Τα πορίσματα του Γ’ Διεθνούς Αγιολογικού Συνεδρίου με θέμα: «Οἱ ἀποστολικοί πατέρες καί ἡ ἐποχή τους»

Έφεσος_386

Ο Ι Κ Ο Υ Μ Ε Ν Ι Κ Ο Ν   Π Α Τ Ρ Ι Α Ρ Χ Ε Ι Ο Ν

Ο Ρ Θ Ο Δ Ο Ξ Ο Σ  Κ Ο Ι Ν Ο Τ Η Σ  Σ Μ Υ Ρ Ν Η Σ

Γ΄ Δ ι ε θ ν ὲ ς  Ἁ γ ι ο λ ο γ ι κ ό ν  Σ υ ν έ δ ρ ι ο ν ὑπό τήν αἰγίδα τῆς Α.Θ. Παναγιότητος, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου, μέ θέμα: «Οἱ ἀποστολικοὶ Πατέρες καὶ ἡ ἐποχή τους» (ΣΜΥΡΝΗ/ΕΦΕΣΟΣ, 4-8 ΜΑΪΟΥ 2017)

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Πρόεδρος: Ὁμότιμος Καθηγητής Γεώργιος Γαλίτης.

Ἀντιπρόεδρος: Ὁμότιμος Καθηγητής Ἰωάννης Καραβιδόπουλος.

Γραμματεύς: Ἀναπληρωτής Καθηγητής Κωνσταντῖνος Μπελέζος.

Μέλη: Ἀναπληρωτής Καθηγητής Θωμᾶς Ἰωαννίδης. Ἐπίκουρη Καθηγήτρια Ἀλεξάνδρα Παλάντζα.

Πορίσματα Συνεδρίου- Δελτίο τύπου

Υπό την αιγίδα της Αυτού θειοτάτης Παναγιότητος, του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου, διοργανώθηκε από την Ορθόδοξο Κοινότητα Σμύρνης, για τρίτη συνεχή χρονιά, Διεθνές Αγιολογικό Συνέδριο στη Σμύρνη και την Έφεσο (4-8 Μαΐου 2017), στη φιλόξενη στέγη των Εμπορικών Επιμελητηρίων Σμύρνης και Εφέσου, με αφορμή την μνήμη του αγίου και ενδόξου αποστόλου και ευαγγελιστού Ιωάννου του Θεολόγου (8 Μαΐου).

Το Συνέδριο, στο οποίο συμμετείχαν θεολόγοι, ιστορικοί και φιλόλογοι από διάφορες χώρες, ακαδημαϊκοί διδάσκαλοι και ειδικοί ερευνητές στην Γραμματεία των πρώτων χριστιανικών αιώνων, είχε ως θέμα: «Οι Αποστολικοί πατέρες και η εποχή τους», είναι δε, καθ’ όσον γνωρίζουμε, το πρώτο χρονολογικά με αυτό το θέμα σε πανορθόδοξο επίπεδο.

Σε ειδικές επιστημονικές εισηγήσεις παρουσιάστηκαν τα του βίου και του έργου, οι συνθήκες της εποχής κατά την οποίαν έδρασαν, η θεολογική καθώς και η εν γένει εκκλησιαστική συμβολή των λεγομένων Αποστολικών Πατέρων, των ανδρών δηλαδή οι οποίοι διαδέχθηκαν τους Αποστόλους του Χριστού και απετέλεσαν τους πρώτους μεγάλους θεολόγους και διδασκάλους του Χριστιανισμού.

Από τις εισηγήσεις και τη συζήτηση που ακολούθησε διαπιστώθηκε ότι οι «Αποστολικοί Πατέρες», ορισμένοι εκ των οποίων συνδέθηκαν ιδιαίτερα με την χριστιανική κοινότητα της Σμύρνης των δύο πρώτων αιώνων, με προεξάρχοντες τους Αγίους Ιγνάτιο τον Θεοφόρο και Πολύκαρπο Σμύρνης, κινούμενοι σε ένα νέο για το Ευαγγέλιο ιστορικο-πολιτισμικό περιβάλλον, έθεσαν τις ερμηνευτικές και ποιμαντικές βάσεις για την περαιτέρω διοργάνωση της Εκκλησίας, με κέντρο την Ευχαριστία, την επισκοπική συνοδικότητα, το μαρτύριο και την καθημερινή της μαρτυρία. Διετύπωσαν θεμελιώδεις αρχές για τις σχέσεις και τη συνεργασία κάθε τοπικής Εκκλησίας με τις ανά την Οικουμένη Εκκλησίες, καθώς και την εκάστοτε κρατική και επιχώρια εξουσία, για την ανάπτυξη της προσευχητικής, της ομιλητικής και της απολογητικής της λειτουργίας, για την διεύρυνση της θεολογικής της γλώσσας, του αισθητικού κριτηρίου και του κανονικού της προσανατολισμού, για την εκλέπτυνση του ηθικού, του κοινωνικο-πολιτικού και πολιτισμικού της αισθητηρίου, για την κατοχύρωση της ίδιας της λειτουργίας της παραδόσεως, χάριν της διαφυλάξεως της ενότητος και της πιστότητος στην αποστολοπαράδοτη ευαγγελική πίστη και διδασκαλία.

Έφεσος_93

Η ανάγκη της μελέτης του έργου των «Αποστολικών Πατέρων», επιτακτική όσο ποτέ σήμερα, λόγω της εμπειρικής αμεσότητος, του θεολογικού βάθους και του εκκλησιαστικού τους ρεαλισμού, μας υπενθυμίζει την εντολή της ενότητος και της συνεργασίας μεταξύ των Εκκλησιών, της ευαισθητοποίησης για τα κοινά, της τόλμης στην επικαιροποίηση του χριστιανικού μηνύματος, της ειλικρινούς ομολογίας, της ετοιμότητος στην απολογία και την μαρτυρία, της αυθεντικότητος στη λειτουργική έκφραση, την άσκηση και την προς αλλήλους διακονία.

Το μήνυμα των «Αποστολικών Πατέρων» από την σύγχρονη χριστιανική Ιωνία, μήνυμα Σταυρού και Αναστάσεως, ομολογίας και ελπίδος, πιστότητος και θυσίας, αποτελεί μία διαρκή πρόσκληση για την ειρηνική συνύπαρξη, συνεργασία και αλληλοπεριχώρηση λαών και πολιτισμών, θρησκευτικών παραδόσεων και διαφορετικών πολιτικών, που οφείλουν να έχουν πάντοτε ως αποδέκτη της διακονίας τους τον πολλαπλώς αναζητούντα την αλήθεια άνθρωπο, τον αλγούντα για την επιστροφή του στην ιδία πατρίδα, τον αγωνιζόμενο και προσευχόμενο για την επικράτηση της κατά Θεόν ισότητος και ειρήνης στη βάση της θείας και της ανθρώπινης δικαιοσύνης.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Τα πορίσματα του Γ’ Διεθνούς Αγιολογικού Συνεδρίου με θέμα: «Οἱ ἀποστολικοί πατέρες καί ἡ ἐποχή τους»

Φώτιος Ιωαννίδης, Η προς Σμυρναίους Επιστολή του αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου

Σμύρνη_142

Η εισήγηση του Καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ στο Γ’ Διεθνές Αγιολογικό Συνέδριο με θέμα: «Οἱ ἀποστολικοί πατέρες καί ἡ ἐποχή τους» που διαξάγεται στη Σμύρνη

 1. Ιγνάτιος Αντιοχείας

Οι πληροφορίες για τον άγιο Ιγνάτιο είναι φτωχές, ενώ αρκετές από τις υπάρχουσες είναι και επισφαλείς. Υποθετική είναι και η χρονολόγηση που αφορά στα περισσότερα βιογραφικά του στοιχεία. Αδιαμφισβήτητα όμως γεγονότα είναι η επισκοπική του διακονία στην Αντιόχεια, η συγγραφή των Επιστολών του και ο μαρτυρικός του θάνατος. Άμεση και ακριβής πηγή πληροφόρησης αποτελούν οι επτά γνήσιες Επιστολές που ο ίδιος συνέταξε δέσμιος, πορευόμενος με συνοδεία Ρωμαίων στρατιωτών από την Αντιόχεια προς τη Ρώμη τον τόπο του μαρτυρίου του. Πρόκειται για τις Επιστολές προς Εφεσίους, Μαγνησιείς, Τραλλιανούς και Ρωμαίους, τις οποίες έγραψε στη Σμύρνη ενώ τις προς Φιλαδελφείς, Σμυρναίους και προς Πολύκαρπον τις συνέταξε στην Τρωάδα. Με τα κείμενα αυτά κατά βάση ευχαριστεί, νουθετεί, διδάσκει και ενδυναμώνει τους αποδέκτες τους. Στην αρχή των Επιστολών του αυτοαποκαλείται «Θεοφόρος», αλλά φαίνεται ότι το ίδιο επίθετο χρησιμοποιεί για να χαρακτηρίσει τους χριστιανούς.

Αρκετές μαρτυρίες για τον άγιο προέρχονται από πολύ μεταγενέστερή του εποχή και μάλλον απηχούν τους ευσεβείς πόθους και τον μεγάλο σεβασμό των χριστιανών προς το πρόσωπο και τη μνήμη του. Τέτοιες είναι οι προερχόμενες από τον 10ο και 14ο αιώνα του Συμεών του Μεταφραστή και του ιστορικού Νικηφόρου Κάλλιστου Ξανθόπουλου οι οποίοι αναφέρουν ότι ο Ιγνάτιος ήταν το παιδί που, σύμφωνα με τις διηγήσεις των ευαγγελιστών, ο Ιησούς έστησε εν μέσω των μαθητών του ως παράδειγμα αθωότητας για την κληρονομία της βασιλείας των ουρανών.

Ο Ιγνάτιος υπήρξε δεύτερος επίσκοπος της εκκλησίας της Αντιόχειας μετά τον άγιο Ευόδιο, αλλά δεν είναι βέβαιο αν χειροτονήθηκε από τον απόστολο Πέτρο. Πάντως γνώρισε κάποιους από τους αποστόλους και συναναστράφηκε μαζί τους. Η διακονία του ήταν μακροχρόνια. Ξεκίνησε περί το έτος 70 και έληξε μεταξύ των ετών 115-117 εξαιτίας του μαρτυρικού και βίαιου θανάτου του την εποχή του Τραϊανού, κατασπαρασσόμενος από τα άγρια θηρία της ρωμαϊκής αρένας. Ο διωγμός ξέσπασε περί το έτος 112 στην περιοχή της Μ. Ασίας και Συρίας, όπου έπαρχος ήταν ο Πλίνιος ο νεότερος. Ο άγιος συνελήφθη και καταδικάστηκε σε θάνατο. Η ποινή όμως θα εκτελούνταν στη Ρώμη, ενώ, τόσο το μαρτύριό του όσο και η διαδικασία της μεταφοράς του εκεί, θα αποτελούσαν αποτρεπτικό παράδειγμα για τη ραγδαία εξάπλωση του Χριστιανισμού σε εκείνες τις περιοχές. Κατά τη μαρτυρική πορεία του σταθμεύει σε διάφορες πόλεις, όπου γίνεται αντικείμενο θερμής υποδοχής και θαυμασμού από μέρους των τοπικών εκκλησιών.

Πάντως, εκείνο που χρειάζεται να επισημανθεί για την ιστορική και θεολογική ακρίβεια είναι το ότι ο άγιος δε διαδέχεται τον απόστολο Πέτρο στην επισκοπή της Αντιόχειας και ούτε είναι τρίτος στη σειρά επίσκοπός της μετά τον Πέτρο και τον Ευόδιο. Η πάγια πρακτική της αρχαίας Εκκλησίας είναι να μην αριθμεί ως επισκόπους τους αποστόλους, γιατί αυτοί είναι ιδρυτές και όχι επίσκοποι μίας τοπικής εκκλησίας.

Η μνήμη του αγίου τιμάται από την Ορθόδοξη Εκκλησία στις 20 Δεκεμβρίου και από τη Ρωμαιοκαθολική την 1η Φεβρουαρίου.

Σμύρνη_182DSC_7062

2. Η Επιστολή προς Σμυρναίους

Η Επιστολή γράφεται από την Τρωάδα, όπως ο ίδιος ο Ιγνάτιος μαρτυρεί προς το τέλος της. Αποτελείται από 13 σύντομα κεφάλαια και ακολουθεί τους τυπικούς κανόνες της επιστολογραφίας της εποχής. Η γλώσσα είναι εύληπτη, παρουσιάζει ελάχιστους λατινισμούς και συνοδοιπορεί με το απλό ύφος. Και τα δύο παραπέμπουν στη σαφήνεια και την απλότητα των καινοδιαθηκικών κειμένων από τα οποία επηρεάζονται αλλά και κατ’ έναν τρόπο ερμηνεύουν. Παράλληλα προδίδουν και τις δύσκολες συνθήκες κάτω από τις οποίες συντάχθηκαν όλες οι Επιστολές όπως βέβαια και η συγκεκριμένη. Πάντως, μέσα από αυτή την απλότητα και λιτότητα γλώσσας και ύφους, ο ιερός Πατέρας αναπτύσσει με θαυμαστό τρόπο τη δογματική ακρίβεια και τα υψηλά θεολογικά νοήματα.

Στο Προοίμιο ο άγιος εκφράζει τη χαρά του, γιατί βρήκε τους Σμυρναίους καταρτισμένους στην πίστη και βέβαιους ότι ο Χριστός αληθώς έπαθε ως άνθρωπος για τη σωτηρία μας. Συνιστά αποφυγή από τη βλαβερή αίρεση των Δοκητώv (1-3) και συμβουλεύει τους πιστούς να φυλαχτούν από αυτά τα «ανθρωπόμορφα θηρία», δηλαδή τους Δοκήτες, τους οποίους και ελέγχει με αυστηρότητα (4-7). Παραινεί τους παραλήπτες της Επιστολής να ακολουθούν και να τιμούν τον επίσκοπο, όπως επίσης να σέβονται τους πρεσβυτέρους και τους διακόνους. Τους ευχαριστεί για την αγάπη και τη φιλοξενία τους και εύχεται να έχουν το πνεύμα και τα δεσμά του ως αντίδωρο (8-10). Τέλος ακολουθούν συμβουλές και ασπασμοί (11-13).

Ο Ιγνάτιος τονίζει με ιδιαίτερη έμφαση ότι ο Χριστός είναι Θεός, του οποίου η σταυρική θυσία και η ανάσταση δώρισαν τη σωτηρία στον άνθρωπο, που για να την αποκτήσει οφείλει να είναι ταπεινός και να αγαπά τον Θεό και τον πλησίον. Ο άγιος υπογραμμίζει την πίστη στις δύο φύσεις του Χριστού, της θείας και της ανθρώπινης, και εμμένει στην πραγματικότητα της ανθρώπινης φύσης Του. Ο Χριστός «αληθώς έπαθε», «αληθώς ανέστησεν εαυτόν», είναι «Κύριος…σαρκοφόρος» και «τέλειος άνθρωπος». Μάλιστα, εξαιτίας αυτής της αλήθειας, ο ίδιος είναι πρόθυμος να οδηγηθεί στο μαρτύριο, γιατί αν η σάρκωση, η σταύρωση και η ανάσταση δεν ήταν πραγματικά αλλά φαινομενικά τότε κι ο ίδιος, όπως σημειώνει χαρακτηριστικά, φαινομενικά είναι δέσμιος.

Ο Ιγνάτιος είναι ο πρώτος Πατέρας της Εκκλησίας που τονίζει εμφαντικά και με καθαρούς όρους τόσο τη Θεότητα όσο και την ανθρωπότητα του Χριστού. Είναι σαφές λοιπόν ότι με τις θέσεις του αυτές στρέφεται κατά της αιρετικής μάστιγας του Δοκητισμού, του οποίου η διδασκαλία απέρριπτε τη σάρκωση του Λόγου του Θεού, το πάθος, την ανάσταση, τη θεία Ευχαριστία και κατά βάση τη λειτουργική μυστηριακή ζωή.

Οι Δοκήτες αποτελούσαν τον κύριο όγκο των Γνωστικών. Πίστευαν ότι ο άνθρωπος είναι ένα θείο απόσπασμα που εξέπεσε. Δούλος της ύλης και του διαβόλου, που για να λυτρωθεί χρειαζόταν κάποια εξωτερική βοήθεια. Εκείνος όμως που πρόσφερε τη βοήθεια δεν είναι άνθρωπος ούτε θεάνθρωπος, γιατί η ανάμιξη του θείου με το ανθρώπινο στοιχείο, που είναι πονηρό, είναι κατ’ αυτούς αδιανόητη. Συνεπώς είναι μόνο Θεός, που φέρει φαινομενικό σώμα. Η βάση του Δοκητισμού είναι αντιβιβλική, καθώς αρνείται τις θεοφάνειες και την ενανθρώπησς. Είναι ένα απαισιόδοξο σύστημα, γιατί καθιστά τον άνθρωπο δούλο της εγκόσμιας φθοράς και αδύναμο να συμβάλει στη λύτρωσή του.

Από αυτά λοιπόν τα «ανθρωπόμορφα θηρία», που μάλλον είχαν διεισδύσει στην τοπική εκκλησία βλάπτοντας τα μέλη της, προσπαθεί ο άγιος να διαφυλάξει τους πιστούς της Σμύρνης. Διευκρινίζει ότι η προσχώρηση στην αίρεση δεν είναι μία απλή υπόθεση, αλλά συνεπάγεται τραγικές συνέπειες για όσους την αποδεχθούν. Όσοι αρνούνται με τον τρόπο αυτό το Χριστό, ουσιαστικά τους έχει αρνηθεί ο ίδιος ο Χριστός, γιατί είναι «νεκροφόροι», συνήγοροι του θανάτου παρά της αλήθειας.

Σμύρνη_228DSC_7108

Αυτός είναι και ο λόγος που ο Ιγνάτιος τονίζει την πίστη και την αγάπη του χριστιανού προς τον Ιησού Χριστό. Πρόκειται για μία δυνατή πνευματική σχέση, που εκφράζεται και πιστοποιείται μέσα από τη μετοχή του πιστού στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας. Αυτή οικοδομεί την ενότητα της Εκκλησίας, αποτελεί το θεμέλιό της και είναι το κέντρο της ζωής της επειδή ακριβώς είναι το αληθινό Σώμα του Χριστού που έπαθε, θανατώθηκε και ενδόξως αναστήθηκε. Εδώ λοιπόν επισημαίνεται ο ρεαλισμός του μυστηρίου, που οδηγεί τον πιστό στην όντως ζωή μέσα από αυτά τα πραγματικά σωτηριώδη γεγονότα.

Ο άγιος όμως δεν περιορίζεται στην επισήμανση του κινδύνου και των συνεπειών των αιρέσεων. Προτείνει τρόπους αντιμετώπισης της αίρεσης, αφού το ποίμνιο μόνο του δεν μπορεί να πολεμήσει την κακοδοξία. Καταφεύγει λοιπόν στον επίσκοπο. Αυτός αποτελεί για τον άγιο το κέντρο αναφοράς της ζωής της Εκκλησίας. Ο λειτουργικός του ρόλος συνδέεται άμεσα με το μυστήριο του Βαπτίσματος αλλά και με εκείνο της θείας Ευχαριστίας. Ο παραλληλισμός μάλιστα του επισκόπου προς τον ίδιο τον Ιησού Χριστό οδηγεί τον Ιγνάτιο στο συμπέρασμα ότι όποιος πράττει κάτι κρυφά από τον επίσκοπο, λατρεύει το διάβολο.

Συνιστά, λοιπόν, στα κεφάλαια 8 και 9 της Επιστολής του, όλοι οι πιστοί να ακολουθούν τον επίσκοπο, να τον τιμούν, ώστε να τιμηθούν από τον Θεό, και κανείς να μην πράττει κάτι εκκλησιαστικής φύσεως χωρίς αυτόν ή την έγκρισή του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο άγιος, θέλοντας να δώσει τη θεολογική και εκκλησιολογική διάσταση του επισκοπικού λειτουργήματος, το συνδέει με το σχήμα της μοναρχίας του Πατρός στη Θεότητα. Όπως η αλήθεια του προσώπου και του έργου του Χριστού λειτουργεί και καταφάσκεται στο πρόσωπο του Θεού Πατρός, ακριβώς, κατ’ ανάλογο τρόπο, και η αλήθεια όλων όσων συμβαίνουν στην Εκκλησία και προπαντός στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας αληθεύουν, εφόσον γίνονται από τον επίσκοπο ή τελούνται με την άδειά του.

Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις λειτουργεί η εκκλησιολογική αντίληψη του Ιγνατίου: «ὅπου ἂν φανῇ ὁ ἐπίσκοπος, ἐκεῖ τὸ πλῆθος ἔστω, ὣσπερ ὃπου ἂν ᾖ Χριστός Ἰησοῦς, ἐκεῖ καί ἡ καθολική Ἐκκλησία». Μάλιστα ο όρος καθολική Εκκλησία απαντάται εδώ για πρώτη φορά στη χριστιανική γραμματεία. Δηλώνει το οικουμενικό, πλήρες, ενωμένο και αληθινό Σώμα του Χριστού. Με αυτή την έννοια η Εκκλησία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την τέλεση του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας υπό τον επίσκοπο. Κατά συνέπεια, στη σκέψη του αγίου, Χριστολογία, Εκκλησιολογία και Σωτηριολογία είναι έννοιες απολύτως εναρμονισμένες και αλληλοπεριχωρούμενες.

Σμύρνη_140

Ο ρόλος και το πρόσωπο του επισκόπου λειτουργούν, ώστε να εγγυώνται την αλήθεια, την τάξη και την ενότητα μέσα στην Εκκλησία και να αποκλείουν την αταξία και την αναρχία. Η Επιστολή παρέχει επίσης την πληροφόρηση ότι ο επίσκοπος περιβάλλεται από το πρεσβυτέριο. το οποίο παραβάλλεται προς τους αποστόλους. Η σχέση των αποστόλων με το Χριστό αποτελεί για τον Ιγνάτιο το πρότυπο της σχέσης του επισκόπου με τους πρεσβυτέρους. Ο επίσκοπος δεν μπορεί να ενεργεί αυθαίρετα. Είναι και αυτός «σύνδουλος» των άλλων κληρικών και ο «έσχατος» όλων των πιστών. Οφείλει να είναι «αξιόθεος», ενώ οι πρεσβύτεροι «θεοπρεπείς» και οι διάκονοι «θεοπρεσβευτές». Και τούτο, γιατί η ιεροσύνη είναι το ανώτερο από όλα τα αγαθά μεταξύ των ανθρώπων κι όποιος στρέφεται εναντίον της κατ’ ουσίαν δεν ατιμάζει τον άνθρωπο αλλά τον Θεό και τον Ιησού Χριστό, τον πρωτότοκο και τον μοναδικό εκ φύσεως αρχιερέα του Πατέρα.

Αυτή λοιπόν είναι για τον άγιο μάρτυρα του Χριστού Ιγνάτιο η εικόνα του εκκλησιαστικού σώματος. Μία αληθινή ιδανική προσευχόμενη κοινωνία, μία οικογένεια, όπου όλα τα μέλη έχουν μεταξύ τους μία σχέση ειλικρινούς αγάπης, αμοιβαίας διακονίας και υπακοής με αναφορά στον Κύριο της Δόξας.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Φώτιος Ιωαννίδης, Η προς Σμυρναίους Επιστολή του αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου

Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα «Η εκκλησιαστική ζωή και η λατρευτική παράδοση της Κωνσταντινούπολης ως παράγοντες διαμόρφωσης της ιεραποστολικής πολιτικής της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας»

PosterO Τομέας Εκκλησιαστικής Ιστορίας, Χριστιανικής Γραμματείας, Αρχαιολογίας και Τέχνης του Τμήματος Θεολογίας Α.Π.Θ. σε συνεργασία με την Ένωση Ελλήνων Σλαβολόγων και το Πρόγραμμα του Συμβουλίου της Ευρώπης “Δρόμοι Κυρίλλου και Μεθοδίου” οργανώνουν υπό την αιγίδα του Δήμου Θεσσαλονίκης, Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα «Η εκκλησιαστική ζωή και η λατρευτική παράδοση της Κωνσταντινούπολης ως παράγοντες διαμόρφωσης της ιεραποστολικής πολιτικής της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας» στις 11 και 12 Μαΐου 2017, το οποίο εντάσσεται στο πλαίσιο των Εκδηλώσεων Θεολογικού Λόγου και Τέχνης που οργανώνει το Τμήμα Θεολογίας Α.Π.Θ. μέσα στον Μάιο. Στο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο θα λάβουν μέρος Καθηγητές του Τμήματος Θεολογίας Α.Π.Θ., μέλη της Ένωσης Ελλήνων Σλαβολόγων που διδάσκουν σε άλλα ελληνικά Πανεπιστήμια, όπως επίσης και Καθηγητές ξένων Πανεπιστημίων. Οι εργασίες του Συνεδρίου, που θα πραγματοποιηθούν στο Αμφιθέατρο Β΄ (2ος όροφος) της Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ., θα ξεκινήσουν το απόγευμα της Πέμπτης 11 Μαΐου (19:00–21:00), θα συνεχιστούν το πρωί της Παρασκευής 12 Μαΐου (10:30–13:30) και θα ολοκληρωθούν το απόγευμα της ίδιας ημέρας (17:00–20:15).

Η παρακολούθηση των εργασιών είναι ελεύθερη. Στους ενδιαφερόμενους θα χορηγηθούν βεβαιώσεις παρακολούθησης.

Πληροφορίες: Αναπληρωτής Καθηγητής Ηλίας Γ. Ευαγγέλου Τηλ. 2310 991369, 6973217360. E-mail: iliasev@theo.auth.gr

Δείτε το αναλυτικό πρόγραμμα.

Κατηγορίες: ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ ΑΡΘΡΑ | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα «Η εκκλησιαστική ζωή και η λατρευτική παράδοση της Κωνσταντινούπολης ως παράγοντες διαμόρφωσης της ιεραποστολικής πολιτικής της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας»

Χαράλαμπος Ατματζίδης, Οι εμφανίσεις του αναστημένου Ιησού στα Ευαγγέλια και στις Επιστολές του Ιγνατίου του Θεοφόρου

DSC_7045_165DSC_7045

Η εισήγηση του Αναπληρωτή Καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ στο Γ’ Διεθνές Αγιολογικό Συνέδριο με θέμα: «Οἱ ἀποστολικοί πατέρες καί ἡ ἐποχή τους» που διαξάγεται στη Σμύρνη

Είναι γνωστό σε όλους μας, πόσο επιμένει ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος ο και επίσκοπος Αντιοχείας, στην χριστολογία. Αυτή διατρέχει τις επιστολές του και αναδεικνύει τη στενή σχέση του επισκόπου Αντιοχείας με την πρωτοχριστιανική παράδοση.

Στην εισήγησή μας θα σταθούμε σε ένα απόσπασμα του Ιγνατίου  από την επιστολή του προς τους χριστιανούς της Σμύρνης. Αυτό αναφέρεται στην ιστορικότητα της ανάστασης του Ιησού.

Σημειώνουμε ότι με το θέμα της ιστορικότητας της ανάστασης του Ιησού, εκτός από τον Ιγνάτιο, ασχολήθηκαν ήδη τα μέλη των πρώτων χριστιανικών κοινοτήτων (μέσα  του πρώτου αιώνα μ.Χ.). Επειδή οι πρωτοχριστιανικές αυτές παραδόσεις και η παράδοση του Ιγνατίου αγγίζουν η μία την άλλη, τόσο ως προς τον χρόνο συγγραφής όσο και ως προς το περιεχόμενο, γι’ αυτό θεωρούμε αναγκαίο να συνεξετάσουμε την ιδιότυπη αυτή κειμενική σχέση.

Ι

Η ιστορικότητα του αναστημένου Χριστού και η  πρωτοχριστιανική παράδοση

Οι πρώτοι χριστιανοί θεμελιώνουν την πεποίθησή τους για τον αναστημένο Ιησού Χριστό σε δύο ακρογωνιαίους λίθους.

  1. Ο πρώτος ακρογωνιαίος λίθος είναι η μαρτυρία των πρώτων χριστιανών ότι ο Ιησούς μετά τον θάνατό του θάφτηκε (Α΄ Κορ 15,4: «τφη») και ότι ο τάφος του στη συνέχεια βρέθηκε κενός (πρβλ. Μκ 16,1-8 και παράλληλα · Ιω 20,1-10.11-15). Επισημαίνουμε ότι ο τονισμός των πρώτων χριστιανών της ταφής του Ιησού και του κενού τάφου, σχετίζεται με τις θεμελιακές θεολογικές θέσεις των Ιουδαίων για τη μετά τον θάνατο ζωή και για τη σωματική ανάσταση των ανθρώπων. Στον ιουδαϊσμό, όπως αργότερα και στον πρώτο χριστιανισμό, ο άνθρωπος θεωρείται ως μια ενιαία ψυχοσωματική οντότητα που φέρει το πνεύμα του Θεού. Έτσι, ο άνθρωπος πεθαίνει σωματικώς και ανασταίνεται σωματικώς. Η ταφή των σωμάτων στον Ιουδαϊσμό υπηρετεί αυτή την βασική ιουδαϊκή αντίληψη περί σωματικής αναστάσεως. Με δεδομένο ότι η ανάσταση των νεκρών θα πραγματοποιηθεί στο μέλλον, το σώμα θάβεται, ώστε ν’ αναστηθεί στο μέλλον.

Σε ό,τι αφορά το νεκρό Ιησού, τονίζεται από τους πρώτους χριστιανούς ότι ακολουθήθηκαν τα ιουδαϊκά ταφικά έθιμα και ότι το νεκρό σώμα του Ιησού θάφτηκε με προοπτική τη μελλοντική ανάσταση. Η επισήμανση όμως των πρώτων χριστιανών ότι ο τάφος του Ιησού βρέθηκε στη συνέχεια κενός, ανατρέπει την αναμενόμενη στο μέλλον ανάσταση του Ιησού και πιστοποιεί την ήδη πραγματοποιηθείσα ανάστασή του. Η ανάσταση του Ιησού είναι πλέον για τους πρώτους χριστιανούς ιστορία και όχι εσχατολογία.

  1. Ο δεύτερος ακρογωνιαίος λίθος, πάνω στον οποίο θεμελιώνουν οι πρώτοι χριστιανοί την πεποίθησή τους για τον αναστημένο Ιησού, είναι η ρητή μαρτυρία των πρώτων χριστιανών ότι ο Ιησούς μετά τον θάνατο και την ταφή του εμφανίστηκε αναστημένος σε αυτούς. Ακριβέστερα:

2.1 Ο αναστημένος Ιησούς, εμφανίζεται στους μαθητές και τους άλλους ακολούθους του, επανειλημμένα σε διαφορετικά πρόσωπα και σε διαφορετικούς τόπους.

2.2 Ο αναστημένος Ιησούς εμφανίζεται στους μαθητές και τους άλλους ακολούθους του με πολλούς τρόπους.

2.2.1 Ο Ιησούς εμφανίζεται απλά και οι μαθητές τον βλέπουν. Έτσι στο Α΄ Κορ 15,5-8 και Λκ 24,34 χρησιμοποιείται απλώς το ρήμα “ὤφθη” και με αυτό δηλώνεται ότι ο Κηφάς (: ή Πέτρος ή Σίμων), οι έντεκα μαθητές, οι πάνω από πεντακόσιοι αδελφοί, ο Ιάκωβος ο αδελφόθεος και ο Παύλος, είδαν απλώς τον Ιησού. Δεν περιγράφεται όμως η μορφή με την οποία τον είδαν. Υπονοείται όμως ότι η μορφή αυτή ταυτοποιήθηκε από τους μαθητές ως η μορφή του προπασχάλιου  Ιησού.

2.2.2 Ο αναστημένος Ιησούς εμφανίζεται με ενσώματη μορφή και αναγνωρίζεται από τους μαθητές, αφού ο Ιησούς τους διδάσκει για το νόημα της Π.Δ. και αφού πραγματοποιεί τη συμβολική πράξη της κλάσης του άρτου (Λκ 24,13-35).

2.2.3 Ο αναστημένος Ιησούς εμφανίζεται με ενσώματη μορφή σε ομάδες ανθρώπων και αναγνωρίζεται από αυτούς. Στις περιπτώσεις αυτές η “ενσώματη” μορφή με την οποία εμφανίζεται ο Ιησούς αναγνωρίζεται από τους μαθητές ως μορφή του Ιησού, μέσα από ένα ταυτόχρονο συνδυασμό στοιχείων που πιστοποιούν τη σωματική παρουσία του αναστημένου Ιησού. Τέτοια στοιχεία είναι το άγγιγμα του σώματός του, η κατανάλωση τροφής από τον Ιησού, η διδασκαλία του Ιησού για το μεσσιανικό χαρακτήρα της Π.Δ., η κλήση των μαθητών ν’ ασκήσουν ιεραποστολή και να ιδρύσουν την Εκκλησία, η χορήγηση στους μαθητές από τον Ιησού του αγίου Πνεύματος και η εξουσιοδότηση να συγχωρούν τις αμαρτίες των ανθρώπων (πρβλ. Λκ 24,36-49 και στο Ιω 20,19-23).

Παρατηρούμε λοιπόν ότι δεν αρκεί μόνον η εμφάνιση του αναστημένου Ιησού για να τον αναγνωρίσουν οι μαθητές  του, αλλά απαιτείται και η συνδρομή και άλλων στοιχείων. Το τελευταίο είναι ένδειξη της ασάφειας που υπάρχει στα κείμενα ως προς το σώμα του αναστημένου Ιησού. Γι’ αυτό επισημαίνουμε ότι η ιστορικότητα των αφηγήσεων αυτών αμφισβητήθηκε έντονα, ιδιαίτερα κατά την νεοτερική εποχή. Οι ερευνητές της περιόδου αυτής, στηριζόμενοι στη λογική, θεώρησαν ότι οι διηγήσεις για την ανάσταση του Ιησού περιείχαν πολλές ασάφειες και ιστορικές ανακρίβειες. Έτσι αμφισβήτησαν την ιστορικότητα των διηγήσεων αυτών.

Πρέπει όμως να παρατηρήσουμε ότι οι πρώτοι χριστιανοί οικοδομούν την θεολογία τους για τον αναστημένο Ιησού πρώτιστα πάνω στην εμπειρία τους. Οι πρώτοι χριστιανοί διακηρύσσουν ότι είδαν, συνομίλησαν και έζησαν καθημερινές στιγμές μαζί με τον αναστημένο Ιησού.

Σμύρνη_107

ΙΙ

Η ιστορικότητα του αναστημένου Χριστού και ο Ιγνάτιος Αντιοχείας

Ο  Ιγνάτιος Αντιοχείας έχει ως κέντρο της θεολογίας του σε όλες τις επιστολές του, τον Ιησού Χριστό.

Σημειώνουμε ότι ο Ιγνάτιος έστειλε τις επιστολές αυτές από τη Σμύρνη και την Τροία σε διάφορες πόλεις της Μ. Ασίας, στην σημερινή Τουρκία, και προς τη Ρώμη. Αυτές είναι οι επιστολές προς τους χριστιανούς της Εφέσου, της Μαγνησίας, των Τράλλεων, της Ρώμης, της Φιλαδελφείας, της Σμύρνης και η επιστολή προς τον Πολύκαρπο, τον επίσκοπο Σμύρνης. Οι επιστολές αυτές σώθηκαν μέχρι σήμερα στα ελληνικά σε δύο εκδόσεις, μια σύντομη και μια εκτενέστερη. Η γνώμη που επικρατεί σήμερα μεταξύ των ειδικών, είναι ότι, από τις δύο μορφές των επτά επιστολών του Ιγνατίου, γνήσιες είναι οι επιστολές της σύντομης μορφής, ενώ οι άλλες της εκτενέστερης μορφής είναι νόθες.

Στην προς Σμυρναίους όμως επιστολή του, στο 3,1-3, ο Ιγνάτιος, αναφέρεται εκτενέστερα απ’ ότι συνηθίζει, στον αναστημένο Ιησού.

Η αιτία που οδηγεί τον Ιγνάτιο ν’ αναφερθεί λεπτομερέστερα στον αναστημένο Ιησού καταγράφεται στο προηγούμενο κεφάλαιο, το προς Σμυρναίους 2, και είναι η εμφάνιση στην εκκλησία χριστιανών με δοκητικές αντιλήψεις. Ο Ιγνάτιος θα ασχοληθεί και στο επόμενο κεφάλαιο, το προς Σμυρναίους 3 με τους δοκητές αυτούς χριστιανούς και τις αποκλίνουσες από την ορθή πίστη θέσεις τους. Εκεί θα αναφερθεί στην πίστη του, στην ιστορικότητα της ανάστασης του Ιησού και θα παραθέσει και συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία. Αναλυτικά:

  1. Στο προς Σμυρναίους 3,1, στη σύντομη μορφή του κειμένου, ο Ιγνάτιος αναφέρει χαρακτηριστικά:

Ἐγὼ γὰρ καὶ μετὰ τὴν ἀνάστασιν ἐν σαρκὶ αὐτὸν οἶδα καὶ πιστεύω ὄντα

Ο Ιγνάτιος τονίζει ότι γνώρισε ο ίδιος τον Ιησού μετά την σωματική του ανάσταση και πιστεύει ότι ο αναστημένος Ιησούς είναι γεγονός.

Το αξιοπρόσεκτο είναι ότι ο Ιγνάτιος στο 3,1 εκφράζει την βεβαιότητα για την ιστορικότητα του αναστημένου Ιησού χρησιμοποιώντας  το ρήμα «οἶδα» και στη συνέχεια το ρήμα «πιστεύω». Ο Ιγνάτιος δεν διευκρινίζει στο κείμενο το είδος της γνώσης του για τον αναστημένο Ιησού. Έτσι η γνώση του αυτή μπορεί να παραπέμπει σε κάποια εμπειρία του ίδιου του Ιγνατίου, ανάλογης με την εμπειρία της Μαρίας Μαγδαληνής, που περιγράφεται στο Ιω 20,11-18. Να θυμηθούμε ότι στο Ιω 20,14 αναφέρεται ότι η Μαρία

«…ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω καὶ θεωρεῖ τὸν Ἰησοῦν ἑστῶτα καὶ οὐκ ᾔδει ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν.

Σμύρνη_98

Στον παραπάνω στίχο χρησιμοποιείται το ρήμα «οἶδα», για να δηλωθεί ότι η Μαρία Μαγδαληνή παρόλο που βλέπει τον Ιησού δεν τον αναγνωρίζει. Η Μαρία Μαγδαληνή ταυτοποιεί την ανθρώπινη μορφή που βρισκόταν μπροστά της με τον Ιησού, όταν η μορφή αυτή της υπενθυμίζει ένα μέρος των λόγων του Ιησού που απηύθυνε στους μαθητές του και στις μαθήτριες πριν το Πάθος του. Η υπενθύμιση αυτή της διδασκαλίας του Ιησού, βοηθά τη Μαρία Μαγδαληνή να αναγνωρίσει τον Ιησού. Τον αποκαλεί μάλιστα “ραββουνι (ὃ λέγεται διδάσκαλε)” και επιχειρεί να τον αγγίξει, ενέργεια που αποτρέπει ο Ιησούς λέγοντας “μή μου ἅπτου”. Άρα η ταυτοποίηση του αναστημένου Ιησού δεν επιτυγχάνεται μέσω της σωματικής παρουσίας του αναστημένου Ιησού, αλλά μέσω των λόγων του Ιησού προς τη Μαρία Μαγδαληνή. Η βεβαιότητα της Μαρίας της Μαγδαληνής για τον αναστημένο Ιησού θεμελιώνεται στην εμπειρία του κενού τάφου, στην εμπειρία της θέασης της άγνωστης σε αυτήν ενσώματης ανθρώπινης μορφής και στην ακοή των λόγων του Ιησού.

