21].

Καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου

Της περισέμνου των Θεολόγων Σχολής

του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Κοσμήτωρ

 Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου

της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας

Asisi_224

[1] Ιωα ιε΄ 18-21

[2] Μαρ θ΄ 35· πρβλ ι΄ 43· Ματ κ΄ 26· κγ΄ 11.

[3] Λαέ που πορεύεσαι στο σκοτάδι, φως δείτε λαμπρό· εσείς οι κάτοικοι της χώρας όπου κυριαρχεί ο θάνατος, πάνω σας φως θα λάμψει.Οι πιο πολλοί απ” τον λαό, αυτοί που τους ξανάφερες στην αγαλλίασή σου, Κύριε,αυτοί μπροστά σου θα χαρούν, όπως αυτοί που χαίρονται στον θερισμό κι όπως πανηγυρίζουν όσοι μοιράζονται τα λάφυρα. Γιατί αφαιρέθηκε ο ζυγός που ήταν πάνω τους και το ραβδί που χτύπαγε τη ράχη τους· συνέτριψε ο Κύριος το ραβδί των καταπιεστών τους, όπως τη μέρα που νίκησε τους Μαδιανίτες. Κάθε στολή που οι καταπιεστές είχαν με δόλο αφαιρέσει και κάθε ρούχο θα το αποζημιώσουν με το παραπάνω· ο λαός θα τα απαιτήσει πίσω, ακόμα κι αν παραδοθήκαν στη φωτιά. Γιατί για χάρη μας γεννήθηκε ένα παιδί, μας δόθηκε ένας γιος, που η εξουσία του βρίσκεται πάνω στους ώμους του, και τ” όνομά του είναι “Αγγελιοφόρος της Μεγάλης Απόφασης”,  “Θαυμαστός Σύμβουλος”, “Θεός Ισχυρός”, “Εξουσιαστής”, “Άρχοντας της Ειρήνης”, “Πατέρας των Μελλοντικών Εποχών”.

 Ο Θεός λέει:

«Εγώ θα φέρω ειρήνη στους άρχοντες

και σ” αυτόν θα χαρίσω ειρήνη και υγεία».

Μεγάλη θα είναι η εξουσία του,

 και η ειρήνη του δεν θα έχει τέλος·

θα καθίσει στον θρόνο του Δαυίδ,

θα αποκαταστήσει τη βασιλεία του,

και θα φροντίσει γι᾽ αυτήν με δίκαιη κρίση και δικαιοσύνη,

από τώρα και για πάντα.

Όλα αυτά θα τα κάνει η φλογερή αγάπη του Κυρίου Σαβαώθ.

Ελληνική Βιβλική Εταιρία, Προφητολόγιον, Τὰ Λειτουργικὰ Ἀναγνώσματα ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, 22009, σελ. 103,105

[4] Ζεὺς οὖν δείσας περὶ τῷ γένει ἡμῶν μὴ ἀπόλοιτο πᾶν, Ἑρμῆν πέμπει ἄγοντα εἰς ἀνθρώπους αἰδῶ τε καὶ δίκην J. Burnet (ed), Protagoras, Platonis opera, vol. 3. Clarendon Press / Oxford 1903 (repr. 1968) [TLG 0059 022: p. 322, s. c, l 1 – p. 323, s. a, l 4].

[5] Δ. Λυπουρλής–Δ. Μωραϊτου, Φιλοσοφικός Λόγος, Αρχαία Ελληνικά Γ’ Τάξης Ενιαίου Λυκείου Θεωρητικής Κατεύθυνσης. Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων / Αθήνα 2004, σ. 184

[6] «… τῶν φύσει ἡ πόλις ἐστί, καὶ ὅτι ὁ ἄνθρωπος φύσει πολιτικὸν ζῷον, καὶ ὁ ἄπολις διὰ φύσιν καὶ οὐ διὰ τύχην ἤτοι φαῦλός ἐστιν, ἢ κρείττων ἢ ἄνθρωπος … καὶ πρότερον δὲ τῇ φύσει πόλις ἢ οἰκία καὶ ἕκαστος ἡμῶν ἐστιν … εἰ γὰρ μὴ αὐτάρκης ἕκαστος χωρισθείς, ὁμοίως τοῖς ἄλλοις μέρεσιν ἕξει πρὸς τὸ ὅλον, ὁ δὲ μὴ δυνάμενος κοινωνεῖν ἢ μηδὲν δεόμενος δι” αὐτάρκειαν οὐθὲν μέρος πόλεως, ὥστε ἢ θηρίον ἢ θεός» W.D. Ross (ed), Aristotelis Politica. Clarendon Press / Oxford 1957 (repr. 1964) [TLG 0086-035: 1253a, l. 2-29].

