Παναγιώτης Ἰ. Σκαλτσῆς, Τό Παλαιοδιαθηκικό ὑπόβαθρο τῆς λειτουργικῆς Ὑμνογραφίας. Τό παράδειγμα τῶν Κανόνων τῆς ἑορτῆς τῆς Ἀναλήψεως

Konstantinou_9

Η εισήγηση του Προέδρου του Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ στην επιστημονική ημερίδα προς τιμήν του Καθηγητή της Παλαιάς Διαθήκης κ. Μιλτιάδη Κωνσταντίνου με θέμα: «Η μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης. Πρόκληση ή αναγκαιότητα;»

Σέ ἕνα ἀπό τά νεότερα κείμενά του ὁ τιμώμενος σήμερα Καθηγητής τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης κ. Μιλτιάδης Κωνσταντίνου μεταξύ τῶν ἄλλων σημειώνει καί τά ἑξῆς: «Ἂν εἶναι ἀλήθεια τό ὅτι ἡ χριστιανική πίστη δέν ἀποτελεῖ τό προϊόν φιλοσοφικῶν ἀναζητήσεων σέ καθαρά θεωρητικό ἐπίπεδο, ἀλλά στηρίζεται στήν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ μέσα στήν ἀνθρώπινη Ἱστορία, ἡ ἑνότητα τῶν δύο Διαθηκῶν εἶναι ἀδιαμφισβήτητη. Δέν εἶναι τυχαῖο τό γεγονός ὅτι ὅλες οἱ ἀρχαῖες χριστιανικές αἱρέσεις πού ἐμφανίζουν πλατωνική ἐπίδραση πολέμησαν μέ ἰδιαίτερο πάθος τήν Παλαιά Διαθήκη, ἀκριβῶς γιατί σέ αὐτήν κατά κύριο λόγο φαίνεται καθαρά ἡ ἱστορική διάσταση τῆς ἀποκάλυψης τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀπόρριψη τοῦ πρώτου μέρους τῆς χριστιανικῆς Βίβλου, ὡς ἰουδαϊκοῦ ἔργου καί ἑπομένως ὄχι ἀπαραίτητου γιά τή χριστιανική πίστη, ἰσοδυναμεῖ μέ σαφῆ διάκριση ἀνάμεσα στόν Θεό τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί σέ ἐκεῖνον πού ἀποκαλύπτεται μέσω τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στήν Καινή Διαθήκη. Μία τέτοια διάκριση ὅμως δέν κλονίζει ἁπλῶς τή βασική ἀρχή πού διαφοροποιεῖ τή χριστιανική πίστη ἀπό ὅλες τίς θρησκεῖες, τό ὅτι δηλαδή ὁ Θεός ἀποκαλύπτεται μέσα στήν ἀνθρώπινη Ἱστορία, ἀλλά ὁδηγεῖ καί σέ μιά ἐντελῶς διαφορετική εἰκόνα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί καθιστᾶ ἄνευ ἀντικειμένου τή σωτηρία πού ἐπαγγέλλεται. Αὐτό τό ἀντιλαμβάνεται κανείς εὔκολα, ἂν ἐπιχειρήσει νά ἀφαιρέσει ἀπό τήν Καινή Διαθήκη τά χωρία ἐκεῖνα πού ἀναφέρονται στήν Παλαιά (στίς περισσότερες ἐκδόσεις τῆς Κ.Δ. τά συγκεκριμένα χωρία ἐπισημαίνονται μέ διαφορετικά γράμματα). Θά διαπιστώσει τότε ὅτι δέν ἀπομένει ἀπό τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ παρά μόνον ἡ εἰκόνα ἑνός περιπλανώμενου θαυματοποιοῦ ἢ, στήν καλύτερη περίπτωση, ἑνός δασκάλου φιλοσοφικῶν ἀληθειῶν, ὁ ὁποῖος κατορθώνει πάντοτε νά ἀνατρέπει μέ ἑτοιμότητα τά ἐπίσης φιλοσοφικά ἐπιχειρήματα τῶν συνομιλητῶν του. Ἀλλά μιά τέτοια εἰκόνα τοῦ Ἰησοῦ εἶναι ξένη πρός τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας γι’αυτόν»[1].

