Σύναξη τεύχος 143 «Ετεροδοξία και αίρεση»

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

synaxiΠΡΟΛΟΓΙΚΟ    3

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΛΑΡΕΝΤΖΑΚΗΣ, Αἵρεση καὶ σχίσμα σήμερα    5

Ἐπ. Ἀβύδου ΚΥΡΙΛΛΟΣ (ΚΑΤΕΡΕΛΟΣ), Ὀρθοδοξία καὶ αἵρεση στὸν 21ο αἰ.      19

ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ Χ. ΤΣΟΜΠΑΝΙΔΗΣ, Ὀρθοδοξία ἐντὸς τόπου καὶ χρόνου   33

ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΕΣΠΟΤΗΣ, Βιβλικὴ προσέγγιση στὴν ἔννοια τῆς αἵρεσης   46

π. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΘΕΡΜΟΣ, Ψυχαναγκαστικὴ αἱρεσιομαχία    56

ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΤΣΒΕΤΚΟΒΙΤΣ, Ὁ ἅγιος Ἰουστίνος Πόποβιτς γιὰ τὸν οἰκουμενισμό    65

ΘΑΝΑΣΗΣ Ν. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Νίκος Νησιώτης καὶ θεολογίες τῆς συνάφειας     74

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Ν. ΜΟΣΧΟΣ, Ὁ διάλογος μὲ τὶς Ἀρχαῖες Ἀνατολικὲς Ἐκκλησίες      89

Ἀναγνώσεις: π. ΕΥ. ΓΚΑΝΑΣ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ      97

Διάλογος μὲ τοὺς ἀναγνῶστες        105

Τὸ Βιβλίο    108

Κατηγορίες: ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Σύναξη τεύχος 143 «Ετεροδοξία και αίρεση»

Βασίλειος Τσίγκος, Δογματική της Ορθοδόξου Εκκλησίας, εκδόσεις Ostracon, Θεσσαλονίκη 2017

Από τον πρόλογο του νέου βιβλίου του καθηγητή του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας ΑΠΘ

DOGMATIKH_FRONT_600-600x800Ἡ ἀνά χεῖρας ἐπίτομη Δογματική ἐπιχειρεῖ νά ἐκθέσει μέ ἀκρί­βεια καί νά ἑρ­μη­­νεύ­­σει, κατά τό δυνατόν, πληρέστερα τό πε­ριεχό­­με­νο τῆς πίστεως καί τῆς κα­τα­γεγραμμένης ἐμπει­ρίας, τοῦ “φρο­νή­­ματος” καί τῆς ζωῆς τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς ἘκκλησίαςΤά δόγματα, πού εἶναι οἱ περιεκτικές προτάσεις πίστεως τῆς ἐκ­κλη­σιαστικῆς κοινό­τη­τας στήν Ἁγία Τριάδα καί τόν Χρι­στό σέ μία μακραίωνη συνέ­χεια καί ἀδιάκοπη ἑνότητα ζωῆς καί θεολογίας, προ­σελκύουν καί σήμε­ρα, ἐνδε­χο­μένως περισσό­τε­ρο, τό ἐρευ­­­­­­νη­τικό ἐν­δια­­φέ­­ρον ὀρθο­δό­­ξων θεολόγων ἀλλά καί ἑτε­ρο­δό­ξων μελετη­τῶν καί πολλῶν θύραθεν συγγραφέ­ων. Λαμβάνοντας σοβαρά ὑπόψη τήν εὐρύτερη ἐνασχόληση μέ τήν ἔκθε­ση καί τή θεολογική σημασία τῶν ὀρθῶν δογ­­μά­των τῆς πί­στεως καί τῶν προεκτάσεών τους στή ζωή τοῦ σύγ­χρο­νου ἀνθρώ­που, πα­ράλ­ληλα μέ τήν αὐξα­νό­με­νη γλωσ­σική δυ­σκο­λία προσέγγι­σης, ἀναδί­φη­σης καί κατανόησης τῶν κει­­με­νι­­κῶν μαρ­τυ­ριῶν, θε­ω­­ροῦ­με ὅτι ἔχει κατα­­στεῖ ἐπι­τα­­κτι­­κή πλέον ἡ ἀνά­­­γκη τῆς ἐκ νέου προσέγγισης καί διερεύνησης τῶν θεμά­των πού ἐμπεριέχει ἡ Δογ­­­μα­­τική τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σίας.

Συγκεκριμένα, ἡ διερεύνηση αὐτή στό παρόν συγγραφικό ἐγχεί­ρη­μα ἐπικεντρώνε­ι τό ἐνδιαφέρον τοῦ συγγραφέα στήν ἀνά­­δει­ξη τῶν στοι­χείων ἐκεί­νων πού ἀπο­σα­­φηνίζουν καί ἑρμη­νεύουν ἀκριβέστερα τό θε­ο­λο­γικό περιε­χό­­μενο τῶν δογμάτων τῆς Ἐκ­κλησίας καί τῶν συνε­πειῶν καί ἐφαρ­μογῶν τους στή ζωή τῶν με­­λῶν της. Μέ τόν τρόπο δέ ἀνά­πτυξης καί παρουσίασής τους στίς θεματικές πε­ρι­οχές τῆς Δογ­μα­τι­κῆς, ἐπιδιώκεται ἡ ἐπίτευξη, κατά τό δυνατόν, τῆς ἐπιζητού­με­­νης σμίκρυνσης τῆς ἀπό­­­­­στα­σης μεταξύ τῆς θεο­λο­γίας τῆς Ἐκκλη­σίας καί τῆς σύγχρονης θεολογικῆς ἔρευνας.

Στήν προσπά­θειά του γιά τή διεξοδική ἐξέταση τῶν κυ­ριο­τέ­­ρων πτυχῶν τοῦ πε­­ρι­ε­χομένου τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, σέ δια­χρο­­νία καί συγ­χρο­­νία μέ τόν τρόπο ζωῆς τῶν μελῶν τοῦ ἐκκλη­σια­στι­κοῦ σώμα­τος, συ­νει­σφέ­ρουν οὐσιαστικά καί γόνιμα ἡ λει­τουρ­γική συ­­­νύ­­παρ­ξη, ἡ ἄρ­ρη­­κτη σύνδεση καί συσχέτιση τῆς Δογματικῆς μέ τή βι­βλική μα­ρ­­τυρία καί τήν πατερική πα­ράδοση, μέ τό ἦθος καί τή λα­τρεία, μέ τή θεωρία καί τήν πράξη τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ θεολογική καί ἱστο­ρική τεκ­μηρίωση τῶν ὀρθῶν δογμάτων τῆς πί­στεως ἀκολουθεῖ “τάς τῶν ἁγίων θεοπνεύστους θεο­λο­γίας καί τό τῆς Ἐκκλησίας εὐσεβές φρό­νη­μα” (Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας).

Τοῦτο ἀποτυπώ­νε­ται στά μνη­­­­μεῖα τοῦ ὑπερδισχιλιετοῦς πο­λι­­τι­­σμοῦ λό­γου καί τέ­χνης, πού παράγει ἐν παντί τόπῳ καί χρόνῳ ἡ Ἐκ­κλη­σία καί γνωστοποιεῖται ἀπευθείας ἀπό τούς φο­ρεῖς τῆς χα­ρι­σματικῆς της ζωῆς. Ἐξάπαντος, ἕνα τέτοιο ἐγχείρημα δέν μπορεῖ νά ἀγνο­­ήσει ἤ νά ὑπο­βαθμίσει τήν ἀνα­γκαι­­ό­τη­τα μιᾶς σύγ­­χρο­­νης ἐκφο­ρᾶς τῆς θεολο­γι­κῆς μαρ­τυρίας σέ εἰλικρινή καί γόνιμο διά­λο­γο μέ τά θε­με­­λιώ­­δη προ­βλή­­­μα­τα, τίς ἀπο­­­ρίες καί τίς ἀναζη­τήσεις τοῦ ση­με­ρινοῦ ἀν­θρώ­που. Τό τε­λευ­­ταῖο κρί­νε­ται ἰδι­­­αι­­­­τέ­ρως ση­­μα­­ντικό καί ἄκρως ἐπί­καιρο γιά τήν ἐ­ποχή μας, ἡ ὁποία ἔχει χα­ρα­­­κτη­ρισθεῖ ὡς αἰώ­νας τῆς ἀνθρω­πο­λογίας.

Ἀντί εἰσαγωγῆς ἐπισημαίνονται τά θεολογικά πρότερα στό ὀρθό­δοξο δόγμα καί τή Δογ­μα­­τι­κή. Ἀναμφιβόλως, αὐτά ἔχουν θε­ο­λο­γικό χαρα­κτή­ρα, συν­δέο­νται ἄρρηκτα καί ὀργα­νι­κά μέ τό πε­ριεχόμενο τῆς Δογ­ματικῆς καί συμ­­βάλλουν στήν κα­λύ­τερη καί εὐχε­ρέ­στε­ρη μελέτη καί ἐξοικείωση μέ τά δόγματα τῆς πίστεως.

Στό θεματικό κορμό τῆς Δογματικῆς, πέραν τῆς διδασκαλίας περί τῶν θεοφανειῶν ὡς πηγῆς θεογνωσίας, περί τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ, τοῦ Χρ­ι­στοῦ καί τῆς Ἐκ­κλη­σίας, πε­ρι­­λαμ­βά­νο­νται καί συ­νε­­­ξετά­ζο­­νται οἱ ἐπιμέρους ἑνό­τητες τῆς περί Ἁγίου Πνεύματος καί ἱερῶν μυ­στη­ρίων δι­­δα­σκαλίας (ὡς μέ­­σων καί τρόπου θε­ρα­πείας καί σωτη­ρίας τοῦ ἀνθρώ­που ἤ ὡς λόγου περί τῆς ἐν Χρι­­στῷ ζωῆς τοῦ κόσμου), καθώς ἐπί­σης ζητήματα περί τοῦ ἀνθρώπου (ἀπό τή δη­μι­ουργία στή θέωση) καί περί τῶν ἐσχάτων (ἀνα­και­νισμός τῆς κτί­σεως, ἐσχα­το­λο­γική τε­λείωση “…καί ζωήν τοῦ μέλ­λοντος αἰῶνος”). Ἡ παρουσίασή τους γίνε­ται στό πλαίσιο μιᾶς ἀλληλοπε­ρι­χωρούμενης ἑνότητας καί ἐσώ­τατης σύνδε­σης, καθώς ὅλα συ­να­παρ­τίζουν τήν πίστη, τή ζωή καί τή διδα­σκα­λία τῆς Ἐκκλησίας σέ ὁλόκληρη τήν ἱστορική της διαδρομή.

Τό παρόν σύγγραμμα ἀποσκοπεῖ στήν ἐξυπηρέτηση τῶν δι­δα­κτικῶν ἀναγκῶν τῶν φοιτητῶν τῆς Θεολογίας καί γενικῶς ὅσων ἐπι­δει­κνύουν φιλομάθεια περί τά δογματικά θέματα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκ­κλησίας. Πρός τοῦτο ἐπιλέγεται ἡ χρήση σ’ αὐτό συντετμημένων ὑπο­ση­μει­ώσεων, περί τῶν ὁποίων λεπτομέρειες παρατίθενται στόν πί­να­κα τῆς Βι­βλι­ο­γρα­­φίας, πρός πληρέστερη ἐνημέρωση τῶν ἐνδιαφε­ρο­μένων εἰδικῶν καί μή μελετητῶν.

Ὁλοκληρώνοντας μέ τή χάρη τοῦ ἐν τριάδι Θεοῦ τήν παρούσα ἔκδο­ση τῆς συγγραφικῆς μας κατάθεσης καί παρα­δί­δοντάς την στούς ἀγαπητούς καί καλοπροαίρετους ἀναγνῶστες, εὐελ­πι­στοῦ­με νά γίνει ἀφορμή καί νά δώ­σει καί σέ ἄλλους ὤθηση νά προ­χωρήσουν σέ πε­ραιτέρω μελέτη τοῦ ὀρθοδόξου δόγματος.

Ἡ ἐργασία μας ἀφιερώνεται σέ ὅσους, στή σημερινή ἐποχή τῶν πολλῶν προβλημάτων, ἀδιεξό­δων καί ποικίλων ἀνα­ζη­τή­σ­εων, ἐξα­κολουθοῦν ὡς ἀλη­θι­νοί “ἐρα­στές” νά ἐπι­­λέ­γουν νά ἐρευνοῦν “τό ἐνα­πόθετον καί κεκρυμ­μέ­νον κάλλος τῶν ὀρθ­ῶν δογ­μάτων τῆς πί­στεως”. Προ­δή­λως, αὐ­τοί θά ἔχουν ἀντιληφθεῖ ὅτι ζοῦν, κι­νοῦ­νται καί ὑπάρ­χουν ἐπειδή ἀκριβῶς τούς συντηρεῖ, τούς συνέχει καί τούς συ­ν­τρο­­φεύει παντοτινά “ἡ χάρις τοῦ Κυ­ρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί ἡ ἀγά­πη τοῦ Θεοῦ καί Πατρός καί ἡ κοι­νωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος”.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Πρόλογος             13

Θεολογικά πρότερα στό δόγμα καί τή Δογματική

1. Περί δογμάτων καί πραγμάτων. Τό ὀρθόδοξο δόγμα ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ. Πηγές καί θεμέλια τοῦ δόγματος. Ἡ σύγχρονη μαρτυρία τῆς πίστεως      17

2. Διάκριση κτιστοῦ καί ἀκτίστου. Θεολογία καί Οἰκονομία. Ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ σύγχρονη θεολογική ἔρευνα. Μέθοδος καί περιεχόμενο τῆς Δογματικῆς            38

Α΄. Οἱ θεοφάνειες ὡς πηγή θεογνωσίας     

1. Περί τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ       75

2. Ἐγώ εἰμι ὁ Ὤν          82

3. Χριστός, ὁ πρῶτος θεολόγος        85

4. Ἑρμηνεία τῶν θεοφανειῶν καί ἡ σημασία τους       92

Β΄. Περί τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ

1. Κίνηση καί περιχώρηση στήν τριαδική θεότητα         103

2. Ὁ τριαδικός Θεός στή διδασκαλία τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου καί τῶν Καππαδοκῶν Πατέρων       113

3. Ἡ περιχώρησις στήν περί Ἁγίας Τριάδος διδασκαλία τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ        128

4. Ἑνώσεις καί διακρίσεις στήν τριαδική θεότητα κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ        135

5. Διάκριση οὐσίας καί ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ      146

Γ΄. Τό μυστήριον τοῦ Χριστοῦ

1. Τό χριστολογικό πλαίσιο τῆς Α΄ καί Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου      165

2. Ὁ χριστολογικός ὅρος τῆς Συνόδου τῆς Χαλκηδόνος       180

3. Προέκταση τῶν χριστολογικῶν αἱρέσεων – Ἡ συμβολή τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ        186

4. Χριστολογία τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ

    α. Ἡ καθ’ ὑπόστασιν ἕνωση τῶν δύο φύσεων στή μία σύνθετη ὑπόσταση τοῦ Λόγου καί οἱ δογματικές της ἀκολουθίες           195

    β. Ἡ περιχώρηση τῶν δύο φύσεων στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ           205

    γ. Οἱ δύο θελήσεις καί οἱ δύο ἐνέργειες τοῦ Χριστοῦ                 208

5. Ἡ χριστολογική καί σωτηριολογική σημασία τοῦ ὅρου “Θεοτόκος”      214

Δ΄. Ἄνθρωπος, ὁ ἐν μικρῷ μέγας

1. Δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου        225

2. Τό προπατορικό ἁμάρτημα καί οἱ συνέπειές του      237

3. Τό Μυστήριο τῆς ἐνσάρκου Οἰκονομίας        243

4. Ὁ ἐν Χριστῷ καινός ἄνθρωπος        257

5. Ἡ σωτηρία τοῦ “ὅλου” ἀνθρώπου       269

6. Ἡ παγκοσμιότητα τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας       280

7. “Κοινωνία θεώσεως”         289

Ε΄. Περί τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς

1. Χριστοκεντρική Ἐκκλησιολογία       301

2. Ἡ ἀρχή καί ἡ ἐν Χριστῷ φανέρωση τῆς Ἐκκλησίας          305

3. Ἐκκλησία ὡς “σῶμα Χριστοῦ”         309

4. Ἅγιο Πνεῦμα καί Ἐκκλησία            317

5. Κοινωνία χαρισμάτων            325

6. Ἑνότητα κλήρου καί λαοῦ          333

7. Ὁ συνοδικός θεσμός          345

8. “… εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικήν καί ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν”            352

9. Τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας ἤ λόγος περί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς τοῦ κόσμου               365

    α. Τό βάπτισμα καί τό χρίσμα       378

    β. Ἡ μετάνοια – ἐξομολόγηση         387

    γ. Ἡ θεία Εὐχαριστία           400

    δ. Ἐκκλησία σημαινομένη ἐν τοῖς μυστηρίοις        416

Στ΄. … καί ζωήν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος

1. Ὁ ἐν Χριστῷ ἄνθρωπος καί ὁ ἀνακαινισμός τῆς κτίσεως          425

2. Ἡ πορεία τῆς Ἐκκλησίας διά τῆς ἱστορίας πρός τά ἔσχατα         442

3. “Ὁ ἀρραβών τοῦ Πνεύματος”        446

4. Κοινωνία ἐσχάτων         451

5. Ἐσχατολογική τελείωση καί “ζωήν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος”         454

Βιβλιογραφία         

Α´. Πηγές  

1. Ἔργα Πατέρων καί Ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων       471

2. Πρακτικά καί ἀποφάσεις Οἰκουμενικῶν Συνόδων        471

3. Λειτουργικά Βιβλία         472

Β´. Βοηθήματα  

1. Ἑλληνόγλωσσα         472

2. Ξενόγλωσσα             483

Πίνακες

Α΄. Πίνακας ἁγιογραφικῶν χωρίων     487

Β΄.  Πίνακας κυρίων ὀνομάτων            492

Γ΄. Πίνακας ὅρων καί πραγμάτων       496

Κατηγορίες: ΒΙΒΛΙΑ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Βασίλειος Τσίγκος, Δογματική της Ορθοδόξου Εκκλησίας, εκδόσεις Ostracon, Θεσσαλονίκη 2017

Ευρωπαϊκό Διεπιστημονικό Κέντρο Τουρισμού του Δρόμου του Μεταξιού

1_35

Με πρωτοβουλία του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ιδρύθηκε το πρώτο στην Ευρώπη «Ευρωπαϊκό Διεπιστημονικό Κέντρο Τουρισμού του Δρόμου του Μεταξιού». Στόχος του Κέντρου είναι η διεπιστημονικού χαρακτήρα μελέτη και έρευνα σε ευρωπαϊκή και διεθνή κλίμακα, η ενίσχυση διεθνών συνεργασιών και η ανάδειξη νέων προοπτικών βιώσιμης τουριστικής ανάπτυξης, με αξιοποίηση της υλικής και άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς του Δρόμου του Μεταξιού. Το «Ευρωπαϊκό Διεπιστημονικό Κέντρο Τουρισμού του Δρόμου του Μεταξιού» έχει σκοπό να αναδείξει τον ρόλο του ΑΠΘ και της Ελλάδας στη νέα και πολλά υποσχόμενη ζώνη επιρροής του Δρόμου του Μεταξιού.

Το «Ευρωπαϊκό Διεπιστημονικό Κέντρο Τουρισμού του Δρόμου του Μεταξιού» ιδρύθηκε με την υποστήριξη του Παγκόσμιου Οργανισμού Τουρισμού και του Ελληνικού Υπουργείου Τουρισμού.Ύστερα από την απόφαση της Συγκλήτου (αριθμ. 27658/29-8-2017), με την οποία ιδρύθηκε το Κέντρο, πραγματοποιήθηκε, χθες 18/9/2017, στο κτίριο Διοίκησης του ΑΠΘ, η πρώτη συνεδρίαση, υπό την προεδρία του Πρύτανη του ΑΠΘ, Καθηγητή Περικλή Μήτκα, και συγκροτήθηκε το Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο απαρτίζεται από τους/τις καθηγητές/τριες του ΑΠΘ:

– Πρόεδρος Δ.Σ., Αν. Καθηγήτρια Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του ΑΠΘ, Στέλλα Κωστοπούλου,

-Αν. Πρόεδρος Δ.Σ., Καθηγήτρια Τμήματος Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος του ΑΠΘ, Θέκλα Τσιτσώνη,

-Γραμματέας Δ.Σ., Επίκ. Καθηγητής Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ, Χρήστος Τσιρώνης,

-Ταμίας Δ.Σ., Αν. Καθηγήτρια Τμήματος Μηχανικών Χωροταξίας και Ανάπτυξης του ΑΠΘ, Ελένη Παπαδοπούλου.

Μέλη:

-Καθηγήτρια Τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΑΠΘ, Μαλαματένια Σκαλτσά,

-Καθηγητής Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ, Κωνσταντίνος Κωτσάκης,

-Καθηγητής Τμήματος Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού του ΑΠΘ, Γεώργιος Δογάνης.

«Η χώρα μας και ειδικότερα η Βόρεια Ελλάδα και η Θεσσαλονίκη έχουν κομβική θέση, γεωγραφικά και ιστορικά, στον Δρόμο του Μεταξιού, καθώς, επίσης, και στην πρωτοβουλία της Κίνας ‘‘Μια Ζώνη-Ένας Δρόμος’’, για την ανασύσταση του χερσαίου και θαλάσσιου Δρόμου του Μεταξιού, την προώθηση της οικονομικής συνεργασίας, την ενοποίηση διαφορετικών αγορών και τη δημιουργία ενός νέου πλαισίου οικονομικής περιφερειακής συνεργασίας, που θα ευνοήσει τις χώρες που βρίσκονται κατά μήκος του Δρόμου του Μεταξιού. Σε αυτό το πλαίσιο, ιδρύθηκε και θα λειτουργήσει το νεοσύστατο Κέντρο» αναφέρει η Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, Αν. Καθηγήτρια Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του ΑΠΘ, Στέλλα Κωστοπούλου.

Οι αμέσως επόμενες δράσεις του Κέντρου είναι η σύναψη Memorandum of Understanding με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Τουρισμού, η υποβολή φακέλου για τη διεκδίκηση της φιλοξενίας του 8th International UNWTO Silk Road Meeting στη Θεσσαλονίκη, η διοργάνωση Θερινού Σχολείου στο ΑΠΘ, τον Ιούνιο του 2018, η ανάπτυξη συνεργασιών με φορείς της τουριστικής βιομηχανίας της πόλης, όπως με την Ένωση Ξενοδόχων Θεσσαλονίκης, και η υποβολή προτάσεων σχετικών ευρωπαϊκών προγραμμάτων.

Κατηγορίες: ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ευρωπαϊκό Διεπιστημονικό Κέντρο Τουρισμού του Δρόμου του Μεταξιού

Επιστημονική ημερίδα με θέμα «Εκκλησία και Σύνταγμα. Το ζήτημα της αναθεώρησης»

IMGΤην Τετάρτη 27 Σεπτεμβρίου 2017 στην Αίθουσα Διαλέξεων της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών (Εθνικής Αμύνης 4 – Θεσσαλονίκη) η Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Βλατάδων (Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών) και οι Κοσμητείες της Θεολογικής Σχολής και της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης διοργανώνουν επιστημονική ημερίδα με θέμα: «Εκκλησία και Σύνταγμα. Το ζήτημα της αναθεώρησης«. Ακολουθεί το αναλυτικό πρόγραμμα.

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΗΜΕΡΙΔΟΣ

9:30  Εναρκτήριοι Χαιρετισμοί

Χαιρετισμός της Α.Θ.Π. του Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου

Χαιρετισμός του Παναγιωτάτου Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης κ.κ. Ανθίμου

Λοιποί Χαιρετισμοί

Α΄ ΣΥΝΕΔΡΙΑ

Προεδρεύων και Συντονιστής: Καθηγητής Αθανάσιος Καραθανάσης, Πρόεδρος Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών

10:00-10:20 Οι σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας ως συνταγματικά ρυθμισμένες – Η συνταγματική θέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, Ευάγγελος Βενιζέλος, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Νομικής Σχολής ΑΠΘ-Πρώην Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης και Υπουργός Εξωτερικών

10:20-10:40 Το «καινοτόμο Σύνταγμα» και οι σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας, Γιάννης Κτιστάκις, Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής Δ.Π.Θ.

10:40-11:00 Ο ακυρωτικός έλεγχος του Συμβουλίου της Επικράτειας επί των εκκλησιαστικών πράξεων, Αναστάσιος Βαβούσκος, Δρ. Νομικής-Δικηγόρος

11:00-11:40 Συζήτηση

11:40-12:00 Διάλειμμα – Καφές

Β΄ ΣΥΝΕΔΡΙΑ

Προεδρεύων και Συντονιστής: Γεώργιος Νάκος, Ομότιμος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ

12.00-12:20 Σύνταγμα της Ελλάδος, Οικουμενικόν Πατριαρχείον και Άγιον Όρος, Χριστοφόρος Κοσμίδης, Αρεοπαγίτης

12:20-12:40 Η προστασία της εκκλησιαστικής περιουσίας κατά το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ, Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ

12:40-13:00 Το «θρησκευτικά ουδέτερο κράτος»: Έννομες συνέπειες μιας συνταγματικής διακήρυξης, Θεόδωρος Δ. Παπαγεωργίου, LLM Δικηγόρος, Νομικός Σύμβουλος Ι.Σ. Εκκλησίας της Ελλάδος

13:00-13:20 Η σχέση των άρθρων 3 παρ. 1 και 13 του Συντάγματος ως προς την τυπική ισχύ των Ιερών Κανόνων, Δημήτριος Νικολακάκης, Δρ. Νομικής, Επίκουρος Καθηγητής Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ

13:20-13:50 Συζήτηση

Οργανωτική Επιτροπή:

Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Αμορίου κ. Νικηφόρος, Καθηγούμενος Ιεράς Πατριαρχικής και Σταυροπηγιακής Μονής Βλατάδων, Πρόεδρος Πατριαρχικού Ιδρύματος Πατερικών Μελετών

Μιλτιάδης Κωνσταντίνου, Κοσμήτορας Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ

Συμεών Πασχαλίδης, Καθηγητής Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ, Διευθυντής Πατριαρχικού Ιδρύματος Πατερικών Μελετών

Γεώργιος Νάκος, Ομότιμος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ

Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ-Δικηγόρος

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Επιστημονική ημερίδα με θέμα «Εκκλησία και Σύνταγμα. Το ζήτημα της αναθεώρησης»

Αθανάσιος Τζιερτζής, Επιστροφή στην πατρώα θρακική γη: Η «τοποτηρητεία» του Μιχαήλ Κωνσταντινίδη στη Μητρόπολη Μαρωνείας

Πόλη_518

Η εισήγηση του Δρ. Θεολογίας του ΑΠΘ στο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο για τον Αρχιεπίσκοπο Αμερικής Μιχαήλ Κωνσταντινίδη (Χάλκη 1-2 Σεπτεμβρίου 2017)

Η ομογάλακτη με τον μακαριστό Μιχαήλ Κωνσταντινίδη καταγωγή από τη Θράκη αποτέλεσε την αφορμή να θελήσουμε να ασχοληθούμε με την ταραχώδη περίοδο, κατά την οποία ο γεννημένος το 1892 στη Μαρώνεια, κατά κόσμον Θουκυδίδης, φέρελπις κληρικός επέστρεψε στα γενέθλια χώματα καταξιωμένος ως αριστούχος πλέον απόφοιτος της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης του έτους 1913-1914, υφηγητής και διδάσκαλος αντιστοίχως σε αμφότερες τις Σχολές της νήσου (και την Εμπορική), και υπότροφος του τότε Πατριάρχη Γερμανού Ε’ για περαιτέρω σπουδές στη Ρωσία, τις οποίες ανέκοψε το 1917 η Οκτωβριανή Επανάσταση, για να διακονήσει την εμπερίστατη Μητρόπολη Μαρωνείας κατ’ εντολή της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Τα βεβιασμένα βιογραφικά σημειώματα που δημοσιεύθηκαν στον Τύπο την εποχή της κοίμησής του αλλά και οι μετ’  ολίγον μελέτες μνήμης που τα αντιγράφουν παρουσιάζουν μικρές χρονολογικές αποκλίσεις από την πραγματικότητα ή και εσφαλμένη σειρά των γεγονότων με εξαίρεση τον «Εθνικό Κήρυκα». Τοιουτοτρόπως λ.χ. κατά τον Σήφη Κόλλια ο Μιχαήλ εμφανίζεται να υπηρετεί στο Ιερό Ναό του Αγίου Στεφάνου από τις 6 Νοεμβρίου 1919 έως τις 2 Οκτωβρίου 1920, ενώ «Τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1920 ἀπεστάλη ἀπὸ τὸν Πατριάρχη ὡς ἔξαρχος στὴν Ι. Μ. Μαρωνείας.», όταν ο θρόνος τελούσε από το 1918 με τον εξαναγκασμό σε παραίτηση του Πατριάρχη Γερμανού υπό καθεστώς χηρείας, ενώ τα καθήκοντα τοποτηρητή ασκούσε ο Προύσης Δωρόθεος.

Η αναδρομή στην «Εκκλησιαστική Αλήθεια», το τότε επίσημο δημοσιογραφικό όργανο του Πατριαρχείου, αποκαθιστά την πραγματικότητα: «Τῇ δευτέρᾳ 4 τρέχοντος, ἀνεχώρησεν εἰς Γκιουμουλτζίναν ὁ ἐποπτεύων τὸ τμῆμα τοῦτο τῆς ἀπελεθερωθείσης ἐπίσης ἀπὸ βουλγαρικῆς τυραννίας ἐπαρχίας Μαρωνείας, ὁ πανοσλ. ἀρχιμ. κ. Μιχαὴλ Κωνσταντινίδης, μαθητὴς τῶν θεολογικῶν ἀκαδημιῶν Κιέβου καὶ Πετροπόλεως – ὁ πανιερ. μητροπολίτης Μαρωνείας κ. Μελισσηνὸς ἕνεκεν ἀσθενείας ἀδυνατεῖ νὰ μεταβῇ εἰς Μαρώνειαν, μένων ἐν Θάσῳ.», αναγράφει το φύλλο της 9ης Νοεμβρίου 1919.

Ο εκ Σαράντα Εκκλησιών Μελισσηνός Χριστοδούλου (1855-1920) που πριν την εκλογή του στη Μητρόπολη Μαρωνείας το 1914 είχε διατελέσει από το 1897 Επίσκοπος Παμφίλου και προϊστάμενος της κοινότητος Ταταούλων, είχε κατά το τρέχον έτος συμμετάσχει στο Ανώτατο Εκκλησιαστικό Δικαστήριο υπό την προεδρία του τότε Αθηνών Μελετίου Μεταξάκη που είχε εκδικάσει τις περιπτώσεις αντιβενιζελικών ιεραρχών, όπως του Μητροπολίτη Κρήτης Ευμενίου Ξηρουδάκη που απεβίωσε στη Χίο εξόριστος στις 3 Απριλίου 1920, και του μετέπειτα Αθηνών Ιωαννίνων Σπυρίδωνος Βλάχου, όπως καταγράφεται στο ίδιο περιοδικό έντυπο. Το γεγονός αυτό τον εντάσσει ανεπιφύλακτα στη βενιζελική παράταξη, παρόλο που εξαιτίας των εκλογών του στην ανώτατη βαθμίδα κληρικών πρέπει να ανήκε στη μερίδα των αντιιωακειμικών Πατριαρχών Κωνσταντίνου Ε’ και Γερμανού Ε’. Το γεγονός ότι και ο Μιχαήλ είχε γέροντα τον τότε Σελευκείας και μετέπειτα Θυατείρων Γερμανό Στρηνόπουλο από τους Δελλιώνες (Ortaköy) της Ανατολικής Θράκης, που παρόλο που είχε διοριστεί Σχολάρχης στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης και είχε εκλεγεί επί Ιωακείμ Γ΄ Επίσκοπος, είχε χειροτονηθεί επί Κωνσταντίνου Ε’, στην εξόδιο ακολουθία του οποίου ο ίδιος είχε εκφωνήσει τον επικήδειο και πίσω από το Καθολικό της Μονής Αγίας Τριάδος ο Σμύρνης Χρυσόστομος σύντομο επιτάφιο λόγο, αλλά και το γεγονός ότι χειροτονήθηκε από τον κατεξοχήν αντιιωακειμικό Δέρκων Καλλίνικο, υποδηλώνει ότι και αυτός είχε ανδρωθεί στην παράδοση των αντιιωακειμικών, πόσο μάλλον όταν προωθήθηκε για σπουδές από τον Γερμανό Ε’.

