Γιορτάζω…και γίνομαι πιο άνθρωπος. Ανεβαίνω ένα σκαλί πιο ψηλά σ’ ό,τι ονομάζουμε ανθρωπιά! Θεολογικό Σχόλιο με αφορμή την Εορτή των Χριστουγέννων

Μονή Χώρας_23 Του Επίκουρου Καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ Αθανασίου Στογιαννίδη

Συνήθως επαναλαμβάνουμε στα λόγια μας αυτές τις μέρες τη λέξη «γιορτή». Ευχόμαστε «καλές γιορτές». Ρωτούμε «πού θα περάσεις φέτος τις γιορτές;», «Τι θα κάνεις στις γιορτές;». Μάλιστα, χρησιμοποιούμε την ίδια λέξη και ως χρονικό προσδιορισμό: «να βρεθούμε πριν ή μετά τις γιορτές». Η γιορτή, λοιπόν. Οι γιορτές! Και τι είναι η γιορτή; Είναι ένα πανηγύρι; Είναι κάτι που μας ξεκουράζει; Κι όταν ηχεί στ’ αυτιά μας η λέξη αυτή, τι έρχεται αβίαστα στον νου μας; Περισσότερη διασκέδαση; Περισσότερη ανάπαυλα;

Νομίζω ότι αυτό που μας συγκινεί περισσότερο, δεν είναι τόσο η προσμονή του να γιορτάσουμε, όσο μία βαθύτερη ανάγκη του να νιώσουμε κάτι άλλο, να νιώσουμε κάπως αλλιώς, έστω και για λίγο…. Περιμένουμε πώς και πώς τις γιορτές, γιατί κατ’ ουσίαν αναζητούμε να ξεφύγουμε από κάτι· επιδιώκουμε να αποδράσουμε από την καθημερινότητα· θέλουμε να ξεχάσουμε όποια μέριμνα ή έγνοια μάς ταλανίζει και διαταράσσει την πολυπόθητη ευδαιμονία μας. Και τελικά, τι γυρεύουμε; Ή καλύτερα, τι βρίσκουμε από την απόδρασή μας αυτή;

Έχω την εντύπωση ότι η γιορτή, ή καλύτερα η συμμετοχή μας σε μία γιορτή, όπως τα Χριστούγεννα, έχει δύο διαστάσεις: η μία εκφράζεται ως πορεία και κίνηση προς τα έξω και η άλλη ως κίνηση προς τα έσω.

Σε μία γιορτή αυτό που έχει πρώτιστη σημασία είναι η συνάντηση. Δεν γιορτάζω μόνος μου, εγωκεντρικά και ερμητικά κλεισμένος στην αυταρέσκειά μου. Γιορτάζω μαζί. Γιορτάζω μαζί με τους άλλους. Γιορτάζω για να συναντήσω τους άλλους, πραγματοποιώντας μία έξοδο από τον εαυτό μου, από ό,τι με απασχολεί άμεσα, απ’ ό,τι με τυραννάει, απ’ ό,τι εν, πάσει περιπτώσει, δεν μ’ αφήνει προς στιγμήν να ησυχάσω. Απλώνω το χέρι μου στον άλλο, μετέχω στον πόνο του, γεύομαι την χαρά του. Είμαι μαζί του. Γιορτάζω, και γίνομαι πιο άνθρωπος, ανεβαίνω ένα σκαλί πιο ψηλά σ’ ό,τι ονομάζουμε ανθρωπιά! Γιορτάζοντας αλλάζω και μεταπλάθομαι από άνθρωπος σε συνάνθρωπος!

