Τιμολέων Γαλάνης, Το πρόσωπο της Παναγίας στο Ταλμούδ  (Η παράδοση για τον Γιεσούα Μπεν Παντέρα). Ἡ μητέρα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ  σὲ ἀντιρρητικὰ κείμενα τοῦ ἰουδαϊκοῦ καὶ τοῦ ἐθνικοῦ κόσμου

pantera_grabstein

Εισήγηση του Δρ. Θεολογίας του ΑΠΘ στο 14ο Διεθνές Συνέδριο της Ελληνικής Εταιρείας Βιβλικών Σπουδών με θέμα: «Το πρόσωπο της Μητέρας του Χριστού στην Αγία Γραφή»

Κοινός τόπος και στους τέσσερις ευαγγελιστές είναι η μαρτυρία του κενού μνημείου. Η μαρτυρία αυτή, καθώς και εκείνες των αποκαλύψεων του αναστάντος αξιώνουν μια ιδιαίτερη θέση στον πυρήνα του κηρύγματος της πρώτης μεταπασχαλινής Εκκλησίας των Ιεροσολύμων[1]. O ευαγγελιστής Λουκάς μαρτυρεί ότι οι μαθήτριες που ήλθαν στον τάφο την πρώτη ημέρα της εβδομάδας «εὗρον τὸν λίθον ἀποκεκυλισμένον ἀπὸ τοῦ μνημείου͵εἰσελθοῦσαι δὲ οὐχ εὗρον τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ«[2]. Ακριβώς η απουσία του σώματος του Ναζαρηνού ή Ναζωραίου Ιησού είναι το «σημεῖον» που καθορίζει τις σχέσεις της χριστιανικής κοινότητας με το ιουδαϊκό περιβάλλον της. Σύμφωνα με τον ευαγγελιστή Ματθαίο «οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι» επισκέφτηκαν μετά την εκτέλεση του Ιησού τον Πιλάτο, μεριμνώντας εγκαίρως, ώστε να φυλαχθεί ο τάφος με στόχο να αποφευχθεί η κλοπή το σώματος του νεκρού[3]. Η πρωτοβουλία αυτή αποσκοπούσε στην εξουδετέρωση του όποιου πιθανού ισχυρισμού των μαθητών, ότι ο Ιησούς «ἠγέρθη ἀπὸ τῶν νεκρῶν«, όπως σχολιάζει ο ευαγγελιστής.

Η πληροφορία αυτή φανερώνει πως ακριβώς το Μεγάλο Συνέδριο (Sanhedrin)  προσπάθησε να αντιμετωπίσει την μαρτυρία της πρώτης Εκκλησίας για την ανάσταση του Χριστού. Ακόμα και χρήματα,  σύμφωνα με τον ίδιο ευαγγελιστή, δόθηκαν στους στρατιώτες που βρισκόταν εκεί για την φύλαξη του τάφου[4], για να διαδοθεί  η δικαιολογία της κλοπής του σώματος του νεκρού και να πολεμηθεί έτσι η φήμη της ανάστασης. Ο ισχυρισμός αυτός ήταν γνωστός, για δεκαετίες, έως και την εποχή της καταγραφής του ευαγγελίου αφού, «διεφημίσθη ὁ λόγος οὗτος παρὰ Ἰουδαίοις μέχρι τῆς σήμερον»[5].

Η διήγηση αυτή θέλει σαφώς να δείξει πως αντιμετωπίστηκε στην Ιερουσαλήμ η είδηση του θαύματος της κατά τας γραφάς  τριημέρου εγέρσεως του Χριστού, το θεμέλιο της πρώτης Εκκλησίας. Η παρούσα εισήγηση έχει στόχο να εκθέσει και να εξηγήσει από κείμενα εθνικών και Ιουδαίων, την προσπάθεια που καταβλήθηκε  να αντιμετωπιστεί  το δόγμα της «εξ αγίου πνεύματος» ενσαρκώσεως του Υιού και Λόγου του Θεού. Σαφές είναι ότι το κεντρικό σημείο στο ζήτημα της ενσάρκωσης είναι το πρόσωπο της  Θεοτόκου.

  1. Ο εθνικός, επικούριος φιλόσοφος Κέλσος.

Ο πρώτος εθνικός που επιτίθεται στην Εκκλησία αναφερόμενος στο πρόσωπο της μητέρας του Χριστού είναι ο επικούρειος φιλόσοφος του 2ου αι. Κέλσος. Έγραψε εναντίον των Χριστιανών σε 8 βιβλία το έργο «Ἀληθής Λόγος», πιθανόν το έτος 177. Το έργο αυτό απευθύνθηκε σε μορφωμένους της εποχής, πιθανώς και στον αυτοκράτορα Μάρκο Αυρήλιο[6]. Στο κείμενό του από χριστιανικής πλευράς απάντησε ο Ωριγένης το έτος 248 με το γνωστό αντιρρητικό έργο «Κατά Κέλσου», επίσης σε 8 βιβλία. Στην ουσία το έργο διασώζεται από τον Ωριγένη, ο οποίος φαίνεται να ακολουθεί βήμα προς βήμα τον Κέλσο στα επιχειρήματά του. O φιλόσοφος χρησιμοποιεί ένα ιουδαϊκό έργο που κυκλοφορούσε στα ελληνικά και ανέλυσε ο ίδιος στο πρώτο μέρος της εργασίας του. Ο Ωριγένης χαρακτηρίζει το έργο ως «τὴν τοῦ Ἰουδαίου προσωποποιΐαν» και μοιάζει με διάλογο, όπου ο Ιουδαίος συγγραφέας απευθύνει ερωτήσεις στον Ιησού.

Ακριβώς το πρώτο σημείο αυτού του παράξενου Διαλόγου είναι μια κατηγορία ενάντια στην πίστη της εκ παρθένου γεννήσεως του Σωτήρος, την οποία κατανοεί ως επινόηση του ίδιου του Ιησού. Στην πραγματικότητα, όπως υποστηρίζεται, η μητέρα του ήταν μια φτωχή γυναίκα από κάποιο χωριό που εργαζόταν χειρωνακτικά για να επιβιώσει. Είχε μνηστευθεί με κάποιον τέκτονα, από τον οποίο εκδιώχθηκε «ἐλεγχθεῖσα ἐπὶ μοιχείᾳ … καὶ πλανωμένη ἀτίμως σκότιον[7] ἐγέννησε τὸν Ἰησοῦν» (1,28). Από τον Κέλσο αναφέρεται και το όνομα καθώς και η ιδιότητα του πραγματικού πατέρα του Ιησού, ενός «στρατιώτου Πανθήρα τοὔνομα» (1,32). Στην συνέχεια γίνεται λόγος για  την φυγή του Ιησού στην Αίγυπτο, την σπουδή της μαγείας και τις εξαιρετικές μαγικές δυνάμεις που ανέπτυξε, την σταδιοδρομία του, την επιστροφή του, καθώς και το σχόλιο ότι με τις μαγικές αυτές δυνάμεις «θεὸν αὑτὸν ἀνηγόρευσε«. Σε πολλά σημεία της Κ.Δ. ο Ιησούς κατηγορείται ως πλάνος και ως μάγος, ενώ η κατηγορία αυτή απασχολεί και την χριστιανική απολογητική και τον 2ο αιώνα, όπως σημειώνει στον Διάλογο προς Τρύφωνα ο φιλόσοφος και μάρτυς Ιουστίνος.