[7] Jebamoth 62b.

[8] ἔζησεν δὲ Ἀδὰμ διακόσια καὶ τριάκοντα ἔτη καὶ ἐγέννησεν κατὰ τὴν ἰδέαν αὐτοῦ καὶ κατὰ τὴν εἰκόνα αὐτοῦ καὶ ἐπωνόμασεν τὸ ὄνομα αὐτοῦ Σήθ.

[9] Πρβλ John D. Zizioulas, Communion and Otherness, T&T Clark, 2006. p. 306

[10] Α΄ Ιω δ΄ 8,16.

[11] Ψαλ 103:28-29.

[12] Ψαλ 26:9· 68:18· 101:3· 142:7· πρβλ Ψαλ 12:2· 21:25· 29:8· 43:25· 87:15.

[13] Ψαλ ν´ 13.

[14] Ιωα ιδ΄ 16.

[15] Ιωα ιζ´ 20-23.

[16] Γαλ γ´ 27.

[17] Α΄Κο 10:24.

[18] Μ. Βασιλείου, Ήθικοὶ Λόγοι ΚΔ´: Περὶ ἐλεημοσύνης. Λόγος δ΄, PG32, 1160D-1161A.

[19] Τα μεταφρασμένα πατερικά αποσπάσματα προέρχονται από το βιβλίο του Θανάση Ν.Παπαθανασίου Ο Θεός μου ο Αλλοδαπός, εκδ. Ακρίτας

[20] Λόγος Θ΄: 171 … Τά γάρ ἐν τῷ κόσμῳ πράγματά τε καί χρήματα κοινά τῶν πάντων ἐστίν, ὥσπερ τό φῶς καί ὁ ἀήρ οὗτος ὅν ἀναπνεύομεν, καί αὐτή ἡ βοσκή τοῖς ἀλόγοις ζῴοις ἔν τε τοῖς πεδίοις ἔν τε τοῖς ὄρεσι. Πᾶσι μέν οὖν τά πάντα κοινά τῇ χρήσει μόνῃ τῆς ἀπολαύσεως καθεστήκασι, κατά δεσποτείαν δέ οὐδενός· ἡ δέ πλεονεξία, ὥσπερ τύραννος εἰσελθοῦσα τῷ βίῳ, τά κοινῶς τοῖς πᾶσιν ὑπό τοῦ Δεσπότου δοθέντα ἄλλοθεν ἄλλως ὑπό τῶν αὐτῆς δούλων καί ὑπηρετῶν κατεμερίσατο, φραγμοῖς περικλείσασα καί πύργοις καί μοχλοῖς καί θύραις κατασφαλισαμένη, πάντας ἄλλους ἀνθρώπους τῆς ἀπολαύσεως τῶν τοῦ Δεσπότου ἀγαθῶν ἀπεστέρησε, δεσπότης εἶναι τούτων ἡ 172 ἀναιδής λέγουσα καί μηδένα ἀδικεῖν τῶν ἁπάντων φιλονεικοῦσα. Οἱ δέ ὑπηρέται καί δοῦλοι τῆς τυράννους ταύτης, κατά διαδοχήν ἕκαστος αὐτῶν οὐ δεσπότης τῶν ἀποκειμένων πραγμάτων καί χρημάτων, ἀλλά πονηρός τις δοῦλος καί φύλαξ γίνεται. Πῶς οὖν, εἰ ἐκ τῶν τοιούτων χρημάτων ἤ φόβῳ τῶν ἀπειλουμένων τιμωριῶν ἤ ἐλπίδι τοῦ ἑκατονταπλασίονα λήψεσθαι ἤ συμφοραῖς ἀνθρώπων ἐπικαμφθέντες, ὀλίγα τινά ἤ και πάντα ἐξενεγκόντες, τοῖς ἐν στενοχωρίᾳ καί ὑστερήσει μέχρι τότε παρεωραμένοις δώσουσιν, ἐλεήμονες λογισθήσονται, ἤ ὡς Χριστόν θρέψαντες ἤ ὡς ποιήσαντες ἔργον μισθοῦ ἄξιον; Οὐδαμῶς, ἀλλ᾿ ὡς ἐγώ φημι, καί μετάνοιαν χρεωστοῦσι μέχρι θανάτου, ὑπέρ ὧν ἐπί χρόνοις ταῦτα κατέσχον καί τούς ἀδελφούς τήν χρῆσιν αὐτῶν ἀπεστέρησαν… 175 …  Ὑπέθετο ἡμῖν ὁ διάβολος τά εἰς κοινήν προτεθέντα χρείαν ἰδιοποιήσασθαι καί ἀποθησαυρίσαι αὐτά, ὅπως διά τῆς πλεονεξίας ταύτης δύο ἡμῖν ἐγκλήματα περιάψῃ καί τῆς αἰωνίου τιμωρίας καί κατακρίσεως ὑπαιτίους ποιήσῃ, ἕν μέν τό τῆς ἀνελεημοσύνης, ἕτερον δέ τῆς ἐπί τά ἀποκείμενα χρήματα καί οὐκ ἐπί τόν Θεόν ἐλπίδος.Ὁ γάρ ἀποκείμενα χρήματα ἔχων ἐπί τόν Θεόν ἐλπίζειν οὐ δύναται· καί τοῦτο δῆλον ἐξ ὧν ὁ Χριστός καί Θεός ἡμῶν εἶπεν· “Ὅπου, φησίν, ὁ θησαυρός ὑμῶν, ἐκεῖ καί ἡ καρδία ὑμῶν ἔσται”. Ὁ οὖν μεταδιδούς τοῖς πᾶσιν ἐκ τῶν ἀποκειμένων αὐτῷ χρημάτων, μισθόν ὑπέρ αὐτῶν οὐ χρεωστεῖται λαβεῖν, ἀλλά καί ὑπόδικος μᾶλλόν ἐστι τῆς ἕως τότε ἀδίκου ἀποστερήσεως· οὐ μήν ἀλλά καί  ὑπεύθυνος τῶν κατά καιρούς λιμῷ καί δίψει τόν βίον ἀπολειπόντων, οὕς αὐτός τότε δυνάμενος θρέψαι οὐκ ἔθρεψε, κατορύξας τά τῶν πενήτων καί ἐάσας αὐτούς τῷ 176 κρύει καί τῷ λιμῶ βιαίως ἀποθανεῖν, ὡς φονεύς τοσούτων ἀποδειχθείς, ὅσους θρέψαι ἠδύνατο.

