Σύναξη (Τεύχος 139 – Ἐκκλησία καὶ χρῆμα)

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

t139ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ …3

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΡΑΣ, «Μία ζῶσα ἐπισκοπὴ γιὰ τὴ λατρεία ἑνὸς ζῶντος Θεοῦ» …4

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΓΟΡΑΣ, Διαλογικὴ ἐπικαιροποίηση τῆς χριστιανικῆς παράδοσης καὶ συστηματικὴ θεολογία …24

ΜΥΡΤΩ ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ, Προσφυγικὸ ἄσυλο: Ὁ «ἀπειθὴς» νόμος τοῦ Δευτερονομίου …40

ΑΝΝΑ-ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΑΔΑΚΗ, «Τὰ μωρὰ τοῦ κόσμου…» …51

ΧΡΥΣΑ ΝΙΚΟΛΑΚΗ, Γιάννης Ρίτσος: ἕνας ἀριστερὸς ποιητὴς μὲ ὀρθόδοξη συνείδηση …61

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΠΑΡΛΟΣ-ΒΑΣΩ ΓΩΓΟΥ, Ἡ συνάντηση μὲ τὸν διαφορετικὸ «ἄλλο» …69

ΙΩΣΗΦ ΡΟΗΛΙΔΗΣ, Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος: Πῶς ἡ βυζαντινὴ κληρονομιὰ βιώνεται ὡς εἰκονικὴ πραγματικότητα …78

Τὸ μήνυμα τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου …85

Ἀναγνώσεις

ΤΖΕΦΡΥ ΜΠΟΛΝΤΟΥΙΝ, ΝΙΚΟΣ ΜΑΝΩΛΟΠΟΥΛΟΣ …90

Διάλογος μὲ τοὺς ἀναγνῶστες …97

Τὸ Βιβλίο …103

Οἱ συνεργάτες τοῦ 139ου τεύχους …110

Κατηγορίες: ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Σύναξη (Τεύχος 139 – Ἐκκλησία καὶ χρῆμα)

Σεμινάρια του Άρτου Ζωής – Φθινόπωρο 2016

Κατά την περίοδο Οκτωβρίου-Δεκεμβρίου 2016 θα πραγματοποιηθούν στα γραφεία του Άρτου Ζωής, όπως πάντα, τα εξής σεμινάρια:

Οκτώβριος 2016:

Theologies of the Temple in the Book of Psalms (η εισήγηση θα γίνει στα αγγλικά)

Εισηγητής: Fr. Pino di Luccio, Professor of Bible and Dean at «San Luigi-PFTIM» (Pontificia Facoltà Teologica dell’Italia Meridionale)

Ημερομηνία: Δευτέρα 17 Οκτωβρίου, 6-9 μμ

Η συμμετοχή είναι δωρεάν αλλά απαιτείται η υποβολή αίτησης συμμετοχής έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2016 (παρακαλούμε στείλτε συμπληρωμένη την αίτηση στο email του Άρτου Ζωής: artos@otenet.gr)

Οκτώβριος – Νοέμβριος 2016:

Σπινόζα, Ηθική. Περί Θεού

Εισηγητής: Γεράσιμος Βώκος, ομότιμος καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ

Ημερομηνίες: 21 Οκτωβρίου, 4, 11 και 18 Νοεμβρίου 2016 (6-9 μμ)

(για την υποβολή αιτήσεων συμμετοχής θα υπάρξει νεότερη ενημέρωση)

Δεκέμβριος 2016

Πάπυροι και Καινή Διαθήκη

Εισηγητής: Αμφιλόχιος Παπαθωμάς, καθηγητής αρχαίας ελληνικής φιλολογίας-παπυρολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του ΕΚΠΑ

Ημερομηνίες: 9 και 16 Δεκεμβρίου 2016 (6-9 μμ)

(για την υποβολή αιτήσεων συμμετοχής θα υπάρξει νεότερη ενημέρωση).

Κατηγορίες: ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Σεμινάρια του Άρτου Ζωής – Φθινόπωρο 2016

Ιωάννης Καραβιδόπουλος, Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη, Critical Approaches to the Bible 8, εκδόσεις Ostracon, Θεσσαλονίκη 2016 (νέα επαυξημένη έκδοση)

Από τον πρόλογο της νέας έκδοσης του βιβλίου του Ομότιμου Καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ

%ce%b5%ce%ba%ce%b4-%ce%b8%ce%b4Η Α” έκδοση της «Εισαγωγής στην Καινή Διαθήκη» -με τήν οποία έγκαινιάστηκε η σειρά «Βιβλική Βιβλιοθήκη»- κάλυψε επί μία τριακονταετία καί πλέον τίς ανάγκες κυρίως των φοιτητών της Θεολογίας αλλά καί των ενδιαφερομένων γιά τίς άγιες Γραφές αναγνωστών. Στό διάστημα αυτό, από τό 1983 έως σήμερα, η διεθνής βιβλιογραφία στόν κλάδο αυτό της Βιβλικής επιστήμης, καθώς καί σέ όλους τούς κλάδους της, εμπλουτίστηκε μέ νέα έργα, πού χωρίς νά παρουσιάζουν μιά καινούργια εντυπωσιακή θεωρία γιά τήν αντιμετώπιση τών γενικών ή ειδικών προβλημάτων τών βιβλίων της Κ.Δ., παρέχουν ωστόσο νέο υλικό καί νέες πλευρές θεώρησης. Στήν τέταρτη αυτή έκδοση κάνουμε χρήση τού νέου αυτού υλικού, σέ περιορισμένη βέβαια κλίμακα, ώστε νά μείνουμε στά πλαίσια τού αρχικού επιδιωκόμενου σκοπού της σειράς «Βιβλική Βιβλιοθήκη», καί παράλληλα καταγράφουμε τίς νέες επιτεύξεις στόν τομέα κυρίως τών εκδόσεων τού κειμένου καί τών μεταφράσεων της Κ.Δ. Είναι αυτονόητο ότι ενημερώνουμε βιβλιογραφικά όλα τά έπιμέρους κεφάλαια αυτής της Εισαγωγής.

Στόν πρόλογο της Α” έκδοσης, στόν όποιο τό 1983 μαζί μέ τόν αξέχαστο συνάδελφο Βασίλη Στογιάννο καθορίσαμε τό θεολογικό πλαίσιο καί τούς πρακτικούς στόχους τής σειράς «Βιβλική Βιβλιοθήκη», σημειώσαμε τά εξής: «Όσο γιά τό πνεύμα τής σειράς, αρκούμαστε στήν ύπόμνηση, πώς στοχεύει στή διακονία τής Εκκλησίας, στήν οικοδομή τού λαού τού Θεού. Αυτό σημαίνει προσφορά τού ζώντος λόγου τού Ευαγγελίου ολόκληρου, ανόθευτου, ακέραιου καί κατανοητού από τό σύγχρονο άνθρωπο. Πιστότητα στήν εκκλησιαστική παράδοση, ειλικρίνεια στήν αντιμετώπιση των σύγχρονων προβληματισμών, εκκλησιαστικότητα στό ήθος καί υπαρξιακή στράτευση είναι οί αρχές πού διέπουν τη σειρά -ακόμα κι όταν η υποκειμενική αδυναμία δεν μπορεί νά τίς πραγματώσει παρά την επιθυμία τού συγγραφέα. Πρόθεση παραμένει πάντοτε νά μελετηθεί ο λόγος του Κυρίου, όπως επιτάσσει ό Β” Κανόνας τής Ζ” Οικουμενικής Συνόδου, ερευνητικώς καί ού παροδευτικώς».

Δείτε τα περιεχόμενα εδώ.

Κατηγορίες: ΒΙΒΛΙΑ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ιωάννης Καραβιδόπουλος, Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη, Critical Approaches to the Bible 8, εκδόσεις Ostracon, Θεσσαλονίκη 2016 (νέα επαυξημένη έκδοση)

Παναγιώτη Σκαλτσῆ, Λόγος Ἐπικήδειος κατά τή Νεκρώσιμη Ἀκολουθία ὑπέρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς τῆς Ἀναπλ. Καθηγήτριας Μαρίας Καζαμία-Τσέρνου

%ce%ba%ce%bf%ce%bd%ce%b3%ce%ba%cf%8c_24Σεβασμιώτατε ἅγιε Ἀρκαλοχωρίου

Θεοφιλέστατε ἅγιε Ἀμορίου

Σεβαστοί Πατέρες

Ἀγαπητοί συγγενεῖς καί φίλοι τῆς

κεκοιμημένης δούλης τοῦ Θεοῦ Μαρίας

Κύριε Κοσμήτορα

Κύριε Πρόεδρε τοῦ Τμήματος

Ποιμαντικῆς & Κοινωνικῆς Θεολογίας

Κυρίες καί Κύριοι Συνάδελφοι

Ἀγαπητοί φοιτητές καί ἀγαπητές φοιτήτριες τῆς ἐκλιπούσης

Ἀγαπητή μας Μαρία,

Οἱ συνάδελφοί σου καί οἱ φοιτητές σου ἑνώνουν τούτη τήν ὥρα τίς προσευχές των μέ τίς προσεχυές τῆς πενθούσης οἰκογενείας σου καί συνεύχονται γιά τήν κατά τόν εὐαγγελικό λόγο «ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν ζωήν» (Ἰω. 5,24) μετάβασή σου, γιά τήν ἄνοδό σου στόν κόσμο τῶν ἀγγέλων καί τήν πολιτεία τοῦ οὐρανοῦ, ὅπου δέν ὑπάρχει πόνος, λύπη καί στεναγμός, ἀλλά ζωή, ἀτελεύτητος (Κοντάκιο Κανόνος Νεκρωσίμου Ἀκολουθίας).

Κι εσύ, ἀγαπητή μας Μαρία, γνώρισες τόν πόνο καί πάλεψες μαζί του μέ χριστιανική ὑπομονή, μέ μεγάλη πίστη καί καρτερία ὑποδειγματική, ἔτσι ὅπως ἦταν γενικότερα ὁ χαρακτήρας σου, θαρραλέος, μαχητικός, ἱεραποστολικός, γεμάτος παρρησία. Δεν είναι πράγματι εὔκολο ἀνθρωπίνως νά συμφιλιωθεῖ κανείς μέ τήν αἴσθηση τῆς ἀπουσίας σου, τή στιγμή πού μέχρι πρίν λίγο καιρό, ἀκόμη καί μέσα ἀπό τήν σωματική σου δοκιμασία, ἐνέπνεες τή χαρά, τό χιοῦμορ, τήν ἀγάπη στήν ἐπιστημονική ἔρευνα, τήν ἐλπίδα σ΄ αυτό πού ἔρχεται, τή συμφιλίωση μέ τό κοινό μας χρέος.

Φαίνεται πώς ἡ μελέτη τῆς χριστιανικῆς τέχνης ἐνθουσίαζε ἀφενός τό ἐρευνητικό σου πνεῦμα, ἀλλά σμίλευε ἀφετέρου καί τήν ἀγαθή σου ψυχή, ὥστε νά ἀποδέχεται τήν ἀλήθεια πώς ἡ ζωή μας εἶναι «ἄνθος καί ἀτμίς τε καί δρόσος ἑωθινή» (Ἀπό τήν νεκρώσιμη Ἀκολουθία), «ἀληθῶς ματαιότης τά σύμπαντα, ὁ δέ βίος, σκιά καί ἐνύπνιον» (Ἀπό τή νεκρώσιμη Ἀκολουθία). Δέν εἶναι λίγα τά εἰκονογραφικά θέματα πού μελετοῦσες, τά ὁποῖα ὑπομνηματίζουν τό γεγονός τοῦ θανάτου καί ἀποτυπώνουν σκηνές τοῦ θνήσκοντος ἀνθρώπου, συνοδευόμενα μάλιστα ἀπό ψαλμικά χωρία ὅπως τό στίχο-ὕμνο πρός τή θεία φιλανθρωπία – «ἄνθρωπος ὡσεί χόρτος αἱ ἡμέραι αὐτοῦ, ὡσεί ἄνθος τοῦ ἀγροῦ οὕτως ἐξανθήσει» (Ψαλμ. 102,15).