Και ο Ιγνάτιος χρησιμοποιεί στο 3,1 το ρήμα «οἶδα» για να δηλώσει ότι γνωρίζει για τον αναστημένο Ιησού. Στους στίχους 2 και 3 θα επικαλεστεί και δύο άλλα συμβάντα με τον αναστημένο Ιησού, που  πιστοποιούν την ανάστασή του. Αυτά όμως δεν σχετίζονται με κάποια εμφάνιση του ενσώματου αναστημένου Ιησού στον Ιγνάτιο, αλλά με την ενσώματη εμφάνιση του αναστημένου Ιησού σε μαθητές του. Η περιγραφή  λοιπόν του Ιγνατίου για τον αναστημένο Ιησού παραμένει γενική και αόριστη, χωρίς να σχετίζεται με κάποια εμπειρία του Ιγνατίου με τον αναστημένο Ιησού.

Επίσης, δεν μπορούμε να ισχυριστούμε εδώ ότι η γνώση αυτή του Ιγνατίου για τον αναστημένο Ιησού μοιάζει με τη γνώση του Παύλου για τον αναστημένο Ιησού. Σημειώνουμε ότι ο Παύλος στο Α΄ Κορ 15,8 αναφέρει απλώς ότι ο Ιησούς  «ὤφθη» σε αυτόν. Καμιά επιπλέον λεπτομέρεια. Η μαρτυρία αυτή του Παύλου φαίνεται να εντάσσεται αργότερα από το συγγραφέα των Πράξεων των Αποστόλων στο έργο του και στην αφήγησή του για την κλήση του Παύλου έξω από την Δαμασκό.

  1. Στο προς Σμυρναίους 3,2, στη σύντομη μορφή του κειμένου, συνεχίζει ο Ιγνάτιος και γράφει:

καὶ ὅτε πρὸς τοὺς περὶ Πέτρον ἦλθεν, ἔφη αὐτοῖς· Λάβετε, ψηλαφήσατέ με καὶ ἴδετε ὅτι οὐκ εἰμι δαιμόνιον ἀσώματον. καὶ εὐθὺς αὐτοῦ ἥψαντο καὶ ἐπίστευσαν, κραθέντες τῇ σαρκὶ αὐτοῦ καὶ τῷ αἵματι. Διὰ τοῦτο καὶ θανάτου κατεφρόνησαν, ηὑρέθησαν δὲ ὑπὲρ θάνατον.

Ο Ιγνάτιος επικαλείται την πρωτοχριστιανική παράδοση ότι ο αναστημένος Ιησούς, όταν εμφανίστηκε στους μαθητές του, τους κάλεσε να τον ψηλαφήσουν για να διαπιστώσουν ότι δεν ήταν κάποιο ασώματο δαιμόνιο. Αυτοί, μόλις τον ψηλάφησαν, πίστεψαν, γιατί διαπίστωσαν την ενσώματη εμφάνιση του αναστημένου Ιησού. Ο Ιγνάτιος ισχυρίζεται επίσης, ότι η στέρεη πίστη των μαθητών στον αναστημένο Ιησού, τους εμψύχωσε, ώστε αυτοί ν’ αψηφήσουν τον θάνατο κατά την διάρκεια των διωγμών. Αξιοπρόσεκτα είναι ότι:

2.1 Ο Ιγνάτιος χρησιμοποιεί την έκφραση «πνεῦμα γὰρ σάρκα καὶ ὀστέα οὐκ ἔχει». Η έκφραση αυτή, μας θυμίζει όσα αναφέρονται στο Λκ 24,39. Από τη σύγκριση των δύο κειμένων  παρατηρούμε ότι ο Ιγνάτιος επαναλαμβάνει την φράση του Λουκά «πνεῦμα σάρκα καὶ ὀστέα οὐκ ἔχει», επανάληψη που συνηγορεί στο να δεχθούμε ότι ο Αποστολικός Πατέρας παραπέμπει από τον Λουκά. Όμως πρέπει να παρατηρήσουμε, ότι ο Ιγνάτιος παραπέμπει πολύ σπάνια σε κείμενά του από το κατά Λουκάν ευαγγέλιο. Επίσης πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι ο Ιγνάτιος στο προς Σμυρναίους 2 χρησιμοποιεί την έκφραση «οὖσιν ἀσωμάτοις καὶ δαιμονικοῖς», η οποία δεν απαντά σε άλλο κείμενο του Ιγνατίου. Είναι πιθανόν λοιπόν να υπάρχει κάποια αρχική πηγή από την οποία αντλούν και ο Ιγνάτιος και ο Λουκάς.

2.2 Από τη σύγκριση των δύο κειμένων παρατηρούμε επίσης, ότι ο Ιγνάτιος, για να στερεώσει την πίστη στην ιστορικότητα του αναστημένου Ιησού, επικαλείται την παράδοση που υπάρχει στα Ευαγγέλια ότι ο αναστημένος Ιησούς προτρέπει τους μαθητές  του να ψηλαφίσουν το σώμα του (Λκ 24,39-40).  Κάτι ανάλογο περιγράφεται στο Ιω 20,19-23, όπου αναφέρεται ότι ο αναστημένος Ιησούς έδειξε τα χέρια του και την πλευρά του. Τέλος, στο Ιω 20,24-29 περιγράφεται ότι ο Ιησούς παρουσιάζεται στους μαθητές του και καλεί τον Θωμά ν’ αγγίξει  την “πλευράν” του.

Ο Ιγνάτιος λοιπόν, από την πλούσια πρωτοχριστιανική παράδοση με τις εμφανίσεις του αναστημένου Ιησού, επιλέγει εδώ, στο προς Σμυρναίους 3,2, εκείνες που σχετίζονται με την ψηλάφηση ή άγγιγμα του αναστημένου σώματος του Ιησού.

2.3 Τέλος, στον στίχο 2 ο Ιγνάτιος εκφράζει την βεβαιότητα ότι η ψηλάφηση του αναστημένου σώματος του Ιησού εμψυχώνει τους μαθητές και ενδυναμώνει την πίστη τους στον Χριστό. Έτσι αυτοί αργότερα θα αντιμετωπίσουν άφοβα τους επερχόμενους διωγμούς.

  1. Στο προς Σμυρναίους 3,3, στη σύντομη μορφή του κειμένου, συνεχίζει ο Ιγνάτιος:

μετὰ δὲ τὴν ἀνάστασιν συνέφαγεν αὐτοῖς καὶ συνέπιεν ὡς σαρκικός, καίπερ πνευματικῶς ἡνωμένος τῷ πατρί.

Και στον στίχο 3 ο Ιγνάτιος επικαλείται ακόμη μια ευαγγελική παράδοση, σύμφωνα με την οποία ο αναστημένος Ιησούς έφαγε και ήπιε μαζί με τους μαθητές του (Λκ 24,41-43 · πρβλ. και Ιω 21,5.13 · Ιω 21,13).

Δύο είναι τα στοιχεία που πρέπει να προσέξουμε στο προς Σμυρναίους 3,3:

3.1 Ο Ιγνάτιος, για να αντιμετωπίσει τους δοκητές αντιπάλους του, επιλέγει από την πρωτοχριστιανική παράδοση τις αναφορές ότι ο αναστημένος Ιησούς συντρώγει με τους μαθητές του. Η μαρτυρία αυτή μαζί με την προηγούμενη μαρτυρία ότι οι μαθητές ψηλάφισαν το αναστημένο σώμα του Ιησού, αποτελούν για τον Ιγνάτιο την καλύτερη απόδειξη της ιστορικότητας του αναστημένου Ιησού.

3.2 Ταυτόχρονα όμως ο Ιγνάτιος δράττεται της ευκαιρίας και να παραθέσει με λακωνικό τρόπο την θέση του για την θεϊκή υπόσταση του Ιησού και για τη σχέση με τον Θεό Πατέρα. Για τον Ιγνάτιο ο Ιησούς Χριστός είναι ενωμένος ως προς την θεϊκή του υπόσταση με τον Θεό Πατέρα. Ο Ιγνάτιος χαρακτηρίζει την ένωση αυτή “πνευματική” για να την διακρίνει από τη σωματική.

Σμύρνη_69

ΙΙΙ

Συμπερασματικά, είδαμε ότι οι πρώτοι χριστιανοί στερέωσαν την πίστη τους στην ιστορικότητα του αναστημένο Ιησού και στην εμπειρία που είχαν με τον αναστημένο Ιησού. Στην πρωτοχριστιανική παράδοση υπάρχουν πολλές και διαφορετικές αφηγήσεις, που περιγράφουν, πώς ο αναστημένος Ιησούς εμφανίστηκε σε διάφορους μαθητές, μαθήτριες και άλλους ακολούθους του. Οι αφηγήσεις αυτές έχουν ως κοινό παρονομαστή την βεβαιότητα των πρώτον χριστιανών για την ιστορικότητα του αναστημένου Ιησού, βεβαιότητα που στεριώνεται στην εμπειρία που αυτοί είχαν με τον αναστημένο Ιησού.

Σε ό,τι αφορά τον Ιγνάτιο Αντιοχείας και στο απόσπασμά του από την επιστολή του προς Σμυρναίους (3.1-3), είδαμε την προσπάθεια του Αποστολικού Πατέρα να υπερασπιστεί την ιστορικότητα της ανάστασης του Ιησού, την οποία  αμφισβητούσαν οι δοκητές αντίπαλοί του.

Ο Ιγνάτιος διέβλεψε ότι η αμφισβήτηση της σωματικής ανάστασης του Ιησού δεν είναι απλώς ένα θεολογούμενο, αλλά ότι αυτή θα έχει σοβαρές σωτηριολογικές και εκκλησιολογικές συνέπειες.

Έτσι ο Ιγνάτιος, για να πείσει του πιστούς για την ιστορικότητα του αναστημένου Ιησού, προβάλλει πρώτα απ΄ όλα την δική του βεβαιότητα για το ότι ο Ιησούς αναστήθηκε πραγματικά. Την βεβαιότητα αυτή δεν την στηρίζει σε κάποια εμπειρία που ο ίδιος είχε, όπως οι μαθητές και οι άλλοι ακόλουθοι του Ιησού. Αντίθετα, ο Αποστολικός Πατέρας στηρίζεται στην πρωτοχριστιανική παράδοση, που περιγράφει την εμπειρία των πρώτων χριστιανών για τον αναστημένο Ιησού. Ο Ιγνάτιος, επιλέγει από την πλούσια αυτή παράδοση για τον αναστημένο Ιησού δύο ομάδες σχετικών περιστατικών. Επιλέγει περιστατικά που αφηγούνται ότι οι μαθητές άγγιξαν και ψηλάφησαν τον αναστημένο Ιησού και περιστατικά που διηγούνται ότι ο αναστημένος Ιησούς συνέφαγε με τους μαθητές του. Έτσι, διασφαλίζει την πίστη ότι ο Ιησούς Χριστός αναστήθηκε εν σώματι.

DSC_7047_167DSC_7047

Ταυτόχρονα όμως, ο Ιγνάτιος ως δεινός θεολόγος και σοφός ποιμενάρχης, φροντίζει να συνδέσει την θεολογία για τον αναστημένο Ιησού με την καθημερινή ζωή των μελών της Εκκλησίας.  Τονίζει στους πιστούς ότι η πίστη στον αναστημένο Ιησού, τους ενδυναμώνει και τους βοηθά ν’ αψηφήσουν τους διωγμούς εναντίον τους. Επίσης προβάλλει την ένωση και την κοινωνία των δύο Πρόσωπων της Αγίας Τριάδος, του Θεού Πατέρα και του Κυρίου Ιησού Χρίστου, ως πρότυπα για τους χριστιανούς, τα οποία τους εμπνέουν στην ζωή τους.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Χαράλαμπος Ατματζίδης, Οι εμφανίσεις του αναστημένου Ιησού στα Ευαγγέλια και στις Επιστολές του Ιγνατίου του Θεοφόρου

Χρήστος Αραμπατζής, «Η εν Πνεύματι ζωή στην προς Κορινθίους Επιστολή του Κλήμεντος Ρώμης»

Σμύρνη_42

Η εισήγηση του Καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ στο Γ’ Διεθνές Αγιολογικό Συνέδριο με θέμα: «Οἱ ἀποστολικοί πατέρες καί ἡ ἐποχή τους» που διαξάγεται στη Σμύρνη

Η επιστολή του αγίου Κλήμη, πάπα Ρώμης, προς την Εκκλησία της Κορίνθου, γραμμένη στα τέλη του 1ου αιώνα, είναι από τα λίγα μεταποστολικά κείμενα που μας διασώθηκαν και τα οποία είχαν μια βαθιά επίδραση στην εκκλησιαστική ζωή στην εποχή που γράφηκαν καθώς και στην μετέπειτα χριστιανική γραμματεία.

Πατέρες της πρώιμης εκκλησίας και εκκλησιαστικοί συγγραφείς των τριών πρώτων αιώνων εκδήλωσαν με σαφήνεια την εκτίμησή τους στον συγγραφέα και την επιστολή του προς την Εκκλησία της Κορίνθου, ενώ σε πολλές περιπτώσεις την τοποθέτησαν μεταξύ των κειμένων της λατρευτικής ζωής της Εκκλησίας.

Η επιστολή, όπως και τα περισσότερα επιστολογραφικά κείμενα, έχει περιστασιακό χαρακτήρα καθώς το αίτιο, η αφορμή και ο σκοπός της είναι άμεσα συνδεδεμένα με τις ταραχές που προκλήθηκαν στην ζωή της χριστιανικής κοινότητας της Κορίνθου.

Συγκεκριμένα, εμπαθείς και ζηλόφθονες χριστιανοί διεκδίκησαν τα αξιώματα του ιερέα και του επισκόπου θεωρώντας τα ανάλογα των αιρετών αρχόντων. Γι”  αυτό και ο επίσκοπος Ρώμης, κατόπιν αιτήματος των χριστιανών Κορινθίων, απευθύνει μια σειρά από πνευματικές παραινέσεις και οδηγίες με σκοπό να επιτευχθεί η θεραπεία της διχόνοιας και των τάσεων διάσπασης της ενότητας της Εκκλησίας.

Η αιτία όλων των προβλημάτων εντοπίζεται στην εσωτερική ζωή των πιστών στην πνευματική τους κατάσταση και στην φιλαυτία τους.

Δεν θα αναφερθώ στις γραμματολογικές και ιστορικές παρατηρήσεις που συνδέονται με τον συγγραφέα, ούτε στην φιλολογική ανάγνωση και ανάλυση του έργου, καθώς αυτά έχουν επισταμένως μελετηθεί και η έρευνα έχει καταλήξει στις περισσότερες των περιπτώσεων σε ασφαλή συμπεράσματα.

Αντιθέτως θα επικεντρώσω το ενδιαφέρον μου στον τρόπο που ο συγγραφέας περιγράφει και συνοψίζει τα πνευματικά χαρακτηριστικά της χριστιανικής κοινότητας, κινούμενος δυναμικά μεταξύ δέοντος και πραγματικότητας, παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος.

Το γεγονός αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς το κείμενο ως προς τη σύνθεση, τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του και το θεολογικό του περιεχόμενο βρίσκεται στο μεταίχμιο της επιστολογραφίας των Αποστόλων ή των διαδόχων τους και των απολογητικών κειμένων του 2ου αι.

Σε αντίθεση με μια μεγάλη μερίδα θεολόγων και ιστορικών της χριστιανικής γραμματείας που κατατάσσουν το έργο στα κείμενα μιας συγκεκαλυμμένης ιουδαϊζουσας ηθικολογίας και στα σύγχρονα του 1ου αι. αρετολογικά πρότυπα της πρωτοχριστιανικής γραμματείας, εμείς θεωρούμε ότι αυτό αποτελεί ένα έξοχο δείγμα περιγραφής της πνευματικής ζωής που πρέπει να διέπει τις χριστιανικές κοινότητες. Διαπιστώνουμε επίσης ότι προσεγγίζει θεματικά και μεθοδολογικά τα πρότυπα των ασκητικών πραγματειών περί πνευματικής ζωής που αναπτύχθηκαν τους επόμενους αιώνες.

Επιπλέον αξιοσημείωτο είναι ότι η ανάλυση που επιχειρεί ο Κλήμης εκκινεί από/και εμπεριέχει όλα τα στοιχεία που συναντούμε στην Παύλεια γραμματεία, και ειδικότερα στις επιστολές Πρός Ρωμαίους, A΄ Προς Κορινθίους, Α´ Προς Θεσσαλονικείς και Προς Γαλάτας οι οποίες πραγματεύονται τα χαρακτηριστικά της εν Χριστώ ζωής, ως δωρεά και ενέργεια του Πνεύματος μέσα στην Εκκλησία.

Διακριτικό γνώρισμα του κειμένου είναι ότι πουθενά δεν επιδιώκει πρωτοτυπία. Ερμηνεύει και επαναλαμβάνει τη διδασκαλία του Ιησού και των Αποστόλων, ειδικά του Παύλου.

Στα πλαίσια της ανακοίνωσης αυτής θα περιοριστούμε σε μια πρώτη και σύντομη περιγραφή των ποιοτήτων του χριστιανικού βίου, ως των χαρακτηριστικότερων ευεργετημάτων του  Πνεύματος.

Σμύρνη_9

Η μεθοδολογία της ανάλυσης και η επισήμανση των αιτίων της διάσπασης της Εκκλησίας.

Ο Κλήμης δεν αισθάνεται την ανάγκη να καταφύγει σε λογικά επιχειρήματα που εκκινούν και καταλήγουν στον ορθό λόγο. Ούτε πάλι καταφεύγει στην αρχαιοελληνική γραμματεία για να διατυπώσει τις αρχές του εκκλησιαστικού βίου και του τρόπου άσκησης της εκκλησιαστικής διακονίας και εξουσίας.

Αδιαμφισβήτητα πρότυπα των χριστιανών της Κορίνθου προτείνονται οι προφήτες και οι Απόστολοι σε δύο κυρίως πεδία, αφενός στην προσωπική σχέση εμπιστοσύνης και πιστότητας στον Θεό και αφετέρου στην ιστορική και κατά κόσμο δράση τους, η οποία είναι απόρροια των ποιοτήτων που χαρακτηρίζουν τη σχέση αυτή. Γι”  αυτό και ονομάζονται και ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΙ ΤΗΣ ΧΑΡΙΤΟΣ.

Οσάκις ο Κλήμης αναφέρεται στην ιστορία της Π.Δ. και στην πρόσληψή της,  αυτό γίνεται όχι για ηθικοδιδακτικούς λόγους, αλλά για να περιγράψει την ζωντανή σχέση που έχουν οι πρωταγωνιστές της με τον έναν Θεό καθώς και την δυναμική που προσδίδει στη ιστορική τους δράση η ενεργητική και θεραπευτική παρέμβαση του Θεού.

Οι ποιότητες-αρετές των προσώπων, όσο κι αν φαντάζει περίεργο, δεν αποτελούν τις προϋποθέσεις, αλλά είναι απόρροια της ενσυνείδητης πιστότητάς τους και των δωρεών που πλουσιοπάροχα δωρίζει ο Θεός.

Τα ζητήματα θεοδικίας που πολλές φορές  βρίσκονταν στο επίκεντρο της ανάλυσης αντιμετωπίζονται ως ευεργετικές ενέργειες του Θεού προς τους εκλεκτούς του και ως αφορμή λύτρωσης για τα δοκιμαζόμενα πρόσωπα.

Η ερμηνεία των δεδομένων του ιστορικού βίου είναι απολύτως θεοκεντρική και σε καμιά περίπτωση  δεν έχει ανθρώπινα κριτήρια. Η πρωτοβουλία της συνάντησης ανήκει πάντοτε στον Θεό, ενώ η έκβαση και η ποιότητα της σχέσης ανήκει πάντοτε στο «θέλειν» του ανθρώπου.

Μέσα σ”  αυτό το πλαίσιο ο Κλήμης εντάσσει την διδασκαλία του για την πίστη και την υπακοή προς τον Θεό, στοιχεία διάχυτα σε όλα τα μέρη της επιστολής. Μάλιστα σε αρκετές περιπτώσεις, στην εξειδίκευση της ερμηνευτικής του προσέγγισης, η πίστη και η υποταγή στο θέλημα του Θεού δεν υπακούουν σε λογικές αναλύσεις και στο αξιακό σύστημα του κόσμου, αλλά βρίσκονται στον αντίποδά του και το ανατρέπουν, όπως ακριβώς κάνει και ο Παύλος.

Τα αίτια της αναστάτωσης και της διάσπασης της ενότητας της Εκκλησίας της Κορίνθου βρίσκονται στην απομάκρυνση του ανθρώπου από την απόλυτη πίστη στον Θεό, από την υπακοή στο ίδιον θέλημα και από την εκδήλωση των παθών που προκαλείται από αυτήν την επιλογή.

Μάλιστα η ανάλυση, σταδιακά, από το θεωρητικό της μέρος υποπίπτει σε ρεαλιστικά και ιστορικά παραδείγματα, για να συντεθεί κατά αυτόν τον τρόπο ο περί σωτηρίας λόγος του Κλήμεντος.

Σμύρνη_14

Το περίγραμμα της εν Πνεύματι ζωής: η Χάρη του Θεού και η ενεργητική της φανέρωση

Από το προοίμιο της επιστολής του ο επίσκοπος Ρώμης επισημαίνει δύο αγιογραφικά δεδομένα τα οποία και κυριαρχούν στην μετέπειτα πραγμάτευση όλων των επιμέρους ζητημάτων που απασχολούσαν την Εκκλησία της Κορίνθου.

 Το πρώτο είναι η κλήση του Θεού προς τους ανθρώπους να γίνουν άγιοι μέσα στο θέλημά του, υποταγμένοι και εμποτισμένοι με αυτό.

Το δεύτερο είναι ότι αυτή η κλήση γίνεται πραγματικότητα διά του Ιησού Χριστού. Η θετική απάντηση του ανθρώπου στην κλήση του θεού γίνεται μόνο μέσα στην πλούσια χάρη που ο Πατήρ διά του Ιησού δωρίζει στους ανθρώπους.

Αυτή η Χάρη, η πραγματικότητα της πλήρους έκχυσης του αγίου Πνεύματος στα μέλη της Εκκλησίας ,εκδηλωνόταν στην πραγματικότητα της καθημερινής ζωής της Εκκλησίας, μέσα από την  βαθιά και λιπαρά εσωτερική ειρήνη των μελών της, καθώς και στον ακόρεστο πόθο προς αγαθοποιία.

Ο Κλήμης δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να επαναλαμβάνει τον Παύλο ερμηνευτικά και να προσδιορίζει εκ νέου,  ότι  η ευεργετική ενέργεια του Πνεύματος δωρίζει τις αρετές και τα χαρίσματα στα μέλη της Εκκλησίας, μη εξαιρουμένης και αυτής της πίστης.

Αυτής της Χάρης ήταν κοινωνοί και αποδέκτες οι Κορίνθιοι έχοντας ως κύρια χαρακτηριστικά της πνευματικής ζωής τους την «πανάρετη και βεβαία πίστη», την εν Χριστώ ευσέβεια, την μεγαλοπρεπή φιλοξενία και την τέλεια και ασάλευτη γνώση.

Ο Κλήμης δεν περιορίζεται σε μια γενική παράθεση των ποιοτήτων που διακρίνουν τα μέλη της Εκκλησίας της Κορίνθου αλλά περιγράφει λεπτομερώς τις ενεργητικές εκφάνσεις αυτής της πνευματικότητας, της εν Πνεύματι ζωής. Κατά την περιγραφή του, κινούμενος μεταξύ του δέοντος και της πραγματικότητας εκθέτει με σαφήνεια όλα τα χαρακτηριστικά της πνευματικής ζωής που θα συναντήσουμε στην μετέπειτα ασκητική γραμματεία.

Οι πιστοί κατανοούσαν την «ίδία» αδυναμία, έχοντας ως χάρισμα από το Πνεύμα την συνειδητή αποδοχή της ανεπάρκειάς τους. Παρέμεναν προσηλωμένοι και αρκούμενοι στα του Χριστού εφόδια, στα όσα δηλαδή ο Χριστός τους χάριζε, μαρτυρώντας τη βιωματική προσέγγιση της διδασκαλίας του, των παθών του και του θελήματός του.

Η επίγνωση του θελήματος του Θεού, όπως πραγματώθηκε στο πρόσωπο του Ιησού, είναι η κινητήρια δύναμη που καλεί μέσα από τη συνεχή προσευχή και μετάνοια στην εκζήτηση του ελέους  του Θεού. Η σωτηρία και η λύτρωση, είναι μία συνεχής δωρεά προς τους εκζητούντες αυτήν.

Η ποιότητα και τα γνωρίσματα της σχέσης του ανθρώπου με τον Θεό αντανακλώνται σε όλα τα επίπεδα της πνευματικής και φυσικής ζωής του ανθρώπου. Η ειλικρίνεια και η συνειδητή υπακοή στο θέλημά του έχει ως επακόλουθο οι αρετές που εκδηλώνονται στον κοινωνικό και εκκλησιαστικό βίο, να ορίζονται ως έξωθεν στολισμός τους.  Η ένθερμη πίστη συνυπάρχει με την βεβαιότητα του φόβου του Θεού.

Σμύρνη_13

Ο δυναμικός χαρακτήρας της πνευματικής ζωής

Πολύ επίμονα και συστηματικά ο Κλήμης εκφράζει τον δυναμισμό που υπάρχει στην πνευματική πορεία του ανθρώπου.

Ένας δυναμισμός που εδράζεται στην συνεχή παρουσία του Θεού και στην ανταπόκριση του ανθρώπου, καθώς ο ίδιος ο Θεός εργάζεται εντός του ανθρώπου, ως πηγή κάθε αγαθού. Η εγκατάλειψη της πιστότητας και της εμπιστοσύνης του ανθρώπου στον Θεό ερμηνεύεται ως αλληλένδετη και συνυφασμένη με την τρεπτότητα και την κτιστότητα του ανθρώπου.

Έτσι ο άνθρωπος βρίσκεται συνεχώς σε έναν πνευματικό αγώνα, όπου το έπαθλο είναι η συνεχής οικειοποίηση των δωρεών του Θεού, που προέκυψαν από την σταυρική θυσία του Χριστού.

Αυτή όμως η δωρεά δεν είναι κάτι στατικό. Θέλοντας ο επίσκοπος Ρώμης να περιγράψει την δυναμική φύση της πνευματικής ζωής, ως εν Πνεύματι δωρεάς, δανείζεται την επιχειρηματολογία του Παύλου.

Οι ευεργετικές ενέργειες του Πνεύματος δεν σημαίνουν αναγκαστικά και την συνεχή και συνειδητή αποδοχή τους από τους ανθρώπους. Η είσοδος των παθών και η ενεργητική τους φανέρωση σημαίνει και την άρνηση του θελήματος του Θεού, τη συνειδητή απόρριψη όλων των θείων δωρεών. Αυτό για τον Κλήμη οφείλεται στην έλλειψη αυτογνωσίας και της αδυναμίας του ανθρώπου να παραμείνει σταθερός μέσα στην προσήλωσή του στον Θεό.

Η άρνηση του ετεροπροσδιορισμού της ύπαρξής του και η ταυτόχρονη στροφή σε έναν υπαρξιακό αυτοπροσδιορισμό, εκδηλώνεται πρωτίστως με την υποταγή στις ανθρώπινες επιθυμίες και με την αποστροφή και άρνηση της βούλησης του Θεού. Ως συνέπεια η πίστη χάνει τα ποιοτικά της χαρακτηριστικά, εκλείπει ο φόβος Θεού πάνω στον οποίο εδράζεται η εν ειρήνη και δικαιοσύνη ζωή και ο άνθρωπος παύει να αναγνωρίζει τον Θεό ως σωτήρα του. Στον ιστορικό βίο του ανθρώπου αυτό σημαίνει άρνηση του έργου του Χριστού και υπακοή στο ίδιον θέλημα.

Τα παραδείγματα αυτού του αυτοπροσδιορισμού της ύπαρξης βρίσκονται κατά τον Κλήμη σε όλη την ιστορία της ανθρωπότητας αρχής γενομένης από την πτώση του Αδάμ μέχρι και τις δοκιμασίες της εποχής του και τα μαρτύρια των αποστόλων.

Η αντίθεση μεταξύ των δύο  εκδοχών είναι φανερή στη δράση των ανθρώπων και αποτυπώνεται στην εν Πνεύματι ή την κατά κόσμον ζωή.

Στην πρώτη εκδοχή ανήκουν οι επιθυμούντες την ευαρέστηση του Θεού και την υπακοή του θελήματός Του, ενώ αποδέχονται ως μοναδική οδό της λύτρωσης τον Χριστό. Η αυτομεμψία, η υπομονή και εγκαρτέρηση αποτελούν τα γνωρίσματά τους, αφού αναγνωρίζουν ως μοναδικό αίτιο της κάθε αρετής τον ίδιο τον Θεό. Πηγή της μετάνοιας και των ευεργετημάτων της είναι η σταυρική θυσία του Χριστού, που προφητεύθηκε από τους λειτουργούς της Χάρης, τα όργανα του Πνεύματος, τους προφήτες.  Αντίθετα η εμμονή στον αυτοπροσδιορισμό προκαλεί τη ζήλια και τον φθόνο για τον συνάνθρωπο, και ορίζεται από τον Κλήμη ως η αιτία των δεινών και της επικράτησης του θανάτου μέσα στον κόσμο. Τα πάθη του εγκλωβισμένου στη φιλαυτία ανθρώπου, όπως η φιλονικία, η ζηλοφθονία, η υπεροψία, το μίσος, η ανυπακοή και η αναρχία, παράγουν μάταια έργα και υποκρισία, ως χαρακτηριστικά της κατά κόσμον ζωής.

Σμύρνη_20

Η καρδία ως το κέντρο της ανθρώπινης δραστηριότητας και η μετάνοια ως το βασικό χαρακτηριστικό της εν Πνεύματι ζωής.

Για τον Κλήμη, ο οποίος ακολουθεί τον Παύλο,  το βαθύτερο κέντρο της εσωτερικής ζωής του ανθρώπου είναι η καρδιά. Από εκεί πηγάζει η ειλικρινής υπακοή προς τις εντολές και το θέλημα του Χριστού. Αυτή η υπακοή στο θέλημα του Χριστού συνδεόμενη με την διαπίστωση ότι βασικό χαρακτηριστικό της μεταπτωτικής ανθρώπινης φύσης είναι η συνεχής άσκηση της αμαρτίας, οδηγεί τον επίσκοπο Ρώμης στην περιγραφή της εν Χριστώ ζωής, ως συνεχούς πορείας μετανοίας.

Στην πορεία αυτή δεν είναι ο άνθρωπος που προκαλεί με την ενέργειά του τον Θεό να τον επιβραβεύσει, αλλά ο Θεός που ενεργοποιεί κάθε καλό και αρετή στον άνθρωπο δωρίζοντας την μετοχή στην ίδια Του την ζωή. Κάθε πνευματική δραστηριότητα είναι η ανταπόκριση στη χάρη του Θεού, καθώς η πνοή του Θεού υπάρχει εντός του ανθρώπου.

Ο Χριστός είναι αυτός που ενεργεί τις αρετές σε όσους συνειδητά και με αγώνα απορρίπτουν το ίδιον θέλημα και επιδεικνύουν την πίστη προς αυτόν αποδεχόμενοι την πρόσκληση του Πνεύματος.

Η πίστη όμως δεν είναι ένα παθητικό γεγονός αλλά ενέχει δραστηριότητα, ενέργεια, κίνηση αποδοχής του θελήματος του Θεού, παράδοση του οικείου θελήματος και προσαγωγή στη Χάρη μέσα στην οποία εκτελούνται τα ευάρεστα και αγαθά έργα.

 Ένδειξη αυτής της κίνησης είναι η μετάνοια, στην οποία  διακρίνονται δύο στάδια. Το πρώτο είναι ανθρωπογενές καθώς πηγάζει από την ανθρώπινη αυτογνωσία και την έκφραση του θελήματος για λύτρωση, η οποία παρέχεται έξωθεν. Το παράδειγμα του «κόρου» που παραθέτει ο Κλήμης σε δύο σημεία, υποδεικνύει την πλήρη αδυναμία του ανθρώπου να λυτρωθεί ακόμη και όταν όλα του προσφέρονται από τον Θεό. Το δεύτερο αφορά στην συνεχή δωρεά και ενίσχυση της επιθυμίας του ανθρώπου να λυτρωθεί. Σ”  αυτό το στάδιο η έκφραση της μετάνοιας στηρίζεται από την παντοδυναμία του Θεού που ενισχύει και τους αγαπώντες Αυτόν. Από αυτή την ενίσχυση προκύπτει η ταπεινοφροσύνη, η υπακοή και η υποταγή στο θέλημα του.

Μέσα από την ανάλυση και ερμηνευτική προσέγγιση της επιστολής του Κλήμεντος προς την Εκκλησία της Κορίνθου διαφαίνονται όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά με τα οποία η μεταγενέστερη πατερική παράδοση θα περιγράψει την πνευματική ζωή και την βίωση της εν Χριστώ λύτρωσης.

Η εν Πνεύματι ζωή είναι μια δωρεά του Θεού, που ενεργοποιεί τις βαθύτερες ποιότητες με τις οποίες ο Θεός πλούτισε τον άνθρωπο και διά των οποίων τον καλεί να αποδεχθεί και να παραδοθεί στο θέλημά Του. Μόνο μέσα από αυτή την ενεργητική παράδοση αναφύονται οι αρετές, ως ένδυμα και στόλισμα του ανθρώπου και εκδηλώνεται η εν Χριστώ ζωή. Ο κάθε δοξασμός οφείλεται όχι στα έργα ή στην δικαιοπραξία αλλά στο ίδιο το θέλημα του Θεού, που ενισχύει την προαίρεση και την προθυμία για αγαθοεργία.

Τα δώρα αυτής της προσφοράς είναι η ζωή εν αθανασία, η λαμπρότητα εν δικαιοσύνη, η αλήθεια εν παρρησία, η συνειδητή πίστη και η εγκράτεια εν αγιασμώ.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Χρήστος Αραμπατζής, «Η εν Πνεύματι ζωή στην προς Κορινθίους Επιστολή του Κλήμεντος Ρώμης»

Διάλεξη της καθηγήτριας Susan Ashbrook Harvey με θέμα: «Φωνές της Λειτουργίας: Φύλο και επιτέλεση (performance) στην λατρευτική πρακτική της πρώιμης βυζαντινής Εκκλησίας» στη Θεσσαλονίκη

Susan Ashbrook Harvey[3289]Ο Τομέας Αγίας Γραφής και Πατερικής Γραμματείας του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας σε συνεργασία με την Ι. Μονή Βλατάδων, το Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών και την Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου καθώς και με την ευγενική χορηγία του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης διοργανώνει δημόσια διάλεξη με προσκεκλημένη ομιλήτρια την καθηγήτρια του Παν/μίου Brown (HΠΑ) Susan Ashbrook Harvey και με θέμα: Φωνές της Λειτουργίας: Φύλο και επιτέλεση (performance) στην λατρευτική πρακτική της πρώιμης βυζαντινής Εκκλησίας, την Πέμπτη 4 Μαΐου και ώρα 19.00 στο Αμφιθέατρο του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού. Η ομιλία θα δοθεί στην αγγλική γλώσσα με ταυτόχρονη μετάφραση στα ελληνικά και η είσοδος είναι ελεύθερη για το κοινό. Η εκδήλωση πραγματοποιείται χάρη στην ευγενική χορηγία του φιλανθρωπικού ιδρύματος Virginia Farah Foundation.

Περίληψη εισήγησης

Φωνές της Λειτουργίας: Φύλο και επιτέλεση (performance) στην λατρευτική πρακτική της πρώιμης βυζαντινής Εκκλησίας. Η αρχαία βυζαντινή λειτουργία, τόσο η ελληνική όσο και η συριακή, εξέφραζε την ολότητα της εκκλησιαστικής κοινότητας με τους ήχους της φωνής της. Ο κλήρος μελωδούσε τις επικλήσεις, τις λιτανείες, τα αναγνώσματα και τις διδαχές. Οι χοροί από τη μια προσεύχονταν, έψαλλαν τα εγκώμια και δίδασκαν, ενώ η σύναξη από την άλλη έψαλλε τα αντίφωνα, και διακήρυττε το σύμβολο, την προσευχή και την ομολογία. Με τους χορούς και τη σύναξη, όλες οι φωνές ήταν παρούσες – άνδρες, γυναίκες, νέοι, ηλικιωμένοι, κλήρος και λαός – και εκφράζονταν στο πλαίσιο της λειτουργίας. Με βάση κυρίως τους ύμνους του αγίου Εφραίμ του Σύρου, και του αγίου Ρωμανού του Μελωδού όπως επίσης και τις ομιλίες του αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου και του αγίου Ιακώβου του Sarug, στην ομιλία αυτή θα επιχειρήσω να διερευνήσω τη θέση και τον ρόλο που η κάθε μια από τις διαφορετικές αυτές φωνές διαδραμάτιζε στο πλαίσιο της λατρεύουσας κοινότητας.

Σύντομο βιογραφικό

Η Δρ. Susan Ashbrook Harvey είναι καθηγήτρια Θρησκευτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Brown των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Ειδικεύεται στις Συριακές σπουδές, στην Ιστορία των πρώτων χριστιανικών αιώνων και στον χριστιανισμό της Βυζαντινής και της Συριακής παράδοσης, με ειδική αναφορά στις γυναίκες. Είναι επίτιμη διδάκτωρ του Grinnell College (Αιόβα, Η.Π.Α.), του Πανεπιστημίου της Βέρνης (Ελβετία) και του Lund (Σουηδία), καθώς και πρώην πρόεδρος της Ορθόδοξης Θεολογικής Εταιρείας της Αμερικής (O.T.S.A.) και μέλος της Εταιρείας Πατερικών Σπουδών της Βορείου Αμερικής. Έχει επίσης λάβει πολλά βραβεία και υποτροφίες. Η Δρ. Harvey έχει δημοσιεύσει μεγάλο αριθμό μελετών για τις γυναίκες στην πρωτοχριστιανική περίοδο, για το μοναχισμό, τη λατρεία των αγίων, την αγιογραφία και την πρωτοχριστιανική υμνογραφία. Είναι συγγραφέας και συν-εκδότης πολλών βιβλίων μεταξύ των οποίων και τα ακόλουθα: Song and Memory: Biblical Women in Syriac Tradition (2010), Scenting Salvation:  Ancient Christianity and the Olfactory Imagination (2006), και Holy Women of the Syrian Orient (1998, από κοινού με τον Sebastian Brock). Το τελευταίο διάστημα εργάζεται για το βιβλίο της που φέρει τον προσωρινό τίτλο: Womenʼs Singing and Womenʼs Stories in Ancient Syriac Christianity, ενώ παράλληλα με την ακαδημαϊκή της καριέρα λαμβάνει μέρος στον επίσημο διμερή διάλογο μεταξύ της Ορθόδοξης και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας στη Βόρεια Αμερική. Είναι επίσης, ψάλτρια στην αντιοχειανή ορθόδοξη ενορία της αγίας Μαρίας στο Pawtucket, στο Ρόουντ Άιλαντ των Ηνωμένων Πολιτειών.