[Βλ. http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/symeon_katihiseis.html, όπου αναδημοσιεύεται το σχετικό κείμενο από την έκδοση της σειράς Sources Chrétiennes].

[21] Φ. Ντοστογιέβσκη, Αδελφοί Καραμάζοβ, τ. 3, σελ. 129-130.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Μιλτιάδης Κωνσταντίνου, Εκκλησία και Κόσμος: Οι ετερόκλητες όψεις ενός αναπόφευκτου διαλόγου

Xαιρετισμός τοῦ Προέδρου τοῦ Τμήματος Θεολογίας Καθηγητή κ. Παναγιώτη Ἰ. Σκαλτσῆ στό ΙΕ΄ Διαχριστιανικό Συμπόσιο στήν Ἀσίζη τῆς Ἰταλίας

Asisi_337

Σεβασμιώτατε

Σεβαστοί Πατέρες

Κύριε Κοσμήτορα τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Θεσσαλονίκης

Σεβαστέ πάτερ Λουκᾶ, Πρόεδρε τοῦ Φραγκισκανικοῦ Ἰνστιτούτου Πνευματικότητας τοῦ Ποντιφικικοῦ Πανεπιστημίου Antonianum τῆς Ρώμης

Κυρίες καί Κύριοι Συνάδελφοι

Ἐκλεκτοί προσκεκλημένοι

Στήν ἱστορική καί ἁγιασμένη πόλη τῆς Ἀσίζης, τήν ἰδιαίτερη πατρίδα τοῦ ἁγίου Φραγκίσκου, ξεκινοῦμε σήμερα μέ ἰδιαίτερη χαρά τίς ἐργασίες τοῦ ΙΕ΄ Διαχριστιανικοῦ Συμποσίου πού συνδιοργανώνουν τό Φραγκισκανικό Ἰνστιτοῦτο Πνευματικότητας τοῦ Ποντιφικικοῦ Πανεπιστημίου Antonianum τῆς Ρώμης καί τό Τμῆμα Θεολογίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης σέ συνεργασία μέ τό Ἰνστιτοῦτο Οἰκουμενικῶν Σπουδῶν τῆς Βενετίας. Τό θέμα τοῦ πολύ ἐνδιαφέροντος αὐτοῦ Συνεδρίου ἔχει τόν τίτλο: «Ἡ πνευματικότητα ὡς πρόκληση γιά τόν σύγχρονο κόσμο».