Άλλος περισσότερο, άλλος λιγότερο, επιχειρούμε αυθόρμητα αυτήν την κίνηση προς τα έξω. Όλοι μας γινόμαστε πονόψυχοι, ιδιαίτερα κατά τις άγιες ημέρες των Χριστουγέννων. Όντως, συλλαμβάνουμε τον εαυτό μας να γίνεται πιο ελεήμονας. Και έτσι συμμετέχουμε π.χ. στον έρανο της αγάπης που διενεργεί η Εκκλησία μας, προσφέρουμε δώρα αλλά και είδη πρώτης ανάγκης σε όσους βρίσκονται σε αρκετά δύσκολη κατάσταση κ.λπ. Και ορθώς πράττουμε. Γιατί όμως; Γιατί όλα αυτά, με μία περισσή ορμή, ειδικά κατά την περίοδο των εορτών; Μήπως γιατί λυπόμαστε όλους εκείνους που αντιμετωπίζουν προβλήματα πάσης φύσεως; Και τι σημαίνει «λυπάμαι τον άλλο»; Χρειάζεται ο άλλος την λύπησή μας; Σκεφτήκαμε ότι μπορεί να χρειάζεται και κάτι άλλο, πέρα από…την λύπηση; Εμείς θα θέλαμε να μας λυπούνται οι άλλοι;

Η εορτή των Χριστουγέννων είναι μία ευλογημένη αφορμή για να «ψαχτούμε» λίγο περισσότερο. Να δούμε τι ακριβώς συμβαίνει μέσα στην ψυχούλα μας. Για να αναζητήσουμε αυτό ακριβώς που πραγματικά ποθούμε, και όχι πράγματα επίπλαστα και φαντασιακά.

Τα Χριστούγεννα ως εορτή της Σάρκωσης του Υιού και Λόγου του Θεού είναι όντως μία ευλογημένη αφορμή να επιχειρήσουμε μία πορεία απελευθέρωσης από οτιδήποτε μας κρατεί δέσμιους σ’ ένα αυτάρεσκο εγώ! Μία προσπάθεια να βιώσουμε την ειρήνη… εκείνην που χαρίζει ο Χριστός. «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία». Η ειρήνη του Χριστού δεν είναι απλώς μία εκδήλωση συμπόνοιας προς τον συνάνθρωπο που αγωνίζεται να επιβιώσει. Είναι κάτι πολύ περισσότερο: είναι μία ποιοτική αναβάθμιση της ύπαρξής μας, μία ειλικρινής απόφαση, γεύση και απόσταγμα εμπειρίας, ότι η ζωή μας είναι αφόρητη και αδιανόητη, εάν δεν είναι ζωή μαζί με τον άλλον. Είναι μία μαρτυρία ζωής, πως δεν μπορώ να ζήσω, παρά μονάχα μαζί με τον συνάνθρωπό μου, αγκαλιάζοντάς τον σφιχτά, γευόμενος τα προβλήματά του και μετέχοντας χωρίς φθόνο στην χαρά του. Και έτσι ο άλλος γίνεται η αιτία…για να υπάρχω…εγώ.

Αυτή είναι η ειρήνη του Χριστού, η ειρήνη που ενώνει τα διεστώτα, και καταρρίπτει φραγμούς που χωρίζουν, όχι τις τσέπες των ανθρώπων, αλλά τις καρδιές τους. Αν ήταν ενωμένες οι καρδιές μας, οι καρδιές όλων μας, τότε η συμπόνοια, η φιλανθρωπία, οι εκδηλώσεις αγάπης, θα ήταν όχι κάτι το περιστασιακό με αφορμή… τις γιορτές, αλλά το φυσικό επακόλουθο μιας ουσιαστικής και υπαρξιακής σχέσης με τον άλλον. Ο άλλος δεν είναι η κόλασή μου. Και ούτε απλώς και μόνο ο παράδεισός μου. Ο άλλος είναι η μοναδική μου ευκαιρία για να ζήσω ως άνθρωπος! Εν ειρήνη μαζί του! Αυτό τουλάχιστον μας υπομνηματίζει η φράση «καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία»!