Πόλη_306

Οι πρώτες προσπάθειες ανεύρεσης περαιτέρω πληροφοριών σε αρχεία και εφημερίδες της εποχής για τη δράση του Μιχαήλ στη Μητρόπολη Μαρωνείας δεν απέφεραν το ποθούμενο. Ωστόσο η μετέπειτα αναζήτηση στο Ιστορικό Αρχείο της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης απέδωσε τους πρώτους καρπούς που θα ρίξουν φως στην πρώτη περίοδο παραμονής και δραστηριοποίησης του Μιχαήλ στη Μητρόπολη Μαρωνείας, ενώ βοηθούν και στην αποκωδικοποίηση της στάσης του.

Συνολικά βρέθηκαν ανέκδοτες τέσσερις επιστολές του Κωνσταντινίδη και μία του Μητροπολίτη Μαρωνείας Μελισσηνού που αναφέρεται σε αυτόν. Η πρώτη με ημερομηνία 1 Μαΐου 1920 αφορά σε αίτημα του Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Γενναδίου που διατυπώθηκε επιστολικώς στις 28 Απριλίου και σχετίζεται με το τοπικό Ορφανοτροφείο: «[…] γνωρίζω ὑμῖν ὅτι τὸ ὀρφανοτροφεῖον Γκιουμουλτζίνης δέχεται κυρίως τὰ ὀρφανὰ πατρός τε καὶ μητρός∙ ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὰ ὀρφανὰ μόνον πατρός, ἐκ τούτων, ὑπαρχόντων παρά τινι χήρᾳ πλειόνων τῶν τεσσάρων, γίνεται δεκτόν μόνον ἕν. Τοιουτοτρόπως δὲ εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνῃ τι ὑπὲρ τῆς ἐν λόγῳ πρόσφυγος καίπερ οὔσης μοι γνωστῆς, ἅτε ἐκ τῆς πατρίδος μου Μαρωνείας ὁρμωμένη.», απαντούσε ο Μιχαήλ αποδεικνύοντας ούτως την τυπικότητά του και την τήρηση του υφιστάμενου καταστατικού χωρίς καμία παρέκκλιση, παρόλο που η αίτηση είχε υποβληθεί από τον τότε πρόεδρο του Αρχιερατικού Εκκλησιαστικού Συμβουλίου που έδρευε στη Θεσσαλονίκη. Συμπτωματικώς στις 17 Μαΐου 1920, λίγες ημέρες μετά την κατάληψη της Θράκης από τις ελληνικές αρχές δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα της Θεσσαλονίκης μονόστηλο αφιέρωμα στο Ορφανοτροφείο της πόλης και στους δωρητές του, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζουν τόσο ο Μητροπολίτης Μαρωνείας Μελισσηνός όσο και ο Αρχιερατικός Επίτροπος Μιχαήλ Κωνσταντινίδης. Ωστόσο ένα χρόνο αργότερα η κριτική που ασκήθηκε στον υπουργό Βοζίκη για κατάργηση επτά ορφανοτροφείων αποσκοπώντας στην περικοπή των δαπανών προκάλεσε την απάντηση του Γραφείου Τύπου Θράκης με απολογισμό για έκαστο εξ αυτών: το «Ὀρφανοτροφεῖον Γκιουμουλτζίνης. Περιελάμβανεν 130 ὀρφανὰ, ἀπεστάλησαν εἰς τὰς ἑστίας των 43 καὶ παραμένουσιν 88 πάντα ἄρρενα. Μηνιαία δαπάνη δι’ ἑκαστον ὀρφανὸν δρ. 155,35 ο)ο».

Οι επόμενες επιστολές προς τον Θεσσαλονίκης Γεννάδιο αφορούν σε αιτήματα της εκκλησιαστικής καθημερινότητας του Μιχαήλ πρακτικής φύσεως. Ο κληρικός εξομολογείται στις 5 Μαΐου 1920 τη χρεία δύο ιερέων για χωριά της περιφερείας Γκιουμουλτζίνας και θερμοπαρακαλούσε, αν υπήρχαν τέτοιοι διαθέσιμοι ή τυχόν έρχονταν από αλλού, να τους προτρέψει να πάνε εκεί. Μάλιστα ως δέλεαρ επικαλείται επιπλέον χρήματα και τρόφιμα: «Εἰς ἕν ἐκ τῶν χωρίων τούτων ἐκτὸς τοῦ μισθοῦ καὶ τῶν τυχηρῶν ὁ ἱερεὺς θὰ λαμβάνει παρὰ τῶν χωρικῶν καὶ 40 ὀκάδες ἀραβοσίτου ἐξ ἑκάστης οἰκογενείας».

Στην επόμενη επιστολή στις 16 Ιουλίου 1920 ο Μιχαήλ αναφερόταν στο χρόνιο πρόβλημα της Εξαρχίας και στην επιτυχία μεταστροφής πολλών στη Μητέρα Εκκλησία: «Ἐπειδὴ τὰ Βουλγαρικὰ χωρία τῆς περιφερείας ἡμῶν ἀθρόα προσέρχονται εἰς τοὺς κόλπους τῆς ἡμετέρας Ἑλληνικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὑπογράφοντας λίβελλον, δι’ οὗ ἀποσείουνε τὴν πλάνην τῆς Σχισματικῆς Βουλγαρικῆς Ἐκκλησίας, θερμῶς παρακαλῶ τὴν ὑμετέραν παναγιότητα ὅπως Αὕτη εὐαρεστουμένη διατάξῃ νὰ μᾶς ἀποσταλῶσιν ἅγια ἀντιμήνσια καθόσον εὑρισκόμεθα εἰς δύσκολον θέσιν μὴ δυνάμενοι νὰ τελέσωμεν λειτουργίαν ἐν ταῖς Ἐκκλησίαις τῶν προσχωρησάντων Βουλγαρικῶν χωρίων». Το γεγονός επιβεβαίωνε αργότερα και δημοσίευμα του περιοδικού «Γρηγορίου Παλαμά», το οποίο επικαλείτο και τη βεβαίωση του αρχιερατικού επιτρόπου που προσφάτως είχε διέλθει από τη Θεσσαλονίκη, κάνοντας λόγο για 27 χωριά της Δυτικής Θράκης. Με αφορμή τη μεταστροφή αυτή η Πατριαρχική Σύνοδος εξέδωσε σχετική εγκύκλιο στις 21 Σεπτεμβρίου 1920.

Στην τελευταία του επιστολή στις 10 Νοεμβρίου ο Μιχαήλ απέστειλε στον Γεννάδιο κλήση του Πνευματικού Δικαστηρίου της Μητροπόλεως Μαρωνείας με την παράκληση να τη δημοσιεύσει στην εφημερίδα «Μακεδονία» σε τρία συνεχή φύλλα της και την αποστολή της απόδειξης πληρωμής, μία πρακτική που είθισται στο τέλος εκάστου τεύχους της «Εκκλησιαστικής Αλήθειας». Πράγματι η τριπλή δημοσίευση ανιχνεύθηκε στα φύλλα της 14ης, 15ης και 16ης Νοεμβρίου 1920. Το σημαντικό σε αυτή την επιστολή είναι ο τρόπος υπογραφής, τον οποίο ο Μιχαήλ αλλάζει: υπογράφει πλέον ως «Ὁ Γενικὸς Ἐπίτροπος τῆς Ἐπαρχίας Μαρωνείας», ενώ στις τρεις προηγούμενες ως απλός αρχιμανδρίτης. Ο λόγος για αυτή την αλλαγή είναι ότι έχει μεσολαβήσει η κοίμηση του Μητροπολίτη Μαρωνείας Μελισσηνού στις 3 Οκτωβρίου 1920, η οποία θα προκαλέσει ανακοίνωση στις εφημερίδες της Θεσσαλονίκης «Μακεδονία» και «Νέα Ἀλήθεια» με ψήφισμα της Εφοροδημογεροντίας υπό την προεδρία του Μιχαήλ για τριήμερη αργία των σχολείων και πένθιμες κωδωνοκρουσίες μεταξύ άλλων.

Ο ίδιος, καταγεγραμμένος το 1920 στον κατάλογο συνεργατών του περιοδικού «Γρηγόριος Παλαμάς», θα παρέμβει δημοσίως τον Νοέμβριο με το κείμενο «Ἐξ ἀφορμῆς τοῦ ἄρθρου ΓΑΜΟΣ ΚΑΙ ΑΓΑΜΙΑ. ΥΠΟ ΑΡΧ. ΓΕΡΜΑΝΟΥ ΧΡΗΣΤΙΔΟΥ» για ένα ζήτημα αμιγώς εκκλησιαστικό. Ο Μιχαήλ απαντούσε στον εκ Φλωρίνης αρχιμανδρίτη, ο οποίος επικαλείτο κανόνες της Εκκλησίας και περιχαρακωνόταν σε παραδοσιακές θέσεις. Η δημόσια αντιπαράθεση συνεχίστηκε σε δεύτερο γύρο με ανταπαντήσεις εκατέρωθεν  στις αρχές του 1921 («Ἐν Φλωρίνῃ τῇ 28ῃ Ἰανουαρίου 1921» και «Ἐν Γκιουμουλτζίνῃ τῇ 5 Μαρτίου 1921»). Παρόλο που ο Χρηστίδης συνέχισε να αρθρογραφεί στο περιοδικό της Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης για άλλα θέματα, ο Κωνσταντινίδης αποφασίζει να σιωπήσει, ενδεχομένως και εν μέσω των εκκλησιαστικών αναταραχών με την καθαίρεση του Μελετίου Μεταξάκη από Αθηνών, τη μετέπειτα επεισοδιακή και αμφισβητούμενη εκλογή του στον Οικουμενικό Θρόνο ως εξωκλιματικού, αλλά και τη συνέχιση των διχαστικών πολιτικών που οδήγησαν στην τραγωδία του ’22 και την προσφυγιά  εκατομμυρίων ανθρώπων. Ωστόσο η παρέμβαση αυτή πρέπει να συνεξεταστεί μαζί με τη δημόσια αρθρογραφία ήδη από το 1919 στο ίδιο περιοδικό με τη συμμετοχή του Θεσσαλονίκης Γενναδίου, του Βερροίας Καλλινίκου, του Μαρωνείας Μελισσηνού, του Διδυμοτείχου Φιλαρέτου, του Αίνου Ιωακείμ, του Εφέσου Ιωακείμ και του Μεγάλου Οικονόμου και Πρωτοπρεσβυτέρου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας Κωνσταντίνου Καλλίνικου εξ Αλατσάτων για το ζήτημα των μεταρρυθμίσεων στην Εκκλησία σε μία επερχόμενη Σύνοδο.

Πόλη_525

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η επιστολή με αποστολέα τον Μαρωνείας Μελισσηνό που απεστάλη προς τον Γεννάδιο από τη γενέτειρά του Σαράντα Εκκλησιές στις 7 Σεπτεμβρίου 1920. Σε αυτή ανέφερε ότι είχε παραλάβει το έγγραφο του Υπουργείου Εκκλησιαστικών (με ημερομηνία 22 Αυγούστου) «δι’ οὗ προσκαλοῦνται οἱ Σεβ. Ἀρχιερεῖς τῶν νέων χωρῶν νὰ παρουσιασθῶσιν εἰς τὸν ἐπίσημον ἑορτασμὸν τῆς συνάψεως τῆς εἰρήνης ἐν τῷ Παναθηναϊκῷ σταδίῳ, διὰ τελέσεως πανδήμου δοξολογίας.». Ευχαριστώντας για την τιμητική πρόσκληση και δηλώνοντας αδυναμία προσέλευσης λόγω «ἀκρασφαλοῦς» υγείας ανακοίνωνε ότι «Ἀποφάσει δὲ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῇ γνώμῃ τῆς Δημογεροντίας, ἀποστέλλεται νὰ παραστῇ εἰς τὴν ἑορτὴν ὁ διευθύνων τὴν Ἱερὰν Μητρόπολιν Μαρωνείας Πανοσιολ. Ἀρχιμανδρίτης Μιχαὴλ Κωνσταντινίδης, ἵνα ἀντιπροσωπεύσῃ αὐτὴν.». Το έγγραφο του υπουργού επί των Εκκλησιαστικών Δ. Δίγκα, το οποίο διαβιβάστηκε από τον Αθηνών Μελέτιο με συνοδευτική τηλεγραφική πρόσκληση του ιδίου δημοσιεύθηκε και στο περιοδικό «Γρηγόριος Παλαμάς». Πρόκειται για τους εορτασμούς της 14ης Σεπτεμβρίου 1920 με αφορμή την υπογραφή της συνθήκης ειρήνης, όπου παρέστησαν τόσο ο τότε πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος όσο και ο νεαρός βασιλεύς Αλέξανδρος∙ λίγο καιρό μετά οι ραγδαίες εξελίξεις θα ανατρέψουν το κλίμα ευφορίας με την αιφνίδια θανή του τελευταίου δημιουργώντας εκ νέου πολιτειακό ζήτημα όσο και την ήττα του πρώτου στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920.

Παρόλο που οι τέσσερις πρώτες επιστολές του Μιχαήλ δεν αναφέρονται καθόλου στις γεωπολιτικές εξελίξεις, ο ίδιος έχει ξεκάθαρη στάση απέναντι στη διάδοχη κατάσταση, όπως διαφαίνεται από τη φωτογραφία υποδοχής κατά την ημέρα κατάληψης της Γκιουμουλτζίνας και του Δεδέαγατς την Πέμπτη 14 Μαΐου 1920. Και αυτό καθρεφτίζεται στον λόγο του αρχιερατικού επιτρόπου μετά τη δοξολογία για την επέτειο του Σκρα τρεις ημέρες αργότερα, όπως τον μεταφέρουν εξ ακοής τα έντυπα της εποχής, όπου μιλούσε για την πτώση του Βυζαντίου επικαλούμενος τους παραμυθητικούς στίχους του γνωστού δημοτικού άσματος και πλέκοντας το εγκώμιο του αρχηγού της φυλής. Ήδη τις πρώτες αυτές ημέρες ενθουσιασμού θα προστρέξει επιστρέφοντας από την Ευρώπη για το ζήτημα της επαρχίας του ο συμπατριώτης του Μητροπολίτης Τραπεζούντος Χρύσανθος, ο οποίος καθαγίασε τον μέχρι πρότινος κατεχόμενο από τους σχισματικούς Βουλγάρους ναό του αγίου Γεωργίου. Στα επιστολόχαρτά του όμως ο Μιχαήλ τηρεί μία στάση σιγής και αναμονής σε αντίθεση με τον ενθουσιωδέστερο αυτού πολιό Μαρωνείας Μελισσηνό, ο οποίος τυπώνει πάνω από την ονομασία της Μητρόπολης τον τίτλο της νέας κρατικής υπόστασης.

Πόλη_514

Σε αυτή την κρίσιμη, ασταθή και ευμετάβλητη περίοδο του Εθνικού Διχασμού με την έξαρση των παθών που εκδηλώνονται παρά τη διπλωματική επιτυχία της Συνθήκης των Σεβρών (28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1920), με διώξεις αντιφρονούντων στον χώρο της Εκκλησίας ή ωμές εκκαθαρίσεις στο πεδίο της πολιτικής, όπως η απόπειρα δολοφονίας του Βενιζέλου στον σιδηροδρομικό σταθμό της Λυών (30 Ιουλίου 1920), ή η δολοφονία του Ίωνος Δραγούμη την επομένη στην Αθήνα, ο Μιχαήλ επιλέγει να εφαρμόσει το ρητό «Κρεῖττον τὸ σιγᾶν», πόσο μάλλον όταν οι εθνικές ή ξένες προπαγάνδες περί αυτονομίας αλλά και οι στρατιωτικές επιχειρήσεις με αντίποινα σε άμαχο πληθυσμό και ιερά μνημεία παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, όπως στον ιστορικό Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στη Νίκαια της Βιθυνίας, ενδέχεται να ανατρέψουν την κατάσταση και την τύχη της περιοχής. Και όταν οι περιστάσεις επιβάλλουν τη διαρρύθμιση των ορίων της επαρχίας για τη δημιουργία της Μητροπόλεως Αλεξανδρουπόλεως και την εκλογή του από Βιζύης Ανθίμου στη Μητρόπολη Μαρωνείας το 1922, ενώ η φυσιολογική πορεία της τριάχρονης και πλέον επιτροπείας του Μιχαήλ θα οδηγούσε φυσιολογικά στην εκλογή του ως Μητροπολίτη στη γενέτειρά του, επικαλείται ασθένεια σύμφωνα με το φύλλο της 3ης Δεκεμβρίου 1922 της «Ἐκκλησιαστικῆς Ἀλήθειας», για να κατέλθει στον Πειραιά και να αναλάβει μετά από εξάμηνο την πρωτοσυγκελία δίπλα στον νεοκλεγέντα Αθηνών Χρυσόστομο Παπαδόπουλο σύμφωνα με το φύλλο της 23ης Ιουνίου 1923 (πριν δηλ. την υπογραφή της συνθήκης της Λωζάνης στις 24 Ιουλίου 1923), και λίγο αργότερα να παραλάβει το απολυτήριο από το Πατριαρχείο. «Ἄλλαι μὲν βουλαὶ ἀνθρώπων, ἄλλα δὲ Θεὸς κελεύει»∙ τον απλοϊκό εκ Θράκης Μιχαήλ, όπως φανερώνει η φωτογραφία κατά την αναμονή του βασιλέως Παύλου για τα εγκαίνια του Ισθμού της Κορίνθου, δεν θα κρατήσει ούτε η πρωτεύουσα του εθνικού κράτους της συνθήκης της Λωζάνης, όπως μετασχηματίζεται μετά το ’22 με τη μετεγκατάσταση των προσφύγων από την ανατολική πλευρά του Αιγαίου, ούτε το πολύβουο Λονδίνο με τον εκεί Καθεδρικό της Αγίας Σοφίας και τον γέροντά του Θυατείρων Γερμανό, ούτε η Μητρόπολη Κορίνθου, στην οποία εκλήθη από τον Αθηνών Χρύσανθο τον από Τραπεζούντος, και το βήμα του Αποστόλου Παύλου, τον οποίο τόσο αγάπησε και επικαλείτο∙ για να υπερασπιστεί τα δίκαια του Οικουμενικού Πατριαρχείου και του Ελληνισμού συνομιλώντας με τους εκάστοτε προέδρους των ΗΠΑ, επέπρωτο άνωθεν να εκλεγεί Αρχιεπίσκοπος Βορείου και Νοτίου Αμερικής ο εκ Μαρωνείας Μιχαήλ Κωνσταντινίδης.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Αθανάσιος Τζιερτζής, Επιστροφή στην πατρώα θρακική γη: Η «τοποτηρητεία» του Μιχαήλ Κωνσταντινίδη στη Μητρόπολη Μαρωνείας

Μόσχος Γκουτζιούδης, Η χρήση της Καινής Διαθήκης στο έργο του Μιχαήλ Κωνσταντινίδη

Πόλη_608

Η εισήγηση του Επίκουρου Καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ στο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο για τον Αρχιεπίσκοπο Αμερικής Μιχαήλ Κωνσταντινίδη (Χάλκη 1-2 Σεπτεμβρίου 2017)

Είναι εξαιρετικά δύσκολο για έναν σύγχρονο ερευνητή να κρίνει και να αξιολογήσει τη γνώση και τη χρήση της Καινής Διαθήκης στο συνολικό έργο ενός ιεράρχη και ειδικά αν δεν είχε την ευκαιρία να τον γνωρίσει. Επομένως μόνο με τη σύντομη μελέτη των συγγραμμάτων του είναι πιθανό να τον αδικήσει. Σε αυτή την περίπτωση για να μελετήσουμε τη σχέση του αείμνηστου Αρχιεπισκόπου Αμερικής Μιχαήλ Κωσταντινίδη με το ευαγγέλιο του Χριστού θα πρέπει να λάβουμε και άλλους παράγοντες υπόψη, κυρίως όμως το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο της εποχής του. Είναι προτιμότερο σε αυτή μας την προσπάθεια να ξεκινήσουμε με το βιογραφικό του και να αναζητήσουμε σε αυτό τις προϋποθέσεις γνώσης του ευαγγελίου και στη συνέχεια να αξιολογήσουμε το ποιμαντικό και συγγραφικό του έργο.

Πόλη_249

Ο Μιχαήλ Κωνσταντινίδης σπούδασε στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης κατά το διάστημα 1907-1914 και ανάμεσα στα υπόλοιπα θεολογικά μαθήματα διδάχθηκε Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη. Φαίνεται πως η Καινή Διαθήκη τράβηξε το ενδιαφέρον του διότι αργότερα εκπόνησε διατριβή με θέμα: «Η περί Βασιλείας του Θεού διδασκαλία της Καινής Διαθήκης». Μάλιστα στη συνέχεια εργάστηκε ως υφηγητής της Καινής Διαθήκης στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης δίπλα στον καθηγητή του, Μητροπολίτη Σελευκείας Γερμανό, διδάσκοντας στις κατώτερες τάξεις της Σχολής. Φαντάζει αρκετά περίεργο το γεγονός ότι κατά τα επόμενα χρόνια εκπόνησε διατριβή στην πατερική γραμματεία με θέμα σχετικό με τον Μέγα Αθανάσιο. Αυτό όμως ίσως μπορεί να δικαιολογηθεί από τη μεγάλη προτίμηση της εποχής στον Ορθόδοξο χώρο να μελετώνται με πάθος οι πατέρες της Εκκλησίας. Ο Μιχαήλ Κωνσταντινίδης δεν σταμάτησε εδώ αλλά μετέβη στη Θεολογική Ακαδημία της Πετρούπολης και στη συνέχεια του Κιέβου. Συμπεραίνουμε λοιπόν εδώ πως ήταν πολύγλωσσος, πολυταξιδεμένος, παραγωγικός και έτσι αξιοποιήθηκε γρήγορα από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Σε όσα ειπωθούν στη συνέχεια θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι ο σπουδαίος και ικανός αυτός ιεράρχης έζησε τα γεγονότα της κομμουνιστικής επανάστασης στη Ρωσία το 1917, διαχειρίστηκε το ζήτημα των προσφύγων κατά τη μικρασιατική καταστροφή το 1922 όσο βρισκόταν στην Κομοτηνή και μάλιστα σε μικρή ηλικία (27-28 ετών), έζησε δύο παγκόσμιους πολέμους, τον εμφύλιο και πολλά άλλα. Τα τραγικά αυτά γεγονότα είναι εξαιρετικά πολλά για να συνοδεύσουν το βίο και το έργο ενός εκκλησιαστικού άνδρα. Παρόλα αυτά το έργο του Μιχαήλ Κωνσταντινίδη είναι υπερβολικά αξιόλογο για μια τέτοια καταστροφική περίοδο που είχε την ατυχία να βιώσει σε όλη του τη ζωή.

Πόλη_204

Περνάμε αμέσως στο ποιμαντικό έργο του Μιχαήλ Κωνσταντινίδη προκειμένου να διαπιστώσουμε το ρόλο που έπαιζε το ευαγγέλιο σε αυτό. Τα κηρύγματα, οι ομιλίες και οι διάφορες εκκλησιαστικές δραστηριότητες θα μας βοηθήσουν εδώ αρκετά. Εξαρχής θα πρέπει να σημειώσουμε ότι ο Μιχαήλ Κωνσταντινίδης δείχνει ιδιαίτερη προτίμηση στον απόστολο Παύλο, προβάλλει τις θεολογικές του ιδέες και μιμείται το ήθος του σταθερά μέχρι το τέλος της ζωής του. Ως Μητροπολίτης Κορίνθου καθιερώνει την Εβδομάδα του Αποστόλου Παύλου με σειρά εκδηλώσεων και σκοπό την ανάδειξη του θεολογικού έργου του πολιούχου αγίου της πόλης. Αυτήν θα μεταφέρει και στην Αμερική με σκοπό να γιορτάζεται ετησίως από όλες τις κοινότητες της ομογένειας.

Ο αείμνηστος Αρχιεπίσκοπος Αμερικής εργαζόταν πάντα για την ενότητα εντός της Εκκλησίας. Τον ενδιέφεραν επίσης οι σχέσεις των Ορθοδόξων με τους χριστιανούς των άλλων παραδόσεων. Πήρε μέρος σε συναντήσεις του ΠΣΕ και στον διάλογο με τους Αγγλικανούς ως εκπρόσωπος του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Εκκλησίας της Ελλάδος αλλά και του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι ο Κωνσταντινίδης θεωρούσε πως η ένωση των Εκκλησιών είναι αναγκαία σύμφωνα με τη διδασκαλία του Ιησού και των αποστόλων. Πίστευε μάλιστα πως το ευαγγέλιο αποτελούσε τον κοινό τόπο των συζητήσεων και των συνεργασιών πριν θιγούν τα δογματικά ζητήματα. Μετά τον εμφύλιο εργάστηκε για την ενότητα του πληρώματός του. Νωρίτερα ως Πρόεδρος του Γενικού Κρατικού Νοσοκομείου Κορίνθου φρόντιζε πάντα να νοσηλεύονται όλοι οι πολίτες χωρίς καμία απολύτως εξαίρεση. Ο Κωνσταντινίδης αντιμετωπίζει συχνά αιρετικές ομάδες και ιδιαίτερα της «προφητείες» κάποιου που εκμεταλλευόμενος τις δύσκολες πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες της Ελλάδας διακηρύττει την έλευση των εσχάτων και της κρίσης. Ο Μιχαήλ διδάσκει την ορθή χριστιανική εσχατολογία. Ως Αρχιεπίσκοπος Αμερικής αργότερα κατάφερε να έχει διαρκώς αρμονική συνεργασία κλήρου και λαού.

Το κήρυγμα κατέχει σπουδαία θέση στο ποιμαντικό έργο του Μιχαήλ Κωνσταντινίδη. Χρησιμοποίησε το κήρυγμα για να διδάξει το ποίμνιό του. Μάλιστα είχε χάρισμα σε αυτό. Αξιοποιούσε επίσης για τον ίδιο σκοπό τις περιοδείες στα χωριά της επαρχίας του. Στην Αμερική δεχόταν τη χρήση της αγγλικής γλώσσας μόνο σε αυτό και την κατήχηση. Δημοσίευε τα κηρύγματά του σε εφημερίδες και συμμετείχε σε ραδιοφωνικές εκπομπές μέσω του δικτύου CBS από τις οποίες μεταδίδονταν τα κηρύγματά του.

Ο Κωνσταντινίδης έκανε τον καταρτισμό των κληρικών κύριο μέλημα στη ζωή του. Γνωρίστηκε με τον Π. Τρεμπέλα και συνεργάστηκαν στο κατηχητικό έργο της Αρχιεπισκοπής Αθηνών. Θα πρέπει να αναγνωρίσουμε το γεγονός ότι επικαιροποίησε τη θεολογία της Εκκλησίας στη δύσκολη εποχή του.

Καθόλη τη θητεία του στην Αμερική θα αγωνιστεί για τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας με διάφορους τρόπους. Για τον Μιχαήλ η ελληνική γλώσσα ήταν η γλώσσα του ευαγγελίου και των πατέρων της Εκκλησίας. Αυτή ήταν η γλώσσα έλεγε με την οποία οι απόστολοι κήρυξαν το ευαγγέλιο σε όλον τον κόσμο. Κάποτε χρησιμοποίησε ένα παράδειγμα από το κατά Ιωάννην ευαγγέλιο σχετικά με τη χρήση της ελληνικής ως γλωσσικό μέσο ιεραποστολής. Αυτό δεν είναι παρά η διήγηση στην οποία κάποιοι Έλληνες ζητούν να δουν τον Ιησού (Ιω. 12:20-26). Ως επιχειρήματα χρησιμοποιούσε ακόμη το κήρυγμα του Παύλου και τη μετάφραση των Ο΄ για τους Ιουδαίους που δεν γνώριζαν εβραϊκά. Ελλάδα και Ορθοδοξία ήταν το σύνθημά του.

Η Καινή Διαθήκη τον επηρέαζε βαθύτατα στον τρόπο σκέψης και δράσης του. Το πρότυπο των κληρικολαϊκών συνελεύσεων δεν μπορεί παρά να προέρχεται από το βιβλίο των Πράξεων. Στις ομιλίες του κατά τις γιορτές των Χριστουγέννων και του Πάσχα χρησιμοποιεί την παύλεια θεολογία. Πίστευε πως η διδασκαλία του Κυρίου είναι η απάντηση σε όλα τα προβλήματα του σύγχρονου ανθρώπου. Αντιμετωπίζει τον χιλιασμό με χωρία από την Αγία Γραφή την οποία τα μέλη αυτής της αιρετικής ομάδας παραποιούν. Ο Μιχαήλ πίστευε πως μόνο με την ενημέρωση των πιστών θα αντιμετωπιζόταν η μεγάλη εξάπλωση των χιλιαστών στην Αμερική. Εξαιτίας των εμπόλεμων καταστάσεων που έζησε, έλεγε συχνά «όσοι επιθυμούν τον πόλεμο είναι με την πλευρά του αντίχριστου, ενώ όσοι επιδιώκουν την ειρήνη είναι με τον Χριστό».

Τις περισσότερες φορές η χρήση των αποσπασμάτων από τα ευαγγέλια που χρησιμοποιεί είναι πρόχειρη και δεν φανερώνει θεολόγο με ειδίκευση στην Κ.Δ. Συνδέει για παράδειγμα την επανάσταση του 1821 με τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου σε πολλές ομιλίες. Τέτοιου είδους όμως χρήση της Αγίας Γραφής γίνεται σταθερά μέχρι σήμερα από τους περισσότερους ιεράρχες. Ο Κωνσταντινίδης δεν εισήγαγε καινοτομίες διότι ήταν υπερασπιστής της παράδοσης. Είχε πάρει σκληρή στάση απέναντι στον κομμουνισμό για τον οποίο αυτός προβαλλόταν ως αντίχριστος. Κάποια στιγμή πίστευε πως η Αμερική θα λειτουργούσε ως όργανο του Θεού και θα τιμωρούσε τον κομμουνισμό. Το υπόβαθρο αυτής της ιδέας είναι ασφαλώς και πάλι βιβλικό.

Πόλη_89

Ο Κωνσταντινίδης είχε πλούσιο συγγραφικό έργο. Συνέβαλε στην έκδοση και σύνταξη του μηνιαίου περιοδικού της Μητρόπολης Κορίνθου Απόστολος Παύλος και ως Αρχιεπίσκοπος Αμερικής του Greek Orthodox Theological Review το 1957. Με το δεύτερο σκόπευε να προβληθούν με αναλυτικό και ακαδημαϊκό τρόπο οι διάφορες πτυχές της Ορθόδοξης θεολογίας.

Ο αείμνηστος Αρχιεπίσκοπος Αμερικής παρουσίαζε τις ευαγγελικές διηγήσεις σε μόνιμη στήλη της εφημερίδας Νέος Αγών όταν βρισκόταν στην Αθήνα και υπηρετούσε ως γραμματέας και στη συνέχεια ως Μέγας Πρωτοσύγκελος της Αρχιεπισκοπής Αθηνών. Από εδώ φαίνεται η αγάπη του για το ευαγγέλιο του Χριστού. Θα επαναλάβουμε εδώ ότι ο Κωνσταντινίδης από το σύνολο των βιβλίων της Κ.Δ. προτιμά ξεκάθαρα τον απόστολο Παύλο στον οποίο παραπέμπει συχνά. Ο τίτλος της μελέτης του «Η εν Χριστώ ζωή» αποτελεί ασφαλώς δάνειο από την παύλεια θεολογική ορολογία. Ο Μιχαήλ μετέφρασε το έργο «Μίμησις Χριστού» του Θωμά Κεμπησίου, το οποίο σχετίζεται και πάλι με τον κορυφαίο απόστολο. Η προτίμηση στον Παύλο δικαιολογείται όχι μόνο από την ευρύτερη θεολογική τάση της εποχής στον Ορθόδοξο χώρο να προτιμάται η έρευνα των παύλειων επιστολών από τα ευαγγέλια αλλά και από την εκκλησιαστική του σταδιοδρομία. Ο Μιχαήλ διετέλεσε Μητροπολίτης Κορίνθου και ενθρονίστηκε στον Καθεδρικό Ναό του Αποστόλου Παύλου. Κέντρο της εκεί δράσης του ήταν ο εσταυρωμένος Ιησούς Χριστός, όπως άλλωστε αυτό είναι το κέντρο της παύλειας θεολογίας. Μετονόμασε το αρχείο μελετών της Κορίνθου από «Αριστοτέλης» σε «Παύλειον Καθίδρυμα». Στην Αμερική ίδρυσε ίδρυμα με τίτλο: «Ιεραποστολή Αποστόλου Παύλου».