α) Ἡ χριστιανική πνευματικότητα συνδέεται ἂρρηκτα μέ τή ζωή της καί τά πρότυπα τῆς Ἐκκλησίας. Τό βαθύτερο νόημα τῆς πνευματικότητας ἔχει τήν ἀναφορά του πρῶτα-πρῶτα στό μυστήριο τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Τριαδικό Θεό, ὡς εἰκόνα Του, μέ τήν δύναμη τῆς ἐλευθερίας γιά ὁμοίωση καί κοινωνία μαζί Του[1]. Ὁ Θεός λοιπόν ὡς ἀγάπη καί ἀγαθότητα γίνεται ἡ πηγή καί τό πρότυπο κάθε ἀγάπης, μέ ἀποτέλεσμα νά «ἑλκύει τόν πόθο τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς καί νά γίνεται ἡ ὀντολογική βάση καί τό θεμέλιο γιά τήν οἰκοδόμηση τῶν σχέσεων μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπων. Αὐτό τό θεμέλιο στήν ἰδεώδη μορφή του ὡς ἀνιδιοτελής ἀγάπη, ἀποτελεῖ τή μοναδική καί ἀμετάπτωτη ἀρχή, πάνω στήν ὁποία στηρίζεται ἡ θεανθρώπινη κοινωνία»[2] καί πνευματικότητα.

Ὁ ἄνθρωπος πού πιστεύει καί γνωρίζει ἀπό ποῦ ἔρχεται ἀγωνίζεται προκειμένου νά προγεύεται τόν «βίον ἐκεῖνον τόν ἀδούλωτον τοῖς πάθεσι τῆς σαρκός, τόν ἐλεύθερον, τόν Θεῷ συνόμιλον, τόν ἀγγέλοις ὁμοδίαιτον»[3]. Ἐργάζεται ὑπεύθυνα γιά νά διαφυλάττει τόν παράδεισο πού τοῦ ἐμπιστεύθηκε ὁ Θεός[4], σεβόμενος τήν κτίση, συνεργαζόμενος μέ τούς ἄλλους ἀνθρώπους στό δρόμο τῆς πνευματικῆς πορείας καί μιμούμενος πάνω ἀπ’ ὅλα τόν τριαδικό τρόπο ὕπαρξης, τόν τρόπο δηλαδή τῆς ἀγάπης, τῆς ἀλληλοπεριχώρησης, τῆς ἀμοιβαιότητας καί τῆς ἰσορροπίας[5].

Asisi_86

β) Ἡ πνευματικότητα ἔχει ἐπίσης τήν ἀναφορά της καί στήν ἐν Χριστῷ ἀναδημιουργία τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου. Τό μυστήριο τῆς Ἐνσαρκώσεως ὡς γεγονός εἰσόδου τοῦ ἄσαρκου Λόγου[6] στόν κόσμο καί πρόσληψης – μεταμόρφωσης ὅλης τῆς δημιουργίας, δίδει νέο περιεχόμενο στήν πνευματική ζωή καί στή σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τό Θεό, ἀλλά καί τούς ἄλλους ἀνθρώπους. Τό ὑλικό καί τό πνευματικό στοιχεῖο π.χ. ἑνώνονται χωρίς καμία διαρχική διάκριση στήν ἱστορική «σάρκα» τοῦ Χριστοῦ[7]. «Ἔτι ἁμαρτωλῶν ὄντων ἡμῶν Χριστός ὑπέρ ἡμῶν ἀπέθανεν»[8] ἀπό ἀγάπη, γιά νά ἑνώσει τήν διεσπασμένη ἀνθρωπότητα, νά γκρεμίσει τά τείχη τῆς μεταξύ μας ἔχθρας καί νά μᾶς συμφιλιώσει μέ τό Θεό Πατέρα[9]. Τό παλαιό δίδει τή θέση του στό καινούργιο, στόν νέον ἄνθρωπο «τόν ἀνακαινούμενον εἰς ἐπίγνωσιν κατ’ εἰκόνα τοῦ κτίσαντος αὐτόν»[10], στήν καινούργια ζωή ὡς συνταφή καί συνανάσταση μέ τό Χριστό διά τοῦ Βαπτίσματος[11], ὡς ἀγάπη μεταξύ μας, καταλλαγή, συμφιλίωση καί ἑνότητα.

γ) Τό τρίτο στοιχεῖο πού χαρακτηρίζει καί ἀναδεικνύει τήν πνευματικότητα τοῦ χριστιανοῦ εἶναι τό Ἅγιο Πνεῦμα τό ὁποῖο ὁ Θεός ἔδωσε διά τοῦ Χριστοῦ, γιά νά ζοῦμε μέ τό «φρόνημα τοῦ Πνεύματος»[12] ζωή πνευματική μέσα στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τήν Ἐκκλησία. Τό Πνεῦμα ἀποτελεῖ τήν σφραγίδα τοῦ Θεοῦ στόν ἀναγεννημένο ἄνθρωπο καί «συμμαρτυρεῖ … ὅτι ἐσμέν τέκνα Θεοῦ»[13].