Γιά τούς λόγους γιά τούς ὁποίους, σύμφωνα μέ τό παραπάνω κείμενο, δέν μπορεῖ νά διαρραγεῖ ἡ ἑνότητα μεταξύ τῶν δύο Διαθηκῶν, γιά τούς ἴδιους δέν μπορεῖ νά διαρραγεῖ ἡ σχέση Βίβλου καί θείας Λατρείας. Ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στήν Ἱστορία καί γιά τήν ἐν Χριστῷ τοῦ ἀνθρώπου σωτηρία διατυπώνεται στήν Ἁγία Γραφή καί ἱερουργεῖται στή Λατρεία. Ἡ ὑμνογραφία τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελεῖ ἀκριβῶς τό ἐκφραστικό ὄχημα τῆς λειτουργικῆς ἀναφορᾶς τῶν βιβλικῶν ἀληθειῶν καί νοημάτων. Δέν εἶναι ἄλλωστε τυχαῖο τό ὅτι «τό σύνολο τῶν Ἀκολουθιῶν (τῆς Ὀρθοδόξου Λατρείας) ἀποτελεῖται ἀπό χωρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἀπό παραφράσεις τους καί σχόλια πάνω σ’ αὐτά»[2].

Πρός ἐπίρρωση τῶν παραπάνω καί γιά τίς ἀνάγκες τοῦ παρόντος Συνεδρίου θά ἀναφερθοῦμε στή συνέχεια στό περιεχόμενο τροπαρίων τῶν Κανόνων τῆς Ἀναλήψεως, ἡ ὁποία ἔχει δύο Κανόνες· ὁ πρῶτος εἶναι σέ ἦχο πλ.α΄, ποίημα Ἰωάννου Μοναχοῦ καί ὁ δεύτερος εἶναι σέ ἦχο δ΄, ποίημα Ἰωσήφ τοῦ Θεσσαλονίκης.

Konstantinou_128

α) Τήν πρώτη εἰκόνα ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη σέ σχέση μέ τό μυστήριο τῆς ἑορτῆς τῆς Ἀναλήψεως[3] μᾶς τή δίδει τό δεύτερο τροπάριο τῆς πρώτης ᾠδῆς τοῦ πρώτου Κανόνα· «Ἄσωμεν πάντες, λαοί, τῷ ἐπί ὤμων Χερουβίμ ἀναληφθέντι, μετά δόξης Χριστῷ, καί συγκαθίσαντι ἡμᾶς ἐν δεξιᾷ τοῦ Πατρός, ᾠδήν ἐπινίκιον, ὅτι δεδόξασται». Τό Καινοδιαθηκικό ἀνάγνωσμα καί συγκεκριμένα ἡ σχετική περικοπή ἀπό τίς Πράξεις[4] κάνει λόγο γιά νεφέλη ἡ ὁποία «ὑπέλαβεν αὐτόν ἀπό τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν» [5], μία νεφέλη δηλαδή τόν ἔκρυψε ἀπό τά μάτια τῶν μαθητῶν καθ’ ἣν στιγμήν ὁ Χριστός ἀνυψωνόταν πρός τόν οὐρανό. Στή θέση τῆς νεφέλης ὁ ὑμνογράφος στό ὡς ἄνω τροπάριο βάζει τά Χερουβίμ, ἐπί τῶν ὤμων τῶν ὁποίων ὁ Χριστός ἀνελήφθη μετά δόξης. Ἡ εἰκόνα εἶναι ἀπό τόν μεσσιανικό ψαλμό, τόν 17ο, στίχ. 11, «καί ἐπέβη ἐπί Χερουβίμ καί ἐπετάσθη, ἐπετάσθη ἐπί πτερύγων ἀνέμων», στά Χερουβίμ δηλαδή ἀνέβηκε καί πέταξε, πέταξε πάνω στῶν ἀνέμων τά  φτερά. Ἀνάλογη εἰκόνα ὑπάρχει καί στό βιβλίο τοῦ Ἰεζεκιήλ· «Ἀνέλαβον τά Χερουβίμ τάς πτέρυγας αὐτῶν καί ἐμετεωρίσθησαν ἀπό τῆς γῆς ἐνώπιόν μου καί οἱ τροχοί ἐχόμενοι αὐτῶν, καί ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ Ἰσραήλ ἐπ’ αὐτῶν ὑπεράνω»[6].