Ο Μιχαήλ ασχολήθηκε όμως και με τις διηγήσεις των ευαγγελίων. Επιμελείται και εκδίδει όσο είναι ακόμη Μητροπολίτης Κορίνθου το 1945 κατηχητικό βοήθημα με τίτλο: Η Ιστορία του Χριστού για μικρά παιδιά. Το 1957 ως Αρχιεπίσκοπος Αμερικής το προσαρμόζει για τις εκεί συνθήκες. Το κείμενο που χωρίζεται σε διάφορες θεματικές και προέρχεται από τα ευαγγέλια, συνοδεύεται από ορθόδοξες εικόνες.

Το 1953 εκδόθηκε η 11η μετάφραση του κριτικού κειμένου της Καινής Διαθήκης στην αγγλική. Ο Μιχαήλ χρησιμοποιούσε το συγκεκριμένο γεγονός ως επιχείρημα της αδυναμίας αποδόσεως του πλούτου της ελληνικής γλώσσας με ικανοποιητικό τρόπο. Στόχος του ήταν η Αγία Γραφή, όπως και άλλα θεολογικά συγγράμματα να μεταφραστεί στην αγγλική γλώσσα από ελληνοαμερικανούς για τους ορθόδοξους θεολόγους. Το έργο της μετάφρασης είχε αναλάβει η Αρχιεπισκοπή Αμερικής με τον ίδιο να έχει μεταφράσει στην αγγλική ορισμένες από τις επιστολές του Παύλου. Εργάστηκε σταθερά για να αναδείξει την αξία της Αγίας Γραφής και τη μελέτη της από τους πιστούς. Για το λόγο αυτό δημιούργησε κύκλους μελέτης.

Σε πραγματεία του για την αναγκαιότητα της μελέτης των κληρικών, ο Μιχαήλ τονίζει την πρωτεύουσα θέση που έχει η μελέτη της Γραφής. Σύμφωνα με τον Μιχαήλ, ακόμη μια αρνητική συνήθεια των ιερέων είναι πως δεν μελετούν την Αγία Γραφή. Θεωρεί πως δεν είναι τυχαίο ότι όλοι οι πατέρες της Εκκλησίας χρησιμοποιούσαν την Αγία Γραφή ως πηγή των θεολογικών τους συγγραμμάτων. Έτσι, ουσιαστικά προτείνεται η αδιάλειπτη μελέτη της Γραφής ως το μέσο το οποίο μπορεί να βοηθήσει τον ιερέα να αναπτυχθεί θεολογικά και να προωθήσει καλύτερα το έργο του.

Ο Μιχαήλ πίστευε ότι η μελέτη της Γραφής δεν βοηθά μόνο στην εμβάθυνση, αλλά και στην προσωπική οικοδομή, κάτι που δεν είναι γνωστό και σύνηθες στους Ορθοδόξους Χριστιανούς. Εδώ ο Κωνσταντινίδης καινοτομεί και δεν διστάζει από φόβο μήπως παρεξηγηθεί και χαρακτηριστεί προτεστάντης. Ο Μιχαήλ παρουσιάζει πλείστα παραδείγματα από την Καινή Διαθήκη, που δείχνουν τους αποστόλους να μελετούν την Παλαιά Διαθήκη και να γνωρίζουν κάθε λεπτομέρειά της. Κορωνίδα όλων έλεγε είναι ο Χριστός που ως τέλειος άνθρωπος, μελέτησε τις Γραφές και «προέκοπτε σε σοφία και ηλικία».

Ως γνωστό αναφερόμαστε σε μια εποχή που δεν υπάρχουν βοηθήματα μελέτης των κειμένων της Αγίας Γραφής. Ο Μιχαήλ συστήνει ως καλό βοήθημα το έργο του Π. Τρεμπέλα, Καινή Διαθήκη μετά συντόμου ερμηνείας (ο τόμος με τις παύλειες και τις καθολικές επιστολές) για το οποίο δημοσίευσε και βιβλιοκρισία. Εκτιμούσε βαθύτατα τον αείμνηστο Τρεμπέλα και θεωρούσε ότι το έργο του δημιουργούσε νέα εποχή. Συχνά πρότεινε στους πιστούς εποικοδομητικά βοηθήματα και ελληνικές εκδόσεις της Αγίας Γραφής, διότι τα ερμηνευτικά βοηθήματα σπάνιζαν κατά την εποχή του.

Ο Κωνσταντινίδης θεωρούσε πως η αλήθεια βρίσκεται στην Αγία Γραφή και όχι στις διάφορες επιστημονικές θεωρίες. Αυτό σημαίνει πως δεν ακολουθούσε τις θεωρίες της εποχής του, οι οποίες προέρχονταν από τις φυσικές επιστήμες. Σε άρθρο του στην Κορινθιακή Ηχώ για τη θεολογική σημασία της ενανθρώπησης του Χριστού καταφεύγει στο χαρακτηρισμό του Χριστού ως το φως το αληθινό από τον τέταρτο ευαγγελιστή και αναφέρεται στα επιπόλαια συμπεράσματα του δαρβινισμού.

Στην Κ.Δ. ο Μιχαήλ καταφεύγει για να βρει επιχειρήματα για τη νηστεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής του Πάσχα αλλά και για το ζήτημα της ύπαρξης του πόνου στη ζωή του ανθρώπου, όπως και για το ζήτημα του γάμου των κληρικών.

Σε αρκετά μηνύματα της Αναστάσεως χρησιμοποιεί χωρία από τα ευαγγέλια. Τις περισσότερες φορές αυτά αποτελούν λόγια του Ιησού στις διηγήσεις του πάθους. Όταν όμως αναφέρεται στη σταύρωση και την ανάσταση του Κυρίου χρησιμοποιεί στοιχεία της παύλειας θεολογίας. Το ίδιο κάνει και στα μηνύματα των Χριστουγέννων. Για να αποδείξει την ανάσταση του Χριστού συγχέει πληροφορίες των ευαγγελικών διηγήσεων σχετικά με τις εμφανίσεις του αναστημένου Ιησού και στοιχεία της παύλειας θεολογίας. Παντού όμως αναπτύσσει στοιχεία από τη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας.

Ο Μιχαήλ ασχολήθηκε με θέματα εισαγωγής της Καινής Διαθήκης αλλά μόνο με τις παύλειες επιστολές και τα προβλήματά τους. Για τη σταύρωση του Ιησού θεωρεί υπεύθυνους τον προδότη μαθητή, τον Πιλάτο και τους Γραμματείς και φαρισαίους. Ο Μιχαήλ αναφέρεται στη δράση τους με βάση τις πληροφορίες των ευαγγελίων αλλά με πολύ προχειρότητα. Ο Μιχαήλ έγραψε άρθρο για τον ευαγγελιστή Λουκά. Ενώ σκιαγραφεί την προσωπικότητά του χρησιμοποιεί μεταγενέστερες πληροφορίες της χριστιανικής παράδοσης. Σχετικά με τα περιστατικά του βίου του Ιησού (π.χ. το περιστατικό με τη Μάρθα και τη Μαρία ή η παραβολή του σπλαχνικού πατέρα) που παρουσιάζει ο Λουκάς τα αντιμετωπίζει κυριολεκτικά και όχι κριτικά.

Με άρθρο του στο περιοδικό Εκκλησία επαινεί τη διάδοση της έκδοσης της Αγίας Γραφής της Βιβλικής Εταιρίας στην Αγγλία. Μεταφράζει σχετικό άρθρο των Times, ενώ θεωρεί πως είναι χρέος της Πανορθόδοξης Συνόδου να ασχοληθεί με το θέμα της διάδοσης της Αγίας Γραφής στον Ορθόδοξο κόσμο. Για τη μέχρι τότε προσπάθεια επαινεί επίσης την αδελφότητα Ζωή για το έργο της και αναφέρεται στην περίπτωση της Ρωσίας που αποτελεί το μόνο χώρο που αντιτίθεται σε μια τέτοια προσπάθεια λόγω του κομμουνιστικού καθεστώτος.

Πόλη_282

Το συγγραφικό έργο του αείμνηστου ιεράρχη δεν φανερώνει έναν συστηματικό καινοδιαθηκολόγο. Ο ίδιος, αν και υπήρξε υφηγητής της Καινής Διαθήκης στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, χρησιμοποιεί τις περισσότερες φορές για χάρη του ποιμαντικού του έργου πρόχειρα την Καινή Διαθήκη και όχι με καλή γνώση. Η αγάπη του γι’ αυτήν είναι βέβαια δεδομένη. Ο Μιχαήλ Κωνσταντινίδης δεν είναι ο καινοδιαθηκολόγος που συναντάμε στο πρόσωπο και το έργο του νυν Αρχιεπισκόπου Αμερικής κ. Δημητρίου Τρακατέλλη. Δεν είχε ασφαλώς τις δικές του ευκαιρίες και έζησε σε μια εποχή που ήταν καταστροφική, όχι απλώς για τις σπουδές αλλά για την ίδια τη ζωή. Ο Κωνσταντινίδης διάβαζε το ευαγγέλιο, το ερμήνευε, το κήρυττε, ξεκίνησε να το μεταφράζει στην αγγλική γλώσσα, κυρίως όμως και πάνω απ’ όλα, το έκανε πράξη στη ζωή του και επιθυμούσε διακαώς το ίδιο να κάνουν όλοι οι πιστοί, κληρικοί και λαϊκοί.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Μόσχος Γκουτζιούδης, Η χρήση της Καινής Διαθήκης στο έργο του Μιχαήλ Κωνσταντινίδη

Συμεών Πασχαλίδης, Η σημασία των Πατέρων και της Ιεράς Παραδόσεως στο έργο του Αρχιεπισκόπου Αμερικής Μιχαήλ Κωνσταντινίδη

Πόλη_604

Η εισήγηση του Καθηγητὴ της Θεολογικῆς Σχολῆς του ΑΠΘ και Διευθυντὴ του Πατριαρχικοῦ Ἱδρύματος Πατερικῶν Μελετῶν στο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο για τον Αρχιεπίσκοπο Αμερικής Μιχαήλ Κωνσταντινίδη (Χάλκη 1-2 Σεπτεμβρίου 2017)

Ὁ μακαριστὸς ἀρχιεπίσκοπος Ἀμερικῆς κυρὸς Μιχαὴλ Κων­σταν­τι­νίδης (1892-1958) ὑπῆρξε ἀναμφισβήτητα μία ἐκκλησιαστικὴ προ­σω­πι­κό­τητα ποὺ ἄφησε τὸ ἀποτύπωμά της στὴ νεοπαγὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλη­σία τῆς Ἀμερικῆς. Ἔχοντας γαλουχηθεῖ θεολογικὰ στὸ περιβάλλον τῆς Ἱε­ρᾶς Θεο­λο­γικῆς Σχολῆς τῆς Χάλκης στὶς ἀρχὲς τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα (1907-1914), καὶ μὲ μία σημαντικὴ περίοδο μετεκπαίδευσης στὶς θεολογικὲς Ἀκα­δη­­μίες τῆς Ἁγίας Πετρούπολης καὶ τοῦ Κιέβου στὴν προεπαναστατικὴ Ρω­σία, μὲ ὑποτροφία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ μέριμνα τοῦ πατρι­άρ­χη Γερμανοῦ Ε´, ὣς τὸ 1919, ὁ Μιχαὴλ προσέφερε ποικιλοτρόπως τὴ δια­κο­νία του τόσο στὴ Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία, ἐκκινώντας μάλιστα ἀ­πὸ μία κρίσιμη περίοδο, ὅπως αὐτὴ τῆς Μικρασιατικῆς Καταστροφῆς, ὅσο καὶ στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἐπὶ ἀρχιεπισκοπείας Χρυσοστόμου Πα­πα­δοπούλου ἀρχικά, ὡς στέλεχος τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν, καὶ ἀργότερα ὡς μητροπολίτης Κορίνθου, λίγο πρὶν ξεσπάσει ὁ Β´ Παγκόσμιος Πόλεμος.

Ὁ χῶρος, ὅμως, στὸν ὁποῖο ὁ μακαριστὸς Μιχαὴλ ἀνήλωσε κυρίως τὶς πνευματικές του δυνάμεις ὑπῆρξε αὐτὸς τῆς διασπορᾶς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, ἀφοῦ, ὡς γνωστόν, ὑπηρέτησε ἐπὶ δώδεκα ἔτη στὴ Μητρόπολη Θυατείρων, ὡς ἱερατικῶς προϊστάμενος τοῦ καθεδρικοῦ ναοῦ τῆς Ἁγίας Σοφίας, καί, μετὰ τὴν δεκαετὴ ἀρχιερατεία του στὸν ἀποστολικὸ θρόνο τῆς Κορίνθου (1939-1949), θὰ ὁλοκληρώσει τὴν ἐκκλησιαστική του διακονία ποιμαίνοντας τὶς ἑλληνορθόδοξες κοινότητες τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Βορείου καὶ Νοτίου Ἀμερικῆς γιὰ περισσότερα ἀπὸ ὀκτὼ χρόνια.

Μεταξὺ τοῦ πολυσχιδοῦς ἔργου του, ὁ Μιχαὴλ Κωνσταντινίδης διακρί­θηκε καὶ γιὰ τὴ δημιουργία καὶ λει­τουρ­γία ἐκκλησιαστικῶν καὶ θεολογικῶν περιοδικῶν, ὅπως τὸ περ. Ἐνορία ποὺ ἵδρυσε κατὰ τὴν ἀρχιερατεία του στὴ Μητρόπολη Κορίνθου, καὶ ὁ Ὀρθόδοξος Παρατηρητὴς  ἀλλὰ καὶ τὸ ἀγγλό­φω­νο ὀρθόδοξο θεολο­γι­κὸ περιοδικὸ Greek Orthodox Theological Review, ποὺ ἀποτελεῖ καὶ σήμερα τὸ ἐπιστημονικὸ περιοδικὸ τῆς Θεολογικῆς Σχο­λῆς τοῦ Τιμίου Σταυροῦ στὴ Βοστώνη, στὰ ὁποῖα μάλιστα ὁ Μι­χα­ὴλ δημο­σίευ­σε σειρὰ ἄρθρων του. Ἀσφαλῶς ἡ πλούσια ἐργογραφία τοῦ Μι­χαὴλ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ θεωρηθεῖ ἐπι­στη­μονικὴ μὲ αὐστηρὰ ἀκαδημαϊ­κὰ κριτήρια, πρᾶγμα εὔλογο, ἀφοῦ τὰ γραπτά του δὲν ἀπευθύνονταν σὲ ἕνα ἀκαδη­μαϊ­κὸ ἀκροατήριο, ἀλλὰ στὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ἱερεῖς καὶ λαϊ­κούς, τὰ στελέχη καὶ τὰ μέλη τοῦ ποιμνίου του, τὰ ὁποῖα θεωροῦσε χρέος νὰ παι­δα­γω­γεῖ εἰς Χριστόν, «λό­γοις καὶ συγγραφαῖς». Γι᾽ αὐτὸ καὶ τὸ μεγαλύτερο μέ­ρος τοῦ δημοσιευμένου ἔργου του, ποὺ μὲ πληρότητα καὶ ἀκριβὴ ἐπιστη­μονικὴ μέθοδο συγκέντρωσαν καὶ κατέταξαν ὁ συνάδελφος καθηγητὴς κ. Ἀρα­μπα­τζῆς καὶ οἱ συνεργάτες του στὸ ἐκπο­νηθὲν στὸ Πανεπιστήμιό μας ἐρευ­νη­τικὸ ἔργο γιὰ τοὺς ἱεράρχες τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τῆς Ἀμερικῆς κατὰ τὸν εἰκοστὸ αἰώνα, καὶ ποὺ μὲ συστηματικὸ τρόπο ἐκθέτει ὁ π. Μακάριος Νιάκαρος στὴ διδακτορική του διατριβή, μαρτυρεῖ αὐτὴ τὴ διαρκή, συνειδητὴ στόχευση τοῦ Μιχαὴλ γιὰ μία ἀδιάλειπτη μετουσίωση καὶ μεταλαμπάδευση τῆς θεολογικῆς παρά­δοσης τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στὰ μέλη της. Καὶ ὅλα αὐτὰ σὲ μία περίοδο ἀρκετὰ πρώιμη σὲ σχέση μὲ τὴν ἐμφάνιση στὸν ἑλληνικὸ θεολογικὸ χῶρο τῆς περίφημης θεολογικῆς γενιᾶς τοῦ ᾽60, τοῦ θεολογικοῦ δηλ. ρεύματος ποὺ ἐπιχείρησε νὰ ἐπανασυνδέσει τὴν ἑλληνικὴ Ὀρθοδοξία μὲ τὴν πατερική θεολογία καὶ τὴν αὐθεντικότητα τῆς παράδοσης, ἀνατρέποντας τὴν μέχρι τότε κυριαρχία τῆς –γερμανικῶν καταβολῶν– διαλεκτικῆς θεολογίας τοῦ Κarl Barth καὶ τὸν θεολογικὸ ἀκαδημαϊσμὸ καὶ σχολαστικισμὸ ποὺ τὴ συνόδευε.

Στὸ πλούσιο συγγραφικὸ ἔργο τοῦ ἀρχιεπισκόπου Μιχαὴλ διακρίνει κανεὶς πρώιμα στοιχεῖα αὐτῆς τῆς στροφῆς στοὺς Πατέρες, ποὺ μπορεῖ νὰ ἀνεύρει στὸ θεολογικὸ γίγνεσθαι τῶν πρώτων δεκαετιῶν μετὰ τὴν Ὀκτωβριανὴ Ἐπανάσταση, μὲ κορύφωση στὸ ἔργο τοῦ μακαριστοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, τὸ ὄνομα τοῦ ὁποίου συνδέθηκε μὲ τὴ λεγόμενη «ἐπιστροφὴ στοὺς Πατέρες» καὶ τὴ «νεο-πατερικὴ σύνθεση», ὅπως χαρακτήρισε ὁ ἴδιος τὴν πρωτοποριακὴ θεολογικὴ πρότασή του γιὰ  «ἕνα δημιουργικὸ ἐπαναπροσδιορισμὸ τῶν ἐνοράσεων ποὺ εἶχαν δοθεῖ στοὺς Ἁγίους τοῦ παρελθόντος», ὅπως εἶχε πεῖ ὁ ἴδιος, ἕνα δημιουργικὸ δηλ. ἀναβαπτισμὸ στὸ πνεῦμα τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, χωρὶς ὅμως καμία στείρα ἐπανάληψη καὶ προπαντὸς καμία προσκόλληση στὸ γράμμα τῶν Πατέρων, ἀλλὰ μία ἀνασύνθεση τῆς Πατερικῆς σκέψης μέσα ἀπὸ τὰ αἰτούμενα τῆς ἐποχῆς μας, τῆς κάθε ἐποχῆς.

Πόλη_243

Ἡ σημασία τῆς μελέτης τῶν Πατέρων τίθεται ἀπὸ τὸν ἀρχιεπίσκοπο Μιχαὴλ στὸ πλαίσιο τῆς ποιμαντικῆς στοχεύσεώς του καὶ δὴ τῆς πρωταρχικῆς θεολογικῆς ἀγωγῆς τὴν ὁποία ὀφείλει νὰ λάβει ὁ ἴδιος ὁ ἱερέας ὡς ποιμένας τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἐμφατικὰ ὑποστήριξε ὁ Μιχαήλ, ἀντικρούοντας ἐκείνους ποὺ ὑποστήριζαν ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται θεολογικὴ μόρφωση γιὰ τοὺς ἱερεῖς, παρὰ μόνο ψυχικὰ ἢ πνευματικὰ χαρίσματα. Γι᾽ αὐτὸν τὸν λόγο δημοσίευσε κατὰ τὸ ἔτος 1947,  ὡς μητροπολίτης Κορίνθου, μία σειρά σύντομων ἄρθρων στὸ περ. Ἐνορία, μὲ τὸν χαρακτηριστικὸ τίτλο «Ὁ ἱερεὺς καὶ ἡ μελέτη» ἀρχικὰ καὶ «Ὁ ἱερεὺς καὶ ἡ μελέτη τῶν Γραφῶν» καὶ «Ὁ ἱερεὺς καὶ ἡ μελέτη τῶν Πατέρων» ἐν συνεχεία[1], ἐπισημαίνοντας προϋποθετικὰ τὴν ἀναγκαιότητα διαρκοῦς μελέτης καὶ αὐτομόρφωσης γιὰ τὸν ἱερέα καὶ ἑστιάζοντας τὴν προσοχή του ἀφενὸς στὴ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ποὺ ἀπετέλεσε τὴν κύρια πηγὴ ἀλλὰ καὶ τὸ σταθερὸ ἑρμηνευτικὸ πρόταγμα ὅλων τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἀφετέρου στὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο τῶν ἴδιων τῶν Πατέρων ἀλλὰ καὶ τῶν χριστιανῶν τῶν πρώτων ἐκκλησιαστικῶν κοινοτήτων.

Ποιμαντικὰ πρότυπα γιὰ τὸν Μιχαὴλ ἀποτελοῦν, γιὰ παράδειγμα, ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος καὶ ἡ καταστατικὴ διακήρυξη γιὰ τὸ πολίτευμα τῶν χριστιανῶν τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας στὴν Πρὸς Διόγνητον ἐπιστολή, ἀλλὰ καὶ οἱ περίφημοι Περὶ Ἱερωσύνης λόγοι τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου. Στὰ κείμενα αὐτά, παρὰ τὸν πρωτίστως διδακτικό τους χαρακτήρα, μπορεῖ κανεὶς νὰ διακρίνει καὶ τὴ θεολογικὴ παιδεία τοῦ Μιχαήλ, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπιμονή του στὴ θεολογικὴ καὶ ἱστορικὴ ἀκρίβεια, ὅταν γιὰ παράδειγμα προβαίνει σὲ παρατηρήσεις γιὰ τὴν ἀρχαιότητα καὶ τὴ χρονολόγησή τους, ὅπως συμβαίνει στὴν περίπτωση τῆς Πρὸς Διόγνητον:

«Ἄγνωστος εἶναι ὁ συγγραφεύς της –γράφει ὁ Μιχαήλ. Εἰς τὸ 11ον, ὅμως, κεφάλαιόν της ὁ συγγραφεὺς χαρακτηρίζει τὸν ἑαυτόν του ὡς “ἀποστόλων γενόμενον μαθητήν”, μολονότι ὑπάρχουν μερικοὶ ποὺ ἰσχυρίζονται ὅτι τὸ 11ον καὶ τὸ 12ον κεφάλ. τῆς ἐπιστολῆς ἀποτελοῦν προσθήκην μεταγενεστέραν».

Στὸ ἴδιο πλαίσιο ὁ Μιχαὴλ ἐξειδικεύει τὸν λόγο του καὶ στὴν περίπτωση τοῦ μεγάλου πατέρα τῆς Δύσης, τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου[2], ἐπικαλούμενος τὴν εὐρεία κυκλοφορία ποὺ εἶχε γνωρίσει μεταξὺ τοῦ ἑλληνικοῦ ἀναγνωστικοῦ κοινοῦ τὸ δημοφιλέστερο ἴσως ἀπὸ τὰ ἔργα του, ἡ πνευματική του αὐτοβιογραφία, οἱ Ἐξομολογήσεις, μεταφρασμένο στὰ ἑλληνικά:

«Εἶναι γνωσταὶ εἰς τὸ ἑλληνικὸν θρησκευόμενον κοινὸν αἱ περίφημοι Ἐξομολογήσεις του. Κατὰ κοινὴν ὁμολογίαν εἶναι ἓν ἀπὸ τὰ ἑκατὸν περίπου ὡραιότερα βιβλία ποὺ ἐγράφησαν καὶ ἐκυκλοφόρησαν μέχρι τοῦδε ἐν τῷ κόσμῳ.

Καὶ προσθέτει: «Αὑτὰς ὁ ἱερεὺς δύναται νὰ τὰς εὕρῃ. Ἕχουν μεταφρασθῇ εἰς τὴν ἑλληνικὴν καὶ μάλιστα μὲ μοναδικὴν ἐπιτυχίαν».

Ἀναφέρεται προφανῶς στὴν ἔκδοση τῶν Ἐξομολογήσεων τοῦ 1930 ποὺ κυκλοφοροῦσε στὶς ἡμέρες του, μὲ μετάφραση τοῦ Ἀνδρέα Δαλέζιου.

Ὡστόσο, ἡ Μιχαὴλ προχωρεῖ ἀκόμη περισσότερο, προβαίνοντας στὴ μετάφραση ἀπὸ τὸ λατινικὸ πρωτότυπο ἐκλεκτῶν ἀποσπασμάτων ἀπὸ ἔργα τοῦ Αὐγουστίνου, κυρίως τὶς Ἑρμηνεῖες του στοὺς Ψαλμοὺς καὶ στὸ Κατὰ Ἰωάννην εὐαγγέλιο, ὅπως σημειώνει χαρακτηριστικά:

«Ἂς προσπαθήσωμεν νὰ δώσωμεν εἰς τοὺς ἀγαπητοὺς μας ἐν Χριστῷ ἀδελφούς, τοὺς ἁπανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος ἱερεῖς, …μᾶλλον ἀποσπάσματα  ἐξ ἄλλων ἔργων τοῦ Ἱ. Αὐγουστίνου ἀγνώστων εἰς τοὺς πολλούς, ὡς μὴ μεταφρασθέντων εἰς τὴν Ἑλληνικήν»[3]

Τὸ πλέον, ὅμως, συστηματικὸ ἔργο, μέσα ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἐκδιπλώνεται ἡ θεολογικὴ ἀρτιότητα τοῦ Μιχαήλ, εἶναι ἡ ἐκτενὴς μελέτη του, Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος καὶ ποχ ατο, ποὺ ἐκδόθηκε στὴν Ἀθήνα το 1937. Πρόκεται γιὰ ἕνα ἔργο γραμμένο μὲ ἐπιστημονικὸ καὶ μεθοδικὸ τρόπο, ὅπου ἐκτίθεται μὲ πληρότητα τόσο ἡ ζωὴ ὅσο καὶ ἡ θεολογικὴ διδασκαλία τοῦ Μ. Ἀθανασίου. Προϊὸν αὐτοῦ τοῦ ἐνδιαφέροντός του γιὰ τὸν Μέγα Ἀθανάσιο ἀπετέλεσε καὶ ἡ ἔκδοση, σὲ συνέχειες στὸ περ. Ἐκκλησιαστικὸς Φάρος, τῆς ἀποδόσεως ἀπὸ τὸν ἴδιο στὴ νέα ἑλληνικὴ γλώσσα τοῦ Βίου τοῦ Μ. Ἀντωνίου, πρότυπου ἔργου γιὰ τὴν ἀνάπτυξη τῆς χριστιανικῆς καὶ δὴ τῆς μοναστικῆς βιογραφίας[4].

Πατερικὸ ὑπόβαθρο ἔχουν ἐπίσης καὶ ἀρκετὲς ἐκλαϊκευτικὲς μελέτες του μὲ ἐκκλησιολογικὸ περιεχόμενο, στὶς ὁποῖες παρουσιάζει τὸ ἱστορικὸ καὶ θεολογικὸ πλαίσιο τῶν σχέσεων τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μὲ τὴν «Λατινική», ὅπως ὀνομάζει στὴν ἀρθρογραφία του, υἱοθετώντας ἕναν ἱστορικὸ ὅρο, τὴν Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία, χρησιμοποιώντας ἐνίοτε ὡς πρότυπο τὸ πρόσωπο καὶ τὸ ἐκκλησιαστικὸ ἔργο τοῦ πατριαρχη Φωτίου[5].

Πόλη_417

Ἕνα ἄλλο ζήτημα ποὺ φαίνεται νὰ τὸν ἀπασχολεῖ, τόσο λόγω τῶν διαπιστώσεών του ἀπὸ τὴν ἐπαφή του μὲ ἄλλες χριστιανικὲς ὁμολογίες  στὸ πλαίσιο τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως ὅσο καὶ ἐξαιτίας τῶν ἀναφυέντων ποιμαντικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν προβλημάτων ποὺ  προέκυψαν ἀπὸ τὴν υἱοθέτηση τοῦ νέου ἡμερολογίου ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος[6], εἶναι αὐτὸ τῆς ἱερᾶς παραδόσεως καὶ τῆς καίριας θέσεώς της ὡς συστατικοῦ στοιχείου καὶ ἑνοποιητικοῦ παράγοντα τῆς χριστιανικῆς πίστεως.

Εἶναι ἐξόχως ἐνδιαφέροντα τὰ ὅσα γράφει σὲ ἕνα εὐσύνοπτο ἄρθρο του, μὲ τὸν τίτλο «Ἡ Ἱερὰ Παράδοσις», γραμμένο στὸ Λονδίνο καὶ δημοσιευμένο στὸ περ. Ἐκκλησία τὸ 1932[7]. Ἐπισημαίνει καταρχὴν ὅτι γιὰ τοὺς Ὀρθοδόξους «ἡ Παράδοσις εἶναι τόσον ἀπαραίτητος διὰ τὴν Ἐκκλησίαν ὅσον καὶ ἡ Ἁγία Γραφή», καὶ χρησιμοποιεῖ ὡς ἐκ τοῦ ἀντιθέτου ἐπιχείρημα τὸ γεγονὸς ὅτι «εἶναι τόσον καταστρεπτικὰ τὰ ἀποτέλεσματα τῆς ἀπαρνήσεως τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως δι᾽ ὅλας τὰς θρησκευτικὰς ἐκείνας ὁμολογίας καὶ ὁμάδας, αἱ ὁποῖαι διεμορφώθησαν μετὰ τὴν μεγάλην Μεταρρύθμισιν ἐν τῇ Δύσει… καὶ τοσαύτη σὐγχυσις βαθμηδὸν ἐδημιουργήθη εἰς τὰς τάξεις αὐτῶν λόγω τῆς καταρρίψεως παρ᾽ αὐτοῖς τοῦ κύρους τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως, ὥστε ἐν τοῖς νῦν καιροῖς  ἀκούονται ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν φωναὶ μεμονωμέναι μέν, πυκνότεραι ὅμως σὺν τῷ χρόνῳ ἀποβαίνουσαι, ὑπὲρ τῆς ἀναγνωρίσεως τοῦ ἀσφαλοῦς τούτου γνώμονος τῆς πίστεως, χάρις εἰς τὸν ὁποῖον, ἴσως, θὰ σταματήςῃ ἡ προϊούσα διάλυσις, καὶ ἡ διάρρευσις τῶν μελῶν τῶν ὡς ἄνω ὁμολογιῶν καὶ ὁμάδων εἰς ἄλλας Ἐκκλησίας».

Ἐπισημαίνει, μάλιστα, στὸ ἴδιο ἄρθρο ὅτι συγκεκριμένες ὁμάδες Λουθηρανῶν καὶ Ἀγγλικανῶν, ὅπως ἡ λεγόμενοι «Ἀγγλοκαθολικοί», «ἀνενδοιάστως ἀποδέχονται τὴν Ἱερὰν Παράδοσιν ὡς πράττουσι τοῦτο ἡ Ὀρθόδοξος καὶ ἡ Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία». Καὶ συνεχίζει, μεταφέροντας πολὺ ἐνδιαφέρουσες πληροφορίες γιὰ τὶς τελούμενες κατὰ τὴν ἐποχή του ζυμώσεις ἐντὸς τοῦ προτεσταντικοῦ κόσμου γύρω ἀπὸ τὸ ζήτημα τῆς υἱοθέτησης ἀλλὰ καὶ τῆς ἑρμηνείας τῆς ἱερᾶς παραδόσεως, σὲ σχέση μὲ ἀπασχολοῦντα ἤδη ἀπὸ τότε κρίσιμα ζητήματα διάφορες προτεσταντικές ὁμολογίες, ὅπως οἱ Πρεσβυτεριανοί, ὅπως ἦταν τὸ ζήτημα τῆς χειροτονίας τῶν γυναικῶν.

Ἀξίζει δὲ νὰ σημειώσουμε ὅτι ὁ Μιχαὴλ ἐπανέρχεται στὸ ζήτημα τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως καὶ σὲ ἄλλα, ἐκλαϊκευτικοῦ χαρακτῆρος ἔργα του, ὅπως τὸ Ἐγκόλπιον τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ, ἕνα ἔργο γραμμένο κατὰ τὴν περίοδο τῆς ἀρχιεπισκοπείας του στὴν Ἀμερική, ὅπου, ἀναπτύσσοντας τὸ ζήτημα τῶν πηγῶν τῆς θείας Ἀποκαλύψεως, κάνει καὶ πάλι ἀναφορὰ στὴν Ἱερὰ Παράδοση, στὴν ὁποία ἐμπεριλαμβάνονται τόσο ἡ ἄγραφος διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας ὅσο καὶ οἱ ἱεροὶ κανόνες καὶ τὰ συγγράμματα τῶν Πατέρων καὶ διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας, διευκρινίζοντας τὴ μὴ ἀποδοχὴ αὐτοῦ τοῦ τμήματος τῶν πηγῶν τῆς θείας ἀποκαλύψεως ἀπὸ τοὺς προτεστάντες.