Στην επιχειρηματολογία του Κέλσου διακρίνονται δυο βασικοί άξονες. Αρχικά, στρέφεται εναντίον της πίστης της «ἐκ πνεύματος ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς παρθένου» ενανθρωπήσεως του Ιησού Χριστού με επίκεντρο την εγκυμοσύνη της μνηστευθείσης Μαρίας. Ο προβληματισμός αυτός εμφανίζεται ήδη στο ευαγγέλιο του Ματθαίου και η θαυμαστή επέμβαση του Θεού επιβεβαιώνεται με την αποκάλυψη του αγγέλου στο όνειρο του τέκτονος Ιωσήφ και την κατανόηση των γεγονότων υπό το πρίσμα της προφητείας του Εμμανουήλ (Ιδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει καὶ τέξεται υἱόν)[8].

Στο ίδιο ευαγγέλιο γίνεται επίσης λόγος και για την παραμονή του Ιησού στην Αίγυπτο, για την φυγή του Ιωσήφ και της μητέρας με το νεογέννητο στην χώρα του Νείλου (Ματθ 2,13). Η Αίγυπτος ίσχυε την εποχή εκείνη ως η κατεξοχήν χώρα της μαγείας[9]. Ο ίδιος ευαγγελιστής διασώζει και την παράδοση της προσκύνησης των Μάγων από την Ανατολή, μια ονομασία που προφανώς αναφέρεται στην Μεσοποταμία και τους Χαλδαίους ιερείς και σοφούς. Τα θαύματα του Χριστού, όπως οι θεραπείες ασθενών, κυρίως εκείνων που βασανίζονται από κακά δαιμόνια ορίζουν τα πλαίσια, στα οποία ο Ιησούς στις μη χριστιανικές πηγές εμφανίζεται ως θαυματοποιός, μάγος ή πλάνος[10]. Αυτός είναι ο δεύτερος άξονας της πολεμικής του. Ο Κέλσος φαίνεται ότι χρησιμοποίησε μια προϋπάρχουσα, ιουδαϊκή πηγή, όπως επιβεβαιώνεται από το βαβυλωνιακό Ταλμούδ, όπου εμφανίζεται μια μορφή του ονόματος Πανθήρα για τον πατέρα του Ιησού.

  1. Η μητέρα του Ιησού στο Ταλμουδ.

Σε δυο αποσπάσματα του βαβυλωνιακού Ταλμούδ (b Sanhedrin 67a  &  b Sabbat 104b) εμφανίζεται μια συζήτηση για την μητέρα και τον πατέρα του Μπεν Παντίρα (פנדירא), γνωστού και από άλλα κείμενα ως Γιεσούα Μπεν Παντίρα ή Γιεσούα Μπεν Παντέρα. Πρόκειται για μια συζήτηση στην συνάφεια ενός δικανικού ερωτήματος που αφορά τις αρμοδιότητες του Μεγάλου Συνεδρίου για την καταδίκη κάποιου, ο οποίος παρέσυρε κάποιον άλλο Ιουδαίο στην ειδωλολατρία. Η δίκη πραγματοποιείται με την συμμετοχή δυο μαρτύρων. Στην πραγματεία b Sabbat 104b γίνεται λόγος για την δράση του Μπεν Σταντά, ενός  μάγου που ήρθε από την Αίγυπτο. Με το όνομα Μπεν Σταντά είναι γνωστός στις ραβινικές πηγές ένας άνδρας που συνελήφθη στην Λύδδα παραμονή της εορτής του Πάσχα, δικάστηκε και λιθοβολήθηκε, επειδή κρίθηκε ένοχος μαγείας. Την μαγεία είχε σπουδάζει στην Αίγυπτο. Αυτός ο Μπεν Σταντά ταυτίζεται στο συγκεκριμένο απόσπασμα με τον Μπεν Παντίρα. Στην ίδια πραγματεία (b Sabbat 43a) γίνεται μνεία της ίδιας ιστορίας και σε ένα μόνο χειρόγραφο του βαβυλωνιακού Ταλμούδ που βρίσκεται σήμερα στο Μόναχο (Μs Munich 95) και καταγράφηκε στο Παρίσι το έτος 1342 δεν ταυτίζεται ο Μπεν Σταντά με τον Μπεν Παντίρα, αλλά με τον Γιεσούα χα-Νοτσρί, τον Ιησού τον Ναζαρηνό (ישוע הנוצרי). Στην περίπτωση αυτή τα σταθερά σημεία συνάντησης με τον Ιησού των ευαγγελίων, όπως η σύλληψη και η εκτέλεση την παραμονή του Πάσχα, αλλά και συμμετοχή δυο μαρτύρων είναι αδιαμφισβήτητα. Αν και στο Ταλμούδ ο Μπεν Σταντά ή Μπεν Παντίρα συνελήφθη στην Λύδδα και όχι στα Ιεροσόλυμα, θα πρέπει τα πίσω από τα ονόματα αυτά να βρίσκεται ο Ιησούς, ο υιός του Πανθήρα από το έργο του Κέλσου. Το κείμενο από το b Sanhedrin 67a έχει ως εξής:

וכן עשו לבן סטדא בלד Και το ίδιο έκαναν στον Μπέν Σταντά (υιό του Σταντά) στην Λύδδα
ותלאוהו בערב הפסח Και τον συνέλαβαν το βράδυ (την παραμονή) του Πάσχα
בן סטדא בן פנדירא הוא Ο Μπεν Σταντά είναι ο Μπεν Παντίρα
אמר רב חסדא בעל סטדא בועל פנדירא Λέει ο ραβί Χισδά: «Ο σύζυγος ήταν ο Σταντά και ο εραστής ο Παντίρα»
בעל פפוס בן יהודה הוא Ή ήταν σύζυγος o Πάππος Μπεν Γιεχουντά;
אלא יאמא אמו מרים מגדלא נשיא Της μητέρας του το όνομα ήταν Μαριάμ, που άφηνε μακριά τα γυναικεία της (μαλλιά)
הואי כדאמרי בפומבגיתא סטת דא מבעלה Γι” αυτήν λένε στην Πουμπεντίτα ότι αυτή παρεκτράπηκε (έφυγε) (סטת דא) από τον σύζυγό της

Όπως είναι φανερό η παραπάνω αναφορά οδηγεί στην διευκρίνιση ότι «ο Μπεν Σταντά είναι ο Μπεν Παντίρα«. Και στην συνέχεια επιχειρείται να λυθεί το πρόβλημα των δυο ονομάτων που φανερώνουν δυο πατέρες. Στο Ταλμούδ επιχειρεί να απαντήσει το ερώτημα ο ραβί Χισντά, ένας δάσκαλος της βαβυλωνιακής διασποράς του 3ου αι. (217-309 μ.Χ.). Ο ραβί κάνει λόγο για ένα πρόσωπο που αναγνωρίζεται ως νόθο (ממזר) με τα εξής: «Ο σύζυγος ήταν ο Σταντά (בעל) και ο εραστής (בועל) ο Παντίρα». Στην ακόλουθη πρόταση της Γεμαρά όμως προβάλλεται διαφορετική γνώμη, ότι το πραγματικό όνομα του συζύγου ήταν «Πάππος Μπεν Γιεχουντά«. Οπότε θα πρέπει το όνομα Σταντά να σχετίζεται με την μητέρα του.