Ὁ ὑμνογράφος συνδέει – ταυτίζει προφανῶς τή νεφέλη μέ τό ἀγγελολογικό στοιχεῖο τό ὁποῖο μέ τόν ἕνα ἢ τόν ἄλλο τρόπο εἶναι παρόν στό ἔργο τῆς ἐν Χριστῷ θείας Οἰκονομίας. Τόσο τά Χερουβίμ, ὅσο καί τά Σεραφείμ, ὡς ἀγγελιοφόρος τῆς χάρης ἔχουν ὡς ἀποστολή νά ἐξασφαλίσουν τή θεία ἁγιότητα καί νά καταστήσουν δυνατή τή μεταβολή της χωρίς κίνδυνο στόν ἄνθρωπο»[7]. Στήν προκειμένη περίπτωση στά Χερουβίμ, τά πολυπρόσωπα καί πολυόμματα[8], γνωστά γιά τήν ταχύτητα καί τήν γρηγοράδα τῆς κίνησής των κάθεται ἡ δόξα τοῦ Κυρίου καθώς ἀνοίγουν τά φτερά τους κι ἀρχίζουν νά σηκώνονται ἀπό τή γῆ πρός τόν οὐρανό. Στήν ἐπί τῶν πτερύγων τῶν Χερουβίμ διαφαινόμενη δόξα τοῦ Θεοῦ ἀναφέρεται καί τό κείμενο τῆς Ἐξόδου, ὅπου περιγράφεται ἡ εἰκόνα τῶν δύο Χερουβίμ στά Ἅγια τῶν Ἁγίων τῆς Σκηνῆς· «Καί γνωσθήσομαί σοι ἐκεῖθεν, καί λαλήσω σοι ἄνωθεν τοῦ ἱλαστηρίου ἀναμέσου τῶν δύο  Χερουβίμ τῶν ὄντων ἐπί τῆς Κιβωτοῦ τοῦ Μαρτυρίου» [9].

Konstantinou_49

β) «Αἱ τῶν ἀγγέλων Δυνάμεις ταῖς ἀνωτέραις ἐβόων· πύλας ἄρατε Χριστῷ τῷ ἡμετέρῳ βασιλεῖ, ὃν ἀνυμνοῦμεν ἅμα σύν Πατρί καί Πνεύματι». Τό περιεχόμενο τοῦ τροπαρίου αὐτοῦ τῆς τέταρτης ᾠδῆς τοῦ πρώτου Κανόνα τῆς ἑορτῆς τῆς Ἀναλήψεως συμπληρώνει τά ὅσα ἀναφέρθηκαν κατά τό σχολιασμό τοῦ προηγούμενου ὕμνου. Ἐδῶ ὁ ποιητής κάνει λόγο γιά τίς κατώτερες ἀγγελικές Δυνάμεις οἱ ὁποῖες διακονοῦσαν τόν Κύριο στή γῆ καί ἀνῆλθαν σύν τῷ Κυρίῳ ἐν τῷ ἀέρι. Οἱ Δυνάμεις αὐτές διαλέγονται μέ τούς ἀνώτερους Ἀγγέλους, τούς ἄρχοντες τοῦ δευτέρου οὐρανοῦ (ἤτοι τοῦ στερεώματος), προστάζοντάς τους ν’ ἀνοίξουν τίς πύλες τοῦ ἄνω στερεώματος γιά νά εἰσέλθει ὁ βασιλεύς τῆς δόξης Χριστός· οἱ δέ τοῦ στερεώματος ἀνώτεροι, ἐπειδή ἔβλεπαν τόν Κύριο νά ἀνεβαίνει μέ σῶμα, τό ὁποῖο δέν εἶχε ὅταν ἐκατέβη, ἐρωτοῦν τούς προστάζοντες κατωτέρους· «Τίς ἐστιν οὗτος ὁ βασιλεύς τῆς δόξης;». Εἶναι σαφές ὅτι ὁ διάλογος αὐτός στηρίζεται στόν δοξολογικό ὕμνο, ψαλμό 23, στίχ. 7-10, ὁ ὁποῖος ἀξιοποιεῖται εὐρύτερα στή θεία Λατρεία[10].