Μᾶς κάλεσες ἐδῶ σήμερα, ἀγαπητή μας Μαρία, μνήμη τριῶν ἁγίων γυναικῶν, Μηνοδώρας, Μητροδώρας καί Νυμφοδώρας, γιά νά μᾶς διδάξεις μέ τή σιωπή σου πῶς νά ἀποκτήσουμε «τό λεγόμενο ἄλλο φρόνημα» καί νά ἐμβαθύνουμε στό νόημα τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου. πῶς νά καταλάβουμε αὐτό πού λέγει ὁ σύγχρονος συμπατριώτης σου λογοτέχνης, ὅτι «ἁλάτι ὁ θάνατος καί τή ζωή πολύ τή νοστιμίζει» (Ν. Καζαντζάκης) ἤ αὐτό πού ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν Παῦλος ἔγραψε, ὅτι «ἐάν τε γάρ ζῶμεν, τῷ Κυρίῳ ζῶμεν, ἐάν τε ἀποθνήσκωμεν, τῷ Κυρίῳ ἀποθνήσκομεν» (Ρωμ. 14,8).

Κι ἐμεῖς, ἀγαπητή μας Μαρία, εἴμαστε ἐδῶ νά σέ ἀκούσουμε καί νά σοῦ ποῦμε πώς δέν θά σέ ξεχάσουμε ποτέ, πώς παραδειγματιζόμαστε ἀπό τό δικό σου σταυροαναστάσιμο ἦθος. Δίδοντάς σου δέ τώρα τόν τελευταῖο ἀσπασμό δεόμεθα «ἐν ἐκκλησίᾳ» (Α΄ Κορ. 11,8) γιά σένα, ὥστε νά βρεῖς ἀνάπαυση στόν τόπο τοῦ Παραδείσου, ὅπου τό φῶς τῆς ζωῆς, ὁ Χριστός καί ὅλοι οἱ ἅγιοι, ἡ κατοικία τῶν εὐφραινομένων καί ἡ «φωνή καθαρᾶς ἀγαλλιάσεως» (Ἀπό τή νεκρώσιμη Ἀκολουθία).

Καλό σου ταξίδι,

Ἀγαπητή μας Μαρία,

«Ὁ Κύριος ἐγγύς» (Φιλιπ. 4,5)

Καλή Ἀνάσταση

Παναγιώτης Σκαλτσής, Πρόεδρος Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ, Ἱ. Ναός Ἁγίου Φωτίου, Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2016.

Κατηγορίες: ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ ΑΡΘΡΑ | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Παναγιώτη Σκαλτσῆ, Λόγος Ἐπικήδειος κατά τή Νεκρώσιμη Ἀκολουθία ὑπέρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς τῆς Ἀναπλ. Καθηγήτριας Μαρίας Καζαμία-Τσέρνου

Γλωσσικά μαθήματα (2016-2017) στον Άρτο Ζωής

AZ

Εδώ και πέντε χρόνια ο Άρτος Ζωής προσφέρει δωρεάν συστηματική διδασκαλία της βιβλικής εβραϊκής και γλωσσών της χριστιανικής Μέσης Ανατολής (συριακή και κλασική αρμενική), σε δύο ή και περισσότερα επίπεδα, για αρχάριους και προχωρημένους. Ο Άρτος Ζωής είναι το μοναδικό εκπαιδευτικό ίδρυμα στην Ελλάδα όπου διδάσκονται αυτές οι γλώσσες σε τόσο υψηλό επίπεδο. Κατά το ακαδημαϊκό έτος 2016-2017 θα παραδίδονται μαθήματα βιβλικής εβραϊκής, συριακής και κλασικής αρμενικής γλώσσας, σε διάφορα επίπεδα. Δείτε το αναλυτικό πρόγραμμα και τις προϋποθέσεις συμμετοχής καθώς και τη σχετική αίτηση για τα τμήματα αρχαρίων, και επικοινωνήστε μαζί μας για οποιαδήποτε επιπλέον πληροφορία.

Σημείωση: Για το τρέχον ακαδημαϊκό έτος θα θέλαμε να έχουμε τη στήριξή σας για την κάλυψη μέρους των λειτουργικών εξόδων που αφορούν τα μαθήματα. Η συμβολή σας θα είναι η ελάχιστη δυνατή.

ΕΠΕΞΗΓΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΠΙΠΕΔΟ ΤΩΝ ΤΜΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΙΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ:

ΕΒΡΑΪΚΑ Ι (4 ώρες/εβδομάδα), ΣΥΡΙΑΚΑ Ι (3 ώρες/εβδομάδα), ΑΡΜΕΝΙΚΑ Ι (2 ώρες/εβδομάδα): Δεν προϋποτίθεται γνώση της γλώσσας. Λόγω του περιορισμένου αριθμού των θέσεων, οι ενδιαφερόμενοι για τα παραπάνω τμήματα (αρχαρίων) παρακαλούνται να συμπληρώσουν και να αποστείλουν ηλεκτρονικά τη συνημμένη αίτηση στη διεύθυνση artos@otenet.gr έως την Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2016 το αργότερο.

ΕΒΡΑΪΚΑ ΙΙ: Απευθύνεται κυρίως σε όσους έχουν ήδη παρακολουθήσει τον πρώτο ετήσιο κύκλο μαθημάτων της βιβλικής εβραϊκής.

ΑΡΜΕΝΙΚΑ ΙΙ: Απευθύνεται κυρίως σε όσους έχουν ήδη παρακολουθήσει τον πρώτο ετήσιο κύκλο μαθημάτων της κλασικής αρμενικής.

ΔΙΔΑΣΚΟΝΤΕΣ:

Πορφύριος Νταλιάνης, δρ. θεολογίας, υπότροφος University of Haifa International School (UHIS), Summer Ulpan 2014.

Μανόλης Παπουτσάκης, διευθυντής του Δελτίου Βιβλικών Μελετών.

 Γιώργος Σταυρόπουλος, λέκτορας στη Θεολογική Σχολή του ΕΚΠΑ.

Κατηγορίες: ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Γλωσσικά μαθήματα (2016-2017) στον Άρτο Ζωής

Κηδεία της Αναπληρώτριας Καθηγήτριας του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ Μαρίας Καζαμία-Τσέρνου

kazamia

Η εκλεκτή συνάδελφος και αγαπημένη φίλη Μαρία Καζαμία-Τσέρνου αναπαύθηκε. Η νεκρώσιμη ακολουθία θα ψαλεί αύριο, Σάββατο, στις 16.οο στον  Ιερό Ναό του Αγίου Φωτίου, στην Νέα Παραλία. Επιθυμία της, αντί στεφάνων και λουλουδιών, να σταλούν χρήματα στην Ορθόδοξη Εξωτερική Ιεραποστολή.

Αιωνία η μνήμη της. Καλό Παράδεισο!

Κατηγορίες: ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Κηδεία της Αναπληρώτριας Καθηγήτριας του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ Μαρίας Καζαμία-Τσέρνου

Επιμόρφωση θεολόγων καθηγητών Β/θμιας και διδασκάλων Α/θμιας Εκπαίδευσης και κληρικών στην ελληνική γλώσσα των νευμάτων για την αξιοποίησή της στην εκπαιδευτική πράξη και τη λατρεία της Εκκλησίας