Και οι σχολιαστές συνεχίζουν αναφέροντας το πραγματικό όνομα της μητέρας του: «Η Μαριάμ που άφηνε μακριά τα γυναικεία της (μαλλιά)». Από αυτήν  μάλλον προέρχεται το όνομα Μπεν Σταντά, δηλ. υιός της Σταντά, μια παρονομασία της μητέρας του Μπεν Σταντά, σύμφωνα με μια παροιμία που λέγεται στην ραβινική ακαδημία της Πουμπεντίτα, στην Μεσοποταμία, ότι αυτή παρέκλινε από τον σύζυγό της, έφυγε, πρόδωσε δηλ. τον σύζυγό της, στα αραμ. satat da mibala (סטת דא מבעלה). Δεν είναι σαφές αν πράγματι το όνομα Μπεν Σταντά προέρχεται από την έκφραση satat da «αυτή παρέκλινε, παρεκτράπηκε«, αλλά ακουστικά ταιριάζει. Στην έρευνα έχει προταθεί και μια ομοιότητα του ονόματος Stanta με την ελληνική μετοχή που χαρακτηρίζει τον Ιησού μετά την τριήμερο έγερσή του, ως τον Iησού, τον «ανα-στάντα»[11]. Στην έρευνα κυριαρχεί η ερμηνεία ότι το ιστορικό πρόσωπο Μπεν Σταντά ήταν ο λεγόμενος Αιγύπτιος που ήταν υπεύθυνος για την εξέγερση στην Ιουδαία, όταν προκουράτωρ ήταν ο Φήλιξ[12].

Το Ταλμούδ διασώζει όμως και το πραγματικό όνομα του νόμιμου συζύγου που είναι «Πάππος Μπεν Γιεχουντά«. Πρόκειται για μια ευσεβή προσωπικότητα  που η δράση του χρονολογείται στα τέλη του 1ου και την αρχή του 2ου αιώνα μ.Χ. και άφησε χαγκαδικό κυρίως υλικό.  Φυλακίστηκε μαζί με τον ραβί Ακίμπα στις διώξεις του Ανδριανού. Από έναν διάλογο που διασώζει το βαβυλωνιακό Ταλμούδ  δείχνει ότι οι ραβίνοι τον αντιμετωπίζουν σαν αιρετικό (b Berahoth 61b). Στην ραβινική γραμματεία ποτέ ο ίδιος δεν αποκαλείται με τον τιμητικό τίτλο «ραβί». Μέσα από μια παράδοση στο όνομα του ραβί Μεΐρ στο βαβυλωνιακό Ταλμούδ (b Gittin 90a) μαρτυρείται ότι ο Πάππος Μπεν Γιεχουντά συνήθιζε, όταν έφευγε από το σπίτι,  να κλειδώνει μέσα την σύζυγό του, επειδή δεν την εμπιστευόταν. Το μοτίβο αυτό ενός συζύγου που κλειδώνει την γυναίκα του φοβούμενος την απιστία της συνεχίζουν και οι μεσαιωνικές Ιστορίες του Ιησού, οι λεγόμενες Toledot Jeshu. Για παράδειγμα στην ιουδαιοαραβική εκδοχή των Toledot Jeshu[13] ως κατά νόμον πατέρας του Γιεσού εμφανίζεται κάποιος  Yoh˙anan, μαθητής του Rabbi Shim’on ben Shatah, ενώ η μητέρα ονομάζεται «η όμορφη Miriam». Στην ιστορία εμφανίζεται και ένας ανήθικος γείτονας με το όνομα Yosef Pandera.

 Στο Ταλμούδ γνωρίζουν οι ραβίνοι ότι το όνομα της μητέρας είναι »Μαριάμ«, αλλά φαίνεται ότι ξέρουν και ένα χαρακτηριστικό από την εξωτερική της εμφάνιση, ότι άφηνε μακριά τα γυναικεία της (μαλλιά). Στην ραβινική γραμματεία  η φράση «μακραίνει τα μαλλιά» χαρακτηρίζει αρχετυπικά την αμαρτωλή, την άπιστη γυναίκα. Αντιπροσωπευτική είναι η περιγραφή της ανήθικης γυναίκας  από το Ταλμούδ: ότι αυτή «αφήνει τα μαλλιά της μακριά, όπως η Λιλλίθ» (מגדלת שער כלילית) (b Er 100b). Λιλλίθ είναι το όνομα ενός θηλυκού δαίμονα. Στην ραβινική γραμματεία θεωρείται ότι ήταν η πρώτη σύζυγος του Αδάμ. Αυτή παρασύρει τους άνδρες στην αμαρτία και γεννά τους δαίμονες[14]. Τα μακριά, ελεύθερα μαλλιά χωρίς κάποιο μαντήλι ή κεφαλόδεσμο είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα μια ανήθικης γυναίκας και θυμίζει την αμαρτωλή γυναίκα του ευαγγελίου που μπήκε στο σπίτι του Σίμωνα του Φαρισαίου και άλειψε τα πόδια του Ιησού με μύρο (Λουκ 7,37-38). Στη συνέχεια σκούπισε τα πόδια του δασκάλου «ταῖς θριξὶν τῆς κεφαλῆς αὐτῆς«. Σαφώς, το ανάλογο περιστατικό των ευαγγελίων λαμβάνει χώρα με μια άλλη Μαριάμ, την αδελφή του Λαζάρου, η οποία «ἐξέμαξεν ταῖς θριξὶν αὐτῆς τοὺς πόδας αὐτοῦ» (Ιωαν. 12,3).

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η έκφραση αυτή  (נשיא {שאר}  מגדלא) «άφηνε μακριά τα γυναικεία της μαλλιά«. Η ρηματική ρίζα גדל στην διάθεση αυτή σημαίνει ότι αφήνω κάτι να μεγαλώσει. Με το προθεματικό μεμ (מ), την κατάληξη του θηλυκού, αλλά και την απουσία του ουσιαστικού «שאר» μαλλιά, τρίχες, καθώς και την άμεση σύνδεση της λέξης με το επίθετο γυναικεία (נשיא) δημιουργείται ακουστικά στην αραμαϊκή γλώσσα το εξής: Mariam megadla nesia. Ακουστικά θα μπορούσε να συσχετιστεί με το χωριό στην δυτική όχθη της λίμνης Τιβεριάδος, τα Μάγδαλα και την λέξη γυναίκα. Οπότε, η πρόταση θα μπορούσε να γίνει κατανοητή ως: το όνομα της Μητέρας του ήταν «Μαριάμ Μαγδαληνή-σια». Δεν είναι σαφές κατά πόσο μια τέτοια ακουστική ομοιότητα θα μπορούσε να είναι κάτι το τυχαίο, όμως το γεγονός ότι στο κείμενο γίνεται λόγος για κάποια Μαριάμ, αμφιβόλου ηθικής που σχετίζεται με τον Γιεσούα Μπεν Παντίρα, ο οποίος σχετίζεται με τον Γιεσούα ΧαΝοτσρί και πιθανόν πρόκειται για τον Ιησού των Ευαγγελίων, τότε οι αναφορές αυτές δεν μπορούν να αξιώσουν κάποια ιστορική ακρίβεια. Περισσότερο μοιάζουν με εικόνες, μοτίβα και υπόνοιες από συγκεχυμένη γνώση περιστατικών ή προσώπων των ευαγγελίων. Δεν φαίνεται μάλιστα απίθανο ότι η Μαρία η Μαγδαληνή, η μαθήτρια που αντίκρισε πρώτη τον αναστάντα Ναζαρηνό να συγχέεται στις ραβινικές παραδόσεις, εξαιτίας της συνωνυμίας της με την μητέρα του Χριστού. Άλλωστε σύγχυση με την φράση «καὶ ἡ ἄλλη Μαρία» των ευαγγελίων δεν είναι κάτι σπάνιο, ακόμη και για τον χριστιανικό κόσμο.

  1. Αναζητώντας τον Παντέρα, Παντίρα ή Πανθήρα.