γ) «Σέ τῶν ἀσωμάτων τάξεις Χριστέ ὁ Θεός, ἐν νεφέλαις αἰρόμενον, ἰδοῦσαι ἐκραύγαζον· τῷ τῆς δόξης βασιλεῖ πύλας ἄρατε». Ὁ ἐν λόγῳ ὕμνος ἀπό τήν ἔνατη ᾠδή, σέ συνέχεια τοῦ προαναφερθέντος τροπαρίου τῆς τέταρτης ᾠδῆς, φαίνεται νά κάνει μία διάκριση μεταξύ νεφελῶν καί Ἀγγέλων. Ἄλλες δηλαδή νά ἦταν οἱ νεφέλες καί ἄλλοι οἱ Ἄγγελοι. Οἱ νεφέλες δέ αὐτές δέν ἦταν φυσικές καί σκοτεινές, ἀλλά ὑπερφυσικές καί φωτεινές· «καθότι ὅπου Θεός φαίνεται, ὡς ἐπί τό πλεῖστον μετά νεφέλης φαίνεται» [11].

δ) Κατά τήν εὐαγγελική περικοπή μετά τήν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου οἱ μαθητές «ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλήμ μετά χαρᾶς μεγάλης» [12]. Ἡ χαρά αὐτή εἶναι γιά τή δόξα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, διότι στούς οὐρανούς ὁ Κύριος ἀνεβαίνει μέ τό σῶμα Του τό ἀνθρώπινο, μέ τήν θεωθεῖσα σάρκα. Σ’ αὐτόν τόν θρίαμβο τοῦ ἀνθρώπου ἀναφέρεται καί ἡ ὑμνογραφία τῆς ἑορτῆς[13], ὅπως π.χ. τό δοξαστικό τῶν ἀποστίχων τοῦ Ἑσπερινοῦ τοῦ πλ. β΄ ἤχου· «Ἀνέβη ὁ Θεός έν ἀλαλαγμῷ, Κύριος ἐν φωνῇ σάλπιγγος, τοῦ ἀνυψῶσαι τήν πεσοῦσαν εἰκόνα τοῦ Ἀδάμ».

Konstantinou_166

Τό ἴδιο καί τό τροπάριο τῆς πρώτης ᾠδῆς τοῦ δεύτερου Κανόνα τῆς ἑορτῆς· «Βοᾷ ἐμφανέστατα, ψάλλων ὁ Δαβίδ ὁ θεόπνευστος. Ἀνέβη ὁ Κύριος, πρός τά οὐράνια, ἐν ἀλαλαγμῷ καί σάλπιγγος ἠχήσει, καί πρός τόν ἀρχίφωτον Πατέρα ἔφθασεν». Ὁ ποιητής ἐμπνέεται ἐδῶ ἀπό τόν 46ο δοξολογικό ὕμνο – ψαλμό «Πάντα τά ἔθνη κροτήσατε χεῖρας, ἀλαλάξατε τῷ Θεῷ ἐν φωνῇ σάλπιγγος» [14]. Ὅλοι οἱ λαοί χειροκροτῆστε, δοξάστε τόν Θεό μ’ ἀλαλαγμούς χαρᾶς… Στόν θρόνο του ἀνέβηκε ὁ Θεός μες σέ φωνές ἀλαλαγμοῦ, ὁ Κύριος μές στούς ἤχους τῆς σάλπιγγας.