Τό Ἅγιον Πνεῦμα πλουτίζει τήν ἀνθρώπινη καρδιά μέ χαρίσματα καί καρπούς πνευματικούς ὅπως «ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία…»[14]. Φωτίζει ἐπίσης τόν ἄνθρωπο νά μετέχει στό ἀνακαινιστικό ἔργο τοῦ Χριστοῦ[15], νά μήν περιπατεῖ καί συμπεριφέρεται «κατά σάρκα… ἀλλά κατά πνεῦμα»[16], νά ἐρευνᾶ ἀκόμη «καί τά βάθη τοῦ Θεοῦ»[17], νά προγεύεται τά ἔσχατα καί νά ζεῖ «σωφρόνως καί δικαίως καί εὐσεβῶς»[18], ἀπαλλαγμένος ἀπό τά ἔργα πού εἶναι ἴδιον τοῦ σαρκικοῦ ἀνθρώπου ὅπως «ἔχθραι, ἔρις, ζῆλος, θυμοί, ἐριθεῖαι, διχοστασίαι…»[19]. Στόχος ἑπομένως τοῦ πνευματικοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ ἐνοίκιση τοῦ Πνεύματος στήν καρδιά[20], τό «πνεύματι ζῆν»[21] καί ἡ ἐν τῷ κόσμῳ ἀναστροφή ἐν «πνεύματι Θεοῦ»[22]. Τόσο σημαντική εἶναι ἡ πνευματική ζωή γιά τόν ἄνθρωπο, ὥστε γίνεται λόγος γιά τό σῶμα ὡς ναό «τοῦ ἐν ὑμῖν Ἁγίου Πνεύματος»[23].

δ) Ἡ μέ αὐτές τίς προϋποθέσεις πνευματικότητα ἀναμφίβολα ἀποτελεῖ πρόκληση γιά τό σύγχρονο κόσμο πού σκέπτεται διαφορετικά, ἔχει τίς δικές του προτεραιότητες, μεταλλάσσεται γρήγορα, βιώνει ἤ/καί γίνεται μάρτυρας τῶν πλέον αἱματηρῶν πολεμικῶν συγκρούσεων, υἱοθετεῖ ἤ ἐπιτρέπει συμπεριφορές πού διαταράσσουν τήν ἰσορροπία τοῦ οἰκοσυστήματος, κινεῖται ἀνάμεσα σέ πολλές μορφές πνευματικότητας, δέν προσδοκᾶ τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀλλά κολακεύει τή «βασιλεία τοῦ ἀποθεωμένου ἑαυτοῦ»[24], δέν τόν γεμίζουν τά πρότυπα τῆς χριστιανικῆς θρησκευτικότητος, ἀλλά ἐπενδύει σέ καινούργια ἐκτός τοῦ χριστιανικοῦ χώρου, ἢ στίς ποικίλες άνθρώπινες κατακτήσεις, ἀκόμη καί τή μαγεία ἢ τίς ἀκρότητες τοῦ φονταμενταλισμοῦ.

Ἡ Ἐκκλησία μέ τήν δική της παράδοση, πνευματικότητα, πίστη καί προσευχή δέν μπορεῖ παρά νά δίδει τή μαρτυρία της διαλεγόμενη κάτω ἀπό ὁποιεσδήποτε συνθῆκες μέ τόν σύγχρονο κόσμο. Ἡ πνευματικότητα ὡς κοινωνία μέ τόν Τριαδικό Θεό, ζωή ἐν Χριστῷ καί ἁγιοπνευματική ἐμπειρία μέ προοπτική τά ἔσχατα ἔχει πολλά νά δώσει στίς σημερινές ἀναζητήσεις τοῦ ἀνθρώπου. Τό μήνυμα τῆς ἀγάπης, τῆς συμφιλίωσης καί τῆς καταλλαγῆς πού ὁ Χριστός ἔφερε στόν κόσμο θά πρέπει νά κυριαρχεῖ στό ἀναγκαῖο στίς μέρες μας προφητικό κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας. Δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα ἔρχονται νά ἐπιβεβαιώσουν τήν ἀγωνία τῆς Ἐκκλησίας σήμερα γιά τό θέμα αὐτό.

Asisi_84

Στήν Ἐγκύκλιο τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πού συνεκλήθη στό Κολυμπάρι Χανίων τῆς Κρήτης τόν Ἰούνιο τοῦ 2016, καί στό κεφάλαιο γιά τήν ἀποστολή τῆς Ἐκκλησίας ἐν τῷ κόσμῳ μεταξύ τῶν ἄλλων σημειώνονται καί τά ἑξῆς:

«Ἡ ζωή τῶν χριστιανῶν εἶναι ἀψευδής μαρτυρία τῆς ἐν Χριστῷ ἀνακαινίσεως τῶν πάντων – “εἴ τις ἐν Χριστῷ καινή κτίσιςž τά ἀρχαῖα παρῆλθεν, ἰδού γέγονε καινά τά πάντα” (Β΄ Κορ. 5,17) καί κλῆσις πρός πάντας τούς ἀνθρώπους προσωπικῆς μετοχῆς ἐν ἐλευθερίᾳ εἰς τήν αἰώνιον ζωήν … Ὁ ἐπανευαγγελισμός τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ εἰς τάς συγχρόνους ἐκκοσμικευμένας κοινωνίας, ὡς ἐπίσης καί ὁ εὐαγγελισμός ὅσων εἰσέτι δέν ἐγνώρισαν τόν Χριστόν, ἀποτελοῦν ἀδιάλειπτον χρέος τῆς Ἐκκλησίας».