Η πολυπόθητη ειρήνη με τον άλλον ως κίνηση εναγκαλισμού του, προϋποθέτει μία κίνηση προς τα έσω· έναν διάλογο με τον εαυτό μας· μία αφορμή για προσωπική αναζήτηση με τα ενδότερα της ύπαρξής μας. Ποθούμε διακαώς να εορτάσουμε. Για να ξεφύγουμε. Για να αφήσουμε προς στιγμήν την καθημερινότητα. Γιατί όμως; Τι μας τρομάζει πραγματικά; Τι είναι αυτό που μας κλονίζει αδυσώπητα; Τι είναι εκείνο μπροστά στο οποίο συμπυκνώνονται όλοι μας οι φόβοι και οι αγωνίες; Τι είναι εκείνο που συνιστά το μόνο και αληθινό πρόβλημα του καθενός μας ξεχωριστά; Ή, ας θέσουμε διαφορετικά το ίδιο ερώτημα: Τι είναι εκείνο, το οποίο έχουμε τόσο πολύ ανάγκη, για να επιλύσουμε όλα μας τα προβλήματα; Ξεδιπλώστε απλόχερα όλες σας τις επιθυμίες. Τοποθετήστε τες σε μία ιεραρχική σειρά. Και καταλήξτε σε μία που την επιζητείτε περισσότερο απ’ όλες. Βολιδοσκοπήστε τον εαυτό σας. Τι θα απαντούσατε, εάν σας προσέφεραν τη δυνατότητα να επιλέξετε ένα και μόνο πράγμα που σας συγκινεί περισσότερο από κάθε τι άλλο σ’ αυτόν τον κόσμο; Η απάντηση, μάλλον, είναι ξεκάθαρη ή σχεδόν ξεκάθαρη.

Αυτό που πραγματικά πληρώνει την ύπαρξη του ανθρώπου είναι η ίδια η ζωή ως δώρο. Και αυτό που τραυματίζει και συνθλίβει ολοσχερώς τον άνθρωπο, δεν είναι τίποτε άλλο παρά η κατάργηση της ίδιας της ζωής, δηλ. ο θάνατος. Και όλη η δύναμη της δημιουργικότητας του ανθρώπου δεν είναι τίποτε άλλο παρά η προσπάθειά του να υπερβεί τον ίδιο του τον εαυτό· να καταστείλει κάθε εμπόδιο που τον κρατά φυλακισμένο στη φθορά, και υποταγμένο σε μία βιωτή με ημερομηνία λήξεως. Ο άνθρωπος διψά πάντοτε να γκρεμίζει τους πάσης φύσεως περιορισμούς. Και αγωνίζεται γι’ αυτό. Και κατακτά με ιλιγγιώδη ταχύτητα τα υπερώα της γνώσης αυτού του κόσμου. Και αναπτύσσει τις επιστήμες και την τεχνολογία. Και κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του, για να γίνει η ζωή του καλύτερη, για να μην έχει φραγμούς, για να μην υποτάσσεται σε ό,τι την αλλοιώνει και την καταστρέφει. Δεν είναι ολοφάνερο ότι ο άνθρωπος διψά για κάτι που δεν έχει τέλος; Και ότι αρνείται να αποδεχτεί πως η ζωή του έχει ένα τέρμα; Και ότι με αυτό το σκεπτικό, παλεύει, για να δώσει μία νότα αφθαρσίας στις εμπειρίες του;

Ίσως, επιστημονικά σκεπτόμενοι, φαίνεται κάπως παράτολμο, και μόνο να το σκεφτούμε· τα γενόμενα όμως αυτό υποδεικνύουν: ότι ο άνθρωπος φέρει μέσα του μία άσβεστη φλόγα για ζωή και για διαιώνιση αυτής της ζωής. Με άλλα λόγια, ο άνθρωπος οραματίζεται σε κάθε του βήμα, σε κάθε σταλαγματιά του βίου του, ένα μόνο πράγμα: την αθανασία! Μια ζωή δίχως τέλος, δίχως φθορά, δίχως περιορισμούς που θέτει ο χρόνος και ο χώρος. Γι’ αυτό το πράγμα μάχεται καθημερινά!