Καὶ ἄλλα, ὅμως, ζητήματα, ὅπως τὸ ζήτημα τῆς ὑποχρεωτικῆς ἀγαμίας τῶν κληρικῶν, ποὺ εἶχε τεθεῖ ἀπὸ ἕνα συντηρητικὸ ὀρθόδοξο κληρικό, τὸν ὁδηγοῦν σὲ προσεκτικὴ ἐξέταση καὶ ἐμβάθυνση στὶς πηγὲς τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας παράδοσης, ὅπως οἱ Κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, μὲ τὶς ὁποῖες ἀναιροῦνται τέτοιου εἴδους ζηλωτικὲς διατυπώσεις.  Ἐξίσου δὲ σοβαρὸ εἶναι καὶ τὸ ζήτημα τῆς «ἀντοχῆς» τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως ἔναντι τῶν προκλήσεων τοῦ σύγχρονου κόσμου, οἱ ὁποῖες ὄχι σπάνια ἐμφανίζονται νὰ τὴν κλονίζουν καὶ νὰ ἀποσυνθέτουν τὴν ὀντολογία της. Ὁ Μιχαὴλ, μάλιστα, συνειδητὰ εἰσέρχεται στὸν στίβο τῆς σύγχρονης ἀπολογητικῆς ἔναντι τῶν μεγάλων ἐρωτημάτων ποὺ ἐγείρονται πλέον στὸ σύγχρονο κόσμο ἢ καὶ τῶν ζητημάτων ἐκείνων ποὺ ἀντιστρατεύονται τὴν παραδοσιακὴ πίστη καὶ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως εἶναι ἡ σχέση τῆς σύγχρονης, ἐπιστημονικῆς γνώσης μὲ τὴν πίστη.

Ἐν κατακλείδι, θὰ μπορούσαμε νὰ σημειώσουμε ὅτι μέσα ἀπὸ τὸ πλούσιο, συνεχὲς καὶ πολυσχιδὲς συγγραφικό του ἔργο, τὸ ὁποῖο καλλιέργησε ἐπικουρικὰ πρὸς τὸ σπουδαῖο ποιμαντικὸ ἔργο ποὺ πραγματοποίησε ἀπὸ ὅποια θέση κι ἂν τὸν κάλεσε ἡ Ἐκκλησία, τόσο ἡ Μητέρα Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὅσο καὶ ἡ ἐν Ἑλλάδι, ὁ μακαριστὸς ἀρχιεπίσκοπος Ἀμερικῆς Μιχαὴλ Κωνσταντινίδης ἀναδείχθηκε σὲ ἕνα πρότυπο συγχρόνου ποιμένος, ποὺ γνώριζε νὰ κινεῖται μὲ πιστότητα, ἔσω τῶν ὅρων τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως καὶ τῶν ἐντολῶν τῶν πατέρων και διδασκάλων της Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἐλευθερία τῆς προσαρμογῆς καὶ τῆς ἀνανοηματοδότησης τοῦ περιεχομένου τῆς πίστεως στὸν σύγχρονο κόσμο, καὶ κυρίως, ὄχι μόνο σὲ ἕνα φιλικὸ πρὸς τὴν Ὀρθοδοξία κοινωνικὸ περιβάλλον, ὅπως αὐτὸ τῆς Ἑλλάδος ἀλλὰ στὶς κατακερματισμένες χριστιανικὲς καὶ πολυθρησκευτικὲς κοινωνίες τοῦ δυτικοῦ κόσμου.

Πόλη_663

[1] Περ. Ἐνορία 29 (1947), σελ. 187-188· 30-31 (1947) 203-204.

[2] «Ὁ ἱερεύς καὶ ἡ μελέτη τῶν Πατέρων-Αὐγουστῖνος», Ἐνορία 36 (1947) σελ. 275-276· 38-39 (1947) 307-308.

[3] Περ. Ἐνορία 36, 275.

[4] Μιχαήλ Κωνσταντινίδης, «Βίος καὶ Πολιτεία τοῦ Ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Ἀντωνίου», κκλησιαστικς Φάρος ΛΒ´ (1933) 582-620, ΛΓ´ (1934) 114-129, 303-320.

[5] Μιχαήλ Κωνσταντινίδης, «Λατινική καὶ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία», Ἐκκλησία Θ΄ (1931) 363-365· «Ὁ Μέγας Φώτιος», Ὀρθόδοξος Παρατηρητής 436 (1956) 148-149, 167· «Ἡ περὶ τοῦ Μεγάλου Φωτίου εἰλικρινὴς ὁμολογία», Ἐκκλησία ΚΑ (1947) 274· «Ο Χωρισμός της Δυτικής από της Ανατολικής Εκκλησίας, Ορθόδοξος Παρατηρητής 408 (1954), σελ. 3-5· The Schism of the Roman Catholic Chrurch from the Eastern Orthodox, NY: National Youth Office, 1954

[6] Βλ. τὰ ἄρθρα του, «Ἡ ὀρθότης τοῦ νέου ἡμερολογίου», Γρηγόριος Παλαμᾶς 10 (1926) 35-38· «Κρίσεις ἐπί τοῦ νέου ἡμερολογίου», Ἐκκλησία Δ΄ (1926) 4-5.

[7] «Ἡ Ἱερὰ παράδοσις», Ἐκκλησία Ι΄ (1932) 194-195.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Συμεών Πασχαλίδης, Η σημασία των Πατέρων και της Ιεράς Παραδόσεως στο έργο του Αρχιεπισκόπου Αμερικής Μιχαήλ Κωνσταντινίδη

Γεώργιος Γαϊτάνος, «Η Εκκλησία ούτε πολιτεύεται, ούτε επιτρέπεται να ταυτίση την τύχην της με οιονδήποτε πολιτικόν κόμμα»: η πολιτική προσέγγιση του Αρχιεπισκόπου κ.κ. Μιχαήλ Κωνσταντινίδη

Πόλη_569

Η εισήγηση του μεταδιδακτορικού ερευνητή του Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ στο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο για τον Αρχιεπίσκοπο Αμερικής Μιχαήλ Κωνσταντινίδη που έγινε στη Χάλκη (1-2 Σεπτεμβρίου 2017)

Εισαγωγή

Μια ενδιαφέρουσα πτυχή του πολυδιάστατου έργου του Αρχιεπισκόπου Αμερικής κ.κ. Μιχαήλ Κωνσταντινίδη ήταν η στάση του και οι απόψεις που εξέφρασε για το ρόλο της Εκκλησίας στις σχέσεις που θα πρέπει να αναπτύξει με τους πολιτειακούς θεσμούς και τον πολιτικό παράγοντα γενικότερα. Ο Μακαριστός Αρχιεπίσκοπος κλήθηκε να διαχειριστεί δυσχερείς καταστάσεις εξαιτίας της Μικρασιατικής Καταστροφής, του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, της Κατοχής και του Εμφυλίου, με αποτέλεσμα να αναπτύξει έντονη κοινωνική δράση και να εκφράσει τις θέσεις της Εκκλησίας για την πολιτική και κοινωνική κατάσταση. Η πλούσια ποιμαντορική του παρουσία στην Ελλάδα (Κομοτηνή, Αθήνα, Κόρινθος) και στο εξωτερικό (Λονδίνο, Αμερική) περιελάμβανε συναντήσεις και συνεργασίες με τους πολιτειακούς παράγοντες στις περιοχές που ποίμανε, γεγονός που βοήθησε στη διαμόρφωση της στάσης του στις διαπραγματεύσεις του με την εκάστοτε Πολιτεία. Ο σκοπός της εισήγησης είναι να εντοπίσει το θεωρητικό πλαίσιο της πολιτικής προσέγγισης, να εξετάσει την πρακτική εφαρμογή της και να αναζητήσει, αν υπάρχει, κάποιο θεολογικό υπόβαθρο.

Πόλη_337

1. Η θεωρητική προσέγγιση

Η Εκκλησία μπορεί να μην είναι εκ αυτού του κόσμου, αλλά ζει και δραστηριοποιείται σ’ αυτό τον κόσμο, με αποτέλεσμα να επικοινωνεί και να μεταδίδει το μήνυμά της στους ανθρώπους, να συνεργάζεται και να αλληλεπιδρά με τις διάφορες πραγματικότητες της ανθρώπινης κοινωνίας. Αυτή η σχέση και η διασύνδεση με την ανθρώπινη πραγματικότητα μέσα στην ιστορία την οδηγεί σε προσαρμογές στην οργάνωση, στη συγκρότησή, στο λόγο της με βάση το πολιτισμικό και κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο αναπτύσσεται. Όλα αυτά τα στοιχεία θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στη θέση, στο ρόλο και στη διαδικασία νομιμοποίησης της Εκκλησίας μέσα στην κοινωνία. Έτσι, η Εκκλησία προσεγγίζεται και ως ένας ανθρώπινος και ως ένας κοινωνικός θεσμός, που με τον λόγο και τη θέση του μέσα στην κοινωνία μεταδίδει το μήνυμα του Ευαγγελίου ανάλογα με το περιβάλλον στο οποίο δραστηριοποιείται, και επιδιώκει να μεταφέρει μια διαφορετική κατανόηση και ένα νέο μήνυμα, με σκοπό την μεταμόρφωση του κόσμου και την αλλαγή στη ζωή των ανθρώπων.

Η οπτική και η πεποίθηση ότι η Εκκλησία δεν είναι αυτού του κόσμου, αλλά ζει εντός κόσμου και μπορεί να επηρεάσει με το λόγο και τη δράση της την κοινωνία και τη ζωή των ανθρώπων εκφράζεται μέσα από ένα άρθρο του Μιχαήλ Κωνσταντινίδη στο περιοδικό «Εκκλησία» το 1947 και αφορά αποκλειστικά στη σχέση της Εκκλησίας γενικά με την πολιτική και ειδικότερα με την Πολιτεία. Σ’ αυτό το άρθρο ο Μιχαήλ, όντας εκείνη την περίοδο Μητροπολίτης Κορινθίας, κατέγραψε και διακήρυξε ποια θα πρέπει να είναι η στάση της Εκκλησίας σε σχέση με την πολιτική. Το θεωρητικό πλαίσιο της θέσης του για τις σχέσεις μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας συνοψίζεται στη φράση: «Η Εκκλησία ούτε πολιτεύεται, ούτε επιτρέπεται να ταυτίση την τύχην της με οιονδήποτε πολιτικόν κόμμα».

Σύμφωνα με τον Μιχαήλ, σε καμία περίπτωση η Εκκλησία δεν μπορεί και δεν πρέπει να ασκεί πολιτική εξουσία, πόσο μάλλον να ιδρύσει κόμμα ή να εκλέγει βουλευτές. Η Εκκλησία δεν θα πρέπει να ταυτιστεί με κάποια πολιτική παράταξη και ιδεολογία, καθώς τα πολιτικά κόμματα ως ανθρώπινα κατασκευάσματα μπορεί να αναπτύξουν αρχές αντίθετες με τις αρχές της Εκκλησίας και του Χριστιανισμού. Γι’ αυτό και η Εκκλησία στη σύγχρονη πραγματικότητα έχει χρέος να ελέγχει την εξουσία και τα κόμματα, όταν καταδυναστεύουν τον άνθρωπο και παραβιάζουν τις ηθικές αρχές του Χριστιανισμού. Ο σκοπός της διαμαρτυρίας στην πολιτική εξουσία είναι να επαναφέρει στο σωστό δρόμο την κατάσταση, όταν αυτή λοξοδρομεί. Η Εκκλησία λοιπόν για τον Μιχαήλ δεν μπορεί να πολιτεύεται, αλλά επιβάλλεται να στιγματίζει πράξεις και ενέργειες.

Ο Μιχαήλ αντιλαμβανόταν πως η αντίδραση και η άσκηση δριμείας κριτικής από την πλευρά της Εκκλησίας σε θέματα που σχετίζονταν με τη δημόσια σφαίρα, την πολιτική και την καθημερινότητα των ανθρώπων προκαλούσε τον σκανδαλισμό, διότι διαμορφωνόταν η εντύπωση ότι η Εκκλησία πολιτευόταν. Όμως, ο ίδιος απαντούσε πως η αποστολή της Εκκλησίας δεν αποτελούσε η κατάληψη της εξουσίας, αλλά ο έλεγχος δια των αντιπροσώπων της του ψεύδους και της πλάνης των ανθρώπων με απώτερο σκοπό την τήρηση των ηθικών χριστιανικών αρχών. Μάλιστα, χρησιμοποίησε ως παραδείγματα τις περιπτώσεις Πατέρων και Αγίων της Εκκλησίας που στο παρελθόν συγκρούστηκαν με την πολιτική εξουσία, όχι πολιτευόμενοι, αλλά ως διδάσκαλοι της αληθείας.

Βέβαια, σημαντική θέση στο θέμα της άσκησης κριτικής στην πολιτική εξουσία αποτελούσε η διατήρηση του αγαθού της θρησκευτικής ελευθερίας. Ειδικότερα, υπογράμμισε πως η Εκκλησία αντιστέκεται σε ιδεολογίες και καθεστώτα που παίρνουν με τη βία την εξουσία και καταδιώκουν οποιοδήποτε διαφωνεί και αντιστέκεται. Η Εκκλησία είχε χρέος να διαμαρτύρεται και να πρωτοστατεί και σ’ αυτές τις περιπτώσεις. Έτσι, ο Μιχαήλ καταδίκασε τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, όπως ο Ναζισμός και ο Κομμουνισμός, καθώς περιόρισαν τις ανθρώπινες ελευθερίες, εξόντωσαν ανθρώπους, απαγόρευσαν την ελεύθερη σκέψη, ενώ καθιέρωσαν και αντιχριστιανική και αντιθρησκευτική ρητορική. Η Εκκλησία λοιπόν μπορεί να μην πολιτεύεται, αλλά ποτέ δεν μπορεί να μένει αμέτοχη και αδρανή σε περιπτώσεις καταδυνάστευσης της ανθρώπινης ελευθερίας, η διασφάλιση της οποίας αποτελούσε για τον Μιχαήλ μέρος της αποστολής της Εκκλησίας.

Επίσης, ο Αρχιεπίσκοπος ήταν υποστηρικτής μιας στενότερης συνεργασίας της Εκκλησίας με την Πολιτεία σε διάφορες περιοχές της δημόσιας σφαίρας, όπου η Εκκλησία θα μπορούσε να έχει ένα πιο ενεργό ρόλο και να ασχοληθεί με τη χριστιανική και ηθική διαπαιδαγώγηση του λαού. Η στενή σχέση της Εκκλησίας με την Πολιτεία θα μπορούσε να διασφαλίσει την επίτευξη των εθνικών σκοπών της Πολιτείας και να βοηθήσει την Εκκλησία να αναπτυχθεί σ’ ολόκληρη την ελληνική επικράτεια κατά τα πρότυπα των ξένων Εκκλησιών σ’ άλλες χριστιανικές χώρες. Ουσιαστικά, αυτή η διττή συνεργασία θα επέτρεπε στη διατήρηση του εθνικού ρόλου της Εκκλησίας της Ελλάδος και παράλληλα στην ίδρυση οργανισμών που θα διευκόλυναν την άσκηση του έργου της Εκκλησίας και την αύξηση της επίδρασής της στην κοινωνία. Αυτοί οι οργανισμοί θα αφορούσαν στην εκκλησιαστική εκπαίδευση, την ενεργοποίηση της ιεραποστολικής δράσης, την αντιμετώπιση διάφορων αιρετικών διδασκαλιών, την εκπαίδευση γονέων, τη φιλανθρωπία και την κάλυψη ζωτικών υλικών και πνευματικών αναγκών του κλήρου.

Βέβαια, η θεωρητική παγίωση των σκέψεών του για το συγκεκριμένο θέμα καλλιεργήθηκε κυρίως κατά την διάρκεια της παραμονής του στην Αγγλία, όπου ο Μιχαήλ γνώρισε από κοντά την νοοτροπία και την αντιμετώπιση της Αγγλικής πολιτείας και κοινωνίας απέναντι στην Εκκλησία και τους ιερείς, αλλά και τον τρόπο οργάνωσης της Αγγλικανικής Εκκλησίας και τη συνεργασία που ανέπτυσσε με την κοινωνία και την πολιτεία.

Πόλη_574

2. Η πρακτική προσέγγιση

Αφού παρουσιάστηκε η θεωρητική προσέγγιση του Μιχαήλ επί του θέματος των σχέσεων της Εκκλησίας με την πολιτική και την Πολιτεία, εν συνεχεία θα καταγραφεί και η πρακτική εφαρμογή των απόψεών του κατά τη διάρκεια της ποιμαντορικής του δράσης. Η δραστηριοποίηση του Μιχαήλ στα θέματα της πολιτικής σφαίρας μπορούν να ταξινομηθούν σε τέσσερις κατηγορίες και αφορούσαν στη σχέση του με την Ελληνική Πολιτεία, στη στάση της Εκκλησίας για τα εθνικά θέματα, στις σχέσεις του με την Αμερικανική Πολιτεία ως Αρχιεπίσκοπος Αμερικής, και στις θέσεις του σχετικά με την ιδεολογία του Κομμουνισμού.

Ο Μιχαήλ, την περίοδο παραμονής του στην Ελλάδα, επιδίωξε να αναπτύξει σχέσεις συνεργασίας με την ελληνική πολιτεία, αλλά και να βοηθήσει στη διαμόρφωση ενός ειρηνικού κλίματος που θα εξασφάλιζε την κοινωνική ευημερία. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι ο Ιεράρχης προσπάθησε μετά από τον τερματισμό της Γερμανικής κατοχής μέσα από τα κηρύγματα και τις περιοδείες του να τονώσει το ηθικό του λαού και να μεταδώσει το μήνυμα της εθνικής ανασυγκρότησης, ενώ ήταν αντίθετος μ’ όσους επιδίωξαν να ανατρέψουν την προσπάθεια της εθνικής ενότητας. Βέβαια, σε πολλές περιπτώσεις ασκούσε κριτική στην Ελληνική πολιτεία για την αντιμετώπιση που τύγχαναν η Εκκλησία και οι ιερείς, ειδικότερα όταν δεν εξυπηρετούνταν πάγια αιτήματα και θέτονταν πολλά εμπόδια στην εξυπηρέτηση των αναγκών της. Παράλληλα, διαμαρτυρήθηκε έντονα και για τις συνθήκες διαβίωσης πολλών Ελλήνων πολιτών μετά την ολοκλήρωση της Γερμανικής κατοχής. Επίσης, ως Μητροπολίτης Κορινθίας συνεργάστηκε με την Πολιτεία για την ανακούφιση των φτωχών κοινωνικών στρωμάτων μέσα από την ενίσχυση των συσσιτίων της Κορίνθου και την ίδρυση πολυϊατρείου για τους απόρους.

Σύμφωνα με το θεωρητικό σκεπτικό του για τις σχέσεις της Εκκλησίας με την Πολιτεία, ο Μιχαήλ ανέφερε πως θα πρέπει να υπάρχει στενή σχέση μεταξύ τους για την επίτευξη των εθνικών σκοπών και τη διασφάλιση των εθνικών συμφερόντων. Ο ίδιος συνέβαλε ιδιαίτερα ως προς αυτή την κατεύθυνση, αφού θεωρούσε πως η Εκκλησία θα πρέπει να πρωτοστατεί, όταν παρουσιάζεται ένα εθνικό πρόβλημα, για να συνενώσει τον κόσμο στην άμεση αντιμετώπισή του. Συγκεκριμένα, το 1922 ως πρόεδρος της επιτροπής αποκαταστάσεως των προσφύγων της Μ. Ασίας και Ανατολικής Θράκης φαίνεται να αποκατέστησε δέκα χιλιάδες περίπου πρόσφυγες στη περιφέρεια της Κομοτηνής. Επίσης, την περίοδο της κατοχής, ο Μιχαήλ έλαβε σημαντικές πρωτοβουλίες για την απελευθέρωση φυλακισμένων, τη σίτιση απόρων, την απελευθέρωση της πόλης, αλλά και την αποτροπή εμφύλιας σύγκρουσης εντός των τειχών της πόλης. Παράλληλα, από τη στιγμή που ποίμανε στην Αμερική ασχολήθηκε με ιδιαίτερο ζήλο σχετικά με την επιστροφή των 28 χιλιάδων ελληνοπαίδων μετά από παρέμβασή του στον ΟΗΕ, με το θέμα της υπεράσπισης των αιτημάτων της Κύπρου μέσα από την κινητοποίηση της ομογένειας, αλλά και με την λεηλασία και καταστροφή των εγκαταστάσεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των περιουσιών των Ελλήνων της Κωνσταντινουπόλεως στις 6 Σεπτεμβρίου 1955.

Βέβαια, την περίοδο της εμφύλιας σύγκρουσης ο Μιχαήλ υποστήριξε δημόσια τον εθνικό στρατό και στράφηκε εναντίον της κομμουνιστικής ιδεολογίας. Ο Μιχαήλ, παρά τη δημόσια θέση του ότι η Εκκλησία δεν πρέπει να ταυτίζεται με κάποια πολιτική παράταξη, καταδίκασε δημόσια τον κομμουνισμό. Το βασικό κίνητρο της κριτικής του ήταν ότι σύμφωνα με την άποψή του η κομμουνιστική ιδεολογία περιόριζε τις ελευθερίες των ανθρώπων και ειδικότερα τη θρησκευτική ελευθερία. Τα κριτήρια αξιολόγησης της κάθε πολιτικής ιδεολογίας και παράταξης από τον ίδιο ήταν καθαρά θεολογικά. Στα κείμενά του εναντίον του Κομμουνισμού επικεντρώθηκε σε συγκεκριμένα περιστατικά διωγμών, ενώ ανέλυσε το πνεύμα της κομμουνιστικής ιδεολογίας ως προσπάθεια κατάπνιξης της πνευματικής και θρησκευτικής ελευθερίας των ανθρώπων. Γενικότερα, η καταδίκη του κομμουνισμού από τον Μιχαήλ γινόταν με θεολογικούς όρους και με κριτήριο την καταπάτηση ή μη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τα πιο χαρακτηριστικά αντι-κομμουνιστικά κείμενα του δημοσιεύτηκαν την περίοδο της ποιμαντορίας του στην Αμερική, καθώς προσαρμόστηκε στη ρητορική της εποχής εξαιτίας της αντιπαλότητας των ΗΠΑ με την ΕΣΣΔ. Βέβαια, η επικριτική ορολογία εναντίον του κομμουνισμού οφειλόταν κυρίως από τις προσωπικές του εμπειρίες κατά την περίοδο της παραμονής του στη Ρωσία για σπουδές (1915-19), ενώ το διάστημα της Αρχιερατείας του στην Αμερική (1949-58) θα πρέπει να ενταχθεί στο πλαίσιο της διπλωματίας του για την εξυπηρέτηση των εθνικών θεμάτων και των ζητημάτων που σχετίζονταν με την παρουσία της Ορθοδοξίας στην Αμερική και την Ελληνική ομογένεια.

Άλλωστε, ο Μακαριστός Μιχαήλ πέτυχε να αναπτύξει πολύ καλή συνεργασία με τους Προέδρους της Αμερικής και να διαμορφώσει ένα δίκτυο επικοινωνίας με τους επίσημους θεσμούς της Αμερικανικής Πολιτείας. Η καθιέρωση φιλικών σχέσεων με τους προέδρους των ΗΠΑ βοήθησε αρκετά στην επίτευξη των σκοπών της Αρχιεπισκοπής για την ομογένεια. Έχουν καταγραφεί φιλικές συναντήσεις και ανταλλαγή θερμών επιστολών μεταξύ του Αρχιεπισκόπου και του εκάστοτε προέδρου, κάτι που αποτελούσε μέρος της στρατηγικής του Μιχαήλ, ο οποίος στις ΗΠΑ εφάρμοσε τη θεωρητική βάση της θέσης ότι η Εκκλησία δεν πρέπει να υποστηρίζει κάποια συγκεκριμένη πολιτική παράταξη. Ο Χάρυ Τρούμαν προερχόταν από την παράταξη των Δημοκρατικών, ενώ ο Ντουάιτ Αϊζενχάουερ από την παράταξη των Ρεπουμπλικάνων. Ο Μιχαήλ κράτησε ίσες αποστάσεις και δεν καταγράφηκε πουθενά στον ελληνικό ομογενειακό τύπο ή στο επίσημο δημοσιογραφικό μέσο της Αρχιεπισκοπής, τον «Ορθόδοξο Παρατηρητή», κάποια άμεση ή έμμεση προτίμηση και υποστήριξη σε μία από τις δύο παρατάξεις, όπως συνέβαινε μ’ άλλες θρησκείες ή χριστιανικές ομολογίες στην Αμερική. Συνολικά, τα σημαντικότερα θέματα που διαχειρίστηκε και έφερε εις πέρας ο Μιχαήλ αφορούσαν στην αναγνώριση της Ορθόδοξης πίστης ως επίσημης θρησκείας (Major Faith) από 25 Πολιτείες και από τις ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ, αλλά και τη διευκόλυνση της μετανάστευσης Ελλήνων στην Αμερική.

Πόλη_558

3. Κεντρική θεολογική επιρροή

Η νοοτροπία που καλλιέργησε ο Μιχαήλ στις σχέσεις μεταξύ της Εκκλησίας και της Πολιτείας ανέδειξε τη διάθεση για συνεργασία, με σκοπό την τέλεση του έργου της Εκκλησίας. Εφόσον η πολιτική εξουσία δεν είναι τυραννική για τον άνθρωπο, τότε δεν υπάρχει κάποιος λόγος αντίστασης και ανατροπής του καθεστώτος, αλλά αντίθετα σεβασμός και ενσωμάτωση σ’ αυτό. Η δράση και οι απόψεις του Μιχαήλ, όπως αυτές εκφράστηκαν μέσα από την αρθρογραφία και τις ομιλίες του στην Ελλάδα και στην Αμερική, και ειδικότερα οι φράσεις «Η ΘΕΙΑ ΠΡΟΝΟΙΑ» και «σκεύος εκλογής» με τις οποίες χαρακτήρισε τον ρόλο των ΗΠΑ, θυμίζουν τη νοοτροπία που ήθελε να καλλιεργήσει ο Απόστολος Παύλος στη συνεργασία της Εκκλησίας με την Πολιτεία, όπως αυτή εκφράστηκε στην Προς Ρωμαίους Επιστολή (13,1-7). Μπορεί να μην υπάρχει καθαρή αναφορά από τον Μιχαήλ στο συγκεκριμένο χωρίο σε κάποιο κήρυγμα ή κείμενό του, αλλά οπωσδήποτε η δράση και οι επισημάνσεις του σε διάφορα κείμενα φανερώνουν κάποια επιρροή. Η αναφορά μας τον Απόστολο Παύλο δεν είναι τυχαία, διότι ο Αρχιεπίσκοπος Μιχαήλ ήταν ιδιαίτερα επηρεασμένος από τη θεολογία του Αποστόλου, καθώς ο Μιχαήλ χρησιμοποιούσε τις βασικές αρχές της σχεδόν σ’ όλα τα θεολογικά του κείμενα, εγκυκλίους και κηρύγματα. Μάλιστα, τιμούσε τον Απόστολο Παύλο από την εποχή που ήταν Μητροπολίτης Κορινθίας, αφού είχε καθιερώσει την περίφημη εκδήλωση της «Εβδομάδας του Αποστόλου Παύλου», την οποία μετέφερε και στην Αμερική.

Όσον αφορά στο χωρίο της προς Ρωμαίους, που σχετίζεται με τις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας, ο Απόστολος Παύλος αναγάγει την κοσμική εξουσία σε θεϊκή διακονία, προτρέποντας τους πιστούς να υποτάσσονται στις ανώτερες εξουσίες, καθώς προέρχονται από το Θεό. Η διαμόρφωση της σχέσης που προτείνεται μεταξύ της Εκκλησίας και του κράτους δεν έχει κάποια αναφορά σε κάποια αντιδραστική προσέγγιση, όπως της απαξίωσης του πλούτου, ή στην πλήρη αντιδιαστολή με τις αρχές και τις εξουσίες του κόσμου. Αυτό που προτείνεται είναι μια κοινωνική ενσωμάτωση της Εκκλησίας στην κοινωνία της εποχής. Σε καμία περίπτωση δεν προτείνεται η ανάπτυξη μιας αντίστασης της Εκκλησίας απέναντι στην επίσημη Πολιτεία, με σκοπό την εδραίωσή της ως μιας νέας εξουσιαστικής αρχής. Αντίθετα, τονίζεται ότι η Εκκλησία δεν είναι εξουσία, αλλά ένας χαρισματικός χώρος, που έχει σαν μοναδικό σκοπό την μεταμόρφωση του κόσμου και τον αγιασμό του. Η Εκκλησία δεν μπορεί να αποξενωθεί από τον κόσμο, επειδή είναι παρεπίδημη και πάροικος σ’ αυτόν τον κόσμο. Έχοντας σαν κύριο σκοπό την μεταμόρφωση του κόσμου, τότε συμμετέχει στις διαδικασίες του, όχι για να συστρατευθεί, αλλά για να τον αλλάξει.

Αυτή η αντίληψη αναδεικνύεται από τα κείμενα και την εκκλησιαστική πορεία του Μιχαήλ, ο οποίος εργαζόταν για την καθιέρωση μιας ειρηνικής κοινωνίας, που θα υπηρετούσε το θέλημα του Θεού, σύμφωνα με τις αρχές και τις προτροπές του Αποστόλου Παύλου. Εκτιμούμε πως υπό αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να αξιολογήσουμε τη στάση του απέναντι στην Ελληνική και Αμερικανική Πολιτεία, σε περιόδους μάλιστα που επικρατούσε μια ταραχώδη κατάσταση είτε λόγω εμφυλίου πολέμου είτε λόγω Ψυχρού Πολέμου. Ο Μιχαήλ ενεργούσε ως ποιμένας και αντιλαμβανόταν πως θα πρέπει να συνεργαστεί με την κάθε πολιτική αρχή, για να διασφαλίσει τα δικαιώματα του ποιμνίου του και να διαμορφώσει τις προϋποθέσεις για τη μεταμόρφωση του κόσμου και της ανθρώπινης πραγματικότητας.

Πόλη_362

Συμπεράσματα

Ο Μιχαήλ μέσα από τα κείμενά του είχε επισημάνει το μέγεθος της επιρροής των δημόσιων παρεμβάσεων της Εκκλησίας στην κοινωνία, αλλά κατανοούσε πως η αύξηση αυτής της επιρροής θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο σε συνεργασία με την Πολιτεία. Σύμφωνα με τον ίδιο, η Εκκλησία δεν ήταν δυνατόν να πολιτεύεται και να νομοθετεί, αλλά θα μπορούσε να παρεμβαίνει προστατεύοντας τις ανθρώπινες ελευθερίες, την πνευματική και ηθική ζωή του λαού, αλλά και νουθετώντας τους πολιτικούς άρχοντες, με σκοπό την ευημερία του κοινωνικού συνόλου. Είναι σαφές πως δεν αντιλαμβανόταν ως ανταγωνιστική τη σχέση με την Πολιτεία, αλλά ως πεδίο συνεργασιών για την προώθηση και επίτευξη του έργου της Εκκλησίας.

Κατηγορίες: ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ ΑΡΘΡΑ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Γεώργιος Γαϊτάνος, «Η Εκκλησία ούτε πολιτεύεται, ούτε επιτρέπεται να ταυτίση την τύχην της με οιονδήποτε πολιτικόν κόμμα»: η πολιτική προσέγγιση του Αρχιεπισκόπου κ.κ. Μιχαήλ Κωνσταντινίδη

Στυλιανός Τσομπανίδης, Οικουμενική Κίνηση και Μιχαήλ Κωνσταντινίδης

Πόλη_559

Η εισήγηση του Αναπληρωτή Καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ στο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο για τον Αρχιεπίσκοπο Αμερικής Μιχαήλ Κωνσταντινίδη που έγινε στη Χάλκη (1-2 Σεπτεμβρίου 2017)

«Η Εκκλησία μας ανταποκρινομένη στο χρέος να μαρτυρεί την αλήθεια και την αποστολική της πίστη, αποδίδει μεγάλη σημασία στον διάλογο κυρίως με τους ετεροδόξους Χριστιανούς. Με τον τρόπο αυτό και ο λοιπός χριστιανικός κόσμος γνωρίζει ακριβέστερα τη γνησιότητα τῆς Ορθοδόξου Παραδόσεως, την αξία της πατερικής διδασκαλίας, τη λειτουργική εμπειρία και την πίστη των Ορθοδόξων. Οι διάλογοι που διεξάγει η Ορθόδοξος Εκκλησία δεν σημαίνουν ποτέ συμβιβασμό σε ζητήματα πίστεως». Ο διαχριστιανικός θεολογικός διάλογος κρίνεται αναγκαίο να συνοδεύεται πάντοτε «υπό της εν τω κόσμῳ μαρτυρίας διά πράξεων αμοιβαίας κατανοήσεως και αγάπης…, αποκλειομένης πάσης πράξεως προσηλυτισμού, ουνίας ή άλλης προκλητικής ενεργείας ομολογιακού ανταγωνισμού».