Στίς 7 Ἰουλίου τρέχοντος ἔτους στή Βασιλική τοῦ Ἁγίου Νικολάου στό Μπάρι τῆς Ἰταλίας πραγματοποιήθηκε ἡ συνάντηση μεταξύ τοῦ πάπα καί Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν καί τῶν ἐπικεφαλῆς τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Μέσης Ἀνατολῆς. Ἡ πρωτοβουλία ἀνῆκε στόν πάπα Φραγκίσκο, ὁ ὁποῖος προσκάλεσε τούς Ἱεράρχες προκειμένου νά στοχαστοῦν καί νά προσευχηθοῦν ἀπό κοινοῦ γιά τήν εἰρήνη στίς περιοχές πού χειμάζονται ἀπό τούς πολέμους καί τίς συγκρούσεις καί ἰδιαίτερα στή Συρία.

Ἐπελέγη τό Μπάρι, ὡς τόπος συνάντησης, ἐπειδή θεωρεῖται «παράθυρο πρός τήν Ἀνατολή», χάρις στό σκήνωμα τοῦ Ἁγίου Νικολάου πού φυλάσσεται στήν ὁμώνυμη Βασιλική καί τό ὁποῖο ἀπό τή μετακομιδή του ἀπό τά Μύρα στήν πόλη τῆς Άπουλίας τό ἔτος 1089, ἑνώνει μέσω τῆς κοινῆς εὐσέβειας πρός τό πρόσωπο τοῦ οἰκουμενικοῦ ἁγίου Ὀρθοδόξους καί Καθολικούς. Ὁ πάπας Φραγκίσκος καί ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἔδειξαν γιά μίαν ἀκόμη φορά τόν πλέον αὐθεντικό δρόμο καί τόν προορισμό τῆς χριστιανικῆς πνευματικότητας, δηλαδή τήν προσευχή πρός τόν βιβλικό Θεό τῆς ἀγάπης, τῆς εἰρήνης καί τῆς καταλλαγῆς.

Μέ τά παραδείγματα αὐτά καί τίς ὡς ἄνω σχετικές μέ τό θέμα μας ἀναφορές χαιρετίζω τό παρόν Διαχριστιανικό Συμπόσιο καί εὔχομαι καλήν ἐπιτυχία στίς ἐργασίες του. Θά εἶναι παράλειψη, πρίν κλείσω, νά μήν εὐχαριστήσω καί συγχαρῶ τήν Ὀργανωτική Ἐπιτροπή και ιδιαιτέρως, τόν π. Luca Bianchi, Πρόεδρο τοῦ Φραγκισκανικοῦ Ἰνστιτούτου Πνευματικότητας, ἐδῶ καί πολλά χρόνια πολύτιμο φίλο καί ἀκαδημαϊκό συνεργάτη τοῦ Τμήματος Θεολογίας τοῦ Ἀριστοτελείου γιά τήν ἄοκνη μέριμνα καί τόν καθοριστικό ρόλο του στην πραγματοποίηση αὐτῆς τῆς συνάντησης, τόν π. Guglielmo Spirito, καθηγητή στο Θεολογικό Ινστιτούτο της Ασίζης γιά τήν ὑποδοχή καί τή γενναιόδωρη φιλοξενία σέ αὐτόν τόν ὡραῖο χῶρο καί, τέλος, τόν καλό συνάδελφο κ. Παναγιώτη Ὑφαντῆ γιά τή βοήθειά του στήν όργάνωση τῆς ὀρθόδοξης συμμετοχῆς σέ αὐτό τό Συμπόσιο.

Σᾶς εὐχαριστῶ.

Asisi_314

[1] Γέν. 1,28.

[2] Βασιλείου Τ. Γιούλτση, Πνευματικότητα καί κοινωνική ζωή, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 21999, σ.17.

[3] Γρηγορίου Νύσσης, Εἱς τά τῆς Γραφῆς ρήματα…, PG 44, 293D.

[4] Γέν. 2,15.

