Η χρονολόγηση της γέννησης του Ιησού Χριστού και το εορτολόγιο της Εκκλησίας

BM_125

Από το βιβλίο του Μ. Γκουτζιούδη, Ερμηνεία και Πρόσληψη Ευαγγελικών Κειμένων, Critical Approaches to the Bible 10, εκδόσεις Ostracon, Θεσσαλονίκη 2016, 149-153.

Σύμφωνα με τις δύο διηγήσεις της γέννησης το Ιησού (Μτ. 1:18-25 και 2:1-23//Λκ. 2:1-7 και 8-20), βασιλιάς του Ισραήλ ήταν ο Ηρώδης ο μεγάλος. Οι ειδικοί τοποθετούν τη γέννηση του Ιησού[1] μεταξύ 7-4 π.Χ. με τους περισσότερους να προτιμούν τη χρονιά του θανάτου του Ηρώδη (4 π.Χ.) ως τη πιθανότερη για τη γέννηση του Ιησού[2]. Το Μτ. 2:16 όμως κάνει αρκετούς[3] επίσης ερευνητές να δέχονται ότι ο Ιησούς ήταν σχεδόν δύο ετών, όταν ο Ηρώδης πέθανε τον Μάρτιο του 4 π.Χ. και έτσι να επιλέγουν το 6 π.Χ. ως τη χρονιά της γέννησής του. Δυστυχώς από τα ευαγγέλια του Ματθαίου και του Λουκά δεν έχουμε καμία άλλη βοήθεια. Η επιπλέον πληροφορία του Λουκά στο 2:2 για την απογραφή του Κυρήνιου το 6 μ.Χ. δημιουργεί μια απόκλιση δέκα χρόνων από την χρονιά του θανάτου του Ηρώδη. Δεν έχουμε επίσης καμία βοήθεια από εξωτερικές πηγές. Τότε πως προέκυψε να θεωρείται δεδομένο ότι ο Ιησούς γεννήθηκε το 1 μ.Χ.;

Ένας από τους τρόπους με τον οποίο οι Ρωμαίοι υπολόγιζαν τον χρόνο ήταν να μετρούν τα χρόνια από την ίδρυση της πόλης της Ρώμης. Στα λατινικά το σύστημα αυτό ονομαζόταν ab urbe condita (συντομογραφικά AUC), το οποίο σημαίνει στα ελληνικά από κτίσεως Ρώμης. Η χρονολόγηση των ιστορικών γεγονότων με τις ενδείξεις π.Χ./μ.Χ. προτάθηκε από έναν Σκύθη μοναχό κατά τον 6ο αι. μ.Χ., τον Διονύσιο τον μικρό. Αυτός ευθύνεται για το λάθος στη χρονολόγηση του έτους της γέννησης του Ιησού. Ο Διονύσιος πίστευε ότι ο Ιησούς γεννήθηκε το 1 μ.Χ. και καθόρισε η χρονιά αυτή να αντιστοιχεί στο έτος 754 από κτίσεως Ρώμης[4]. Από τα στοιχεία που μας παρέχει ο Σουητώνιος και άλλοι Ρωμαίοι συγγραφείς, οι περισσότεροι ερευνητές πιστεύουν ότι ο Τιβέριος άρχισε να κυβερνά από κοινού με τον ήδη αυτοκράτορα Αύγουστο (ο οποίος ήταν πατριός του) το 12 μ.Χ., και ότι η ρωμαϊκή Σύγκλητος τον ανακήρυξε αυτοκράτορα, όταν ο Αύγουστος πέθανε το 14 μ.Χ.