afisaΣτο πλαίσιο της Δομής Δια Βίου Μάθησης του Α.Π.Θ. θα υλοποιηθεί από 6 Οκτωβρίου 2016 έως 11 Φεβρουαρίου 2017 Πρόγραμμα Επιμόρφωσης με τίτλο: «Επιμόρφωση θεολόγων καθηγητών Β/θμιας και διδασκάλων Α/θμιας Εκπαίδευσης και κληρικών στην ελληνική γλώσσα των νευμάτων για την αξιοποίησή της στην εκπαιδευτική πράξη και τη λατρεία της Εκκλησίας».
Στο πρόγραμμα θα διδάξουν μέλη ΔΕΠ του Τμήματος Θεολογίας και άλλων Τμημάτων του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης καθώς και εξωτερικοί συνεργάτες Ιατροί και δάσκαλοι με μακρόχρονη εμπειρία και συγγραφικό έργο στη διδασκαλία της Ελληνικής Γλώσσας των Νευμάτων.
Σκοπός του προγράμματος είναι η παροχή γνώσεων και η ανάπτυξη δεξιοτήτων στην επικοινωνία και εκπαίδευση με τη χρήση της ελληνικής γλώσσας νευμάτων. Το πρόγραμμα θα παράσχει στους επιμορφούμενους το θεωρητικό υπόβαθρο και τις απαραίτητες βασικές δεξιότητες επικοινωνίας και γνώσης σχεδίασης προσαρμογών για τη διαφοροποίηση της διδασκαλίας θρησκευτικών εννοιών και για την έκφραση των αληθειών της πίστεως σε κωφά και βαρήκοα άτομα. Επίσης, όσοι το παρακολουθήσουν θα γνωρίσουν τις δυνατότητες που προσφέρονται από τις τεχνολογίες πληροφορίας και επικοινωνίας και του αντίστοιχου ψηφιακού εκπαιδευτικού υλικού που μπορεί να καλύψει και τις ανάγκες πρόσβασης στη γνώση των κωφών και βαρήκοων ατόμων. Ακόμη, όσοι παρακολουθήσουν το επιμορφωτικό πρόγραμμα θα γνωρίσουν τις πρακτικές δυσκολίες που βιώνουν καθημερινά τα κωφά και βαρήκοα άτομα, ώστε στη συνέχεια να μπορούν οι ίδιοι να ανταποκριθούν πληρέστερα στα εκπαιδευτικά και ποιμαντικά τους καθήκοντα στον συγκεκριμένο τομέα.
Το Σεμινάριο απευθύνεται σε εκπαιδευτικούς που υπηρετούν ή πρόκειται να υπηρετήσουν στην Α/θμια και Β/θμια Εκπαίδευση, ιδιαίτερα ως θεολόγοι, σε εκπαιδευτικούς της ειδικής αγωγής, σε κληρικούς και σε φοιτητές της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Διαρκεί 182 ώρες, περιλαμβάνει 5 θεματικές ενότητες και Πρακτική Άσκηση:
Α. Βασικά στοιχεία του Γλωσσικού φαινομένου: Εξετάζεται ο ρόλος του κηρύγματος, της εικόνας και της υμνογραφίας για τη μετάδοση του μηνύματος του Ευαγγελίου προς το εκκλησίασμα αλλά και προς τους ποικίλους και απροσδιόριστους αποδέκτες, όταν τα λειτουργικά δρώμενα μεταδίδονται δια των μέσων μαζικής επικοινωνίας και κοινωνικής δικτύωσης εκτός του ιερού ναού. Επιπλέον ο γλωσσικός κώδικας των λειτουργικών κειμένων, η ποιητική λειτουργία της γλώσσας της υμνογραφίας και η σχέση της με την αγιογραφία του ιερού ναού (τοιχογραφίες, φορητές εικόνες).
Β. Εισαγωγή στη γλώσσα των Νευμάτων: Διδάσκονται βασικά στοιχεία των γλωσσικών – σημασιολογικών μονάδων και οι πιο κοινές χρήσεις τους σε προτάσεις του καθημερινού λεξιλογίου. Ιδιαίτερη προσοχή δίδεται στη χρήση Νευμάτων ενέργειας, τα οποία λειτουργούν άλλοτε ως ουσιαστικό και άλλοτε ως ρήμα. Επιδιώκεται η οπτική εξοικείωση με τις μορφές επιτέλεσης των Νευμάτων, με βάση τα σχήματα παλάμης, τις κινήσεις παλαμών και δακτύλων, τη θέση επιτέλεσης και του τελικού σχηματισμού σε σχέση με το στήθος του νεύοντος υποκειμένου. Έτσι ο αρχάριος εισάγεται και κατανοεί την εκφραστική πειθαρχία, και την αναγκαιότητα της Ιεραρχικής Δομής των κύριων όρων της πρότασης.
Γ. Προσέγγιση προβλημάτων από την έλλειψη γλωσσικής επικοινωνίας κωφών παιδιών: Στα πλαίσια αυτών των διαλέξεων επιχειρείται η εξοικείωση των επιμορφουμένων με τις βασικές αρχές νευροανατομίας και λειτουργίας του νευρικού συστήματος. Στόχος είναι η α) κατανόηση του τρόπου με τον οποίο το νευρικό σύστημα επηρεάζει την αισθητική αντίληψη, ειδικότερα, τα αισθητηριακά συστήματα της ακοής και της όρασης, καθώς και β) η διερεύνηση του νευρωνικού υποστρώματος της κίνησης. Επίσης, θα γίνει λόγος για την ηλικιακή ωρίμανση του κωφού ή του βαρήκοου παιδιού μέσα στο περιβάλλον της οικογένειας και για τα ζητήματα συμπεριφοράς που σταδιακά ανακύπτουν.
Δ. Ποιμαντικά προβλήματα στην διαποίμανση των κωφών: Θα διδαχθούν ο συμβολισμός των δράσεων και των αντικειμένων που χρησιμοποιούνται στη Θεία Λατρεία, ώστε οι επιμορφούμενοι σε συνεργασία με τους διδάσκοντες της γλώσσας των νευμάτων να καταρτιστούν στη μετάδοση του μηνύματος της λατρείας στη ζωή της Εκκλησίας.
Ε. Υποβοήθηση του εκπαιδευτικού έργου με τη χρήση των τεχνολογιών πληροφορίας και επικοινωνιών (ΤΠΕ): Επίδειξη του ψηφιακού υλικού και δυνατότητες αξιοποίησης στην ελληνική γλώσσα των νευμάτων. Παιδαγωγική θεμελίωση και συμβολή της οπτικής διαδικασίας στην κατανόηση. Διαφοροποιήσεις στις διδακτικές προσεγγίσεις με ανάδειξη του εποπτικού στοιχείου και της συμβολής τους στην καλύτερη μάθηση των κωφών και βαρήκοων.
Πρακτική Άσκηση: Πρακτική άσκηση σε Κέντρα συνάντησης κωφών και βαρήκοων ατόμων και σε σχολικές τάξεις: Σχολή Κωφών Πανοράματος (Δημοτικό-Γυμνάσιο-Λύκειο), Σχολείο Βαρήκοων και άλλα διαθέσιμα σχολεία της χώρας.
Οι εκπαιδευτές θα παραδώσουν το υλικό που θα διδάξουν στους εκπαιδευόμενους (σημειώσεις, εγχειρίδια, παρουσιάσεις (PowerPoint) και παραπομπή σε σχετική βιβλιογραφία) σε ηλεκτρονική μορφή, το οποίο θα αποτελέσει ένα corpus αναφοράς τόσο σε ηλεκτρονική όσο και σε έντυπη μορφή.
Όσον αφορά στην αξιολόγηση των εκπαιδευόμενων θα ακολουθηθεί ένα μεικτό σχήμα. Στο τέλος του προγράμματος οι επιμορφούμενοι θα δώσουν γραπτές εξετάσεις που θα γίνουν στο Τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ, ενώ θα πρέπει να προετοιμάσουν και να παρουσιάσουν μια μικροδιδασκαλία θεολογικών εννοιών με τη χρήση γλώσσας νοημάτων. Επίσης, μέρος της αξιολόγησής τους θα αποτελέσουν τα μαθήματα που προετοίμασαν ως εκπαιδευόμενοι κατά τη διάρκεια της πρακτικής τους άσκησης, όπως και μια τελική εργασία (project), το θέμα της οποίας θα επιλέξει ο καθένας ή καθεμία σε συνεργασία μ’ έναν από τους διδάσκοντες.
Μετά το πέρας της φοίτησης, θα χορηγηθούν:
(α) Βεβαίωση συμμετοχής
(β) Πιστοποιητικό επιμόρφωσης
Αιτήσεις γίνονται δεκτές από 22/8 έως 22/9/2016 και μόνον ηλεκτρονικά.
Την αίτηση θα τη βρείτε εδώ.
Η αίτηση θα πρέπει να συνοδεύεται από τα ακόλουθα δικαιολογητικά σε ένα αρχείο zip:
1. Σύντομο βιογραφικό σημείωμα στην ελληνική γλώσσα
2. Τίτλοι Σπουδών
Η τελική επιλογή των ενδιαφερομένων θα πραγματοποιηθεί τέλος Σεπτεμβρίου. Αριθμός συμμετεχόντων 30 με δυνατότητα αύξησης μέχρι τους 45.
Τα σεμινάρια θα γίνονται στο Κτήριο της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ και θα είναι διαρκείας 4 ωρών το καθένα, 3 φορές την εβδομάδα, ενώ η Πρακτική Άσκηση θα γίνεται στο Κέντρο Επικοινωνίας και Επιμόρφωσης των Κωφών. Λεπτομερές ωρολόγιο πρόγραμμα μαθημάτων, θα ανακοινωθεί στην ιστοσελίδα του Τμήματος (www.theo.auth.gr), μετά τη λήξη της υποβολής των αιτήσεων και θα σταλεί στις ηλεκτρονικές διευθύνσεις των ενδιαφερομένων. Η έναρξη των μαθημάτων θα πραγματοποιηθεί κατά την 1η εβδομάδα του Οκτωβρίου 2016.
Το κόστος συμμετοχής σε αυτό το αυτοχρηματοδοτούμενο Σεμινάριο Επιμόρφωσης ανέρχεται στο ποσό των 450 Ευρώ. Η εξόφληση του παραπάνω ποσού θα γίνει σε τρεις δόσεις: η πρώτη δόση των 150 Ευρώ θα πρέπει να έχει καταβληθεί πριν την έναρξη του Προγράμματος, η δεύτερη των 150 € μέχρι την 15η Νοεμβρίου 2016 και η τρίτη των 150 € μέχρι τη 15η Δεκεμβρίου 2016.
Τα ποσά θα κατατίθενται σε λογαριασμό της Επιτροπής Ερευνών του ΑΠΘ, ο οποίος θα κοινοποιηθεί στους εκπαιδευόμενους.
Για περισσότερες πληροφορίες οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να επικοινωνούν ηλεκτρονικά ή τηλεφωνικά με την επιστημονικά υπεύθυνο του προγράμματος Καθ. Δήμητρα Κούκουρα, τηλ. 2310-996978, dimkou@theo.auth.gr, κατά τις εργάσιμες ημέρες και ώρες ή με τον υπεύθυνο επικοινωνίας του προγράμματος Δρ. Γεώργιο Γαϊτάνο, τηλ. 6909156743 (gaitanosg@yahoo.gr).

Ο Πρόεδρος της Επιτροπής Δια Βίου Μάθησης
Καθ. Στ. Ανδρέου

Η Πρόεδρος της Επιστημονικής Επιτροπής του Προγράμματος

Καθ. Δήμητρα Κούκουρα

Κατηγορίες: ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Επιμόρφωση θεολόγων καθηγητών Β/θμιας και διδασκάλων Α/θμιας Εκπαίδευσης και κληρικών στην ελληνική γλώσσα των νευμάτων για την αξιοποίησή της στην εκπαιδευτική πράξη και τη λατρεία της Εκκλησίας

Χριστόφορος Αρβανίτης, Από την οικολογική κρίση στην ανθρώπινη υπευθυνότητα. Το ηθικό δικαίωμα του περιβάλλοντος

deaconesses_168

Η εισήγηση του Επίκουρου Καθηγητή της Πατριαρχικής Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Κρήτης στο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα: «Η περιεκτική Οικολογία ως η νέα οδός προς την καταλλαγή»

Εισαγωγή

Τίθεται το ερώτημα αν το οικολογικό αίτημα μπορεί να εξετάσει τη φύση ως πρόσωπο και το αν μια τέτοια προσέγγιση μπορεί να θεσμοθετήσει τη φύση ως υποκείμενο του δικαίου και να τονίσει τον ενεργητικό χαρακτήρα μιας τέτοιας αντίληψης.[1]

  • Η έννοια της υπευθυνότητας

Είναι αποδεκτό ότι ο άνθρωπος βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης με τη φύση η οποία κατανοείται ως το όλον του ζώντος κόσμου. Όμως η σημερινή κατάσταση αποδεικνύει ότι αυτή η σχέση εξάρτησης έχει πάψει να υφίσταται, καθώς η φύση έχει αντικειμενοποιηθεί και με τη σειρά της έχει ταυτισθεί με την ανθρώπινη διάσταση και προοπτική. Αυτός ο τρόπος αντίληψης και πρακτικής έχει οδηγήσει σε πολλαπλά αδιέξοδα τα οποία αναγκάζουν τον άνθρωπο να επαναπροσδιορίσει την οφειλομένη κατάσταση αναγκαίου σεβασμού προς τη φύση μέσα στην οποία άλλωστε βρίσκεται εγκατεστημένος.[2]

Διαπιστώνεται ότι υπάρχουν δύο μεγάλα προβλήματα:

1ον το καθεστώς του περιβάλλοντος ως ηθικού υποκειμένου και

2ον το πρόβλημα του καθορισμού της ηθικής ευθύνης μέσα από τη σύγκρουση του ανθρώπου με τον άλλο άνθρωπο.

Η προοπτική βρίσκεται εντός των εννοιών της κενωτικής προσφοράς και της αλληλεγγύης οι οποίες επιτρέπουν στον άνθρωπο να απαντήσει στο ερώτημα για τις συνθήκες και τη δυνατότητα που δίνεται από το οικολογικό αίτημα ως συγκεκριμένο χώρο πράξης, για τη δημιουργία μιας νέας σχέσης ανθρώπου-φύσης. Αποτελεί αναγκαιότητα λοιπόν να καταδειχθεί ο θετικός ρόλος της κενωτικής προσφοράς και της αλληλεγγύης ως ενεργητικών καταστάσεων. Καταστάσεων που γίνονται αποδεκτές από τη στιγμή που ο άνθρωπος αποδέχεται την ιδιαιτερότητα της φύσης. Πράγματι, από τη στιγμή που συνειδητοποιούνται οι δεσμοί αυτής της κλειστής εξάρτησης ανθρώπου και φύσης, ο άνθρωπος δε μπορεί παρά να είναι αλληλέγγυος έναντί της, θέτοντας σε πράξη την «κοινωνία» ανάμεσα στο φυσικό και στο ανθρώπινο.