Με το όνομα Πάνθηρ και Βαρπάνθηρ εμφανίζονται προπάτορες του Ιωσήφ του και της Θεοτόκου σε γενεαλογίες που διασώζουν Πατέρες της Εκκλησίας, όπως ο Επιφάνιος Σαλαμίνος[15] και ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός[16]. Στα νεώτερα χρόνια υπάρχει μεγάλο  ενδιαφέρον για την ταυτότητα του Πανθήρα ή Παντέρα. Συγκεκριμένα, μια ομάδα ερευνητών ερμηνεύουν  τον χαρακτηρισμό Jeshua ben Pantera ή Pantira από το Ταλμούδ, σύμφωνα με την οπτική που διασώζεται στο έργο του επικούρειου φιλοσόφου Κέλσου. Στην περίπτωση αυτή, ο Ιησούς αναγνωρίζεται ως υιός κάποιου στρατιώτη με το όνομα Πανθήρα. Το  1906 o A. Deissmann στο άρθρο του «Der Name Panthera» εξηγεί  ότι δεν πρόκειται για ένα ιδιαίτερα σπάνιο ρωμαϊκό όνομα, επειδή εμφανίζεται σε στρατιώτες και αξιωματικούς του ρωμαϊκού στρατού κατά τα αυτοκρατορικά χρόνια. Υποστηρίζει ότι πρόκειται για οικογενειακό όνομα και μαρτυρείται αρχαιολογικά σε επιτύμβιες επιγραφές από τον ευρωπαϊκό χώρο, την Γερμανία, την Αγγλία και την Ιταλία. Το έτος 1859 στο Bingenbrück, 12 χλμ. από το Bad Kreuzach, στην Γερμανία ήρθε στο φως το επιτάφιο μνημείο ενός στρατιώτη από την Φοινίκη που χρονολογείται στον 1ο μ.Χ. αιώνα. Στο μνημείο σώζεται η ακόλουθη επιγραφή:

TIB(ERIUS) IUL(IUS) ABDES PANTERASIDONIA ANN(ORUM) LXIISTIPEN(DIORUM) XXXX MILES EXS(IGNIFER?)COH(ORTE) I SAGITTARIORUMH(IC) S(ITUS) E(ST) Τιβέριος Ιούλιος Άβδης ΠαντέραΕκ Σιδώνος,  Ετών 62Στρατιωτική θητεία 40 έτηως σημαιοφόρος (;)Στην Πρώτη Κοόρτη των ΤοξοτώνΕνθάδε κείται

Πρόκειται προφανώς για έναν πρώην σημαιοφόρο μιας μονάδας τοξοτών που φέρει τα ονόματα Τιβέριος Ιούλιος Άβδης Παντέρα. Το σημιτικό όνομα Άβδης (עבד) εμφανίζεται και σε αρκετές ελληνικές επιγραφές με την εξελληνισμένη μορφή Αβδαίος ως κύριο όνομα φοινικικής μάλλον προέλευσης. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλούν τα γράμματα EXS που ερμηνεύονται ως συντομογραφία της λέξης exs(ignifer). Ο signifer είναι ο λεγόμενος στις ελληνικές πηγές «σιγνοφόρος«[17] που σημαίνει τον στρατιώτη που φέρει το λάβαρο (signum) που ήταν το σύμβολο του ρωμαϊκού στρατού ή του αυτοκράτορα, ή της λεγεώνας του[18]. Οι στρατιώτες αυτοί είχαν τον ρόλο που έχουν σήμερα οι «μασκώτ» των σημερινών αθλητικών ομάδων και κρατούσαν το λάβαρο φορώντας πάνω από το κράνος τους το δέρμα ενός αρπακτικού ζώου, συνήθως λύκου, αρκούδας ή λέοντος. Στην έρευνα έχει προταθεί ότι πιθανόν το όνομα Παντέρα ή Πανθήρα σχετίζεται με το δέρμα πάνθηρα ή λεοπάρδαλης που ο στρατιώτης φορούσε.

Το 1893 o S. Krauss δημοσίευσε την άποψη ότι τον όνομα Pantera προέρχεται από την λέξη pardanim, μια παραφθορά της εβραϊκής λέξης pornim (פרנים) που είναι μεταφορά της ελληνικής λέξης «πόρνη«[19]. Χαρακτηριστικό είναι ένα σχόλιο του Ωριγένη που  αντιδιαστέλει τον όρο παρθένος με τον όρο πορνεία, για την κατανόηση του έντονου διαλόγου μεταξύ του Ιησού και των Ιουδαίων στο ευαγγέλιο του Ιωάννη. Στον ισχυρισμό αυτό ο Ωριγένης προσθέτει τα εξής: «ἡμεῖς μᾶλλον ἕνα πατέρα ἔχομεν τὸν θεόν͵ ἤπερ σύ͵ ὁ φάσκων μὲν ἐκ παρθένου γεγεννῆσθαι͵ ἐκ πορνείας δὲ γεγεννημένος»[20].

Αρκετοί ερευνητές ήδη από τον 19ο αιώνα διέκριναν μεγαλύτερη ομοιότητα του ονόματος Pantera με τον ελληνικό όρο «παρθένος«. Αναγνωρίζουν ότι πρόκειται για ένα κοινό ρωμαϊκό όνομα ανάμεσα σε άνδρες του ρωμαϊκού στρατού, αλλά διαβλέπουν μια πολεμική από πλευράς των Ιουδαίων, η οποία βασίζεται στην ομοιότητα του ονόματος αυτού με τον ελληνικό όρο που έπαιξε κεντρικό ρόλο στην απολογητική της πρώτης Εκκλησίας, κυρίως εξαιτίας της μεσσιακής προφητείας του Εμμανουήλ. Στα πλαίσια αυτής της πολεμικής ο Ιησούς, ο Υιός της Παρθένου θα μεταλλάχθηκε για πολεμικούς λόγους σε Υιός του Πανθέρος και στην συνέχεια ως Ιησούς, ο υιός του Πανθήρα ή Παντέρα[21].

O J. Maier θεώρησε πιο προφανή μια σχέση του ονόματος με τα λατινικά και σύγκρινε τον όρο με την λατινική λέξη τέκτων, ξυλουργός, η οποία είναι carpender[22]. O Ιησούς αναφέρεται στην Κ.Δ. ως υιός του τέκτονος. Σύμφωνα με τον ερευνητή ο λατινικός όρος carpender εξελίχθηκε σε  bar pender, δηλ. στα αραμαϊκά υιός του Παντέρ, ενώ προστέθηκε και το αραμ. άρθρο א, η κατάληξη -a. Κάποια στιγμή ο αραμαϊκός όρος bar αντικαταστάθηκε από τον αντίστοιχο εβραϊκό όρο ben και δόθηκε η τελική μορφή ben Pandera[23].

Στα πλαίσια αυτά δεν θα ήταν άστοχο να γίνει μια αναφορά και στην σκόπιμη εκμετάλλευση της παράδοσης αυτής για συγκεκριμένους λόγους. Σε μια ηχογραφημένη  ομιλία του Αδόλφου Χίτλερ το έτος 1944 ξεχωρίζουν τα εξής λόγια: «Jesus war sicher kein Jude«[24]. Η άποψη αυτή ότι ο Ιησούς σίγουρα δεν ήταν Εβραίος φαίνεται ότι προέρχεται από την γνωστή πολεμική του Κέλσου. Η φράση δεν ήταν απλά μια άποψη, αλλά μια μεθοδευμένη διδασκαλία του Τρίτου Ράιχ  με συγκεκριμένο κρατικό, ερευνητικό ίδρυμα που προσπαθούσε να συμβιβάσει τον Ιησού με τα ιδεώδη των Ναζί. Για το σκοπό αυτό προβλήθηκε η άποψη ότι ο Ιησούς θα μπορούσε να είναι ένας από τους απογόνους των λεγεωνάριων από τον ρωμαϊκό στρατό που είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή της Γαλιλαίας, ίσως Γάλλος, σε κάθε όμως περίπτωση όχι σημιτικής, άλλα άριας καταγωγής.