Από τα νομίσματα που εκδόθηκαν κατά την αυτοκρατορία του Τιβέριου είναι ξεκάθαρο ότι ο ίδιος ο Τιβέριος αναγνώριζε ως πρώτο έτος της βασιλείας του εκείνο του θανάτου του Αυγούστου το 14 μ.Χ. Ο Τάκιτος, ο Σουητώνιος και ο Δίων Κάσσιος υπολογίζουν από το 14 μ.Χ. Ο Λουκάς εκτός από την προσπάθειά του να προσδιορίσει με ακρίβεια τη γέννηση του Ιησού, θέλησε επίσης να δώσει έμφαση στο έτος κατά το οποίο ξεκίνησε τη δράση του ο Ιωάννης ο Βαπτιστής και να το καταγράψει ιστορικά. Ο Λουκάς όχι μόνο αναφέρει ρητά στο 2:1-3 το ακριβές έτος κατά το οποίο ο Ιωάννης ξεκίνησε τη δράση του, τον 15ο χρόνο της βασιλείας του Ρωμαίου αυτοκράτορα Τιβέριου, αλλά επίσης παρουσιάζει το πολιτικό σκηνικό. Επομένως το 15ο έτος της βασιλείας του Τιβέριου[5] ήταν το 28-29 μ.Χ. Στο Λκ. 3:23 στην αρχή του γενεαλογικού καταλόγου, ο ευαγγελιστής μας παρέχει ακόμη μια πληροφορία. Μας ενημερώνει ότι όταν ο Ιησούς ξεκίνησε τη δημόσια δράση ήταν περίπου τριάντα ετών. Αν υπολογίσουμε την ηλικία του υποθέτοντας ότι γεννήθηκε το 4 π.Χ., τότε αυτός ήταν κατά το 15ο έτος της βασιλείας του Τιβέριου 34 ετών. Η πληροφορία του Λουκά στο 3:23 ταιριάζει με τον υπολογισμό. Αν υποθέσουμε ότι γεννήθηκε το 6 μ.Χ. κατά την απογραφή του Κυρήνιου τότε θα πρέπει να ήταν γύρω στα 23 με 24. Μπορεί όμως η πληροφορία του Λκ. 3:23 να μην είναι ιστορική αλλά συμβολική.