Οι παραπάνω αναφορές της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθόδοξης Εκκλησίας (Μήνυμα §3 και Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον §23) περικλείουν μέσα σε λίγες γραμμές τον λόγο του διαλόγου αλλά και τις βασικές αρχές και προϋποθέσεις του, όπως τις επέδειξε από τις αρχές του 20ού αιώνα η Ορθοδοξία με συντονιστή και πρωτοπόρο το Οικουμενικό Πατριαρχείο και συντέλεσαν στη δημιουργία, στη διαμόρφωση και την περαιτέρω εξέλιξη της Οικουμενικής Κίνησης. Συνδέονται αρμονικά με την περιώνυμη Πατριαρχική και Συνοδική Εγκύκλιο του 1920 «Προς τας απανταχού Εκκλησίας του Χριστού», καθώς και με τον οραματισμό, τον δημιουργικό ενθουσιασμό και με την ολόψυχη πίστη στους σκοπούς του διαλόγου πολλών πρωτεργατών της Οικουμενικής Κίνησης.

Ένα από αυτά τα πρόσωπα που διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στις πρώτες φάσεις της Οικουμενικής Κίνησης και έζησε την ίδια εποχή με φυσιογνωμίες πρώτου μεγέθους, με πρωτοπόρους και εμψυχωτές της ενωτικής προσπάθειας των Εκκλησιών, όπως ο Μητροπολίτης Θυατείρων Γερμανός (Στρηνόπουλος), ο Αμίλκας Αλιβιζάτος και ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, είναι ο από Κορίνθου Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Μιχαήλ Κωνσταντινίδης. Οι παραπάνω αναφορές εκφράζουν αυτό ακριβώς στο οποίο αποσκοπούσε η θεολογία και η οικουμενική προοπτική του Μιχαήλ.

Ήδη από το 1927 ο Αρχιμανδρίτης Μιχαήλ Κωνσταντινίδης συμμετέχει ως μέλος ορθοδόξων αντιπροσωπειών στις διεκκλησιαστικές και θεολογικές συζητήσεις και παρίσταται σε όλες τις συσκέψεις των παγκόσμιων κινήσεων, προδρόμων του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (ΠΣΕ), «Πίστη και Τάξη» (Faith & Order) και «Ζωή και Εργασία»  (Life & Work).

Πιο συγκεκριμένα διετέλεσε αντιπρόσωπος του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Συνέδριο της «Πίστης και Τάξης» στη Λωζάννη το 1927.  Το καλοκαίρι του 1930 έλαβε μέρος στη διάσκεψη Αγγλικανών Ορθοδόξων στο Λονδίνο και το 1931 εκπροσώπησε το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας στο Συνέδριο του Λάμπεθ. Καθ’ όλη τη διάρκεια της παραμονής του στο Λονδίνο (Απρίλιος 1927-Αύγουστος 1939) πληροφορεί τους αγγλικούς θεολογικούς κύκλους σχετικά με τη ζωή της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αρθρογραφεί σε εκκλησιαστικά περιοδικά και γράφει κατατοπιστικές ανταποκρίσεις για τη ζωή της Αγγλικανικής Εκκλησίας, καθώς επίσης και για τα συμβαίνοντα και σχεδιαζόμενα στην Οικουμενική Κίνηση. Το 1937 εκπροσώπησε το Οικουμενικό Πατριαρχείο στα συνέδρια «Ζωής και Εργασίας» στην Οξφόρδη και «Πίστης και Τάξης» στο Εδιμβούργο. Για τη μεγάλη δράση του και τις υπηρεσίες που πρόσφερε στην Εκκλησία τιμήθηκε με το οφφίκιο του Μεγάλου Αρχιμανδρίτη τόσο από την Εκκλησία της Ελλάδας όσο και από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Η παρουσία του αργότερα στην Αμερική (Δεκέμβριος 1949) τονώνει την ορθόδοξη συμμετοχή στα διεθνή εκκλησιαστικά συνέδρια, ιδίως του ΠΣΕ.  Καθιστά μάλιστα το 1952 την Ελληνική Ορθόδοξη Αρχιεπισκοπή μέλος του Εθνικού Συμβουλίου Εκκλησιών του Χριστού των ΗΠΑ. Το Συμβούλιο θεωρήθηκε σε εθνικό επίπεδο πανομοιότυπο με το ΠΣΕ, που είχε ιδρυθεί το 1948 κατά την πρώτη Γενική Συνέλευση στο Άμστερνταμ. Τον Αύγουστο του 1954 συμμετείχε ως αντιπρόσωπος του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη Β΄ Γενική Συνέλευση του ΠΣΕ στο Έβανστον του Σικάγου, όπου μίλησε με θέμα: «Η παρούσα έντασις των σχέσεων των λαών του κόσμου προς αλλήλους και η ενότης ημών εν Χριστώ». Στην ολομέλεια της Συνέλευσης ο Αρχιεπίσκοπος Μιχαήλ ανέγνωσε την πολύκροτη Δήλωση των Ορθοδόξων, ένα κείμενο που από τότε αποτελεί σημείο αναφοράς για τους Ορθόδοξους. Στην ίδια Συνέλευση ο Μιχαήλ εξελέγη τιμητικά ένας από τους έξι Προέδρους του παγκόσμιου αυτού εκκλησιαστικού οργανισμού. Το 1956 συμμετείχε στις εργασίες της  Κεντρικής Επιτροπής του ΠΣΕ.

Ας δούμε πολύ σύντομα, όσο επιτρέπουν τα στενά χρονικά όρια της εισηγήσεώς μας, ποιες είναι οι βασικές συντεταγμένες της οικουμενικής του οπτικής. Για να καταλάβουμε καλύτερα τις θέσεις του πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι ο Αρχιεπίσκοπος Μιχαήλ ζει και δρα κατά την περίοδο της «οικουμενικής αφύπνισης» σε όλες τις Εκκλησίες, δηλαδή στο προπαρασκευαστικό στάδιο, όπως επίσης και στα πρώτα αποφασιστικά βήματα του ΠΣΕ. Πρόκειται για την πιο δύσκολη περίοδο. Την περίοδο αυτή οικοδομείται η αυτοσυνειδησία της Ορθοδοξίας ως ευρισκόμενης απέναντι (vis-a-vis) στους οργανισμούς και τις προδρομικές οικουμενικές κινήσεις. Οι ορθόδοξοι είχαν την πεποίθηση ότι βρίσκονταν στο στάδιο της παρατήρησης και της μελέτης, πριν την  απόφαση περί της οριστικής στάσης έναντι της Οικουμενικής Κίνησης.

Είναι αξιοπρόσεκτο ότι μέσα σε αυτή την πολύ δύσκολη περίοδο ο Μιχαήλ κατάφερε να συνδυάσει την πιστή αφοσίωση στη διδασκαλία της αδιαίρετης Εκκλησίας με την ευρύτητα του πνεύματος ως προς το θέμα των σχέσεων της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τις άλλες Εκκλησίες και Ομολογίες. Σε μια εποχή που θεολογικοί και εκκλησιαστικοί κύκλοι παρεξηγούν εύκολα τα οικουμενικά ανοίγματα ο Μιχαήλ δεν διστάζει να ενθαρρύνει τον διάλογο, να εξάρει τα αγαθά του για όλες τις διαλεγόμενες Εκκλησίες και να εκτιμήσει θετικά τις άλλες Εκκλησίες, με ορισμένες βεβαίως επιφυλάξεις.

Αφετηριακό σημείο της οικουμενικής του προοπτικής είναι ότι η ολοκλήρωση της ενωτικής προσπάθειας αποτελεί χρέος και οφειλή έναντι του Θεού και του έργου Του εν Χριστώ και επομένως «ευλογημένο στόχο». Θεωρεί δε ότι «πάσα προσέγγισις αποτελεί ευοίωνον σημείον δια την ειρήνευσιν του κόσμου και ευλογίαν Θεού». Η θέση αυτή βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με τα οράματα του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Και σήμερα ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος θεωρεί την προσπάθεια διαλόγου και συνάντησης ως κάτι ιερό, και κάνει λόγο για το «μυστήριο της συνάντησης».

Πόλη_341

Από τη δωδεκαετή (1927-1937) συναναστροφή του με την Αγγλικανική Εκκλησία είναι πεπεισμένος για την αμφίδρομη ωφέλεια του διαλόγου. Οι αγγλικανοί από τη μια,  τους οποίους σημειωτέον χαρακτηρίζει «αδελφούς», θα γνωρίσουν καλλίτερα την πίστη και την παράδοση της αρχαίας Εκκλησίας και οι ορθόδοξοι από την άλλη θα ωφεληθούν από αυτούς σε θέματα που αφορούν την κοινωνική δράση και την πρακτική εφαρμογή των χριστιανικών αληθειών. Ο Μιχαήλ διαπιστώνει ειλικρινή επιθυμία από την πλευρά των αγγλικανών να προσεγγίσουν όσο το δυνατό περισσότερο τη διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας και μιλάει με ενθουσιασμό για την Αγγλικανική Εκκλησία αναγνωρίζοντας ότι «είναι εκ των κατ’ εξοχήν στρατευομένων αγίων του Θεού Εκκλησιών» και ότι «μεταξύ των κληρικών της δεν είναι σπάνια και ολίγα τα παραδείγματα ανθρώπων κατά ζωήν αγίων».

Εκκλησία ονομάζει και την Παλαιοκαθολική, με την οποία θεωρεί ότι η Ορθόδοξη έχει κοινά χαρακτηριστικά, διατηρεί την πίστη στην αδιαίρετη Εκκλησία και όπως και η Ρωμαιοκαθολική έχει διατηρήσει τον επισκοπικό βαθμό.

Τη Ρωμαιοκαθολική τη θεωρεί «αδελφή» Εκκλησία, αναμένει, όμως, μια νηφάλια χειρονομία και πρόθυμη διάθεση για συνεργασία και διάλογο, απαλλαγμένη από το πνεύμα της αποκλειστικότητας και την αρνητική στάση έναντι των διαλόγων, την οποία θεωρεί υπερφίαλη, αντιευαγγελική και αδιάλλακτη.

Υπό αυτό το πνεύμα είναι διδακτική η στάση του για τον προβληματισμό που αναπτύχθηκε στο πλαίσιο της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου εάν πρέπει να ονομάζονται οι άλλες χριστιανικές ολότητες Εκκλησίες, λαμβανομένου υπόψη ότι βρισκόμαστε στη δεκαετία του ΄30 πριν την ίδρυση του ΠΣΕ, πριν τη Β΄ Βατικανή και πολύ πριν την έναρξη των επίσημων διμερών διαλόγων τη δεκαετία του ΄80.

Επιφυλακτική και αμφίθυμη στάση κρατάει έναντι των «Προτεσταντικών Ομολογιών» και του διαλόγου με αυτές. Δεν τις ονομάζει Εκκλησίες και θεωρεί ότι η απόσταση που χωρίζει την Ορθόδοξη Εκκλησία από τις Προτεσταντικές Ομολογίες είναι τεράστια, κυρίως λόγω του ότι στερούνται του επισκοπικού βαθμού και δεν αναγνωρίζουν κανένα κύρος στην Ιερά Παράδοση.

Στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι η οικουμενική στάση του Μιχαήλ μπορεί να χωριστεί σε τρεις φάσεις, που αντιστοιχούν σε τρεις τόπους-περιβάλλοντα και σε διαφορετικές προκλήσεις και συγκυρίες: Λονδίνο – Κόρινθος – Αμερική.

Στην α΄ φάση του οικουμενικού του στοχασμού του το πρόβλημα της απόστασης που χωρίζει τους χριστιανούς θα το θεωρήσει ως πρόκληση υποστηρίζοντας ότι το Συνέδριο της «Πίστης και Τάξης» στη Λωζάννη το 1927 «θα αποτελέση σταθμόν μοναδικόν αλληλογνωριμίας των Εκκλησιών και των αντιπροσώπων αυτών και, τις οίδεν, ίσως θα χρησιμεύση ως αφετηρία ειλικρινούς ερεύνης και εκζητήσεως της αληθείας υπ’ εκείνων, οίτινες απεμακρύνθησαν αυτής».

Ως οικουμενικό γεγονός η συνάντηση της Λωζάννης αποτέλεσε σταθμό και για έναν άλλο λόγο, σημειώνει πολύ σωστά ο Μιχαήλ. Η Ορθόδοξη Εκκλησία αποκόμισε ανυπολόγιστη ηθική ωφέλεια. «Εισήλθε εις αυτό αγνοουμένη υπό πολλών και θεωρουμένη ως φυτοζωούσα και εξήλθε μετά γοήτρου και δόξης ακτινοβολούσης». Αυτό που παρατηρεί ο Μιχαήλ και έχει την ικανότητα να το αποτιμήσει αμέσως σωστά -σήμερα κρίνοντας αναδρομικά βλέπουμε ότι είχε δίκιο- αποτελεί μια από τις σημαντικότερες ευεργετικές επιδράσεις της Οικουμενικής Κίνησης. Η Οικουμενική Κίνηση έδωσε τη δυνατότητα στις Ορθόδοξες Εκκλησίες να βγουν από την απομόνωση, την εσωστρέφεια και το μαρασμό που τις είχαν οδηγήσει φυλετικές, εθνικιστικές διαφορές, σχίσματα και αντικανονικές ενέργειες αλλά και πολιτικές συνθήκες. Μέσω των διεθνών, οικουμενικών συναντήσεων μπόρεσαν να επανασυναντηθούν, να συνεννοηθούν και να παρουσιαστούν ως ενιαίο ορθόδοξο σώμα. Αναφερόμενος στην ίδια εποχή το ίδιο θα παρατηρήσει και ο καθηγητής Αμ. Αλιβιζάτος το 1936 στο Α΄ Συνέδριο των Θεολογικών Σχολών. Αυ­τή η «εκ νέ­ου α­να­κά­λυ­ψη» της Ορ­θο­δο­ξί­ας δεν έ­γι­νε πάν­το­τε κα­τα­νο­η­τή ως καρ­πός του οι­κου­με­νι­κού πνεύ­μα­τος και των διαλογικών επαφών.

Αυτή την περίοδο και με αφορμή τις εμπειρίες του από τα παγκόσμια Συνέδρια ο Μιχαήλ θα προχωρήσει στη διατύπωση και μιας άλλης  αξιοσημείωτης άποψης σχετικά με το ρόλο της Ορθοδοξίας στην υπόθεση της ενότητας των Εκκλησιών. Έχει την πεποίθηση ότι παρά τις αντίξοες περιστάσεις στις οποίες βρίσκεται η Ορθόδοξη Εκκλησία στη δεκαετία του 1920 μπορεί αυτή να καταστεί «η φωτεινή στήλη» και «το συνεκτικόν σημείον» της ενωτικής προσπάθειας.

Παρόμοια άποψη θα εκφράσει ο συνοδοιπόρος τού Μιχαήλ καθηγητής Β. Ιωαννίδης, ο οποίος είχε τη γνώμη ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία αποτελεί και οφείλει να αποτελεί την «σπονδυλική στήλη» της Οικουμενικής Κίνησης. Λίγο αργότερα και ο θεολόγος του διαλόγου Ν. Νησιώτης εκκινώντας από την άποψη ότι η Ορθοδοξία είναι η ορθή μαρτυρία της αλήθειας, ήταν πεπεισμένος ότι ο «οικουμενικός» ρόλος της Ορθοδοξίας συνίσταται στο να καταστεί αυτή ο «άξονας» ή το «συνδετικό στοιχείο» («pivot-church»), όπως χαρακτηριστικά έλεγε, για τη σύνδεση με τη ζωή και την πίστη της μιας, αδιαίρετης Εκκλησίας και για τη ζωτικοποίηση της αλήθειας της.

Η θέση αυτή πέρασε και σε επίσημα πανορθόδοξα κείμενα και στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο ως εξής: «Η Ορθόδοξος Εκκλησία, ούσα η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, εν τη βαθείᾳ εκκλησιαστική αυτοσυνειδησία αυτής πιστεύει ακραδάντως ότι κατέχει κυρίαν θέσιν [η Γ΄ Πανορθόδοξη Προσυνοδική Διάσκεψη 1986 ανέφερε: κεντρική θέση] εις την υπόθεσιν της προωθήσεως της χριστιανικής ενότητος εντός του συγχρόνου κόσμου» (Σχέσεις… §1 ).

Πόλη_63

Επειδή βρισκόμαστε ακόμη στο προπαρασκευαστικό στάδιο της Οικουμενικής Κίνησης και οι ορθόδοξοι δεν είχαν ακόμη αποκρυσταλλωμένη άποψη για το τι σή­μαι­νε εκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κά η συμ­με­το­χή τους στην κίνηση αυτή, η παραπάνω θετική, αισιόδοξη αλλά ακόμη μετρημένη και επιφυλακτική οικουμενική στάση του Μιχαήλ δεν ήταν δύσκολο να μετατραπεί σε αρνητική, απόλυτη και αποκλειστική, όταν το περιβάλλον και τα καθήκοντά του θα άλλαζαν κάτω από συνθήκες ιδιαίτερα αντίξοες (κατοχή και εμφύλιος) και με τον πνευματικό ορίζοντα σε κοινωνία και Εκκλησία κλειστό.

Η δεκαετία 1939-1949 που είναι μητροπολίτης Κορίνθου αποτελεί τη β΄ φάση της οικουμενικής του σκέψης, κατά την οποία θεωρεί ανώφελη και επιζήμια για το γόητρο και την ιστορία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, που διακατέχει την αλήθεια πλήρη και τελεία, οποιαδήποτε συζήτηση επί ζητημάτων πίστεως με τις Προτεσταντικές Ομολογίες και είναι εναντίον της συνένωσης των δύο παγκόσμιων κινήσεων «Ζωής και Εργασίας» και «Πίστης και Τάξης» σε ένα συμβούλιο Εκκλησιών.

Φτάνει μάλιστα στο σημείο να υιοθετήσει αποκλειστική στάση έναντι των «άλλων», στάση που λίγα χρόνια πριν απέρριπτε ως αλαζονική, στην περίπτωση της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, αλλά και λίγο μετά θα απορρίψει. Υποστηρίζει: «Κατέχομεν πλήρη και τελείαν την αλήθειαν… Όλαι αι άλλαι Εκκλησίαι και ομολογίαι όχι μόνον έχουν καθήκον να ομολογούν το ιστορικώτατον και αναμφισβήτητον τούτο γεγονός, αλλά και οφείλουν βαθυτάτην ευγνωμοσύνην να εκφράζουν προς ημάς δια την διάσωσιν της θείας αποκαλύψεως και πίστεως καθαράς και ανοθεύτου. Τούτο δε, διότι υπάρχει ο γνώμων, χάριτι θεία, συνωδά τω οποίω έχουν την δυνατότητα να κανονίζουν και την ιδικήν των πίστιν ως προς τας δογματικάς, βεβαίως, αληθείας του Χριστιανισμού». Η Ορθόδοξη Εκκλησία από «συνεκτικόν σημείον» της ενωτικής προσπάθειας γίνεται τώρα «γνώμων» και μέτρο της πίστης των άλλων χριστιανών.

Όμως η παραπάνω στάση στη θεολογική και οικουμενική διαδρομή του Μιχαήλ δεν θα αποτελέσουν τον τελευταίο λόγο. Ο Μιχαήλ αποτελεί παράδειγμα ανθρώπου που συζητά και ακούει τον συνομιλητή του. Οι προθέσεις του δεν είναι ιδιοτελείς και μεροληπτικές και πάνω από το προσωπικό συμφέρον θέτει την Εκκλησία και ενδιαφέρεται να κατανοήσει βαθιά το πώς αυτή εννοεί το πνεύμα της διδασκαλίας του Χριστού μέσα στα σημερινά δεδομένα.

Όταν, λοιπόν, θα εκλεγεί Αρχιεπίσκοπος Αμερικής το 1949 και περάσει στην γ΄ φάση του οικουμενικού του στοχασμού, θα αναπτύξει μια καθολικότερη σκέψη στην υπηρεσία της προβολής μιας ζωντανής παράδοσης και ενός πνεύματος καταλλαγής και αγάπης προς εκείνους που αντιπροσωπεύουν άλλες παραδόσεις και άλλους πολιτισμούς. Αγκαλιάζει τον κόσμο της εκκλησιαστικής συμφιλίωσης και καλλιεργεί τον διάλογο με σύνεση και αποφασιστικότητα για το καλό του ανθρώπου και την διάσωση του κόσμου του.

Εν τω μεταξύ στις αρχές της δεκαετίας του ’50 έχει αυξηθεί η αμοιβαία εμπιστοσύνη και κατανόηση μεταξύ των Εκκλησιών. Με τη «Δή­λω­ση του Το­ρόν­το» της Κεντρικής Επιτροπής του ΠΣΕ το 1950 με τίτλο «Η Εκκλησία, οι Εκκλησίες και το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών» δι­α­λύ­θη­καν πολ­λοί α­πό τους φό­βους και τους εν­δοια­σμούς που εί­χαν οι Ορ­θό­δο­ξες Εκ­κλη­σί­ες, οι ο­ποί­ες στο ε­ξής εί­χαν έ­να σκι­α­γρά­φη­μα των ό­ρων συμ­με­το­χής τους στον παγκόσμιο αυτό οργανισμό.  Η Ορθοδοξία περνάει σταδιακά α­πό την αν­τί­δρα­ση στη δρά­ση και α­πό την α­πλή συ­νει­σφο­ρά στην πλή­ρη συ­νερ­γα­σί­α.

Ο Μιχαήλ ως Αρχιεπίσκοπος Αμερικής δεν παρακολουθεί απλώς, αλλά μετέχει στις εξελίξεις του κόσμου γύρω του και στις οικουμενικές ζυμώσεις.

Πόλη_561

Η αλλαγή στη στάση του δεν περνάει απαρατήρητη από αδελφούς του επισκόπους, συνομιλητές και συνοδοιπόρους του στην Οικουμενική Κίνηση. Ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Παντελεήμων Παπαγεωργίου στα τέλη της δεκαετίας του ’50 αναφερόμενος στο θέμα ότι πολλοί Ορθόδοξοι άρχισαν να αναγνωρίζουν το ΠΣΕ ως κίνημα μεγάλο συγκαταλέγει τον Μιχαήλ ως παράδειγμα γράφοντας: «Ως τοιούτο δε κατείδεν και ο αείμνηστος Αρχιεπίσκοπος Μιχαήλ, ο οποίος, δια γνωστούς λόγους, υποπεσών… εις υπερβολάς, ότε ήτο Μητροπολίτης Κορινθίας, απέστη τούτων βραδύτερον, γραφίδι και έργω και ζωηρά συμμετοχή και παντί ετέρω δυνατώ τρόπω, υπηρετήσας και υποστηρίξας το Παγκόσμιον Συμβούλιον των Εκκλησιών και το έργον αυτού, ως έργον των Χριστιανικών Εκκλησιών, εν Χριστώ Θεώ και Σωτήρι». Ισχύουν στο ακέραιο όσα λέει ο μητροπολίτης Παντελεήμων.

Ο Μιχαήλ όταν λίγο μετά την ίδρυση του Συμβουλίου θα καταλάβει ότι δεν υπάρχει προσηλυτιστική διάθεση των πλειοψηφούντων Προτεσταντικών Εκκλησιών-μελών του, αλλά, απεναντίας, γίνεται προσπάθεια να καλλιεργηθεί ο σεβασμός της δογματικής διδασκαλίας και των εκκλησιολογικών α­ντιλήψεων κάθε Εκκλησίας μέλους, θα δηλώσει με ικανοποίηση: «Το Παγκόσμιον Συμβούλιον Εκκλησιών αποτελεί σήμερα το ‘βήμα’, απ΄ όπου αι Εκκλησίαι ημπορούν να καλέσουν εις τας αγκάλας του Πατρός τον μοντέρνο άνθρωπο, ‘αυτό το ανεξήγητο δημιούργημα που ευρίσκεται εκτός της Εκκλησίας και αιωρείται μεταξύ ικανοποιημένης κοσμικότητος και πρωτογόνου ειδωλολατρείας’».

Θεωρεί ότι το ΠΣΕ ιδρύθηκε στη βάση που είχε προτείνει το Οικουμενικό Πατριαρχείο το 1920, με πρώτο και κύριο στόχο την κατάργηση του προσηλυτισμού. Ο ίδιος είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος απέναντι σε αυτό το θέμα. Όταν μίλησε στη Γενική Συνέλευση του ΠΣΕ στο Έβανστον, που τη θεώρησε «ως ένα από τα μεγαλύτερα σύγχρονα γεγονότα», καυτηρίασε δριμύτατα τον προσηλυτισμό τονίζοντας ότι αντιστρατεύεται το νόμο της αγάπης. Ιδιαίτερα επισήμανε τις καταστροφικές συνέπειες που αυτός μπορεί να έχει στις διαχριστιανικές και οικουμενικές επαφές και ευρύτερα στις ανθρώπινες σχέσεις.  Στην ουσία ο Μιχαήλ μαζί με άλλους Ορθόδοξους που δούλεψαν προς αυτή την κατεύθυνση οδήγησαν το ΠΣΕ στο να καταδικάσει λίγο μετά ρητά τον προσηλυτισμό.

Πόλη_211

Σεμνύνεται που η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η μόνη, όπως λέει, που ποτέ δεν έκανε μέρος της γενικής πολιτικής της, ούτε και στο μέλλον πρόκειται να κάνει, την απόσπαση χριστιανών δια συστηματικού προσηλυτισμού.

Αναλύοντας τις προϋποθέσεις της οικουμενικής στάσης της Ορθοδοξίας, επισημαίνει ότι πέρα από κάθε ομολογιακό εγωκεντρισμό και ολοκληρωτισμό, αυτό που χαρακτηρίζει την Ορθόδοξη Εκκλησία είναι το πνεύμα της αγάπης, της αμοιβαίας κατανόησης, της ανοχής και της διαλλαγής.

Βεβαίως, η Ορθόδοξη Εκκλησία, όπως και η Ρωμαιοκαθολική, πιστεύει ότι κατέχει ολόκληρη και αλώβητη την αλήθεια και ότι είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Σε αντίθεση όμως με την εκκλησιολογική και σωτηριολογική αποκλειστικότητα της «αδελφής» Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, εξηγεί ο Μιχαήλ, ποτέ δεν δίδαξε ότι «άπαντες οι μη Ορθόδοξοι είναι προορισμένοι εις απώλειαν». Επεκτείνοντας τον συλλογισμό του με έναν οικουμενικό και περιεκτικό τρόπο εξηγεί: «Το γεγονός ότι κάποιος κατέχει την αλήθεια δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι θα είναι αποκλειστικός και μη ανεκτικός στις σχέσεις του με τους άλλους. Αντιθέτως, η κατοχή της αλήθειας -εάν αυτή είναι πράγματι η αλήθεια- μας ικανώνει να είμαστε ανοικτοί και να βρισκόμαστε στη διάθεση του πλησίον μας, ασχέτως σε ποια ομολογία αυτός ανήκει».

Αυτή την ανοιχτοσύνη ο Μιχαήλ τη συνδυάζει με τις δύο βασικές όψεις της Ορθόδοξης Εκκλησιολογίας. Από τη μια εκφράζεται η ακλινής αυτοσυνειδησία της Ορθόδοξης Εκκλησίας ότι αυτή είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία και από την άλλη αφήνεται χώρος για την ανάπτυξη σχέσεων προς τους ετερόδοξους στην Οικουμενική Κίνηση.

Στο σημείο αυτό έχει σημασία να υπογραμμιστεί ότι η πα­ρου­σί­α­ση της α­ναλ­λοί­ω­της ορ­θό­δο­ξης πί­στης και αυ­το­συ­νει­δη­σί­ας γίνεται χω­ρίς κρί­ση των άλ­λων Εκ­κλη­σι­ών. Αυτή είναι θεμελιακή θέση του Μιχαήλ, ο οποίος λέει για τους άλλους χριστιανούς: «μόνον ο αδέκαστος κριτής γινώσκει ποίοι θα σωθούν, ουχί ημείς».  Αποτελεί επίσης βασική τη θέση του Πρύτανη της Ορθόδοξης θεολογίας του 20ού αιώνα π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ και ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της στάσης της Ορθόδοξης Εκκλησίας έναντι των άλλων Εκκλησιών μέχρι σήμερα. Τη στάση της μη κρίσης των άλλων Εκκλησιών ο Μιχαήλ τη συνδέει άρρηκτα με την απόρριψη της λεγόμενης «οικουμένης της επιστροφής» ως μεθόδου επανένωσης των χριστιανών.

Έτσι, όταν θα αναλάβει υπεύθυνες θέσεις στο ΠΣΕ θα διατυπώσει μία από τις πιο αξιοπρόσεκτες παρατηρήσεις σε σχέση με αυτό το θέμα: «Όπως δηλώσαμε σε άλλα συνέδρια και ιδιαίτερα στο Έβανστον, πρόθεσή μας δεν είναι να πούμε στους άλλους χριστιανούς να προσχωρήσουν στην Ορθόδοξη Εκκλησία, αλλά να τους πείσουμε, ώστε όλες οι Εκκλησίες να εναρμονιστούν με τις διδασκαλίες της μίας, αδιαίρετης Εκκλησίας των Επτά Οικουμενικών Συνόδων των οκτώ πρώτων αιώνων». Ουσιαστικά ο Μιχαήλ πρόβαλε αυτό που το Οικουμενικό Πατριαρχείο πρότεινε και προτείνει μέχρι σήμερα στο σύγχρονο χριστιανικό κόσμο, αλλά χρειάζεται να κατανοηθεί και από πολλούς υπερσυντηρητικούς: να μεταβούμε από το μοντέλο της «μεταστροφής στην Ορθοδοξία» στο μοντέλο της «μεταστροφής με την Ορθοδοξία».

Πόλη_635

Κλείνοντας την παρούσα εισήγηση θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω λίγες γραμμές από το «Ευλαβές αφιέρωμα προς την σεπτήν μνήμην του Αρχιεπισκόπου Αμερικής Μιχαήλ» που έγραψε ο διάδοχός του, ο Μητροπολίτης Μελίτης Ιάκωβος, οι οποίες συνοψίζουν την οικουμενική πορεία και συμβολή του: «Εις τα διεκκλησιαστικά συνέδρια, εις τα οποία καλούμενος παρεκάθητο ήδη από του 1927, διεκρίνετο δια την ακριβολογίαν και την πλήρη ενημέρωσιν επί όλων των θεμάτων.  Από του 1954 υπήρξεν εις των… Προέδρων του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών, με σαφή επιρροήν επί της όλης και ιδία της θεολογικής πορείας των συζητήσεων αυτού. Η θαρραλέα γλώσσα του, η μεμετρημένη και διαυγεστάτη διατύπωσις των Ορθοδόξων απόψεων και η συμβολή του η θεολογική, θα υπόκεινται αξιομίμητα παραδείγματα, δι’ όσους τιμώνται με την εντολήν της ερμηνείας της Ορθοδοξίας προς τους ετεροδόξους».