Ὁ ψαλμός αὐτός ἀποτελοῦσε μέρος κάποιου τυπικοῦ ἀνανέωσης τῆς Διαθήκης, στό πλαίσιο μιᾶς ἀπό τίς μεγάλες γιορτές τοῦ Ἰσραήλ, πιθανότατα τῆς γιορτῆς τῆς Σκηνοπηγίας[15]. Στή λειτουργική ἑρμηνευτική παράδοση ὁ ἐν λόγῳ ψαλμός συνδέθηκε μέ τήν ἑορτή τῆς Ἀναλήψεως καί θεωρεῖται ὕμνος ἐπινίκιος στό Χριστό. Ἔτσι βλέπουμε νά ἀξιοποιεῖται ἐκτός ἀπό τά τροπάρια τοῦ Κανόνα, στά Ἀντίφωνα τῆς θείας Λειτουργίας, ἀλλά καί ὡς Εἴσοδικό. Κατά μίαν δέ ἑρμηνείαν ὁ ἀλαλαγμός καί ἡ φωνή σάλπιγγος εἶναι τά λόγια ἐκεῖνα τῶν Ἀγγέλων ἀπό τόν 23ο ψαλμό, μέ τά ὁποῖα οἱ κατώτεροι Ἄγγελοι δίδουν εἴδηση στούς ἀνωτέρους νά ἑτοιμάσουν τίς οὐράνιες πύλες γιά νά εἰσέλθει ὁ νικητής Χριστός· «Ἄρατε πύλας οἱ ἄρχοντες ἡμῶν…» κ.λπ.[16] «Ἐπάρατε πύλας οὐρανίους – κατά τό τροπάριο τῆς τρίτης ᾠδῆς, ἰδού παραγέγονε Χριστός, ὁ βασιλεύς καί Κύριος, σῶμα φορέσας γήϊνον, ταῖς ἀνωτέραις ἔλεγον δυνάμεσιν αἱ κατώτεραι». Σηκῶστε καί κάντε ὑψηλότερες τίς πύλες τοῦ οὐρανοῦ, ἐπειδή ἔρχεται γιά νά περάσει ὁ βασιλεύς Χριστός, σῶμα φορῶν ἀνθρώπινο. Χρειάζεται νά εἰσέλθει βασιλικῶς μέ προπομπή καί μεγαλοπρέπεια.

ε) «Ξένη σου ἡ Γέννησις, ξένη σου ἡ Ἀνάστασις, ξένη καί φρικτή σου ζωοδότα, ἡ ἐκ τοῦ ὄρους θεία Ἀνάληψις· ἣν ἐξεικονίζων Ἠλιού, τέθριππος ἀνήρχετο, ἀνυμνῶν σε φιλάνθρωπε». Πρόκειται γιά τροπάριο τῆς πέμπτης ᾠδῆς τοῦ δεύτερου Κανόνα, τό ὁποῖο ἀναφέρεται στό μυστήριο τῆς ἐνσάρκου θείας Οἰκονομίας, τό παράδοξο μυστήριο πού ξενίζει τόν νοῦν ἐκείνων πού τό ἀκοῦνε. Οἱ Παλαιοδιαθηκικοί ὑπαινιγμοί εἶναι καί ἐδῶ χαρακτηριστικοί. Ὁ Σολομών ὀνόμασε «ξένην γεῦσιν» τήν ὀρτυγομήτρα πού ἔπεσε μέσα στήν παρεμβολή τῶν Ἰσραηλιτῶν· «Ξένην γεῦσιν, τροφήν ἡτοίμασας ὀρτυγομήτραν» [17]. Ξένο θάνατο ὀνομάζει τόν ἐν τῇ Ἐρυθρᾷ καταποντισμό τῶν Αἰγυπτίων, ὡς μή κατά τούς νόμους τῆς φύσεως γενόμενον· «Καί ὁ μέν λαός σου παράδοξον ὁδοιπορίαν περάσῃ, ἐκεῖνοι δέ (οἱ Αἰγύπττιοι) ξένον θάνατον εὕρωσι» [18].

Τά ὡς ἄνω παράξενα γεγονότα ὁ μελωδός ἐπιστρέφει πρός τόν Κύριο μέ τήν ἔννοια ὅτι «εἰς τόν Θεόν γάρ τόν τῶν παραδόξων καί ξένων ἔργων Ποιητήν πρέπουσι τά ξένα καί παράδοξα θαύματα». Στό πνεῦμα αὐτό καί τήν φρικτή Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου προεικόνιζε ὁ Προφήτης Ἠλίας, ὁ ὁποῖος ἀνέβη μέ ἄμαξα πύρινη καί μέ τέσσερα ἄλογα πύρινα στόν οὐρανό· «Καί ἰδού, φησίν, ἅρμα πυρός καί ἵπποι πυρός καί διέστειλαν ἀνά μέσον ἀμφοτέρων, καί ἀνελήφθη Ἠλιού ἐν συσσεισμῷ ὡς καί τόν οὐρανόν» [19].