BM_21

Μετά τις προσπάθειες για χρονολόγηση της γέννησης του Ιησού, μπορούμε να δούμε πως προέκυψε η ημερομηνία του εορτασμού της στις 25 Δεκεμβρίου. Το μόνο κείμενο που ίσως βοηθά στον προσδιορισμό της εποχής είναι το Λκ. 2:8. Εφόσον οι βοσκοί ήταν έξω με τα κοπάδια τους κατά τη διάρκεια της νύχτας, αυτό φανερώνει ότι ήταν άνοιξη ή καλοκαίρι, ή ίσως φθινόπωρο αλλά όχι χειμώνας. Το υψόμετρο της Βηθλεέμ, το κρύο και η υγρασία δεν συνηγορούν για μια τέτοια κτηνοτροφική συνήθεια. Σε ορισμένες εργασίες όμως νεότερων ερμηνευτών αναφέρεται η παρατήρηση ότι κάποιος σύγχρονος περιηγητής ο οποίος επισκέφτηκε τη Βηθλεέμ το χειμώνα του 1967, συνάντησε βοσκούς με μικρά κοπάδια προβάτων στην ύπαιθρο κατά τη νύχτα[6]. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε εδώ ότι η διήγηση δεν έχει ιστορικό χαρακτήρα και επομένως δεν μπορούμε να λάβουμε υπόψη αυτήν την πληροφορία. Σε αντίθεση με τον θάνατο του Ιησού τα γεγονότα που συνδέονταν με τη γέννησή του ήταν άγνωστα στους χριστιανούς και μάλιστα μέχρι το τέλος του 2ου αι. μ.Χ. δεν έχουμε καμία πληροφορία για εορτασμό της γέννησής του. Στις αρχές του 3ου αι. ο Κλήμης ο Αλεξανδρέας είναι αυτός που μας πληροφορεί ότι διάφορες ημερομηνίες προτείνονταν στις ημέρες του για να γιορτάζεται η γέννηση του Κυρίου[7]. Αργότερα βρίσκουμε δύο ημερομηνίες εορτασμού των Χριστουγέννων. Τον 5ο αι. μ.Χ. η προσκύνηση των μάγων καθιερώνεται στη Δύση, όπως πληροφορούμαστε από τον Αυγουστίνο, να γιορτάζεται στις 6 Ιανουαρίου μαζί με τα Θεοφάνεια, αφού η γέννηση του Χριστού είχε από τον 4ο αι. μ.Χ. οριστεί στις 25 Δεκεμβρίου[8]. Η τελευταία ημερομηνία πιθανόν οφείλεται στο γεγονός ότι οι εθνικοί γιόρταζαν την ίδια ημέρα τα Σατουρνάλια. Μια γιορτή αφιερωμένη στον ανίκητο ήλιο (Sol Invictus) σε σύνδεση με το χειμερινό ηλιοστάσιο[9]. Έτσι η χριστιανική γιορτή αντικατέστησε την άλλη του εθνικού κόσμου μετά την αναγνώριση του χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας του κράτους από τον Μέγα Κωσταντίνο. Η επιλογή της συγκεκριμένης γιορτής και η αντικατάστασή της έγινε για να διευκολυνθεί η εξάπλωση του χριστιανισμού στο ρωμαϊκό κόσμο. Η θεωρία αυτή έχει τις δυσκολίες της[10]. Υπάρχει όμως και μια δεύτερη θεωρία εξήγησης της προτίμησης της 25ης Δεκεμβρίου που είναι λιγότερο γνωστή αλλά αρχαιότερη. Στην Ανατολή οι χριστιανοί γιόρταζαν κατά τον 4ο αι. τα Χριστούγεννα πριν την επίσημη καθιέρωσή τους στο ημερολόγιο της αυτοκρατορίας στις 6 Ιανουαρίου μαζί με τα Θεοφάνεια[11]. Η Αρμενική Εκκλησία εξακολουθεί μέχρι σήμερα να γιορτάζει τα Χριστούγεννα στις 6 Ιανουαρίου μαζί με τα Θεοφάνεια. Σύμφωνα με τη δεύτερη θεωρία η επιλογή της 25ης Δεκεμβρίου έγινε πριν την καθιέρωση του Χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας του κράτους. Αυτό συνέβη γιατί σύμφωνα με κάποια παράδοση η προαναγγελία της γέννησης του Ιησού στη Μαρία που σήμερα γιορτάζεται ως ο ευαγγελισμός της 25ης Μαρτίου συνδέθηκε με την ημερομηνία του θανάτου του Ιησού στο ηλιακό ημερολόγιο[12]. Έτσι κάποιοι χριστιανοί θεωρούσαν ότι η σύλληψη και η θανάτωση του Ιησού είχε συμβεί στις 25 Μαρτίου. Ας σημειωθεί ότι εννέα μήνες αργότερα έχουμε 25 Δεκεμβρίου. Στο ελληνικό ημερολόγιο η 14η Νισάν συνέπιπτε με την 6η Απριλίου και έτσι κατ’ ανάλογο τρόπο εννέα μήνες μετά έχουμε 6 Ιανουαρίου. Η Αρμενική Εκκλησία εξακολουθεί να γιορτάζει τον Ευαγγελισμό στις 7 Απριλίου.

Στο δυτικό κόσμο είχε διαμορφωθεί μια παράδοση που ήθελε τους μάγους να έχουν επισκεφτεί τον Ιησού δώδεκα ημέρες μετά τη γέννησή του[13], όταν ήταν δεκατριών ημερών και η ημερομηνία αυτή ήταν η 6η Ιανουαρίου. Προφανώς κάποιοι υπέθεσαν ότι οι μάγοι είχαν δει το αστέρι στις 25 Δεκεμβρίου και έφτασαν στη Βηθλεέμ στις 6 Ιανουαρίου. Ο Ματθαίος ωστόσο δεν μας παρέχει καμία χρονική βοήθεια. Με το πέρασμα των χρόνων όμως, νέες παραδόσεις προστέθηκαν σε όσα περιέχονται στην ευαγγελική διήγηση και διαμόρφωσαν όσα τελικά μας είναι σήμερα γνωστά για τους μάγους. Ο εορτασμός των μάγων προέκυψε όταν η γιορτή της γέννησης του Χριστού καθορίστηκε στο εορτολόγιο της Εκκλησίας στις 25 Δεκεμβρίου. Η τιμή προς τους μάγους έτσι προστέθηκε στις 6 Ιανουαρίου μαζί με τα θεοφάνεια και την ανάμνηση του γάμου στην Κανά αλλά μόνο στη Δύση. Οι εκκλησίες της Ανατολής εξακολουθούν μέχρι σήμερα να μην γιορτάζουν τους μάγους στις 6 Ιανουαρίου. Η πρώτη μαρτυρία για τον εορτασμό της βάπτισης του Κυρίου[14] στις 6 Ιανουαρίου προέρχεται από την Ανατολή και ανάγεται τον 2ο αι. μ.Χ. Παρατηρούμε ότι η δεύτερη θεωρία δικαιολογεί το ιουδαϊκό υπόβαθρο του χριστιανισμού.