Κατηγορίες: ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Διάλεξη της καθηγήτριας Susan Ashbrook Harvey με θέμα: «Φωνές της Λειτουργίας: Φύλο και επιτέλεση (performance) στην λατρευτική πρακτική της πρώιμης βυζαντινής Εκκλησίας» στη Θεσσαλονίκη

Μιλτιάδης Βάντσος, Οἱ θέσεις τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας γιά τη βιοηθική

ΙΜΘ_100

H εισήγηση του Αναπληρωτή Καθηγητή του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας στην Επιστημονική Ημερίδα για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο

1. Εἰσαγωγή

Ἡ Ἁγία καί Με­γά­λη Σύ­νο­δος τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας, ἡ ὁποία συ­νε­κλή­θη ἀπό τόν Οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τριάρ­χη κ.κ. Βαρ­θο­λο­μαῖο καί συ­νῆλ­θε στήν Κρή­τη στίς 18-26 Ἰου­νί­ου 2016, δια­κή­ρυ­ξε τήν ἑνό­τη­τα τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας, συ­ζή­τη­σε πλεῖ­στα θέματα πα­νορ­θο­δό­ξου ἐν­δια­φέ­ρο­ντος καί κα­τέ­λη­ξε σέ ση­μα­ντι­κές ἀπο­φά­σεις. Με­τα­ξύ τῶν θε­μά­των πού ἀπα­σχό­λη­σαν τή Σύ­νο­δο εἶ­ναι καί ἡ βιο­ηθι­κή, ἡ ὁποία ἀξιο­λο­γεῖ­ται ὡς πο­λύ ση­μα­ντι­κή, κα­θώς ἐπι­χει­ρεῖ νά δώ­σει ἀπα­ντή­σεις σέ σο­βα­ρά ἠθι­κά καί ὑπαρ­ξια­κά προ­βλή­μα­τα πού ἀφο­ροῦν στό νόη­μα τῆς ζωῆς καί τοῦ κό­σμου. Ἡ συμ­με­το­χή τῆς ὀρ­θό­δο­ξης ἠθι­κῆς στό σύγ­χρο­νο διε­πι­στη­μο­νι­κό διά­λο­γο γιά τή βιο­ηθι­κή κρί­νε­ται ἀπό τή Σύ­νο­δο ὡς ἀπα­ραί­τη­τη, ἀφοῦ, ὅπως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ἐπι­ση­μαί­νε­ται, « ρ­θό­δο­ξος κ­κλη­σία δέν εἶ­ναι δυ­να­τόν νά πα­ρα­μεί­ν ες τό πε­ρι­θώ­ρι­ον τς συ­ζη­τή­σε­ως τό­σον σπου­δαί­ων ν­θρω­πο­λο­γι­κν, θι­κν καί παρ­ξια­κν ζη­τη­μά­των»[1].

Ἡ ἀνά­γκη ἐκ­φο­ρᾶς θεο­λο­γι­κοῦ λό­γου ἀπό μέ­ρους μιᾶς ὀρ­θό­δο­ξης βιο­ηθι­κῆς στά προ­βλή­μα­τα αὐ­τά δέν δια­πι­στώ­νε­ται βέ­βαια γιά πρώ­τη φο­ρά. Ἡ Ἱε­ρὰ Σύ­να­ξη τῶν Ὀρ­θο­δό­ξων Προ­κα­θη­μέ­νων, πού πραγ­μα­το­ποιή­θη­κε στό Φα­νά­ρι στίς 9-12 Ὀκτω­βρί­ου 2008, ἀπο­φά­σι­σε τή σύ­στα­ση Δι­ορ­θό­δο­ξης Ἐπι­τρο­πῆς πρός με­λέ­τη τῶν θε­μά­των τῆς βιο­ηθι­κῆς, ἐνῶ καί το­πι­κές Ἐκ­κλη­σί­ες ἔχουν ἀσχο­λη­θεῖ ἐπι­στα­μέ­νως μ᾽ αὐ­τά. Ἡ Ἐκ­κλη­σία τῆς Ἑλ­λά­δος ἔχει συ­στή­σει ἤδη ἀπό τό 1998 ἐπι­τρο­πή βιο­ηθι­κῆς, ἡ ὁποία ἔχει ἐν τῶ με­τα­ξύ δη­μο­σι­εύ­σει τίς θέ­σεις της σέ πολ­λά θέ­μα­τα[2], ἐνῶ τό Πα­τρι­αρ­χεῖο Μό­σχας ἐξέ­δω­σε τό 2000 μιά ἐ­κτε­νή ἐγ­κύ­κλιο ἐπί κοι­νω­νι­κῶν θε­μά­των, στήν ὁποία το­πο­θε­τεῖ­ται στά ση­μα­ντι­κό­τε­ρα θέ­μα­τα τῆς βιο­ηθι­κῆς[3]. Ὡστό­σο εἶ­ναι ἡ πρώ­τη φο­ρά πού μιά σύ­νο­δος μέ εὐ­ρύ­τα­τη συμ­με­το­χή ἀπό τίς πε­ρισ­σό­τε­ρες κα­τά τό­πους Ὀρ­θό­δο­ξες Ἐκ­κλη­σί­ες δια­τυ­πώ­νει ἐπι­σή­μως τίς θέ­σεις της γιά τή βιο­ηθι­κή, γε­γο­νός πού ἀναμ­φί­βο­λα κα­τα­δει­κνύ­ει τή ση­μα­σία τῶν θέ­σε­ων αὐ­τῶν.

Οἱ θέ­σεις τῆς συ­νό­δου γιά τη βιο­ηθι­κή κα­τα­γρά­φο­νται σέ τρία κυ­ρί­ως κεί­με­να καί συ­γκε­κρι­μέ­να α) στήν Ἐγκύ­κλιο, β) στό Μή­νυ­μα καί γ) στό κεί­με­νο πού φέ­ρει τόν τί­τλο «Ἡ ἀπο­στο­λή τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας εἰς τόν σύγ­χρο­νον κό­σμον»[4]. Στά κεί­με­να αὐ­τά, με­τα­ξύ ἄλ­λων θε­μά­των, ἀφιε­ρώ­νο­νται ξε­χω­ρι­στές ἑνό­τη­τες στή βοη­θι­κή, στίς ὁποῖ­ες μέ σχε­τι­κά σύ­ντο­μο ἀλ­λά συ­στη­μα­τι­κό τρό­πο ἐκτί­θε­νται οἱ θέ­σεις τῆς συ­νό­δου. Πέ­ραν αὐ­τῶν, ἀνα­φο­ρές στή βιο­ηθι­κή ἀπα­ντοῦν καί σέ ἄλ­λες ἑνό­τη­τες, ἰδι­αί­τε­ρα σέ αὐ­τές πού ἀφο­ροῦν στήν ἀξία τοῦ ἀν­θρω­πί­νου προ­σώ­που καί στήν ἐλευ­θε­ρία καί εὐ­θύ­νη τοῦ ἀν­θρώ­που[5]. Σέ αὐ­τές μπο­ροῦ­με ἴσως νά προ­σθέ­σου­με καί τίς θέ­σεις τῆς συ­νό­δου γιά τό γά­μο καί τήν οἰ­κο­γέ­νεια, οἱ ὁποῖ­ες, ἄν καί δεν ἀνα­φέ­ρο­νται ρη­τά στή βιο­ηθι­κή, εἶ­ναι ὅμως ἀξιο­ποιή­σι­μες στό σχε­τι­κό προ­βλη­μα­τι­σμό.

Ὡς πρός τό πε­ριε­χό­με­νο πα­ρα­τη­ροῦ­με ὅτι πα­ρου­σιά­ζε­ται τό ἀντι­κεί­με­νο τοῦ σύγ­χρο­νου βιο­ηθι­κοῦ προ­βλη­μα­τι­σμοῦ γιά τίς ἐξε­λί­ξεις στό χῶ­ρο τῶν θε­τι­κῶν ἐπι­στη­μῶν καί τῆς βιο­τε­χνο­λο­γί­ας, ἐπι­ση­μαί­νεται ἡ ση­μα­σία του γιά τόν ἄν­θρω­πο, ἀνα­δει­κνύ­ε­ται ἡ ἀνά­γκη θεώ­ρη­σής του ἀπό τήν ἄπο­ψη τῆς ὀρ­θό­δο­ξης ἠθι­κῆς καί πε­ρι­γρά­φο­νται τά κρι­τή­ρια δια­μόρ­φω­σης μιᾶς θεο­λο­γι­κῆς προ­σέγ­γι­σης μέ βά­ση τήν πνευ­μα­τι­κή ἐμπει­ρία τῆς ὀρ­θό­δο­ξης πα­ρά­δο­σης. Αὐ­τό πού ἀπου­σιά­ζει ἀπό τίς ἀπο­φά­σεις τῆς συ­νό­δου εἶ­ναι οἱ θέ­σεις τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας σέ συ­γκε­κρι­μέ­να θέ­μα­τα βιο­ηθι­κῆς, ὅπως εἶ­ναι π.χ. ἡ ἔκ­τρω­ση, ἡ εὐ­θα­να­σία, ἡ ὑπο­βοη­θού­με­νη ἀνα­πα­ρα­γω­γή καί ἡ με­τα­μό­σχευ­ση ὀρ­γά­νων. Ἡ ἔλ­λει­ψη αὐ­τή μπο­ρεῖ νά ἀπο­δο­θεῖ στήν πλη­θώ­ρα τῶν βιο­ηθι­κῶν θε­μά­των, στό εὖ­ρος τοῦ ἠθι­κοῦ προ­βλη­μα­τι­σμοῦ κά­θε ἐπι­μέ­ρους θέ­μα­τος καί στήν πρό­θε­ση τῶν συ­νο­δι­κῶν Πα­τέ­ρων νά κα­τα­γρά­ψουν τίς θέ­σεις τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας στά ση­μα­ντι­κό­τε­ρα προ­βλή­μα­τα πού τα­λα­νί­ζουν τό σύγ­χρο­νο ἄν­θρω­πο. Προ­σω­πι­κά πά­ντως ἐκτι­μοῦ­με ὅτι, πέ­ρα ἀπό τήν εὔ­λο­γη αὐ­τή πρα­κτι­κή διά­στα­ση, μέ τόν πε­ριο­ρι­σμό στήν ὀρ­θή κα­τα­νόη­ση τοῦ βιο­ηθι­κοῦ προ­βλη­μα­τι­σμοῦ καί κυ­ρί­ως μέ τή δια­τύ­πω­ση τῶν κρι­τη­ρί­ων μιᾶς ὀρ­θό­δο­ξης προ­σέγ­γι­σης ὑπο­δη­λώ­νε­ται ἡ ση­μα­σία τους, ἡ ὁποία εἶ­ναι με­γα­λύ­τε­ρη ἀπό ἐπι­μέ­ρους θέ­σεις τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας σέ συ­γκε­κρι­μέ­να θέ­μα­τα. Αὐ­τό ἄλ­λω­στε πού δια­κυ­βεύ­ε­ται δέν εἶ­ναι τό­σο ἡ ὀρ­θό­τη­τα ὁρι­σμέ­νων ἰα­τρι­κῶν ἐπεμ­βά­σε­ων ἤ ἐπι­λο­γῶν ὅσο ἡ ἴδια ἡ ἀξία τῆς ζω­ῆς τοῦ ἀν­θρώ­που καί ἡ θεώ­ρη­σή του ὡς προ­σώ­που. Ἐξάλ­λου τά δε­δο­μέ­να σέ πολ­λά θέ­μα­τα βιο­ηθι­κῆς δια­φο­ρο­ποι­οῦ­νται συ­χνά ἀπό τίς νεώ­τε­ρες ἐπι­στη­μο­νι­κές ἐξε­λί­ξεις, ἐνῶ νέα θέ­μα­τα προ­στί­θε­νται δι­αρ­κῶς. Χω­ρίς βέ­βαια νά ὑπο­τι­μοῦ­με τή ση­μα­σία τῆς δια­τύ­πω­σης τῶν θέ­σε­ων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας στά ἐπι­μέ­ρους ζη­τή­μα­τα, ἡ ὁποία εἶ­ναι ἀναμ­φί­βο­λα πολ­λα­πλῶς ση­μα­ντι­κή, πι­στεύ­ου­με ὅτι ὀρ­θῶς ἡ Σύ­νο­δος προ­έτα­ξε καί ἀνέ­δει­ξε τήν πνευ­μα­τι­κή διά­στα­ση τοῦ προ­βλη­μα­τι­σμοῦ καί τά θε­μέ­λια μιᾶς ὀρ­θό­δο­ξης ἠθι­κῆς προ­σέγ­γι­σης.

ΙΜΘ_97

2. Οἱ βα­σι­κές θέ­σεις τῆς Συ­νό­δου

Οἱ βα­σι­κές θέ­σεις τῆς Ἁγίας καί Με­γά­λης Συ­νό­δου τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας μπο­ροῦν νά συ­νο­ψι­στοῦν ὡς ἐξῆς:

α. Θετική ἀξιολόγηση τῆς ἐπιστημονικῆς προόδου

Ἡ Σύ­νο­δος ἐπι­ση­μαί­νει τήν ἐντυ­πω­σια­κή πρό­οδο τῶν θε­τι­κῶν ἐπι­στη­μῶν καί τῆς τε­χνο­λο­γί­ας, ἡ ὁποία ἐπι­φέ­ρει ρι­ζι­κές ἀλ­λα­γές στή ζωή τοῦ ἀν­θρώ­που. Ἡ ἐπι­στη­μο­νι­κή πρό­ο­δος κα­θο­ρᾶ­ται κατ᾽ ἀρ­χήν θε­τι­κά καί ἐπι­δο­κι­μά­ζε­ται, ἄλ­λω­στε τό χά­ρι­σμα τῶν ἐπι­στη­μό­νων νά ἀνα­κα­λύ­πτουν ἄγνω­στες πτυ­χές τῆς θεί­ας δη­μι­ουρ­γί­ας ἀπο­τε­λεῖ δω­ρεά τοῦ Θε­οῦ. Ὅπως ἐπι­ση­μαί­νε­ται, « ρ­θό­δο­ξος κ­κλη­σία πο­φεύ­γει τήν κη­δε­μο­νία τς πι­στη­μο­νι­κς να­ζη­τή­σε­ως καί δέν λαμ­βά­νει θέ­ση πά­νω σέ κά­θε πι­στη­μο­νι­κό ρώ­τη­μα»[6]. Ὡστό­σο ἡ Σύ­νο­δος δέν δι­στά­ζει νά χα­ρα­κτη­ρί­σει ὡς «ση­μα­ντι­κές εὐ­ερ­γε­σί­ες» πολ­λές ἀπό τίς ρι­ζι­κές ἀλ­λα­γές πού ἐπι­φέ­ρει στή ζωή ἡ ἀνά­πτυ­ξη τῆς ἐπι­στή­μης καί τῆς τε­χνο­λο­γί­ας καί ὡς τέ­τοιες κα­το­νο­μά­ζο­νται ἡ δι­ευ­κό­λυν­ση τοῦ κα­θη­με­ρι­νοῦ βί­ου, ἡ ἀντι­με­τώ­πι­ση σο­βα­ρῶν ἀσθε­νει­ῶν, ἡ εὐ­χε­ρέ­στε­ρη ἐπι­κοι­νω­νία τῶν ἀ­νθρώ­πων καί ἡ ἔρευ­να τοῦ δια­στή­μα­τος[7]. Ἰδι­αί­τε­ρη ἀνα­φο­ρά γί­νε­ται στίς βιο­επι­στῆ­μες καί στή συν­δε­δε­μέ­νη μέ αὐ­τές βιο­τε­χνο­λο­γία[8], ὁρι­σμέ­να ἀπό τά ἐπι­τεύγ­μα­τα τῶν ὁποί­ων ἀξιο­λο­γοῦ­νται ὡς εὐ­ερ­γε­σίες, ἐνῶ ἄλ­λα ὡς ἀπορ­ρι­πτέα[9]. Εἶ­ναι ἀξιο­ση­μείω­τη, κα­τά τήν προ­σω­πι­κή μας ἄπο­ψη, ἡ θε­τι­κή ἀξιο­λό­γη­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας γιά πολ­λά ἀπό τά σύγ­χρο­να ἐπι­στη­μο­νι­κά ἐπι­τεύγ­μα­τα καί γεν­ναῖ­ος ὁ χα­ρα­κτη­ρι­σμός τους ὡς εὐ­ερ­γε­σί­ες. Κα­θώς αὐ­τά ἐντάσ­σο­νται συ­νή­θως πο­λύ γρή­γο­ρα στήν κα­θη­με­ρι­νή ζωή, θεω­ροῦ­νται σύ­ντο­μα ὡς αὐ­το­νόη­τα καί δε­δο­μέ­να, ὀφεί­λο­νται ὅμως στήν πρό­ο­δο τῶν θε­τι­κῶν ἐπι­στη­μῶν καί αὐ­τό δέν πρέ­πει νά πα­ρα­γνω­ρί­ζε­ται. Κα­τά ἀνά­λο­γο τρό­πο χά­ρη στήν πρό­ο­δο τῆς ἰα­τρι­κῆς ἐπι­στή­μης θε­ρα­πεύο­νται σή­με­ρα πολ­λές ἀσθέ­νει­ες, πού πα­λαιό­τε­ρα ἦταν ἀνία­τες, καί βελ­τιώ­νε­ται δι­αρ­κῶς ἡ ὑγεία καί κα­τά συ­νέ­πεια ἡ ποιό­τη­τα ζω­ῆς τοῦ ἀν­θρώ­που.

β. Ἐπισήμανση τῶν ἀρνητικῶν ἐπιπτώσεων τῆς ἐπιστημονικῆς προ­όδου

Δέν εἶ­ναι πά­ντως ὅλες οἱ ἀλ­λα­γές πού ἐπι­φέ­ρει ἡ ἐπι­στη­μο­νι­κή πρό­ο­δος εὐ­ερ­γε­τι­κές, κα­θώς ἡ Σύ­νο­δος δια­πι­στώ­νει καί πολ­λές ἀρ­νη­τι­κές καί ἀνη­συ­χη­τι­κές ἐπι­πτώ­σεις. Ὡς τέ­τοι­ες κα­το­νο­μά­ζο­νται ἡ χει­ρα­γώ­γη­ση τῆς ἐλευ­θε­ρί­ας, ἡ στα­δια­κή ἀπώ­λεια πο­λύ­τι­μων πα­ρα­δό­σε­ων, ἡ κα­τα­στρο­φή τοῦ φυ­σι­κοῦ πε­ρι­βάλ­λο­ντος καί ἡ ἀμ­φι­σβή­τη­ση τῶν ἠθι­κῶν ἀξι­ῶν[10]. Ἐπί­σης, δια­τυ­πώ­νε­ται ἔντο­νη ἀνη­συ­χία γιά τήν ἀνε­ξέ­λεγκτη χρή­ση τῆς βιο­τε­χνο­λο­γί­ας σέ ὅλες τίς ἐκ­φάν­σεις τῆς ζωῆς τοῦ ἀν­θρώ­που, δηλ. στήν ἀρ­χή, τή δι­άρ­κεια καί τό τέ­λος της, μέ συ­νέ­πεια νά τί­θε­ται σέ κίν­δυ­νο ἡ αὐ­θε­ντι­κή πλη­ρό­τη­τά της. Ἡ ἀνη­συ­χία πού ἐκ­φρά­ζε­ται δέν εἶ­ναι κα­τά τήν προ­σω­πι­κή μας ἄπο­ψη ὑπερ­βο­λι­κή, κα­θώς, ὅπως εὔ­στο­χα ἐπι­ση­μαί­νε­ται, « ν­θρω­πος πει­ρα­μα­τί­ζε­ται ντο­νώ­τε­ρον μέ τήν δί­αν του φύ­σιν κα­τά κραῖ­ον καί πι­κίν­δυ­νον τρό­πο»[11]. Ἡ ἐπι­στη­μο­νι­κή ἔρευ­να δέν στρέ­φε­ται λοι­πόν μό­νο στήν πρό­λη­ψη καί ἀντι­με­τώ­πι­ση τῶν ἀσθε­νει­ῶν ἤ γε­νι­κό­τε­ρα στή βελ­τίω­ση τῆς ὑγεί­ας. Πει­ρα­μα­τί­ζε­ται μέ τή φαρ­μα­κευ­τι­κή καί γε­νε­τι­κή ἐνί­σχυ­ση τῶν ἀν­θρω­πί­νων ἱκα­νο­τή­των καί ἀπο­σκο­πεῖ στή βελ­τίω­ση τῆς ἴδι­ας τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης. Στή συ­νά­φεια αὐ­τή γί­νε­ται ἤδη διά­λο­γος γιά τόν με­τάν­θρω­πο (post­hu­man), ἕνα δηλ. ἐξε­λιγ­μέ­νο ἄν­θρω­πο, ὁ ὁποῖ­ος χά­ρη στήν πρό­ο­δο τῆς γε­νε­τι­κῆς καί τῆς τε­χνο­λο­γί­ας σύ­ντο­μα θά ὑπερ­βεῖ τά ὅρια τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης καί θά κα­τα­στεῖ ὑπέρ­τε­ρος τοῦ ση­με­ρι­νοῦ ἀν­θρώ­που. Ἀνε­ξαρ­τή­τως πά­ντως τῶν ἐκ­τι­μή­σε­ων γιά τή μελ­λο­ντι­κή πο­ρεία τῆς ἔρευ­νας καί τά πι­θα­νά ἐπι­τεύγ­μα­τά της, ὁ πει­ρα­μα­τι­σμός στήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση ἐνέ­χει σή­με­ρα κιν­δύ­νους γιά τόν ἄν­θρω­πο, τούς ὁποί­ους ἡ Σύ­νο­δος δια­τυ­πώ­νει ὡς ἑξῆς: «Κιν­δυ­νεύ­ει (ἐνν. ὁ ἄν­θρω­πος) νά με­τα­τρα­π ες μίαν βιο­λο­γι­κήν μη­χα­νήν, ες μίαν πρό­σω­πον κοι­νω­νι­κήν μο­νά­δα ες μίαν συ­σκευ­ήν λεγ­χο­μέ­νης σκέ­ψε­ως»[12].

γ. Ἡ ἐπιστημονική ἔρευνα πρέπει νά ὑπόκειται σέ ἠθικές ἀρχές

Κα­θώς λοι­πόν τά ἐπι­τεύγ­μα­τα τῆς ἐπι­στή­μης μπο­ρεῖ νά εἶ­ναι εὐ­ερ­γε­τι­κά ἤ καί πολύ ἐπι­κίν­δυ­να γιά τόν ἄν­θρω­πο, ἡ Σύ­νο­δος ἐπι­ση­μαί­νει τήν ἀνά­γκη ὀρ­θῆς ὁριο­θέ­τη­σης τῆς ἐλευ­θε­ρί­ας. Ὁ ἐπι­στή­μο­νας εἶ­ναι ἐλεύ­θε­ρος νά ἐρευ­νᾶ, ἀλ­λά ὀφεί­λει νά ἀξιο­λο­γεῖ τήν πο­ρεία τῆς ἔρευ­νας καί νά τή δια­κό­πτει, ὅταν πα­ρα­βιά­ζο­νται βα­σι­κές χρι­στια­νι­κές καί ἀν­θρω­πι­στι­κές ἀρ­χές[13]. Πρός τεκ­μη­ρίω­ση τῆς θέ­σης αὐ­τῆς πα­ρα­τί­θε­νται στό κεί­με­νο τῆς συ­νό­δου δύο χω­ρία, ἕνα τοῦ ἀπο­στό­λου Παύ­λου καί ἕνα τοῦ ἁγί­ου Γρη­γο­ρί­ου τοῦ Θεο­λό­γου: «Πά­ντα μοι ξε­στιν, λλ’ ο πά­ντα συμ­φέ­ρει»[14] καί «τ καλν ο καλόν, ταν μ κα­λς γί­νη­ται»[15]. Μέ τό χω­ρίο τοῦ ἀπο­στό­λου Παύ­λου δί­νε­ται μιά σα­φής ἀπά­ντη­ση στό θε­με­λιῶ­δες ἐρώ­τη­μα πού ἀντι­με­τω­πί­ζει ἡ βιο­ηθι­κή καί συ­γκε­κρι­μέ­να, ἄν τό ἐπι­στη­μο­νι­κά ἐφι­κτό εἶ­ναι πά­ντα ἠθι­κά ὀρ­θό καί πρός τό συμ­φέ­ρον τοῦ ἀν­θρώ­που. Ἡ ἀπά­ντη­ση εἶ­ναι ἀρ­νη­τι­κή καί ἡ αἰ­τιο­λο­γία δί­νε­ται ἀπό τό χω­ρίο τοῦ ἁγίου Γρη­γο­ρί­ου. Ἀκό­μα καί ἄν τό ἐπι­διω­κώ­με­νο ἀπο­τέ­λε­σμα εἶ­ναι κα­λό, παύ­ει νά εἶ­ναι κα­λό καί συμ­φέ­ρον, ὅταν πραγ­μα­το­ποιεῖ­ται μέ ἀνή­θι­κο τρό­πο. Ἡ χρι­στια­νι­κή αὐ­τή θεώ­ρη­ση ἔρ­χε­ται συ­χνά σέ ἀντί­θε­ση μέ τή σύγ­χρο­νη κο­σμι­κή θεώ­ρη­ση, σύμ­φω­να μέ τήν ὁποία τό συμ­φέ­ρον τοῦ ἀν­θρώ­που κα­τα­νο­εῖ­ται πρω­τί­στως ὡς πρός τή σω­μα­τι­κή ὑγεία καί τήν οἰ­κο­νο­μία. Στό πλαί­σιο μά­λι­στα τοῦ σύγ­χρο­νου ἐπι­στη­μο­νι­κοῦ, ἐθνι­κοῦ καί οἰ­κο­νο­μι­κοῦ ἀντα­γω­νι­σμοῦ προ­βάλ­λε­ται ἡ ἄπο­ψη ὅτι ἡ διακοπή τῆς ἐπι­στη­μο­νι­κῆς ἔρευ­νας καί ἡ ἀπώ­λεια τῶν πι­θα­νῶν ἐφαρ­μο­γῶν της δέν ἀπο­τε­λεῖ ρεα­λι­στι­κή ἐπι­λο­γή, κα­θώς ἡ ἔρευ­να θά πραγ­μα­το­ποιη­θεῖ τε­λι­κά ἀπό ἄλ­λους ἐπι­στή­μο­νες, οἱ ὁποῖ­οι καί θά ἀπο­κο­μί­σουν γιά τίς κοι­νω­νί­ες τους ση­μα­ντι­κά ὀφέ­λη. Ἔτσι δη­μι­ουρ­γεῖ­ται ἡ εντύ­πω­ση ὅτι ἡ σύγ­χρο­νη βιο­ηθι­κή δέν στο­χεύ­ει πραγ­μα­τι­κά στήν ἠθι­κή ἀξιο­λό­γη­ση μέ σκο­πό νά δε­χθεῖ ἤ νά ἀπορ­ρί­ψει τήν ἔρευ­να καί τίς ἐφαρ­μο­γές της, ἀλ­λά μᾶλ­λον σέ μιά προ­σέγ­γι­ση, πού ἀμ­βλύ­νει τούς ἠθι­κούς ἐν­δοια­σμούς καί προ­ετοι­μά­ζει τήν κοι­νω­νία γιά τήν ἀπο­δο­χή της[16].

ΙΜΘ_107

δ. Ἡ ἀναγκαιότητα μιᾶς πνευματικῆς προσέγγισης

Ἐνῶ οἱ κίν­δυ­νοι ἀπό τήν πρόο­δο τῆς ἐπι­στή­μης καί τῆς τε­χνο­λο­γί­ας εἶ­ναι πολ­λοί καί ἐξό­χως ση­μα­ντι­κοί, ἡ Σύ­νο­δος δια­πι­στώ­νει ὅτι ὁ σύγ­χρο­νος ἄν­θρω­πος δια­κα­τέ­χε­ται ἀπό διά­χυ­το ἐν­θου­σια­σμό γιά τίς ἐπι­στη­μο­νι­κές ἐξε­λί­ξεις, ἰδι­αι­τέ­ρως μά­λι­στα γιά αὐ­τές στό χῶ­ρο τῆς βιο­λο­γί­ας, τῆς γε­νε­τι­κῆς καί τῆς νευ­ρο­φυ­σιο­λο­γίας τοῦ ἐγκε­φά­λου[17]. Ἡ ἀπο­λύ­τως θε­τι­κή αὐ­τή στά­ση δέν ὀφεί­λε­ται, κα­τά τήν ἐκτί­μη­ση τῆς συ­νό­δου, σέ ἄγνοια τῶν πι­θα­νῶν κιν­δύ­νων. Ὁ ἄν­θρω­πος γνω­ρί­ζει κα­λά τούς κιν­δύ­νους, καί ὅμως, συ­νε­χί­ζει νά ἐνερ­γεῖ σάν νά μήν τούς γνώ­ρι­ζε[18]. Μιά πι­θα­νή ἑρ­μη­νεία τῆς στά­σης αὐ­τῆς εἶ­ναι, κα­τά τήν ἄπο­ψή μας, ἡ ἀπε­ριό­ρι­στη ἐμπι­στο­σύ­νη μέ τήν ὁποία πλέ­ον ὁ ἄν­θρω­πος πε­ρι­βάλ­λει σή­με­ρα τήν ἐπι­στή­μη. Γνω­ρί­ζει κα­λά ὅτι οἱ ἐξε­λί­ξεις ἐνέ­χουν σο­βα­ρούς κιν­δύ­νους, πι­στεύ­ει ὡστό­σο ὅτι ἡ ἐπι­στή­μη θά ἀνα­κα­λύ­ψει ὁπωσδή­πο­τε τρό­πους γιά νά ἀπο­τρέ­ψει τούς κιν­δύ­νους αὐ­τούς. Ἡ πε­ποί­θη­ση αὐ­τή συ­χνά μά­λι­στα δύ­σκο­λα δια­κρί­νε­ται ἀπό τήν ἀλα­ζο­νι­κή ἐντύ­πω­ση ὅτι ὁ ἄν­θρω­πος κα­θί­στα­ται πλέ­ον κύ­ρι­ος τῆς ζω­ῆς καί τοῦ θα­νά­του. Ἡ ἐμπι­στο­σύ­νη στήν ἐπι­στή­μη εἶ­ναι βέ­βαια σέ κά­ποιο βαθμό κα­τα­νοη­τή, κα­θώς οἰ­κο­δο­μή­θη­κε στά ἐντυ­πω­σια­κά ἐπι­τεύγ­μα­τα τῶν τε­λευ­ταί­ων δε­κα­ετι­ῶν, δέν πρέ­πει ὅμως νά πα­ρα­γνω­ρί­ζε­ται ὅτι ὁ ἄν­θρω­πος ἐξα­κο­λου­θεῖ νά μήν γνω­ρί­ζει πολ­λά γιά τόν ἑαυ­τό του καί τόν κό­σμο, ὅτι ὡς κτι­στό ὄν δια­θέ­τει πε­ριο­ρι­σμέ­νες δυ­νά­μεις καί ἡ ὑπο­τί­μη­ση τῶν κιν­δύ­νων συ­χνά ἀπο­βαί­νει ἐπι­ζή­μια.

Ὅποια καί ἄν εἶ­ναι πά­ντως ἡ αἰ­τία τοῦ ἐν­θου­σια­σμοῦ γιά τίς ἐπι­στη­μο­νι­κές ἐξε­λί­ξεις, τό γε­γο­νός ὅτι ὁ ἄν­θρω­πος συ­νε­χί­ζει νά ἐνερ­γεῖ σάν νά μήν γνω­ρί­ζει τούς κιν­δύ­νους κα­θι­στᾶ τήν ἀνα­γκαιό­τη­τα μιᾶς πνευ­μα­τι­κῆς προ­σέγ­γι­σης ἀκό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐπι­τα­κτι­κή. Ἡ ἀνα­γκαιό­τη­τα αὐ­τή τεκ­μη­ριώ­νε­ται στό κεί­με­νο τῆς συ­νό­δου ὡς ἑξῆς: « πι­στή­μη, πό τήν δίαν τήν φύ­σιν της, δέν δια­θέ­τει δυ­στυ­χς τά να­γκαα μέ­σα διά τήν πρό­λη­ψιν καί τήν θε­ρα­πεί­αν πολ­λν κ τν προ­βλη­μά­των, τά ποα προ­κα­λε μέ­σως μ­μέ­σως. πι­στη­μο­νι­κή γνῶ­σις δέν κι­νη­το­ποι­ε τήν θι­κήν βού­λη­σιν το ν­θρώ­που, ποῖ­ος, καί­τοι γνω­ρί­ζει τούς κιν­δύ­νους, συ­νε­χί­ζει νά δρ ς άν δέν γνώ­ρι­ζεν. πά­ντη­σις ες τά σο­βα­ρά παρ­ξια­κά καί θι­κά προ­βλή­μα­τα το ν­θρώ­που καί ες τό αώ­νι­ον νό­η­μα τς ζως αὐ­το καί το κό­σμου, δέν εἶ­ναι δυ­να­τόν νά δο­θ χω­ρίς μίαν πνευ­μα­τι­κήν προ­σέγ­γι­σιν»[19].

ε. Ὁ σεβασμός τοῦ ἀνθρώπου καί τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ

Ἡ Σύ­νο­δος δέν πε­ριο­ρί­ζε­ται μόνο στήν ἐπι­σή­μαν­ση τῶν κιν­δύ­νων, ἀλ­λά δια­τυ­πώ­νει δύο θε­με­λιώ­δεις ἀρ­χές πού πρέ­πει νά διέ­πουν τήν ἐπι­στη­μο­νι­κή ἔρευ­να καί τήν πρα­κτι­κή ἐφαρ­μο­γή τῶν νέ­ων ἀνα­κα­λύ­ψε­ων καί ἐφευ­ρέ­σε­ων. Ἡ πρώ­τη εἶ­ναι ὁ σε­βα­σμός τῆς ἱε­ρό­τη­τας τῆς ζω­ῆς καί τοῦ χα­ρα­κτῆ­ρα τοῦ ἀν­θρώ­που ὡς προ­σώ­που ἀπό τή σύλ­λη­ψη[20]. Ὁ σε­βα­σμός αὐ­τός ἁρ­μό­ζει στόν ἄν­θρω­πο, κα­θώς δέν εἶ­ναι ἁπλῶς ἕνα σύ­νο­λο κυτ­τά­ρων, ἱστῶν καί ὀρ­γά­νων, ἀλ­λά δη­μι­ούρ­γη­μα «κατ᾽ εἰ­κό­να Θε­ο» (Γεν. 1, 27)[21]. Ἡ θέ­ση αὐ­τή τῆς συ­νό­δου εἶ­ναι πο­λύ ση­μα­ντι­κή καί δέν εἶ­ναι ἀσφα­λῶς τυ­χαῖο τό γε­γο­νός ὅτι ἐπα­να­λαμ­βά­νε­ται καί στά τρία κεί­με­να, στά ὁποῖα γί­νε­ται ἀνα­φο­ρά στή βιο­ηθι­κή. Ἡ θέ­ση ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι πρό­σω­πο ἀπό τή σύλ­λη­ψη ἀπα­ντᾶ στό θε­με­λιῶ­δες ἐρώ­τη­μα γιά τό στά­τους τοῦ ἀγέν­νη­του ἀν­θρώ­που καί ἐπη­ρεά­ζει ἀπο­φα­σι­στι­κά τήν ἠθι­κή θεώ­ρη­ση ὅλων τῶν θε­μά­των τῆς βιο­ηθι­κῆς πού ἀφο­ροῦν στήν ἔναρ­ξη τῆς ζω­ῆς, ὅπως εἶ­ναι δηλ. ἡ ἔκ­τρω­ση, οἱ διά­φο­ρες μέ­θο­δοι ὑπο­βοη­θού­με­νης ἀνα­πα­ρα­γω­γῆς, ἡ ἔρευ­να στά βλα­στο­κύτ­τα­ρα καί ἡ κλω­νο­ποίη­ση. Οἱ συ­νέ­πει­ες τῆς θεώ­ρη­σης τοῦ ἀν­θρώ­που ὡς προ­σώ­που ἀπό τή σύλ­λη­ψη καί τῆς ἀνα­γνώ­ρι­σης σ᾽ αὐ­τόν ἀξιο­πρέ­πει­ας καί δι­καιω­μά­των ἐπι­ση­μαί­νο­νται ἀπό τήν ἴδια τή Σύ­νο­δο: «Τό δι­καίω­μα ες τήν γέν­νη­σιν εἶ­ναι τό πρῶ­τον με­τα­ξύ τν ν­θρω­πί­νων δι­καιω­μά­των». Καί στή συ­νέ­χεια ὑπο­γραμ­μί­ζε­ται ὅτι ὁ ἄν­θρω­πος δέν πρέ­πει νά ἀντι­με­τω­πί­ζε­ται ὡς κά­ποιο με­τρή­σι­μο μέ­γε­θος, ἀφοῦ κά­θε ἄν­θρω­πος εἶ­ναι μο­να­δι­κός καί προ­ο­ρί­ζε­ται νά ὁμοιω­θεῖ μέ τό Θεό: « κ­κλη­σία ς θε­αν­θρω­πί­νη κοι­νω­νία, ες τήν ποί­αν κα­στος ν­θρω­πος πο­τε­λε μο­να­δι­κήν ντό­τη­τα, προ­ωρι­σμέ­νην ες προ­σω­πι­κήν κοι­νω­νί­αν με­τά το Θε­ο, ντι­στέ­κε­ται ες πᾶ­σαν προ­σπά­θει­αν ντι­κει­με­νο­ποιή­σε­ως το ν­θρώ­που, με­τα­τρο­πς του ες με­τρή­σι­μον μέ­γε­θος. Οὐ­δέν πι­στη­μο­νι­κόν πί­τευγ­μα πι­τρέ­πε­ται νά θί­γ τήν ξιο­πρέ­πει­αν το ν­θρώ­που καί τόν θεῖ­ον προ­ορι­σμόν αὐ­το. ν­θρω­πος δέν προσδιο­ρί­ζε­ται μό­νον πό τά γο­νί­διά του».

Ἡ δεύ­τε­ρη ἀρ­χή, ἡ ὁποία πρέ­πει νά διέ­πει τήν ἐπι­στη­μο­νι­κή ἔρευ­να, εἶ­ναι ὁ σε­βα­σμός τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας τοῦ Θε­οῦ. Ἡ Σύ­νο­δος ὑπεν­θυ­μί­ζει τήν ἐντο­λή τοῦ Θε­οῦ στό βι­βλίο τῆς Γέ­νε­σης νά ἐρ­γά­ζε­ται ὁ ἄν­θρω­πος στόν πα­ρά­δει­σο καί νά τόν φυ­λάσ­σει (Γεν. 2,15) καί κα­λεῖ σέ σε­βα­σμό τῆς κτί­σης τό­σο κα­τά τήν ἔρευ­να ὅσο καί κα­τά τή χρη­σι­μο­ποίη­σή της[22]. Μέ τό σε­βα­σμό αὐ­τό ἐκ­φρά­ζε­ται ἡ πί­στη καί ἡ ἐμπι­στο­σύ­νη τοῦ ἀν­θρώ­που στό Θεό, πού δη­μι­ούρ­γη­σε τήν κτί­ση μέ τή σο­φία Του καί προ­νο­εῖ γι᾽ αὐ­τή καί τόν ἄν­θρω­πο. Ἡ ἀρ­χή αὐ­τή δέν ἀνα­λύ­ε­ται πε­ραι­τέ­ρω στή συ­νά­φεια τῆς βιο­ηθι­κῆς, κα­θώς ἡ ἀνά­γκη σε­βα­σμοῦ τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας το­νί­ζε­ται καί σέ ἄλλα ση­μεῖα τῶν κει­μέ­νων τῆς συ­νό­δου, τά ὁποῖα ἀνα­φέ­ρο­νται στό οἰ­κο­λο­γι­κό πρό­βλη­μα.