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Στυλιανός Τσομπανίδης, Οικουμενική Κίνηση και Μιχαήλ Κωνσταντινίδης

Ευαγγελία Ν. Αμοιρίδου, «Το Κίνημα της Οξφόρδης (Oxford Movement), o Όμιλος της Οξφόρδης (Oxford Group) και ο Μιχαήλ Κωνσταντινίδης»

Πόλη_0497

Η εισήγηση της Αναπληρώτριας Καθηγήτριας του Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ στο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο για τον Αρχιεπίσκοπο Αμερικής Μιχαήλ Κωνσταντινίδη που έγινε στη Χάλκη (1-2 Σεπτεμβρίου 2017)

Πληθωρική προσωπικότητα με πολυσχιδή δραστηριότητα ο σήμερα βιογραφούμενος ιεράρχης, και πολλά εκείνα στα οποία θα μπορούσε να αναφερθεί κανείς. Προσωπικά θα με ενδιέφερε να ‘δω, πώς προσλαμβάνει τα εκτός του χώρου της Ορθοδοξίας θρησκευτικού ενδιαφέροντος τεκταινόμενα της εποχής του. Προσφέρεται ο ίδιος για μία τέτοιου είδους προσέγγιση, διότι, όντας γλωσσομαθής και φιλαναγνώστης, και με την δυνατότητα, που του δόθηκε, να περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε μη μονο-ομολογιακό, και δη ορθόδοξο περιβάλλον, είχε άμεση γνώση καθώς και πρόσβαση στην διεθνή βιβλιογραφία. Ένα δεύτερο ενδιαφέρον στοιχείο προς την κατεύθυνση αυτή συνιστά το γεγονός, ότι στα περιβάλλοντα αυτά βρέθηκε σε θέση ευθύνης, ομολογιακής αλλά και «διπλωματικής» -αν μπορούσε να λεχθεί-, συνεπώς σε έργο και ρόλο, που θα έπρεπε ούτε να υποχωρεί  αλλά και ούτε να προκαλεί. Την προσέγγιση αυτού του είδους διευκολύνει ιδιαίτερα το γεγονός, ότι ο συγκεκριμένος ιεράρχης αγαπούσε να γράφει. Καρπός της συγγραφικής και μεταφραστικής του δεινότητας είναι, μεταξύ άλλων, και η εκτενής αρθρογραφία του και σ’ αυτήν θα καταφύγω, διότι εκτιμώ πως εκεί θα ανιχνεύσω καλύτερα αυτό που μ’ ενδιαφέρει και εξηγώ αμέσως το γιατί: υπάρχουν άρθρα του, τα οποία αποτελούν μεν «επίσημη» ανταπόκριση γεγονότων –π.χ., Συνέδριο του Λάμπεθ- αλλά είναι ανεπίσημα κείμενα. Συνεπώς, σε αυτά, εκτός από την παράθεση των γεγονότων, μπορεί να υπάρχει και η προσωπική εκτίμηση του αρθρογράφου, που μας ενδιαφέρει. Κυρίως όμως, υπάρχουν άρθρα του, που καταγράφουν γεγονότα χωρίς την επίσημη εμπλοκή του αθρογράφου. Αυτά κυρίως είναι που δείχνουν τα ενδιαφέροντά του και σ’ αυτά διαφαίνονται περισσότερο και καθαρότερα οι προσωπικές του θέσεις. Με ένα τέτοιου είδους άρθρο θα ασχοληθώ στην συνέχεια.

Πρόκειται για το άρθρο «Η κίνησις της Οξφορδείου ομάδος» που έγραψε ο ευρισκόμενος στο Λονδίνο και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό κκλησία (τόμ.11(1933)) σε τρεις συνέχειες. Αναφορά στο άρθρο και σύντομη παρουσίασή του περιέχεται στην διατριβή του αρχιμ. Μακαρίου, με θέμα τον Μιχαήλ Κωνσταντινίδη (σ. 214-215). Με την εισήγησή μου θα επιχειρήσω να διαφωτίσω κάποια μη εκ πρώτης όψεως ορατά σημεία του, αλλά και να καταθέσω την προσωπική μου ανάγνωση του κειμένου του, με μια σημερινή ματιά.

Το 1933, χρονιά συγγραφής του άρθρου, ο Μιχαήλ διανύει το 6ο έτος της διαμονής του στο Λονδίνο. Υπενθυμίζεται η προηγηθείσα διαδρομή του: οι τουρκοκρατούμενες -κατά την παιδική του ηλικία- Μαρώνεια και Κομοτηνή, Κωνσταντινούπολη, η ορθόδοξη Ρωσία της Κομμουνιστικής Επανάστασης, η Αθήνα του Μικρασιατικού πολέμου και των συνεπειών του. Η επίσημη θέση, η γλωσσομάθειά και το προσωπικό ενδιαφέρον συνετέλεσαν ώστε να μπορεί να παρακολουθεί την καθημερινότητα της αγγλικής πρωτεύουσας και να έχει αρκετά ακριβή εικόνα και γνώση της χώρας και του θρησκευτικού της ορίζοντα. Ο ίδιος, μάλιστα, μερικά χρόνια αργότερα αποκαλύπτει στον ενθρονιστήριο λόγο του, στην μητρόπολη Κορίνθου: «ἐμελέτησα, ὅσον μοι ἐπέτρεπεν ἡ ταπεινή διακονία μου, τούς θεσμούς καί τά συστήματα τοῦ ἔθνους,…, παρηκολούθησα τήν κοινωνικήν δρᾶσιν τῆς Ἀγγλικανικῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ κλήρου μεταξύ ὅλων τῶν κοινωνικῶν στρωμάτων».

[Υπενθυμίζεται, ότι την ίδια χρονιά, 1933, κυκλοφορεί στην Αθήνα η μετάφραση του έργου του Θωμά Κεμπησίου, -όπως αναφέρει- Μίμησις Χριστού, που, ως γνωστόν, φιλοπόνησε ο Μιχαήλ].

Το καλοκαίρι της χρονιάς αυτής, του 1933, στην Αγγλία συνέπεσαν δύο γεγονότα: ο εορτασμός για την εκατονταετηρίδα ζωής του Oxford Movement και η συγκέντρωση 5.000 και πλέον ανθρώπων, παρακινημένων από το (Oxford Group) για την ‘αναζωογόνηση του κόσμου’ (World revival), όπως ήταν το σύνθημά τους. Με αυτήν την συγκυρία  αρχίζει το άρθρο του ο Μιχαήλ, επισημαίνοντας αμέσως το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης της Αγγλίας περί τήν κίνησιν τς οτω καλουμένης Οξφορδείου ομάδος,  όπως αποδίδει τον όρο Oxford Group. Στο άρθρο ενσωματώνει ένα σχετικά εκτενές πορτραίτο του Frank Buchman, εμπνευστή της θρησκευτικής αυτής πρωτοβουλίας, όπου υπογραμμίζει ιδαίτερα τον ιεραποστολικό ζήλο, την πνευματική αφύπνιση και τον καινούργιο σκοπό στην ζωή του, που είναι «ὁ πόλεμος ἐναντίον τοῦ ἐμποδίου, τό ὁποῖον κωλύει τούς ἀνθρώπους νά παραδοθοῦν εἰς τόν Χριστόν, τῆς ἁμαρτίας δηλαδή», όπως γράφει χαρακτηριστικά. Στην συνέχεια, παρουσιάζει αρκετά αναλυτικά τόσο την στοχοθεσία όσο και την μέθοδο, που εφάρμοζε ο Buchman για την προώθηση των πεποιθήσεών του. Περιγράφει, ακροθιγώς, την πρώτη επίσημη δημόσια εμφάνιση της πρωτοβουλίας του Oxford Group, τον ενθουσιασμό αλλά και τις επιφυλάξεις, με τις οποίες την υποδέχτηκαν, καθώς και τον αντίκτυπό της στον τύπο της εποχής. Δεν παραλείπει να εκφράσει την προσωπική του ένσταση, ως προς την υποχρεωτική δημόσια εξομολόγηση, κατά την πρακτική των πρώτων χριστιανικών αιώνων, που πρεσβεύει ο Μπούκμαν, και ολοκληρώνει το άρθρο του με μία εκτενή και «ζωηροτάτην περιγραφήν τῆς ἁμαρτίας καί τῶν ὀλεθρίων συνεπειών της», όπως την αντιλαμβάνεται η Οξφόρδειος ομάς.

Για να γίνει σαφέστερα αντιληπτό το περιεχόμενο του άρθρου, αλλά και να αναδειχθούν διαυγέστερα οι παρατηρήσεις του αρθρογράφου, χρήσιμο είναι να γίνει σύντομη αναφορά στις δύο τελείως διαφορετικές μεταξύ τους θρησκευτικές πρωτοβουλίες, που όμως και οι δύο συνδέονται με την Οξφόρδη.

Πόλη_502

Το κίνημα της Οξφόρδης (Oxford Movement)

Ο 19ος αιώνας για την Αγγλία, και στο θρησκευτικό πεδίο, αρχίζει με την ίδρυση (1804) της Βιβλικής Εταιρείας, αλλά σφραγίζεται από το γνωστό ως Κίνημα της Οξφόρδης, λόγω του ότι η πρωτοβουλία και τα ηγετικά στελέχη προέρχονταν από το ομώνυμο πανεπιστήμιο. Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία προέκυψε ως προσπάθεια ανανεωτικής αντίδρασης, τόσο κατά της θρησκευτικής παρακμής, με την προβολή της ανάγκης για αναβίωση της εκκλησιαστικής παράδοσης και την τόνωση της μυστηριακής ζωής, που είχαν από καιρό ατονήσει, όσο και κατά της ανάμιξης του κράτους στα της Εκκλησίας.

Αφορμή για την δυναμική δημόσια εμφάνιση του Κινήματος στάθηκε το νομοσχέδιο της Αναθεωρητικής Βουλής (14 Ιουλίου 1833), το οποίο αποφάσιζε και επέβαλε την μείωση των επισκοπικών περιφερειών στην Ιρλανδία. Την  απόφαση αυτή ο εκ των ιδρυτών του Κινήματος, ο John Keble , χαρακτήρισε ως «Εθνική προδοσία», διότι, μεταξύ των άλλων, αντιμετώπιζε την Εκκλησία ως κρατικό ίδρυμα, πράξη που κατέλυε την αρχή της αποστολικής διαδοχής των επισκόπων και του κλήρου της Εκκλησίας της Αγγλίας.

Κατά τη διάρκεια του ίδιου έτους, με πρωτοβουλία του John Henry Newman, στην οποία συμμετείχαν αρκετοί καθηγητές της Οξφόρδης, άρχισε να δημοσιεύει το περιοδικό Tracts for the Times, όπου κατέγραφαν τις απόψεις τους. Λόγω της ευρύτατης κυκλοφορίας και της απήχησης που γνώρισε, ο όρος «Tractarianism» χρησιμοποιείται συχνά ως άλλη ονομασία του κινήματος.

Με βασικό σύνθημα «επιστροφή στην εποχή των Αποστόλων και της πρώτης Εκκλησίας», το Κίνημα, εκτός των άλλων, έδωσε ιδιαίτερη ώθηση στην μελέτη των Πατέρων, γεγονός που συνοδεύτηκε με τις σημαντικές εκδόσεις έργων τους. Η σειρά Library of the Fathers άρχισε να εκδίδεται το 1837. Την ακολούθησε, το 1841, η σειρά Library of AngloCatholic Theology, η οποία εξέδιδε έργα αγγλικανών συγγραφέων κυρίως του 17ου αιώνα. Εδώ είναι χρήσιμο να αναφερθεί, ότι ενώ όλοι οι αγγλικανοί μεταρρυθμιστές ισχυρίζονταν ότι η Εκκλησία της Αγγλίας ήταν «καθολική» και τμήμα της παγκόσμιας καθολικής Εκκλησίας, ο όρος «καθολικός» απέκτησε νέα σημασία μέσω του εν λόγω Κινήματος, το οποίο αυτοχαρακτηρίστηκε ως Anglo-Catholic Movement και οι απόψεις του ως αγγλοκαθολικισμός (Anglo-Catholicism).

Ο δυναμισμός των μελών του κινήματος λειτούργησε ιδιαίτερα μεταδοτικά. Ιδρύθηκαν θεολογικά κολλέγια, επανήλθε το ρωμαϊκό τελετουργικό στην θ. λειτουργία, εκδόθηκαν εφημερίδες, οργανώθηκαν ιεραποστολές, κυρίως όμως άλλαξε δραματικά η οργάνωση της ενοριακής εκκλησίας, με τα μυστήρια να καταλαμβάνουν πλέον κεντρική θέση, έγινε εβδομαδιαία και σε κάποιες ενορίες καθημερινή η τέλεση της θ. ευχαριστίας. Γενικά, η θ. λειτουργία έγινε πλέον μη αναγνωρίσιμη σε σύγκριση με το παρελθόν, με μόνο σταθερό από το παρελθόν το από το 1662 ισχύον Book of the Common Prayer.

Η πορεία του Κινήματος της Οξφόρδης κλονίστηκε από την διαφοροποίηση των μελών του σε κάποια βασικά σημεία. Ενώ στην αρχή το Κίνημα, υποστηρίζοντας την Εκκλησία της Αγγλίας, εκφραζόταν εναντίον του παπισμού, με το πέρασμα του χρόνου αρκετοί από τους πρωτεργάτες του προσχώρησαν στην Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, με πιο χαρακτηριστική την περίπτωση του Newman. Συγκεκριμένα ο Newman στο τεύχος Tract 90 (1841), παρουσίασε τα 39 Άρθρα της Αγγλικανικής Εκκλησίας κατά τρόπο συμβατό με την διδασκαλία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, πράξη που καταδικάστηκε από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και πολεμήθηκε από αρκετούς επισκόπους. Θεωρήθηκε ότι εισάγει έναν χριστιανισμό διαφορετικό από τον μέχρι τότε γνωστό, που θα μπορούσε να προκαλέσει κατηγορία για αίρεση και ανυπακοή.

Πόλη_0619

O Όμιλος της Οξφόρδης (Oxford Group)

Και ενώ το Oxford Movement είναι ένα ακαδημαϊκό θρησκευτικό κίνημα, που ξεκίνησε από το πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, έναν αιώνα αργότερα η Οξφόρδη γινόταν το επίκεντρο μιας άλλης θρησκευτικής πρωτοβουλίας, που αν και ήταν εισαγόμενη από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, εκεί έλαβε σάρκα και οστά, πρωτοεμφανίστηκε, πήρε το όνομά της και εκεί  είχε το πρώτο «αρχηγείο» της.

Εμπνευστής και ψυχή της νέας αυτής πρωτοβουλίας ήταν ο πάστορας Frank Buchman, ελάχιστα γνωστός σήμερα, διάσημος όμως στην εποχή του, που γεννήθηκε το 1878 από οικογένεια Γερμανών Λουθηρανών στην Πενσυλβάνια και πέθανε το 1961. Μεταξύ των δραστηριοτήτων του ας αναφερθεί το ότι αναδείχθηκε γραμματέας του YMCA (ΧΑΝΘ), και ότι βρέθηκε ως ιεραπόστολος στην Κίνα, πριν οργανώσει ένα δίκτυο ελίτ φοιτητών στις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Βρετανία, με το όνομα «Χριστιανική αδελφότητα του πρώτου αιώνα».

Το κίνημα MRA δημιουργήθηκε στο πλαίσιο της απειλής του πολέμου, με αφετηρία την θέση του Buchman, ότι η εναλλακτική λύση στον μιλιταρισμό της εποχής ήταν «ηθική και πνευματική αναπλήρωση». Έτσι, όταν βρέθηκε στην Αγγλία, έχοντας ήδη εμπειρία από την επαφή και την συνεργασία του με χριστιανούς φοιτητές στις ΗΠΑ, συνέχισε την δραστηριότητά του συνεργαζόμενος με φοιτητές στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Το όνομα Oxford Group, με το οποίο τελικά επικράτησε, είναι αυτό με το οποίο παρουσίασε ο τύπος της Νότιας Αφρικής τα μέλη του, που δραστηριοποιήθηκαν εκεί (1928). Σήμερα υπάρχει με το όνομα Initiatives of Change.

Ο όμιλος της Οξφόρδης δεν ανήκε ούτε συνδέθηκε με κάποια ομολογία. Λειτούργησε αυτόνομα και εξαπλώθηκε μέσω ομάδων και συγκεντρώσεων σε σπίτια (house parties), σε μερικές από αυτές έλαβαν μέρος χιλιάδες άνθρωποι. Αν και αναπτύχθηκε από την συνεργασία του Buchman με φοιτητές, το κίνημα δεν εξελίχθηκε σε ακαδημαϊκό, αλλά επικεντρώθηκε σε ευρύτερα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1920, ο Buchman προσπαθούσε να επηρεάζει το κοινωνικό σύνολο μέσω της «αλλαγής» ατόμων. «Όταν ο άνθρωπος ακούει, ο Θεός μιλάει, όταν ο άνθρωπος υπακούει, ο Θεός ενεργεί· όταν οι άνθρωποι αλλάζουν, τα έθνη αλλάζουν», ήταν το σύνθημα του Buchman.

Η πορεία και η εξέλιξη του Ομίλου της Οξφόρδης και μετά το 1939, χρονιά που ο Μιχαήλ εξελέγη και επέστρεψε στην Ελλάδα, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Δεν θα αναφερθώ όμως σ΄ αυτές, διότι ξεφεύγουν από τα όρια του άρθρου και των προσωπικών απόψεων που συμπεριλαμβάνει σ’ αυτό ο Μιχαήλ.

Η στάση του Μιχαήλ έναντι των δύο Οξφόρδειων πρωτοβουλιών, τουλάχιστον όπως αυτή αποτυπώνεται –όσο μπορεί να αποτυπωθεί- στο υπό συζήτηση άρθρο, διαφαίνεται ευκρινώς και είναι η ακόλουθη.

Δεν δείχνει να ενδιαφέρεται για το αιωνόβιο Κίνημα της Οξφόρδης, το οποίο προσπερνά με μιαν απλή αναφορά: «η Οξφόρδειος Ομάδα οδεμίαν πολύτως σχέσιν χει πρός τήν γνωστήν κίνησιν της Οξφόρδης, « κατονταετηρίς τς ποίας εωρτάσθη πό τς κκλησίας τς γγλίας τν παρελθόντα ούλιον». Άλλωστε, ο μέντοράς του μητροπολίτης Θυατείρων Γερμανός Στρινόπουλος έγραψε αρκετά σχετικά.

Όμως, μιλώντας για την Όμιλο της Οξφόρδης, τα σημεία που επιλέγει να αναδείξει, κάποια μάλιστα με ενθουσιασμό, αποκαλύπτουν ενδιαφέροντά του, που τα βρίσκει και σ΄αυτόν.

Πόλη_508

Όπως ήδη ανέφερα, η στάση του Μιχαήλ έναντι του Ομίλου, που δείχνει και τον βαθμό αποδοχής από μέρους του, είναι σαφώς θετική, σε μερικά μάλιστα σημεία ειλικρινώς ενθουσιώδης.

α) Ένα τέτοιο σημείο συνιστά ο ιεραποστολικός ενθουσιασμός του Μπούκμαν αλλά και των Groupers. «Ο γράφων τας γραμμάς αυτάς είχε την ευκαιρίαν να γνωρίση τόσον τον αρχηγόν όσον καί τινας εκ των νέων, τους οποίους εκέρδισεν η κίνησις. Ο αρχηγός της είναι ιεραπόστολος πραγματικός, πολύγλωσσος, εγκυκλοπαιδικός και αεικίνητος. Απλούστατος τους τρόπους, ανεπίδεικτος, μόνην φιλοδοξίαν έχων να κερδίζει τους ασώτους και ν’ αποστέλλη αυτούς οπίσω προς τους επιγείους και τον Ουράνιον αυτών Πατέρα. Οι δε νέοι οπαδοί του είναι πράγματι ενάρετοι, νομίζει κανείς νεκροί διά τον κόσμον και τας ηδονάς του», γράφει χαρακτηριστικά. Έχει δε ενδιαφέρον η από μέρους του Μιχαήλ παρουσίαση του κινήτρου του Buchmann: «μετά την είσοδόν εις τον κλήρον, εταξίδευεν εις την Αγγλίαν (1908). Ημέραν τινά εισήλθε κατά τύχην εις ναϊσκον, όπου ήκουσε το κήρυγμα γυναικός ομιλούσης περί του σταυρού, του αμαρτωλού και Εκείνου, όστις εξιλέωσε το θείον δια τας αμαρτίας των ανθρώπων. Η διδασκαλία δεν ήτο ξένη προς αυτόν. Την ήκουσε και την εδίδαξε πολλάκις. … Ενώπιόν του παρουσιάσθη ο Εσταυρωμένος, οι πόνοι και το μαρτύριόν του … και αμέσως ο Φράγκ κατενόησε την άβυσσον, ήτις τον εχώριζεν από του Χριστού. Αυτό ήτον όλον. … Εξήλθεν μεταβεβλημένος εκ του ναΐσκου».

β) Ένα άλλο σημείο είναι η στράτευση του Μπούκμαν εναντίον της καταπολέμησης της αμαρτίας: «Απεφάσισε να παραδώση εαυτόν ψυχή τε και σώματι εις τον Χριστόν, να εργασθή ολοψύχως  δι’ Αυτόν και να προσπαθήση να συντελέση εις την επιστροφήν όσον το δυνατόν περισσοτέρων εις Αυτόν. Σκοπός τώρα της δράσεώς του είχε γίνη ο πόλεμος εναντίον του εμποδίου το οποίον κωλύει τους ανθρώπους να παραδοθούν εις τον Χριστόν, της αμαρτίας δηλαδή. Ανέλαβε έργον ηράκλειον, απαιτούν δυνάμεις ισχυράς και σοφάς μεθόδους. Ανέλαβε τον σκληρόν αγώνα κατά της αμαρτίας μεταξύ των εθνικών και της αμαρτίας μεταξύ των χριστιανών».

γ) Ένα τρίτο σημείο είναι η μέθοδος που χρησιμοποιούσε ο Όμιλος της Οξφόρδης για την προώθηση των απόψεών του: «αρχίζουν τον πόλεμον κατά της αμαρτίας έχοντες κατ’ αρχήν ως αντικείμενον των ενεργειών των άτομα μεμονωμένα».

Αλλά και  συγγράμματα μελών του Ομίλου της Οξφόρδης, των οποίων έλαβε γνώση ο Μιχαήλ, προκάλεσαν το ενδιαφέρον του. Για ένα μάλιστα από αυτά, το «Χειρουργική της ψυχής», φρονεί πως «πάς εργάτης του αμπελώνος του Κυρίου πρέπει να αναγνώσει το βιβλιάριον αυτό’ πολλά δύναται να πορισθή εκ της επισταμένης και βαθείας αναγνώσεώς του. Ο γράφων τας γραμμάς αυτάς, δίς μέχρι τούδε ανέγνωσεν αυτό και εύρε χρησιμώτατον προς θεραπείαν της αγνοίας του εις πλείστα σημαία όσον αφορά την προσέλκυσιν ατόμων εις την θρησκείαν του Χριστού», γράφει.

Οι αναφορές που κάνει ο Μιχαήλ Κωνσταντινίδης και η διατύπωσή τους, προδίδουν άνθρωπο με ενδιαφέρον για την πνευματική αφύπνιση και την πρόσκληση στον σωτήριο λόγο του Ευαγγελίου, γι’ αυτό και αναζητά τα πλέον πρόσφορα μέσα για την επίτευξή τους. Ό,τι βοήθησε τον ίδιο (Μίμησις Χριστού) ή διαπίστωσε να βοηθά άλλους (Οxford Group), δεν διστάζει να το υιοθετήσει και να το προτείνει, από όπου κι αν προερχόταν. Ο λόγος του, όταν αναφέρεται σε άλλες ομολογίες, είναι ακριβής αλλά καθόλου υποτιμητικός ή μισαλλόδοξος, γεγονός όχι αυτονόητο για τα σημερινά δεδομένα.

Τέλος, το εάν και κατά πόσο επηρέασε ο Όμιλος της Οξφόρδης τον Μιχαήλ Κωνσταντινίδη, ίσως μπορεί να το ανιχνεύσει κανείς στον Ενθρονιστήριο Λόγο του στην μητρόπολη της Κορίνθου, σε παράλληλη ανάγνωση με το άρθρο του, που εξετάζουμε. Στο άρθρο, αναφέρθηκε ήδη, ο Μιχαήλ κάνει εκτενή αναφορά στην αφετηριακή στιγμή της «μεταστροφής» της δραστηριότητας του Buchman, που ήταν μία ομιλία για τον Εσταυρωμένο. Στον Ενθρονιστήριό του, οπωσδήποτε ανέμενε κανείς αναφορά στον ιδρυτή της Εκκλησίας της Κορίνθου, της οποίας γινόταν και ο ίδιος ποιμένας της και αυτή ήταν μέσω της αναφοράς του Παύλου στον Εσταυρωμένο: «Εσχημάτισα την ασάλευτον πεποίθησιν, ότι εκείνο του οποίου έχει την απόλυτον ανάγκην όχι μόνον η Πατρίς αλλά και αυτή η λεγομένη πεπολιτισμένη Δ. Ευρώπη είναι το κήρυγμα του Εσταυρωμένου Ιησού Χριστού, ακριβώς όπως αντελαμβάνετο τούτο ο μέγας των Εθνών Απόστολος γράφων προς τους Κορινθίους της τότε εποχής: ου γάρ έκρινα του ειδέναι τι εν υμίν ει μη Ιησούν και τούτον εσταυρωμένον».

Πόλη_603

Θα βρει κανείς στον Ενθρονιστήριο Λόγο του Μιχαήλ Κωνσταντινίδη κάποιες ακόμη αναλογίες προς το περιεχόμενο του άρθρου, όπως αναφορά σε πόλεμο κατά της αμαρτίας, υιοθέτηση της πράξης της πρώτης Εκκλησίας [το πρώτο όνομα της κίνησης, «Εκκλησία του πρώτου αιώνα»], καθώς και να γίνεται λόγος για αφύπνιση και πνευματική εξέγερση [Moral Re-Armament]. Η παρουσίαση των αναλογιών προφανώς δεν έχει σχολαστικό χαρακτήρα, κάθε άλλο. Γίνεται για να αναδείξει τον αυθορμητισμό, την τόλμη, το ανοικτό μυαλό του ανδρός, που δεν δίστασε να αναγνωρίσει και σε άλλους ανθρώπους, εκτός της δικής του Εκκλησίας, ειλικρινή αγάπη για τον Χριστό και τον Λόγο του Ευαγγελίου, κάτι που από αρκετούς σήμερα, εκτός των εξαιρέσεων εκείνων που επιβεβαιώνουν τον κανόνα, θα θεωρούνταν όχι απλώς αδύνατο αλλά και προδοσία.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ευαγγελία Ν. Αμοιρίδου, «Το Κίνημα της Οξφόρδης (Oxford Movement), o Όμιλος της Οξφόρδης (Oxford Group) και ο Μιχαήλ Κωνσταντινίδης»

Η Γλώσσα των κειμένων της Ορθοδόξου λατρείας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Δύο Προγράμματα εξ αποστάσεως Επιμόρφωσης

Afisa_2017_3

Στο χειμερινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2017-2018 θα υλοποιηθούν και πάλι στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και στο πλαίσιο της Δομής Δια βίου Εκπαίδευσης δύο προγράμματα εξ αποστάσεως επιμόρφωσης, που αφορούν τη γλωσσική προσέγγιση και την κατανόηση των κειμένων της λατρείας. Επιστημονικά υπεύθυνη είναι η καθηγήτρια του τμήματος Θεολογίας Άννα Κόλτσιου-Νικήτα και διδάσκουν καθηγητές των Τμημάτων Θεολογίας, Φιλολογίας και Μουσικών Σπουδών από το ΑΠΘ και το ΕΚΠΑ.

Ι. «Η γλώσσα των ελληνικών λειτουργικών κειμένων της Ορθοδόξου Εκκλησίας»

Το επιμορφωτικό πρόγραμμα προσφέρει βασικές γνώσεις γραμματικής, συντακτικού και λεξιλογίου και μεταφραστικές ασκήσεις σε κείμενα αποκλειστικά λειτουργικά. Στόχος του προγράμματος είναι η κατανόηση της γλωσσικής «ταυτότητας»  των λειτουργικών κειμένων και η αναγνώριση της δομής του λειτουργικού λόγου. Προβάλλεται ο βοηθητικός ρόλος της μετάφρασης και παράλληλα επισημαίνεται και εξαίρεται η μοναδικότητα των πρωτότυπων λειτουργικών κειμένων και η αξία του πλούτου της εκκλησιαστικής γλώσσας και γραμματείας. Η προκήρυξη και η αίτηση συμμετοχής στη διεύθυνση:

http://diaviou.auth.gr/koltsiou_gelk_e-learning_f

ΙΙ. «Τα υμνογραφικά κείμενα της Μεγάλης Εβδομάδος: Γλωσσική προσέγγιση»                              

Το δεύτερο επιμορφωτικό πρόγραμμα επικεντρώνεται στη γλωσσική ανάλυση των υμνογραφικών κειμένων της Μ. Εβδομάδος, τα οποία διακρίνονται τόσο για τον εκφραστικό πλούτο όσο και για το βάθος των θεολογικών νοημάτων. Στοχεύει να συμβάλει στην καλλιέργεια της μεταφραστικής κριτικής ικανότητας των επιμορφουμένων και να επισημάνει την ευρείας έκτασης πρόσληψη και αξιοποίηση του αγιογραφικού και του πατερικού λόγου. Με τη βοήθεια της διεπιστημονικής προσέγγισης, το πρόγραμμα αναδεικνύει τη θεολογία και το μέλος των υμνογραφικών κειμένων, τα πρόσωπα και τα γεγονότα της Μ. Εβδομάδος, καθώς και θέματα λειτουργικά και ποιμαντικά. Η προκήρυξη και η αίτηση συμμετοχής στη  διεύθυνση:

http://diaviou.auth.gr/koltsiou_ykme_e-learning_d

Για περισσότερες πληροφορίες οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να επισκέπτονται την ιστοσελίδα hymnologica.com και να επικοινωνούν με τη γραμματεία των προγραμμάτων στη διεύθυνση infoglossa@theo.auth.gr.

Κατηγορίες: ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Η Γλώσσα των κειμένων της Ορθοδόξου λατρείας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Δύο Προγράμματα εξ αποστάσεως Επιμόρφωσης

Οι εργασίες της δεύτερης ημέρας και η λήξη του Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου για τον Μιχαήλ Κωνσταντινίδη στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης

Πόλη_506

Οι εργασίες του Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου με θέμα «Ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Μιχαήλ Κωνσταντινίδης: η προσφορά του στην Εκκλησία, το Γένος και τον Ελληνισμό» συνεχίστηκαν το Σάββατο 2 Σεπτεμβρίου 2017 με τη Β΄ Συνεδρία, την οποία τίμησε με την υψηλή παρουσία του ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης κ. κ. Βαρθολομαίος, ενώ μεταξύ άλλων παρακολούθησαν και ο Σεβασμιώτατος Αρχιεπίσκοπος Γέρων Αμερικής κ. Δημήτριος, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Προύσης και Σχολάρχης της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης κ. Ελπιδοφόρος, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πιττσβούργου κ. Σάββας και ο Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής Θεσσαλονίκης κ. Μιλτιάδης Κωνσταντίνου.

Πόλη_510

Υπό την προεδρία του Προέδρου του Τμήματος Θεολογίας Α.Π.Θ. κ. Παναγιώτη Σκαλτσή παρουσιάστηκαν με τη σειρά οι ακόλουθες εισηγήσεις με θέματα αμιγώς Εκκλησιαστικής Ιστορίας: α) «Η κίνηση της Οξφόρδης, η ομάδα της Οξφόρδης και ο Μιχαήλ Κωνσταντινίδης» από την Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Γενικής Εκκλησιαστικής Ιστορίας του Τμήματος Θεολογίας Α.Π.Θ. κ. Ευαγγελία Ν. Αμοιρίδου, η οποία παρουσίασε την αρθρογραφία του Μιχαήλ σχετικά με τη δημόσια εμφάνιση της θρησκευτικής πρωτοβουλίας, γνωστής ως Oxford Group, και του εμπνευστή της Frank Buchman σε σχέση με το προηγηθέν Κίνημα της Οξφόρδης, ενώ διερεύνησε τη στάση του έναντι του Ομίλου της Οξφόρδης, καθώς και τις τυχόν επιρροές, που δέχτηκε, από τις θέσεις και τη δραστηριότητά του, β) «Μιχαήλ Κωνσταντινίδης και ελληνικό κράτος» από τον Αναπληρωτή Καθηγητή  του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Εμμανουήλ Καραγεωργούδη, ο οποίος επικεντρώθηκε στις σωτήριες πρωτοβουλίες του Μιχαήλ ως Μητροπολίτου Κορίνθου για την προστασία του ποιμνίου του κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής, καθώς και στη γενικότερη στάση του έναντι των απόψεων του κομμουνισμού, γ) «Επιστροφή στην πατρώα θρακική γη: η τοποτηρητεία του Μιχαήλ Κωνσταντινίδη στη Μητρόπολη Μαρωνείας» από τον Διδάκτορα Εκκλησιαστικής Ιστορίας και αποσπασμένο εκπαιδευτικό στο Τμήμα Θεολογίας Α.Π.Θ. κ. Αθανάσιο Τζιερτζή, ο οποίος μέσα από την παρουσίαση πέντε ανέκδοτων επιστολών του Μιχαήλ και του Μαρωνείας Μελισσηνού προσπάθησε να ανασυνθέσει το πρώτο διάστημα της δράσης και προσφοράς του στη Θράκη σε μία δύσκολη περίοδο με όλες τις παρενέργειες του Εθνικού Διχασμού στην Εκκλησία και την πολιτική που οδήγησαν στη Μικρασιατική Καταστροφή, τις ξένες και εθνικές προπαγάνδες και τις γεωπολιτικές επιδιώξεις των Μεγάλων Δυνάμεων, και δ) «H Εκκλησία και ο Ελληνισμός στο Νέο Κόσμο μέχρι την εκλογή του Μιχαήλ στον θρόνο της Αρχιεπισκοπής Αμερικής» που αναγνώστηκε από τον υποψήφιο διδάκτορα του Πανεπιστημίου Τυβίγγης και αριστούχο πτυχιούχο του Τμήματος Θεολογίας Α.Π.Θ. κ. Νικόλαο Αμανατίδη εκ μέρους του κ. Βασιλείου Κουκουσά, Καθηγητή Εκκλησιαστικής Ιστορίας του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας Α.Π.Θ. λόγω εκτάκτων υποχρεώσεων, ο οποίος έκανε ιστορική αναδρομή στην παρουσία των Ελλήνων στον Νέο Κόσμο μέχρι και την περίοδο της αρχιεπισκοπικής διακονίας του Πατριάρχη Αθηναγόρα.