[5] Βλ. Παναγιώτη Ἀρ. Ὑφαντῆ, Κλήση-πορεία-μετοχή. Ἡ πνευματική ὀντολογία τῆς χριστιανικῆς ἁγιότητας, ἐκδ. «Ἁρμός», Ἀθήνα 2010, σσ. 110-129.

[6] Ἰω. 1,14: «Ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο καί ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν».

[7] Γεωργίου Π. Πατρώνου, Ἐκκλησία καί κόσμος. Θέματα πνευματικοῦ καί κοινωνικοῦ προβληματισμοῦ, Ἀποστολική Διακονία, Ἀθήνα 22002, σσ. 153-156.

[8] Ρωμ. 5,8.

[9] Ρωμ. 6,4-6.

[10] Κολ. 3,9-10.

[11] Ρωμ. 6, 4-6.

[12] Ρωμ. 8,6.

[13] Ρωμ. 8, 16.

[14] Γαλ. 5, 22-23.

[15] Γεωργίου Ἰ. Μαντζαρίδη, Όρθόδοξη πνευματική ζωή, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1984, σ.170. Βλ.  καί Παναγιώτη Ἀρ. Ὑφαντῆ, ὅ.π., σσ. 101-110.

[16] Ρωμ. 8, 4.

[17] Α΄ Κορ. 2,10.

[18] Τίτ. 2, 11-12.

[19] Γαλ. 5, 19-21.

[20] Ρωμ. 8, 10-11.

[21] Πρβλ. Γαλ 2, 20·  5, 25.

[22] Ρωμ. 8, 14.

[23] Α΄ Κορ. 6,19. Βλ. καί Παναγιώτη Ἰ. Σκαλτσῆ, «Ἱερουργοί καί Φιλοθεάμονες». Κεφάλαια Ἱστορίας καί Θεολογίας τῆς Λατρείας, ἐκδ. Δέσποινα Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2014, σσ. 122-123.

[24] Βλ. Δημήτρη Μπεκριδάκη, «Ὁ ἀνακυκλωμένος ἑαυτός – Ἡ Ἁγιότητα στή Νέα Ἐποχή», στό συλλ.τόμο, Ἁγιότητα. Ἕνα λησμονημένο ὅραμα (σειρά Όρθόδοξη Μαρτυρία 75), ἐκδ. «Ἀκρίτας», Ἄθήνα 2001.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Xαιρετισμός τοῦ Προέδρου τοῦ Τμήματος Θεολογίας Καθηγητή κ. Παναγιώτη Ἰ. Σκαλτσῆ στό ΙΕ΄ Διαχριστιανικό Συμπόσιο στήν Ἀσίζη τῆς Ἰταλίας

Ο χαιρετισμός του Οικουμενικού Πατριάρχη στο 15ο Διαχριστιανικό Συμπόσιο που διεξάγεται στην Ασίζη

Asisi_290

Τω Ελλογιμωτάτω κυρίω Παναγιώτη Σκαλτσή, Καθηγητή και Προέδρω του Τμήματος Θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, τέκνω της ημών Μετριότητος εν Κυρίω άγαπητω, χάριν και ειρήνην παρά Θεού.

Ασμένως πληροφορηθέντες εκ της από 23ης τρέχοντος μηνός επιστολής της υμετέρας αγαπητης Ελλογιμότητος περί της διοργανώσεως εν Ασσίζη, μεταξύ 28ης και 30ης Αύγουστου 2018, υπό του υμετέρου Τμήματος Θεολογίας και του Institute Francescano di Spiritualità του Πανεπιστημίου Antonianum της Ρώμης του ΙΕ΄ Διαχριστιανικού Επιστημονικού Συμποσίου με θέμα «Η πνευματικότητα ως πρόκληση για τον σύγχρονο κόσμο», ευχαρίστως αποστέλλομεν υμίν τον παρόντα Πατριαρχικόν χαιρετισμόν, δια να αναγνωσθή κατά την έναρξιν των εργασιών της σημαντικής αύτης διαχριστιανικής θεολογικής συναντήσεως.

Ευρέως ηχοί σήμερον εις τας εκκοσμικευμένας κοινωνίας ο λόγος περί «πνευματικότητος». Ο όρος παραπέμπει εις το ενδιαφέρον και την ενασχόλησιν με θέματα «πνευματικής» νοηματοδοτηςεως της ζωής, εις την προσπάθειαν διαφυγής από τον εγκλωβισμόν εις τον καταναλωτισμόν, εις μεταφυσικάς αναζητήσεις, μυστικιστικάς εμπειρίας και άλλα. Παρατηρείται, όμως, ότι η πνευματικότης αύτη συχνάκις καταλήγει εις «κατάψυξιν της αγάπης», εις μίαν κλειστήν και άκαρπον εσωτερικότητα, αδιάφορον διά την κοινωνικήν διάστασιν της ανθρωπίνης ζωής. Εμφωλεύει η τάσις διασπάσεως της ζωής εις πνευματικήν και κοσμικήν και υποτιμήσεως της ιστορικής πραγματικότητος. Επίσης, η εμπειρία της «άλλης διαστάσεως», μάλλον ενισχύει τον ανθρωπομονισμόν και την αυτοσωτηρικήν στάσιν, καθώς και την αίσθησιν ότι η ανθρωπίνη ψυχή δεν είναι απλώς χώρος βιώσεως, αλλά τόπος γεννήσεως του «πνεύματος».