στ. Τό περιεχόμενο καί ἡ σημασία τῆς Ὀρθόδοξης Βιοηθικῆς

Ὅπως ἐπι­ση­μάν­θη­κε στήν εἰ­σα­γω­γή τῆς πα­ρού­σας με­λέ­της καί ἀνα­δεί­χθη­κε ἀπό τίς προ­ανα­φερ­θεῖ­σες θέ­σεις, ἡ Σύ­νο­δος θεω­ρεῖ ὡς ἀπα­ραί­τη­τη τή συμ­με­το­χή τῆς ὀρ­θό­δο­ξης ἠθι­κῆς στό σύγ­χρο­νο διε­πι­στη­μο­νι­κό διά­λο­γο γιά τή βιο­ηθι­κή. Σέ μιά ἐπο­χή πού προ­βάλ­λο­νται πολ­λές καί ἀλ­λη­λο­συ­γκρου­ό­με­νες εἰ­κό­νες πε­ρί ἀν­θρώ­που καί ἀνα­τρέ­πο­νται οἱ ἠθι­κές ἀξί­ες, ἡ Ἐκ­κλη­σία προ­βάλ­λει τόν ἄν­θρω­πο, πού δη­μι­ουρ­γή­θη­κε κατ᾽ εἰ­κό­να Θε­οῦ μέ τήν προ­ο­πτι­κή τῆς θέω­σης, καί κυ­ρί­ως τό νέο Ἀδάμ, τόν Ἰη­σοῦ Χρι­στό, « ποῖ­ος ν τ ναν­θρω­πή­σει προ­σέ­λα­βεν λον τόν ν­θρω­πον καί εἶ­ναι τό πό­λυ­τον πρό­τυ­πον τς να­και­νί­σε­ως το ν­θρω­πί­νου γέ­νους»[23]. Ἐνῶ δηλ. ἡ κοι­νω­νία ἀνα­ζη­τεῖ, με­τα­ξύ ἄλ­λων, τρό­πους γιά νά βελ­τιώ­σει τήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση καί νά ἀπο­θεώ­σει τόν ἄν­θρω­πο, ἡ Ἐκ­κλη­σία κη­ρύτ­τει τό Υἱό τοῦ Θε­οῦ, πού προ­σέ­λα­βε καί ἀνα­καί­νι­σε τήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση[24]. Ὅπως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ἐπι­ση­μαί­νε­ται σέ ἄλ­λο ση­μεῖο γιά τήν ἐναν­θρώ­πη­ση τοῦ Υἱ­οῦ, «ἡ δι­δα­σκα­λία αὐ­τή τς κ­κλη­σί­ας εἶ­ναι νε­ξάντλη­τος πη­γή πά­σης χρι­στια­νι­κς προ­σπα­θεί­ας διά τήν πε­ρι­φρού­ρη­σιν τς ξί­ας καί το με­γα­λεί­ου το ν­θρώ­που»[25].

Ἡ ὀρ­θό­δο­ξη βιο­ηθι­κή δια­κρί­νε­ται ἑπο­μέ­νως ἀπό τίς προ­σεγ­γί­σεις τῆς κο­σμι­κῆς βιο­ηθι­κῆς, κα­θώς ἀπο­τε­λεῖ μιά πνευ­μα­τι­κή προ­σέγ­γι­ση, ἡ ὁποία βα­σί­ζε­ται στό πρό­σω­πο καί τή δι­δα­σκα­λία τοῦ Χρι­στοῦ, κα­θώς καί στήν πλού­σια ἐμπει­ρία τῆς πα­τε­ρι­κῆς πα­ρά­δο­σης[26]. Στό ση­μεῖο αὐ­τό θά μπο­ροῦ­σε ἵσως κά­ποι­ος νά διε­ρω­τη­θεῖ, ἄν εἶ­ναι ἐφι­κτό καί δό­κι­μο νά προ­σεγ­γί­ζο­νται ἐπι­στη­μο­νι­κά ζη­τή­μα­τα πού ἀνέ­κυ­ψαν μό­λις τίς τε­λευ­ταῖ­ες δε­κα­ε­τί­ες μέ βά­ση τά κεί­με­να τῆς Ἁγί­ας Γρα­φῆς καί τῶν Πα­τέ­ρων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, πού γρά­φη­καν σέ ἐπο­χές κα­τά τίς ὁποῖ­ες τά προ­βλή­μα­τα αὐ­τά ἦταν πα­ντε­λῶς ἄγνω­στα. Ὁ ἐν­δοια­σμός αὐ­τός θά ἦταν ἀσφα­λῶς βά­σι­μος, ἄν ὁ θεο­λό­γος ἀνα­ζη­τοῦ­σε στά κεί­με­να αὐ­τά ἄμε­σες καί συ­γκε­κρι­μέ­νες ἀπα­ντή­σεις στούς σύγ­χρο­νους προ­βλη­μα­τι­σμούς. Καθώς ὅμως οἱ σύγ­χρο­νοι αὐ­τοί ἠθι­κοί προ­βλη­μα­τι­σμοί ἀφο­ροῦν στά ὅρια τῶν ἐπεμ­βά­σε­ων στίς διά­φο­ρες ἐκ­φάν­σεις τῆς ζω­ῆς τοῦ ἀν­θρώ­που, ἡ ἀξιο­λό­γη­σή τους μπο­ρεῖ κάλ­λιστα νά βα­σί­ζε­ται στή δι­δα­σκα­λία τῆς Ἐκ­κλη­σίας γιά τήν προ­έλευ­ση, τήν ἀξία, τό νόη­μα καί τόν προ­ορι­σμό τῆς ζω­ῆς τοῦ ἀν­θρώ­που. Ἐπι­πλέ­ον, ἡ θεο­λο­γι­κή νοη­μα­το­δό­τη­ση τοῦ γά­μου, τῆς τε­κνο­γο­νίας καί τῆς οἰ­κο­γέ­νει­ας, τῆς ἐλευ­θε­ρί­ας καί τῆς προ­σφο­ρᾶς στό συ­νάν­θρω­πο, τῆς ὑγεί­ας, τῆς ἀσθέ­νει­ας καί τοῦ πό­νου, τοῦ θα­νά­του καί τῆς αἰω­νί­ας ζω­ῆς ἀνα­δει­κνύ­ει τήν πνευ­μα­τι­κή διά­στα­ση τοῦ προ­βλη­μα­τι­σμοῦ καί θέ­τει τά θε­μέ­λια γιά τή δια­μόρ­φω­ση μι­ᾶς ὀρ­θό­δο­ξης προ­σέγ­γι­σης, ἡ ὁποία δια­φυ­λάσ­σει τό φρό­νη­μα τῶν Πα­τέ­ρων καί νά ἀξιο­ποι­εῖ­ τήν πο­λύ­τι­μη ἐμπει­ρία τους[27].

Ἡ πρό­κλη­ση ἑπο­μέ­νως γιά τήν ὀρ­θό­δο­ξη βιο­ηθι­κή εἶ­ναι νά πα­ρα­κο­λου­θεῖ τήν ἐξέ­λι­ξη τῆς ἐπι­στή­μης, νά γνω­ρί­ζει κα­λά τό σύγ­χρο­νο ἠθι­κό προ­βλη­μα­τι­σμό καί τίς ἀπό­ψεις που δια­τυ­πώ­νο­νται καί νά προ­σπα­θεῖ μέ βά­ση τή χρι­στια­νι­κή δι­δα­σκα­λία καί τήν πλού­σια πνευ­μα­τι­κή ἐμπει­ρία τῆς Ὀρ­θο­δο­ξίας νά δια­τυ­πώ­νει θέ­σεις πού νά προ­σα­να­το­λί­ζουν τό Χρι­στια­νό καί κά­θε κα­λο­προ­αί­ρε­το ἄν­θρω­πο στό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ. Μιά τέ­τοια προ­σέγ­γι­ση εἶ­ναι, σύμ­φω­να μέ τή Σύ­νο­δο, γε­νι­κό­τε­ρα χρή­σι­μη στήν κοι­νω­νία, κα­θώς συμ­βάλ­λει στόν ἐμπλου­τι­σμό τῆς φι­λο­σο­φι­κῆς καί ἐπι­στη­μο­νι­κῆς συ­ζή­τη­σης τῶν βιο­ηθι­κῶν θε­μά­των[28].

ΙΜΘ_118

3. Ἐπίλογος

Ἀπό ὅσα δια­λά­βα­με στήν πα­ρού­σα με­λέ­τη κα­θί­στα­ται σα­φές ὅτι ἡ Ἁγία καί Με­γά­λη Σύ­νο­δος τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας κα­τα­νο­εῖ πλή­ρως τή ση­μα­σία καί τήν ἐπι­και­ρό­τη­τα τοῦ ἠθι­κοῦ προ­βλη­μα­τι­σμοῦ γιά τήν πρό­οδο τῆς ἐπι­στή­μης καί τῆς τε­χνο­λο­γί­ας, γι᾽ αὐ­τό καί ὀρθῶς πε­ριέ­λα­βε τή βιο­ηθι­κή στά θέ­μα­τα μέ τά ὁποῖα ἀσχο­λή­θη­κε. Οἱ θέ­σεις πού δια­τύ­πω­σε, πα­ρά τήν εὐ­λό­γως σύ­ντο­μη ἀνά­πτυ­ξή τους, εἶ­ναι σα­φεῖς καί μαρ­τυ­ροῦν ἄρι­στη γνώ­ση τοῦ ἀντι­κει­μέ­νου. Ἡ Ἐκ­κλη­σία ἐπι­δο­κι­μά­ζει ἀφ᾽ ἑνός τήν πρό­οδο τῆς ἐπι­στή­μης καί ἐπαι­νεῖ πολ­λά ἐπι­τεύγ­μα­τά της ὡς εὐ­ερ­γε­σίες, ἐπι­ση­μαί­νει ἀφ᾽ ἑτέ­ρου τίς ἀρ­νη­τι­κές ἐπι­πτώ­σεις καί δια­τυ­πώ­νει ἔντο­νη ἀνη­συ­χία γιά τήν ἀνε­ξέ­λεγκτη χρή­ση τῆς βιο­τε­χνο­λο­γί­ας καί γιά τόν ἐν­θου­σια­σμό, μέ τόν ὁποῖο ὁ σύγ­χρο­νος ἄν­θρω­πος τήν πε­ρι­βάλ­λει. Αὐ­τό ἄλ­λω­στε πού δια­κυ­βεύ­ε­ται δέν εἶ­ναι τό­σο ἡ ὀρ­θό­τη­τα ὁρι­σμέ­νων ἰα­τρι­κῶν ἐπεμ­βά­σε­ων ὅσο ἡ ἴδια ἡ ἀξία τῆς ζω­ῆς τοῦ ἀν­θρώ­που καί ἡ θεώ­ρη­σή του ὡς προ­σώ­που. Ἡ Ἐκ­κλη­σία το­νί­ζει ὅτι ἡ ἐπι­στη­μο­νι­κή ἔρευ­να πρέ­πει νά ὑπό­κει­ται σέ ἠθι­κές ἀρ­χές καί ὡς τέ­τοι­ες προ­βάλ­λει τό σε­βα­σμό στήν ἀξιο­πρέ­πεια τοῦ ἀν­θρώ­που καί στή δη­μι­ουρ­γία τοῦ Θε­οῦ. Τέ­λος, θέ­τει τά κρι­τή­ρια καί ἀνα­δει­κνύ­ει τή ση­μα­σία μι­ᾶς ὀρ­θό­δο­ξης βιο­ηθι­κῆς, ἡ ὁποία κα­λεῖ­ται νά προ­σφέ­ρει στό σύγ­χρο­νο ἠθι­κό προ­βλη­μα­τι­σμό μιά πνευ­μα­τι­κή προ­σέγ­γι­ση, πού προ­σα­να­το­λί­ζει τόν ἄν­θρω­πο στό πραγ­μα­τι­κό νόη­μα τῆς ζω­ῆς καί στό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ.

ΙΜΘ_115

[1] Ὅλα τά ἐπίσημα κείμενα τῆς Ἁγίας καί Με­γά­λης Συ­νό­δου τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας εἶναι δη­μο­σιευ­μέ­να στήν ἱστο­σε­λί­δα https://www.orthodoxcouncil.org/web/holy-and-great-council/­offi­ci­al-do­cuments. Στό ἑξῆς λοι­πόν πα­ρα­πέ­μπου­με στά ἐπι­μέ­ρους κεί­με­να, χω­ρίς νά ἐπα­να­λαμ­βά­νου­με τήν ἀνα­φο­ρά στήν ἴδια ἱστο­σε­λί­δα.

[2] Ἱερά Σύ­νο­δος τῆς Ἐκ­κλη­σίας τῆς Ἑλ­λά­δος, Ἐπί­ση­μα Κεί­με­να Βιο­ηθι­κῆς, Ἀθή­να 2007. Στήν ἔκ­δο­ση αὐ­τή πε­ρι­λαμ­βά­νο­νται οἱ γνω­μα­τεύ­σεις τῆς ἐπι­τρο­πῆς στά θέ­μα­τα τῶν με­τα­μο­σχεύ­σεων ὀρ­γά­νων, τῆς εὐ­θα­να­σί­ας καί τῆς ὑπο­βοη­θού­με­νης ἀνα­πα­ρα­γω­γῆς. Ἀνα­λυ­τι­κά γιά τίς δρα­στη­ριό­τη­τες τῆς Ἐπι­τρο­πῆς, βλ. http://www.ecclesia.gr­/greek/­holy­sy­nod/commitees/bioethics/bioethics.­htm.

[3] Sozial­doktrin der Russisch-Ortho­do­xen Kirche, σέ: Josef Thesing – Rudolf Uertz (Ἐκδ.), Die Grund­lagen der So­zial­do­ktrin der Russisch-Orthodoxen Kirche. Deutsche Über­setzung mit Ein­führung und Kom­mentar, Sankt Au­gustin 2001. Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιά τήν το­πο­θέ­τη­ση τῆς ἐγκυ­κλί­ου στά ση­μα­ντι­κό­τε­ρα θέ­μα­τα τῆς βιο­ηθι­κῆς βλ. Μιλ­τιά­δη Βάν­τσου, «Ἡ θέ­ση τῆς Ρω­σι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας σέ θέ­μα­τα βιο­ηθι­κῆς», σέ: Θεο­δρο­μία 5 (2003) 239-240.

[4] Βλ. Μήνυμα τῆς Ἁγίας καί Με­γά­λης Συ­νό­δου τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας, παράγρ. 7, Ἐγκύ­κλι­ος τῆς Ἁγίας καί Με­γά­λης Συ­νό­δου τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας, παράγρ. 11-12, καί Ἡ ἀπο­στο­λή τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας εἰς τόν σύγ­χρο­νον κό­σμον, παράγρ. ΣΤ11 καί ΣΤ12.

[5] Ἡ ἀπο­στο­λή τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας εἰς τόν σύγ­χρο­νον κό­σμον, ἑνό­τη­τα Α «Ἡ ἀξία τοῦ ἀν­θρω­πί­νου προ­σώ­που» καί ἑνό­τη­τα Β «Πε­ρί ἐλευ­θε­ρί­ας καί εὐ­θύ­νης».

[6] Μήνυμα τῆς Ἁγίας καί Με­γά­λης Συ­νό­δου τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας, παράγρ. 7.

[7] Ὅ.π.

[8] Μέ τόν ὅρο «βιο­επι­στῆ­μες» χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται οἱ ἐπι­στῆ­μες πού με­λε­τοῦν τό φαι­νό­με­νο τῆς ζωῆς, ἐνῶ ὁ ὅρος «βιο­τε­χνο­λο­γία» ἀνα­φέ­ρε­ται στή χρή­ση ζω­ντα­νῶν ὀρ­γα­νι­σμῶν ἤ πα­ρά­γω­γών τους ἀπο τίς βιο­λο­γι­κές ἐπι­στῆ­μες καί τήν τε­χνο­λο­γία μέ σκο­πό τή βελ­τίω­ση τῆς ζωῆς τοῦ ἀν­θρώ­που καί τοῦ πε­ρι­βάλ­λο­ντος. Ashish Swa­rup Verma (μ.ἄ.), «Bio­te­chno­lo­gy in the Realm of Hi­story», σέ: Journal of Pharmacy & Bio­allied Scien­ces 3,3 (2011) 321-323. Βλ. ἐπί­σης Ἀπο­στό­λου Νι­κο­λαΐδη, Ἀπό τή Γένε­ση στή Γε­νε­τι­κή. Ἐγ­χει­ρί­διο Βιο­ηθι­κῆς, Ἀθή­να 2006, σ. 33.

[9] Ἡ ἀπο­στο­λή τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας εἰς τόν σύγ­χρο­νον κό­σμον, παράγρ. ΣΤ12.

[10] Μήνυμα τῆς Ἁγίας καί Με­γά­λης Συ­νό­δου τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας, παράγρ. 7.

[11] Ἐγκύ­κλι­ος τῆς Ἁγίας καί Με­γά­λης Συ­νό­δου τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας, παράγρ. 12.

[12] Ὅ.π.

[13] Ἡ ἀπο­στο­λή τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας εἰς τόν σύγ­χρο­νον κό­σμον, παράγρ. ΣΤ11.

[14] A’ Κορ. 6, 12.

[15] Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος Θεολογικός Α’, 4. PG 36, 16C.

[16] Μιλτιάδη Βάντσου, «Ἡ χρι­στια­νι­κή προ­σέγ­γι­ση τῆς βιο­ηθι­κῆς στήν πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κή κοι­νω­νία», σέ: Ana­le­cta Ca­tho­li­ca 2 (2013) 115.

[17] Ἐγκύ­κλι­ος τῆς Ἁγίας καί Με­γά­λης Συ­νό­δου τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας, παράγρ. 12.

[18] Ὅ.π., παράγρ. 11.

[19] Μήνυμα τῆς Ἁγίας καί Με­γά­λης Συ­νό­δου τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας, παράγρ. 7.

[20] Ἡ ἀκρι­βής δια­τύ­πω­ση ἔχει ὡς ἑξῆς: «Προ­βάλ­λει (ἐνν. ἡ Ὀρ­θό­δο­ξος Ἐκ­κλη­σία) τήν ε­ρό­τη­τα τς ζω­ς καί τόν χα­ρα­κτῆ­ρα το ν­θρώ­που ς προ­σώ­που ξ αὐ­τς ταύ­της τς ρ­χς τς συλ­λή­ψεως». Ἐγκύ­κλι­ος τῆς Ἁγίας καί Με­γά­λης Συ­νό­δου τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας, πα­ράγρ. 12. Ἡ ἀνα­φο­ρά στήν ἀρ­χή τῆς σύλ­λη­ψης γί­νε­ται, κα­τά τήν ἄπο­ψη μας, γιά νά δο­θεῖ ἔμ­φα­ση στήν ἀνά­γκη προ­στα­σί­ας τῆς ζω­ῆς τοῦ ἀν­θρώ­που σέ κά­θε στά­διο.

[21] Ἡ ἀπο­στο­λή τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας εἰς τόν σύγ­χρο­νον κό­σμον, παράγρ. ΣΤ12.

[22] Ἡ ἀπο­στο­λή τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας εἰς τόν σύγ­χρο­νον κό­σμον, παράγρ. ΣΤ12.

ΙΜΘ_114

[23] Ἐγκύ­κλι­ος τῆς Ἁγίας καί Με­γά­λης Συ­νό­δου τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας, παράγρ. 12.

[24] Στό κείμενο τῆς συνόδου μνημονεύεται τό χωρίο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δα­μα­σκη­νοῦ «Οκ νθρωπον ποθεωθέντα λέγομεν, λλ Θεόν νανθρωπήσαντα» (Ἰωάννου Δα­μα­σκη­νοῦ, κδοσις κριβής τς ρθοδόξου πίστεως, Γ’, 2, PG 94, 988). Βλ. Ἐγκύ­κλι­ος τῆς Ἁγίας καί Με­γά­λης Συ­νό­δου τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας, παράγρ. 10.

[25] Ἡ ἀπο­στο­λή τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας εἰς τόν σύγ­χρο­νον κό­σμον, παράγρ. A1.

[26] Μήνυμα τῆς Ἁγίας καί Με­γά­λης Συ­νό­δου τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας, παράγρ. 7. Ἐγκύ­κλι­ος τῆς Ἁγίας καί Με­γά­λης Συ­νό­δου τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας, παράγρ. 12.

[27] Μιλτιάδη Βάντσου, «An Orthodox Approach to Bioethics», σέ: Ἐπι­στη­µο­νι­κή Ἐπε­τη­ρί­δα Θεο­λο­γι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Α.Π.Θ./ Τµῆµα Ποι­µα­ντι­κῆς καί Κοι­νω­νικῆς Θεο­λο­γίας 11 (2006) 80-81.

[28] Ἐγκύ­κλι­ος τῆς Ἁγίας καί Με­γά­λης Συ­νό­δου τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας, παράγρ. 12.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Μιλτιάδης Βάντσος, Οἱ θέσεις τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας γιά τη βιοηθική

Γ’ Διεθνές Ἁγιολογικόν Συνέδριον ὑπό τήν αἰγίδα τῆς Α.Θ. Παναγιότητος, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου, μέ θέμα: «Οἱ ἀποστολικοί Πατέρες καί ἡ ἐποχή τους»

To Οικουμενικό Πατριαρχείο και η Ορθόδοξος Κοινότης Σμύρνης διοργανώνουν τo Γ΄ Διεθνές Ἁγιολογικό Συνέδριο ὑπό τήν αἰγίδα τῆς Α.Θ. Παναγιότητος, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου, μέ θέμα: «Οἱ ἀποστολικοί Πατέρες καί ἡ ἐποχή τους» στή Σμύρνη καί τήν Ἔφεσο ἀπό 4 ἕως 8 Μαΐου 2017.

Σμύρνη_426

Στιγμιότυπο από το Β΄ Αγιολογικό Συνέδριο που έγινε το 2016

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

Πέμπτη 4 ΜΑΪΟΥ 2017

17.30 ΕΝΑΡΞΗ. ΥΜΝΟΙ (Χορωδία) «Χριστός Ἀνέστη. Ἀπολυτίκια: τῶν ἐν Σμύρνῃ διαλαμψάντων Ἁγίων – τῶν ἐν Ἰωνίᾳ διαλαμψάντων Ἁγίων

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ

–   τοῦ δημάρχου Σμύρνης κ. Aziz Koçaoglu

–   τοῦ προέδρου τοῦ Ἐμπορικοῦ Ἐπιμελητηρίου  Σμύρνης κ. Ekrem Demirtas

–   τοῦ προέδρου τῆς Ὀρθοδόξου Κοινότητος Σμύρνης κ. Γεωργίου Θεοδωρίδη

–   ἐκπροσώπων μικρασιατικῶν Συλλόγων

Κήρυξη Ἐνάρξεως τοῦ Συνεδρίου ἀπό τόν Μητροπολίτη Σμύρνης κ. Βαρθολομαῖο

Ἐναρκτήρια Εἰσήγηση ἀπό τόν Ὁμότ. Καθηγητή κ. Γεώργιο Γαλίτη: «Οἱ  Ἀποστολικοὶ Πατέρες καὶ ἡ ἐποχή τους»

18.30-19.00 Διάλειμμα

19.00-20.30 Α΄ ΣΥΝΕΔΡΙΑ – Πρόεδρος: ὁ ἐπίσκοπος Ἐρυθρῶν κ. Κύριλλος

Καθηγητής Σίμος Πασχαλίδης: «Ἡ πρόσληψη τῶν Ἀποστολικῶν Πατέρων στὴν παράδοση τῆς χριστιανικῆς Ἀνατολῆς»

Ὁμότ. Καθηγητής Ἰβάν Δημητρώφ: «Ἀνανέωση τῆς τιμῆς τῶν Ἀποστολικῶν Πατέρων στὴ σύγχρονη λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Βουλγαρίας»

Ἀναπλ. Καθηγητὴς Κωνσταντῖνος Κορναράκης: «Πρώιμες ἀρχὲς θεολογικῆς Βιοηθικῆς στὸ ἔργο τῶν Ἀποστολικῶν Πατέρων»

Συζήτηση

Παρασκευή 5 ΜΑΪΟΥ 2017

9.30-11.00 Β΄ ΣΥΝΕΔΡΙΑ – Πρόεδρος: Ἰβάν Δημητρώφ

Λέκτωρ Ἀθανάσιος Ἀντωνόπουλος: «Ἡ διακονία τῆς χριστιανικῆς ἀπολογίας στήν ἀπόκρυφη βιβλική γραμματεία καί στήν παράδοση τῶν Ἀποστολικῶν Πατέρων»

Καθηγήτρια Ἄννα Κόλτσιου-Νικήτα: «Τὸ μοτίβο ‘’τῶν δύο ὁδῶν’’ καὶ ὁ λειτουργικός του ρόλος στὴν Γραμματεία τῆς ἐποχῆς τῶν Ἀποστολικῶν Πατέρων»

Ἐπίκ. Καθηγητής Μόσχος Γκουτζιούδης: «Ἡ ἀλληγορικὴ ἑρμηνεία τῆς βιοποικιλότητας στὴν Ἐπιστολὴ Βαρνάβα»

Συζήτηση – Διάλειμμα

11.30-13.00 Γ΄ ΣΥΝΕΔΡΙΑ – Πρόεδρος: Ἄννα Κόλτσιου-Νικήτα

Ὁμότ. Καθηγητὴς Παναγιώτης Νικολόπουλος: «Ὁ Ποιμὴν τοῦ Ἑρμᾶ: Τὰ νέα εὑρήματα καὶ ἡ σημασία τους»

Ἐπίσκοπος Ἐρυθρῶν κ. Κύριλλος: «Οἱ ναοὶ τοῦ ἁγίου Πολυκάρπου στὴ Σμύρνη καὶ ἡ «εὕρεση’’ τοῦ τάφου του»

Ἀναπλ. Καθηγητὴς Δημήτριος Ν. Μόσχος:  «Ἱεροσύνη καὶ Μαρτύριο στὸ Μαρτύριο Πολυκάρπου καὶ τὶς ἐπιστολὲς Ἰγνατίου Ἀντιοχείας».

Συζήτηση

13.30 Γεῦμα

17.00-18.30 Δ΄ ΣΥΝΕΔΡΙΑ – Πρόεδρος: Παναγιώτης Νικολόπουλος

Καθηγητής Φώτιος Ἰωαννίδης: «Ἡ πρὸς Σμυρναίους Ἐπιστολὴ τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου»

Ἐπίκ. Καθηγητὴς Γεώργιος Κουντούρης: «Οὐσιαστικὲς προϋποθέσεις τῆς ἀσκήσεως τοῦ ποιμαντικοῦ λειτουργήματος, σύμφωνα μὲ τὶς ἐπιστολὲς τοῦ Ἰγνατίου Ἀντιοχείας»

Ἀναπλ. Καθηγητὴς  Θωμᾶς Ιωαννίδης: «Ἡ περὶ Ἐκκλησίας διδασκαλία τοῦ Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου σὲ σχέση μὲ τὴν πρὸς Ἐφεσίους ἐπιστολή»

Συζήτηση

19.00-20.30 Ε΄ ΣΥΝΕΔΡΙΑ – Πρόεδρος: Θωμᾶς Ιωαννίδης

Ἀναπλ. Καθηγητὴς Χαράλαμπος Ἀτματζίδης: «Οἱ ἐμφανίσεις τοῦ ἀναστημένου Ἰησοῦ στὰ Εὐαγγέλια καὶ στὶς Ἐπιστολὲς τοῦ Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου»

Ἐπίκ. Καθηγήτρια Ἀλεξάνδρα Παλάντζα: «Ἡ προσευχὴ στὶς ἐπιστολὲς τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου»

Ἀναπλ. Καθηγητὴς Κωνσταντῖνος Μπελέζος: «Ὁ ‘’ἔρως’’ στὶς ἐπιστολὲς Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου»

Συζήτηση

Σάββατο 6 ΜΑΪΟΥ 2017

Ἐκδρομὴ στὴν Ἐρυθραία: Ἀλάτσατα, Τσεσμές, Ἐρυθρές (Λυθρί). Γεύμα. Ἐπιστροφή στή Σμύρνη

19.30-20.30 ΣΤ΄ ΣΥΝΕΔΡΙΑ – Πρόεδρος: Μητροπολίτης Ρόδου κ. Κύριλλος

Λέκτωρ Γιώργος Σταυρόπουλος-Γιουσπάσογλου: «Ἡ σημασία τοῦ ἐπισκόπου γιὰ τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὸν Κλήμεντα Ρώμης»

Καθηγητής Χρῆστος Ἀραμπατζῆς: «Ἡ ἐν Πνεύματι ζωὴ στὴν Πρὸς Κορινθίους Ἐπιστολὴ τοῦ Κλήμεντος Ρώμης»

Συζήτηση

Κυριακὴ 7 ΜΑΪΟΥ 2017

Ἐκκλησιασμὸς στὸν Ἱ. Ναὸ Ἁγίας Φωτεινῆς

Ἀπόγευμα. Ὑποδοχή τῆς Α.Θ.Π. τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου

19.00  Ἑσπερινὸς στόν Ἅγιο Ἰωάννη στό Κιρκιντζέ

Δευτέρα 8 ΜΑΪΟΥ 2017

Πατριαρχικὴ θ. Λειτουργία στὸν τάφο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου στὴν Ἔφεσο

Γεῦμα

Ἑσπερινὸς

Ζ΄ ΣΥΝΕΔΡΙΑ (ΚΑΤΑΛΗΚΤΗΡΙΑ) – Πρόεδρος: Κωνσταντῖνος Μπελέζος

Μητροπολίτης Ρόδου κ. Κύριλλος: «Οἱ Ἀποστολικοὶ Πατέρες στὴν ὑμνολογία»

Συμπεράσματα συνεδρίου

Κήρυξη λήξεως συνεδρίου ἀπό τήν Α.Θ.Π. τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαῖο

***

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Πρόεδρος: Ὁμότιμος Καθηγητής Γεώργιος Γαλίτης

Ἀντιπρόεδρος: Ὁμότιμος Καθηγητής Ἰωάννης Καραβιδόπουλος

Γραμματεύς: Ἀναπληρωτής Καθηγητής Κωνσταντῖνος Μπελέζος

Μέλη: Ἀναπλ. Καθηγητής Θωμᾶς Ἰωαννίδης – Ἐπίκ. Καθηγήτρια Ἀλεξάνδρα Παλάντζα

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Γ’ Διεθνές Ἁγιολογικόν Συνέδριον ὑπό τήν αἰγίδα τῆς Α.Θ. Παναγιότητος, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου, μέ θέμα: «Οἱ ἀποστολικοί Πατέρες καί ἡ ἐποχή τους»

Στυλιανός Τσομπανίδης, Η απόφαση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου για τις σχέσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας με το λοιπό χριστιανικό κόσμο: μια πρώτη αποτίμηση

ΙΜΘ_76_01

Η εισήγηση του Αναπληρωτή Καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ στην Επιστημονική Ημερίδα για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο

Πριν από τη σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου και με το βλέμμα στραμμένο σε αυτή, οι προσδοκίες όσον αφορά στο θέμα Ορθόδοξη Εκκλησία και Οικουμενική Κίνηση θα μπορούσαν να συνοψιστούν στα παρακάτω δύο σημεία:

1) μέσω της Συνόδου της η σύγχρονη Ορθοδοξία να επιβεβαιώσει τη βούλησή της να συμπορευθεί με τις άλλες Εκκλησίες και Ομολογίες στο δρόμο που οδηγεί προς τη χριστιανική ενότητα. Σε σχέση με αυτό επίσης να επαναβεβαιώσει την υποχρέωση της Ορθοδοξίας να διαλέγεται με τον «άλλον», με ανθρώπους άλλων πολιτισμών και άλλων θρησκευτικών πεποιθήσεων.

2) η Σύνοδος να καθορίσει πιο πειστικά και πιο οριστικά τη θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας μέσα στο σύγχρονο οικουμενικό διάλογο και να πει σε αυτούς με τους οποίους διαλέγεται πώς βιώνει η Ορθοδοξία τη σχέση της μαζί τους και τι είναι αυτοί για την Ορθοδοξία[1].

Οι προσδοκίες δεν διαψεύσθηκαν. Η απόφαση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου στην Κρήτη για τις «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον»[2] είναι ιστορική και σημαντική: για πρώτη φορά η Ορθόδοξη Εκκλησία επισήμως με συνοδική πανορθόδοξη απόφαση δηλώνει με σαφήνεια πως «πιστεύει ἀκραδάντως ὅτι κατέχει κυρίαν θέσιν εἰς τήν ὑπόθεσιν τῆς προωθήσεως τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος ἐντός τοῦ συγχρόνου κόσμου (§ 1) και ταυτόχρονα επικυρώνει και εμπεδώνει -παρά τις αρνητικές φωνές και τη σκληρή κριτική εκ των ένδον- τη βούληση της συνέχισης και ενδυνάμωσης της ενεργού συμμετοχής της «εἰς τήν Οἰκουμενικήν Κίνησιν τῶν νεωτέρων χρόνων, ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι διά τοῦ διαλόγου δίδει δυναμικήν μαρτυρίαν τοῦ πληρώματος τῆς ἐν Χριστῷ ἀληθείας καί τῶν πνευματικῶν αὐτῆς θησαυρῶν πρός τούς ἐκτός αὐτῆς, μέ ἀντικειμενικόν σκοπόν τήν προλείανσιν τῆς ὁδοῦ τῆς ὁδηγούσης πρός τήν ἑνότητα» (§ 6).

Εκτός από το κείμενο που αφορά στις σχέσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικό κόσμο με το οποίο ασχολούμαστε εδώ[3], για την εδραίωση του οικουμενικού διαλόγου αξιοπρόσεκτες είναι οι αναφορές της «Εγκυκλίου» και του «Μηνύματος» της Συνόδου, κείμενα που συνοψίζουν τον προβληματισμό, τα ενδιαφέροντα και τον οραματισμό της και περικλείουν πολλές προτάσεις από τα 6 επίσημα κείμενά της. Όπως δηλώνεται, «θεμέλιο τῶν θεολογικῶν μας ἀναζητήσεων ὑπῆρξε ἡ βεβαιότητα ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν ζεῖ γιά τόν ἑαυτό της» («Μήνυμα», Εισαγωγή. Πρβλ.  «Εγκύκλιος», Εισαγωγή)[4]. Στην προοπτική αυτή επισημαίνεται ότι «η Ἐκκλησία μας ἀνταποκρινομένη στό χρέος νά μαρτυρεῖ τήν ἀλήθεια και τήν ἀποστολική της πίστη, ἀποδίδει μεγάλη σημασία στόν διάλογο κυρίως με τούς ἑτεροδόξους Χριστιανούς» («Μήνυμα» § 3. Πρβλ. «Εγκύκλιος» § 20). Με αφετηρία τη θέση αυτή τονίζεται επίσης και η αξία του νηφάλιου διαθρησκειακού διαλόγου, ο οποίος, όπως αναφέρεται, συμβάλλει σημαντικά στην προώθηση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, της ειρήνης και της καταλλαγής («Μήνυμα» § 4 και «Εγκύκλιος» §§ 17 και 18). Το «Μήνυμα» καταλήγει με τη βαρυσήμαντη παραδοχή ότι η «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος ἄνοιξε τόν ὁρίζοντά μας στή σύγχρονη πολύμορφη οἰκουμένη. Τόνισε τήν εὐθύνη μας μέσα στόν χῶρο καί τόν χρόνο, πάντοτε μέ προοπτική τήν αἰωνιότητα» (§ 12).

ΙΜΘ_36

Ενώ όμως η Σύνοδος αποτελεί ένα μεγάλο βήμα α) ως προς την εδραίωση του οικουμενικού διαλόγου και β) ως προς τη συναίσθηση του γεγονότος ότι «ἡ κίνησις πρός ἀποκατάστασιν τῆς ἑνότητος τῶν Χριστιανῶν λαμβάνει νέας μορφάς, ἵνα ἀνταποκριθῇ εἰς τάς νέας συνθήκας καί ἀντιμετωπίσῃ τάς νέας προκλήσεις τοῦ συγχρόνου κόσμου», το βήμα αυτό έμεινε μετέωρο ως προς το 2ο σημείο που αναφέρθηκε πιο πάνω. Υπάρχει ένα έλλειμμα όχι ως προς την κατανόηση της αυτοσυνειδησίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αλλά στο πώς την υποστηρίζει, και δεν δίνει πιο πειστική και πιο οριστική απάντηση στο πώς θεωρεί την εκκλησιαστική κατάσταση των χριστιανών με τους οποίους εδώ και πολλές δεκαετίες διαλέγεται και συνεργάζεται. Το θέμα αυτό προκάλεσε τις περισσότερες και πιο έντονες συζητήσεις πριν και κατά τη διάρκεια των εργασιών της Συνόδου και είναι σίγουρο ότι θα συνεχίσει να απασχολεί και τη μετασυνοδική πορεία.

Στη Σύνοδο της Κρήτης συνέβη, τηρουμένων των αναλογιών, αυτό που περιγράφει στα Απομνημονεύματά του ο πρώτος Γενικός Γραμματέας και ιστορικός του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (ΠΣΕ) Visser’t Hooft, όταν μετά την πρώτη ιδρυτική Συνέλευση του Άμστερνταμ (1948) επισκέφτηκε την Εκκλησία της Ελλάδος. Διηγείται:  «Η πλέον αποκαλυπτική συζήτησις έλαβε χώραν εις εν μοναστήριον, ευρισκόμενον εντός ωραίας τοποθεσίας πλησίον των Αθηνών, όπου συνήντησα τους επισκόπους και τους θεολόγους καθηγητάς, τους έχοντας την κυρίαν ευθύνην δια την οικουμενικήν τακτικήν της Εκκλησίας…. Διησθάνθην βεβαίως ότι το βασικόν ζήτημα ήτο το θέμα περί της Ορθοδόξου αντιλήψεως της Εκκλησίας. Δι’ αυτό ηρώτησα τους παρισταμένους να με είπουν εάν αι Ορθόδοξαι Εκκλησίαι θα ανεγνώριζαν τας μη Ορθοδόξους Εκκλησίας ως αληθείς Εκκλησίας. Το αποτέλεσμα υπήρξε μία ηλεκτρισμένη συζήτησις μεταξύ αυτών των ιδίων Ελλήνων Θεολόγων, γινομένη εις την Ελληνικήν. Η μετάφρασις ελησμονήθη. Ούτω ηρώτησα ταπεινώς κατά πόσον η σύσκεψις αύτη δεν εκλήθη προς συζήτησιν μετ’ εμού. Όταν κατεβλήθη μια προσπάθεια δια να γίνη μία περίληψις των συζητηθέντων, απεδείχθη ότι τούτο εις την πραγματικότητα ήτο εν άλυτον πρόβλημα. Βεβαίως, ουδεμία αμφιβολία υπήρχεν ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία ήτο η αληθής Εκκλησία, αλλ’ υφίσταντο διάφοροι αντιλήψεις όσον αφορά τας εφαρμογάς της πίστεως ταύτης δια την αξιολόγησιν των μη Ορθοδόξων Εκκλησιών» (η υπογράμμιση δική μου)[5].

Εβδομήντα χρόνια μετά από το γεγονός αυτό αποδεικνύεται ότι πράγματι η εκκλησιολογική θεώρηση την άλλων χριστιανικών Ομολογιών είναι ένα άλυτο πρόβλημα και ας ρωτήθηκαν ξανά οι Ορθόδοξοι από την Ειδική Επιτροπή του ΠΣΕ πριν από 15 χρόνια, με ένα συγκεκριμένο ερώτημα που άγγιζε το εκκλησιολογικό τους νεύρο: «Υπάρχει χώρος για άλλες Εκκλησίες στην ορθόδοξη εκκλησιολογία; Πώς μπορεί να περιγραφεί αυτός ο χώρος και τα όριά του;»[6]. Πρόκειται για το πιο καυτό θέμα που προκαλείται από τη συμμετοχή της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Οικουμενική Κίνηση.