Πόλη_614

Μετά το προβλεπόμενο διάλειμμα ακολούθησε η Γ΄ Συνεδρία υπό την προεδρία της Αν. Καθηγήτριας κ. Ευαγγελίας Αμοιρίδου, κατά την οποία παρουσιάστηκαν οι ακόλουθες εισηγήσεις με τίτλο: α) «Η σημασία των Πατέρων και της Ιεράς Παραδόσεως στο έργο του αρχιεπισκόπου Αμερικής Μιχαήλ Κωνσταντινίδη» από τον κ. Συμεών Πασχαλίδη, Καθηγητή του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας Α.Π.Θ. και Διευθυντή του Ιδρύματος Πατερικών Μελετών, ο οποίος ανέδειξε την κεντρική θέση που κατέχει στο εκτενέστατο και ποικίλο συγγραφικό έργο του Μιχαήλ Κωνσταντινίδη τόσο ο ευαγγελικός λόγος και τα συγγράμματα των Πατέρων όσο και η Ιερά Παράδοση, και β) «Το Ευαγγέλιο και η ενότητα της Εκκλησίας κατά τον Μιχαήλ Κωνσταντινίδη» από τον κ. Μόσχο Γκουτζιούδη, Επίκουρο Καθηγητή Καινής Διαθήκης στο Τμήμα Θεολογίας Α.Π.Θ., ο οποίος μεταξύ άλλων ανέφερε ότι κύρια θέση στα έργα του Μιχαήλ κατέχει η θεολογία του αποστόλου Παύλου που επηρέασε τις περί ενότητας της Εκκλησίας απόψεις του, ενώ τα σχετικά συγγράμματά του ήταν περισσότερο εκλαϊκευμένα λόγω του κηρυγματικού τους χαρακτήρα.

Πόλη_595

Μετά τη συζήτηση που ακολούθησε για τις δύο πρώτες συνεδρίες και στις οποίες παρενέβησαν με ερωτήσεις και τοποθετήσεις τους ο Σεβ. Γέρων Αμερικής κ. Δημήτριος, ο Σεβ. Μητροπολίτης Προύσης κ. Ελπιδοφόρος, ο Σεβ. Μητροπολίτης Πιττσβούργου κ. Σάββας, καθηγητές και καθηγήτριες, αλλά και προπτυχιακοί και μεταπτυχιακοί φοιτητές και φοιτήτριες, οι οποίοι συνταξίδεψαν από κοινού μαζί με τους εισηγητές συνέδρους, για να παρακολουθήσουν τις εργασίες του Συνεδρίου, παρατέθηκε γεύμα στην τράπεζα της Θεολογικής Σχολής παρουσία του Οικουμενικού Πατριάρχη κ. κ. Βαρθολομαίου. Στη συνέχεια οι σύνεδροι περιηγήθηκαν στους κήπους της Σχολής από τον διακεκριμένο γεωπόνο κ. Νικόλαο Θυμάκη, ο οποίος ανέλυσε τη φιλοσοφία δημιουργίας και διαχείρισης του ιστορικού κήπου, αλλά και τους συμβολισμούς των επιλεγμένων φυτών του, ενώ στην πορεία κατήλθαν στους χώρους της ιστορικής Βιβλιοθήκης της Θεολογικής Σχολής, όπου τους ξενάγησε ο εκ των μελών της αδελφότητας της Ιεράς Μονής Αγίας Τριάδος Χάλκης π. Καισάριος, ο οποίος προΐστατο και του εσπερινού που ακολούθησε∙ τα αναλόγια του Καθολικού πέριξ του προεξάρχοντος π. Σαμουήλ επάνδρωσαν όσοι εκ των φοιτητών του Τμήματος Θεολογίας ήταν γνώστες της βυζαντινής μουσικής, ενώ το υπόλοιπο εκ των συνέδρων εκκλησίασμα σιγοέψελνε με κορύφωση να πλημμυρίσει η εκκλησία από το «Φως ιλαρόν», για να αγάλλεται η Παναγία Παυσολύπη.

Πόλη_590

Στην Δ΄ απογευματινή και καταληκτική Συνεδρία υπό την προεδρία του Καθηγητή Χριστιανικής Γραμματείας κ. Χρήστου Αραμπατζή ανακοινώθηκαν οι ακόλουθες εισηγήσεις με τίτλο: α) «Οικουμενική Κίνηση και Μιχαήλ Κωνσταντινίδης» από τον Αναπληρωτή Καθηγητή Οικουμενικής Κίνησης και Διευθυντή του Τομέα Δογματικής Θεολογίας του Τμήματος Θεολογίας Α.Π.Θ. κ. Στυλιανό Τσομπανίδη, ο οποίος ανέφερε ότι ο Μιχαήλ στην εποχή του υπήρξε πρωτοπόρος στην τότε σχετικά νεοφανή οικουμενική κίνηση συμμετέχοντας στα Συνέδρια «Πίστη και Τάξη» και σε αντίστοιχα του Συμβουλίου των Εκκλησιών, ενώ δεν είχε πρόβλημα να αποκαλεί άλλες ομολογιακές κοινότητες ως Εκκλησίες, β) «Πτυχές των πολιτικών επιδιώξεων του Αρχιεπισκόπου Αμερικής Μιχαήλ» από τον Διδάκτορα Θεολογίας π. Αρίσταρχο Γκρέκα, ο οποίος ανέλυσε τις επαφές του Μιχαήλ με την εκάστοτε αμερικανική ηγεσία για φλέγοντα ζητήματα του Ελληνισμού, γ) «Η Εκκλησία ούτε πολιτεύεται, ούτε επιτρέπεται να ταυτίση την τύχην της με οιονδήποτε πολιτικόν κόμμα: η πολιτική προσέγγιση του Αρχιεπισκόπου Μιχαήλ Κωνσταντινίδη» από τον Διδάκτορα Θεολογίας κ. Γεώργιο Γαϊτάνο, ο οποίος επιχείρησε να αποτυπώσει ένα θεωρητικό πλαίσιο της πολιτικής προσέγγισης του Αρχιεπισκόπου Μιχαήλ, να καταγραφεί αν έμεινε πιστός σ’ αυτό σε πρακτικό επίπεδο και να διερευνηθεί, αν υπήρχε, κάποιο θεολογικό υπόβαθρο πίσω από την πολιτική του προσέγγιση, και δ) «Η μέριμνα της Εκκλησίας της Αμερικής για τον Ελληνισμό επί αρχιεπισκοπίας Μιχαήλ Κωνσταντινίδη» από την Υπ. Διδάκτορα Θεολογίας κ. Ασπασία Καλούδη, η οποία αναφέρθηκε στις εγκυκλίους του  από τις αρχές του 1950 ως και τον Νοέμβριο του 1958 που είχαν ως θέμα τους τρόπους βοήθειας και συνδρομής των ομογενών προς τη χειμαζόμενη από φυσικά φαινόμενα, πολιτικές και κοινωνικές ταραχές, πατρίδα.

Πόλη_566

Μετά το πέρας των ανακοινώσεων και τη συζήτηση που προκάλεσαν οι ερωτήσεις των συνέδρων ο Διευθυντής του Τομέα Εκκλησιαστικής Ιστορίας, Χριστιανικής Γραμματείας, Αρχαιολογίας και Τέχνης καθηγητής κ. Χρήστος Αραμπατζής κάλεσε τον Σχολάρχη της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης Σεβ. Μητροπολίτη Προύσης κ. Ελπιδοφόρο να ανακοινώσει τα πορίσματα του Διεθνούς Συνεδρίου, ο οποίος και πρόσθεσε τη σημασία της αναβίωσης του αρχαιότατου θεσμού των χορηγιών, ιδιαιτέρως σήμερα για την υποστήριξη της έρευνας και της επιστήμης ευχαριστώντας τους παριστάμενους χορηγούς του Συνεδρίου κ. Χρήστο και Μαρία Παπουτσή, αλλά και της διοργάνωσης ανάλογων Συνεδρίων στην ιστορική αυτή Σχολή με την ευχή συντόμως να λειτουργήσει και να επανακτήσει την παλαιά της αίγλη. Τη λήξη του Συνεδρίου ακολούθησε γεύμα στην τράπεζα της Ιεράς Μονής, το οποίο κόσμησε με την παρουσία του ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. κ. Βαρθολομαίος, ο οποίος και ευχαρίστησε για άλλη μία φορά τον εκ της Αρχιεπισκοπής Αμερικής αρχιμανδρίτη της Ιεράς Μητροπόλεως Βοστώνης π. Μακάριο Νιάκαρο ως αίτιο ανάδειξης του λησμονημένου Αρχιεπισκόπου Μιχαήλ Κωνσταντινίδη και τον επόπτη του Καθηγητή κ. Χρήστο Αραμπατζή ως υπεύθυνο του επιστημονικού προγράμματος και εμπνευστή του Συνεδρίου, τους διοργανωτές, τους εισηγητές και τους ακροατές που προσήλθαν για τη δυνατότητα που δόθηκε να ξαναζωντανέψουν οι χώροι της ιστορικής Θεολογικής Σχολής της Χάλκης ευχόμενος να ακολουθήσουν και άλλα συνέδρια που θα προβάλλουν και άλλες σημαντικές εκκλησιαστικές προσωπικότητες της Ορθοδοξίας.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Οι εργασίες της δεύτερης ημέρας και η λήξη του Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου για τον Μιχαήλ Κωνσταντινίδη στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης

Μαρία Παπουτσή, Η Οικονομική Ανάπτυξη της Αρχιεπισκοπής της Ελληνικής Ορθοδόξου Εκκλησίας στη Βόρεια και Νότια Αμερική υπό την ηγεσία του Αρχιεπισκόπου Μιχαήλ

Πόλη_455

Η εισήγηση της Υποψήφιας Δρ. Θεολογίας στο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο για τον Αρχιεπίσκοπο Αμερικής Μιχαήλ Κωνσταντινίδη που έγινε στη Χάλκη (1-2 Σεπτεμβρίου 2017)

Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηναγόρας είχε θέσει το θεμέλιο λίθο για το αναπτυξιακό πλαίσιο της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στις ΗΠΑ, γεγονός που εκμεταλλεύτηκε ο Αρχιεπίσκοπος Μιχαήλ, συνεχίζοντας και ολοκληρώνοντας το σταθερό οικοδόμημα πάνω στο οποίο θα αναπτυσσόταν η Εκκλησία. Βέβαια, το θεμέλιο κάθε οικοδομήματος μπορεί πολύ εύκολα να παραβλεφθεί, όταν κάποιος ασχολείται κυρίως με τη δομή του και τα κεντρικά χαρακτηριστικά του, αλλά τελικά η λεπτομερή ανάλυση των στοιχείων του οικοδομήματος είναι αυτή που μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε πλήρως τη σταθερότητα και τη δυναμική του κτιρίου, αλλά και τις μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν για τη κατασκευή του. Η εισήγησή μου θα επικεντρωθεί στην εξέταση του οικοδομήματος που διαμόρφωσε ο Αρχιεπίσκοπος Μιχαήλ υπό την οπτική των οικονομολόγων που ειδικεύονται στη λειτουργία των μη κερδοσκοπικών μοντέλων.

Αυτή η σύντομη μελέτη θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε πλήρως την οικονομική επιτυχία της ηγεσίας του Αρχιεπισκόπου Μιχαήλ στην Αμερική προσθέτοντας περισσότερα δεδομένα στην εμπεριστατωμένη ανάλυση της εκκλησιαστικής ζωής και του έργου του Μιχαήλ από τον Αρχιμανδρίτη Μακάριο Νιάκαρο. Η εισήγηση θα καταδείξει πως το οικονομικό θεμέλιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας στις ΗΠΑ ακολουθεί στενά ένα από τα πιο εξέχοντα χρηματοδοτικά μοντέλα, όπως άλλωστε εκτιμούν οικονομολόγοι στο Stanford Graduate Business School και αλλού. Μάλιστα, αυτό το μοντέλο μπορεί να αποκαλύψει και τη δυνατότητα για πρόβλεψη των οικονομικών δεδομένων, κάτι που αποτελεί και στοιχείο κλειδί κάθε θεωρίας ή θεωρητικού μοντέλου.

Από τη στιγμή της ενθρόνισής του στις ΗΠΑ στις 18 Δεκεμβρίου 1949, ο Αρχιεπίσκοπος Μιχαήλ ανέλαβε την ηγεσία μιας νεαρής σχετικά εκκλησιαστικής επαρχίας, αλλά με πολλές δυνατότητες. Η οικονομία της χώρας βρισκόταν σε ανάκαμψη μετά από πολλά χρόνια βιομηχανικής πολεμικής παραγωγής, δημιουργώντας τη ζήτηση για εργατικό δυναμικό και ανάπτυξη στον κατασκευαστικό τομέα, παρά τη μικρή ύφεση, όταν ο νέος Αρχιεπίσκοπος ανέλαβε την καθοδήγηση του ορθόδοξου ποιμνίου στην Αμερική. Το προηγούμενο έτος είχε καταγραφεί ρεκόρ στον αριθμό εξαγωγών και ξένων συναλλαγών. Η συμμετοχή σε κάποια Εκκλησία μεταξύ όλων των ομολογιών αυξανόταν, σημειώνοντας τη μεγαλύτερη άνοδο αυτή τη δεκαετία μετά το 1850 (Yearbook of American Churches, 1952). Η νεαρή Ορθόδοξη Εκκλησία επεκτεινόταν σ’ ολόκληρη τη χώρα, παρουσιάζοντας μια σημαντική αύξηση στα μέλη της μεταξύ των άλλων χριστιανικών ομολογιών. Στη δεκαετία του ’40 το ποσοστό των θρησκευόμενων σ’ ολόκληρο τον πληθυσμό των ΗΠΑ αυξήθηκε και τελικά έφθασε το 57% των 152 εκατ. πολιτών της χώρας στο τέλος της δεκαετίας (Yearbook of American Churches, 1951). Η Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία, σύμφωνα με την επίσημη απογραφή των ΗΠΑ, διέθετε πάνω από 285 εκκλησίες και 300 χιλιάδες μέλη, περισσότερα από το 1/3 του συνόλου των υπόλοιπων Ορθοδόξων. Οι εγγραφές στο Κατηχητικό σχολείο – ένας ακόμη δείκτης σταθερότητας και ανάπτυξης – ξεπέρασαν τις 25 χιλιάδες (Statistical Abstracts, 1952; Yearbook of American Churches, 1951; Niakaros, 2017).

Πόλη_446

Κατά τη διάρκεια της προσπάθειας για την ανάπτυξη πνευματικών δεσμών και την κατανόηση των θεμάτων της Αρχιεπισκοπής, διάφοροι αντικειμενικοί δείκτες φανερώνουν συνεχή ανάπτυξη υπό την ηγεσία του Μιχαήλ. Ο αριθμός των Ελληνικών ορθόδοξων εκκλησιών αυξήθηκε περισσότερο από 25% (27.7%), προσθέτοντας σχεδόν another 100 (92 για την ακρίβεια) νέες εκκλησίες, ενώ τα μέλη των πιστών αυξήθηκαν ξαφνικά κατά 100% (117.2) και ανήλθαν σε 1,15 εκατομμύρια (Statistical Abstracts 1951, 1958). Μεταξύ άλλων, ο Αρχιεπίσκοπος Μιχαήλ πέτυχε να αυξήσει τη χρηματοδότηση από τις κοινότητες και να ιδρύσει ένα γηροκομείο.

Η άποψή μου είναι πως η επιτυχία του δεν ήταν τυχαία. Οι οικονομολόγοι και οι κοινωνικοί ιστορικοί θα τον επιβράβευαν σήμερα για την προνοητικότητα του για τα οικονομικά της Εκκλησίας και για την ικανότητά του να συγκεντρώσει επιπλέον χρηματική ενίσχυση από τους πιστούς για τη λειτουργία της Εκκλησίας. Η Clara Miller, μια διευθύνουσα σύμβουλος ενός μια μη κερδοσκοπικής οργάνωσης, καταγράφει τις επιπρόσθετες δυσκολίες για τη διοίκηση ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού, που συχνά είναι περισσότερες από μια μη κερδοσκοπική επιχείρηση. Σύμφωνα με την ίδια, κάθε μη κερδοσκοπικός οργανισμός ασχολείται με δύο χωριστούς τομείς˙ ο ένας αφορά στο κεντρικό πρόγραμμα των δράσεων της ομάδας και ο άλλος σχετίζεται με τη συγκέντρωση χρηματοδοτήσεων (Foster, 2009). Εάν η ίδια έπρεπε να μελετήσει το αρχείο του Αρχιεπισκόπου Μιχαήλ, είμαι πεπεισμένη πως θα τον συνέχαιρε με εμφατικό τρόπο, διότι κατάφερε να ισορροπήσει μεταξύ της επιμέλειας των εκκλησιαστικών δραστηριοτήτων και της προσπάθειας για την ανεύρεση πόρων. Η απόδειξη αυτής της διαπίστωσης θα ήταν τα αδιαμφισβήτητα στοιχεία από τις στατιστικά, που έδειξαν τη συνεχή ανάπτυξη κατά τη διάρκεια της ποιμαντορίας του Μιχαήλ.

Μια ομάδα οικονομολόγων στο Stanford Graduate School of Business, υπό την ηγεσία του Foster (2009), ανέπτυξε δέκα βασικά μοντέλα χρηματοδότησης που βοηθούν τις μη κερδοσκοπικές οργανώσεις να βελτιώσουν την αναζήτηση πόρων και τη διοίκηση. Αυτά τα μοντέλα στηρίζονται σε τρεις μεταβλητές: 1) η πηγή των πόρων 2) ο τύπος των ανθρώπων που αποφασίζουν και 3) τα κίνητρα των ανθρώπων που αποφασίζουν. Από τα βασικά μοντέλα, το μοντέλο Member Motivator (Υποκίνηση Μέλους) ή αλλιώς πιο γνωστό ως Αμοιβαία Δωρεά Μη Κερδοσκοπικού Χαρακτήρα (Powell, 1987), ταιριάζει καλύτερα στη λειτουργία της Εκκλησίας μας. Ένα ακόμη χαρακτηριστικό, το οποίο είναι γνωστό σ’ όλες τις μη κερδοσκοπικές οργανώσεις, αλλά δεν αναφέρεται στην πρόταση του Stanford, είναι οι απαραίτητες φοροαπαλλαγές που προσφέρονται σε δωρητές και οργανισμούς από την Αμερικανική κυβέρνηση. Οι μελετητές θεωρούν πως αυτό το κομμάτι είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την οικονομική βιωσιμότητα πολλών φιλανθρωπικών οργανισμών (Powell, 1987).

Με βάση αυτό το χρηματοδοτικό μοντέλο του Stanford, που συχνά εφαρμόστηκε από θρησκευτικές και περιβαλλοντολογικές ομάδες και ίσως από καλλιτεχνικές και πολιτιστικές ομάδες, τα μέλη των μη κερδοσκοπικών οργανισμών είναι η κεντρική πηγή χρηματοδότησης. Η κεντρική αποστολή της ομάδας είναι «αναπόσπαστη από την καθημερινή τους ζωή και είναι κάτι από το οποίο κερδίζουν ένα συλλογικό όφελος». Με βάση αυτό το αρχέτυπο, υπάρχει μια ομαδική κατεύθυνση που δημιουργεί μια έμφυτη συλλογική κοινότητα. Όπως υποδεικνύουν οι μελετητές του Stanford, οι μη κερδοσκοπικές ομάδες που ταξινομούνται στην κατηγορία Υποκίνησης-Μέλους δεν διαμορφώνουν το σκεπτικό για τη δράση της ομάδας. Αντίθετα, κάτι που είναι πολύ σημαντικό, τα μέλη πρέπει να νιώθουν ότι οι πράξεις της οργάνωσης τούς ωφελούν, ακόμη και αν τα οφέλη μοιράζονται συλλογικά, ενώ παράλληλα η ηγεσία της ομάδας θα πρέπει να είναι ικανή να κατευθύνει και να περιλαμβάνει τα μέλη στις προσπάθειες ανεύρεσης πόρων, καθώς θα παραμένουν πιστοί στην κεντρική αποστολή της οργάνωσης (Foster, 2009; LaRose, 2009). Επομένως, για την Εκκλησία μας, αυτό το μοντέλο είναι ένας απαιτητικός συνδυασμός ηγετικών ευθυνών, όπως κατέγραψε η ομάδα του Stanford, καθώς οι ιεράρχες μας θα πρέπει όχι μόνο να παρακινούν για τις πνευματικές ανάγκες των πιστών, αλλά παράλληλα θα πρέπει να καθοδηγούν τις προσπάθειες ανεύρεσης πόρων ή τουλάχιστον να εξουσιοδοτούν ικανά στελέχη γι’ αυτό το σκοπό.

Όμως, ας εξετάσουμε πιο προσεκτικά πως ο Αρχιεπίσκοπος πέτυχε αυτούς τους στόχους μέσα από το πλαίσιο του μοντέλου Υποκίνησης-Μέλους, ενώ εν συνεχεία θα συζητήσουμε πως αυτό το μοντέλο μπορεί να βοηθήσει μελλοντικά με τα οικονομικά της Εκκλησίας. Στην πρώτη του λοιπόν Κληρικολαϊκή Συνέλευση το 1950, ο Αρχιεπίσκοπος είχε ζητήσει την τροποποίηση το πλάνο του «Μονοδολλαρίου» του προκατόχου του στο πλάνο του «Δεκαδολλαρίου» (Kourides, 1984; Niakaros, 2017). Οι αυξημένες ετήσιες απολαβές θα συγκεντρώνονταν από τα μέλη των τοπικών εκκλησιών, που θα περιελάμβαναν στη λίστα τους κάθε ενήλικα 21 ετών και άνω, και θα απόστειλαν δέκα δολάρια κατά κεφαλή στην Αρχιεπισκοπή. Ένας αντίστοιχος αριθμός καρτών μέλους θα διαμοιράζονταν από την Αρχιεπισκοπή στις τοπικές ενορίες και μ’ αυτό το νέο σύστημα θα αντικαθιστούταν η επιβολή εισφοράς στις ενορίες και στους ιερείς για την Αρχιεπισκοπή και άλλες αμοιβές για μυστήρια και πιστοποιητικά (Kourides, 1984). Σε συμφωνία με το μοντέλο Υποκίνηση Μέλους, ο Αρχιεπίσκοπος επιζήτησε μια μικρή αύξηση στην εισφορά από τα παρόντα μέλη, παρά να προσπαθήσει να αναπτύξει νέες πηγές χρηματοδότησης.

Αφού καθορίστηκαν οι παράμετροι της εγγραφής των μελών, ο Αρχιεπίσκοπος επιχείρησε ακόμη ένα θαρραλέο βήμα, στον τομέα που οικονομολόγοι ονομάζουν «οφέλη» στα μέλη: ίδρυσε ένα γηροκομείο, που ονομάστηκε Σπίτι του Πρωτοπόρου (http://www.stmichaelshome.org). Ενώ ήταν μια ανθρώπινη και κατάλληλη αποστολή για την Εκκλησία μας, αντιπροσωπεύοντας την επέκταση της οικείας υπηρεσίας της, παράλληλα, από την οπτική του μη κερδοσκοπικού μοντέλου, υπηρέτησε ως μια ξεκάθαρη ένδειξη στα μέλη της ενός ακόμη χειροπιαστού οφέλους προς δική τους χρήση.

Με τον πνευματικό τρόπο επικοινωνίας του, ο Αρχιεπίσκοπος Μιχαήλ πέτυχε μια τέλεια ισορροπία μεταξύ των οικονομικών και των πνευματικών υποχρεώσεων της Αρχιερατείας του. Η ομάδα του Stanford θα είχε παραθέσει και μνημονεύσει τα οικονομικά μεγέθη της επιτυχίας του. Συγκεκριμένα, οι ετήσιες αποδοχές αυξήθηκαν από $100,320.25 σε $585,698.99 μετά την εφαρμογή του νέου του οικονομικού πλάνου (Kourides, 1984; Niakaros, 2017). Εάν συνυπολογίσουμε τη μεγάλη αύξηση στην ανοικοδόμηση νέων εκκλησιών κατά τη διάρκεια της οχτάχρονης ποιμαντορίας του, την εντυπωσιακή αύξηση στην εγγραφή νέων μελών και τον αριθμό εγγραφών στα Κατηχητικά Σχολεία, τότε διαπιστώνουμε πως τα επιτεύγματά του ήταν ανεπανάληπτα. Το πνευματικό μας σπίτι σταθεροποιήθηκε πάνω στη σταθερή του βάση, ακολουθώντας το μοντέλο που σχεδίασε με άψογο τρόπο.

Πόλη_462

Μπορεί τα μοντέλα του Stanford να αποδείχθηκαν ιδιαιτέρως χρήσιμα, παρ’ όλα αυτά δεν περιλαμβάνουν στην ανάλυσή του τα χαρακτηριστικά των ίδιων των μελών. Από την άλλη, ορισμένοι ερευνητές ασχολήθηκαν μ’ αυτό το ζήτημα, για να κατανοήσουν τις τάσεις των μελών και να εξηγήσουν το θέμα της συνοχής της συμμετοχής και υποστήριξής τους. Είναι γνωστό πως έχουν γραφτεί αρκετά για τη στενή σχέση μεταξύ Ορθοδοξίας και Ελληνισμού, αλλά και για την αλλαγή των Ελλήνων της Αμερικής. Οι μελέτες του Βεγλερή (1988) επισημαίνουν πως η συμμετοχή ως μέλος σε μια Ελληνορθόδοξη Εκκλησία θα μπορούσε να εξασθενίσει εάν ο εγγενής πολιτισμός των ακολούθων της αποκοπεί από την εκκλησιαστική τους εμπειρία. Ακόμη ένας μελετητής, ο Scourby (1980), επισήμανε μια διαφορετική οπτική του θέματος, τονίζοντας πως η συμμετοχή από γενιά σε γενιά μεταξύ των Ελλήνων της Αμερικής έχει διατηρηθεί και ενδυναμωθεί. Επίσης, το θέμα του εθελοντισμού αποτελεί ακόμη ένα παράγοντα που σχετίζεται με την οικογένεια. Αν τα παιδιά δουν τους γονείς τους να προσφέρουν εθελοντική υπηρεσία στις εκκλησίες ή στις φιλανθρωπίες, τότε είναι πολύ πιθανόν και τα ίδια να προσφέρουν τις δικές τους υπηρεσίες (Bekkers, 2007). Επομένως, στο μέλλον θα πρέπει να προσανατολιστούμε σε οικογενειακές δράσεις, να συνεχίσουμε την προβολή της χειροπιαστής ωφέλειας προς τα μέλη της Εκκλησίας, πέρα δηλαδή από την πνευματική όψη της λατρείας, και να ενισχύσουμε την έννοια ότι η ενορία είναι το πολιτιστικό και θρησκευτικό κέντρο των Ελλήνων Ορθοδόξων πιστών. Όπως θα έλεγαν πολλοί επιτυχημένοι επιχειρηματίες της αγοράς, οι καλύτεροί μας πελάτες είναι αυτοί που έχουμε τώρα, απηχώντας τα κείμενα της ομάδας του Stanford με βάση το μοντέλο Υποκίνησης Μέλους.

Ακόμη ένα χαρακτηριστικό του μοντέλου Υποκίνησης Μέλους από την ομάδα του Stanford είναι μια πλούσια ποικιλία εργαλείων χρηματοδότησης, μερικά από τα οποία οδήγησαν στην εφαρμογή της «σταυρωτής επιδότησης». Το μέλλον της Εκκλησίας μας ως μέλος του μοντέλου Υποκίνησης Μέλους θα πρέπει να συνεχίσει και ίσως να διευρύνει αυτή την πρακτική της «σταυρωτής επιδότησης», μια διαδικασία όπου μία υπηρεσία παράγεται και πωλείται από την μη κερδοσκοπική οργάνωση για να χρηματοδοτήσει μια άλλη υπηρεσία που θεωρείται υψηλής σπουδαιότητας (Powell, 1987). Σήμερα, πολλές Ελληνικές Ορθόδοξες ενορίες στις ΗΠΑ κερδίζουν ένα μεγάλο ποσοστό των λειτουργικών τους εξόδων από τις ετήσιες Ελληνικές εορτές με τις πωλήσεις γευμάτων και γλυκών, κάτι που συνάδει με το μοντέλο χρηματοδότησης των μη κερδοσκοπικών οργανώσεων.

Επίσης, μία άλλη πλευρά του μοντέλου Υποκίνησης Μέλους που χρήζει μεγαλύτερης επιτήρησης είναι η κατεύθυνση των μελών της ομάδας εξαιτίας της μη αναγνώρισης των δυνατοτήτων τους. Η χρήση αυτού του μοντέλου πάνω σε ομάδες και συλλογικότητες δεν αναφέρει πουθενά την εξέταση υπο-ομάδων ή μελών με εξειδικευμένα χαρακτηριστικά, ένα φαινόμενο που εμφανίζεται στην Εκκλησία μας. Ως παραδείγματα παραθέτω την Ένωση των Ελληνορθόδοξων Επιστατών (League of Greek Orthodox Stewards), τις Κυρίες της Φιλοπτώχου, τους Άρχοντες του Οικουμενικού Πατριαρχείου και την Ηγεσία των 100 μελών (Leadership 100 Members). Αυτές είναι υπο-ομάδες του συνόλου των μελών της Εκκλησίας, τις οποίες οι ιεράρχες μας καλούν σε βοήθεια για την περάτωση διάφορων σχεδίων και αποστολών. Δεδομένου της σημασίας της συμβολής τους οικονομικώς και σ’ άλλες διευκολύνσεις που παρέχουν στην Εκκλησία μας σε τοπικό, εθνικό και διεθνές επίπεδο, αναμένει κανείς πως θα συνεχίσει η δράση αυτών των υπο-ομάδων. Παράλληλα, θα πρέπει να διευθετηθεί η διαμόρφωση νέων υπο-ομάδων στο μέλλον ως επιπλέον πηγές εθελοντισμού και χρηματοδότησης.

Πόλη_491

Ολοκληρώνοντας, θα ήθελα να επαναλάβω τα λεγόμενα των μελετητών που τονίζουν πως θα πρέπει να συνεχίσουμε να αναζητούμε υποστήριξη μεταξύ των παρόντων μελών, να σεβόμαστε και να ενσωματώνουμε τον πολιτισμό στις θρησκευτικές μας εμπειρίες, και να σκεφτόμαστε την επέκταση σε περιοχές που η συγκέντρωση χρημάτων μάς είναι αποτελεσματική. Τέλος, υπό το φως της ζωής και του επιτυχημένου έργου του Αρχιεπισκόπου Μιχαήλ, οφείλουμε να ακολουθήσουμε το καλό του παράδειγμα, αξιοποιώντας παράλληλα το χρόνο και τις δυνατότητες όλων των οικογενειών ως προς την αναζήτηση ακόμη περισσότερων δημιουργικών μέσων για την υποστήριξη των πνευματικών μας δραστηριοτήτων.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Μαρία Παπουτσή, Η Οικονομική Ανάπτυξη της Αρχιεπισκοπής της Ελληνικής Ορθοδόξου Εκκλησίας στη Βόρεια και Νότια Αμερική υπό την ηγεσία του Αρχιεπισκόπου Μιχαήλ

Διακόνισσες, χειροτονία των γυναικών και Ορθόδοξη θεολογία. Πρακτικά Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου, (επιμέλεια έκδοσης Πέτρος Βασιλειάδης, Ευαγγελία Αμοιρίδου, Μόσχος Γκουτζιούδης), CEMES Publications 12, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2017

COVER CEMES 12_Σχέδιο 1[38252]Tο Κέντρο Οικουμενικών, Ιεραποστολικών και Περιβαλλοντικών Μελετών «Μητροπολίτης Παντελεήμων Παπαγεωργίου», σε συνεργασία με το  Τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ και την Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού της Βοστώνης, διοργάνωσε στη Θεσσαλονίκη, (22-24 Ιανουαρίου του 2015), διεθνές επιστημονικό συνέδριο με θέμα την δυνατότητα αναβίωσης του θεσμού των διακονισσών, και επαναδιατύπωσης της σχετικής με την χειροτονία των γυναικών Ορθόδοξη επιχειρηματολογία, 20 και πλέον χρόνια μετά το σχετικό με το θέμα Διορθόδοξο συνέδριο της Ρόδου. Το συνέδριο ήταν αφιερωμένο στον 95 ετών Ομότιμο Καθηγητή κ. Ευάγγελο Θεοδώρου, ο οποίος πριν από 60 και πλέον χρόνια, πρώτος μεταξύ των Ορθοδόξων θεολόγων ανακίνησε επιστημονικά το θέμα της χειροτονίας των διακονισσών στην μυστηριακή ιερωσύνη της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Με την πεποίθηση ότι η διεξοδική θεολογική εξέταση όλων των πτυχών του ανωτέρω θέματος, το οποίο επί σειρά ετών συζητείται ευρέως και σε διαχριστιανικό επίπεδο, αποτελεί πρωταρχική ευθύνη της Ορθόδοξης ακαδημαϊκής κοινότητας  προς την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Οι 40 περίπου εισηγήσεις που περιέχονται στον παρόντα τόμο, πέραν των σημαντικών μηνυμάτων της Α.Θ. Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχη κ. κ. Βαρθολομαίου και των ακαδημαϊκών αρχών Ορθοδόξων Θεολογικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, καλύπτουν όλους σχεδόν τους τομείς της βιβλικής, λειτουργικής, πατερικής, συστηματικής, νομοκανονικής, και ιστορικής θεολογίας.