Ο όλος άνθρωπος οφείλει να αντιλαμβάνεται τη φύση πέρα από γεωγραφικά όρια και να μεταμορφώνει την όλη οικολογική διάσταση σε κοινή πράξη. Αυτή η κοινή πράξη θα πρέπει να υλοποιείται και σε επίπεδο ατομικής ευθύνης όσον αφορά στις οικολογικές υποβαθμίσεις, αλλά και να εφαρμόζεται μέσω των πολιτικών φορέων τόσο σε εθνικό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο. Σημαντικό ρόλο σε αυτήν την κοινή πορεία διάσωσης του περιβάλλοντος διαδραματίζει ο επαναπροσδιορισμός της κατεύθυνσης της οικονομίας και ο δικαιότερος καταμερισμός των μέσων και των αγαθών.[3]

  • Η έννοια της απο-οικειοποίησης

Μια τέτοια κατανόηση συνδέεται και με το ουτοπικό αίτημα για την απο-οικειοποίηση της κτίσης, από μέρους του ανθρώπου.[4] Η οικολογία υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος επιμένει πάνω στο γεγονός ότι η τεχνολογική και οικονομική πρόοδος ταυτίζεται με την οικειοποίηση της δημιουργίας, υπό την έννοια ότι η φύση ως κοινό κτήμα καταργείται ή καταλύεται για το κέρδος της αποκλειστικής και ιδιαίτερης κατανάλωσής της από κάποιες γενιές, (και της δικής μας), λησμονώντας ότι δεν την κατέχει ως ιδιοκτησία αλλά ως επικαρπία και επομένως δεν μπορεί να την εκμεταλλεύεται και να τη διαθέτει με απόλυτο τρόπο. Ενάντια σ’ αυτή την τάση η διαμόρφωση ενός πλαισίου οικολογικής ηθικής έρχεται να διακηρύξει το δικαίωμα της μη οικειοποίησης της κτίσης και να θέσει το πρόβλημα των ηθικών ορίων. [5]

  • Το περιβάλλον ως υποκείμενο του δικαίου.

Σε αυτό το πλαίσιο αρκετοί δικαιιστές προτείνουν ένα βήμα παραπάνω: προσπερνώντας τον ανθρωποκεντρικό ουμανισμό του δικαίου και της παραδοσιακής μας ηθικής,[6] προτείνουν να αναγνωρίσουμε στα στοιχεία της φύσης, για παράδειγμα την βιοποικιλότητα, ένα καθεστώς υποκειμένου του δικαίου, ενός ηθικού προσώπου.[7] Αυτό θέτει ένα όριο στην οικειοποίηση και εμπορευματοποίηση της φύσης, στο όνομα του δικαιώματος των επερχομένων γενεών, αλλά επίσης στο όνομα του δικαιώματος της φύσης στο είναι και στο υπάρχειν. Ο άνθρωπος θα προετοιμαζόταν έτσι σε ένα ρόλο πρωτότυπο: αυτόν του επιτρόπου και «επιτετραμμένου των υποθέσεων» της φύσης στην υπηρεσία των μελλοντικών συνανθρώπων του έως την εσχατολογική επιστροφή της όλης Δημιουργίας στον Κύριο-Δημιουργό.[8]

Σήμερα η φύση δεν αποτελεί υποκείμενο του δικαίου, αλλά αντικείμενο της οφειλής του δικαίου που περιγράφει και ορίζει ο άνθρωπος. Η οικολογική ενασχόληση συνεπάγεται εκτός των άλλων και μια πνευματική πολιτισμική μεταρρύθμιση, η οποία εμφανίζεται πέρα για πέρα αναγκαία. Η οικολογία ζητά από τον άνθρωπο να περιορίσει την ιδιοποίηση, την κατανάλωση, και να αναπτύξει το κέντρο της προσωπικής και συλλογικής ζωής. Η οικολογία αποτελεί αίτημα το οποίο μόλις τώρα ο ανθρώπινος πολιτισμός αρχίζει να κατανοεί το βεληνεκές και τη σπουδαιότητά του. Ο,τι και αν είναι καθ’ εαυτή, θέτει σίγουρα σε αμφισβήτηση το μέχρι τώρα τρόπο οικονομικής ανάπτυξης. Με άλλα λόγια, δημιουργεί μια νέα διάσταση και μια νέα υπευθυνότητα, η οποία συνεπάγεται μία πολιτισμική μεταρρύθμιση του καθ’ όλου τρόπου ζωής και συμπεριφοράς του όλου ανθρώπου. Η οικολογική κρίση από όποιο επίπεδο και αν την προσεγγίσουμε, αποτελεί απόρροια των υπερβολών των εξουσιών μας, και ιδιαιτέρως της τεχνοκρατικής και τεχνικής εξουσίας: είναι γεννημένη μέσα σ’αυτές τις υπερβολές και ενάντια σ’αυτές, και αναπτύσσεται κάτω από το δεδομένο ότι οι εξουσίες μας, με τις καταχρήσεις τους τείνουν να αυξηθούν.

Οι ηθικοί κανόνες, οι οποίοι καθορίζουν στους ανθρώπους υποχρεώσεις και απαγορεύσεις, επιδιώκουν στην πραγματικότητα τη δημιουργία ενός κόσμου διαφορετικού: του «ανθρωπίνου κόσμου», μέσα στον οποίο η ζωή, για παράδειγμα, δεν είναι η υπέρτατη αξία, αλλά μια αξία που υποτάσσεται σε αρετές που κρίνονται πολύ υψηλές, όπως η αγάπη, η φιλία, η αλήθεια, ο σεβασμός του άλλου, η ευτυχία. Η ηθική απαγορεύει να μεταχειριζόμαστε και να αντιμετωπίζουμε τον άλλο ως απλό μέσο, ενώ η τεχνική επιτρέπει στον άνθρωπο να χρησιμοποιεί την εκτός ανθρώπου φύση ως απλό μέσο που δεν έχει δικαίωμα σε κανένα ηθικό σεβασμό η περιορισμό.

Στην ηθική, υπάρχει η ιδέα μιας ανθρώπινης αποκάλυψης σε σχέση με την υπόλοιπη δημιουργία. Η αντίληψη ότι ο άνθρωπος αυτοεξαιρείται ο ίδιος από τον κοινό τρόπο συμπεριφοράς των υπολοίπων πραγμάτων.[9] Υπάρχει η ανθρωποκεντρική άποψη ότι ο άνθρωπος είναι αυτός που καθορίζει την αξία του υπολοίπου της δημιουργίας, ότι η φύση δεν αξίζει τίποτε από μόνη της, και αξίζει κάτι μόνο αν τεθεί σε σχέση και αναφορά με τον άνθρωπο.

  • Το περιβάλλον ως ηθικό υποκείμενο

Επομένως μέσα στο πλαίσιο της παραδοσιακής ηθικής μπορούμε να μιλάμε για σεβασμό της φύσης κατά τρόπο μόνο υποθετικό και όχι απόλυτο. Αυτό σημαίνει ότι ένας ηθικός σεβασμός –απόλυτος– της φύσης δεν μπορεί να υπάρξει εξ ορισμού γιατί αυτό το οποίο υπάρχει δεν είναι σεβαστό από μόνο του, αλλά μόνο σε σχέση με κάτι άλλο, και εν προκειμένω σε σχέση με τον ίδιο τον άνθρωπο.[10]

Η οικολογική λοιπόν πρόταση, για αναγωγή της φύσης σε ηθικό υποκείμενο δε θα μπορούσε εύκολα να συνυπάρξει με την παραδοσιακή ηθική, γιατί θέτει σε αμφισβήτηση τη διάκριση ανάμεσα σε άνθρωπο και φύση δίνοντας δικαιώματα στα πράγματα. Η παραδοσιακή ηθική δεν μπορεί να δικαιώσει την οικολογική προϋπόθεση παρά μόνο υποβιβάζοντάς την σε ένα σύνολο νέων τεχνικών απαιτήσεων. Πρέπει η φύση να είναι σεβαστή όχι γιατί το αξίζει, αλλά επειδή είναι μέρος του οικονομικού ενδιαφέροντος του ανθρώπου, του οποίου οι παραγωγικές δραστηριότητες δεν πρέπει να την επιβαρύνουν με υπερβολικό κόστος.[11]

Από την άλλη πλευρά η κοσμοκεντρική αντίληψη που επιχειρεί στο όνομα της οικολογίας να αμφισβητήσει την ανθρώπινη παρουσία αποδεικνύεται στο βάθος της μηδενιστική. Ο κοσμοκεντρισμός κάποιων οικολόγων δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας αντεστραμμένος ανθρωποκεντρισμός ο οποίος συνίσταται στο να δώσει στην ιεροποιημένη φύση την revanche της ενάντια στον άνθρωπο.[12] Ο άνθρωπος όμως μπορεί με αρχή τη συμφιλίωση ανάμεσα στην ηθική και την οικολογία, να αναζητήσει μία νέα οικολογική κατεύθυνση για τους «τεχνοοικονομικούς καιρούς».[13] Αυτή η κατεύθυνση μπορεί να είναι και ηθική και οικολογική. Στην πραγματικότητα σημαίνει ότι σέβεται τη σταθερότητα μιας ανθρώπινης αυθεντικής ζωής πάνω στη γη και καταδεικνύει ότι ενεργεί ως ανθρώπινο πρόσωπο σεβόμενος την φύση που τον περιβάλλει.

Ο άνθρωπος ενεργώντας κατ’ αυτό τον τρόπο βρίσκεται πάντα στο κέντρο της δημιουργίας και αυτό το οποίο καλείται να διατηρήσει είναι ο ίδιος του ο εαυτός. Ο πρωτότυπος χαρακτήρας αυτής της πρότασης-διατήρησης είναι ότι δε θέτει σε αντίθεση πλέον τον περιβάλλοντα χώρο και τη φύση ως μέσον και πράγμα, με το ανθρώπινο πρόσωπο. Αντιθέτως, μέσα από τον απαιτούμενο σεβασμό του προσώπου περνά στο σεβασμό τού περιβάλλοντος ως ζώσα κατάσταση. Η νέα αυτή συμπεριφορά έναντι του περιβάλλοντος και της φύσης αποβλέπει στη μελλοντική συνέχεια της ανθρωπότητας. Και η μελλοντική ακεραιότητα του ανθρώπου συνεπάγεται την εσχατολογική αναφορά και ολοκλήρωσή του. Η οικολογική διάσταση αποτελεί τη συνείδηση των επερχομένων γενεών, και αυτό το οποίο την απασχολεί είναι πράγματι το ανθρώπινο μέλλον πάνω στη γη.[14]

  • Οικολογική ηθική

Η πρώτη επισήμανση σε όλα αυτά αφορά αυτή καθεαυτή την κατανόηση της οικολογικής ηθικής. Η ηθική, η οποία δέχεται να συμπεριλάβει αυτή τη νέα διάσταση, φαίνεται να αποκαλύπτει πάνω από όλα την ύπαρξη μιας κοινωνικής αντίληψης των πραγμάτων και αυτό γιατί η μόνο σε ατομικό επίπεδο δράση δεν επιτρέπει στον άνθρωπο να διακηρύξει ότι οι μελλοντικές γενεές έχουν δικαίωμα ύπαρξης σε ένα τέτοιο κόσμο. Αδυνατεί να το κάνει με βάση τα ατομικά δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των γενεών, γιατί μια τέτοια αντίληψη θα κατέληγε σε διαμάχη και πάλη ανάμεσα στις ελευθερίες του ατόμου στο παρόν με αυτά των διαιωμάτων των γενεών του μέλλοντος.