Ενώ είναι δύσκολο το ζήτημα αυτό, υπήρχε η προσδοκία ότι η Σύνοδος της Κρήτης θα προσέφερε μια βάση για απάντηση. Όμως, όχι μόνο δεν έλυσε το πρόβλημα, αλλά πήγε κατά κάποιον τρόπο και πιο πίσω από την πιο ε­πί­ση­μη, έως τη σύγκλησή της, σε πα­νορ­θό­δο­ξο ε­πί­πε­δο τοποθέτηση για το ζήτημα της σχέσης της Ορθόδοξης Εκκλησίας προς τα εκτός των ορίων αυτής υφιστάμενα χριστιανικά σώματα που έγινε το 1986 στην Γ΄ Προσυνοδική Διάσκεψη με τα κείμενα «Ορθόδοξη Εκκλησία και Οικουμενική Κίνηση» και «Σχέ­σεις της Ορ­θό­δο­ξης Εκ­κλη­σί­ας προς τον λοι­πό χρι­στι­α­νι­κό κό­σμο». Τα κείμενα αυτά αποτέλεσαν τη βάση και τον κορμό του τελικού κειμένου της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου.

Η Γ΄ Προσυνοδική ήταν αυτή που ασχολήθηκε πολύ σοβαρά με το επίμαχο θέμα αν οι ετερόδοξοι μπορούν να ονομαστούν Εκκλησίες. Μετά από έναν γόνιμο προβληματισμό η Διάσκεψη δήλωσε ομόφωνα: «Η Ορ­θό­δο­ξος Εκ­κλη­σί­α, ως ού­σα η μί­α, α­γί­α, κα­θο­λι­κή και α­πο­στο­λι­κή Εκ­κλη­σί­α, έ­χει πλή­ρη συ­νεί­δη­σιν της ευ­θύ­νης αυ­τής δια την ε­νό­τη­τα του χρι­στι­α­νι­κού κό­σμου, α­να­γνω­ρί­ζει την πραγ­μα­τι­κήν ύ­παρ­ξιν ό­λων των χρι­στι­α­νι­κών Εκ­κλη­σι­ών και Ομο­λο­γι­ών, αλ­λά και πι­στεύ­ει ό­τι αι προς ταύ­τας σχέ­σεις αυ­τής πρέ­πει να στη­ρί­ζων­ται ε­πί της υ­π’ αυ­τών ό­σον έ­νε­στι τα­χυ­τέ­ρας και αν­τι­κει­με­νι­κω­τέ­ρας α­πο­σα­φη­νί­σε­ως του ό­λου εκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κού θέ­μα­τος…»[7].

Η συγκεκριμένη παράγραφος μαζί με την 1η παράγραφο του κειμένου-απόφαση «Ορθόδοξη Εκκλησία και Οικουμενική Κίνηση» που αναφέρει ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει «τη βαθιά πεποίθηση και την εκκλησιαστική της αυτοσυνειδησία ότι αποτελεί τον φορέα και δίνει μαρτυρία της πίστεως και της παραδόσεως της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας»[8] αποτέλεσαν την πιο βαθιά εκκλησιολογική θεμελίωση της ορθόδοξης συμμετοχής στην Οικουμενική Κίνηση που είχε γίνει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Η θεμελιώδης αξίωση της Ορθόδοξης Εκκλησίας ότι ταυτίζεται με τη Μία, αληθινή Εκκλησία γίνεται πιο ευρύχωρη με την έκφραση «αποτελεί τον φορέα» και αφήνει χώρο για την αναγνώριση του εκκλησιαστικού χαρακτήρα των άλλων χριστιανικών «Εκκλησιών» και «κοινοτήτων»· αφήνει επίσης και ουσιαστικά περιθώρια για σοβαρή αντίδοση και αμοιβαίο εμπλουτισμό, με απώτερο σκοπό την προλείανση της οδού μέσω του διαλόγου που οδηγεί στην ενότητα. Βεβαίως, δεν έδινε ευθεία και τελειωτική απάντηση στο ερώτημα των σχέσεων της Ορθόδοξης Εκκλησίας προς τον λοιπό χριστιανικό κόσμο, γιατί αναγνωριζόταν η «πραγματική ύπαρξη», όχι όμως η «εκκλησιολογική ύπαρξη» των άλλων χριστιανικών Εκκλησιών. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, εξέφραζε μια ολόκληρη εποχή κατά την οποία η ορθόδοξη εκκλησιολογία είχε αποκτήσει έναν δυναμικό χαρακτήρα και είχε αφήσει πίσω της την ομολογιακή, ιδρυματική και ιεραρχική αντίληψη της Εκκλησίας, η οποία διακατέχεται από μία ολοκληρωτική σιγουριά για την ύπαρξη ήδη από τώρα της «ecclesia triumphans». Αυτό το πνεύμα εκφραζόταν με τα παρακάτω λόγια: «Εάν οι ορθόδοξοι λένε ότι βρίσκονται σε συνέχεια της μίας, αγίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας, αυτό δεν αποτελεί καμία αποκλειστική αξίωση, αλλά μια δήλωση ότι παραμένουν πιστοί στην πληρότητα της αποστολικής κοινότητας, η οποία χρειάζεται να αποκαλυφθεί ακόμη πληρέστερα και μάλιστα σε συνεργασία με τους άλλους χριστιανούς στον κόσμο. Αυτοαποκαλούμενοι ως φορείς της ενότητας είναι πεπεισμένοι ότι μπορούν να προσφέρουν μια θετική συμβολή στην κίνηση για τη χριστιανική ενότητα και την ενότητα στον κόσμο». Και συνέχιζε: «Γι’ αυτό η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν περιμένει να μεταστραφούν οι άλλοι χριστιανοί στην Ορθοδοξία, στην ιστορική και πολιτισμική της πραγματικότητα, του παρελθόντος και του παρόντος, και να γίνουν μέλη της  Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η επιθυμία της είναι να αγωνιστούν όλοι στις δικές τους Εκκλησίες και παραδόσεις ώστε να κατανοήσουν σε βάθος την πληρότητα της αποστολικής πίστης, η οποία ενυπάρχει στην πληρότητα της εκκλησιαστικής ζωής. Δεν απαιτείται από καμία Εκκλησία να εκριζωθεί, να αποκοπεί από την πολιτιστική της κληρονομιά ή να εγκαταλείψει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της. Κάθε Εκκλησία θα μπορούσε να συμβάλει στον εμπλουτισμό όλων. Η άποψη αυτή συνυπονοεί βεβαίως ότι και οι ίδιοι οι ορθόδοξοι πρέπει να μεταστρέφονται με ολοένα και περισσότερη πληρότητα στην πίστη τους και σε μια ζωή που να ανταποκρίνεται στο λόγο του Θεού: ‘ίνα πάντες έν ώσιν’ (Ιω 17,21)»[9].

Όπως είναι γνωστό τα δύο κείμενα-αποφάσεις του 1986 δεν έφτασαν αυτούσια στη Σύνοδο. Η Ε΄ Προσυνοδική Διάσκεψη (2015) ασχολήθηκε με την επικαιροποίηση και τελική έγκριση, μεταξύ άλλων, και των κειμένων της Γ΄ Πανορθόδοξης που αφορούσαν στις σχέσεις της Ορθοδοξίας με το λοιπό χριστιανικό κόσμο, οι οποίες αναφέρονται στους διμερείς και τους πολυμερείς διαλόγους. Παρέπεμψε στην Αγία και Μεγάλη Συνόδο το ενιαίο κείμενο υπό τον τίτλο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», αποφεύγοντας τον «προκλητικό» για ακραίους κύκλους και ομάδες εντός της Ορθοδοξίας τίτλο «Οικουμενική Κίνηση».

ΙΜΘ_72

Τα τελευταία 25 χρόνια η φορά προς μείζονα επιφύλαξη στις σχέσεις με τις άλλες Εκκλησίες προχώρησε πολύ ορμητικά και μαζί με την αναρρίπιση του ορθόδοξου φονταμενταλισμού και εθνικισμού και τη μη επαρκή και απροκατάληπτη ενημέρωση του πληρώματος της Εκκλησίας για τα γενόμενα, τα τρέχοντα, τα σχεδιαζόμενα στο χώρο της Οικουμενικής Κίνησης, ανάγκασε την Ειδική Διορθόδοξη Επιτροπή και τις εργασίες της Ε΄ Προσυνοδικής να κινηθούν σε συντηρητικότερο εκκλησιολογικό πλαίσιο[10].

Ήδη το 2014 στο κείμενο που προτείνει η Ειδική Διορθόδοξη Επιτροπή δεν υπάρχει η πρόταση ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία «αποτελεί τον φορέα της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας». Κατά τη διάρκεια δε των συζητήσεων της Ε΄ Προσυνοδικής ακούγονται προτάσεις που εκφράζουν μια «οικουμένη της επιστροφής» και μια αποκλειστική εκκλησιολογία που φαίνεται και στην επιμονή να αλλάξει η πρόταση «Η Ορ­θό­δο­ξος Εκ­κλη­σί­α α­να­γνω­ρί­ζει την πραγ­μα­τι­κήν ύ­παρ­ξιν ό­λων των χρι­στι­α­νι­κών Εκ­κλη­σι­ών και Ομο­λο­γι­ών». Ζητείται επίμονα να απαλειφθεί η λέξη «χριστιανικών Εκκλησιών» και στη θέση της να μπει ο όρος «κοινοτήτων» (οι υπογραμμίσεις δικές μου)[11].

Το τελικό ad referendum προς την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο κείμενο της Ε΄ Προσυνοδικής[12] που υπογράφηκε από όλες τις Εκκλησίες μπορεί να διαπνέεται από ουσιαστική κατάφαση των οικουμενικών επαφών και της οικουμενικής πορείας, μπορεί να διασώζει τον πυρήνα της Γ΄ Προσυνοδικής, είναι όμως άτολμο και πιο συντηρητικό σε σχέση με εκείνη. Παρ’ όλα αυτά θεωρήθηκε, ακόμη και από μετριοπαθείς ιεράρχες, ότι σε κάποια σημεία είναι «ανορθόδοξο»[13].

Η πιο επίμαχη φράση βρισκόταν στην παράγραφο 6 του τελικού κειμένου: «η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνωρίζει την ιστορικήν ύπαρξιν άλλων χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών»[14], παρ’ ότι είχε υπογραφεί και είχε γίνει και η αλλαγή από «πραγματική ύπαρξη» σε «ιστορική ύπαρξη». Μετά από έντονες συζητήσεις και πολλές προταθείσες τροπολογίες στο κείμενο που έγινε αποδεκτό και υπεγράφη από τη μεγάλη πλειοψηφία των μελών της Συνόδου απαλείφθηκε ο όρος «Εκκλησίαι» (πρβλ. §§ 17, 19, 20 και 21) για τον χαρακτηρισμό των άλλων χριστιανικών ολοτήτων και εταίρων στον οικουμενικό διάλογο και η φράση στην παράγραφο 6 έγινε: «ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀποδέχεται [αντί: αναγνωρίζει] τήν ἱστορικήν ὀνομασίαν [αντί: ύπαρξιν] τῶν μή εὑρισκομένων ἐν κοινωνίᾳ μετ’ αὐτῆς ἄλλων [προστέθηκε] ἑτεροδόξων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν» (η υπογράμμιση δική μου). Η εγκριθείσα αυτή φράση είναι ανοιχτή σε ποικίλες ερμηνείες[15], ίσως μάλιστα είναι πιο ασαφής και περισσότερο προβληματική από ό,τι οι φράσεις: η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνωρίζει την «πραγματικήν ύπαρξιν» ή την «ιστορικήν ύπαρξιν» των ετεροδόξων χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών.

Βεβαίως, ένας αισιόδοξος αναγνώστης με οικουμενική προοπτική θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι η φράση αυτή εκφράζει αυτό που χρόνια ορθόδοξοι κληρικοί και ιεράρχες πράττουν στην Οικουμενική Κίνηση. Χρησιμοποιούν τη λέξη ως τεχνικό όρο «καταχρηστικώς και εν τω κοινώ λόγω», συμβατικά και κατ’ οικονομίαν, για να δηλώσουν την αναντίρρητη ύπαρξη μέσα στο χριστιανικό κόσμο άλλων Εκκλησιών και Ομολογιών, χωρίς αυτό να σημαίνει αναγνώριση της ορθότητας της πίστης τους. Τελικά, ίσως εκφράζει αυτό που είναι ξεκάθαρο από τα πρώτα βήματα της οικουμενικής προσπάθειας, ότι δηλαδή η Ορθοδοξία «απορρίπτει τη σχετικιστική θέση εκείνων που θα θεωρούσαν όλες τις Εκκλησίες ως εξίσου έγκυρες εκφράσεις της μιας αόρατης Εκκλησίας, καθώς και την ανελαστική στάση εκείνων που αρνούνται το δικαίωμα σε οποιεσδήποτε άλλες εκτός από τη δική τους Εκκλησία να αυτοαποκαλούνται Εκκλησίες του Χριστού»[16].

Από την άλλη πλευρά, δεν θα απείχε κάποιος από την αλήθεια εάν υποστήριζε ότι η φράση υπονοεί κάποιου είδους εκκλησιολογική αποκλειστικότητα και φαίνεται η τάση να κλείσει τον εκκλησιολογικό χώρο της Ορθοδοξίας και να τον περιχαρακώσει σε θεσμικά-κανονικά τείχη[17]. Το ερώτημα, πάντως, για το πώς εκλαμβάνονται οι ετερόδοξοι από την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο, καθώς και ο βαθμός της σχέσης τους με την Ορθόδοξη Εκκλησία παραμένουν αδιευκρίνιστα.

Εκτός από αυτό ο αναγνώστης πολύ εύκολα διακρίνει έναν απολογητικό τόνο στην εναγώνια προσπάθεια της Συνόδου να κατασιγαστούν οι πολλές και έντονες, καλόπιστες ή κακόπιστες, ανησυχίες όσων αντιδρούν στους διαλόγους (βλ.  «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας…» §§ 18, 19, «Μήνυμα» § 3 και «Εγκύκλιος» § 20). Επίσης, ο τραχύς τρόπος έκφρασης της προσθήκης στην παράγραφο 21 του εκκλησιολογικού κειμένου ότι όσον αφορά στα θεολογικά κείμενα των οικουμενικών διαλόγων «ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία διατηρεῖ ἐπιφυλάξεις διά κεφαλαιώδη ζητήματα πίστεως καί τάξεως, διότι αἱ μή Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι καί Ὁμολογίαι παρεξέκλιναν ἐκ τῆς ἀληθοῦς πίστεως τῆς μιᾶς, ἁγίας, καθολικῆς καί ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας» (η υπογράμμιση δική μου), μπορεί να κατανοηθεί, όχι εσφαλμένα, ως παραχώρηση προς τους αντιπάλους του οικουμενικού διαλόγου εντός της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Εάν η πρόταση διαβαστεί μαζί με εκφράσεις όπως λόγου χάρη: η Ορθόδοξη Εκκλησία «επιδεικνύει ευαισθησίαν έναντι εκείνων, οι οποίοι διέκοψαν την μετ’ αυτής κοινωνίαν» («Εγκύκλιος», § 20),  δημιουργείται η εντύπωση ότι οι χωρισμοί οφείλονται πλήρως σε λάθη των άλλων που χωρίστηκαν. Έτσι, υποστηρίζεται ένα είδος πατερναλισμού, επάρκειας, «μοναδικότητας» και «αυτάρκειας καθολικότητας», νοοτροπίας ξένης προς τη δυναμική εκκλησιολογία που ανέπτυξε η Ορθοδοξία από την έναρξη της προσυνοδικής πορείας τη δεκαετία του 1960. Η εντύπωση αυτή επιτείνεται από την επαναλαμβανόμενη στα κείμενα επωδό περί «μαρτυρίας της Ορθοδοξίας», η οποία κατανοείται ως μία μονόδρομη κίνηση προς τα έξω, χωρίς ετοιμότητα αντίδοσης, αλληλοπλουτισμού και αλληλοπεριχώρησης. Αυτό το πνεύμα δεν έχει καμία σχέση με τις δηλώσεις π.χ. της Α΄ Προσυνοδικής Πανορθόδοξης Διάσκεψης στο Σαμπεζύ το 1976 που υπογράμμιζαν ότι η μαρτυρία της Ορθοδοξίας είναι «διπλής ωφελείας», είναι μετάδοση και λήψη, συνειδητοποίηση «της ευθύνης, την οποίαν πάντες φέρομεν δια την διαίρεσιν της χριστιανοσύνης»[18].

Είναι μακριά, και καλώς, η εποχή που πολλοί ορθόδοξοι θεολόγοι, λαϊκοί και κληρικοί είχαν την αντίληψη ότι συμμετείχαν στην Οικουμενική Κίνηση για να δώσουν μονόδρομη μαρτυρία, με απαιτήσεις υπεροχής και με στόχο τη σωτηρία των άλλων, όπως άλλωστε έκαναν και οι άλλοι ως προς τους ορθόδοξους. Αυτό το σημείο χρειάζεται μεγάλη προσοχή κατά τη διάρκεια της μετασυνοδικής πορείας από την πλευρά της Ορθόδοξης Εκκλησίας, γιατί μια πιθανή επιστροφή αυτού του πνεύματος θα την γύριζε πολύ πίσω σε μια νοοτροπία διδακτισμού και θα οδηγούσε σε μία στάση γνωστή ως «υπεροψία της αληθείας»[19]. Εξάπαντος χρειάζεται να γίνει κατανοητό ότι εκείνο που σώζει δεν είναι η επάρκεια, αλλά η μετάνοια.

ΙΜΘ_66

Αυτή η αντίληψη στηρίζεται στη βασική εκκλησιολογική θέση ότι η Εκκλησία του Χριστού στη φάση της επί γης στράτευσης έχει την αλήθεια «εν οστρακίνοις σκεύεσιν» (Β΄ Κορ. 4,7), δεν κατέχει την αλήθεια, αλλά μετέχει σε αυτή, δηλαδή στην άκτιστη δόξα της Βασιλείας του Θεού[20]. Έτσι δεν νοείται οποιαδήποτε ταύτιση μεταξύ Βασιλείας του Θεού και Εκκλησίας. Υπό το πνεύμα αυτό και από οικουμενική άποψη είναι ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτο το πρώτο κεφάλαιο της «Εγκυκλίου» που καταπιάνεται με την Εκκλησιολογία και σκιαγραφεί σε γενικές γραμμές πώς αυτοκατανοείται σήμερα η Ορθόδοξη Εκκλησία. Στη δεύτερη παράγραφο του πρώτου κεφαλαίου υπάρχει μια αξιοσημείωτη διατύπωση: «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, πιστή εἰς τήν ὁμόφωνον ταύτην ἀποστολικήν παράδοσιν καί μυστηριακήν ἐμπειρίαν, ἀποτελεῖ τήν αὐθεντικήν συνέχειαν τῆς μιᾶς, ἁγίας, καθολικῆς καί ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ὡς αὕτη ὁμολογεῖται εἰς το Σύμβολον τῆς πίστεως καί βεβαιοῦται διά τῆς διδασκαλίας τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας» (πρβλ. «Μήνυμα» § 1). Η έκφραση «αυθεντική συνέχεια» υπερβαίνει την αποκλειστική, ομολογιακή αυτοσυνειδησία της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι αυτή η επιλογή της έκφρασης, χωρίς να υπερτιμάται, κινείται στην κατεύθυνση της Γ΄ Προσυνοδικής. Πάντως, το όλο εκκλησιολογικό θέμα δεν αποσαφηνίζεται και για αυτό πολύ σωστά στο εκκλησιολογικό κείμενο αναφέρεται ότι οι σχέσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας προς τις άλλες ετερόδοξες Εκκλησίες και Ομολογίες «πρέπει νά στηρίζωνται ἐπί τῆς ὑπ’ αὐτῶν ὅσον ἔνεστι ταχυτέρας καί ἀντικειμενικωτέρας ἀποσαφηνίσεως τοῦ ὅλου ἐκκλησιολογικοῦ θέματος» (§ 6). Να αποσαφηνιστεί, όμως, όχι μόνο από τους άλλους, αλλά και από τους ορθόδοξους. Μια ειλικρινής και ξεκάθαρη απάντηση, χωρίς ήξεις αφήξεις, ίσως, εάν και τα παρόμοια, θα βοηθήσει τον διάλογο. Δικαιολογημένα εκφράζεται η απορία από ετερόδοξους αδελφούς για πόσο χρονικό διάστημα θα αντέξει η Ορθόδοξη Εκκλησία αυτή την εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στην προθυμία για διάλογο και την άρνηση κάθε μορφής εκκλησιαστικής αναγνώρισης[21].

Συγκεφαλαιώνοντας τα παραπάνω θα συμπεραίναμε ότι η Σύνοδος απέδειξε πως «η Ορθόδοξη Εκκλησία βρίσκεται σε μια δυναμική εκκλησιολογική διαδικασία». Επιβεβαίωσε, ως όφειλε, την αυτοσυνειδησία της ότι είναι η μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία ή σύμφωνα με άλλη έκφραση  ότι  «αποτελεί την αυθεντική συνέχεια» αυτής. Ωστόσο, αυτή η επιβεβαίωση εκφράστηκε περισσότερο με έναν τόνο αποκλειστικό και για αυτό σε ορισμένα σημεία οι θετικές αποφάσεις υπέρ του οικουμενικού διαλόγου συνοδεύονται από απολογητική διάθεση και ταυτόχρονα από μια μονόδρομη αντίληψη περί μαρτυρίας της Ορθοδοξίας. Δεν αρνείται το δικαίωμα σε οποιεσδήποτε άλλες εκτός από την Ορθόδοξη Εκκλησία να αυτοαποκαλούνται Εκκλησίες του Χριστού, δεν προχώρησε, όμως, σε μία ξεκάθαρη τοποθέτηση σε σχέση με τη μορφή εκκλησιαστικότητας του λοιπού χριστιανικού κόσμου.

Για μια πιο συγκεκριμένη απάντηση στο ερώτημα αυτό μπορεί κατά τη μετασυνοδική πορεία να χρησιμεύσει εκτός από την ερμηνεία της περιγραφής της αυτοσυνειδησίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας ως «αυθεντικής συνέχειας» της Una Sancta και η ερμηνεία της παραγράφου 20 του εκκλησιολογικού κειμένου: «αἱ προοπτικαί τῶν θεολογικῶν διαλόγων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μετά τοῦ λοιποῦ χριστιανικοῦ κόσμου προσδιορίζονται πάντοτε ἐπί τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας καί τῶν κανονικῶν κριτηρίων τῆς ἤδη διαμεμορφωμένης ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως».

ΙΜΘ_84

Χρειάζεται να αναζητηθεί ο «νους» και ο σκοπός της προγενέστερης κανονικής παράδοσης και να γίνει αναλογική κατ’ οικονομίαν εφαρμογή του πνεύματος των κανόνων μέσα στη νέα πραγματικότητα της σύγχρονης Οικουμενικής Κίνησης[22], των ειρηνικών διαλόγων και των θετικών καρπών τους. Για την αναλογική εφαρμογή του πνεύματος κανόνων πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να ληφθεί σήμερα υπόψη ότι ο λοιπός χριστιανικός κόσμος ούτε τις βαρύτατες κακοδοξίες των αιρετικών της εποχής των Οικουμενικών Συνόδων ασπάζεται, ούτε εχθρικώς προς την Ορθόδοξη Εκκλησία διάκειται, ούτε προσηλυτισμό ασκεί, ούτε έχει καταδικαστεί συνοδικά. Έχει μάλιστα ιδιαίτερη σημασία ότι τα μέλη τους βαπτίζονται στο όνομα της Αγίας Τριάδας[23].

Ακόμη, πρέπει να υπογραμμιστεί το εξαιρετικά θετικό γεγονός ότι, παρά τους ομολογιακούς παροξυσμούς ορισμένων παραδοσιαρχικών κύκλων, η Ορθόδοξη Εκκλησία κατάφερε για πρώτη φορά με συνοδική πανορθόδοξη απόφαση και υπό την επιτυχή προεδρία του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου να καθορίσει πειστικά και πιο οριστικά τη θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας μέσα στο σύγχρονο οικουμενικό διάλογο. Δεν υιοθέτησε, παρά τις ανάλογες προτάσεις, το μοντέλο της «οικουμενικότητας της επιστροφής»[24] στους διαλόγους και προσκαλεί τους άλλους χριστιανούς, όπως έκανε πάντοτε, να τοποθετηθούν στην καθολική προοπτική που είχε η Εκκλησία κατά την πρώτη χιλιετία. Αντιλαμβάνεται δηλαδή την επιστροφή ως επισυναγωγή όλων των χριστιανών στην ενιαία πίστη των αποστόλων, των πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων.

Η Σύνοδος όχι μόνο απέφυγε να κατατάξει τη Χριστιανοσύνη σε αιρετικές και σχισματικές κοινότητες που απειλούν την Ορθοδοξία, αλλά και υπενθύμισε ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία πρωτοστάτησε στη σύγχρονη αναζήτηση της ενότητας μαζί τους και ότι μετείχε στην Οικουμενική Κίνηση αφού αυτή, όπως δηλώνεται ρητά, «οὐδόλως τυγχάνει ξένη πρός τήν φύσιν καί την ἱστορίαν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλ’ ἀποτελεῖ συνεπῆ ἔκφρασιν τῆς ἀποστολικῆς πίστεως καί παραδόσεως, ἐντός νέων ἱστορικῶν συνθηκῶν» («Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας…», § 4), όπως βεβαίως επέδειξε από τις αρχές του 20ού αιώνα το Οικουμενικό Πατριαρχείο και συνέχισε να πράττει ουσιαστικά έως τη σύγκληση και την ολοκλήρωση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου.

Καταλήγοντας, είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι η συμμετοχή της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην κίνηση προς αποκατάσταση της ενότητας των χριστιανών στηρίζεται, όπως επισημαίνεται στη Σύνοδο, στην προσευχή και την επαναλαμβανόμενη από αιώνων δέηση «υπέρ της των πάντων ενώσεως» («Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας…», § 4). Για το λόγο αυτό και η απόφαση της Συνόδου να συνεχίσει και να αναπτύξει τις σχέσεις με τον λοιπό χριστιανικό κόσμο μέσω του διαλόγου ενισχύεται στο τέλος από την προσευχή προς τον Χριστό: «Δεόμεθα ὅπως οἱ Χριστιανοί ἐργασθῶσιν ἀπό κοινοῦ, ὥστε νά ἀποβῇ ἐγγύς ἡ ἡμέρα, καθ’ ἥν ὁ Κύριος θά ἐκπληρώσῃ τήν ἐλπίδα τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί ‘γενήσεται μία ποίμνη, εἷς ποιμήν’ (Ἰω. 10,16)».

ΙΜΘ_78

[1] Πρβλ. Στ. Τσομπανίδης, «Ορθόδοξη Εκκλησία και Οικουμενική Κίνηση. Μια εκκλησιολογική προσέγγιση καθ’ οδόν προς την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο», Θεολογία 86 (2015) 59-81, εδώ σ. 81.

[2] Το κείμενο εκτός του ότι είναι διαθέσιμο στην επίσημη ιστοσελίδα της Συνόδου https://www.holycouncil.org/home έχει δημοσιευθεί, μαζί τα άλλα 5 της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, στον Τόμο Οι αποφάσεις της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας (11), επ. Ι. Λότσιος, εκδ. CEMES, Θεσσαλονίκη 2017.

[3] Το κείμενο παρακάτω αναφέρεται μερικές φορές και ως εκκλησιολογικό κείμενο.

[4] Πρβλ. Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου, «Εισηγητική ομιλία κατά την έναρξη των εργασιών της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου», Εκκλησία 93(2016) 625-633, με αναφορά στον πρώην διευθυντή και συνιδρυτή της Ορθοδόξου Ακαδημίας Κρήτης Δρ. Αλέξανδρο Παπαδερό στη σ. 632.

[5] W. Visser’t Hooft, Memoirs, Westminster Press, Philadelphia 1973, σ. 256-257. Η παραπομπή από τη μετάφραση μέρους του έργου από τον Β. Σταυρίδη. Βλ. Β. Α. Βίσσερ Τουφτ, «Απομνημονεύματα», (μτφρ. Β. Σταυρίδης), Εκκλησια­στικός Φάρος, τομ. ΞΑ´, 1979, 429-479, εδώ σ. 439-440.

[6] Βλ. «Τελικό κείμενο της Ειδικής Επιτροπής για τη συμ­μετοχή των ορθοδόξων στο Π.Σ.Ε.» στο Π. Βασιλειάδης (επ.), Ορθόδοξη Θεολογία και Οικουμενικός Διάλογος, Παράρτημα Α´, σ. 297 εξ., εδώ σ. 215,  § 16.

[7] Βλ. το κείμενο-απόφαση «Σχέ­σεις της Ορ­θοδόξου Εκ­κλη­σί­ας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» στο Στ. Τσομπανίδης, «Υπέρ της Οικουμένης»: Μελέτες για την Οικουμενική Κίνηση και την αποστολή της Εκκλησίας στο σημερινό κόσμο, Εκδόσεις Ostracon, Θεσσαλονίκη 2014, Παράρτημα, 651-658, εδώ σ. 651, § 2 (η υπογράμμιση δική μου).

[8] Βλ. το κείμενο-απόφαση στο Στ. Τσομπανίδης, «Υπέρ της Οικουμένης», Παράρτημα, 658-662, εδώ σ. 658.

[9] Βλ. «The Struggle for Justice and the Unity of the Schurch: Crete, 7-14, March 1975», στο Orthodox contributions to Nairobi. Papers compiled and presented by the Orthodox Task Force of the WCC, WCC, Geneva 1975, 25-33, ιδίως το κείμενο «The Orthodox and the Unity of the Church», 31-33, σ. 32.

[10] Πρβλ. τις παρατηρήσεις και τα συμπεράσματα του καθηγητή Γ. Μαρτζέλου, «Το κείμενο της Ε΄ Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως για τις ‘Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον’ και η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος», διαθέσιμο στον ιστότοπο http://users.auth.gr/martzelo/index.files/arthra_n.htm, άρθρο 137.

[11] Βλ. τη συζήτηση στα Συνοδικά XIII. Ε΄ Προσυνοδική Πανορθόδοξος Διάσκεψις Σαμπεζύ, 10 –17 Ὀκτωβρίου 2015. Πρακτικά – Κείμενα, Σαμπεζύ – Γενεύη 2016, ιδίως σ. 79, 84-86, 125-130. Ο Τόμος είναι διαθέσιμος στον ιστότοπο  http://www.apostoliki-diakonia.gr/gr_main/dialogos/SYNODHIKA_13.pdf.

[12] Βλ. Συνοδικά XIII, σ. 341-346.

[13] Βλ. την Εισήγηση του Μητροπολίτη Ηλείας Γερμανού (ενώπιον της Εκτάκτου Συγκλήσεως της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος), «Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας (Κρήτη, 18-26 Ιουνίου 2016)», Εκκλησία 93 (2016) 359-369, σ. 363.

[14] Βλ. Συνοδικά XIII, σ. 341.

[15] Πρβλ. Γ. Βλαντής, «Οι ονομασίες και οι Εκκλησίες», στο http://fanarion.blogspot.gr/2016/06/blog-post_88.html.

[16] Πιο αναλυτικά γι’ αυτό βλ. Στ. Τσομπανίδης, Εκκλησία και Εκκλησίες. H θέση των άλλων χριστιανικών Εκκλησιών στην εκκλησιολογική αυτοσυνειδησία της Oρθόδοξης Εκκλησίας, Αθήνα 2013, εδώ σ. 47-48.

[17] Βλ. γι’ αυτό και για το θέμα Εκκλησία και «εκκλησίες» κατά την Ορθόδοξη Παράδοση τις παρατηρήσεις των Γ. Μαρτζέλου, «Το κείμενο της Ε΄ Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως για τις ‘Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον’ και η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος», ό.π.· Γρ. Λαρεντζάκη, «Εκκλησία και Εκκλησίες. Σε σχέση με την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας», http://www.amen.gr/article/ekklisia-kai-ekklisies· Θ. Γιάγκου, «Πτυχές που αποσιωπήθηκαν στον δημόσιο διάλογο περί της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου (Α”)», http://www.amen.gr/article/ptyxes-pou-aposiopithikan-ston-dimosio-dialogo-peri-tis-agias-kai-megalis-synodou-a-meros· Χρ. Σταμούλη, «Κατόπιν εορτής: Σχόλιο για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθόδοξης Εκκλησίας», Σύναξη 140 (2016) 79-84, ιδίως σ. 83.

[18] Βλ. Μητροπολίτης Δαμασκηνός (Παπανδρέου), Θεολογικοί Διάλογοι. Μία ορθόδοξη προοπτική, Θεσσαλονίκη 1986, σ. 19. Πρβλ. τις παρατηρήσεις του Δ. Κεραμιδά, «Ορθοδοξία, Πανορθόδοξη Σύνοδος και χριστιανική ενότητα», Θεολογία 86 (2015) 83-125, ιδίως σ. 112 και 123.

[19] Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας Στυλιανός (Χαρκιανάκης), Στο περιθώριο του διαλόγου (1980-1990),  Αθήνα 1991, σ. 52εξ.

[20] Περισσότερα γι’ αυτό βλ. Ν. Ματσούκας, Οικουμενική Θεολογία. Έκθεση της χριστιανικής πίστης. Προϋποθέσεις ενός οικουμενικού διαλόγου, Θεσσαλονίκη 2005, σ. 27εξ.

[21] J. Oeldemann, „Nach dem Konzil. Zum Ertrag der ‚Heiligen und Großen Synode‘ der Orthodoxen auf Kreta”, Herder Korrespondenz 70 (2016) Heft 9, 32-35, εδώ σ. 35.

[22] Βλ. για το θέμα αυτό τις εμπεριστατωμένες μελέτες του καθηγητή Βλ. Φειδά, «Βάπτισμα και Εκκλησιολογία», στο Θεολογία και κόσμος. Τιμητικός Τόμος στον Καθηγητή Γεώργιο Ι. Μαντζαρίδη, εκδ. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2004, 536-546, ιδίως σ. 538-539 και 544-545· «Το ζήτημα της συμπροσευχής μετά των ετεροδόξων κατά τους ιερούς κανόνας», στο Γρ. Λαρεντζάκης – Κ. Σκουτέρης – Βλ. Φειδάς, Η συμπροσευχή με τους ετεροδόξους κατά την ορθόδοξη θεολογική παράδοση, Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσσαλονίκη 2011, 107-146 και «Baptism and Ecclesiology», The Ecumenical Review 54 (2002) 39-47.

[23] Πρβλ. Κύριλλος (Κατερέλλος) Επίσκοπος Αβύδου, «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον Χριστιανικόν κόσμον», στο http://www.amen.gr/article/sxeseis-tis-orthodoksou-ekklisias-pros-ton-xristianikon-kosmon. Βλ. επίσης Γρ. Λαρεντζάκης, Το καθήκον της Ορθοδοξίας για καταλλαγή και ενότητα, Θεσσαλονίκη 2014, ιδίως. σ. 205, 214 κ.εξ.

[24] Πρβλ. Αθ. Βλέτσης, «Επιστροφή στην Ορθοδοξία; Ποιο είναι το μοντέλο ενότητας των Εκκλησιών για την Ορθόδοξη Εκκλησία;», στο Ι. Πέτρου, Στ. Τσομπανίδης, Μ. Γκουτζιούδης (επ.), Ο Οικουμενικός Διάλογος στον 21ο αιώνα: Πραγματικότητες – Προκλήσεις – Προοπτικές, Θεσσαλονίκη 2013, σ. 115-131, ιδίως. σ. 127· Στ. Τσομπανίδης, Εκκλησία και Εκκλησίες, σ. 175 κ.εξ.· N. Nissiotis, Die Theologie der Ostkirche im ökumenischen Dialog. Kirche und Welt in ortodoxer Sicht, Stuttgart 1968.

Κατηγορίες: ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ ΑΡΘΡΑ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Στυλιανός Τσομπανίδης, Η απόφαση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου για τις σχέσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας με το λοιπό χριστιανικό κόσμο: μια πρώτη αποτίμηση

Εκδηλώσεις Θεολογικού Λόγου και Τέχνης

ΑΦΙΣΣΑ A3 teliko Εκδηλώσεων Ναΐου 2017Το Τμήμα Θεολογίας διοργανώνει και φέτος καθ’όλο το μήνα Μάιο «Εκδηλώσεις Θεολογικού Λόγου και Τέχνης». Ειδικότερα από την Πέμπτη το απόγευμα 4 Μαΐου έως και το απόγευμα της Παρασκευής 26 Μαΐου θα πραγματοποιηθούν Επιστημονικές Ημερίδες και διεθνή Επιστημονικά Συνέδρια με θέματα που αναφέρονται στην ιστορία, τη θεολογία, τη λειτουργική και πνευματική ζωή, τη θρησκευτική αγωγή σήμερα, αλλά και το διάλογο της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τις Αρχαίες Ανατολικές Εκκλησίες. Σημαντική είναι ακόμη και η συμβολή των μεταπτυχιακών φοιτητών, οι οποίοι θα παρουσιάσουν τη μεταπτυχιακή τους έρευνα στον Τομέα Εκκλησιαστικής Ιστορίας, Χριστιανικής Γραμματείας, Αρχαιολογίας και Τέχνης, καθώς και στον Τομέα Πρακτικής Θεολογίας με ειδίκευση Παιδαγωγική. Οι Εκδηλώσεις περιλαμβάνουν ακόμη Έκθεση Αγιογραφίας των φοιτητών μας, φωτογραφίας και έργων σύγχρονης τέχνης. Στα μέσα περίπου του μήνα (βράδυ 18/5) στην Αίθουσα Τελετών του Α.Π.Θ. θα πραγματοποιηθεί μουσική εκδήλωση με τον τίτλο «Ποιός Προφήτης τώρα θ’ακουστεί; -Δρόμοι του Ελληνικού Τραγουδιού-», με σύγχρονα αλλά και παραδοσιακά τραγούδια.

Γενικότερα, οι Εκδηλώσεις αυτές, επιστημονικές και πολιτισμικές, φιλοδοξούν να καταστήσουν συναδέλφους και φοιτητές όλων των Τμημάτων της Πανεπιστημιακής μας κοινότητας κοινωνούς των επιστημονικών μας πορισμάτων και προβληματισμών ταυτόχρονα. Είναι επίσης και μία ευκαιρία να διαλεχθούμε γόνιμα και δημιουργικά με τα επίκαιρα ζητήματα που απασχολούν κάθε σκεπτόμενο πολίτη σήμερα.

Κατηγορίες: ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Εκδηλώσεις Θεολογικού Λόγου και Τέχνης

Κωνσταντίνος Κωτσιόπουλος, Τα Ανθρώπινα Δικαιώματα κατά την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης

ΙΜΘ_131

Περίληψη της εισήγησης του Αναπληρωτή Καθηγητή του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας στην Επιστημονική Ημερίδα για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο

Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος ακολουθώντας το πνεύμα της θεολογικής διδασκαλίας του Σαρκωμένου Λόγου του Θεού, απέδειξε τον έντονο κοινωνικό χαρακτήρα της Ορθόδοξης πίστης και στον πνευματικό ρεαλισμό της. Ο έντονα κοινωνικός χαρακτήρας καλεί τον άνθρωπο σε εμπειρικό και βιωματικό αγώνα. Άλλωστε κατά την Ορθόδοξη πατερική διδασκαλία «πρᾶξις ἐστί θεωρίας ἐπίβασις» και ως εκ τούτου έχουμε «λόγο έμπρακτο» και «πράξη ελλόγιμη».

Η σύγχρονη πολιτική θεωρία αποδέχεται τη θετική συμβολή του Χριστιανισμού στη γέννηση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (J. Habermas), αλλά κα τα επίσημα κείμενα του Ευρωπαϊκού Συντάγματος και της Συνθήκης της Λισαβώνας μιλούν για έναν τακτικό, διαφανή, ισότιμο και γόνιμο διάλογο της Ε.Ε με τις Εκκλησίες, προς όφελος της κοινωνίας των πολιτών, στην οποία ανήκει και η κοινωνία των πιστών.