στ) Ἀπό τόν Προφήτη Ἠσαΐα εἶναι ἐμπνευσμένο τό πρῶτο τροπάριο τῆς ἕκτης ᾠδῆς αὐτοῦ τοῦ Κανόνα. «Ρανάτωσαν  ἡμῖν ἄνωθεν, νεφέλαι εὐφροσύνην αἰώνιον· Χριστός νεφέλη γάρ, ὡς Χερουβίμ ἐποχούμενος, πρός τόν αὐτοῦ Πατέρα ἄνεισι σήμερον». Ἀς ράνουν δηλαδή σέ μᾶς ἀπό τήν ἄνωθεν ἀτμόσφαιρα οἱ αἰσθητές νεφέλες εὐφροσύνη παντοτινή, ἐπειδή ὁ Δεσπότης Χριστός στήν Ἀνάληψη ἐκάθισε ἐπάνω σέ νεφέλη φωτεινή, ὡς ἐπάνω σέ Χερουβίμ, καί ἔτσι ἀνέβη ἐνδόξως πρός τόν Πατέρα Του. «Εὐφρανθήτω ὁ οὐρανός ἄνωθεν – λέγει ὁ Προφήτης Ἠσαΐας – καί αἱ νεφέλαι ῥανάτωσαν δικαιοσύνην» [20]. Σκορπίστε δηλαδή οὐρανοί δροσιά ἀπ’ τά ὕψη, καί βρέξτε, νέφη, δικαιοσύνη· ἡ γῆ ἂς ἀνοίξει κι ἂς προβάλει ἡ σωτηρία, μαζί ἂς βλαστήσει κι ἡ δικαιοσύνη! Τόση πολλή καί ὑπερβολική εὐφροσύνη ἐπροξένησε ἡ Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, ὥστε καί αὐτές οἱ νεφέλες πρέπει να εὐφρανθοῦν καί νά εὐφρανθοῦν ὄχι μέ πρόσκαιρη εὐφροσύνη, ἀλλά μέ παντοτινή. Καθώς ὁ Κύριος ἔχει νά διαμένει στούς οὐρανούς αἰωνίως, ἔτσι καί οἱ νεφέλες εὐφραίνονται τήν αἰώνια εὐφροσύνη τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου[21].

ζ) Στήν ἴδια ᾠδή, τήν ἕκτη δηλαδή, ὑπάρχει καί τό τροπάριο «Τί ἐρυθρά τά ἱμάτια σαρκός τοῦ ἑνωθέντος παχύτητι; ἅγιοι Ἄγγελοι, Χριστόν ὁρῶντες ἐφθέγγοντο, πάθους τιμίου θεῖα, φέροντα σύμβολα». Σέ ἕνα ἀπό τά Ἀπόστιχα τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς ἀναφέρεται ἐπίσης τό ἴδιο θέμα ὡς ἐρώτημα· «Καί ἵνα τί αὐτοῦ ἐρυθρά τά ἰμάτια; Ἐκ Βοσόρ ἥκει, ὅπερ ἐστί, τῆς σαρκός». Τό περιεχόμενο τῶν ὡς ἄνω ὕμνων στηρίζεται στό κείμενο τοῦ Προφήτη Ἠσαΐου πού ἀναγινώσκεται ὡς δεύτερο ἀνάγνωσμα στήν Ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς τῆς Ἀναλήψεως· «Τίς οὗτος ὁ παραγενόμενος ἐξ Ἐδώμ; ἐρύθημα ἱματίων αὐτοῦ ἐκ Βοσόρ (ἀπό τή Βοσρά), οὗτος ὡραῖος ἐν στολῇ αὐτοῦ; βοᾷ μετά ἰσχύος πολλῆς. Ἐγώ διαλέγομαι δικαιοσύνην καί κρίσιν σωτηρίου. Διά τί σου ἐρυθρά τά ἱμάτια καί τά ἐνδύματά σου ὡς ἀπό πατητοῦ ληνοῦ»[22].