Η δεύτερη επισήμανση έχει να κάνει με το αν ένα τέτοιο δικαίωμα πρέπει να διευρύνει την υπευθυνότητα όχι μόνο στη σύγχρονη κοινωνία των ανθρώπων, αλλά και σ’ αυτή του μέλλοντος. Δεν πρόκειται για μια πράξη προσδιορισμού του μέλλοντος του πλανήτη, αλλά για την απλή δυνατότητά του να υπάρχει. Είναι προφανές ότι οι σημερινοί θεσμοί δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν σ’ αυτή τη νέα διάσταση ευθύνης που οφείλουν να αναλάβουν.[15] Αυτό συνεπάγεται μία μεταρρύθμιση της πολιτισμικής κατάστασης και αντίληψης.

Η τρίτη επισήμανση θέτει το θέμα της αναγκαιότητας της συντήρησης της δημιουργίας. Η οικολογία δεν είναι μια ηθική της τεχνολογικής και της οικονομικής προόδου, όπως αυτές λειτουργούν σήμερα, ακόμη και αν η τεχνολογία μπορεί η ίδια να βοηθήσει στη συντήρηση του περιβάλλοντος του ανθρώπου και της ανθρωπότητας. Ο χρυσός κανόνας είναι ότι κάθε γενιά οφείλει να μεταδίδει ή να αποδίδει στην επομένη το ίδιο «φυσικό κεφάλαιο», το οποίο παρέλαβε από την προηγούμενη. Η έννοια και η πρακτική της «αειφόρου ανάπτυξης» υποστηρίζει μια ανάπτυξη σε αμοιβαιότητα με τους όρους και τα όρια των δυνατοτήτων της. Με άλλα λόγια, το οικονομικό σύστημα ως ένα υποσύστημα εντάσσεται μέσα σ’ ένα πλήρες οικοσύστημα με το οποίο οφείλει να επιβιώσει. Η αρχή της «βιώσιμης ανάπτυξης» υποδεικνύει ουσιαστικά μια ανάπτυξη η οποία δεν καταστρέφει το περιβάλλον μέσα στο οποίο επιβιώνει. Ως διαπίστωση όμως, είμαστε πολύ μακρυά από γενικευμένες εφαρμογές μιας τέτοιας ανάπτυξης.

Η οικολογική ηθική και η συνειδητοποίηση του γεγονότος της καταστροφής του περιβάλλοντος μας υποχρεώνει να ξαναδούμε τις πρακτικές μας και τις επιστημονικές μας συνήθειες. Με δεδομένα ότι

1ον μέσα από τη μελέτη του διδύμου Άνθρωπος-Φύση εμφανίζεται αδύνατο και ουτοπικό το γεγονός της πρακτικής αμφισβήτησης της οικονομίας και των σχέσεών της με την επιστήμη και την τεχνολογία,

2ον ότι ο όρος οικολογία σημαίνει ετυμολογικώς, την επιστήμη περί του οίκου, και

3ον ότι στην πραγματικότητα ο άνθρωπος έχει πάρα πολλούς οίκους, οι οποίοι είναι συνδεδεμένοι ο ένας μέσα στον άλλον,

αποδεικνύεται περισσότερο χρήσιμη η διάκριση ανάμεσα σ’αυτούς τους διαφορετικούς οίκους παρά η σύγχυσή τους, η οποία τις περισσότερες φορές εισάγει μη ορθολογικές και ανεύθυνες συμπεριφορές, αντιτιθέμενη στη συνειδητοποίηση της θέσης που κατέχει ο άνθρωπος μέσα στον κόσμο.[16]

Η μοντέρνα σύλληψη της επιστήμης και της τεχνολογίας προέρχεται, στην πραγματικότητα, από την την καρτεσιανή σκέψη και την παραποίηση του βιβλικού μηνύματος. Ο άνθρωπος αποϊεροποιώντας τη φύση και κάνοντάς την ένα σύμπαν, μη θεϊκό, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι μπορεί να τη διαθέσει αποκλειστικά προς όφελός του, με πλήρη ελευθερία της θέλησής του και της απόλυτης κυριαρχίας του. Ο άνθρωπος επιδιώκει τη γνώση για το είναι με αντάλλαγμα τη γνώση για το φαινόμενο, αντιστρέφοντας έτσι την αρχαία σκέψη, η οποία έδινε προτεραιότητα στο πρώτο.[17]

Ο άνθρωπος αναζητεί νέες τεχνικές, με τις οποίες πιστεύει ότι θα δώσει λύσεις στα προβλήματα που η τεχνική δημιούργησε.[18] Εδώ βρίσκεται η σισύφεια παγίδα για τον άνθρωπο της επιστήμης. Από το ένα μέρος η πολυπλοκότητα της κατάστασης τον υποχρεώνει να δίνει συνέχεια πλεονέκτημα στην επιστήμη και την τεχνική, με σκοπό να αναπτύξει την επιστημονικότητα της επιστήμης και την αποτελεσματικότητα της τεχνικής και από την άλλη επιζητεί να επαναπροσδιορίσει το σκοπό και τους στόχους της επιστήμης ξεκινώντας από τον άνθρωπο αυτόν καθ’ εαυτόν.[19]

  • Από την βιοκεντρικότητα και την ανθρωποκεντρικότητα στον εσωτερικό ανθρωποκεντρισμό

Στο ερώτημα επομένως για το αν το περιβάλλον αποτελεί η όχι ηθικό υποκείμενο, οι θέσεις που υπάρχουν είναι μεταξύ τους αντιφατικές. Υπάρχουν οι βιοκεντρικές-εσωτερικές προτάσεις που υποστηρίζουν τη θέση, κατά την οποία το φυσικό περιβάλλον έχει εσωτερική αξία ανεξάρτητη αυτής που του παραχώρησε το ανθρώπινο ον. Σύμφωνα με την παραπάνω άποψη αυτή η εσωτερική αξία παρέχει έμφυτα δικαιώματα στο περιβάλλον, τα οποία υποχρεώνουν τον ηθικό φορέα-πρόσωπο να δέχεται ότι υπάρχουν ηθικές οφειλές προς το περιβάλλον.[20] Από την άλλη, υπάρχουν οι λεγόμενες ανθρωποκεντρικές εξωτερικές προτάσεις, σύμφωνα με τις οποίες το περιβάλλον δεν έχει παρά μόνο σχετική αξία, σύμφωνη με αυτήν που του καθόρισε το ανθρώπινο ον. Αυτό το τελευταίο ως ηθικός φορέας δεν έχει καμμιά ηθική ευθύνη έναντι του περιβάλλοντος αυτού καθ’ εαυτού. Η αξία του περιβάλλοντος δεν είναι παρά χρηστική και ωφελιμιστική.[21]

Η βιοκεντρική θέση δεν έχει γίνει αποδεκτή, γιατί σύμφωνα με τους επικριτές της κατ’ αρχάς φαίνεται ασύμβατη με το δυτικό πολιτισμό. Η ανθρωποκεντρική ή χρηστική άποψη φαίνεται και αυτή η ίδια να αδυνατεί να ερμηνεύσει και να κατανοήσει, γιατί υποστηρίζει ένα status quo, όσον αφορά στο περιβάλλον, το οποίο είναι τελείως ανεπαρκές.[22]

Η θέση που εμφανίζεται ως η πιο κινητική και με όρους κοινωνικής συμπεριφοράς, προσαρμογής, συναίνεσης, όπως και ελέγχου της δεδομένης κατάστασης, είναι αυτή του εσωτερικού-ανθρωποκεντρισμού. Επί της αρχής είναι η μόνη που παραχωρεί καθεστώς ηθικού υποκειμένου στο περιβάλλον, αλλά με αναφορές οι οποίες προσδιορίζονται από το ανθρώπινο ον. Ένα τέτοιο καθεστώς ζητεί το σεβασμό του περιβάλλοντος και οδηγεί σε ηθική υπευθυνότητα όλους τους φορείς. Μια τέτοια υπευθυνότητα είναι δυνατό να θέσει κανόνες συμπεριφοράς για την αντιμετώπιση προβλημάτων, όπως: η μόλυνση, η συντήρηση, η σπατάλη, οι μη ανατρέψιμες καταστροφές και οι πιθανές περιβαλλοντικές παρεμβάσεις.[23]

Θεμελιωμένη και δομημένη πάνω στην αρχή της υπευθυνότητας που απορρέει από μια δυναμική ηθική, φαίνεται ότι μπορεί επίσης να απαντήσει στη σημερινή κατάσταση βρίσκοντας πολιτισμική απήχηση και εφαρμογή. Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος οφείλει να έχει μια πιο φυσιοκρατική άποψη για τη φύση αρνούμενος μια σχέση που την αντιλαμβάνεται ως ένα απλό αντικείμενο προς εκμετάλλευση ή ως μια σχέση με αυτήν ουδέτερη. Υπό αυτή την έννοια, μιλώντας για την φύση γίνεται προσπάθεια να καταδειχθεί το γεγονός της σχέσης μας με τον κόσμο, μέσα στον οποίο ζουν οι συνάνθρωποί μας. Μια τέτοια σχέση αποτελεί σεβασμό προς τη φύση ως χώρου επιβίωσης του άλλου, γιατί από τη στιγμή που μολύνεται η ατμόσφαιρα δε μεταμορφώνεται ή καταστρέφεται ένα αντικείμενο, αλλά ο χώρος ύπαρξης του ανθρωπίνου όντος. Η κατανόηση της φύσης ως ενός ιδιαίτερου χώρου εισάγει ένα σημαντικό δεδομένο πράξης: την πράξη της αμοιβαιότητας, που ξεκινά από την σκέψη μας για τις μελλοντικές συνέπειες των πράξεών μας για τις οικολογικές ισορροπίες, τη διαχείριση των διαθέσιμων πηγών και κυρίως τις συνθήκες επιβίωσης που θα κληρονομήσουν οι μελλοντικές γενιές.[24]

Η έννοια της κατανόησης της φύσης ως κάτι το διαφορετικό, αλλά συνάμα συνυπαρκτό, μας αναγκάζει να δεχθούμε ότι μια τέτοια διάσταση εμπεριέχει μια πράξη οικουμενικότητας. Δεν αρκεί να διδάσκεται η οικουμενική αγάπη για τον άνθρωπο, αλλά να προσφέρεται και προς αυτήν που παρέχει τη δυνατότητα ανάπτυξης των προϋποθέσεων ύπαρξης του ανθρώπου, δηλ. τη φύση. Αυτό το χαρακτηριστικό φαίνεται αρκετά ανθρωποκεντρικό, δεδομένου ότι η γη δεν αποτελεί υποκείμενο, δίνει όμως τη δυνατότητα στον άνθρωπο να σκεφθεί κατά πόσο είναι οφειλέτης προς τους προγενέστερους και προς τους μεταγενέστερους, να σκεφθεί ότι οι συνθήκες ζωής επηρεάζουν τους παρόντες και τους μέλλοντες και ότι η σχέση του με τη φύση προϋποθέτει συνθήκες ζωής για το παρόν και το μέλλον. Αυτή άλλωστε, η τελική, της εισήγησής μου, διαπίστωση επιτρέπει την προσέγγιση των οικολογικών προβλημάτων ταυτόχρονα μέσα από τα τρία ζητούμενα προς συνεργασία μεγέθη: το άτομο, την κοινωνία και τον περιβάλλοντα χώρο τους.[25]

[1]Nash Roderick Frazier., Τα δικαιώματα της φύσης, μτφρ. Γ. Πολίτης, Θυμέλη, Αθήνα, 1995, σσ. 8-15.