Άρα, το κατεξοχήν πρόβλημα, με το οποίο είναι αντιμέτωπος ο άνθρωπος, ο κάθε άνθρωπος, είναι ο θάνατος, η καλύτερα, η δίψα για ζωή! Και ο τρόπος με τον οποίον αντιμετωπίζουμε τα όσα προβλήματα εμφανίζονται στην καθημερινότητά μας, είναι ο τρόπος με τον οποίον τοποθετούμαστε απέναντι στον θάνατο, ή ορθότερα, ο τρόπος με τον οποίον οραματιζόμαστε τη ζωή μας δίχως τέλος!

Και στο σημείο αυτό, έρχεται ως απάντηση-καταπέλτης το ελπιδοφόρο μήνυμα και το εκπληκτικό γεγονός που εορτάζουμε τα Χριστούγεννα. Αυτό που συνέβη είναι κατ’ ουσίαν ασύλληπτο στην ανθρώπινη διάνοια. Η διαχρονική επιθυμία και ανάγκη του ανθρώπου να κάνει την ύπαρξή του αθάνατη, λαμβάνει σάρκα και οστά. Γιατί; Διότι μέσα στην μήτρα της Παναγίας ο Θεός αποκτά την ανθρώπινη φύση· ενώνεται μαζί της· γεννιέται ως άνθρωπος.

Τα Χριστούγεννα δεν είναι μία γιορτή που εξαντλείται στα δώρα με τα όμορφα περιτυλίγματα, με τις πολύχρωμες κορδέλες, με τα απολαυστικά γλυκά και άλλα εδέσματα. Τα Χριστούγεννα είναι η πρόταση ζωής που κομίζει το Ευαγγέλιο σε όλους τους ανθρώπους. Και όταν λέμε «πρόταση» δεν εννοούμε κάποιο ιδεολόγημα, αλλά μία κατάθεση εμπειρίας, ένα γεγονός, μία πρόσκληση και πρόκληση συμμετοχής σε κάτι που μπορεί να μας αλλάξει συθέμελα. Ο Μέγας Αθανάσιος αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «Αὐ­τός ἐ­νην­θρώ­πη­σεν, ἵ­να ἡ­μεῖς θε­ο­ποι­η­θῶ­μεν», κάτι που επιβεβαιώνει και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, υποστηρίζοντας ότι «Ἄν­θρω­πος γάρ ἐ­γέ­νε­το ὁ Θε­ός καί Θε­ός ὁ ἄν­θρω­πος».

Περιδιαβαίνοντας την ιστορία του ανθρώπου από τις συμβολικές διηγήσεις της Παλαιάς Διαθήκης μέχρι σήμερα, διαπιστώνουμε ότι ένας είναι ο εναγώνιος οίστρος του: Να γίνει Θεός. Να πάψει να είναι πια μία οντότητα που περιορίζεται από τον θάνατο. Το ζήτημα όμως είναι ότι η προσπάθεια αυτή δεν στέφεται πάντοτε με επιτυχία, διότι δεν απαντάται πάντοτε επιτυχώς το ερώτημα «πώς θα γίνω Θεός». Όλοι μας γυρεύουμε να γίνουμε Θεοί, διότι απλούστατα όλοι μας αγωνιζόμαστε να γεμίσουμε τη ζωή μας με την απόλυτη ευτυχία· υπάρχει άραγε κανείς που να μην θέλει κάτι τέτοιο; Και τα Χριστούγεννα, μάς δίνουν την ευκαιρία να στοχαστούμε για το όνειρο μας αυτό και να επιλέξουμε να μπολιάσουμε τη δίψα μας για αιωνιότητα μέσα στον ίδιο τον Χριστό.

Ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός, όπως ομολογεί και γεύεται η Εκκλησία μας, είναι αληθινός Θεός και αληθινός άνθρωπος. Και μας προσφέρει τη ζωή του, για να γίνει δική μας ζωή. Και στη ζωή αυτή τίποτε το ανθρώπινο δεν απορρίπτεται, αλλά προσλαμβάνεται· μεταμορφώνεται· αγιάζεται· τοποθετείται στην προοπτική της αιωνιότητας. Και έτσι ο άνθρωπος καθίσταται συνδημιουργός με τον Θεό. Και μέσω της τέχνης περιγράφει και εξιστορεί, κατά το μέτρο των δυνατοτήτων του, την ομορφιά της Αγάπης του Θεού.

Κάλλος το άρρητον! Η Εκκλησία είναι ένα τεράστιο εργαστήριο δημιουργίας. Αυτό που απεργάζεται μέσα από τη μυστηριακή της ζωή, δεν είναι μία ηθικοποίηση του ανθρώπου. Δεν πηγαίνουμε στην Εκκλησία απλώς και μόνο για να γίνουμε ηθικά στοιχεία στην κοινωνία, αλλά εξάπαντος για να ζήσουμε· για να κοιτάξουμε τον θάνατο κατάματα, και να του πούμε ότι δεν τον φοβόμαστε· γιατί είμαστε ενωμένοι με αυτόν που δίνει την ζωή! Και νικώντας τον θάνατο γινόμαστε ελεύθεροι, διαρρηγνύουμε τους δεσμούς μας μ’ ένα νάρκισσο εαυτό μας και ζούμε…ανακαλύπτοντας τον άλλον. Και έτσι μέσα από τον Χριστό, μέσα από τη συνάντησή μας με την όντως ζωή, συναντούμε τον άλλο και ταυτόχρονα τον εαυτό μας· τον εαυτό μας και ταυτόχρονα τον άλλον.

Αυτό σημαίνει να υπερβαίνεις τον θάνατο! Να’ χεις τα κότσια, να μην μπορείς να ζήσεις ούτε στιγμή δίχως την ψυχή και το σώμα του άλλου!

Μπορείτε, εάν θέλετε, να ρίξετε μια ματιά στην εικόνα της Γεννήσεως του Χριστού. Το θείο βρέφος δεν τοποθετείται εικονογραφικά μέσα σε μια φάτνη, όπως γνωρίζουμε από τη σχετική ευαγγελική περικοπή, αλλά σ’ έναν τάφο, σ’ ένα φέρετρο, θα λέγαμε με τα σημερινά δεδομένα. Και η εικόνα του εσπαργανωμένου νεογέννητου Χριστού, θυμίζει περισσότερο μορφές νεκρών λίγο πριν την ταφή τους. Τούτο ακριβώς δείχνει περίτρανα, ότι ο Χριστός γεννάται για να δώσει ένα οριστικό τέλος σ’ αυτό που εν τέλει βασανίζει τον άνθρωπο: τον θάνατο. Ο Θεός έρχεται στον κόσμο, για να αντιμετωπίσει τον θάνατο, για να διέλθει μέσα από το κατώφλι του θανάτου και να τον νικήσει ολοκληρωτικά.

Ολόθερμες ευχές, τα Χριστούγεννα αυτά, ας μην μείνουμε στην επιφάνεια, ας μην παρασυρθούμε στα επιφαινόμενα! Ας εορτάσουμε κοντά στον άλλο, συναντώντας τον ίδιο μας τον εαυτό, για να ζήσουμε…αψηφώντας τον θάνατο! Χρόνια πολλά! Ευλογημένα! Μπολιασμένα στην ομορφιά της Αγάπης του Θεού!

Profile photo of Moschos Gkoutzioudis;Μόσχος Γκουτζιούδης

Σχετικά με Moschos Gkoutzioudis;Μόσχος Γκουτζιούδης

Επίκ. Καθ. Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ
Κατηγορίες: ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ ΑΡΘΡΑ. Ετικέτες: . Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.

Τα σχόλια έχουν κλείσει.