Asisi_73

Ενώπιον τοιούτων τάσεων και συναφών συγχύσεων, η χριστιανική θεολογία καλείται να αποκαλύψη το αληθές νόημα της πνευματικής ζωής επί της βάσεως της βιβλικής και πατερικής θεωρήσεως αύτης. Ο πιστός είναι και καλείται «πνευματικός άνθρωπος» ως μέλος της Εκκλησίας, της «κοινωνίας θεώσεως». Είμεθα πνευματικοί «από της του Πνεύματος ενεργείας», κατά τον Χρυσορρήμονα, ως μέτοχοι της Χάριτος του Τριαδικού Θεού. Χριστιανική πνευματικότης είναι η εν ελευθέρα καταφάσει και αποφάσει αποδοχή του δωρήματος της εν Χριστώ ανακαινίσεως και η δυναμική πορεία εν καινότητι ζωής. Η ου ζητούσα τα εαυτής αγάπη, η πληρότης της καινής και κοινής ελευθερίας, είναι, κατά τον θεορρήμονα Παύλον, ο πρώτος «καρπός του πνεύματος» (πρβλ. Γαλ. ε΄, 22).

Την αύθεντικότητα της πνευματικότητος ενσαρκώνει ο χριστιανικός μοναχισμός, ο οποίος, καθ’ όλην την ιστορικήν πορείαν της Εκκλησίας, απετέλεσε κεντρικόν παράγοντα της ζωής αύτης. Δεν είναι τυχαίον το γεγονός, ότι και σήμερον, εις την εποχήν της εκκοσμικεύσεως, αι ιεραί μοναί αποτελούν πόλον έλξεως, τόπον παραμυθίας και πηγήν ελπίδος δι’ αναριθμήτους ανθρώπους. Αποτελούν επίσης, ως ορθώς παρετηρήθη, και «γέφυραν» μεταξύ Ανατολικού και Δυτικού Χριστιανισμού, εφόσον διασώζεται, ένθεν και ένθεν, το αρχέγονον ασκητικόν και εσχατολογικόν πνεύμα, η εξ ελευθερίας και εν ελευθερία ολική αφιέρωσις εις τον Χριστον, η απροϋπόθετος θυσία του «έχειν» και του «είναι» ημών εν ονόματι του αληθεύειν εν αγάπη, η παραίτησις από το «ατομικόν δικαιωμα» υπέρ των «δικαιωμάτων» του Θεού.

Η αληθής θετική πρόκλησις δια τον σύγχρονον άνθρωπον δεν είναι κατά ταύτα η «πνευματικότης», αλλά η «αγιοπνευματικότης», εν τη οποία «αγάπη Θεού και αδελφών αγάπη, αχώριστα» (Ιωάννης Χρυσόστομος). Όντως, ως ελέχθη προσφυώς και υπό συγχρόνου διαπρεπούς ορθοδόξου θεολόγου, «η φιλοθεΐα και η φιλανθρωπία ανακεφαλαιώνουν και συνοψίζουν όλα τα γνωρίσματα της ορθοδόξου πνευματικότητος». Η γνησία πνευματικότης τροφοδοτείται εκ της θεανθρωπίνης πληρότητος και της εσχαχτολογικής υφής της εκκλησιαστικής ζωής, ως δόγματος, λατρείας, κανονικής λειτουργίας, ασκήσεως, μεταμορφώσεως του κόσμου, διακονίας του ανθρώπου και προγεύσεως των αφάτων αγαθών της Βασιλείας του Θεού.

Με αυτάς τας σκέψεις, επευλογούμεν το παρόν επιστημονικόν Συμπόσιον, ευχόμενοι δε σοφάς εισηγήσεις και καρποφόρους συζητήσεις, επικαλούμεθα επί πάντας τους συνέδρους τον φωτισμόν του Παρακλήτου, του Πνεύματος της σοφίας και της συνέσεως.

Asisi_258

Δείτε εδώ το γράμμα του Οικουμενικού Πατριάρχη σε μορφή pdf.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ο χαιρετισμός του Οικουμενικού Πατριάρχη στο 15ο Διαχριστιανικό Συμπόσιο που διεξάγεται στην Ασίζη