[2]Jonas H., Le prinscipe Responsabilité. Une éthique pour la civilisation technologique, Cerf, Paris, σ.14.

[3] Déleage J-P., Heremy D., “L’écologie, critique de l’économie” in L’Harmattan, Paris, janvier-février 1989, σσ. 73-86.

[4] Vahanian G., Dieu et l’utopie, Desclée, Paris, 1992, σ.25

[5] Lipovetsky G., LEre du vide. Gallimard, Paris, 1983, σσ. 89-151.

[6] Οι όροι morale και ηθική ετυμολογικώς κατανούνται ως ήθη-έθιμα και συνήθειες. Οι ρωμαιοκαθολικοί χρησιμοποιούν τον όρο morale, λατινικής ρίζας, για να περιγράψουν το σύνολο των προκαθορισμένων κανόνων που καθοδηγούν την ανθρώπινη ζωή. Οι ορθόδοξοι και οι προτεστάντες προτιμούν να χρησιμοποιούν τον ελληνικό όρο ηθική για να περιγράψουν τις ανθρώπινες συμπεριφορές μέσα σε δεδομένες καταστάσεις. Έτσι, κάθε φορά που ο άνθρωπος είναι αναγκασμένος να τοποθετηθεί πάνω σε ένα θέμα (ευθανασία, τεχνητή γονιμοποίηση, εκτρώσεις, η ανακύκλωση των απορριμμάτων) η σκέψη που προηγείται και που καθορίζει το περιεχόμενο της πράξης του μπορεί να περιγραφεί από την ηθική γραμμή. Με αυτή την έννοια, στρατεύει όχι μόνο τη συνείδηση του αλλά πολύ περισσότερο την ανθρώπινη υπευθυνότητα.

Η Δύση υιοθέτησε για τη θεώρηση του κόσμου μια προσέγγιση ουσιαστικώς δυαλιστική, διαχωρίζοντας αυτό που προέρχεται από τον ατομικό χώρο από αυτό που προέρχεται από τον κοινό-δημόσιο χώρο, εμφανίζοντας ένα διαχωρισμό ανάμεσα στις κοινωνικοπολιτικές διακηρύξεις του κράτους και τις ηθικές διακηρύξεις της θρησκείας. Στο μοντέρνο κόσμο αυτός ο διαχωρισμός είναι καθ’ όλα αποδεκτός. Μια πρόκληση, λοιπόν, εμφανίστηκε για την ηθική σκέψη από την οποία ζητήθηκε να καταθέσει με νέα δεδομένα, μη θρησκευτικά και οικουμενικά, επιτρέποντας την συναδέλφωση των πολυάριθμων διαφορών που υπάρχουν ανάμεσα στα ανθρώπινα και τους λαούς, με κοινό κάλεσμα, τον σεβασμό των νόμων και των ορίων ισορροπίας της βιοσφαίρας.

[7] Edelman B., Hermitte A.-M., L’homme, la nature et le droit, Paris, Christian Bourgois, 1988, σ. 257 κ.ε.

[8] Barthelemy M., La Personne et le drame humain chez Teilhard de Chardin, Paris, Le Seuil, 1967, σσ.8-15.

[9] Cosandey M-Cauchy Venant., «Pour une symbiose entre l’homme et son environ­ne­ment», L’état de l’environnement, La découverte, Paris, 1993, σ. 362. Βλ. Elias N., La So­ciété des individus, Fayard, Paris, 1991.

[10] «Βρίσκουμε, για παράδειγμα, την ιδέα της «ανωτερότητας» του ανθρώπου. Αυτή στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια αυτοανακήρυξη που δικαιώνει «την υποχρέωση της καθ’ υποταγής της γης και της υποταγής της ζώσης ύλης στις ανθρώπινες ανάγκες». Με την προϋπόθεση της «ιδέας ότι μόνο το ανθρώπινο ον δικαιούται να μην θεωρείται ως αναμφισβήτητο», ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένα στοιχείο μέσα στο όλο». S. Bok, cité par E.W. Keyserling, Le caractère sacrè de la vie ou La Qualité de la vie. Canada, ministère des Approvisionnements et Services, 1979, σ. 86.

[11] ο.π., σ. 111.

[12] βλ., P. Acot, Histoire de l’écologie: «La religion écologiste», PUF, Paris, 1988, σ. 239 κ.ε.

[13] Jonas H., ο.π., σ. 31.

[14] ο.π., σ. 26 κ.ε.

[15] Jonas H., ο.π., σ. 44.- Βλ. Mossé E., Comprendre l’ économie, Seuil, Paris, 1974, σ. 16.

[16] Van Rompaey Ch., «Habiter la terre: un nouveau contrat», in En Marche, no 995, Bruxelles, août 1990, σ. 7.

[17] Descartes R., Discours de la méthode. Pour bien conduire sa raison, et chercher la verité dans les sciences, in Charles Adam et Paul Tannery, Oeuvres de Descartes VI. Paris, Vrin, 1965, σσ. 5-78.

[18] Testart J., «Nouvelles technologies du vivant: des choix éthiques indispen­sables», L’état de l’environnement, La découverte, Paris, 1993, σσ. 323-324.

[19] Dufrence J., L’imperatif écologique. Québec. Presses Universitaires de Québec, 1991, σσ. 162-171.

[20] Βλ., Hargrove E.C., Foundations of Environmetal Ethics. Englewood Clif. Prentice Hall, 1989.- Βλ., Tylor P., Respect for Nature: A Theory of Environmental Ethics, Princeton. Princeton University Press.- Naess A., «The Shallow and the Deep, Long-Ranged Ecology Movement. A Summary» in Inquiry, 16.1973, σσ .95-100.

[21] Passmore J., Man’s Responsability Toward Nature: Ecological Problems and We­stern Traditions. New York. Charles Scribner’s Sons, 1974, σσ. 131-140.

[22] Chartrand A., «Balises pour une éthique de l’environnement et du développement durable» in Gestion de l’environnement, éthique et société. Fides, Québec, 1992, σσ. 127-140.

[23] ο.π.

[24] Jacquemin D., ο.π., σ. 142.

[25] «Η μικροδιαντικειμενική σχέση βρίσκεται σε αντιστοιχία με το ιστορικό γεγονός και με τις διάφορες μακροδιαντικειμενικές σχέσεις οι οποίες εμφανίζονται διαμέσου των διάφορων θεσμών, των κοινωνικών ρόλων, των συλλογικών φορέων ομάδες, τάξεις, έθνη, πολιτιστικές παραδόσεις…». P. Ricoeur, Du texte à laction. Essai d’ herménetique II. Paris. Seuil/Esprit, 1987, σσ. 47-48.

Κατηγορίες: ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ ΑΡΘΡΑ | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Χριστόφορος Αρβανίτης, Από την οικολογική κρίση στην ανθρώπινη υπευθυνότητα. Το ηθικό δικαίωμα του περιβάλλοντος

Προγράμματα Εξ Αποστάσεως Επιμόρφωσης για τη Γλώσσα των Λειτουργικών Κειμένων στο Α.Π.Θ.

Στο χειμερινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2016-2017 θα υλοποιηθούν στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και στο πλαίσιο της Δομής Δια βίου Εκπαίδευσης δύο προγράμματα εξ αποστάσεως επιμόρφωσης, που αφορούν τη γλωσσική προσέγγιση και την κατανόηση των κειμένων της λατρείας. Επιστημονικά υπεύθυνη είναι η καθηγήτρια Αρχαίων Ελληνικών της Ιουδαϊκής και της Χριστιανικής Γραμματείας του Τμήματος Θεολογίας Α.Π.Θ. κ. Άννα Κόλτσιου-Νικήτα.

Ι. «Η γλώσσα των ελληνικών λειτουργικών κειμένων της Ορθοδόξου Εκκλησίας»

ATT00210Το επιμορφωτικό πρόγραμμα προσφέρει βασικές γνώσεις γραμματικής, συντακτικού και λεξιλογίου και μεταφραστικές ασκήσεις σε κείμενα αποκλειστικά λειτουργικά. Στόχος του προγράμματος είναι η κατανόηση της γλωσσικής «ταυτότητας»  των λειτουργικών κειμένων και η αναγνώριση της δομής του λειτουργικού λόγου. Προβάλλεται ο βοηθητικός ρόλος της μετάφρασης και παράλληλα επισημαίνεται και εξαίρεται η μοναδικότητα των πρωτότυπων λειτουργικών κειμένων και η αξία του πλούτου της εκκλησιαστικής γλώσσας και γραμματείας. Το πρόγραμμα έχει υλοποιηθεί ήδη άλλες τρεις φορές, με υψηλά ποσοστά συμμετοχής και εξαιρετικά θετική αξιολόγηση. Το κείμενο της προκήρυξης και η αίτηση συμμετοχής βρίσκονται στην ηλεκτρονική διεύθυνση

http://diaviou.auth.gr/koltsiou_gelk_e-learning_d

ΙΙ. «Τα υμνογραφικά κείμενα της Μεγάλης Εβδομάδος: Γλωσσική προσέγγιση»

ATT00213Το δεύτερο επιμορφωτικό πρόγραμμα επικεντρώνεται στη γλωσσική ανάλυση των υμνογραφικών κειμένων της Μ. Εβδομάδος, τα οποία διακρίνονται τόσο για τον εκφραστικό πλούτο όσο και για το βάθος των θεολογικών νοημάτων. Στοχεύει να συμβάλει στην καλλιέργεια της μεταφραστικής κριτικής ικανότητας των επιμορφουμένων και να επισημάνει την ευρείας έκτασης πρόσληψη και αξιοποίηση του αγιογραφικού και του πατερικού λόγου. Με τη βοήθεια της διεπιστημονικής προσέγγισης, το πρόγραμμα αναδεικνύει τη θεολογία και το μέλος των υμνογραφικών κειμένων, τα πρόσωπα και τα γεγονότα της Μ. Εβδομάδος, καθώς και θέματα λειτουργικά και ποιμαντικά. Το επιμορφωτικό πρόγραμμα υλοποιήθηκε ήδη άλλη μία φορά, με εξαιρετική ανταπόκριση. Το κείμενο της προκήρυξης και η αίτηση συμμετοχής βρίσκονται στην ηλεκτρονική διεύθυνση

http://diaviou.auth.gr/koltsiou_ykme_e-learning_b

Η υλοποίηση των προγραμμάτων στηρίζεται στην μακρόχρονη επιστημονική εμπειρία των διδασκόντων μελών Δ.Ε.Π., στην εξοικείωσή τους με τις αρχές της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης και της εκπαίδευσης ενηλίκων, στην αξιοποίηση πρότυπων μορφών e-Learning και στην άρτια υλικοτεχνική υποδομή του Πανεπιστημίου. Και τα δύο προγράμματα υλοποιούνται αποκλειστικά εξ αποστάσεως και παρέχουν Βεβαίωση Συμμετοχής και Πιστοποιητικό Επιμόρφωσης. Οι διδάσκοντες ευχαριστούμε όλους τους έως σήμερα επιμορφούμενους, οι οποίοι μας ενθάρρυναν στην προσπάθεια να ανοίξουμε δρόμους για την κατανόηση του γλωσσικού θησαυρού που κρύβει η «κιβωτός» των εκκλησιαστικών κειμένων. Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το περιεχόμενο των προγραμμάτων, τη δομή, τη διδακτική μεθοδολογία, τους διδάσκοντες, τον τρόπο αξιολόγησης κτλ. οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να επισκέπτονται την ιστοσελίδα https://hymnologica.com και να επικοινωνούν με τη γραμματεία των προγραμμάτων στη διεύθυνση infoglossa@theo.auth.gr.