Στα ίδια πλαίσια ανήκει και η ιδέα της ελληνοποίησης του  Ιησού Χριστού ως γιου του Έλληνα Ιούλιου Πανδίρα σύμφωνα με την σύγχρονη αναβίωση της ιστορίας[25]. Σύμφωνα με τον ελληνική αυτή σύγχρονη ερμηνευτική, το όνομα αυτό προέρχεται από τους αρχαίους Πανδαρίδες, οι οποίοι ήταν «Έλληνες μεταναστεύσαντες στην Κρήτη, στην Μ. Ασία, στην Παλαιστίνη και στην Αίγυπτο και προέρχονται από τους Αθηναίους γενάρχες Πάνδαρο και Πανδίονα».

  1. Το υπόβαθρο μιας σύγκρουσης

Από την ανάλυση του ταλμουδικού αποσπάσματος καθίσταται σαφές ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος ούτε για ιστορική συνέπεια, ούτε για ιστορική ακρίβεια. Πρόκειται για προκαταλήψεις και μοτίβα πολεμικής από φήμες και συγκεχυμένες πληροφορίες. Μόνο το παράδειγμα της σύνδεσης της μητέρας του Ιησού με την αμαρτωλή γυναίκα ή προφανέστερα με την Μαρία την Μαγδαληνή καθιστά σαφές ότι στην ραβινική γραμματεία δεν μπορούν να εντοπιστούν ιστορικά στοιχεία για τον Ιησού και τους οικείους του. Και αυτό οφείλεται στον διαφορετικό χαρακτήρα των κειμένων αυτών. Πρόκειται για αντιρρητικά κείμενα που έχουν στόχο όχι μόνο να αμφισβητήσουν την πίστη που παρεκκλίνει, αλλά και να απαξιώσουν τους αντιπάλους. Στα πλαίσια αυτά δεν φαίνεται απίθανο ότι κάποια στοιχεία της ιστορίας του Πανθήρα ή Παντίρα οφείλονται στην σχέση του Ιησού με τους αμαρτωλούς και τις πόρνες. Δεν είναι βέβαια σαφές αν πράγματι ο ευαγγελιστής Ιωάννης γνωρίζει μια τέτοια κατηγορία που προβάλλει τον Ιησού ως καρπό μιας παράνομης σχέσης[26]. Ίσως υπονοείται κάτι τέτοιο στον ισχυρισμό του Ιγνατίου του Θεοφόρου ότι «τὴν ἐκ παρθένου γέννησιν διαβάλλουσιν«[27]. Σαφέστατη είναι η μαρτυρία του Tερτυλιανού (197 μ. Χ.), ο οποίος γνωρίζει μια συγκεκριμένη πολεμική που αποκαλεί τον Ιησού  quaestuariae filius «υιό της εταίρας«[28]. Αλλά και τα απόκρυφα χριστιανικά κείμενα, όπως το πρώτο τμήμα του ευαγγελίου του Νικοδήμου, τα λεγόμενα Άκτα Πιλάτου αναφέρονται στην κατηγορία αυτή και προσπαθούν να την αντιμετωπίσουν[29].

Για να γίνει κατανοητό το συγκεκριμένο μοτίβο θα πρέπει να εξηγηθεί ένα δεύτερο μοτίβο πολεμικής που συνυπάρχει με το πρώτο, όχι μόνο στην πραγματεία του Κέλσου, αλλά και στην αποσπασματική πολεμική κατά του Ιησού ως υιού του Πανθήρα, ή του Γιεσούα μπεν Παντίρα ή Παντέρα  στο Ταλμούδ. Πρόκειται για την κατηγορία της άσκησης μαγείας, δραστηριότητα, εξαιτίας της οποίας αυτός ο άνδρας συνελήφθη και εκτελέστηκε. Η κατηγορία της μαγείας και η κατηγορία της μοιχείας έχουν σαφή στόχο να εξουδετερώσουν την ισχύ κεντρικών επιχειρημάτων των ευαγγελίων που προβάλλουν τον Ναζωραίο ως τον Χριστό, τον μεσσία του Ισραήλ.

Πέρα από τους συνοπτικούς πολύ περισσότερο έντονη είναι η σύγκρουση στους διαλόγους του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, όπου ο Ιησούς δέχεται επίθεση από τους αντιπάλους του με τις κατηγορίες «Σαμαρίτης εἶ σὺ καὶ δαιμόνιον ἔχεις;«[30]. Χαρακτηρίζεται δηλαδή ως ξένος (Σαμαρίτης), αλλά και ότι «δαιμόνιον ἔχει καὶ μαίνεται«[31], μια κατηγορία που σύμφωνα με τον ευαγγελιστή Ματθαίο είχε παλαιότερα αποδοθεί στον Βαπτιστή[32]. Όμως, το επίκεντρο στο ευαγγέλιο του Ιωάννη είναι οι λόγοι του Ιησού για την σχέση του με τον Πατέρα[33]. Και στην συνάφεια των λόγων αυτών έρχεται το ζήτημα της πατρότητας εκείνων που αρνούνται την θεότητα του Υιού, ενώ θεωρούν οι ίδιοι ότι είναι υιοί του Θεού. Στα πλαίσια του αντιρρητικού αυτού κλίματος ο Ιησούς θεωρεί ως πατέρα τους τον διάβολο. Και εκείνοι, όπως φαίνεται, επιχειρηματολογούν σε δυο κατευθύνσεις, αρχικά κατά της ιουδαϊκής καταγωγής του Ναζωραίου και στην συνέχεια εναντίον οποιασδήποτε θεϊκής προέλευσης του ιδίου και της αποστολής του (αντίθετα με την σαφώς επιφυλακτική στάση του Ραβί Γαμαλιήλ εντός του Μεγάλου Συνεδρίου στο βιβλίο των Πράξεων)[34]. Έτσι στα πλαίσια μιας αντιπαράθεσης για την ταυτότητα του Ναζωραίου προβάλλονται, όπως ακριβώς στον Κέλσο και το Ταλμούδ, επιχειρήματα σε δυο κατευθύνσεις. Αρχικά κατακρίνεται ο αντίπαλος ως ξένος και από την άλλη  ως μάγος ή απατεώνας. Με την διττή αυτή επίθεση εγκαταλείπεται οποιαδήποτε σχέση του Ιησού, όχι μόνο με τον Θεό, αλλά ακόμα και με τον κατά νόμον πατέρα του, τον Ιωσήφ (Jeshua ben ή bar Yosef), παράδοση την οποία στηρίζουν στην κυριολεξία της μια ομάδα Ιουδαιοχριστιανών, οι λεγόμενοι Εβιωνίτες.