Ο παρών τόμος φέρει τον αριθμόν 12 των εκδόσεων του Κέντρου Οικουμενικών, Ιεραποστολικών και Περιβαλλοντικών Μελετών «Μητροπολίτης Παντελεήμων Παπαγεωργίου», και αφιερώνεται στην Α.Θ. Μακαριότητα, τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής κ.κ. Θεόδωρο Β΄, ως ελάχιστο δείγμα ευγνωμοσύνης για την μεγάλης σημασίας πρόσφατη συνοδική απόφαση της υπό την ηγεσία του Ορθόδοξης Εκκλησίας να προχωρήσει στην αναβίωση του θεσμού των διακονισσών.

Κατηγορίες: ΒΙΒΛΙΑ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Διακόνισσες, χειροτονία των γυναικών και Ορθόδοξη θεολογία. Πρακτικά Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου, (επιμέλεια έκδοσης Πέτρος Βασιλειάδης, Ευαγγελία Αμοιρίδου, Μόσχος Γκουτζιούδης), CEMES Publications 12, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2017

Αρχιμανδρίτης Μακάριος Νιάκαρος, Ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Μιχαήλ. Ένας φωτισμένος ιεράρχης του Οικουμενικού Πατριαρχείου

Πόλη_442

Η εισήγηση του Δρ. Θεολογίας ΑΠΘ και προϊστάμενου του Ιερού Ναού Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου στο Haverhill, MA στο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο για τον Αρχιεπίσκοπο Αμερικής Μιχαήλ Κωνσταντινίδη που έγινε στη Χάλκη (1-2 Σεπτεμβρίου 2017)

Ο Σεβασμιώτατος Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Μιχαήλ Κωνσταντινίδης υπήρξε μεγάλη εκκλησιαστική προσωπικότητα, καθώς αναδείχθηκε σ’ ένα μορφωμένο, φωτισμένο και δραστήριο ιεράρχη της Εκκλησίας μας. Ο ίδιος θεωρείται μία από τις επιφανέστερες προσωπικότητες της Ορθόδοξης Εκκλησίας τον 20ό αιώνα, καθώς διακρίθηκε για την εκκλησιαστική του δράση σε δύσκολες εποχές για τον ελληνισμό, ενώ προσέφερε σημαντικό συγγραφικό και θεολογικό έργο τόσο για τους  μελετητές  όσο  και  για  τους κληρικούς.

Στον αείμνηστο Αρχιεπίσκοπο απονεμήθηκαν πλήθος τιμητικών διακρίσεων, όπως το οφφίκιο του Μεγάλου Αρχιμανδρίτη του Αγιωτάτου Αποστολικού και Πατριαρχικού Οικουμενικού Θρόνου ο «Μεγαλόσταυρος του Φοίνικος», ο «Σταυρός του Αγίου Μάρκου» του Πατριαρχείου Αλεξάνδρειας και ο «Ταξιάρχης του Παναγίου Τάφου», δίπλωμα εξαιρετικών πράξεων από το Σωματείο Φιλαδέλφειας της Πενσυλβανίας, ενώ ανακηρύχτηκε επίτιμος διδάκτωρ Θεολογίας από τη Θεολογική Σχολή του Αγίου Σεργίου στο Παρίσι(1953), το Πανεπιστήμιο Yale (1954), και από το Επισκοπελιανό General Theological Seminary of  New  York (1956).

Επίσης,  το  Οικουμενικό Πατριαρχείο  του  απένειμε  το  1953  τον τιμητικό τίτλο «Έξαρχος Ωκεανών Ειρηνικού και Ατλαντικού», με τον οποίο θα αποκαλείτο από εκείνη τη στιγμή και μετά ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής. Από τη μελέτη της εκκλησιαστικής του δράσης και των δημοσιευμένων του έργων γίνεται φανερό πως ο Μιχαήλ έτρεφε  μεγάλο σεβασμό και είχε αφοσιωθεί πλήρως στην εξυπηρέτηση  των σκοπών και των αναγκών του Οικουμενικού Πατριαρχείου μέχρι και το τέλος της ζωής του. Αυτή η διαπίστωση μπορεί να διαφανεί τόσο από την προσφορά του στις θέσεις ευθύνης που του εμπιστεύθηκε το Πατριαρχείο όσο και από τα αποτελέσματα της διακονίας του προς το Ορθόδοξο ποίμνιο.

Πόλη_398

Η σχέση ζωής με το Οικουμενικό Πατριαρχείο

Σπουδές-Ακαδημαϊκή καριέρα

Η πρώτη επαφή του Μιχαήλ με το Οικουμενικό Πατριαρχείο ξεκίνησε το 1907 σε ηλικία 15 ετών, όταν  εισήχθη στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο ημιγυμνάσιο Ξάνθης. Αποφοίτησε τη Σχολή αριστούχος  το 1914 και για ένα χρόνο υπηρέτησε ως υφηγητής της. Ο Πατριάρχης Γερμανός Ε΄, διακρίνοντας τη φιλομάθεια και το ήθος του Μιχαήλ, φρόντισε να μεταβεί την επόμενη χρονιά για ευρύτερες σπουδές με υποτροφία του Οικουμενικού Πατριαρχείου στις Θεολογικές Ακαδημίες της Αγίας Πετρούπολης  και  του  Κιέβου.

Εξαιτίας των πολιτικών εξελίξεων στην Ρωσία με την Κομμουνιστική Επανάσταση το 1917, αναγκάστηκε να φύγει από την Αγία Πετρούπολη, παραμένοντας και ολοκληρώνοντας τις σπουδές του στο Ροστώφ μέχρι  το 1919. Οι θεολογικές σπουδές που έγιναν με υποτροφία του Οικουμενικού Πατριαρχείου βοήθησαν τον Μιχαήλ να αποκτήσει στέρεες θεολογικές γνώσεις και να παρουσιαστεί έτοιμος στην προβολή και τεκμηρίωση της Ορθόδοξης θεολογίας και πνευματικότητας στο δυτικό κόσμο.

Πόλη_319

Εκκλησιαστική σταδιοδρομία

Το 1920 λίγο μετά  από  την  επιστροφή  του  Μιχαήλ  από  τη Ρωσία στην Κωνσταντινούπολη, του ανατέθηκε η πρώτη σημαντική αποστολή από τον Οικουμενικό θρόνο. Απεστάλη καταρχήν ως έξαρχος της Ιεράς Μητροπόλεως Μαρωνείας, ενώ στη συνέχεια παρέμεινε ως τοποτηρητής της για τρία και πλέον χρόνια επιτελώντας σημαντικότατο ποιμαντικό και εθνικό έργο. Μετά από τέσσερα χρόνια δημιουργικής παρουσίας στην Αρχιεπισκοπή Αθηνών ως Μέγας Πρωτοσύγγελος, διορίστηκε το 1927 ιερατικώς προϊστάμενος του ιστορικού Καθεδρικού Ναού της του Θεού Σοφίας στο Λονδίνο μετά από παράκληση του δασκάλου του στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, Μητροπολίτη Θυατείρων Γερμανού. Παρέμεινε στο Λονδίνο για δώδεκα έτη επιδεικνύοντας σημαντική υπηρεσία σε ποιμαντικό, πνευματικό και εκπαιδευτικό επίπεδο, όπως μαρτυρούν τα πολυάριθμα δημοσιεύματα και μελέτες του.

Ο  Μιχαήλ,  ύστερα  από  τις  πολύτιμες  υπηρεσίες  και  τη  διακονία που προσέφερε ως Μητροπολίτης Κορινθίας, εξελέγη στις 11 Οκτωβρίου 1949 παμψηφεί Αρχιεπίσκοπος Αμερικής, με σκοπό να εξυπηρετήσει τα  συμφέροντα  της  ελληνικής ομογένειας  και να ποιμάνει  τη μεγαλύτερη επαρχία του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη Δύση. Είναι χαρακτηριστικό πως στον ενθρονιστήριο λόγο του υπογράμμισε πως ο σκοπός του ήταν να διατηρήσει τα ελληνικά ιδεώδη, την ορθόδοξη πίστη και τη συνεργασία με τη μητέρα Εκκλησία,  το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Σε  μια αποστροφή του λόγου του τόνισε πως «… Ὃλοι δέ ἡμεῖς Κληρικοί καί Λαϊκοί εἰς τόν δρόμον τοῦ ἱεροῦ καθήκοντός μας καί τῆς ἁγίας μας ἐθνικοθρησκευτικῆς ἀποστολῆς   μας   ἂς   ἒχωμεν   ὡς ὁδηγόν   μας   τό ὑψηλόν   παράδειγμα   τοῦ Προκαθημένου  τῆς Ὀρθοδοξίας, Παναγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κυρίου, κυρίου  Ἀθηναγόρου  ὁ  Ὁποῖος  ἢνοιξε τόν  δρόμον,  τόν  ὁποῖον  θά βαδίσωμεν  ἡμεῖς  καί  ὁ  Ὁποῖος  ὑπῆρξεν  ὁ  σπουδαιότερος  καί  σημαντικώτερος σκαπανεύς καί πρωτοπόρος τῆς Ἐκκλησιαστικῆς διοργανώσεως καί κοινοτικῆς διορθώσεως των Ἑλλήνων ἀπάσης τῆς Ἀμερικῆς».

Ο Αρχιεπίσκοπος αναγνώριζε ότι ήταν αντιπρόσωπος του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο δυτικό ημισφαίριο και υπηρετούσε την ποιμαντική μέριμνα  της  Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας για όλους τους πιστούς της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Πόλη_482

Οι αποστολές και τα επιτεύγματά του

Ιερά Μητρόπολη Μαρωνείας

Για να κατανοήσουμε την αξία του έργου του Μιχαήλ, είναι απαραίτητο να καταγράψουμε τις σημαντικότερες στιγμές από την προσφορά του σε κάθε αποστολή που του ανατέθηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η πρώτη του αποστολή αποτέλεσε η Ιερά Μητρόπολη Μαρωνείας. Μετά το θάνατο του Μητροπολίτη Μαρωνείας Μελισσηνού, ο Μιχαήλ ανέλαβε να κατευθύνει πνευματικά ως τοποτηρητής την επαρχία της Μαρωνείας για τρία και πλέον χρόνια. Ο ίδιος ανταποκρίθηκε με μεγάλη επιτυχία στο δύσκολο έργο που του ανατέθηκε, καθώς χρειάστηκε να διαχειριστεί το μεγάλο εθνικό πρόβλημα των προσφύγων  της  Μικρασιατικής καταστροφής.

Συγκεκριμένα, το 1922 ήταν πρόεδρος της επιτροπής αποκαταστάσεως των προσφύγων της Μικράς Ασίας και Ανατολικής Θράκης, όπου αποκατέστησε χιλιάδες πρόσφυγες  στην περιφέρεια  της  Κομοτηνής. Ο Μιχαήλ, ο οποίος είχε καταγωγή από την περιοχή  της Κομοτηνής, ανέλαβε να ποιμάνει μια επαρχία με ιδιαιτερότητες, γεγονός που αποδεικνύει τη μεγάλη εμπιστοσύνη που είχε το Οικουμενικό Πατριαρχείο στις ικανότητες και στην προσαρμοστικότητά του ανάλογα με το ιδιόμορφο γεωπολιτικό περιβάλλον.

Ιερά Μητρόπολη Θυατείρων

Ο Μιχαήλ κατά την παρουσία του στην Αγγλία ανέλαβε την οργάνωση της Ιεράς Μητροπόλεως Θυατείρων, επέδειξε σημαντική ποιμαντική δράση εντός της Ελληνικής παροικίας, αλλά και πλούσια συγγραφική δραστηριότητα θεολογικών και άλλων μελετών. Εκτός από την ευθύνη διαποίμανσης της ενορίας του και οργάνωσης της Μητροπόλεως Θυατείρων, διετέλεσε εκπρόσωπος του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο συνέδριο «Πίστις και Τάξις» στη Λωζάννη το 1927 και στο Εδιμβούργο το 1937, και στο Συνέδριο «Ζωή και Εργασία» στην Οξφόρδη, αντιπρόσωπος της Εκκλησίας της Ελλάδος στη διάσκεψη Αγγλικανών και Ορθοδόξων στο Λονδίνο  για την προετοιμασία του συνεδρίου του Λάμπεθ το  1930, αλλά και αντιπρόσωπος του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας στη δογματική επιτροπή μεταξύ Αγγλικανών Ορθοδόξων το 1931.

Θα πρέπει να σημειώσουμε πως εντυπωσιάστηκε από την οργάνωση του ποιμαντικού έργου της Αγγλικανικής Εκκλησίας και κυρίως από την κοινωνική δράση των ιερέων. Παρατήρησε ότι οι ιερείς εκτός από τα λειτουργικά τους καθήκοντα τελούσαν και τις ποιμαντικές τους υποχρεώσεις μέσα  από  την  ενεργητική παρουσία τους στην κοινωνία με συχνές επισκέψεις στις οικίες και στο χώρο εργασίας των ενοριτών. Οι κοινωνικές παρεμβάσεις της Αγγλικανικής Εκκλησίας  και  η  προσφορά βοήθειας  σε κάθε κοινωνική τάξη ενέπνευσε τον Μιχαήλ να αξιοποιήσει την προϋπάρχουσα εμπειρία της Αγγλικανικής εκκλησίας στο ποιμαντικό έργο της ορθόδοξης Εκκλησίας, στηρίζοντάς το όμως και προσαρμόζοντας τη δομή του στην πνευματική ζωή και τις ποιμαντικές ανάγκες των ορθοδόξων στην Αμερική.

Πόλη_326

Ελληνική Αρχιεπισκοπή Αμερικής

Ο  Μιχαήλ  ως  Αρχιεπίσκοπος  Αμερικής  από  την  πρώτη  ημέρα εργάστηκε ακατάπαυστα με ζήλο και ενθουσιασμό, για να οργανώσει την Αρχιεπισκοπή. Ο Μιχαήλ ανέπτυξε το πρόγραμμά του πάνω σε δύο αρχές: Ελλάδα και Ορθοδοξία. Ο σκοπός του ήταν να διατηρήσει τα ελληνικά ιδεώδη, την ορθόδοξη πίστη και τη συνεργασία με την μητέρα Εκκλησία, το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Εξαρχής αναγνώρισε ότι θα αποτελέσει τον θρησκευτικό ηγέτη 800 χιλιάδων Ορθοδόξων, στοιχείο που φανερώνει ότι είχε κατανοήσει πλήρως την αποστολή του. Προχώρησε άμεσα σε χειροτονίες νέων βοηθών επισκόπων, πάντα με την έγκριση και ευλογία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, το οποίο ενέκρινε και το νέο σχέδιο οργανώσεως της Αρχιεπισκοπής από τον Μιχαήλ σε αρχιεπισκοπικές περιφέρειες, που είχαν σαν κέντρο μία πρωτεύουσα πόλη, στην οποία ήταν εγκατεστημένοι βοηθοί τιτουλάριοι επίσκοποι του Αρχιεπισκόπου για την καλύτερη εξυπηρέτηση του ποιμνίου του.

Επίσης, ο Μιχαήλ  πραγματοποίησε σημαντικές  παρεμβάσεις  σε διάφορους τομείς. Μέσα από τις πέντε Κληρικολαϊκές συνελεύσεις της θητείας του πέτυχε να διαμορφώσει ένα καινούργιο οργανισμό υπηρεσιών και γραφείων στην Αρχιεπισκοπή, καθιέρωσε το θεσμό του δεκαδολλαρίου, αύξησε τα έσοδα της Αρχιεπισκοπής και τον αριθμό των κοινοτήτων, οργάνωσε εξολοκλήρου το εκπαιδευτικό πρόγραμμα της ομογένειας συμβάλλοντας στην ενίσχυση της Ελληνικής γλώσσας, φρόντισε για  την ανάπτυξη των εκπαιδευτικών και κοινωνικών ιδρυμάτων της Αρχιεπισκοπής, ενώ ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για τα θέματα της νεολαίας (GOYA) και του ομογενειακού ελληνικού τύπου. Επίσης, συνέβαλε στην αναγνώριση της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας ως Επίσημης Αναγνωρισμένης Θρησκείας (Major Faith), ενώ βελτίωσε σημαντικά τη θέση του ελληνισμού  μέσα  από παρεμβάσεις  και επίσημες συνομιλίες με τον εκάστοτε Πρόεδρο των ΗΠΑ. Παράλληλα, συμμετείχε στις συνεδριάσεις του Εθνικού Συμβουλίου των Εκκλησιών  της Αμερικής, ενώ  κατείχε  μία  θέση εκ των προέδρων του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών, εκπροσωπώντας επίσημα το Οικουμενικό Πατριαρχείο και παραμένοντας πιστός στις αρχές της πρότασης του Οικουμενικού Πατριαρχείου το 1920 για την συνεργασία των Εκκλησιών μέσα από μια Κοινωνία των Εκκλησιών, αντίστοιχης της Κοινωνίας των Εθνών.

Πόλη_523

Η οικονομική ενίσχυση της μητέρας εκκλησίας

Ιδιαίτερη  αξία  είχε  και  η  καθιέρωση  από  τον  Μιχαήλ  ενός τακτικού προγράμματος οικονομικής ενίσχυσης του Οικουμενικού Πατριαρχείου κατά την παρουσία του στην Αμερική. Μια από τις πρωτοβουλίες λοιπόν του Μιχαήλ, για να υποστηρίξει όχι μόνο τα προγράμματα της Αρχιεπισκοπής, αλλά έμμεσα και το Οικουμενικό Πατριαρχείο ήταν να θεσπίσει το θεσμό του δεκαδολλαρίου. Συγκεκριμένα, ο Αρχιεπίσκοπος σε εγκύκλιό του ανέφερε πως «…Ἡ λογία ὑπέρ τοῦ Πατριαρχείου εἶναι τό ποσόν τό ὁποῖον ἀποδίδουν οἱ δίσκοι τῶν Χριστουγέννων καί τοῦ Πάσχα. Πόσον ἀξιοπρεπέστερον θά εἶναι διά τό κέντρον τῆς  Ὀρθοδοξίας νά μή περιφέρεται δίσκος διά  τάς  ἀνάγκας  του, ἀλλά  νά ἀποστέλλεται ποσόν, καί μάλιστα μεγαλύτερον ἀπό ἐκεῖνο, πού ἀποδίδουν οἱ δύο δίσκοι, ἀπό το Ταμεῖον τῆς Ἀρχιεπισκοπής, πρᾶγμα τό ὁποῖον, ὃμως θά ἐπιτευχθῇ ἂν τό μονοδολλάριον γίνῃ δεκαδολλάριον».

Επίσης, ο Μιχαήλ είχε καθιερώσει τακτικό έρανο για την ανοικοδόμηση του Οικουμενικού Πατριαρχείου εξαιτίας της καταστροφικής πυρκαγιάς του 1941 και των θλιβερών γεγονότων το Σεπτέμβριο του 1955. Είναι χαρακτηριστικό πως ο Μακαριστός Αρχιεπίσκοπος θεωρούσε ότι είναι ιερά και αγία υποχρέωση όλων των ομογενών της Αμερικής να συνδράμουν  υπέρ του Οικουμενικού Πατριαρχείου, διότι όπως τόνιζε ο ίδιος «… εἶναι τό Κέντρον τῆς Ὀρθοδόξου κατά Ἀνατολάς Ἐκκλησίας, τῆς περιλαμβανούσης εἰς τούς κόλπους της διακόσια περίπου ἑκατομμύρια Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν. Εἶναι ἡ αἰωνόβιος πνευματική ἑστία, ἐκ τῆς ὁποίας μετεδόθη τό πῦρ τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως εἰς ἃπαντας τούς σημερινούς  ἀλλοεθνεῖς Ὀρθοδόξους ΧριστιανούςΕἶναι ἡ Ἱερά Κιβωτός ἡ διαφυλάξασα ἐπί  ἑκατονταετηρίδας   ὁλοκλήρους   τάς παραδόσεις   μας   τάς τιμιωτάτας καί ἱεράς, θρησκευτικάς τε καί ἐθνικάς, κοινωνικάς καί οἰκογενειακάς. Εἶναι ἡ Ὑπάτη Ἐκκλησιαστική Ἀρχή ἡμῶν τῶν Ὀρθοδόξων, εἰς τήν ὁποίαν καταφεύγουν οἱ διωκόμενοι ἐκζητοῦντες προστασίαν, οἱ ἀδικούμενοι ἐκζητοῦντες δικαιοσύνην, οἱ ἑτερόδοξοι οἱ ἀπό τήν πρωταρχικήν καθαράν καί ἀνόθευτον πηγήν ἐπιθυμοῦντες νά ἀντλήσουν τό ζωογόνον Ὓδωρ τῆς Χριστιανικῆς Θρησκείας. Εἶναι ἡ τοῦ Χριστοῦ Μεγάλη Ἐκκλησία, τῆς ὁποίας καί ἡ ἐξωτερική ἐμφάνισις ὀφείλει νά εἶναι ἀνάλογος μέ τό αἰωνόβιον πνευματικόν καί ἠθικόν μεγαλεῖον της».

Πόλη_653

Συνοψίζοντας

Ο Αρχιεπίσκοπος Μιχαήλ αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή του στον Χριστό και την Εκκλησία Του. Ήταν πιστός και υπάκουος πνευματικός υιός της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, πετυχαίνοντας να διαδώσει την ορθόδοξη θεολογία στο δυτικό κόσμο. Ο μακαριστός διάδοχός του, ο τότε Μητροπολίτης Μελίτης κυρός Ιάκωβος σε ευλαβές αφιέρωμα προς την μνήμη του μεγάλου ιεράρχη σημείωσε για τη μεγάλη αγάπη και αφοσίωση του Μιχαήλ για το Οικουμενικό Πατριαρχείο: «…Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον ἦτο ἡ διαρκής σκέψις του. Τό ἒζη. Δέν ἠρκεῖτο εἰς τό νά τό ὁραματίζηται ἢ εἰς τό νά προσεύχηται διαὐτό.

Ἐπελαμβάνετο πάσης εὐκαιρίας διά νά τό ἀναδείξῃ. Διά νά τό θέσῃ ἐπί τήν λυχνίαν  ἐνώπιον  τῶν  ὀμμάτων  τοῦ  Λευκοῦ  Οἲκου,  ἀλλά καί  τῆς  κοινῆς Ἀμερικανικῆς γνώμης. Ἡ Χαλκίτις Σχολή δέν ἦτο ἀπλῶς ἡ θεολογική του Ἂλμα Μάτερ, ἀλλἡ  Μητέρα. Καί  τήν ἐνοστάλγει  μέ  τόσην  στοργήν». Ο Μιχαήλ Κωνσταντινίδης  ήταν ένας  φωτισμένος,  πιστός  και  ακούραστος δούλος του Θεού, ο οποίος προσέφερε ανεκτίμητες υπηρεσίες στην Εκκλησία, το Γένος και τον Ελληνισμό.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Αρχιμανδρίτης Μακάριος Νιάκαρος, Ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Μιχαήλ. Ένας φωτισμένος ιεράρχης του Οικουμενικού Πατριαρχείου

Το Γραφείο Τύπου του Οικουμενικού Πατριαρχείου για το Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα «Ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Μιχαήλ Κωνσταντινίδης»

Πόλη_387

Τις εργασίες Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου με θέμα, «Ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Μιχαήλ Κωνσταντινίδης: η προσφορά του στην Εκκλησία, το Γένος και τον Ελληνισμό», ευλόγησε, το απόγευμα της Παρασκευής, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος.

Το Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο διοργανώθηκε από τον Τομέα Εκκλησιαστικής Ιστορίας, Χριστιανικής Γραμματείας, Αρχαιολογίας και Τέχνης του Τμήματος Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και πραγματοποιήθηκε το διήμερο 1 έως 2 Σεπτεμβρίου στην Αίθουσα Τελετών της πάντοτε φιλόξενης Ιεράς Θεολογικής Σχολής της Χάλκης,

«Μετ’ ιδιαιτέρας χαράς υποδεχόμεθα πάντας υμάς εις τους χώρους της Ιεράς ταύτης Θεολογικής Σχολής, η οποία επί σειράν πολλών ετών απετέλεσε το ιερόν φυτώριον των στελεχών της Μητρός Εκκλησίας – και όχι μόνον αυτής, εις το οποίον εκαλλιεργήθησαν αι ψυχαί και ανεπτύχθησαν αι διάνοιαι των μετέπειτα κληρικών, ιεραρχών και πρωθιεραρχών και διδασκάλων των ιερών Γραμμάτων», είπε ο Οικουμενικός Πατριάρχης αναφερόμενος στο ιστορικό εκπαιδευτικό ίδρυμα του Οικουμενικού Θρόνου.

Πόλη_453

Αναφερόμενος στον αείμνηστο Αρχιεπίσκοπο Μιχαήλ, απόφοιτο της Χάλκης, ο Οικουμενικός Πατριάρχης σημείωσε ότι «ήτο μία εξέχουσα εκκλησιαστική μορφή, η οποία, επιτραπείτω να λεχθή ότι ηδικήθη υπό της ιστορίας και της θεολογίας, εν τη εννοία ότι δεν ανεδείχθη όσον θα έπρεπε τόσον η προσωπικότης και το εκκλησιαστικόν αυτού ήθος, όσον και το σπουδαίον έργον, το οποίον επετέλεσε, κυρίως ως Αρχιεπίσκοπος Αμερικής επί οκταετίαν. Το κενόν αυτό ήλθε να καλύψη η υπό την επίβλεψιν του Ελλογιμ. Καθηγητού κ. Χρήστου Αραμπατζή επί διδακτορία διατριβή του Πανοσιολ. Αρχιμανδρίτου Μακαρίου Νιακάρου, κληρικού της Ι. Αρχιεπισκοπής Αμερικής, τον οποίον συγχαίρομεν πατρικώς άπαξ έτι και από της θέσεως ταύτης. Ωσαύτως, συγχαίρομεν τον ειρημένον καθηγητήν κ. Αραμπατζήν, ουχί μόνον διά την επιλογήν του θέματος, αλλά και διά την πρωτοβουλίαν της διοργανώσεως του παρόντος Διεθνούς Συνεδρίου προς τιμήν του Αμερικής Μιχαήλ, και δη εις τους χώρους της καθ’ ημάς Ιεράς Θεολογικής Σχολής της Χάλκης».

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης επισήμανε ιδιαιτέρως το γεγονός της παρουσίας στις εργασίες του συνεδρίου του σημερινού διαδόχου του Αρχιεπισκόπου Μιχαήλ Αρχιεπισκόπου Αμερικής Δημητρίου, «αγαπητού και εκλεκτού αδελφού, ωσαύτως διακρινομένου διά την αρίστην γνώσιν της τε θύραθεν και της θεολογικής παιδείας, την οποίαν υπηρέτησεν ευόρκως επί μακράν σειράν ετών από της ακαδημαϊκής καθέδρας».

Πόλη_473

Την έναρξη του Διεθνούς Συνεδρίου χαιρέτησαν ο Κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ., Καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου και ο Πρόεδρος του Τμήματος Θεολογίας Α.Π.Θ., Καθηγητής Παναγιώτης Σκαλτσής, ενώ θερμά υποδέχθηκε τους Ιεράρχες, τους Πανεπιστημιακούς Καθηγητές, τους θεολόγους και τους φοιτητές της Θεολογικής Σχολής του Α.Θ.Π., που παρακολούθησαν τις εργασίες, ο Μητροπολίτης Προύσης Ελπιδοφόρος, Ηγούμενος της Μονής Αγ. Τριάδος της Χάλκης και Αναπληρωτής Καθηγητής του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας του Α.Π.Θ.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Το Γραφείο Τύπου του Οικουμενικού Πατριαρχείου για το Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα «Ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Μιχαήλ Κωνσταντινίδης»

Η πρώτη μέρα του Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου με θέμα: «Ο αρχιεπίσκοπος Αμερικής Μιχαήλ Κωνσταντινίδης»

Πόλη_380

Την Παρασκευή 1η Σεπτεμβρίου πραγματοποιήθηκε στη Χάλκη η έναρξη του Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου με τίτλο «Ο αρχιεπίσκοπος Αμερικής Μιχαήλ Κωνσταντινίδης. Η προσφορά του στην Εκκλησία, το Γένος και τον Ελληνισμό» που οργάνωσε το Τμήμα Θεολογίας του Α.Π.Θ. σε συνεργασία με τη θεολογική Σχολή της Χάλκης στην αίθουσα τελετών της Σχολής.

Το συνέδριο αποτελεί όπως επεσήμανε ο καθηγητής του Τμήματος Θεολογίας κ. Χρήστος Αραμπατζής την κατακλείδα ερευνητικού προγράμματος του Α.Π.Θ., το οποίο χρηματοδοτήθηκε από δύο αμερικανικά Ιδρύματα, το Regas and Parthenopi  Dracopoulos Foundation και το Ίδρυμα Maria and Christos Papoutsis.

Την έναρξη του συνεδρίου κήρυξε ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος, ο οποίος τόνισε την ποιμαντική και πνευματική προσφορά του Μιχαήλ στην Εκκλησία και ειδικότερα μετά την εκλογή του από το Οικουμενικό Πατριαρχείο στον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Εκκλησίας της Αμερικής.

Πόλη_511

Το συνέδριο χαιρέτησε ο νυν Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Δημήτριος, ο οποίος ανέλυσε τη σύγχρονη κατάσταση και ακμή των Ελλήνων Ορθοδόξων των ΗΠΑ. Μάλιστα τόνισε ότι η παρούσα κατάσταση της Εκκλησίας της Αμερικής οφείλεται εν πολλοίς  στο ανανεωτικό και οργανωτικό έργο του Μιχαήλ, ο οποίος έθεσε τα θεμέλια της συγχρόνου οργάνωσης και διοίκησης της Αρχιεπισκοπής Αμερικής. Το συνέδριο χαιρέτησε ο Κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου και ο Πρόεδρος του Τμήματος Θεολογίας καθηγητής Παναγιώτης Σκαλτσής, ο οποίος εκφώνησε και εορταστική Ομιλία με θέμα «Η εορτή της Ινδίκτου στο Οικουμενικό Πατριαρχείο»

Στη συνέχεια στην πρώτη συνεδρία παρουσιάσθηκαν οι δύο πρώτες εισηγήσεις του Συνεδρίου από τον διδάκτορα π. Μακάριο Νιάκαρο και την υποψήφια διδάκτορα κ. Μαρία Παπουτσή. Ο π. Μακάριος ανέλυσε τη δράση και το έργο του Μιχαήλ με επίκεντρο τον σεβασμό και τη συνεχή διακονία του στον Οικουμενικό Θρόνο. Η κ. Μαρία Παπουτσή παρουσίασε το οικονομικό πρόγραμμα του Μιχαήλ, το οποίο αποτέλεσε το εργαλείο του ποιμαντικού και εθνικού του έργου καθώς και το θεμέλιο για την οικονομική ευημερία της Εκκλησίας της Αμερικής.

Πόλη_478

Η συνεδρίαση περατώθηκε με παρέμβαση του Αρχιεπισκόπου Αμερικής κ. Δημητρίου, ο οποίος έπλεξε το εγκώμιο του Μιχαήλ και επιβεβαίωσε το περιεχόμενο των δύο εισηγητών με παραδείγματα και στατιστικά στοιχεία από τη σύγχρονη πραγματικότητα της Αμερικής. Τέλος ο Οικουμενικός Πατριάρχης παρέθεσε δείπνο προς τιμή των συνέδρων στην τράπεζα της Ιεράς Θεολογικής Σχολής της Χάλκης.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Η πρώτη μέρα του Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου με θέμα: «Ο αρχιεπίσκοπος Αμερικής Μιχαήλ Κωνσταντινίδης»