Ἐδῶ τά ἐρυθρά ἱμάτια παραπέμπουν, ὅπως καί ὁ ὑμνογράφος σημειώνει, στά σημάδια τοῦ πάθους τοῦ Κυρίου. Ἀναλαμβανόμενος στόν οὐρανό φέρει στό πανάγιο σῶμα Του τά σημεῖα τοῦ τιμίου πάθους, δηλαδή τίς πληγές τῶν ἥλων στά ἄχραντα χέρια καί πόδια Του, καί τήν πληγή τῆς πλευράς, τήν ὁποίαν ἔλαβε μέ τή λόγχη. Βλέποντες ὅλα αὐτά οἱ Ἄγγελοι ἔλεγαν ἀπορρημένοι, γιατί εἶναι ἐρυθρά (δηλαδή κόκκινα) τά ἱμάτια τοῦ Θεοῦ Λόγου, ὁ ὁποῖος  ἄσαρκος ὤν σαρκώθηκε μέ τή θέλησή Του καί ἑνώθηκε καθ’ ἕνωσιν ὑποστατικήν μέ τήν παχύτητα τῆς ἀνθρώπινης σάρκας. Ὥστε λοιπόν στολή καί φόρεμα τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ ἀνθρωπότης αὐτοῦ· ἐρύθημα δέ καί κοκκινάδι αὐτῆς εἶναι τό χρῶμα τοῦ παναγίου αἵματος, τό ὁποῖο ἔρρευσε ἀπό τήν ἄχραντη πλευρά Του[23].

Konstantinou_187

η) Ὁ τελευταῖος ἀπό τούς ὕμνους πού ἐπιλέξαμε εἶναι ἀπό τήν ἔνατη ᾠδή τοῦ δεύτερου Κανόνα τῆς ἑορτῆς τῆς Ἀναλήψεως· «Ἤρθη ἐμφανῶς ἡ μεγαλοπρέπεια ἄνωθεν τῶν οὐρανῶν, τοῦ σαρκί πτωχεύσαντος, καί συνεδρίᾳ Πατρός τετίμηται, φύσις ἡμῶν ἡ ἔκπτωτος. Πανηγυρίσωμεν, καί συμφώνως πάντες ἀλαλάξωμεν, καί κρατήσωμεν χεῖρας γηθόμενοι». Γιά τήν μεγαλοπρέπεια τοῦ Θεοῦ πού φτάνει ψηλότερα κι ἀπό τούς οὐρανούς κάνει λόγο ὁ ψαλμωδός στον ὄγδοο ψαλμό, στίχος ἕνα· «Κύριε ὁ Κύριος ἡμῶν, ὡς θαυμαστόν τό ὄνομά σου ἐν πάσῃ τῇ γῇ· ὅτι ἐπήρθη ἡ μεγαλοπρέπειά σου ὑπεράνω τῶν οὐρανῶν». Ὁ ὑμνογράφος συνέδεσε τήν μεγαλοπρέπεια, γιά τήν ὁποίαν γίνεται ἀναφορά ἐδῶ, μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καί προσάρμοσε τό ἐν λόγῳ ψαλμικό  χωρίο στήν ἑορτή τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου. Ἡ μεγαλοπρεπής λοιπόν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπτώχευσε καί ταπεινώθηκε κατά τήν σάρκα, ἐπήρθη φανερῶς (μπροστά στά μάτια τῶν μαθητῶν Του) διά τῆς ἐνδόξου Ἀναλήψεως καί ὑψώθηκε ὑπεράνω τῶν οὐρανῶν. Ἡ ἀνθρώπινη φύση ἡ ἔκπτωτος, αὐτή πού ἐξέπεσε ἀπό τή θεία δόξα καί παρρησία, διά τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου τιμήθηκε μέ τήν συγκαθεδρία τοῦ Πατρός. Αὐτός εἶναι καί ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖον ζητεῖται ὁ πανηγυρισμός, ὁ ἐν ἀλαλαγμῷ ἐπινίκιος ὕμνος πού ταιριάζει στήν Ἀνάληψη, ἀλλά καί ἡ χαρά τῆς ψυχῆς ἐκφραζόμενη μέ τόν κρότο τῶν χεριῶν[24].