Σύμφωνα με τα δυο αυτά μοτίβα ο Ιησούς προβάλλεται ως ένας θαυματοποιός μάγος, αλλά και ως ένας ξένος. Στο ένα σκέλος θεμέλιο γίνεται μια παράνομη σχέση, μια παράνομη κύηση, ξένη με τον Ισραήλ και έτσι εξουδετερώνεται κάθε πιθανότητα να πρόκειται για τον απόγονο του βασιλιά Δαβίδ, αλλά για έναν εθνικό[35]. Ήδη από τα περσικά και τα ελληνιστικά χρόνια οι Σαμαρείτες αντιμετωπίζονται σαν εθνικοί. Στην ιστορία του Γιεσούα, υιού Πανθήρα ή Παντέρα πρόκειται για  έναν εχθρό, έναν απόγονο των μισητών Ρωμαίων που κατέστρεψαν τον Ναό των Ιεροσολύμων. Και σαφώς, δεν μπορεί ένας μαμζέρ, ένας νόθος ως ξένος να ισχύσει ως ο δαβιδίτης Μεσσίας. Η ανηθικότητα στον πυρήνα της ιστορίας θα πρέπει να οφείλεται ακριβώς στο γεγονός ότι τον Ιησού περιβάλλουν με αγάπη πρόσωπα αμφιβόλου ηθικής υπόστασης, όπως τελώνες και πόρνες. Το πρόβλημα γίνεται σαφέστερο, όταν ο ίδιος κηρύττει κυρίως στο ευαγγέλιο του Ματθαίου ότι οι τελώνες και οι πόρνες «προάγουσιν ὑμᾶς εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (21,31). Το επεισόδιο με την ανήθικη γυναίκα στην οικεία του φαρισαίου είναι σκάνδαλο για τους παρευρισκόμενους. Κατηγορίες κατά των Χριστιανών για ακολασία είναι γενικά γνωστές και τον 2ο αι., όπως αναφέρει ο απολογητής Ιουστίνος. Σε κάθε περίπτωση το κίνημα του Μπεν Παντέρα πρέπει να απορριφθεί εξαιτίας της ανηθικότητας, πηγή της οποίας είναι η ειδωλολατρία[36].

Και η ειδωλολατρία, η Avoda Zara, η ξένη λατρεία είναι το βαθύτερο νόημα, όχι μόνο του πρώτου, αλλά κυρίως του δευτέρου σκέλους αυτής της πολεμικής. Από την ξένη καταγωγή του προκύπτει ότι αποκλείεται να είναι προφήτης, πολύ περισσότερο αποκλείεται να είναι ο ίδιος ο Μεσσίας. Πρόκειται για έναν μάγο και πλάνο και τα θαύματα του κατανοούνται  ως μαγεία και δαιμονική ενέργεια. Μάλιστα στα κείμενα αυτά λέγεται ότι δικαίως εξαιτίας αυτής της βλάσφημης πρακτικής της μαγείας ο Γιεσούα Μπεν Σταντά ή Μπεν Παντέρα δικάστηκε και εκτελέστηκε. Ακριβώς αυτό είναι και το δίλλημα για την ταυτότητα του Ναζωραίου, ο οποίος κρίνεται ένοχος βλασφημίας, μετά την ερώτηση του αρχιερέα: «Ἐξορκίζω σε κατὰ τοῦ θεοῦ τοῦ ζῶντος ἵνα ἡμῖν εἴπῃς εἰ σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ θεοῦ«[37]. Η απάντηση του Ιησού για τον Υιό του Ανθρώπου, στα δεξιά του Θεού κατανοείται μόνον ως «βλασφημίαν» και βλασφημία για το Σανχεδρίν σημαίνει θάνατος[38]. Ακριβώς αυτή ήταν σύμφωνα με τον ευαγγελιστή Ιωάννη η αιτία της σύλληψης και του θανάτου του: «διὰ τοῦτο οὖν μᾶλλον ἐζήτουν αὐτὸν οἱ Ἰουδαῖοι ἀποκτεῖναι͵ ὅτι οὐ μόνον ἔλυεν τὸ σάββατον ἀλλὰ καὶ πατέρα ἴδιον ἔλεγεν τὸν θεόν͵ ἴσον ἑαυτὸν ποιῶν τῷ θεῷ»[39].

Είναι σαφές ότι την οπτική που εκθέτει ο τέταρτος ευαγγελιστής διασώζει και η πολεμική του Κέλσου περίπου έναν αιώνα αργότερα, όταν αναφέρεται στον Ιησού τον υιό του Πανθήρα, ο οποίος με τις μαγικές του δυνάμεις «θεὸν αὑτὸν ἀνηγόρευσε«. Επίσης, ένα σχετικά μεταγενέστερο κείμενο της ραβινικής, μιδρασικής γραμματείας φαίνεται ότι συνδυάζει τις δυο βασικές πτυχές της σύγκρουσης με έμμεση, αλλά σαφή εξάρτηση από την παράδοση του Μπεν Παντέρα. Πρόκειται για ένα κείμενο από τον ραβί Hiyya bar Abba, έναν ραβί γεννημένο στην Βαβυλώνα, ίσως με δαβιδική καταγωγή, αφού φαίνεται ότι ανήκει στην οικογένεια του «Εξίλαρχου» της Μεσοποταμίας. Ο ραβί Hiyya έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Τιβεριάδα. Στο κείμενο γίνεται λόγος για τον υιό της πόρνης και την διδασκαλία του και διασώζεται στο Μιδράς  Pesiqta Rabbati[40]. Το κείμενο έχει ως εξής[41]:

אמר ר” חייא בר אבא  אם יאמר לך ברא דזניתא תרין אלהים אינון אימר ליה אנא הוא דימא אנא הוא דסיניד»א  אמר ר” חייא בר אבא אם יאמר לך ברא דזניתא תרין אלהים אינון אימר ליהפנים בפמים דברואין כתיב כאן אלא דבר ה” עמכם  Λέει ο ραβί Hiyya bar Abba: Εάν σου πει ο υιός της πόρνης δυο θεοί (υπάρχουν). Απάντησέ του: Εγώ είμαι ο ίδιος (και) στην (Ερυθρά) θάλασσα, ο ίδιος (και) στο Σινά.Άλλη παράδοση: Λέει ο ραβί Hiyya bar Abba: Εάν σου πει ο υιός της πόρνης δυο θεοί (υπάρχουν). Απάντησέ του: Δεν είναι γραμμένο εδώ (Δευτ. 5,4) πρόσωπον προς πρόσωπον μίλησαν (πληθ.), αλλά ο Κύριος μίλησε (ενικ.) σε σας.

Αν κανείς προσέξει την ίδια πολεμική στο τέταρτο ευαγγέλιο και τους διαλόγους ανάμεσα στον Ιησού και τους Ιουδαίους, θα διαπιστώσει ακριβώς αυτούς τους δυο πόλους επιθετικής στάσης να ξεκινούν από τους μονολόγους και την αυτομαρτυρία του Ιησού για την σχέση του με τον Πατέρα. Πρόκειται για την αυτομαρτυρία του Ιησού ως Υιού του Πατρός και την αποδοχή της ή την απόρριψή της από ανθρώπους του ίδιου ακροατηρίου. Στην ουσία διαφαίνεται η προβληματική του χριστολογικού ζητήματος που απασχόλησε την πατερική γραμματεία. Χαρακτηριστική είναι η κατανόηση των πατέρων της εκκλησίας: «Εἷς Θεὸς͵ ὅτι καὶ Πατήρ· εἷς Θεὸς δὲ καὶ ὁ Υἱὸς͵ καὶ οὐ δύο θεοὶ«[42].

Και στο ζήτημα της πίστεως στον Ιησού ως τον Υιό και τον Θεό ως τον Πατέρα ιδιαίτερο ενδιαφέρον συγκεντρώνει ένα επίσης ερμηνευτικό κείμενο από το Μεγάλο Μιδράς στην Έξοδο, το Έξοδος Ραμπά[43]. Το απόσπασμα είναι μια ερμηνευτική τοποθέτηση του Ραβί Αμπάχου στην πρώτη φράση του Δεκαλόγου. Ο ραβί Αμπάχου έζησε στην Καισάρεια της Παλαιστίνης στα μέσα του 3ου αιώνα και είναι πιθανό ότι γνώριζε τον Ωριγένη ή το έργο του. Φαίνεται ότι κατείχε τα ελληνικά και σώζονται πολλές αντιπαραθέσεις του με τους αιρετικούς, τους λεγόμενους minim.  Στο σχόλιό του ερμηνεύει την πρώτη εντολή του Δεκαλόγου για την αποκλειστικότητα της λατρείας του Θεού μέσω του μονοθεϊστικού κηρύγματος του Δευτεροησαΐα (Ησα. 44,6)[44].