Κατηγορίες: ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Προγράμματα Εξ Αποστάσεως Επιμόρφωσης για τη Γλώσσα των Λειτουργικών Κειμένων στο Α.Π.Θ.

Ο χαιρετισμός του Προέδρου του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ, Καθηγητή Παναγιώτη Σκαλτσή στο Διεθνές διεπιστημονικό συνέδριο με θέμα: «Η περιεκτική Οικολογία ως η νέα οδός προς την καταλλαγή»

Διημερίδα_89Κυρίες καὶ Κύριοι Σύνεδροι,

Μελετώντας κανεὶς τοὺς κύριους ἄξονες τοῦ παρόντος Συνεδρίου ἀντιλαμβάνεται ἀμέσως τόσο τὴν πρωτοτυπία του, ὅσο καὶ τὴ βαθύτερη στόχευσή του ποὺ εἶναι ἡ ἀνάδειξη τῆς περιεκτικῆς λεγόμενης οἰκολογίας, μὲ βάση συγκεκριμένα κείμενα, ὅπως ἡ παπική ἐγκύκλιος Laudato si (2015) τοῦ Πάπα Φραγκίσκου καὶ ἡ Ἐγκύκλιος τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας,. Ἡ σύγχρονη αὐτὴ προσέγγιση συνδέει τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὸ περιβάλλον μὲ τὴν θεολογικὴ σκέψη, τὴν πνευματικὴ ζωή καὶ τὴν μέριμνα τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴν εἰρήνη, τὴ δικαιοσύνη καὶ τὴν καταλλαγὴ στὸν κόσμο.

Αὐτὴ ἡ ἀλήθεια βεβαίως, ποὺ φαίνεται καινοφανής, ἐπισημαίνεται καὶ ἀναδεικνύεται μέσα ἀπὸ ὅλα τὰ κείμενα καὶ τὴν ἐμπειρία τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας. Ἡ κτίση καὶ σύμπασα ἡ δημιουργία εἶναι ἔργο τῆς ἀγάπης τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. «… καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς τὰ πάντα, ὅσα ἐποίησεν, καὶ ἰδοὺ καλὰ λίαν», (Γεν. 1, 31), «Τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς» (Ψαλμ. 23, 1).  Ἡ ἀκεραιότητα δὲ τῆς δημιουργίας εἶναι συνυφασμένη μὲ τὴν ἠθικὴ διάσταση καὶ τὴν πνευματικὴ ἀκεραιότητα τοῦ ἀνθρώπου.

Μιλᾶμε γιὰ ὑποταγὴ τῆς κτίσης στὴν ματαιότητα ὡς φυσικὸ ἐπακόλουθο τῆς ἐγωκεντρικῆς σκέψης καὶ συμπεριφορᾶς τοῦ ἀνθρώπου ἔναντι τοῦ Θεοῦ. Γίνεται ἐπίσης λόγος γιὰ ἐλευθερία ἀπὸ τὴ δουλεία τῆς φθορᾶς (Ρωμ. 8, 20-22), γιὰ ἀποκατάσταση τῆς σχέσης Θεοῦ-ἀνθρώπου καὶ κτίσης, γιὰ δημιουργία νέου οὐρανοῦ καὶ καινούργιας γῆς στὴν προοπτικὴ πάντοτε τῆς πρὸς τὰ ἔσχατα πορείας μας (Ἀποκ. 21, 1). Μιᾶς πορείας ποὺ τὴν νοηματοδοτεῖ ἡ πνευματικὴ ζωὴ, ἡ μυστηριακὴ ἐμπειρία, τὸ πνεῦμα τῆς μετανοίας ποὺ μᾶς κάνει νέους ἀνθρώπους ἐν Χριστῷ. Ἀνθρώπους δηλαδὴ μὲ ἀγάπη γιὰ τὸν οἶκο, τὴ δημιουργία, ἀλλὰ καὶ φροντίδα γιὰ τὸν ἔνοικο, δηλαδὴ τὸν ἄνθρωπο.

Ἡ Ἐκκλησία, τὴν πορεία αὐτὴ τῆς μετανοίας καὶ τῆς ἀλλαγῆς συμπεριφορᾶς ἔναντι τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ κόσμου, τὴν νοηματοδοτεῖ μέσα ἀπὸ τὸν ἀσκητικὸ τρόπο ζωῆς καὶ τὴ χριστιανικὴ ἑορτὴ κέντρο τῆς ὁποίας εἶναι ἡ θεία Λειτουργία. Ὁ ἀσκητισμὸς ἐπιστρέφει τὸν ἄνθρωπο στὸ πρωτόκτιστο κάλλος τοῦ παραδείσου καλώντας τον νὰ μεταμορφώνει τὰ πάθη του, νὰ μάχεται τὴν ἀπληστία. Ἡ ἑορτὴ ὡς νίκη τῆς ἁμαρτίας καὶ χαρὰ γιὰ τὴ σωτηρία ἔρχεται νὰ μᾶς θυμίσει τὴ ζωντανὴ σχέση ποὺ πρέπει νὰ ἔχουμε μὲ τὸ μυστήριο τῆς ἐν Χριστῷ οἰκονομίας, τὸ μυστήριο ποὺ μᾶς συμφιλιώνει μὲ τὸ Θεὸ, τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν κόσμο. Ἡ θεία Λειτουργία, θεία Εὐχαριστία ἀνακεφαλαιώνει αὐτὸ τὸ μυστήριο, καὶ φανερώνει τὸ πραγματικὸ μέγεθος τοῦ κόσμου καὶ τῆς κτίσης. Μαρτυρεῖ τὴν ἱερότητα τῆς ὕλης καὶ τὸ λειτουργικο-εὐχαριστησιακὸ καὶ ἁγιαστικὸ προορισμὸ της. Σὲ κάθε Λειτουργία μαθαίνουμε πῶς νὰ ζοῦμε εἰρηνικὰ μεταξὺ μας, πῶς νὰ λειτουργοῦμε ὡς ἄνθρωποι σ’ ἕνα περιβάλλον σχέσης καὶ ἀγάπης μὲ τὸ Θεὸ καὶ τὸ συνάνθρωπο, σ’ ἕνα κλῖμα περιεκτικῆς πράγματι οἰκολογίας. Κάθε γιορτὴ ἐπίσης περνᾶ τὸ ἴδιο μήνυμα, ὅτι τὰ πάντα νοηματοδοτοῦνται σὲ σχέση μὲ τὸ Θεὸ δημιουργὸ καὶ προνοητὴ τοῦ κόσμου. Ὁ οὐρανὸς, ἡ γῆ καὶ τὰ καταχθόνια κηρύσσουν τὴν ἀλήθεια τῆς σάρκωσης καὶ τὸ φῶς τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ (Κανόνας τῆς Ἀναστάσεως).

Δὲν εἶναι μάλιστα τυχαῖο ὅτι ἡ Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία ὅρισε τὴν ρώτη Σεπτεμβρίου, τὴν ἑορτὴ τῆς Ἰνδίκτου καὶ ἀρχὴ τοῦ νέου Ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους, ὡς ἡμέρα «προστασίας τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος» (Συνοδικὴ ἀπόφαση τῆς 6ης Ἰουνίου 1989). Ἡ Ἴνδικτος προβάλλει τὴν ἀλήθεια τῆς ἐν Χριστῷ δημιουργίας καὶ ἀναδημιουργίας τοῦ κόσμου, μὲ σπουδαῖα πνευματικά καὶ οἰκολογικὰ μηνύματα γιὰ τὴν ἐποχὴ μας. Κατ’ αὐτὴν λειτουργεῖται ὁ κόσμος καὶ ἡ Ἐκκλησία εὔχεται ὑπὲρ πάντων ἀνθρώπων, ὑπὲρ προστασίας καὶ διαφυλάξεως τῆς περιβαλλούσης ἡμᾶς φύσεως ἀπὸ φθορᾶς καὶ ἀλλοιώσεων. Πάμπολλα ἐπίσης ὑμνολογικὰ καὶ εὐχολογικὰ κείμενα ἀναφέρονται σ’ αὐτὸ ποὺ σήμερα ὀνομάζουμε «περιεκτικὴ οἰκολογία». Κάνουν λόγο γιὰ τὸν Τριαδικὸ Θεὸ ὡς δημιουργὸ τοῦ κόσμου, ἐκζητοῦν τὸ θεῖον ἔλεος καὶ τὴν εὐλογία τοῦ δημιουργοῦ γιὰ τὴν εὐκοσμία καὶ τὴν καρποφορία τῆς γῆς, ἐμπνέουν τὴν εὐχαριστιακὴ ἀναφορὰ τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν πλάστη του, συνδέουν τὸν ἀγῶνα πρὸς τὴ θέωση μὲ τὴν εὐθύνη μας γιὰ τὴ διάσωση τῆς δημιουργίας, ἀλλὰ καὶ τὴν εἰρηνικὴ συμπόρευση ἀνθρώπου καὶ κόσμου. Ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ ἀνθρώπου στὴν ἀρχικὴ του ὡραιότητα δὲν γίνεται ἔξω ἀπὸ τὸν κόσμο ποὺ τὸν περιβάλλει. Ἡ προσωπικὴ μας μεταμόρφωση συνδέεται καὶ μὲ τὴν τῆς κτίσεως ἀνάπλαση, μὲ τὴν τῶν ἀνθρώπων ἑνότητα, ἀγάπη, δικαιοσύνη καὶ καταλλαγὴ.

Μὲ τὶς σκέψεις αὐτὲς χαιρετίζω τὸ παρὸν Διεθνὲς Συνέδριο

γιὰ τὴν περιεκτικὴ οἰκολογία, συγχαίρω τοὺς διοργανωτὲς του

καὶ εὔχομαι πλήρη εὐόδωση τῶν φιλοδοξιῶν καὶ ἐπιδιώξεών του.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ο χαιρετισμός του Προέδρου του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ, Καθηγητή Παναγιώτη Σκαλτσή στο Διεθνές διεπιστημονικό συνέδριο με θέμα: «Η περιεκτική Οικολογία ως η νέα οδός προς την καταλλαγή»

Ο χαιρετισμός του Κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ, Καθηγητή Μιλτιάδη Κωνσταντίνου στο Διεθνές διεπιστημονικό συνέδριο με θέμα: «Η περιεκτική Οικολογία ως η νέα οδός προς την καταλλαγή»

Αγιασμός_40Τότε θα βόσκει ο λύκος με το αρνί μαζί,

κι η λεοπάρδαλη θα ξεκουράζεται με το κατσίκι αντάμα·

το μοσχάρι, ο ταύρος και το λιοντάρι μαζί θα βόσκουν,

κι ένα μικρό παιδί θα τα οδηγεί·

το βόδι κι η αρκούδα θα βόσκουνε μαζί,

μαζί θα “ναι και τα μικρά τους·

και το λιοντάρι και το βόδι άχυρα θα “χουν για τροφή.

Το νήπιο στην τρύπα της οχιάς,

και στων μικρών της τη φωλιάτο χέρι του θ” απλώνει.

Κανένας δεν θα προξενεί κακό στον άλλο,

ούτε κανέναν θα μπορούν να εξολοθρέψουν στο όρος μου το άγιο,

γιατί η γνώση του Κυρίου θα γεμίσει ολόκληρη τη γη,

καθώς σκεπάζουν τ’ άφθονα νερά τις θάλασσες.