Ἐπίλογος

Κορυφαῖο πράγματι τό γεγονός τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου καθόσον μέ αὐτό κλείνει ὁ κύκλος τῆς ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ παρουσίας Του. Τό σωτηριῶδες ὅμως ἔργο τοῦ Χριστοῦ συνεχίζεται σέ μία νέα πλέον φάση· «Οὗτος ὁ Ἰησοῦς, ὁ ἀναληφθείς ἀφ’ ὑμῶν – εἰς τόν οὐρανόν, οὗτος ἐλεύσεται πάλιν, ὃν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτόν πορευόμενον εἰς τόν οὐρανόν» [25]. Ὁ ὑμνογράφος τῆς Ἐκκλησίας προσλαμβάνοντας εἰκόνες, νοήματα καί φράσεις ἀπό τό βιβλικό κείμενο, κι ἐδῶ μᾶς ἐνδιαφέρει ἡ ἀναφορά του στήν Παλαιά Διαθήκη, ὑμνολογεῖ ὅλο τό μυστήριο τῆς ἐν Χριστῷ θείας Οἰκονομίας. Γιατί ἀκριβῶς τά ἐπί μέρους ἑορτολογικά γεγονότα ἀποτελοῦν πτυχές τῆς μίας ἑορτῆς, αὐτῆς «τῆς τοῦ Λόγου σαρκώσεως καί τῆς ἡμῶν θεώσως»[26]. Ὅλα νοηματοδοτοῦνται ἀπό τήν ἀλήθεια ὅτι «ὁ καταβάς, αὐτός ἐστι καί ὁ ἀναβάς ὑπεράνω τῶν οὐρανῶν, ἵνα πληρώσῃ τά πάντα [27].

Konstantinou_71

[1] Μιλτιάδη Κωνσταντίνου, Παλαιά Διαθήκη. Ἀποκρυπτογραφώντας τήν πανανθρώπινη κληρονομιά, ἐκδ. «Ἁρμός», Ἀθῆναι 2008, σσ. 47-48.

[2] Παύλου Εὐδοκίμωφ, Ἡ προσευχή τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας (Ἡ βυζαντινή Λειτουργία τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου), ἔκδ. «Ἀποστολικῆς Διακονίας», Ἀθῆναι 1980, σ. 40.

[3] Πρβλ. Δοξαστικό Ἑσπερινοῦ Ἑορτῆς: «Κύριε τό μυστήριον, τό ἀπ’ αἰώνων κεκρυμμένον καί ἀπό γενεῶν πληρώσας…». Ἰωάννου Μ. Φουντούλη, Λογική Λατρεία, ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθήνα 31997, σ. 120.

[4] Πράξ. 1, 1-13.

[5] Πράξ. 1, 9. Περί τῆς νεφέλης στή Γραφή βλ. Λεξικό Βιβλικῆς Θεολογίας, Ἀθήνα 1980, στ. 690-692.

[6] Ἰεζ. 10, 19.

[7] Δημήτρη Καϊμάκη, Θέματα Παλαιοδιαθηκικῆς Θεολογίας, ἐκδ. SIMBO, Θεσσαλονίκη 1999, σ. 62.

[8] Ἰεζ. 10, 8-22.

[9] Ἐξ. 25, 21.

[10] Βλ. Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, ὅ.π., σσ. 30-34.

[11] Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, ὅ.π., σ. 66.

[12] Λουκ. 24, 52.

[13] Ἰωάννου Μ. Φουντούλη, ὅ.π., σσ. 118-119.

[14] Ψαλμ. 46, 2·6.

[15] Ψαλτήριον, Ἑλληνική Βιβλική Ἑταιρεία, Ἀθήνα 2015, σ. 262.

[16] Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, ὅ.π., σσ. 72-74.

[17] Σοφ. Σολ. 16, 2.

[18] Σοφ. Σολ. 19,5.

[19] Δ΄ Βασιλ. 2,11.

[20] Ἠσ.45,8.

[21] Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, ὅ.π., σ. 93.

[22] Ἠσ. 63, 1-2.

[23] Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, ὅ.π., σ. 95.

[24] Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, ὅ.π., σσ. 111-112.

[25] Πράξ. 1, 11.

[26] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Λόγος εἰς τό Γενέσιον τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, PG 96, 676Β.

[27] Ἐφ. 4, 9-10.

Profile photo of Moschos Gkoutzioudis;Μόσχος Γκουτζιούδης

Σχετικά με Moschos Gkoutzioudis;Μόσχος Γκουτζιούδης

Επίκ. Καθ. Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ
Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ. Ετικέτες: , . Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.

Τα σχόλια έχουν κλείσει.