ד»א אנכי ה” אלהיךא»ר אבהומשללמלך נסר ודם מולך ויש לו אב או אחאמר הק»בה אני איני כן אני ראשון שאין לי אב

ואני אחרון שאין לי  בן

ומבלעדי  אין  אלהים שאין  לי אח

(Λέει η Γραφή): «Εγώ είμαι ο κ(ύριος) ο Θεός σου» (Εξ. 20,1).Λέει ο ραβί Αμπάχου: Μια παραβολή για έναν βασιλιά με σάρκα και αίμα. Κυβερνά και έχει πατέρα ή αδελφό.  Λέει ο Άγιος, ας είναι Ευλογητός! Εγώ δεν είμαι έτσι (Ησα. 44,6). Εγώ είμαι ο πρώτος και δεν έχω Πατέρα. Και Εγώ είμαι ο έσχατος και δεν έχω Υιό και εκτός από Εμένα δεν υπάρχει Θεός, ούτε έχω αδελφό.

Στα πλαίσια αυτής της στενής σχέσης της μυθοπλασίας για τον ρωμαίο στρατιώτη Πανθήρα ή Παντέρα ως πατέρα του Ιησού και της άρνησης της ενσάρκωσης του Υιού και Λόγου του Θεού, αλλά και της σπουδαιότητας του τετάρτου ευαγγελίου για τα πλαίσια αυτής της σύγκρουσης, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι αφορμή για την σύζευξη αυτού του ονόματος με τον Ιησού ίσως δεν ήταν ο όρος «παρθένος» της προφητείας του Ησαΐα, αλλά η διδασκαλία της ενσάρκωσης του Χριστού, του υιού του Θεού του ζώντος. Είναι σαφές ότι πρόκειται για μια αντίδραση στο κήρυγμα της Εκκλησίας, ένα κήρυγμα που αποκρυσταλλώνεται με την μαρτυρία του τετάρτου Ευαγγελίου και των Επιστολών του Ιωάννη[45], όπου ο Ιησούς δεν κατανοείται απλά ως ο Χριστός, αλλά ως ο Υιός και ο Θεός ως ο Πατήρ. Ίσως θα πρέπει να αναζητηθεί ως αφετηρία αυτής της πολεμικής μυθοπλασίας  μια ομολογία ή μια επίκληση στον Ιησού, τον Υιό και τον Θεό ως τον Πατέρα, δηλαδή επίκληση η ομολογία στον Ιησού τον Υιό του Πατρός. Ενώ, ο Ιησούς θεωρεί ότι εκείνοι που δεν τον αναγνωρίζουν ως τον Υιό έχουν πατέρα τους τον διάβολο[46], ως απάντηση των παραπάνω φαίνεται ότι κατασκευάστηκε μια ανάλογη κατηγορία για τον πατέρα του Ιησού, αντί για τον Θεό Πατέρα. Μόνο που ο ελληνικός όρος «Πατήρ-Πατρός-Πατέρα» μετατράπηκε σε Παντέρα, το όνομα ενός αλλοεθνή, στρατιώτη του πιο μισητού εχθρού στους Ιουδαίους της εποχής. Άλλωστε, το φαινόμενο της σατιρικής διαστρέβλωσης ξένων πολλές φορές ειδωλολατρικών λέξεων ή ονομάτων είναι αρκετά συχνό όχι μόνο στην Π.Δ., αλλά και στον ραβινικό Ιουδαϊσμό[47].

????????????????????????????????????

[1] 1 Κορ 15,4-8.

[2] Λουκ 24,2-3.

[3] Ματθ 27,62-66.

[4] Ματθ 28,11-15.

[5] Η πολεμική αυτή για την ανάσταση του Χριστού συναντάται και στον Διάλογο προς Τρύφωνα (108,2) του φιλοσόφου και μάρτυρος Ιουστίνου κατά τον 2ο αιώνα.

[6] Κ. ΣΙΑΜΑΚΗ, Εξωχριστιανικές Μαρτυρίες για τον Χριστό και τους Χριστιανούς, Αθήναι 2000, σελ. 68-69.

[7] Σύμφωνα με το Λεξικό του αλεξανδρινού φιλολόγου Ησυχίου (Σίγμα 1125) «σκότιος» χαρακτηρίζεται «ὁ λάθρα γεννηθεὶς τῶν γονέων τῆς κόρης. τοὺς γὰρ μὴ ἐκ φανερᾶς͵ λαθραίας δὲ μίξεως γεγονότας σκοτίους ἐκάλουν͵ ἔνιοι παρθεν(ί)ους͵ ἄλλοι κοριναίους«.

[8] Ματθ 1,23 & Ησα 7,14.

[9] P. SCHÄFER, Jesus in the Talmud, Princeton 2007, σελ. 20

[10] Ματθ 27,63.

[11] R. T. HERFORD, Christianity in Talmud and Midrash, New York 1903, σελ.  345.

[12] Πραξ. 21,38. Ιωσ. Αρχ. 20,8.6. & Ιουδ. Πολ. 2, 13.5.

[13] Μ. GOLDSTEIN, «Judeo-Arabic Versions of Toledot Yeshu», στο Ginzei Qedem 6 (2010), σελ. 9-42.

[14] Ρ. ΓΚΡΕΪΒΣ -Ρ. ΠΑΤΑΪ, Εβραϊκοί Μύθοι, Αθήνα 1991, σελ. 59-63.

[15] ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ, Πανάριον 3, 457: «οὗτος μὲν γὰρ ὁ Ἰωσὴφ ἀδελφὸς γίνεται τοῦ Κλωπᾶ͵ ἦν δὲ υἱὸς τοῦ Ἰακώβ͵ ἐπίκλην δὲ Πάνθηρ καλουμένου· ἀμφότεροι οὗτοι ἀπὸ τοῦ Πάνθηρος ἐπίκλην γεννῶνται«.

[16] ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, 87,32-35: «Ἐκ τῆς σειρᾶς τοίνυν τοῦ Νάθαν τοῦ υἱοῦ Δαυὶδ Λευὶ ἐγέννησε τὸν Μελχὶ καὶ τὸν Πάνθηρα· ὁ Πάνθηρ ἐγέννησε τὸν Βαρπάνθηρα οὕτως ἐπικληθέντα. Οὗτος ὁ Βαρπάνθηρ ἐγέννησε τὸν Ἰωακείμ͵ Ἰωακεὶμ ἐγέννησε τὴν ἁγίαν θεοτόκον«.

[17] Πολύ ιδιαίτερος είναι ο ρόλος των λαβάρων αυτών στο πρώτο μέρος του απόκρυφου  ευαγγελίου του Νικοδήμου, τις λεγόμενες Πράξεις ή Άκτα Πιλάτου (1,5). Στην παρουσία του Ιησού στο πραιτώριο τα λάβαρα λυγίζουν μπροστά στον Ιησού για να τον προσκυνήσουν. βλ. Κ. ΜΠΟΖΙΝΗ: «Ευαγγέλιο Νικοδήμου«, στο Ι. ΚΑΡΑΒΙΔΟΠΟΥΛΟΥ, Απόκρυφα Χριστιανικά Κείμενα, Α΄ Απόκρυφα Ευαγγέλια, Θεσσαλονίκη 2001, σελ. 176-178.

[18] Βλ. το λήμμα «Signum» στο W. MARTINI, Sachwörterbuch der Klassischen Archäologie, Stuttgart 2003, σελ. 307.

[19] P. SCHÄFER, Jesus in the Talmud, Princeton 2007, σελ. 98.