Οι συχνές αναφορές της Μεγάλης Συνόδου υπέρ των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αντηχούν το γνήσιο πνεύμα του Χριστιανισμού, ο οποίος τιμά το ανθρώπινο πρόσωπο, ως εικόνα του Θεού, την ελευθερία της συνείδησης και το απαραβίαστο αυτής, τους διακριτούς αλλά και συνεργαζόμενους ρόλους Εκκλησίας-πολιτείας και το δημοκρατικό πολίτευμα ως χώρο έκφρασης και δράσης. Από την άλλη πλευρά όμως επισημαίνεται και το γεγονός της ελευθερίας ως καθήκον, θυσία, αγάπη και προσφορά και όχι μόνο ως δικαίωμα. Η χριστιανική άσκηση δίνει και ένα ανώτερο πνευματικό επίπεδο στην θεωρία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και απεγκλωβίζει τον σύγχρονο νεωτερικό και εκκοσμικευμένο άνθρωπο από τον ωφελιμισμό και τον ατομικισμό της συνεχούς διεκδίκησης δικαιωμάτων.

ΙΜΘ_87

Βασικές πολιτικές και συνταγματικές αρχές υπέρ της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας του Ανθρώπου έλκουν την καταγωγή τους από τον Χριστιανισμό, ο οποίος μέσω του Βυζαντινού Δικαίου πέρασε στη σύγχρονη συνταγματική θεωρία και το νομικό πολιτισμό του σύγχρονου κόσμου.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Κωνσταντίνος Κωτσιόπουλος, Τα Ανθρώπινα Δικαιώματα κατά την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης

Ο χαιρετισμός του Προέδρου του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας του ΑΠΘ Καθηγητή Κωνσταντίνου Χρήστου στην Ημερίδα «Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος και το μήνυμά της στον σύγχρονο κόσμο»

ΙΜΘ_25

Παναγιώτατε, κύριε κοσμήτορ, κύριε πρόεδρε του Τμήματος Θεολογίας, σεβαστοί πατέρες, σεβαστοί ομότιμοι καθηγητές, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, αγαπητοί φοιτητές και φοιτήτριες Ο συνοδικός θεσμός, αρχέτυπο του οποίου υπήρξε η αποστολική σύνοδος του 49, υπήρξε ήδη από τον 2ο αιώνα, θεμελιώδης εκκλησιαστική λειτουργία, που εξέφραζε την ενότητα της Εκκλησίας και την διαμέσου αυτής αντιμετώπιση διαφωνιών, αιρέσεων, σχισμάτων και προβλημάτων πάσης φύσεως.

Καθώς ο συνοδικός θεσμός, σε πανορθόδοξο επίπεδο, είχε σιγήσει από αιώνων, με τις συνάξεις των προκαθημένων, ανεξαρτήτως της σημασίας τους, να μην μπορούν να αποτελέσουν υποκατάστατό του, η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος διεκήρυξε την ενότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας ως αυθεντικής συνέχειας της Μίας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας και έδωσε την μαρτυρία της πίστεως στους εγγύς και μακράν. Τόνισε την σημασία του διαλόγου με τους ετεροδόξους, διαλόγου που ουδέποτε συνεπάγεται συμβιβασμό σε ζητήματα πίστεως, και έδωσε την ορθόδοξη άποψη για όλα τα θέματα που απασχολούν τον σύγχρονο κόσμο: την παγκοσμιοποίηση, την εκκοσμίκευση, τις επιπτώσεις από την ανάπτυξη της τεχνολογίας, την οικολογική κρίση και την επέκταση της πολεμικής βίας. Άποψη η οποία κινείται πάντοτε στα πλαίσια της επιδίωξης της καταλλαγής, της ειρήνης και της διαφύλαξης της ιδιοπροσωπίας των ανθρώπων και των λαών.

Είναι διαδεδομένη η άποψη ότι η διαδικασία, οι αποφάσεις και τα κείμενα που παρήγαγε η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος δεν έγιναν γνωστά με ικανοποιητικό τρόπο στον ορθόδοξο λαό της Ελλάδος. Υπήρξε έλλειψη πληροφόρησης αλλά ενίοτε και παραπληροφόρηση. Στην προσπάθεια να βοηθηθεί η ορθή ερμηνεία και η διάδοση των κειμένων και των αποφάσεων της συνόδου η Θεολογική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, με τα δύο Τμήματά της, διοργανώνει την παρούσα ημερίδα στην οποία και ευχόμαστε καλή επιτυχία, ευχαριστώντας και συγχαίροντας παράλληλα όλους, όσοι συνέβαλαν σε αυτήν.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ο χαιρετισμός του Προέδρου του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας του ΑΠΘ Καθηγητή Κωνσταντίνου Χρήστου στην Ημερίδα «Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος και το μήνυμά της στον σύγχρονο κόσμο»

Ο χαιρετισμός του Προέδρου του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ Καθηγητή Παναγιώτη Σκαλτσή στην Επιστημονική Ημερίδα για την Αγία και Mεγάλη Σύνοδο

ΙΜΘ_21

Παναγιώτατε

Σεβασμιώτατε, Θεοφιλέστατε, Σεβαστοί Πατέρες

Κύριε Κοσμήτορα

Κύριε Πρόεδρε τοῦ Τμήματος

Ποιμαντικῆς & Κοινωνικῆς Θεολογίας

Σεβαστοί Κύριοι Ομότιμοι Καθηγητές

Κυρίες καί Κύριοι Συνάδελφοι

Αγαπητές φοιτήτριες και Αγαπητοί Φοιτητές

Κυρίες καί Κύριοι,

Σέ μίαν ἐποχή πού ὁ κόσμος συνεχῶς μεταβάλλεται καί ἰδιαίτερα στόν 21ο αἰ. πού συνεχῶς δοκιμάζεται, ἡ Ἐκκλησία δέν μπορεῖ παρά νά εἶναι παροῦσα κάνοντας πάντοτε ἐπίκαιρο τό μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου γιά τήν ἐν Χριστῷ ζωή καί σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου.

Εἶναι γεγονός ὅτι οἱ ἰδεολογικές συγκρούσεις, οἱ κοινωνικές ταραχές, οἱ ἐθνοφυλετικές ἀντιλήψεις, τα παραθρησκευτικά μορφώματα για τα οποία μίλησε και ο κ. Κοσμήτορας καί κυρίως οἱ θρησκευτικές ἐμμονές καί ἀγκυλώσεις πολώνουν τίς μεταξύ τῶν ἀνθρώπων σχέσεις, σκοτίζουν τόν ὁρίζοντα τῆς ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ βιοτῆς, δοκιμάζουν τήν ἑνότητα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, δυσκολεύουν τό ἔργο τῆς ποιμαντικῆς εὐθύνης πού ὡς πηγή ἔμπνευσης καί πρακτικῆς εἶχε καί ἔχει πάντοτε τήν «εὐχαριστιακή καί συνοδική φύση τῆς Ἐκκλησίας, ζῶσα ὑπό τήν πνοήν καί τήν καθοδήγησιν τοῦ Παρακλήτου τῆς Ἐκκλησίας»[1].

Ἡ ἱστορία καί οἱ συνθῆκες πού τήν διαμορφώνουν εἶναι ἀψευδεῖς μάρτυρες μίας ἀπουσίας, τῆς ἐπί πολλούς δηλαδή αἰῶνες μή σύγκλησης Συνόδου μέ οἰκουμενικό καί διορθόδοξο χαρακτῆρα. Φαίνεται πώς τό πλήρωμα τοῦ χρόνου ἦρθε στόν 20ό αἰ. καί στίς μέρες μας πού οἱ πρωτοβουλίες τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου μέ τίς Διορθόδοξες Ἐπιτροπές καί τίς Πανορθόδοξες Διασκέψεις ὁδήγησαν στή σύγκληση τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου στό Κολυμπάρι τῆς Κρήτης τόν Ἰούνιο τοῦ 2016, μέ τή θεματολογία πού ὅλοι γνωρίζουμε.

Ὁ σκοπός τῆς ἐν λόγῳ Συνόδου εἶναι συγκεκριμένος καί σαφής. Νά ζωντανέψει στό σήμερα «θεσμούς Ἐκκλησίας πατρικούς»[2] νά ὑπενθυμίσει αὐτό πού «ἡ σοφία ἐπαρρησιάσατο» καί ὁ Χριστός ἐβράβευσε[3], νά προβάλλει τήν ἀλήθεια τῆς ἁγιότητας, τῆς καθολικότητας καί ἀποστολικότητας τῆς Ἐκκλησίας. Ὅ,τι δηλαδή τῆς δίνει τή δυνατότητα νά θυμίζει στό σύγχρονο ἄνθρωπο τήν ἀποστολή της, καί νά τοῦ ἀπευθύνει τήν πρόσκληση «ἔρχου καί ἴδε»[4]. Πρόσκληση παρηγορίας, εἰρήνης, καταλλαγῆς, ἑνότητας καί εὐθύνης ἀπέναντι στά προβλήματα καί τίς προκλήσεις τῶν καιρῶν.

Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος ἀναμφίβολα ὑπῆρξε σταθμός στήν ἱστορία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Εἶναι μία πραγματικότητα πού, ὅπως τόνισε ὁ Οἰκουμενικός μας Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος, προέκυψε ἀπό «τήν συνοδικήν ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ὑπάρχει μόνο ἐν Συνόδῳ. Γι’ αὐτό καί ἡ ἀντίθεσις στήν σύγκλησιν τῆς Συνόδου ἀποτελεῖ ἀθέτησιν τῆς Πατερικῆς Παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας. Συνοδικότητα σημαίνει ὑπέρβασιν τῆς ἀτομικότητος χάριν τοῦ πνεύματος τῆς καθολικότητος».

Ἡ ἀκαδημαϊκή κοινότητα, ἡ θεολογική ἐπιστήμη ὡς ἔκφραση τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ Ἐκκλησία ὡς ἡ κιβωτός τοῦ πλουτισμοῦ τῆς θεολογίας ὀφείλουν νά ἐργάζονται καί νά συνεργάζονται, πέρα ἀπό ζηλωτικές ἀκρότητες, διασπαστικές ἐπιλογές καί συνθήματα ἐντυπωσιασμοῦ, γιά τήν καλλιέργεια αὐτοῦ τοῦ πνεύματος, τῆς συνοδικότητας καί τῆς καθολικότητας.

Ἡ σημερινή εὐκαιρία μέ τήν ἀπό τήν Θεολογική Σχολή καί τήν Ἱερά Μητρόπολη Θεσσαλονίκης συνδιοργάνωση αὐτῆς τῆς ἐπιστημονικῆς ἡμερίδος περνᾶ ἀκριβῶς στό λαό τοῦ Θεοῦ τό μήνυμα πού ἀπορρέει ἀπό τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο. Ὅτι δηλαδή ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία σήμερα ἔχει νά διαδραματίσει πολυσήμαντο ρόλο τόσο σέ τοπικό, ὅσο καί σέ παγκόσμιο ἐπίπεδο. Θά εἶναι κρίμα, ἐμεῖς οἱ ἴδιοι μέ τόν ἐγωκεντρισμό μας νά σταθοῦμε ἐμπόδιο σ’ αὐτή της τήν ἀποστολή, ἀποστολή ἐλπίδας, ἀγάπης καί εἰρήνης σέ ὅλο τόν κόσμο.

Μέ αὐτές τίς σκέψεις χαιρετίζω τήν ἡμερίδα καί εὔχομαι καλήν ἐπιτυχία στίς ἐργασίες της.

Σᾶς εὐχαριστῶ.

ΙΜΘ_61

[1] Ἀθανασίου Γιέβτιτς, «Παράδοσις καί ἀνανέωσις ἐν τῷ θεσμῷ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων», ἐν Χριστός ἀρχή καί τέλος, Ἀθῆναι 1983, σ. 168.

[2] Τροπάριο η΄ ὠδῆς Κανόνα Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας.

[3] Πρβλ. Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας.

[4] Ίω. 1, 46.

Κατηγορίες: ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ ΑΡΘΡΑ | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ο χαιρετισμός του Προέδρου του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ Καθηγητή Παναγιώτη Σκαλτσή στην Επιστημονική Ημερίδα για την Αγία και Mεγάλη Σύνοδο

Ο χαιρετισμός του Κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ Καθηγητή Μιλτιάδη Κωνσταντίνου στην Επιστημονική Ημερίδα για την Αγία και Mεγάλη Σύνοδο

ΙΜΘ_4

Η συνειδητοποίηση ότι η σύγχρονη κοινωνία έχει φτάσει σε ένα αδιέξοδο από το οποίο αναζητά δρόμους εξόδου δεν περιορίζεται στους κύκλους των κοινωνιολόγων, αλλά συνιστά πλέον βασικό χαρακτηριστικό ολόκληρης της ανθρώπινης κοινωνίας, η οποία έχει αποδυθεί σε μια διαρκή αναζήτηση νέων αξιών και προσανατολισμών, που με τη σειρά της προκαλεί ραγδαίες μεταβολές σε όλα τα κοινωνικά στρώματα.

Το μέγεθος και την έκταση της αναζήτησης αυτής μπορεί να αποκαλύψει μια πρόχειρη αναζήτηση στον Χρυσό Οδηγό, που θα αποκαλύψει τον πραγματικά τεράστιο αριθμό των “επαγγελματιών” της εξαπάτησης του κόσμου και της εκμετάλλευσης της ανασφάλειας που γεννά η κρίση: Αστρολόγος, οραματιστής, μελλοντολόγος, καφεμάντης, χαρτομάντης, ταρομάντης, κρυσταλλομάντης, ερμηνευτής ονείρων, ειδικός στη μεταφυσική, στις καρμικές σχέσεις, στις εξακριβώσεις προτέρας ζωής, στην ερωτική συνάστρια, στη διόραση, στον μαγνητισμό, στην ενίσχυση της αύρας, στις επανασυνδέσεις σχέσεων, στο λύσιμο μαγείας, στο κοκκαλάκι της νυχτερίδας, στο κινέζικο ωροσκόπιο, στο αστρολογικό Φενκ-σουϊ, στα ρουνικά σύμβολα, στα αιγυπτιακά φυλακτά, στα ξόρκια, στα φίλτρα, στα έλαια, στις αναγεννησιακές συνταγές, στη μαντεία με κουκιά, αλλά και άλλα περίεργα, όπως τα τσάκρα και τα τάντρα, που έχουν σχέση με τη θεά Σίβα.

Εύκολα μετά την αναζήτηση αυτή μπορεί κανείς να αντιληφθεί την τεράστια ευθύνη με την οποία επιφορτίζεται η Εκκλησία να διατυπώσσει πνευματικό λόγο, επιστημονικά τεκμηριωμένο όσο και νηφάλιο, και να καθοδηγήσει όσους την εμπιστεύονται, καθώς ούτε από τον χώρο της Εκκλησίας απουσιάζουν δυστυχώς ανάλογα φαινόμενα, αν και με διαφορετικές ονομασίες: Γνήσιοι Ορθόδοξοι, Ενιστάμενοι, Αποτειχισμένοι, δήθεν επόμενοι τοις αγίοις Πατράσι, των οποίων τα συγγράμματα όμως ουδέποτε έκαναν τον κόπο να τα μελετήσουν μέσα στην ιστορική τους, πολιτισμική και κυρίως πνευματική συνάφεια, αλλά τα χρησιμοποιούν σαν συνθήματα που τα στρέφουν εναντίον οποιουδήποτε δεν ακολουθεί τον ολισθηρό δρόμο τους.

Απέναντι σ’ αυτήν την πρόκληση η Εκκλησία δεν έμεινε απαθής. Το κείμενο της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τίτλο: «Ἡ ἀποστολὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν τῷ συγχρόνῳ κόσμῳ. Η συμβολή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς ἐπικράτησιν τῆς εἰρήνης, τῆς δικαιοσύνης, τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἀδελφοσύνης καί τῆς ἀγάπης μεταξύ τῶν λαῶν, καί ἄρσιν τῶν φυλετικῶν καί λοιπῶν διακρίσεων» επιχειρεί να αποτελέσει μια τέτοια φωνή που θα μπορεί να ακουστεί στην εποχή μας. Όπως τονίζεται στο εισαγωγικό σημείωμα του κειμένου, «Ἐμπνεομένη διαρκῶς ἀπό τήν προσδοκίαν καί τήν πρόγευσιν τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἡ Ἐκκλησία δέν ἀδιαφορεῖ διά τά προβλήματα τοῦ ἀνθρώπου τῆς ἑκάστοτε ἐποχῆς, ἀλλά, ἀντιθέτως, συμμετέχει εἰς τήν ἀγωνίαν καί τά ὑπαρξιακά προβλήματά του, αἴρουσα, ὅπως ὁ Κύριός της, τήν ὀδύνην καί τάς πληγάς, τάς ὁποίας προκαλεῖ τό κακόν εἰς τόν κόσμον καί ἐπιχέουσα, ὡς ὁ καλός Σαμαρείτης, ἔλαιον καί οἶνον εἰς τά τραύματα αὐτοῦ (Λου 10:34) διά τοῦ λόγου “τῆς ὑπομονῆς καὶ παρακλήσεως” (Ρωμ 15:4, Εβρ 13:22) καί διά τῆς ἐμπράκτου ἀγάπης. Ὁ λόγος της πρός τόν κόσμον ἀποβλέπει πρωτίστως ὄχι εἰς τό νά κρίνῃ καί καταδικάσῃ τόν κόσμον (πρβλ Ιωα 3:17 καί 12:47), ἀλλά εἰς τό νά προσφέρῃ εἰς αὐτόν ὡς ὁδηγόν τό Εὐαγγέλιον τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τήν ἐλπίδα καί βεβαιότητα ὅτι τό κακόν, ὑπό οἱανδήποτε μορφήν, δέν ἔχει τόν τελευταῖον λόγον εἰς τήν ἱστορίαν καί δέν πρέπει νά ἀφεθῇ νά κατευθύνῃ τήν πορείαν της». Διευκρινίζεται ακόμα από την αρχή ότι: «Ἡ ἀποστολή αὐτή πρέπει νά ἐκπληροῦται ὄχι ἐπιθετικῶς ἤ διά διαφόρων μορφῶν προσηλυτισμοῦ, ἀλλά ἐν ἀγάπῃ, ταπεινοφροσύνῃ καί σεβασμῷ πρός τήν ταυτότητα ἑκάστου ἀνθρώπου καί τήν πολιτιστικήν ἰδιαιτερότητα ἑκάστου λαοῦ».

ΙΜΘ_15

Κύριο χαρακτηριστικό του παραπάνω κειμένου είναι ότι δεν αποφεύγει να κατονομάσει τις γενεσιουργές αιτίες των προβλημάτων που ταλανίζουν τον σύγχρονο άνθρωπο. Όσο αυτονόητο και να ακούγεται αυτό, συμβαίνει συχνά, ιδιαίτερα στη γλώσσα των πολιτικών, η περιγραφή των προβλημάτων να γίνεται με τέτοιο τρόπο που δύσκολα αναδεικνύεται η αληθινή σημασία τους και στις περισσότερες περιπτώσεις συσκοτίζονται οι αιτίες που τα προκαλούν.

Ακριβώς αυτή την αληθινή σημασία των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η σύγχρονη κοινωνία επιχείρησε να αναδείξει η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος και σκοπός της Ημερίδας αυτής είναι να ρίξει φως στις λύσεις που προκύπτουν μέσα από τα κείμενά της, βασιζώμενες στην εμπειρία της ζωής της εν Χριστώ και στην αλήθεια του Ευαγγελίου του. Κάποιοι, ευτυχώς ελάχιστοι, παρά τον μεγάλο θόρυβο που προσπαθούν να ξεσηκώσουν, αμφισβήτησαν το δικαίωμα της Εκκλησίας να ανταποκριθεί συνοδικώς στις σύγχρονες προκλήσεις. Όμως, αν μια Εκκλησία δεν μπορεί να δώσει μαρτυρία της πίστης της μέσα από τη ζωή, αν δεν μπορεί να βροντοφωνάξει το επιχείρημα του Φιλίππου προς τον φίλο του Ναθαναήλ “έλα και δες”, αυτό σημαίνει ότι έχει αποκοπεί από τη ζωή, οπότε η όποια διατύπωση της πίστης της παραμένει στην πραγματικότητα κενό γράμμα και αυτή ακριβώς είναι η παθογένεια του σύγχρονου φουνταμενταλισμού.

Με αυτές τις σκέψεις συγχαίρω τους διοργανωτές αυτής της ημερίδας και εύχομαι επιτυχία στις εργασίες της.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ο χαιρετισμός του Κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ Καθηγητή Μιλτιάδη Κωνσταντίνου στην Επιστημονική Ημερίδα για την Αγία και Mεγάλη Σύνοδο

Χρυσόστομος Σταμούλης, Κατόπιν εορτής: Σχόλιο για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθόδοξης Εκκλησίας

ΙΜΘ_50

Η εισήγηση του Καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας στην Επιστημονική Ημερίδα για την Αγία και Mεγάλη Σύνοδο

Στο κείμενό μου για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο, που φιλοξενήθηκε από τη Σύναξη στο τεύχος της 133(2015), προλογικά σημείωνα, πως «Δεν χωρά καμία αμφιβολία ότι η “εκτός απροόπτου” σύγκλιση της “από μακρού αναμενομένης”[1] Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθόδοξης Εκκλησίας αποτελεί γεγονός χαρμόσυνο. Και τούτο διότι μετά από αιώνες η Ορθόδοξη Εκκλησία θα έχει τη δυνατότητα “να μαρτυρήσει την ενότητά της”, καθώς “και την ευθύνην και την στοργήν της προς τον σύγχρονον κόσμον”[2], μέσα από την πράξη της συνοδικότητας, η οποία συνιστά την καρδιά της εκκλησιολογικής της αυτοσυνειδησίας, αφού υπενθυμίζει στον κόσμο την εσχατολογική του προοπτική», και τελείωνα λέγοντας, πως «Σε κάθε περίπτωση, συμποσώνοντας το μικρό αυτό σχόλιο, και μένοντας επ’ ελπίδι θα μπορούσα να πω ότι επί του παρόντος η Ορθόδοξη Εκκλησία κινήθηκε με τόλμη. Άλλωστε, η απόσταση από το “τίποτε” στο “ελάχιστο” είναι πολύ μεγαλύτερη παρ’ ό,τι από το “ελάχιστο” στο “πολύ”»[3].

Λίγους μήνες αργότερα, στο Συνέδριο  με θέμα «Προς την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο», που διοργανώθηκε από το Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών στην Ιερά Μονή Βλατάδων, στη Θεσσαλονίκη, ολοκλήρωνα την εισήγησή μου[4], με τίτλο «Η λειτουργία της ομοφωνίας και η ποιητική της ενότητας». Κριτικός σχολιασμός των κατανοήσεων της μεθόδου λήψης αποφάσεων τόσο κατά το προκαταρκτικό όσο και κατά το τελικό στάδιο της συνόδου, λέγοντας πως, «Και τώρα ήλθε ο “καιρός του ποιήσαι”. Εάν η Ορθόδοξη Εκκλησία, υποκύπτοντας στις φωνές του φονταμενταλισμού και του εθνοφυλετισμού, στις φωνές της εσωστρέφειας και της αποκλειστικότητας, αρνηθεί αυτή της την κλήση, τότε θα καταγράψει τη μεγαλύτερη ήττα στην πολύχρονη και πολύπαθη ιστορία της».

Σήμερα, κατόπιν εορτής, μπορώ να πω, δόξα τω Θεώ, η Σύνοδος έγινε. Ο πειρασμός της απόλυτης ακινησίας και ακοινωνησίας νικήθηκε. Ο δρόμος της συνοδικότητας από το «τίποτα» στο «ελάχιστο» που διανύθηκε είναι μεγάλος. Δεν μπορώ, όμως, σε καμία περίπτωση να θριαμβολογήσω, συντασσόμενος με όλους εκείνους που αρνούνται να δεχθούν πως δεν φθάσαμε αυτόματα στο «πολύ». Και τούτο, διότι μια τέτοια  παραδοχή επανάπαυσης θα δικαίωνε μελλοντικά την προφητική  φωνή της ποίησης, που με κριτική και ως εκ τούτου αποδομητική των βεβαιοτήτων διάθεση, υπενθυμίζει το αβαθές του επιφανειακού,  διαδηλώνοντας  πως  «Δαπανηρή ιδέα ο βίος. Ναυλώνεις έναν κόσμο για να κάνεις το γύρο μιας βάρκας»[5].

Κάποιοι ξεχνούν πως τα βιαστικά και αβανταδόρικα Ωσαννά που σείουν την πόλη -μην εκπλήσσεστε, υπάρχει και ιερή αβάντα-, προοδοποιούν, τις περισσότερες φορές, τα σαν έτοιμα από καιρό Άρον-Άρον της Θεομπαιγνίας και των Θεομπαιχτών, που παραδίδουν τον Χριστό. Και ακούσαμε όλο αυτό το διάστημα και πολλά Ωσαννά και πολλά Άρον-Άρον. Προσωπικά βίωσα την αξεπλήρωτη εμπειρία το κείμενό μου για τη μεθοδολογία της Συνόδου που προανέφερα να χρησιμοποιηθεί τόσο για να καταδειχθεί η συμπόρευση μου με τον «αιρετικό Οικουμενικό Πατριάρχη», αλλά και τον επίσης «αιρετικό Αρχιεπίσκοπο Αλβανίας», καθότι υπάρχω «μεταπατερικός» και «διαπρύσιος κήρυκας της σύγκλησης της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου», όσο και για να υποστηριχθεί η αντίθεσή μου με τη σύγκληση της Συνόδου και να καταδειχθώ «αντιοικουμενιστής» και αλληλέγγυος όλων εκείνων των ξεκούρδιστων φωνών, που μετά μανίας και σε κάθε τόνο δήλωναν και συνεχίζουν να δηλώνουν πως η Σύνοδος δεν έπρεπε να γίνει και που τώρα που έγινε είναι ληστρική. Μάλιστα, το εξαιρετικά ευτράπελο αυτής της ιστορίας  είναι το γεγονός, πως υπήρξαν και ίδια μέσα και ίδιοι συντάκτες σχολίων στη μελέτη μου, που τη μια με εμφάνιζαν έτσι και την άλλη αλλιώς. Αντιοικουμενιστής και οικουμενικός μαζί.

Θα έλεγε κάποιος, πως τούτο είναι παρήγορο από μια πλευρά∙ και όντως είναι. Δεν χωρά, όμως, καμία αμφιβολία, και τούτο δηλώνει μια τέτοια αλλοπρόσαλλη τακτική,   ότι ζούμε στην εποχή της απόλυτης σύγχυσης, αλλά και της απόλυτης αφασίας, κατά την οποία κυριαρχεί ο εύκολος εντυπωσιασμός και η ληστρική υφαρπαγή της σύμφωνης προς τους ιδιοτελείς σκοπούς αντιοικουμενιστών και όψιμων οικουμενικών γνώμης των απλοϊκών μελών της Εκκλησίας. Ζούμε στην και την εποχή της απόλυτης παραπληροφόρησης, της άγνοιας και της βίαιης απώθησης κάθε ελεύθερης και ανένταχτης σκέψης στο ναό της λατρείας του pars pro toto, όπου τα μέρη δεν φανερώνουν το όλον, αλλά το δικό τους κλειστό και αδύναμο να κοινωνήσει και να κοινωνηθεί εαυτό. Στο χώρο όπου απουσιάζει παντελώς η μετάνοια και η διάθεση σύνθεσης.

ΙΜΘ_55

Και έρχομαι τώρα επιλεκτικά στην επισήμανση και το σχολιασμό κάποιων βασικών σημείων της Συνόδου και των περί την Σύνοδο, αλλά και των αποφάσεών της.

1. Όσοι δεν πήγαν στη Σύνοδο, ελπίζοντας πως με τον εκβιαστικό αυτό τρόπο θα οδηγήσουν στην αναβολή ή τη ματαίωσή της, βγήκαν ζημιωμένοι. Δεν εκτέθηκε η Σύνοδος, μήτε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, αλλά οι ίδιοι. Όλοι γνωρίζουμε πλέον τους λόγους και τις αφορμές μιας τέτοιας απουσίας. Έχω την αίσθηση πως ο εθνοφυλετισμός, που οδήγησε τα βήματά τους,  ηττήθηκε και μπήκε  εν μέρει και προς στιγμήν στο περιθώριο. Χαρακτηριστικές του κλίματος οι δηλώσεις του Οικουμενικού Πατριάρχη κατά την άφιξή του στην Κρήτη: «Την χαρά του ιστορικού αυτού γεγονότος επισκιάζει η απόφαση ορισμένων αδελφών εκκλησιών, να μην προσέλθουν και να μην συμμετάσχουν εις την Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδο. Η ευθύνη για την απόφασή τους βαρύνει τας ιδίας τα εκκλησίας αυτάς και τους προκαθημένους των διότι μόλις προ πενταμήνου εις την Γενεύη κατά την σύναξη των Ορθοδόξων προκαθημένων αποφασίσαμε και υπογράψαμε να έρθουμε τον Ιούνιο στην Κρήτη και να πραγματοποιήσουμε αυτό το πολυχρόνιο όραμα που έχουμε όλες οι Εκκλησίες εις διακήρυξιν και διαδήλωση της ενότητος της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας και εις εξέτασιν και απόφαση από κοινού δια τα προβλήματα τα οποία απασχολούν σήμερα τον Ορθόδοξον κόσμον. Εύχομαι οι Εκκλησίες αυτές, έστω και εκ των υστέρων, έστω και την ύστατη στιγμή να αναθεωρήσουν την απόφασίν των, να σεβαστούν τας υπογραφάς των και να βρεθούν εδώ εις την Κρήτη».

2. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν δηλώσεις, σαν αυτή του Πατριάρχη Αλεξανδρείας, ο οποίος σε τοποθέτησή του κατά τη συζήτηση για το θέμα της καταλληλότητας των όρων πρόσωπο και άνθρωπος, προκειμένου να εκφράσουν την περί ανθρώπου διδασκαλία της Εκκλησίας, σημείωνε -μάλιστα καταχειροκροτούμενος-, τα εξής: «οι αρχιερείς που κάνουν ιεραποστολή όταν επιστρέψουν στον τόπο τους θα κληθούν να απαντήσουν σε ουσιαστικά ζητήματα […] Πως θα επιστρέψουμε στην Αμερική, στην Αλβανία, στην Σερβία στην Αφρική να πούμε τι στον κόσμο μας; Για το πρόσωπο και τον άνθρωπο; Το ποίμνιό μας περιμένει να ακούσει για τα σημερινά προβλήματα της κοινωνίας να του μιλήσουμε για την αγάπη του Χριστού να του δώσουμε ένα πιάτο φαγητό». Έχω την αίσθηση πως μια τέτοια κατανόηση των πραγμάτων, από την οποία δεν αμφισβητείται η αγωνία της άμεσης ποιμαντικής, της φιλοξενίας, δηλαδή, των πεινασμένων και των διψασμένων του κόσμου, ανοίγει και πάλι θέματα για  τη σχέση ποιμαντικής και θεολογίας, ζωής και δόγματος. Γνωρίζουμε όλοι, πως στις Οικουμενικές Συνόδους  η μάχη γινότανε για ένα «ιώτα (ι)». Και τούτο διότι το δόγμα της Εκκλησίας, ως «διδαχή, υπόμνημα, δείκτης, όρος, διδασκαλία», συνδέεται πλήρως με τη ζωή της πορευόμενης στην ιστορία  κοινότητας και αποκαλύπτει τον «άρρηκτο δεσμό μεταξύ της σαρκωμένης αλήθειας, που ζει» και του εαυτού του. Ως εκ τούτου το δόγμα δεν είναι μια αφηρημένη πραγματικότητα που εξαντλεί την ύπαρξή της στις λέξεις, αλλά εκείνο το ουσιώδες «πράγμα», που αποκαλύπτει  «το ίδιο το περιεχόμενο της ζωής της […], το ίδιο το νόημα των ποικίλων μνημείων της, που γίνονται και μνημεία του πολιτισμού»[6].  Γι αυτό και οι πατέρες δεν είχαν καμία δυσκολία στο να υπερβούν τη ζυγομαχία των λέξεων, στην περίπτωση που η συμφωνία στην ευσέβεια των πραγμάτων ήταν αρκούντως εμφανής[7]. Σε μια τέτοια περίπτωση, η φιλοξενία και η υποδοχή του ελάχιστου αδελφού, του ξένου και του μετανάστη, των κατατρεγμένων και τσαλακωμένων όλου του κόσμου, δεν θα αποτελεί απλά και μόνο το αποτέλεσμα μιας ηθικής ή νομοθετικής επιβολής ή ακόμη την καλλίστη έκφραση ενός στείρου και ευκαιριακού ακτιβισμού, αλλά την έκφραση μιας βαθιάς αυτοσυνειδησίας που αντλεί από το μυστήριο της σάρκωσης του Λόγου του Θεού Πατέρα, που εκβάλλει στο μυστήριο της κένωσης και της πρόσληψης. Την έκφραση και μαζί αποδοχή του γεγονότος, πως δόγμα και ήθος αποτελούν τους δυο μαστούς της νύμφης Εκκλησίας[8]. Με την υποσημείωση, βέβαια, πάντα, ότι μέσα από αυτές τις διαδικασίες υπέρβασης των τύπων τα πράγματα δεν θα  οδηγούνται σε μια ορολογική σχετικοποίηση, σε μια αποθεολογικοποίηση, που θα βάζει σε κίνδυνο την ίδια τη ζωή. Οι λέξεις,  θα πρέπει να ζυγιάζονται «μία μία με το Ζυγό της Ακριβείας τον αλάνθαστο, και με ζύγι το βάρος ψυχής που τες βαραίνει, και τη βουή του χρόνου»[9],   προκειμένου να διακονήσουν τη συμβολή και την ενότητα και εξάπαντος όχι τη διαίρεση και την ασυμφωνία.

ΙΜΘ_34

3. Σε συνέχεια των παραπάνω, οφείλουμε να αναφερθούμε άμεσα στις συζητήσεις που έγιναν τόσο για την καταλληλότητα των όρων  άνθρωπος και πρόσωπο, προκειμένου να εκφράσουν την Ορθόδοξη ανθρωπολογία, όσο και στη συζήτηση περί τον όρο Εκκλησία, τη δυνατότητα απόδοσης του και στις άλλες Χριστιανικές Εκκλησίες, Ομολογίες και Χριστιανικές κοινότητες και μαζί να συζητήσουμε για τα όρια της Εκκλησίας[10]. Θα ξεκινήσω από το δεύτερο. Η τελική ομόφωνη διατύπωση που επικράτησε στη Σύνοδο, μετά τη δυναμική παρέμβαση της Εκκλησίας της Ελλάδος και η οποία αντικατέστησε την προσυνοδική διατύπωση: «Η Ορθόδοξος Εκκλησία αναγνωρίζει την ιστορικήν ύπαρξιν άλλων Χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών», είναι η εξής: «Η Ορθόδοξος Εκκλησία αποδέχεται την ιστορικήν ονομασίαν άλλων ετεροδόξων Χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών». Μια αλλαγή, που έχω την αίσθηση ότι συνιστά πισωγύρισμα  από τα κεκτημένα τολμήματα του παρελθόντος,  ενός για παράδειγμα Μάρκου Εφέσου του Ευγενικού, ο οποίος δεν δυσκολευότανε καθόλου να αποδώσει τον τίτλο Εκκλησία στους Ρωμαιοκαθολικούς «αδελφούς»[11], αλλά και ενός πατέρα Γεωργίου Φλωρόφσκυ, ο οποίος δεχότανε πως «η Ρώμη δεν στερείται της χάριτος»[12], όπως και  ενός  γέροντα Σωφρονίου  του Έσσεξ, ο οποίος δήλωνε  «σκανδαλωδώς», ότι «το πλήρωμα της χάριτος μπορεί να κατέχει μόνο η μία και μοναδική Εκκλησία», αυτή που είναι το σπίτι μας, «όλες  όμως οι άλλες εκκλησίες», και είναι σαφές πως εδώ αναφέρεται και στις Εκκλησίες της Μεταρρύθμισης, «διαθέτουν χάρη εξαιτίας της πίστεως στον Χριστό, όχι όμως στην πληρότητα»[13]. Σε ομιλία του στο τέταρτο αμφιθέατρο της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ ο Επίσκοπος πρώην Ζαχουμίου και Ερζεγοβίνης Αθανάσιος Γιέβτιτς, είχε τονίσει πως τα όρια της Εκκλησίας είναι τα όρια της αγάπης του Θεού∙ και αυτό δεν είναι λίγο. Έρχομαι, τώρα, στο θέμα των όρων πρόσωπο και άνθρωπος. Ευθέως θα πω αυτό που σε πάρα πολλές μελέτες μου εδώ και αρκετά πλέον χρόνια έχω υποστηρίξει, πως ο καταλληλότερος όρος στο χώρο της χριστιανικής παράδοσης προκειμένου να περιγράψει κανείς τον άνθρωπο δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον όρο άνθρωπος[14]. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει πως άλλοι όροι όπως ο όρος πρόσωπο και υπόσταση είναι αδόκιμοι ή και προβληματικοί. Τέτοιοι γίνονται μόνον μέσα από λαθεμένες ερμηνευτικές προεκτάσεις τους -και υπήρξαν τέτοιες στα όρια της νεότερης Ορθόδοξης θεολογίας-, οι οποίες αφιστάμενες από τη θεολογία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, όπου δεν νοείται υπόσταση ανούσια και ουσία ανυπόστατη, οδηγήθηκαν στην ανερμάτιστη ταύτιση υποστάσεως και όντος στον Θεό και στην εικονική προβολή της στον άνθρωπο. Μια τέτοια, όμως, επιλογή, που πάλευε να γλυτώσει το πρόσωπο από την αναγκαστικότητα της φύσης του, στέρησε από το πρόσωπο το οντολογικό του περιεχόμενο, το οποίο δεν είναι άλλο από τη φύση ή την ουσία του. Και είναι αυτοί οι λόγοι που γέννησαν μια κατεξοχήν θεολογική συζήτηση στα πλαίσια της Συνόδου, η οποία για πολλούς, οπωσδήποτε όχι για όλους, θεωρήθηκε ως υπερβολική και μη αναγκαία. Είναι στιγμές, όμως, που η ιστορία της θεολογίας, η ιστορία του ορθόδοξου δόγματος οφείλει να διαλέγεται με το παρόν και στηριζόμενη στις καταλυτικές εμπειρίες που από αυτό προκύπτουν να το επανασυγκροτεί. Σε μια τέτοια προσπάθεια η επιλογή των εργαλείων έχει ιδιαίτερη σημασία∙ και η γλώσσα είναι το εργαλείο, είναι το όχημα, που αποκαλύπτει την ευρυχωρία του οίκου που λειτουργεί τη συμβολή.

Κλείνοντας, θα μπορούσα να πω ότι  μια τέτοια ευρυχωρία δημιούργησε η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η οποία παρ’ όλες τις αδυναμίες της και ξεπερνώντας υφάλους και σκοπέλους μιας ανέξοδης εναντίωσης, επιτρέπει και πάλι στο καράβι της Εκκλησίας να αναζητήσει το μυστήριο της συνάντησης.

ΙΜΘ_51

[1] Μήνυμα Συνάξεως Προκαθημένων Ορθοδόξων Εκκλησιών (Φανάριον, 9 Μαρτίου 2014).

[2] ΄Ο.π.

[3] Ο. Ελύτη, Δολώματα για τον κανένα.