Συμπερασματικά θα πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι και οι δύο επιστημονικές προτάσεις για την προέλευση της γιορτής των Χριστουγέννων έχουν τις δυσκολίες τους. Όποια και αν είναι η αιτία της επιλογής της ημερομηνίας της γέννησης του Ιησού, θα πρέπει να ομολογήσουμε ότι αυτή δεν οφείλεται στις περιγραφές των δύο κανονικών διηγήσεων που έχουμε στον Ματθαίο και στον Λουκά.

Άγιος Γερμανός_14

[1] Βλ. J. Thorley, «When Was Jesus Born?», GR 28 (1981) 81.

[2] S. Parpola, «The Magi and the Star», BR 17 (2001) 16-23. Δεν λείπουν βέβαια και άλλες προτάσεις που θεωρούν εσφαλμένη την πληροφορία του Ιωσήπου σχετικά με το θάνατο του Ηρώδη του μεγάλου το 4 π.Χ. και προτείνουν το 1 π.Χ. Έτσι ο η γέννηση του Ιησού ανάγεται στο 2 π.Χ. Βλ. ενδεικτικά J. Thorley, στο ίδιο, 87-88. Για μια παλιότερη πρόταση που τοποθετεί τη γέννηση του Χριστού το 12 π.Χ. βλ. J. Vardaman, «Jesus’ Life: A New Chronology», στο Chronos, Kairos, Christos: Nativity and Chronological Studies Presented to Jack Finegan, έκδ. J. Vardaman-E. M. Yamauchi, Eisenbrauns, Winona Lake 1989, 56-61. Βλ. επίσης τη συζήτηση σχετικά με την χρονιά του θανάτου του Ηρώδη του μεγάλου στο H. W. Hoehner, «The Date of the Death of Herod the Great», στο Chronos, Kairos, Christos: Nativity and Chronological Studies Presented to Jack Finegan, έκδ. J. Vardaman-E. M. Yamauchi, Eisenbrauns, Winona Lake 1989, 101-111.

[3] Βλ. G. Mussies, «Τhe Date of Jesus’ Birth in Jewish and Samaritan Sources», JSJ 29 (1998) 417. Στο άρθρο του ο Mussies μας πληροφορεί ότι ο Ωριγένης στο έργο του Κατά Κέλσου, 1, 58, 4-5 έχει διατηρήσει την άποψη ότι ο Ηρώδης που έσφαξε τα νήπια ήταν ο Αρχέλαος ή ο Αντίπας και όχι ο πατέρας τους, ο Ηρώδης ο μεγάλος (βλ. σ. 420). Η θέση αυτή όμως προερχόταν από λάθος του Κέλσου.

[4] Ο σερ C. J. Humphreys, Η Ημέρα που Σταυρώθηκε ο Ιησούς. Ανασυνθέτοντας τις Τελευταίες Ημέρες του Πάθους, (μτφρ. Α. Κλήμη-επιστ. επιμ. Μ. Γκουτζιούδης), Μέθεξις, Θεσσαλονίκη 2015, 53 πιστεύει ότι αν και ο Διονύσιος έκανε λάθος στον υπολογισμό της γέννησης του Ιησού, μπορούμε με ασφάλεια να μεταφέρουμε έτη από το σύστημα AUC το οποίο χρησιμοποιούσαν οι Ρωμαίοι στο σύστημα π.Χ./μ.Χ. που χρησιμοποιούμε εμείς σήμερα.