[20] ΩΡΙΓΕΝΗΣ, Τῶν εἰς τό κατά Ιωάννην εὐαγγέλιον ἐξηγητικῶν τομ. 20. 16.130 (PG 14, 608)

[21] D. JAFFE: «The Virgin Birth of Jesus in the Talmudic Context», στο Laval théologique et philosophique,  68, 2012 σελ. 579.

[22] Για την παράδοση του Ιησού ως υιού του τέκτονος βλ. Δ. ΚΥΡΤΑΤΑ: «Πως ο Ιησούς έγινε μαραγκός», στο έργο του ιδίου: Απόκρυφες Ιστορίες – Μύθοι και Θρύλοι από τον κόσμο των πρώτων Χριστιανών, Αθήνα 2003, σελ. 43-53.

[23] J. MAIER: Judentum von A-Z, Glauben, Geschichte, Kultur, Erftstadt 2001, σελ. 231.

[24] P. M. HEAD, «The Nazi Quest for an Aryan Jesus», στο Journal for the Study of the Historical Jesus 2004, τ. 2, σελ. 55-89.

[25] Για μια πληρέστερη ανάλυση του φαινομένου βλ. Δ. ΟΥΛΗ,»Η ελληνοποίηση» του Ιησου ως παράδειγμα «μετανεωτερικού»  εθνικισμού, στην Θεολογία, τόμ. 82 (2011), τεύχ. 3. σελ. 291-313.

[26] Ιωαν 8,41.

[27] ΙΓΝΑΤΙΟΣ, Προς Τραλλιανούς 2,6.3.

[28] De spectaculis XXX,6: «hic est ille, dicam, fabri aut quaestuariae filius, sabbati destructor, Samarites et daemonium habens; hic est quem a Iuda redemistis, hic est ille harundine et colaphis diverberatus, sputamentis dedecoratus, felle et aceto potatus; hic est, quem clam discentes subripuerunt, ut surrexisse dicatur, vel hortulanus detraxit, ne lactucae suae frequentia commeantium adlaederentur«.

[29] βλ. Κ. ΜΠΟΖΙΝΗ: «Ευαγγέλιο Νικοδήμου«, στο Ι. ΚΑΡΑΒΙΔΟΠΟΥΛΟΥ, Απόκρυφα Χριστιανικά Κείμενα Α΄ Απόκρυφα Ευαγγέλια, Θεσσαλονίκη 2001, σελ. 180.

[30] Ιωαν 8,48.

[31] Ιωαν 10,21.

[32] Ματθ 11,18.

[33] Ιωαν 10.17-21: «διὰ τοῦτό με ὁ πατὴρ ἀγαπᾷ ὅτι ἐγὼ τίθημι τὴν ψυχήν μου͵ ἵνα πάλιν λάβω αὐτήν. 18 οὐδεὶς αἴρει αὐτὴν ἀπ΄ ἐμοῦ͵ ἀλλ΄ ἐγὼ τίθημι αὐτὴν ἀπ΄ ἐμαυτοῦ. ἐξουσίαν ἔχω θεῖναι αὐτήν͵ καὶ ἐξουσίαν ἔχω πάλιν λαβεῖν αὐτήν· ταύτην τὴν ἐντολὴν ἔλαβον παρὰ τοῦ πατρός μου.19 Σχίσμα πάλιν ἐγένετο ἐν τοῖς Ἰουδαίοις διὰ τοὺς λόγους τούτους.20 ἔλεγον δὲ πολλοὶ ἐξ αὐτῶν͵ Δαιμόνιον ἔχει καὶ μαίνεται· τί αὐτοῦ ἀκούετε;21 ἄλλοι ἔλεγον͵ Ταῦτα τὰ ῥήματα οὐκ ἔστιν δαιμονιζομένου· μὴ δαιμόνιον δύναται τυφλῶν ὀφθαλμοὺς ἀνοῖξαι;«.

[34] Πραξ. 5,34-39.

[35] P. SCHÄFER, Jesus in the Talmud, Princeton 2007, σελ. 99.

[36] Ο συνδυασμός ειδωλολατρίας και πορνείας είναι μια βιβλική αντίληψη (Ιερ. 2,20. 3,6 & Ιεζ. 20,30), την οποία συνεχίζει ο ραβινικός Ιουδαϊσμός για να προσδιορίσει την Avoda Zara. βλ. D. JAFFE: «The Virgin Birth of Jesus in the Talmudic Context», στο Laval théologique et philosophique, 68, 2012 σελ. 587-590.

[37] Ματθ 26,63.

[38] Λευ. 24,16.

[39] Ιωαν 5,18.

[40] Το Μιδράς Pesiqta Rabbati  είναι μια συλλογή κηρυγμάτων για μεγάλες εορτές και Σάββατα.  Ο χαρακτήρας αυτός καθιστά σαφές ότι το έργο βασίζεται σε αρχαιότερα έργα, Μιδρασίμ και συλλογές ομιλιών. Αν και δεν υφίσταται μια γενικά αποδεκτή χρονολόγηση, στο έργο διασώζονται αρκετά παλαιές παραδόσεις. βλ. G. STEMBERGER, Einleitung in Talmud und Midrasch, München 81992, σελ. 292-297.

[41] Pesiqta Rabbati 21 (100b-101a).

[42] Μ. Βασιλείου, ΟΜΙΛΙΑ ΚΔ, Κατὰ Σαβελλιανῶν͵ καὶ Ἀρείου͵ καὶ τῶν Ἀνομοίων. (PG 31, 605)

[43] Πρόκειται για ένα Μιδράς που διαμορφώνεται ως συλλογή ομιλιών στις περικοπές ανάγνωσης της Πεντατεύχου, σύμφωνα με το Παλαιστινό σύστημα διαίρεσης. Αν και χρονολογείται ως αυτόνομο έργο μετά τον 10ο αιώνα είναι σαφές ότι αποτελείται από αρχαιότατο υλικό, όπως για παράδειγμα το συγκεκριμένο απόσπασμα του ραβί Αμπάχου. βλ. G. STEMBERGER, Einleitung in Talmud und Midrasch, München 81992, σελ. 303-304.

[44] Shemmoth Rabba 29,5 (51b).

[45] Η 2η Επιστολή του Ιωάννου είναι το κατεξοχήν κείμενο ονομασίας του Ιησού, ως Υιού του Πατρός Β΄Ιωαν 3: «ἔσται μεθ΄ ἡμῶν χάρις ἔλεος εἰρήνη παρὰ θεοῦ πατρός͵ καὶ παρὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ υἱοῦ τοῦ πατρός͵ ἐν ἀληθείᾳ καὶ ἀγάπῃ«.

[46] Ιωαν. 8,41-44.

[47] Τα έτη 132-135 μ.Χ. εμφανίστηκε μια ελπίδα στην Ιουδαία με έναν μεσσία, τον οποίο στήριξαν σπουδαίοι εκπρόσωποι του ραβινικού Ιουδαϊσμού, όπως ο ραβί Ακίμπα. Από τον κύκλο του πήρε το μεσσιακό όνομα bar Kochba (υιός του άστρου). Η επανάσταση απέτυχε και απογοήτευσε ακόμη περισσότερο το έθνος, επειδή ο αυτοκράτορας Ανδριανός απαγόρευσε στους Ιουδαίους ακόμα και την είσοδο στην Αγία Πόλη. Έτσι ο ψευδομεσσίας από bar Kochba (υιός του άστρου) αναφέρεται σκωπτικά στις μεταγενέστερες πηγές ως bar Kosiba (υιός του ψεύδους).

Profile photo of Moschos Gkoutzioudis;Μόσχος Γκουτζιούδης

Σχετικά με Moschos Gkoutzioudis;Μόσχος Γκουτζιούδης

Επίκ. Καθ. Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ
Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ. Ετικέτες: . Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.

Τα σχόλια έχουν κλείσει.