[4] Χ. Α. Σταμούλης, «Η λειτουργία της ομοφωνίας και η ποιητική της ενότητας». Κριτικός σχολιασμός των κατανοήσεων της μεθόδου λήψης αποφάσεων τόσο κατά το προκαταρκτικό όσο και κατά το τελικό στάδιο της συνόδου, Τι γυρεύει η αλεπού στο παζάρι. Κείμενα για το διάλογο της Ορθοδοξίας με την πόλη, την πολιτική και τον πολιτισμό, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2016 (υπό έκδοσιν).

[5] Κ. Δημουλά, Γιαλό-γιαλό, Χαίρε ποτέ.

[6] Ν. Α. Ματσούκα, Δογματική και Συμβολική Θεολογία Α. Εισαγωγή στη θεολογική γνωσιολογία, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1985, σ. 19.

[7] Συμποσώνει σχετικά ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, «Τούτοις συνωδά και ο μέγας Βασίλειος· “ου χρη προσέχειν λέξεσιν, αλλά τη του σκοπού δυνάμει· καν γαρ αγράφους τις λέγη λέξεις, ουδέν διαφέρει, έως αν ευσεβή την διάνοιαν έχη· οι δε αιρετικοί καν ταις από των γραφών χρήσωνται, ουδέν ήττον ύποπτοι και τον νουν διεφθαρμένοι”», Τω πάντα καλώ καγαθώ και σοφώ νομοφύλακι Συμεών, Γρηγορίου του Παλαμά Συγγράμματα, τόμος Β΄, επιμέλεια-εισαγωγή Παναγιώτης Χρήστου, κείμενο Νίκος Ματσούκας, εκδ. Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη 1994, σ. 395-396.

[8] Βλ. Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Εις τα άσματα των ασμάτων αποσπάσματα, PG 69, 1288CD: «Ή και δύο νεβροί, η ηθική και δογματική διδασκαλία, οι δύο της νύφης μαστοί· εξ ων οι τρεφόμενοι οξύτητι βλέπουσι προς Θεόν».

[9] Γ. Θέμελης, Ηλιοσκόπιο. Σχεδίασμα 3. Ποιήματα 2, ανθολόγηση-επιλογή Ελένη Κιτσοπούλου-Θέμελη, εκδ. Ιανός, Θεσσαλονίκη 1997, σ. 61.

[10] Εξαιρετικές παρατηρήσεις για το θέμα βλ. στο έργο του Σ. Τσομπανίδη, Εκκλησία και Εκκλησίες. Η θέση των άλλων Χριστιανικών Εκκλησιών στην εκκλησιολογική αυτοσυνειδησία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2013.

[11] Βλ. σχετικά, Larentzakis, Gr., The One Church and Its Unity, Consultations between the Conference of European Churches (CEC) and the Community of Protestant Churches in Europe (CPCE), Wittenberg/Phanar 25-27.6.2004/27-30.4.2006, έκδοση M. Beintker – M. Friedrich – V. Ionita, (Leuenberg Documents 11), (in German and English), εκδ. Otto Lembeck, Frankfurt a.M. 2007, σ. 51εξ.

[12] π. Γ.Φλωρόφσκυ, Η προβληματική της επανενώσεως των Χριστιανών, Θεολογία 81,4(2010), σ. 129.

[13] Αρχιμ. Σωφρονίου, Αγώνας Θεογνωσίας. Η αλληλογραφία του γέροντος Σωφρονίου με τον Δ. Μπάλφουρ, εκδ. Ιεράς Σταυροπηγιακής και Πατριαρχικής Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 2004, σ. 161-162.

[14] Βλ. ενδεικτικά, Χ.Α. Σταμούλη, «Εγώ ειμι ο Ων». Η διαλεκτική φύσεως και προσώπου στη νεώτερη Ορθόδοξη θεολογία  και ο θεολογικός ολισμός του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά», Σύνθεσις 1 (2012) https://ejournals.lib.auth.gr/synthesis/article/download/1603/3296, σ. 104-120.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Χρυσόστομος Σταμούλης, Κατόπιν εορτής: Σχόλιο για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Δήμητρα Κούκουρα, Η ελληνόφωνη και η λατινόφωνη ομιλητική παράδοση και το κήρυγμα του Λουθήρου

Η εισήγηση της Καθηγήτριας του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ στην έκτη συνάντηση των μελών του Biblicum (3 Απριλίου 2017)

Λαρεντζάκης_127

Α. Η ελληνόφωνη ομιλητική παράδοση

1. Το κήρυγμα του Ιησού και των Αποστόλων

Η ελληνόφωνη ομιλητική παράδοση στηρίζεται στη θεμελιώδη ερμηνευτική αρχή, η Γραφή ερμηνεύεται δια της Γραφής. Το κήρυγμα στη Συναγωγή αναφέρεται σε συγκεκριμένα βιβλικά αναγνώσματα, τα οποία επεξηγούνται με μία σειρά άλλων συναφών χωρίων[1]. Ο Ιησούς ακολούθησε την ίδια μέθοδο, όπως προκύπτει από τις αφηγήσεις των ευαγγελιστών. Είναι γνωστό ότι δεν διασώζεται η εικόνα ενός πλήρους κηρύγματός του, όμως, από όσα αποσπασματικά καταγράφουν οι Ευαγγελιστές, εκείνο που δεσπόζει είναι η επίκληση βιβλικών χωρίων για τη στήριξη της διδασκαλίας.

Για παράδειγμα: Το πρώτο κήρυγμα του Ιησού στη Ναζαρέτ (Λκ. 4, 16-23) ερμηνεύει μία περικοπή από τον προφήτη Ησαΐα 61, 1 και εξής: «Καὶ ἦλθεν εἰς Ναζαρέτ, οὗ ἦν τεθραμμένος, καὶ εἰσῆλθεν κατὰ τὸ εἰωθὸς αὐτῷ ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῶν σαββάτων εἰς τὴν συναγωγήν, καὶ ἀνέστη ἀναγνῶναι. καὶ ἐπεδόθη αὐτῷ βιβλίον Ἡσαΐου τοῦ προφήτου, καὶ ἀναπτύξας τὸ βιβλίον εὗρεν τὸν τόπον οὗ ἦν γεγραμμένον· Πνεῦμα Κυρίου ἐπ’ ἐμέ, οὗ εἵνεκεν ἔχρισέ με εὐαγγελίσασθαι πτωχοῖς ἀπέσταλκέ με ἰάσασθαι τοὺς συντετριμμένους τὴν καρδίαν, κηρύξαι αἰχμαλώτοις ἄφεσιν καὶ τυφλοῖς ἀνάβλεψιν, ἀποστεῖλαι τεθραυσμένους ἐν ἀφέσει, κηρύξαι ἐνιαυτὸν Κυρίου δεκτόν. καὶ πτύξας τὸ βιβλίον ἀποδοὺς τῷ ὑπηρέτῃ ἐκάθισε· καὶ πάντων ἐν τῇ συναγωγῇ οἱ ὀφθαλμοὶ ἦσαν ἀτενίζοντες αὐτῷ.  ἤρξατο δὲ λέγειν πρὸς αὐτοὺς ὅτι σήμερον πεπλήρωται ἡ γραφὴ αὕτη ἐν τοῖς ὠσὶν ὑμῶν. καὶ πάντες ἐμαρτύρουν αὐτῷ καὶ ἐθαύμαζον ἐπὶ τοῖς λόγοις τῆς χάριτος τοῖς ἐκπορευομένοις ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ καὶ ἔλεγον· Οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς Ἰωσὴφ».

Το αυτό ευαγγελικό χωρίο απεικονίζει την ομιλητική διαδικασία στη Συναγωγή. Ο λαός συναθροίζεται το Σάββατο, τα ιερά κείμενα αναγιγνώσκονται από ειλητάρια που τα φέρνει στον ομιλητή ένας υπηρέτης, ο ομιλητής αναγιγνώσκει την περικοπή όρθιος και την εξηγεί. Το κριτήριο για την επιλογή του συγκεκριμένου αποσπάσματος[2] και εκτενέστερος σχολιασμός του, δηλαδή «οἱ λόγοι τῆς χάριτος οἱ ἐκπορευόμενοι ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ» δεν αναφέρονται. Ο ευαγγελιστής όμως δεν παραλείπει τις αντιδράσεις των ακροατών: «όλοι θαύμαζαν για τα γεμάτα χάρη λόγια του και ρωτούσαν: αυτός δεν είναι ο γιος του Ιωσήφ;»

Ο Ιησούς στο κήρυγμά του ερμηνεύει το χωρίο του Ησαΐα με δύο βιβλικές αναφορές: «…καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· πάντως ἐρεῖτέ μοι τὴν παραβολὴν ταύτην· ἰατρέ, θεράπευσον σεαυτόν· ὅσα ἠκούσαμεν γενόμενα ἐν τῇ Καπερναοὺμ, ποίησον καὶ ὧδε ἐν τῇ πατρίδι σου. εἶπε δέ· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οὐδεὶς προφήτης δεκτός ἐστιν ἐν τῇ πατρίδι αὐτοῦ. ἐπ’ ἀληθείας δὲ λέγω ὑμῖν πολλαὶ χῆραι ἦσαν ἐν ταῖς ἡμέραις Ἠλίου ἐν τῷ Ἰσραήλ, ὅτε ἐκλείσθη ὁ οὐρανὸς ἐπὶ ἔτη τρία καὶ μῆνας ἕξ, ὡς ἐγένετο λιμὸς μέγας ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν, καὶ πρὸς οὐδεμίαν αὐτῶν ἐπέμφθη Ἠλίας εἰ μὴ εἰς Σαρεπτὰ τῆς Σιδωνίας πρὸς γυναῖκα χήραν. καὶ πολλοὶ λεπροὶ ἦσαν ἐπὶ Ἐλισαίου τοῦ προφήτου ἐν τῷ Ἰσραὴλ, καὶ οὐδεὶς αὐτῶν ἐκαθαρίσθη εἰ μὴ Νεεμὰν ὁ Σύρος» (Λκ. 4, 23-27).

Η τεκμηρίωση γίνεται από το παράδειγμα δύο προφητών:

α) του Ηλία (Γ΄ Βασ. 17, 8-16): «καὶ ἐγένετο ῥῆμα κυρίου πρὸς ηλιου ἀνάστηθι καὶ πορεύου εἰς σαρεπτά τῆς σιδωνίας ἰδοὺ ἐντέταλμαι ἐκεῖ γυναικὶ χήρᾳ τοῦ διατρέφειν σε καὶ ἀνέστη καὶ ἐπορεύθη εἰς σαρεπτα εἰς τὸν πυλῶνα τῆς πόλεως καὶ ἰδοὺ ἐκεῖ γυνὴ χήρα συνέλεγεν ξύλα καὶ ἐβόησεν ὀπίσω αὐτῆς Ἠλιού καὶ εἶπεν αὐτῇ λαβὲ δή μοι ὀλίγον ὕδωρ εἰς ἄγγος καὶ πίομαι καὶ ἐπορεύθη λαβεῖν καὶ ἐβόησεν ὀπίσω αὐτῆς ηλιου καὶ εἶπεν λήμψῃ δή μοι ψωμὸν ἄρτου ἐν τῇ χειρί σου καὶ εἶπεν ἡ γυνή ζῇ κύριος ὁ θεός σου …».

β) του Ελισαίου (Β΄ Βασ. 5, 1-14): «καὶ ναϊμάν ὁ ἄρχων τῆς δυνάμεως συρίας ἦν ἀνὴρ μέγας ἐνώπιον τοῦ κυρίου αὐτοῦ καὶ τεθαυμασμένος προσώπῳ ὅτι ἐν αὐτῷ ἔδωκεν κύριος σωτηρίαν συρίᾳ καὶ ὁ ἀνὴρ ἦν δυνατὸς ἰσχύι λελεπρωμένος καὶ κατέβη ναϊμαν καὶ ἐβαπτίσατο ἐν τῷ ιορδάνῃ ἑπτάκις κατὰ τὸ ῥῆμα ελισαιε καὶ ἐπέστρεψεν ἡ σὰρξ αὐτοῦ ὡς σὰρξ παιδαρίου μικροῦ καὶ ἐκαθαρίσθη».

Εξίσου χαρακτηριστική είναι η δια της Γραφής ερμηνεία του Πάθους και της Αναστάσεως κατά την πορεία προς τους Εμμαούς: «αὐτὸς εἶπε πρὸς αὐτούς· Ὦ ἀνόητοι καὶ βραδεῖς τῇ καρδίᾳ τοῦ πιστεύειν ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἐλάλησαν οἱ προφῆται! οὐχὶ ταῦτα ἔδει παθεῖν τὸν Χριστὸν καὶ εἰσελθεῖν εἰς τὴν δόξαν αὐτοῦ; καὶ ἀρξάμενος ἀπὸ Μωϋσέως καὶ ἀπὸ πάντων τῶν προφητῶν διερμήνευσεν αὐτοῖς ἐν πάσαις ταῖς γραφαῖς τὰ περὶ ἑαυτοῦ καὶ εἶπον πρὸς ἀλλήλους· Οὐχὶ ἡ καρδία ἡμῶν καιομένη ἦν ἐν ἡμῖν, ὡς ἐλάλει ἡμῖν ἐν τῇ ὁδῷ καὶ ὡς διήνοιγεν ἡμῖν τὰς γραφάς; … εἶπε δὲ αὐτοῖς· Οὗτοι οἱ λόγοι οὓς ἐλάλησα πρὸς ὑμᾶς ἔτι ὢν σὺν ὑμῖν, ὅτι δεῖ πληρωθῆναι πάντα τὰ γεγραμμένα ἐν τῷ νόμῳ Μωϋσέως καὶ προφήταις καὶ ψαλμοῖς περὶ ἐμοῦ. τότε διήνοιξεν αὐτῶν τὸν νοῦν τοῦ συνιέναι τὰς γραφάς, καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὅτι Οὕτω γέγραπται καὶ οὕτως ἔδει παθεῖν τὸν Χριστὸν καὶ ἀναστῆναι ἐκ νεκρῶν τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ, καὶ κηρυχθῆναι ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ μετάνοιαν καὶ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰς πάντα τὰ ἔθνη, ἀρξάμενον ἀπὸ Ἱερουσαλήμ. ὑμεῖς δέ ἐστε μάρτυρες τούτων» (Λκ. 24, 25-27. 32. 44-48).

Ο Απ. Πέτρος την ημέρα της Πεντηκοστής για πρώτη φορά αναγγέλλει δημοσίως την ανάσταση του Κυρίου και το κήρυγμά του είναι το πρώτο της Εκκλησίας. Προφανώς δεν διασώζεται σε πληρότητα, αλλά αυτό που συμπεραίνεται είναι οι ομοιότητες με το κήρυγμα του Ιησού.

Αρχίζει με ένα εδάφιο του προφήτη Ιωήλ (3, 1-5), το οποίο επικαλείται ο Πέτρος για να ερμηνεύσει στους πολυπληθείς Ιουδαίους τα φυσικά και υπερφυσικά φαινόμενα που συνόδευσαν την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, τη βοή, τον δυνατό άνεμο, τις πύρινες γλώσσες και τη γλωσσομάθεια των Αποστόλων: «ἀλλὰ τοῦτό ἐστι τὸ εἰρημένον διὰ τοῦ προφήτου Ἰωήλ.  καὶ ἔσται ἐν ταῖς ἐσχάταις ἡμέραις, λέγει ὁ Θεός, ἐκχεῶ ἀπὸ τοῦ Πνεύματός μου ἐπὶ πᾶσαν σάρκα, καὶ προφητεύσουσιν οἱ υἱοὶ ὑμῶν καὶ αἱ θυγατέρες ὑμῶν, καὶ οἱ νεανίσκοι ὑμῶν ὁράσεις ὄψονται, καὶ οἱ πρεσβύτεροι ὑμῶν ἐνύπνια ἐνυπνιασθήσονται·  καί γε ἐπὶ τοὺς δούλους μου καὶ ἐπὶ τὰς δούλας μου ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἐκχεῶ ἀπὸ τοῦ Πνεύματός μου, καὶ προφητεύσουσι. καὶ δώσω τέρατα ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω καὶ σημεῖα ἐπὶ τῆς γῆς κάτω, αἷμα καὶ πῦρ καὶ ἀτμίδα καπνοῦ· ὁ ἥλιος μεταστραφήσεται εἰς σκότος καὶ ἡ σελήνη εἰς αἷμα πρὶν ἢ ἐλθεῖν τὴν ἡμέραν Κυρίου τὴν μεγάλην καὶ ἐπιφανῆ. καὶ ἔσται πᾶς ὃς ἂν ἐπικαλέσηται τὸ ὄνομα Κυρίου σωθήσεται» (Πράξ. 2, 14-21).

Ο Απ. Πέτρος στη συνέχεια δίδει τη μαρτυρία για τον Ιησού, ο οποίος όντως επιτέλεσε «τέρατα καί σημεῖα», κατά την προφητεία, με την εξουσία που έχει από τον Θεό Πατέρα και τονίζει την καταδίκη, τον θάνατο και την εκ νεκρών ανάσταση (Πράξ. 2, 22-24).

Η ανάσταση του Κυρίου  (Πράξ. 2, 25-28) σχολιάζεται με τον 16ο Ψαλμό στ. 8-11, του οποίου ο Ιησούς αποτελεί πλέον το πλήρωμα: «Δαυῒδ γὰρ λέγει εἰς αὐτόν· προορώμην τὸν Κύριον ἐνώπιόν μου διὰ παντός, ὅτι ἐκ δεξιῶν μού ἐστιν ἵνα μὴ σαλευθῶ. διὰ τοῦτο ηὐφράνθη ἡ καρδία μου καὶ ἠγαλλιάσατο ἡ γλῶσσά μου, ἔτι δὲ καὶ ἡ σάρξ μου κατασκηνώσει ἐπ’ ἐλπίδι,  ὅτι οὐκ ἐγκαταλείψεις τὴν ψυχήν μου εἰς ᾅδου οὐδὲ δώσεις τὸν ὅσιόν σου ἰδεῖν διαφθοράν. ἐγνώρισάς μοι ὁδοὺς ζωῆς, πληρώσεις με εὐφροσύνης μετὰ τοῦ προσώπου σου».

Ακολούθως (Πράξ. 2, 34-35) ερμηνεύεται ο 110ος Ψαλμός στ. 1, ο οποίος είναι σημαντικός για τη μαρτυρία του προσώπου του Ιησού. Ο Ιησούς είναι υιός του Δαβίδ εκ μητρός αλλά και Κύριος του Δαβίδ εκ πατρός: «Οὐ γὰρ Δαυῒδ ἀνέβη εἰς τοὺς οὐρανούς, λέγει δὲ αὐτός· εἶπεν Κύριος τῷ Κυρίῳ μου, κάθου ἐκ δεξιῶν μου ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου».

Το κήρυγμα την ημέρα της Πεντηκοστής επισφραγίζεται μ’ ένα στοιχείο διαλόγου και την προτροπή του Πέτρου προς τους Ιουδαίους να μετανοήσουν και να βαπτιστούν, ώστε να γίνουν μέτοχοι των δωρεών του Αγίου Πνεύματος: «Ἀκούσαντες δὲ κατενύγησαν τῇ καρδίᾳ, εἶπόν τε πρὸς τὸν Πέτρον καὶ τοὺς λοιποὺς ἀποστόλους· Τί ποιήσομεν, ἄνδρες ἀδελφοί;  Πέτρος δὲ ἔφη πρὸς αὐτούς· Μετανοήσατε, καὶ βαπτισθήτω ἕκαστος ὑμῶν ἐπὶ τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, καὶ λήψεσθε τὴν δωρεὰν τοῦ ἁγίου Πνεύματος. ὑμῖν γάρ ἐστιν ἡ ἐπαγγελία καὶ τοῖς τέκνοις ὑμῶν καὶ πᾶσι τοῖς εἰς μακρὰν, ὅσους ἂν προσκαλέσηται Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν» (Πράξ. 2, 27-29).

Τέλος, η πρόσκληση για μετάνοια και η βεβαιότητα της σωτηρίας αποτελεί το πλήρωμα της προφητείας του Ιωήλ 3, 5: «καὶ ἔσται πᾶς ὃς ἂν ἐπικαλέσηται τὸ ὄνομα Κυρίου σωθήσεται» και του Ησαΐα 57, 19, εφόσον η σωτηρία επεκτείνεται προς όλα τα έθνη: «εἰρήνην ἐπ” εἰρήνην τοῖς μακρὰν καὶ τοῖς ἐγγὺς οὖσιν καὶ εἶπεν κύριος ἰάσομαι αὐτούς».

Το κήρυγμα του Απ. Πέτρου την ημέρα της Πεντηκοστής ακολουθεί την ερμηνευτική αρχή «η Γραφή ερμηνεύει τη Γραφή», δίδει τη μαρτυρία του θανάτου και της αναστάσεως του Ιησού και προτρέπει τους ακροατές του να μετανοήσουν και να βαπτιστούν. Ο χαρακτήρας του είναι συγχρόνως ερμηνευτικός, ιεραποστολικός και κατηχητικός.

2. Το κήρυγμα στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες

Οι πληροφορίες για το κήρυγμα στους δύο πρώτους αιώνες είναι λιγοστές. Δεν γνωρίζουμε την πορεία του ιεραποστολικού κηρύγματος με αποδέκτες τους εθνικούς, το περιεχόμενο του κηρύγματος προς τους κατηχουμένους και τη συνύπαρξη των δύο αυτών μορφών του κηρύγματος με τον λόγο παρακλήσεως και οικοδομής, ο οποίος εκφωνείται στη διάρκεια της θείας Λειτουργίας. Στην Ἀπολογία (1, 67, 1-6) του φιλοσόφου Ιουστίνου, την αρχαιότερη γνωστή μαρτυρία για την τέλεση της θείας Λειτουργίας την Κυριακή ημέρα, αναφέρονται βιβλικά αναγνώσματα και λόγος παρακλήσεως και οικοδομής. Το περιεχόμενο όμως του κηρύγματος δεν διασώζεται[3]. Στις αρχές του 2ου αιώνα η αποκαλούμενη Κλήμεντος Ρώμης Β΄ πρός Κορινθίους Ἐπιστολή αποτελεί το πρώτο παράδειγμα πλήρους κηρύγματος, με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που διαμορφώνουν ένα νέο λογοτεχνικό είδος, τη χριστιανική ομιλία[4]. Η μέθοδός της στηρίζεται στην ερμηνεία χωρίων της Γραφής, 77 από την Καινή Διαθήκη (33 Συνοπτικοί, 31 Επιστολές Απ. Παύλου, 4 Πράξεις, 3 Καθολική Ιακώβου, 3 Α΄ Πέτρου, 1 Ιούδα και 2 Αποκάλυψη) και 25 από την Παλαιά (Πεντάτευχος 2, Ησαΐας 10, Ψαλμοί 4). Η γλώσσα της είναι η Ελληνιστική Κοινή και το ύφος της απέριττο, ενδεικτικό των αποδεκτών της, ανάμεσα στους οποίους δεν συναριθμούνται οι αττικιστές και οι εραστές των περίτεχνων ρητορικών σχημάτων.

Τον 4ο αιώνα ο Αττικισμός που κυριαρχούσε στο λογοτεχνικό περιβάλλον της ελληνιστικής οικουμένης ως γλώσσα της υψηλής λογοτεχνίας και τα παραγγέλματα της Β΄ Σοφιστικής[5] ως οι ενδεδειγμένες επιλογές για το αποδεκτό γλωσσικό ύφος δεν άφησαν ανέπαφο το χριστιανικό κήρυγμα. Η χριστιανική ομιλία πήρε την οριστική της μορφή από τον Ιωάννη Χρυσόστομο και τους Καππαδόκες Πατέρες, οι οποίοι σε σχέση με την προφορική γλώσσα, δηλαδή τη βραδεία μετεξέλιξη της Ελληνιστικής Κοινής των Γραφών, υιοθέτησαν τον Αττικισμό στον γραπτό λόγο και τα σχήματα της επιδεικτικής ρητορείας στο γλωσσικό τους ύφος.

Οι λόγοι της γλωσσικής στροφής των Μεγάλων Διδασκάλων της Εκκλησίας υπαγορεύθηκαν από ιεραποστολικά κίνητρα, προκειμένου να προσεγγισθούν οι διανοούμενοι της εποχής και να αποφευχθεί η εκ των προτέρων απόρριψη του κηρύγματος της Εκκλησίας. Η Ελληνιστική Κοινή και το ανεπιτήδευτο ύφος των βιβλικών ιερών κειμένων των Χριστιανών ήταν εκ των προτέρων απαράδεκτα, κατά το «πρέπον» του Αριστοτέλη[6], σύμφωνα με το οποίο τα υψηλά νοήματα και οι αλήθειες χρειάζονται και μία υψηλή γλώσσα για να διατυπωθούν.

Η συνάντηση των Διδασκάλων της Εκκλησίας με την κλασσική Ρητορική έγινε στο επίπεδο της επιδεικτικής ρητορείας, όπου η έμφαση δίδεται στο αισθητικό αποτέλεσμα ενός προσεγμένου ύφους[7], το οποίο συντελεί στην ευχερέστερη πρόσληψη του περιεχομένου του μηνύματος. Εξάλλου, οι θεμελιώδεις αρχές της Ρητορικῆς του Αριστοτέλη ως προς τα μέσα που διαθέτει η πειθώ (πίστις) έρχονταν σε αντίθεση με την ίδια τη φύση της Γραφής. Συγκεκριμένα πρόκειται για α) τά ἄτεχνα (καταθέσεις μαρτύρων) και β) τά ἔντεχνα, τό θος (ο έντιμος χαρακτήρας του ομιλητή), τό πάθος (διέγερση ή κατευνασμός συναισθημάτων ή λογισμών αποδεκτών) και λόγος (επαρκής λογική τεκμηρίωση, που στηρίζεται στο ενθύμημα, στα παραδείγματα, σε ρητά και στους τόπους).

Στο χριστιανικό κήρυγμα η πειθώ στηρίζεται στην εξουσία του Θεού όχι στην ικανότητα του ομιλητή, το ήθος των ομιλητών εδράζεται στον ίδιο τον Θεό, εφόσον είναι οι απεσταλμένοι του, και ο λόγος δεν είναι η επαρκής λογική επιχειρηματολογία αλλά ο αποκαλυπτικός Λόγος. Στους αποστολικούς χρόνους η πίστη (fides) και η λογική (ratio) έχουν δεδομένη αγεφύρωτη απόσταση, όπως επιβεβαιώνει ο Απ. Παύλος: «καί ὁ λόγος μου καί τό κήρυγμά μου οὐκ ἐν πειθοῖς ἀνθρωπίνης σοφίας λόγοις, ἀλλ’ ἐν ἀποδείξει πνεύματος καί δυνάμεως». (Α΄ Κορ. 2, 4).

Την ίδια γραμμή ακολούθησε και η ελληνόφωνη ομιλητική παράδοση. Τον 4ο αιώνα το κήρυγμα της Εκκλησίας προς τον λαό του Θεού καταγράφεται στην αττικίζουσα γλώσσα, τη μόνη διδασκόμενη γλώσσα[8], λαμπρύνεται από ρητορικά σχήματα και με ένα προσεγμένο αριστοτεχνικό γλωσσικό ύφος ερμηνεύει τη Γραφή με την ίδια τη Γραφή, εκφράζοντας την πνευματική εμπειρία των πιστών από τη μετοχή τους στη δόξα του Κυρίου. Η δομή της ομιλίας ακολουθεί τη σειρά του κειμένου ή ερμηνεύει μία πρότασή του με τη συνδρομή όλων των στοιχείων της περικοπής και με αναφορές σε άλλα εδάφια της Γραφής. Ο τύπος αυτός επικράτησε στην ελληνόφωνη Ανατολή και ισχύει σε γενικές γραμμές μέχρι σήμερα. Κύριο χαρακτηριστικό της η αναφορά στο βιβλικό ανάγνωσμα και η βιβλική τεκμηρίωση της ερμηνευτικής προσέγγισης.

BM_77

Β. Η λατινόφωνη ομιλητική παράδοση

Η χριστιανική ομιλία με τα κύρια χαρακτηριστικά ενός διακριτού λογοτεχνικού είδους απαντά και στη λατινόφωνη πατερική παράδοση των πρώτων χριστιανικών αιώνων. Το κήρυγμα κατέχει την πρέπουσα θέση μέσα στη Λειτουργία, ερμηνεύει τη Γραφή και στηρίζεται στην πατερική παράδοση. Με την πάροδο του χρόνου, λόγω των εξωτερικών δυσχερών ιστορικών συνθηκών που επικράτησαν από την εισβολή των ποικίλων φύλων στη Δυτική Ευρώπη, η αδυναμία να μορφωθεί ο κλήρος και οι αυθαίρετες ερμηνείες που εμφιλοχώρησαν οδήγησαν στην αποσιώπηση του κηρύγματος μετά την ανάγνωση των βιβλικών κειμένων στη θεία Λειτουργία, τη βαθμιαία υποτίμησή του και την ουσιαστική παρακμή[9].

1. Πρώιμος Μεσαίωνας (5ος-8ος αι.)[10]

Από την εποχή αυτή αναφέρονται Ομιλιάρια που ερμηνεύουν τα βιβλικά αναγνώσματα των Κυριακών του έτους στηριγμένα σε πατερικές ερμηνείες με ποικίλους αποδέκτες σε αγροτικές ή μη περιοχές. Άλλα συνδέουν την κατήχηση με τη θεία Λειτουργία, άλλα αποτελούν εγχειρίδια για τους κήρυκες και άλλα περιέχουν μόνον ομιλίες. Στις αρχές του 8ου αιώνα το Ομιλιάριο του Αιδέσιμου Βέδα καθώς και το Λεκτιονάριο του Luxeuil[11] μαρτυρούν πατερικές επιδράσεις. Από τον εκχριστιανισμό των γερμανικών φύλων τα ομιλητικά ίχνη δεν είναι πολλά. Όπως προκύπτει από άλλες έμμεσες πηγές, απαντούν κυρίως Κατηχήσεις, ενώ οι αποδέκτες αντιδρούν άλλοτε θετικά και άλλοτε αρνητικά στο κήρυγμα και διακρίνονται για τη θρησκευτικότητά τους. Οι δυσκολίες εντοπίζονται προ πάντων στην έλλειψη κατάλληλης ορολογίας στη γερμανική γλώσσα για την απόδοση των θεολογικών όρων. Η Λειτουργία τελείται στη λατινική, ενώ τα κηρύγματα γίνονται στη λατινική και συγχρόνως μεταφράζονται στη γερμανική γλώσσα. Προβάλλεται η προσκύνηση των αγίων σε σχέση με την παγανιστική μυθολογία. Σε σχέση με τη φυσική βία αντιπροτείνεται η πνευματική βία που εδράζεται στον φόβο και την κρίση του Θεού. Το γνωστό διάταγμα του Καρλομάγνου “Admonitio generalis”[12] προσδιορίζει τον στόχο του κηρύγματος: την πίστη στην Αγία Τριάδα, στον Υιό τον σαρκωθέντα, θανόντα, αναστάντα και αναληφθέντα, εξειδικεύει το περιεχόμενο, δηλαδή το Σύμβολο των Αποστόλων, την κατήχηση του Συμβόλου και της Κυριακής προσευχής και θέματα ηθικού περιεχομένου. Η Σύνοδος που ακολούθησε στην Tours το έτος 813 καθορίζει ρητώς ότι τα κηρύγματα πρέπει να γίνονται στη δημώδη λατινική και στη γερμανική γλώσσα, ώστε όλοι να κατανοούν ευκολότερα τα λεγόμενα («…rusticam Romanam linguam aut Theodiscam, quo facilius cuncti possint intellegere quae dicuntur»). Οι λόγιοι κήρυκες χρησιμοποιούσαν τη λατινική γλώσσα και αυτομάτως οι μεταφραστές απέδιδαν το κήρυγμα στη γλώσσα των απλοϊκών αποδεκτών τους. Ως συνέπεια του ενεργού ενδιαφέροντος του Καρλομάγνου είναι η πυκνότητα του κηρύγματος τις Κυριακές και τις εορτές όχι μόνον στις πόλεις της εποχής, αλλά και στις αγροτικές περιοχές. Επίσης σημειώνεται η τάση να διαδοθεί και να επικρατήσει το Ομιλιάριο του λόγιου Ιταλού Διακόνου Παύλου (722-799)[13].

2. Ύστερος Μεσαίωνας (12ος-14ος αι.)

Το ιδανικό του αληθούς αποστολικού βίου που σημειώθηκε στους κόλπους της Δυτικής Εκκλησίας τον 11ο αιώνα, έδωσε ώθηση σε κινήσεις λαϊκών κηρύκων. Συνδυάστηκε με τη γενικότερη τάση που παρατηρήθηκε για την επιμονή στην Καινή Διαθήκη, μεταφρασμένη στη δημώδη με προσαρμογές και φιλολογική εξήγηση του κειμένου, σε αντίθεση προς τη μη φιλολογική των μοναχών. Πρόκειται για τα κινήματα των Umiliati (Ταπεινωμένων), Poveri Catolici (Πτωχών Καθολικών), Poveri Lombardi (Πτωχών Λομβαρδών), τα οποία προκάλεσαν με τη δράση τους αντιδράσεις στη θεσμική εκκλησία και διώχτηκαν. Ωστόσο με τους Umiliati υπήρξε συμβιβασμός και οι ίδιοι συνέχισαν να κηρύττουν ύστερα από έγκριση του τοπικού Επισκόπου. Μέσα σε αυτό το κίνημα των Φτωχούληδων εντάσσεται και η δραστηριότητα του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης. Κατά τον 12ο αιώνα το κήρυγμα των μοναχών τείνει να περιοριστεί μόνο στα μοναστήρια τους με εξαίρεση μόνον των μοναχών πρεσβυτέρων. Στην ονομαστή σχολή του Αγίου Βίκτωρος,  αββαείου των Αυγουστινιανών που ιδρύθηκε τον 12ο αιώνα στην αριστερή όχθη του ποταμού Σηκουάνα στο Παρίσι, το κήρυγμα παίρνει σημαντική θέση στο ημερήσιο πρόγραμμα διδασκαλίας των μαθητών: ένα κήρυγμα κάθε μέρα το πρωί, μελέτη στα κείμενα του Ωριγένη και του Αυγουστίνου, στους Ψαλμούς, Προφήτες Ιώβ, Ιεζεκιήλ, ατομική μελέτη και ευρεία χρήση της πλούσιας βιβλιοθήκης της μονής.

Στο studium generale[14] των Παρισίων οι καθηγητές της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης  διδάσκουν και την Ομιλητική στους μοναχούς και στις τάξεις των regolari[15]. O Πέτρος ο υμνωδός[16] διακρίνει τρεις τρόπους για την προσέγγιση της Γραφής: lectio, disputatio, questio, praedicatio[17]. Αποδέκτες ιεράρχες, κληρικοί, μοναχοί και φοιτητές. Σπουδαιότεροι διδάσκαλοι ο Πέτρος Αβελάρδος, ο Πέτρος Λομβαρδός. Αναπτύσσουν αλληγορική ερμηνεία και γενικότερα θέματα. Στα κηρύγματα αυτά αναπτύσσεται η σχολαστική φιλοσοφία και η μορφή τους είναι ο sermo modernus[18] ή θεματικός σε αντιδιαστολή προς την homilia antiqua[19]. Στηρίζεται σ’ ένα «θέμα» (thema, ρητόν) που είναι σύντομο, πλήρες και σαφές, προστρέχει στην αυθεντία της Γραφής ή των Πατέρων και προετοιμάζει τη μετάβαση στο  «πρόθεμα» (προοίμιο), το οποίο διαφέρει από το θέμα, όχι όμως τελείως. Έχει λεκτική ή νοηματική συνάφεια και στοχεύει στον συναισθηματικό προσεταιρισμό του ακροατηρίου. Πολλές φορές παραλείπεται. Ακολουθεί η επίκληση για την επιτυχία του κηρύγματος και στη συνέχεια η εισαγωγή στο θέμα (πρότασις), ένα σύντομο σχόλιο που αιτιολογεί την επιλογή του θέματος. Επόμενο στάδιο είναι η διαίρεσις (divisio, διάθεσις της ύλης).  Διακρίνεται σε εξωτερική (divisio externa), η οποία παίρνει μία έννοια από τη θεματική πρόταση, την ερμηνεύει και στη συνέχεια τη διαιρεί σε μέρη και σε εσωτερική (divisio interna), η οποία δίνει ιδιαίτερο βάρος στις λέξεις της θεματικής πρότασης και τις ερμηνεύει. Ακολουθεί η confirmatio και η confutatio (αποδοχή θέσεων που συμφωνούν ή αναίρεση θέσεων που διαφωνούν) και η prosecutio, δηλαδή η ανάπτυξη του θέματος, η οποία στηρίζεται σε υποδιαιρέσεις των τμημάτων της αρχικής διαίρεσης και σε υποδιαιρέσεις των υποδιαιρέσεων, στις οποίες προστίθενται οι ορισμοί και οι ερμηνείες. Με αυτόν τον τρόπο παράγεται πλούσια ομιλητική ύλη. Ο λόγος καταλήγει σε ένα συμπέρασμα (conclusio), το οποίο είναι δυνατόν να έχει τη μορφή δέησης, ώστε ο επίλογος του λόγου/κηρύγματος να αποτελεί κύκλο με το προοίμιο που περιέχει κατά κανόνα και αυτό δέηση[20]. Το θέμα παρομοιάζεται με ένα δένδρο, το ρητό που προηγείται με τις ρίζες του δένδρου, η εισαγωγή με τον κορμό και οι διαιρέσεις του θέματος με τα κλαδιά του δένδρου.

Είναι προφανές ότι ο sermo modernus δέχτηκε επιδράσεις από τη δικανική ρητορεία που ήταν περισσότερο διαδεδομένη στη Ρώμη σε σχέση με την επιδεικτική. Τα έργα του Κικέρωνα και του Κοϊντιλιανού[21] ήταν περισσσότερο οικεία στον ιερό Αυγουστίνο σε σχέση με τη Β΄ Σοφιστική που κυριαρχούσε την ίδια εποχή στην Ανατολή. Στον ύστερο Μεσαίωνα ο σχολαστικισμός γνώριζε τη δομή των δικανικών λόγων[22] μαζί με την επιχειρηματολογία της Διαλεκτικής, εφόσον και στη διδασκαλία του trivium (Γραμματική, Ρητορική, Διαλεκτική) η διδασκαλία της Ρητορικής, που ασχολείται με την ομορφιά του λόγου, ήταν ασθενέστερη σε σχέση με τον υπερτονισμό της Διαλεκτικής, που ασκούσε τον νου στην αναζήτηση πειστικών επιχειρημάτων.

Το κήρυγμα που απευθύνεται σε απαίδευτους ακολουθεί εξίσου τη σχολαστική μεθοδολογία, με μόνη διαφορά τη δημώδη λατινική και τη χρήση μιμητικών κινήσεων των χεριών, μορφασμών του προσώπου και κατάλληλου τόνου της φωνής, για να συγκινηθεί ο κόσμος[23]. Για τον ίδιο σκοπό προστέθηκε και το πρόθεμα πριν από το θέμα που περιέχει τη δέηση. Την ίδια εποχή γίνεται ευρεία χρήση και από τα παραδείγματα (exempla), δηλαδή διηγήσεις, ανέκδοτα ή περιστατικά[24] που χρησιμοποιούνται ως επικουρικά μέσα, για να επεξηγήσουν ένα επιχείρημα, όπως είναι οι βίοι των αγίων και ποικίλα θαύματα.