[5] Ο C. J. Humphreys, στο ίδιο, 143-144 δέχεται ότι «δεν μπορούμε να είμαστε ωστόσο βέβαιοι ότι ο Λουκάς χρησιμοποιούσε την καθιερωμένη ρωμαϊκή μέθοδο για να υπολογίζει τα έτη των αυτοκρατόρων και είναι πιθανό να χρησιμοποίησε το ιουδαϊκό ημερολόγιο. Αν χρησιμοποίησε το ιουδαϊκό θρησκευτικό ημερολόγιο που ξεκινούσε την άνοιξη, τότε το 15ο έτος του Τιβέριου θα ήταν από την άνοιξη του 29 μ.Χ. μέχρι την άνοιξη του 30 μ.Χ. Αν χρησιμοποιούσε το ιουδαϊκό πολιτικό ημερολόγιο που ξεκινούσε κατά το προηγούμενο φθινόπωρο, τότε το 15ο έτος ήταν από το φθινόπωρο του 28 μέχρι το φθινόπωρο του 29 μ.Χ.». 

[6] Η πληροφορία αντλήθηκε από το J. Finegan, Handbook of Biblical Chronology: Principles of Time Reckoning in the Ancient World and Problems of Chronology in the Bible, Princeton University Press, Princeton 1998, 328.

[7] Στρωματείς, 1, 21, 145.

[8] Ένα ρωμαϊκό ημερολόγιο είναι η αρχαιότερη πηγή μας για αυτήν την ημερομηνία. Ο Αυγουστίνος λίγο αργότερα μας πληροφορεί επίσης ότι οι Δονατιστές γιόρταζαν τη γέννηση του Χριστού στις 25 Δεκεμβρίου.

[9] Το 4ο αι. μ.Χ. η γιορτή διαρκούσε μέχρι τις 5 Ιανουαρίου. Η ημερομηνία του χειμερινού ηλιοστασίου σήμερα είναι η 21η Δεκεμβρίου (μετά την ημερολογιακή προσαρμογή) αλλά στην αρχαιότητα θεωρούσαν πως η ημέρα αυτή ήταν η 6η Ιανουαρίου και αργότερα θεωρήθηκε η 25η Δεκεμβρίου. Βλ. περισσότερα στο J. Finegan, στο ίδιο, 320-321 και K. M. Simmons, «The Origins of Christmas and the Date of Christ’s Birth», JETS 58 (2015) 300.

[10] Βλ. αναλυτικά K. M. Simmons, στο ίδιο, 301-303.

[11] A. McGowan, «How December 25 Became Christmas», BR 18 (2002) 47-48.

[12] Βλ. πληροφορίες στο A. McGowan, στο ίδιο, 57-58 και στο K. M. Simmons, στο ίδιο, 303-305. Τα ηλιοστάσια και οι ισημερίες φαίνεται πως έχουν παίξει σημαντικό ρόλο στην καθιέρωση των δεσποτικών εορτών.

[13] Υπήρξε επίσης πρόταση ότι η επίσκεψη των μάγων έγινε στη Ναζαρέτ μετά την επιστροφή της οικογένειας του Ιησού από την Ιερουσαλήμ και συνεπώς είχαν παρέλθει σαράντα τουλάχιστον ημέρες από τη γέννησή του. Η πρόταση αυτή συνδυάζει και τις δύο εκδοχές της γέννησης του Ιησού και στηρίζεται κυρίως στο Μτ. 2:11. Βλ. K. M. Simmons, στο ίδιο, 311.

[14] Ο R. C. Trexler, στο ίδιο, 9 θεωρεί ότι η τοποθέτηση της γιορτής των Θεοφανείων στις 6 Ιανουαρίου μπορεί να έχει επηρεαστεί από μια αιγυπτιακή γιορτή μιας θεότητας η οποία συνδεόταν με τον ήλιο και την ευλογία του ποταμού Νείλου. Αυτή είχε καθιερωθεί να γιορτάζεται στις 6 Ιανουαρίου.

Profile photo of Moschos Gkoutzioudis;Μόσχος Γκουτζιούδης

Σχετικά με Moschos Gkoutzioudis;Μόσχος Γκουτζιούδης

Επίκ. Καθ. Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ
Κατηγορίες: ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ ΑΡΘΡΑ. Ετικέτες: , . Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.

Τα σχόλια έχουν κλείσει.