Αδιαμφισβήτητα τον κυρίαρχο ρόλο στη λατινόφωνη ομιλητική παράδοση τον 13ο και 14ο αι. κατέχουν οι τάξεις των επαιτών (ordines mendicantes) των Φραγκισκανών και Δομινικανών[25], οι οποίοι δραστηριοποιούνται στις πλατείες των μεγάλων και των μικρών πόλεων στις εορτές και τις καθημερινές, προπάντων τις ημέρες της Σαρακοστής του Πάσχα και των Χριστουγέννων. Οι ίδιοι καθιερώνουν το κήρυγμα ως θεμελιώδη μέριμνα της Εκκλησίας, το οποίο μαζί με την εξομολόγηση συνιστά μία αυθεντική ποιμαντική μέριμνα. Οι μοναχοί των ταγμάτων παίρνουν υψηλή μόρφωση που στηρίζεται στο trivium και quadrivium, στην προσωπική μελέτη και συχνά στις θεολογικές σπουδές στο Παρίσι και αργότερα σε άλλες μεσαιωνικές πόλεις. Ο ιδανικός κήρυκας οικοδομεί την Εκκλησία με τη γνώση, με την ικανότητα της προσαρμογής στο κοινό και με το προσωπικό του παράδειγμα.

BM_83

Γ. Το κήρυγμα του Λουθήρου

1. Το ομιλητικό περιβάλλον

Στις παραμονές της Μεταρρύθμισης, τέλη του 15ου αι., το κήρυγμα στη Γερμανία παρουσίαζε την εξής εικόνα[26]:

α) Περιφερόμενοι ιεροκήρυκες συγκέντρωναν πλήθη σε ανοικτούς χώρους, για να τους παρακινήσουν εναντίον των Τούρκων που είχαν κυριεύσει τη χριστιανική Ανατολή και ήταν εχθροί του Κυρίου και της Εκκλησίας Του, με αντάλλαγμα τη γενική άφεση των αμαρτιών. Τα περιώνυμα τάγματα των ιεροκηρύκων (Δομινικανοί, Φραγκισκανοί και Αυγουστινιανοί) είχαν αναλάβει τη συστηματική εκπαίδευση αυτών των κηρύκων.

β) O sermo modernus ικανοποιούσε τις ανάγκες του σχολαστικισμού εις βάρος του βιβλικού κειμένου, ενώ η κειμενοκεντρική homilia antiqua είχε εκπέσει ως απλοϊκή. Τα θέματα των κηρυγμάτων στην εποχή του Λούθηρου προέρχονταν από τον βίο ενός αγίου, από κάποιο δογματικό ζήτημα, τη λειτουργική πρακτική, ηθικές αντιλήψεις ή ευσεβείς πρακτικές.

γ) Η επίδραση του μυστικισμού στο κήρυγμα. Στον αντίποδα του σχολαστικισμού με τη λογική επιχειρηματολογία και το προσεγμένο ύφος, οι μυστικοί (Meister Eckhart, Johannes Tauler, Henricus Suso) τόνιζαν στα κηρύγματά τους το συναίσθημα, με πολλές επαναλήψεις, χωρίς εσωτερική δομή. Το πάθος του Ιησού προκαλεί συγκίνηση και οδηγεί τον πιστό σε εκστατική μέθεξη με τον Πάσχοντα Κύριο. Το κίνημα προκάλεσε αρκετές αντιδράσεις στη θεσμική εκκλησία[27] αλλά με τα κηρύγματα των μυστικών δόθηκε η δυνατότητα να ασκηθεί κριτική από τον άμβωνα όχι στη διδασκαλία αλλά στην πρακτική της[28].

Γενικότερα το περιεχόμενο των κηρυγμάτων που άκουγε ο Λούθηρος στα νεανικά του χρόνια έβριθε από βλοσυρές περιγραφές του σκοτεινού βασιλείου των δαιμόνων, όπου οι ψυχές βασανίζονται δέσμιες της αμαρτίας. Οι αναφορές στη Γραφή ήταν αποκομμένες από τη συνάφεια του κειμένου και χρησιμοποιούνταν καταχρηστικώς για να εξυπηρετήσουν την ηθική διδασκαλία των κηρύκων. Η Γραφή στη λατρεία είχε περιοριστεί μόνον στα αναγνώσματα και στους ύμνους, εφόσον το κήρυγμα είχε ουσιαστικά ατονήσει. Ο Λούθηρος δεν χρειαζόταν να διδάξει στον λαό του Θεού ότι η Βίβλος είναι η αλήθεια, αλλά ποια είναι αυτή η αλήθεια. Την ίδια εποχή επικρατούσε η αλληγορική μέθοδος της Αλεξανδρινής Σχολής με την τετραπλή ερμηνευτική προσέγγιση: φιλολογική, αλληγορική, ηθική, αναγωγική[29], ενώ ο ίδιος χωρίς να την αγνοεί, προχώρησε στη φιλολογική ερμηνεία του βιβλικού κειμένου.

Η ομιλητική ατμόσφαιρα την εποχή του ήταν όντως εξαχρειωμένη. Ο εφημεριακός κλήρος ήταν απαίδευτος, ενώ οι ordines mendicantes είχαν αναδειχτεί συνήγοροι των ατασθαλιών του πάπα και κήρυκες της αξιομισθίας δια της καταβολής χρημάτων, με αποτέλεσμα να γίνουν μισητοί[30]. Στον αντίποδα θεσπίστηκε στις μεγάλες εκκλησίες το διακόνημα των ιεροκηρύκων (Praedikaturen), οι οποίοι είχαν μειωμένα λειτουργικά καθήκοντα και υψηλή θεολογική κατάρτιση[31]. Τα μέλη τους, με τη χρηματική ενίσχυση λαϊκών, περιόδευαν σε διάφορες περιοχές, για να ενισχύσουν το ηθικό των πιστών και να εμπεδώσουν τη Μεταρρύθμιση. Βεβαίως οι συγκρούσεις μεταξύ κληρικών, επαιτών και μισθωμένων κηρύκων ήταν έντονες, αλλά η δύναμη των χορηγών ήταν αποφασιστική.

2. Ο κήρυκας Λούθηρος (1483-1546)

Μέσα σε αυτό το σκηνικό πρόβαλε ο κήρυκας Λούθηρος, ο οποίος σπούδασε τα εγκύκλια γράμματα (trivium, quadrivium) στην πατρίδα του Mansfeld και στο Μαγδεμβούργο, Φιλοσοφία στο Erfurt και Θεολογία στη Βιττεμβέργη. Αναδείχτηκε διδάκτορας και των δύο και ως Doctor Ecclesiae έγινε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Βιττεμβέργης. Ο ίδιος όμως έβλεπε τον εαυτό του ως κήρυκα, παρ’ όλον ότι η επιβίωσή του εξασφαλιζόταν από την ακαδημαϊκή του ιδιότητα[32]. Οι μελετητές του έργου του διακρίνουν τρία στάδια της ομιλητικής του δραστηριότητας[33]: τη μοναστική περίοδο (1512-1515), τη μυστική περίοδο (1515-1517) και μία μεταβατική (1518). Στα κηρύγματα της πρώτης περιόδου επισημαίνεται η χρήση της λογικής, της αυθεντίας και της αναλογίας. Στο δεύτερο στάδιο ο Λούθηρος αρχίζει την κριτική εναντίον των καταχρήσεων του πάπα. Στο τρίτο, μετά την ανακοίνωση των θέσεων στη Βιττεμβέργη (1517), η κριτική εντείνεται και συγχρόνως το περιεχόμενο των κηρυγμάτων του λαμβάνει έντονο κατηχητικό χαρακτήρα. Μετά το 1519 τα κηρύγματά του εξηγούν το βιβλικό κείμενο ή έχουν καθαρά κατηχητικό στόχο.

α) Τα  χαρακτηριστικά του κηρύγματός του

Κήρυττε 3-4 φορές την εβδομάδα στη Βιττεμβέργη και όχι σπάνια έκανε και 4 κηρύγματα μέσα σε μία ημέρα, επί τα ίχνη του Αυγουστίνου και του Αμβροσίου Μεδιολάνων. Ακολουθούσε τη lectio continua και η ομιλητική του δραστηριότητα υπολογίζεται περί τα 4000 κηρύγματα, από τα οποία έχουν διασωθεί περίπου 2300[34]. Στον άμβωνα είχε μαζί του σύντομα σχεδιαγράμματα, τα λεγόμενα Konzepten, που ακολουθούσε στο προφορικό του κήρυγμα. Οι σημειώσεις του αυτές δεν διασώζονται. Ανευρίσκονται μόνον τα κηρύγματα που κατέγραψαν ταχυγράφοι φίλοι του, χωρίς πολλές φορές να συμπίπτουν μεταξύ τους, παρόλο που προέρχονται από το ίδιο κήρυγμα. Ο ίδιος εξέδωσε ορισμένα δικά του και εξέδωσε ένα Ομιλιάριο (Postile) για τους ράθυμους περί το κήρυγμα κληρικούς. Εγχειρίδιο Ομιλητικής δεν συνέγραψε, αλλά έδιδε στους φοιτητές πρακτικές οδηγίες: να επικεντρώνονται σε ένα στίχο του παραθέματος και να διδάσκουν  με απλότητα και σαφήνεια τί θέλει να πει ο Θεός. Τους απέτρεπε από το εξεζητημένο αυτάρεσκο ύφος που επεδίωκαν ορισμένοι για να γίνουν αρεστοί σε λιγοστούς σπουδαίους της Βιττεμβέργης.

Άλλωστε οι μορφωμένοι σπάνια συναριθμούνταν στο εκκλησίασμα, ενώ οι αναλφάβητοι και οι απλοϊκοί ήταν πολυπληθέστατοι. Ο ίδιος αποβλέπει προς αυτούς, αλλά ως εγκρατής θεολόγος, βαθύς γνώστης της Βιβλικής και της Συστηματικής Θεολογίας[35] δεν δίσταζε να προκαλέσει τους λόγιους να τον ακούσουν στις παραδόσεις του στο πανεπιστήμιο, όπου ήταν πρόθυμος για οποιαδήποτε disputatio. Στον άμβωνα η επιδίωξή του ήταν ο Λόγος του Θεού να γίνει κατανοητός στους απλούς ανθρώπους, οι οποίοι αποτελούσαν και το ακροατήριο του Ιησού στην εποχή του, με τη χρήση της γερμανικής γλώσσας και με οικείες προς αυτούς εικόνες και παραστάσεις. Γι’ αυτόν τον λόγο απέρριψε το θεματικό κήρυγμα (sermo modernus) που πραγματευόταν ένα δογματικό θέμα (disputatio) και στηρίχτηκε στο ίδιο το βιβλικό κείμενο, οδηγώντας τους ακροατές του στη σημασία που κρύβει η κάθε του λέξη. Επέστρεψε στην ερμηνευτική ομιλία (homilia antiqua) της πρώτης χριστιανικής χιλιετίας, χωρίς όμως να επιδίδεται στον λεπτομερή ερμηνευτικό σχολιασμό όλων των λέξεων μιας περικοπής, αλλά σε μία πρότασή της[36] που ο ίδιος επέλεγε. Πρώτο μέλημά του ήταν η κατανόηση του περιεχομένου της στη Γερμανική γλώσσα και το επόμενο η αναζήτηση του νοήματος που κρύβεται πίσω από τις γραμμές (sensus), όπως ο πυρήνας του καρυδιού περιβάλλεται μέσα σ’ ένα σκληρό κέλυφος. Η αλληγορική μέθοδος εγκαταλείφτηκε και υιοθετήθηκε η φιλολογική προσέγγιση του κειμένου. Η μέριμνά του δεν ήταν να εντυπωσιάσει το εκκλησίασμα με το κήρυγμα, αλλά να το οδηγήσει στην κατανόηση του βιβλικού κειμένου και του μηνύματός του.

Η βασική του αρχή για το κήρυγμα είναι σαφής: praedicatio verbi Dei est verbum Dei[37]. Το κήρυγμα είναι το έργο του Κυρίου Ιησού Χριστού, ο οποίος ενεργεί μέσα και διαμέσου του Λόγου του. Ο Κύριος εμπιστεύεται τον Λόγο του στους υπηρέτες του, ώστε και οι ίδιοι να γίνουν το στόμα του. Με αυτόν τον τρόπο και οι σωστοί κήρυκες κηρύσσουν την αλήθεια και οι ακροατές  που τον προσλαμβάνουν ανακουφίζονται από το βάρος της αμαρτίας. Όταν ο  Χριστός κηρύττεται, όπως τον παρουσίασαν οι Προφήτες και οι Απόστολοι, τότε δεν ομιλεί ο κήρυκας αλλά ο ίδιος ο Θεός: «οι κήρυκες δεν έχουν κανένα άλλο καθήκον από το να κηρύττουν τον λαμπρό ήλιο. Αυτό οφείλουν να κάνουν, αλλιώς να σιωπούν[38]. Ο κήρυκας γίνεται η ζωντανή φωνή του  Θεού (viva vox Dei), εφόσον με το κήρυγμα του Ευαγγελίου το Πνεύμα το Άγιο προσεγγίζει τον λαό του Θεού. Το Πνεύμα ενεργεί μέσα στον κήρυκα δια της χειροτονίας και τον καθιστά άγιο.[39] Ως εκ τούτου δεν είναι φευγαλέα λόγια, όπως μερικοί ανιαροί και κακόβουλοι σύγχρονοί του σχολίαζαν, αλλά η εμπειρία του Βαπτίσματος, του Μυστηρίου, του προφορικού Λόγου, την οποία, όπως ο ίδιος σημειώνει, αν την είχαν οι επικριτές του, θα κρατούσαν το στόμα τους κλειστό[40]. Παρόλα αυτά, και οι κήρυκες μπορεί να καταδυναστεύουν τον κόσμο, όταν δεν είναι αγαθοί αγωγοί της φωνής του Θεού και τότε η σιωπή είναι προτιμότερη.

Ως προς την επιλογή των βιβλικών χωρίων που ερμήνευσε στους συγχρόνους του, συχνά έχει ασκηθεί κριτική ότι προέρχονται από τον Απ. Παύλο, εφόσον οι Επιστολές προς Ρωμαίους και Γαλάτας εξυπηρετούν τη διδασκαλία του για τον Σταυρό του Κυρίου και τη δικαίωση εκ πίστεως και όχι εξ έργων. Οι μελετητές όμως του έργου του, που έχει διασωθεί περίπου κατά τα 3/5, απαριθμούν 30 κηρύγματα στην προς Ρωμαίους, πάνω από 1000 στους Συνοπτικούς και αρκετές εκατοντάδες στον Ιωάννη. Το έτος 1531-32 δαπάνησε περίπου έναν ολόκληρο χρόνο για τα κεφάλαια 6,7,8 του κατά Ιωάννην, σε σχέση με τον χρόνο που αφιέρωσε για την προς Ρωμαίους σε όλη του τη ζωή. Οπωσδήποτε το πνεύμα του Απ. Παύλου διαπερνά όλο το έργο του, αλλά η αφετηρία του παραμένει ο Ιησούς των Συνοπτικών Ευαγγελίων[41].

β) Το κήρυγμα, η θεία λειτουργία και ο ύμνος

Συχνά επικρατεί η εντύπωση πως ο Λούθηρος έδωσε σημασία μόνον στο κήρυγμα εις βάρος της θείας Λειτουργίας, αλλά στην πραγματικότητα το αποκατέστησε, διότι είχε εξοβελιστεί τελείως. Στόχος του ήταν η ισορροπία άμβωνος και θυσιαστηρίου[42]. Η Γραφή ακουγόταν μόνον από τα αναγνώσματα και από τους ύμνους στη λατινική γλώσσα. Ο ίδιος του έδωσε την πρέπουσα αξία μέσα στη Λειτουργία. Άλλωστε, όπως το κήρυγμα είχε διαστρεβλωθεί και στη θέση του είχαν εισχωρήσει μύθοι, θρύλοι και παγανιστικές δοξασίες, ομοίως και η Λειτουργία εξέπεμπε το μήνυμα πως ο πιστός κερδίζει τη χάρη του Θεού και τη σωτηρία του, με την αναχώρηση σε μοναστήρια και με χρηματικές προσφορές για την ανέγερση ναών. Η πίστη είχε τελείως αφανιστεί, ενώ ο ίδιος ήταν απόλυτα πεπεισμένος ότι ο προφορικός λόγος την κάνει γνωστή και την καλλιεργεί: «ἡ πίστις ἐξ ἀκοῆς» (Ρωμ. 10, 17). Λόγος και μυστήριο, κήρυγμα και Λειτουργία δεν ευρίσκονται μεταξύ τους σε ανταγωνισμό αλλά σε συντονισμό: «όποιος αισθάνεται βάρος στη συνείδησή του από τις αμαρτίες του, θα πρέπει να καταφύγει στο μυστήριο για να ανακουφιστεί, όχι από το ψωμί και το κρασί, όχι από το σώμα και το αίμα του Χριστού, αλλά από τον λόγο, ο οποίος στα μυστήρια παρέχει, καθιστά παρόν και προσφέρει το σώμα και το αίμα του Xριστού που προσφέρθηκε και χύθηκε για μένα»[43].

Ο Λούθηρος επέμενε στον προφορικό χαρακτήρα του κηρύγματος και τόνιζε ότι οι Χριστιανοί δεν ζουν με τα μάτια τους αλλά με τα αυτιά τους, διότι με αυτά ακούν τον Λόγο του Θεού και έτσι πιστεύουν. Εκτός όμως από το προφορικό κήρυγμα ο ίδιος προχώρησε και στην υμνολογία της Αγίας Γραφής. Ο λειτουργικός αντιφωνικός ύμνος που καλλιεργήθηκε τους πρώτους αιώνες στην ελληνόφωνη Ανατολή, για να αναχαιτίσει την προέλαση του αρειανισμού,[44] έγινε γνωστός στη λατινόφωνη Δύση με το έργο του Αμβροσίου Μεδιολάνων (339-397), ο οποίος τον υιοθέτησε για τους ίδιους λόγους. Αργότερα ο Βενεδικτίνος μοναχός Hrabanus Maurus (780-856), γνωστός ως διδάσκαλος των Γερμανών, είχε συνθέσει ύμνους για την Πεντηκοστή με τον τίτλο “Venit creator Spiritus”, που ο Λούθηρος τους μετέφρασε το 1524. Η Μεταρρύθμιση γενικότερα επαναξιολόγησε τον ρόλο της μουσικής για τη μετάδοση του μηνύματος του Ευαγγελίου και με βάση την προτροπή του Λούθηρου singen und sagen (να τραγουδάτε και να ομιλείτε), ο ύμνος χρησιμοποιήθηκε για να μεταδώσει τη χαρά από την εμπειρία της πίστης σε όλη τη σύναξη, η οποία συμμετέχει στην ψαλμωδία[45]. Με την πάροδο του χρόνου η μονωδία μετετράπη σε πολυφωνία και ο Λούθηρος εξύφανε τον σύνδεσμο μονωδίας και πολυφωνίας, προφορικής και λόγιας παράδοσης, αποδίδοντάς της την επόμενη θέση μετά τη Θεολογία. Η μουσική είναι ένα θείο δώρο όχι ανθρώπινο, δίνει χαρά στην ψυχή, διώχνει τον διάβολο και διεγείρει μία αθώα χαρά. Βοηθά στον αγώνα ανάμεσα στον ουρανό και τη γη, το θάρρος και τη μελαγχολία, τον Θεό και τον Διάβολο. Με αυτόν τον τρόπο ο Λούθηρος ανανέωσε  την εσωτερική σχέση ανάμεσα στη φωνή της μουσικής και τον λόγο της θεολογίας (vox musicae et verbum theologiae).

Η μουσική σημάδεψε όλη του τη ζωή. Η παραδοσιακή λαϊκή τα παιδικά του χρόνια, η ars musica που διδάχτηκε στο quadrivium τα εφηβικά του και η εκκλησιαστική από την εποχή που εντάχθηκε στο Τάγμα των Αυγουστινιανών στο Erfurt (1505). Ο Λούθηρος αντιτάχθηκε με σθένος στον σχολαστικισμό που έδινε ελάχιστη θέση στη μουσική και διακήρυξε ότι η βασιλεία του Χριστού είναι βασιλεία της ακοής και όχι βασιλεία της όρασης[46]. Κατά το διάστημα 1523-1543 ο ίδιος συνέθεσε 38 ύμνους[47] που διακρίνονται στις εξής κατηγορίες:

– προϋπάρχοντες ύμνοι μεταφρασμένοι στη γερμανική γλώσσα

– στιχουργία των ψαλμών στη Γερμανική με νέα μουσική επένδυση

– μελοποίηση βιβλικών ύμνων

– δημιουργία ανθολογίου Ύμνων με κείμενα που οφείλουν την έμπνευσή τους στη Γραφή, χωρίς να προέρχονται απ’ ευθείας από τα βιβλικά κείμενα.

Οι ύμνοι του είχαν ευρύτατη διάδοση και συντέλεσαν στη διάδοση της Μεταρρύθμισης, βασισμένοι στην ομιλητική αρχή singen und sagen.

γ) Η πρόσληψη του μηνύματός του

Ο Λούθηρος ήταν αργός ομιλητής και συχνά έβηχε[48], όμως ήταν γεμάτος πάθος και έδινε πάντοτε την εντύπωση πως επάνω στον άμβωνα ευρισκόταν σε πεδίο μάχης, έχοντας μπροστά του ως αντίδικο είτε τις παρεκτροπές του πάπα είτε τον σατανά, την αμαρτία και τον θάνατο που νικήθηκαν από τον Σταυρό του Κυρίου.

Ωστόσο η επίδραση του κηρύγματός του και του κατηχητικού του έργου στους κατοίκους της Βιττεμβέργης δεν ήταν πάντοτε η επιθυμητή, γεγονός που εμπόδιζε την πρόοδο της Μεταρρύθμισης. Ο ίδιος παρατηρεί με θλίψη ότι το κήρυγμα του ευαγγελίου δεν απέδωσε τους καρπούς που ίδιος ήλπιζε και σημειώνει χαρακτηριστικά ότι «πολλοί ακούν δύο και τρία χρόνια τα κηρύγματα, αλλά δεν γνωρίζουν να δώσουν έστω και μία απάντηση για το τί είναι η πίστη». Παραπονείται διότι οι άνθρωποι βγαίνουν από την εκκλησία, χωρίς παραπάνω σοφία από όση είχαν, όταν μπήκαν μέσα, εφόσον όσο παρέμεναν μέσα κοιμούνταν. Καμιά φορά όμως «τέντωναν τα αυτιά τους για να ακούσουν ιστορίες, όταν όμως τους κήρυττε για τη δικαίωση εκ της πίστεως τους έπιανε ο ύπνος».

Ο ζήλος του, λοιπόν, να κάνει γνωστό το βιβλικό κείμενο και να μεταφέρει το μήνυμα που κρύβει μέσα του δεν εύρισκε την ανταπόκριση που επιζητούσε, γεγονός που του δημιουργούσε μελαγχολία και την τάση να περιοριστεί μόνον στην ακαδημαϊκή διδασκαλία.  Όμως πάντοτε επέστρεφε στον άμβωνα και κήρυττε μέχρι το τέλος της ζωής του, ελαφρώς συμβιβασμένος με τη διαπίστωση πως κανένας κήρυκας δεν θα μπορούσε να αφαιρέσει τελείως ή κάπως να αλλάξει τα κακώς κείμενα στην Εκκλησία[49]. Επέστρεφε για να προβάλει ως exemplum τον ίδιο τον Χριστό και να καλέσει τους πιστούς να τον ακολουθήσουν. Έναν Χριστό γλυκύ και φιλάνθρωπο μακριά από τον αυστηρό δικαστή του Μεσαίωνα.

BM_80

[1] Για το κήρυγμα στη Συναγωγή βλέπε περισσότερα Hughes Oliphant Old, The Reading and the Preaching of the Scriptures in the Worship of the Christian Church, The Biblical Period, Volume 1, Wiliam B. Eerdmans Publishing Company, Grand Rapids, Michigan/Cambridge, U.K. 1998, pp. 94-110.

[2] Στη Συναγωγή εφαρμοζόταν κάθε Σάββατο η lectio continua (συνεχής ανάγνωση) και κατά περίπτωση η lectio selecta (ανάγνωση επιλεγμένων αποσπασμάτων σε ειδικές επετειακές περιπτώσεις).

[3] «ἀναγινώσκεται τά ἀπομνημονεύματα τῶν αποστόλων ἤ τά συγγράμματα τῶν προφητῶν, μέχρις ἐγχωρεῖ. Εἶτα παυσαμένου τοῦ ἀναγινώσκοντος ὁ προεστώς διά λόγου τήν νουθεσίαν καί τήν παράκλησιν τῆς τῶν καλῶν τούτων μιμήσεως ποιεῖται».

[4] Για τη γένεση της χριστιανικής ομιλίας βλέπε περισσότερα Δήμητρας Κούκουρα, Η Χριστιανική Ομιλία, εκδ. Μπαρμπουνάκη, Θεσσαλονίκη 2014, σελ. 171-208.

[5] Για το φιλοσοφικό και λογοτεχνικό ρεύμα της Β΄ Σοφιστικής βλέπε αναλυτικά Graham Anderson, The Second Sophistic. A Cultural Phenomenon in the Roman Empire, ed. Taylor and Francis, London New York 1993.

[6] ητορικ 3, 1404b1-25.

[7] Βλέπε περισσότερα Δήμητρας Κούκουρα, Ρητορική και Εκκλησιαστική Ρητορική, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2011, 3η έκδ., σελ. 199-215.

[8] Η παγίωση του αττικισμού οφείλεται στην εγκύκλιο παιδεία (artes liberales) και ιδιαίτερα στην τρικτύ των μαθημάτων/trivium (Γραμματική-Ρητορική-Διαλεκτική), που δίδασκαν με ζήλο μαζί με την τετρακτύ/quadrivium (Αριθμητική, Γεωμετρία, Αστρονομία, Μουσική) οι ρήτορες και οι σοφιστές στα σχολεία τους.

[9] George Kennedy, Ιστορία της Κλασικής Ρητορικής, Μτφρ. Νίκος Νικολούδης, εκδ. ΠΑΠΑΔΗΜΑ, Αθήνα 2001, σελ. 434-446.

[10] Βλέπε Ottorino Pascuato, Predicazione nel Medioevo, Dizionario di Omiletica, a cura di Manlio Sodi-Achille m. Triaca, Editrice ELLE DI CI – EDITRICE VELAR, pp. 1223-1230.

[11] Luxeuil: Μονή Βενεδικτίνων στη Βουργουνδία, που ιδρύθηκε στα τέλη του 6ου αιώνα (585-590) από τον Ιρλανδό ιεραπόστολο Columbanus. Έγινε γνωστή για το σχολείο της και την καλλιέργεια των γραμμάτων σ’ εποχή εκτεταμένου αναλφαβητισμού.

[12] Εκδόθηκε το έτος 789. Βλέπε περισσότερα Δήμητρας Κούκουρα, Η σπουδή στη Θεολογία, εκδ. Μπαρμπουνάκη, Θεσσαλονίκη 2016, σελ. 84-89.

[13] Συγγραφέας του ιστορικού έργου Historia Longobardorum, του Υπομνήματος στους μοναστικούς κανόνες του αγίου Βενεδίκτου και ενός Ομιλιαρίου. Διακρίθηκε ως διδάσκαλος στη  Schola Palatina Aquisgrana του Καρλομάγνου μαζί με τον Αλκουΐνο και τον Einhard.

[14] Ονομασία του μεσαιωνικού Πανεπιστημίου. Περισσότερα για την πρώτη Θεολογική Σχολή στο Παρίσι, τα διδασκόμενα μαθήματα και τη σχολαστική μεθοδολογία, βλέπε Δήμητρας Κούκουρα, Η σπουδή στη Θεολογία, εκδ. Μπαρμπουνάκη, Θεσσαλονίκη 2016, σελ. 104-110.

[15] Μοναχοί που δραστηριοποιούνται με την άδεια των επιχωρίων Επισκόπων στο ποιμαντικό και κηρυγματικό έργο.

[16] Petrus Cantor Parisiensis (+1197) συγγραφέας, θεολόγος και υμνωδός. Σημαντικό έργο του: «Petri Cantoris, Verbum abbreviatum» Opus morale omnibus theologis, pastoribus, confessariis, concionatoribus, jurisconsultis et cujuscunque conditionis hominibus utilissimum, in Patrologia Latina vol. 205, coll. 9-554.

[17] Η disputatio είναι μία προφορική συζήτηση που ακολουθεί ένα σχήμα της διαλεκτικής ανάμεσα σε πολλούς συνομιλητές ενώπιον ενός ακροατηρίου. Αυτή η δημόσια συζήτηση προϋποθέτει διάφορα στάδια: το ερώτημα/ζήτημα (questio) που είχε διαμορφωθεί από τον διδάσκαλο πάνω σ’ ένα κείμενο, έναν αντιλέγοντα (opponens) που διατύπωνε τις αντιρρήσεις, στον οποίον ένας κατά κανόνα πτυχιούχος είχε τη φροντίδα να προβάλει αντεπιχειρήματα, με αποτέλεσμα να παρουσιασθεί μία δημόσια συζήτηση με επιχειρηματολογία. Όταν εξαντληθούν όλα τα επιχειρήματα, ο διδάσκαλος προχωρεί σε μία λύση βασισμένη σε επιχειρηματολογία που ονομάζεται determinatio (ορισμός), αφού πρώτα έχει προηγηθεί η refutatio, δηλαδή η αναίρεση  αντιθέτων επιχειρημάτων.

[18] Νεώτεροι ερευνητές τον ονομάζουν και θεματικό ή ακαδημαϊκό λόγο. Στους αιώνες που ακολούθησαν την Άλωση ο sermo modernus εισήχθη στην Ελληνόφωνη Ανατολή με τον τίτλο «εκκλησιαστικός λόγος» από κληρικούς που σπούδασαν στην Ιταλία. Έκτοτε συνυπάρχει με την πατερική ομιλία, επί το πλείστον σε απλουστευμένη μορφή. Βλέπε Παναγιώτη Τρεμπέλα, Ομιλητική, εκδ. Αδελφότης Θεολόγων Ο Σωτήρ», Αθήναι Ιούνιος 1976, έκδοσις 3η, σελ. 233-275.

[19] Οι μοναχοί κήρυκες ακολουθούσαν το παράδειγμα των ομιλιών του Γρηγορίου του Μεγάλου 6ος  αι. (Moralia in Job, Homiliae in euangelia), το οποίο συνάδει με το ομιλητικό παράδειγμα των Πατέρων της Ανατολής.

[20] Τον 12ο αιώνα εμφανίστηκε ένα νέο λογοτεχνικό είδος, η τέχνη του κηρύγματος (ars praedicandi), το οποίο επί τρεις αιώνες προώθησε το κήρυγμα με υποδειγματικό τρόπο. Κυκλοφόρησαν περίπου 200 εγχειρίδια που υποδεικνύουν με συστηματικό τρόπο τη σύνταξη ενός κηρύγματος και φανερώνουν την ομιλητική άνθηση της εποχής. Βλέπε περισσότερα Siegfried Wenzel, Artes Praedicandi, A Synthesis of Scholastic Sermon Structure, Published by the Medieval Academy of America, University of Toronto 2015, Part II, Scholastic Sermon Structure, pp. 45-86.

[21] Ενδεικτική βιβλιογραφία, Aristotle, The Art of Rhetoric, Trans. John Henry Freese, Loeb Classical Library, 1982. Cicero, Ad G. Herennium: De ratione dicendi (Rhetorica ad Herennium), Trans. Harry Caplan, Loeb Classical Library, 1954. Cicero, De inventione, Trans. H. M. Hubbel, Loeb Classical Library, 1949. Cicero, De oratore, 2 vols., Trans. E. W. Sutton and H. Rackham, Loeb Classical Library, 1942. Quintilian, Institutio oratoria, Trans. H. E. Butler, Loeb Classical Library, 1920.

[22] Exordium (εισαγωγή), narratio (έκθεση, φύση της υπόθεσης), partitio/divisio (σύντομη παρουσίαση όσων ακολουθούν/propositio), confirmatio (το κύριο μέρος του λόγου με τα επιχειρήματά του), refutatio (απαντήσεις σε αντιρρήσεις), peroratio (ανακεφαλαίωση).

[23] Παραγγέλματα που περιέχονται στη ρητορική πραγματεία Rhetorica ad Herennium και αφορούν στην εκφορά ενός ρητορικού λόγου, ως προς τη ρύθμιση της φωνής (vocis figura) και τις κινήσεις του σώματος (corporis motus).

[24] Πρόκειται για την έκφραση ή περιγραφή, ένα από τα 14 Προγυμνάσματα, δηλαδή ασκήσεις Ρητορικής, που διδάσκονταν οι σπουδαστές στο trivium. Εγκώμια προσώπων ή περιγραφές τοπίων, παραστάσεων κ.ο.κ. Συγγραφέας των Προγυμνασμάτων είναι ο Αφθόνιος από την Αντιόχεια, μαθητής του Λιβάνιου. Χάρη στη σαφήνεια και τα παραδείγματα που περιέχει το έργο του καθιερώθηκε στην εκπαίδευση των Βυζαντινών και μεταφράστηκε στα Λατινικά μαζί με πολλά σχόλια, που προστέθηκαν τον 15ο αι. από τον Ροδόλφο Agricola. Kennedy, Ιστορία, σελ. 323-330.

[25] Για την ανάπτυξη των ταγμάτων των επαιτών και τον κοινωνικό και οικονομικό περίγυρο μέσα στον οποίον αναπτύχθηκαν βλέπε The Origin, Development, and Refinement of Medieval Religious Mendicancies, edited by Ronald S. Prudlo, Brill 1976.

[26] John T. Pless, Martin Luther, Preacher of the Cross, Concordia Theological Quarterly, April-July 1987, pp. 83-85.

[27] Commonly a mystical movement within a religion is viewed with skepticism from the doctrinal tradition; this was especially true with the medieval papacy and Christian mysticism. For although mysticism produced wonderful role models of Christian believers to laypeople, many of its aspects, i.e. the mystical interpretation of scripture, mystic visions, and challenge to gender roles, were “often on the periphery of acceptable practice and directly challenged Roman Catholic traditions. Hayley E. Pangle, Christian Mysticism as a Threat to Papal Traditions, Grand Valley Journal of History, Vol. I, Issue 1, pp. 1-8.

[28] Ο Johannes Geiler, κήρυκας στον άμβωνα του Στρασβούργου επί 30 χρόνια στα τέλη του 15ου και τις αρχές του 16ου αι. για τα σατιρικά του κηρύγματα, με αφορμή συζητήσιμες εκκλησιαστικές πρακτικές. Βλέπε περισσότερα E.J. Dempsey Douglass, Justification in Late Medieval Preaching: A Study of John Geiler of Keisersberg, second edition, Brill 1989.

[29]  Pless, Martin Luther,  p. 85.

[30] Patrick Ferry, Martin Luther on Preaching, Concordia Theological Quartely, Vol. 54, Number 4, October 1990, pp. 268-269.

[31] Carl Halter, Carl Schalk, A Handbook of Church Music, Concordia Publishing House 1978, p. 39sq.

[32] The Cambridge Companion to Martin Luther, Edited by Donald K. McKim, Cambridge University Press 2003, p. 136sqq.

[33]  Pless, Martin Luther, Preacher p. 86sqq.

[34] Περιέχονται στην ογκώδη έκδοση των έργων του D. Martin Luthers Werke: Kritische Gesamtausgabe, που είναι περισσότερο γνωστή ως έκδοση της Βαϊμάρης, Weimarer Ausgabe (WA). Η προσπάθεια άρχισε το έτος 1883, στην 400η επέτειο της γεννήσεως του Λουθήρου και ολοκληρώθηκε το έτος 2009. Περιλαμβάνει 121 τόμους και περίπου 80.000 σελίδες.

[35] Pless, Martin Luther, Preacher of the Cross, p. 92sqq.

[36] Πρόκειται για τη γνωστή «ανώτερη ομιλία», σε αντιδιαστολή με την «κατώτερη» που σχολιάζει όλο το κείμενο, βλέπε Ι. Φουντούλη, Ομιλητική, Θεσσαλονίκη 1998, σελ. 174-188.

[37] Το κήρυγμα του λόγου του Θεού είναι ο Λόγος του Θεού.

[38] WA 10/111,361, Fred Meuser, Luther as preacher of the Word of God, The Cambridge Companion to Martin Luther, Edited by Donald K. McKim, Cambridge University Press, 2003 p. 138.

[39] WA 24, p. 170. Patrick Ferry, Martin Luther on Preaching, Concordia Theological Quartely, Vol. 54, Number 4, October 1990, p. 270.

[40] WA 24, p. 109. Patrick Ferry, Martin Luther on Preaching, p. 271.

[41] Meuser, Luther, p. 138.

[42] Pless, Martin Luther, Preacher of the Cross, p. 89-90.

[43] WA 40, p. 214.  Pless, Martin Luther, Preacher p. 89-90.

[44] Βλέπε Δήμητρας Κούκουρα, Υμνολογώντας τη Γραφή και κηρύσσοντας τον Λόγο, στο: https://blogs.auth.gr/moschosg/2017/03/11/.

[45] James Lyon, Martin Luther fondateur de l’ hymnologie moderne, Foi et Vie, Volume CIX, No 3, Juin 2010, pp. 18-32.

[46] WA 51,11, 2.

[47] WA 35. Lyon, Martin Luther fondateur,  p. 61.

[48] Ferry, Martin Luther on Preaching, p. 267.

[49] WA 16, p. 204. Ferry, Martin Luther on Preaching, p. 204.

Κατηγορίες: ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ ΑΡΘΡΑ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Δήμητρα Κούκουρα, Η ελληνόφωνη και η λατινόφωνη ομιλητική παράδοση και το κήρυγμα του Λουθήρου

3ο Σεμινάριο «Σημειωτική και Βίβλος: Από την πράξη στη θεωρία»

Αφίσα συνεργασίας 2017Το Εργαστήριο Βιβλικών Σπουδών (Biblical Studies Lab) του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας Α.Π.Θ. διοργανώνει το 3ο Σεμινάριο «Σημειωτική και Βίβλος», το οποίο αναπτύσσει θέματα εφαρμογής της σημειωτικής θεωρίας σε κείμενα της Βίβλου, με σκοπό την ερμηνευτική της κατανόηση με σύγχρονους τρόπους προσέγγισης του νοήματός της. Το σεμινάριο γίνεται σε συνεργασία με το Εργαστήριο Σημειωτικής (SemioLab) της Φιλοσοφικής Σχολής Α.Π.Θ. και με το Κέντρο Ανάλυσης Θρησκευτικού Λόγου (CADIR) της Θεολογικής Σχολής του Καθολικού Πανεπιστημίου της Λυών. Οι ημερομηνίες διεξαγωγής είναι 24-28 Απριλίου 2017 στη Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης και θα διδάξει ο π. Γεώργιος Βασιλάκης, υποψήφιος διδάκτορας στη σημειωτική ανάλυση της Αγίας Γραφής του Université Catholique de Lyon και διδάσκων στη Θεολογική Σχολή του ίδιου Πανεπιστημίου. Ειδικός προσκεκλημένος του φετινού σεμιναρίου είναι ο αναπληρωτής καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. κ. Ευάγγελος Κουρδής, ειδικός σε θέματα της Σημειωτικής, ο οποίος θα παρουσιάσει σχετική εισήγηση.

Η είσοδος είναι ελεύθερη σε κάθε ακαδημαϊκά ενδιαφερόμενο. Στους συμμετέχοντες θα δοθεί Βεβαίωση παρακολούθησης του Σεμιναρίου. Βλ. Ομάδα Σεμιναρίου στο facebook και ανακοίνωση στην ιστοσελίδα της Ελληνικής Σημειωτικής Εταιρείας. Επιστημονική υπεύθυνη: Κυριακούλα Παπαδημητρίου, αναπλ. καθηγήτρια, Διευθύντρια Εργαστηρίου Βιβλικών Σπουδών Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας Α.Π.Θ. (kyp@past.auth.gr).

Κατηγορίες: ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο 3ο Σεμινάριο «Σημειωτική και Βίβλος: Από την πράξη στη θεωρία»