Αν επιχειρούσε κανείς να συνοψίσει μέσα σε λίγες φράσεις όλα όσα η σύγχρονη φιλοσοφική σκέψη οραματίζεται ως προοπτική καταλλαγής της ανθρωπότητας, δύσκολα θα εύρισκε καταλληλότερες από αυτές με τις οποίες ο προφήτης του η΄ π.Χ. αιώνα περιγράφει τη μεσσιανική εποχή. Και δεν είναι η μοναδική περιγραφή· μέσα από πλήθος ζωηρότατων εικόνων τόσο τα αφηγηματικά όσο και τα προφητικά και ποιητικά κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά και τα ερμηνευτικά αυτών κείμενα διάφορων εκκλησιαστικών συγγραφέων διακηρύσσουν σε ποικίλους τόνους ότι αρμονική σχέση ανθρώπου και περιβάλλοντος προϋποθέτει αρμονική σχέση ανθρώπου και Θεού. Στις δύο αφηγήσεις των πρώτων κεφαλαίων της Γενέσεως, όπου παρουσιάζεται η δημιουργία του κόσμου, η ιδέα του ανθρώπου ως διαχειριστή και όχι δυνάστη της φύσης προβάλλεται ιδιαίτερα γλαφυρά. Σύμφωνα με τη δεύτερη αφήγηση, ο Θεός τοποθετεί τον άνθρωπο σε έναν κήπο “ἐργάζεσθαι αὐτὸν καὶ φυλάσσειν” (Γεν 2:15). Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα μια ερμηνεία του σχετικού χωρίου από τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο, γιατί προέρχεται από μια εποχή (ι΄/ια΄  μ.Χ. αιώνας) που απέχει δέκα σχεδόν αιώνες από την εμφάνιση του οικολογικού προβλήματος. Αναλύοντας τη σχετική έκφραση ο Συμεών, τονίζει ότι οι δύο αυτές λέξεις αποτελούν αλληλένδετες έννοιες, που αναφέρονται στα δικαιώματα αλλά και στις υποχρεώσεις του ανθρώπου απέναντι στο περιβάλλον που ζει. Η σωστή σχέση και χρησιμοποίηση της κτίσης, δηλαδή το “ἐργάζεσθαι”, υπονοεί απαραίτητα και το καθήκον της περαιτέρω προστασίας και της συντήρησης της κτίσης, δηλαδή το “φυλάσσειν”. Ο άνθρωπος καλείται να εργάζεται υπεύθυνα και να ασκεί το παραγωγικό και δημιουργικό του έργο ως αντιπρόσωπος και οικονόμος του Θεού, αλλά και ως επιστάτης και φύλακας του φυσικού κόσμου.

Τα παραπάνω δεν αποσκοπούν, βέβαια, στο να δείξουν ότι οι βιβλικοί ή κάποιοι εκκλησιαστικοί συγγραφείς διακατέχονται από οικολογικές ευαισθησίες, αλλά στο ότι, θεωρούμενο το οικολογικό πρόβλημα ως μια μορφή κακού, μπορεί να αντιμετωπιστεί, όπως αντιμετωπίζεται κάθε μορφή κακού από τη Βίβλο, ως πρόβλημα, δηλαδή, σχέσεων.

Με βάση τη βιβλική θεώρηση του κακού, άρα και του οικολογικού προβλήματος, ως προβλήματος σχέσεων, η οποιαδήποτε προσπάθεια αντιμετώπισης της οικολογικής κρίσης θα πρέπει να κινείται προς την κατεύθυνση της αποκατάστασης των σχέσεων που διασπάστηκαν. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι, τουλάχιστον από ορθόδοξη άποψη, η αποκατάσταση αυτή δεν θεωρείται ως ένα ηθικό πρόβλημα, ως μια εντολή αλλαγής στάσης, αλλά συνδέεται στενά με τη θεία ενανθρώπιση και παρουσία του Χριστού στον κόσμο, που δίνει στην κτίση τη δυνατότητα του αγιασμού μέσα από τον εκκλησιασμό του κόσμου -το μπόλιασμα, δηλαδή, στο θεανθρώπινο σώμα του Χριστού- και την ανάδειξη της ύλης σε μετοχή ζωής μέσα στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας. Στον βαθμό που ο άνθρωπος υπερβαίνει τη φθορά και τον θάνατο, τη σχετικότητα του κτιστού κόσμου, στον βαθμό που αποκαθιστά την αληθινή κοινωνία του με τον Θεό, και επομένως με τον συνάνθρωπό του και τον κόσμο, εξαγιάζεται ο ίδιος και δι’ αυτού ολόκληρη η κτίση. Αυτή η διαφορετική θεώρηση των σχέσεων του ανθρώπου με την κτίση, που καθίσταται δυνατή μόνο μέσα από την υπέρβαση του φόβου του θανάτου, ο οποίος είναι ο κύριος υπεύθυνος για την ανάπτυξη σχέσεων ανταγωνισμού, υπόκειται και στο ασκητικό ιδεώδες που η Ορθοδοξία προβάλλει ως τη ριζοσπαστικότερη απάντηση στον σύγχρονο καταναλωτικό τρόπο ζωής, μία, δηλαδή, από τις κύριες αιτίες της οικολογικής κρίσης.

Πρέπει επίσης να τονιστεί, προς αποφυγή παρεξηγήσεων, ότι η θεώρηση της οικολογικής κρίσης ως κρίσης πρωτίστως και προπάντων πνευματικής δεν σημαίνει σε καμιά περίπτωση ότι αυτή μπορεί να αντιμετωπιστεί ατομικά, με την αλλαγή νοοτροπίας κάποιων ανθρώπων, ή χωρίς την ανάληψη συγκεκριμένων δράσεων και κυρίως χωρίς την άμεση παρέμβαση στον τρόπο παραγωγής – κατανάλωσης, στην καρδιά, δηλαδή, της αγοράς.

Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι χωρίς την ανάληψη συγκεκριμένης δράσης προς την κατεύθυνση της ριζικής αλλαγής των υφιστάμενων κοινωνικών δομών και χωρίς συστηματική μελέτη και επεξεργασία κάποιας εναλλακτικής πρότασης για την οικονομία που θα αντικαταστήσει την ισχύουσα οικονομία της αγοράς, οποιαδήποτε συζήτηση για το οικολογικό πρόβλημα θα κινείται στο επίπεδο της θεωρητικής ενασχόλησης.

Πιστεύοντας ακράδαντα ότι τα πορίσματα του παρόντος συνεδρίου θα κινηθούν προς την κατεύθυνση της αναζήτησης τέτοιων εναλλακτικών προτάσεων, σας καλωσορίζω στους χώρους του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και εύχομαι επιτυχία στις εργασίες του Συνεδρίου.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ο χαιρετισμός του Κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ, Καθηγητή Μιλτιάδη Κωνσταντίνου στο Διεθνές διεπιστημονικό συνέδριο με θέμα: «Η περιεκτική Οικολογία ως η νέα οδός προς την καταλλαγή»

Στυλιανός Τσομπανίδης, Παραινέσεις σύγχρονου ευαγγελισμού. Η οικουμενική συναίνεση για την υπεράσπιση της ζωής του σύμπαντος κόσμου: μια προσέγγιση των κειμένων του Πάπα Φραγκίσκου Α΄ και του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών

ΙΔ Συμπόσιο_357

Η εισήγηση του Αναπληρωτή Καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ στο ΙΔ΄ Διαχριστιανικό Συμπόσιο με θέμα «Ευαγγελισμός και Επανευαγγελισμός στην Ευρώπη του 21ου αιώνα» στη Θεσσαλονίκη                                   

  1. Ιδιότητες του σύγχρονου ευαγγελισμού

Στον τίτλο της εισήγησής μου η λέξη κλειδί, όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, είναι το επίθετο «σύγχρονος». Σύγχρονος, δηλαδή συγκαιρινός, αυτός που ανήκει στο παρόν, που συμβαδίζει με την εποχή του, τις τάσεις ή τις εξελίξεις που εμφανίζονται σε αυτήν ή την χαρακτηρίζουν. Το επίθετο «σύγχρονος» στην περίπτωσή μας συνοδεύει και προσδιορίζει το ουσιαστικό «ευαγγελισμός» αποδίδοντάς του κάποια ή κάποιες ιδιότητες. Η πρώτη ιδιότητα που του αποδίδει το επίθετο είναι ότι ο λόγος του Ευαγγελίου, το χριστιανικό μήνυμα, προσλαμβάνει σήμερα την ανθρώπινη «σάρκα», που λέγεται π.χ. γλώσσα, πολιτισμός, ταυτότητα και τρόπος σκέψης των λαών, για να γίνει προσιτό και κατανοητό από τους ανθρώπους στους οποίους απευθύνεται, έτσι ώστε να μπορέσει να επιτελέσει τη σωστική και θεραπευτική του αποστολή. Αυτή η λειτουργία βασίζεται στη θεμελιώδη αρχή της Σάρκωσης του Λόγου, στο ότι προκειμένου να επιτελέσει το σωτηριώδες έργο του «ο Λόγος σάρξ εγένετο και εσκήνωσε εν ημίν» (Ιω 1, 14). Στην περίπτωση αυτή έχουμε να κάνουμε με μια θεολογία σαρκούμενη, που προσλαμβάνει τη «σάρκα» του καιρού της, διακρίνεται για την ευαισθησία της απέναντι στις ιστορικές και κοινωνικές συντεταγμένες και διαλέγεται με τις εκάστοτε και εκασταχού ευρύτερες πολιτισμικές πραγματικότητες της εποχής της. Επίσης έχουμε να κάνουμε με μια Εκκλησία που ερμηνεύει συνεχώς το θείο Λόγο στα δεδομένα του σύγχρονου και μεταβαλλόμενου κόσμου, ενσαρκώνει αενάως τον λόγο της στη γλώσσα του και πραγματοποιεί έξοδο από τον εαυτό της προς συνάντηση, ευαγγελισμό και μεταμόρφωσή του (βλ. EG κεφ. Α΄, «Η Εκκλησία σε έξοδο», §§ 20-24. Πρβλ. Ν. Ματσούκας, Οικουμενική Κίνηση: Ιστορία-Θεολογία, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2003, σσ. 23, 262-263, 267 και Στ. Τσομπανίδης «‘Η Εκκλησία ως διαρκής έξοδος’. Η οικουμενικότητα της Ορθοδοξίας κατά τον Νίκο Ματσούκα», στο: του ίδιου, «Υπέρ της Οικουμένης»: Μελέτες για την Οικουμενική Κίνηση και την αποστολή της Εκκλησίας στο σημερινό κόσμο, Εκδόσεις Ostracon, Θεσσαλονίκη 2014, 611-626).

Υπό την έννοια αυτή ο σύγχρονος ευαγγελισμός αποκτά και μια άλλη ουσιαστική ιδιότητα: είναι προφητικός-εσχατολογικός. Αυτή την ιδιότητά του, που την είχε απολέσει με την πάροδο του χρόνου -γιατί κατά κανόνα οι πιστοί προτιμούν να είναι «βασιλείς» και «ιερείς» και όχι «προφήτες»- ο ευαγγελισμός την ξαναποκτά σήμερα, και έτσι διαφοροποιείται δραστικά από την κλασική, στενή, αντίληψη και πράξη του ευαγγελισμού. Αυτό που έχει κερδίσει η παγκόσμια χριστιανική κοινότητα μετά τη δεκαετία του 1960 -μετά τη Β΄ Βατικανή Σύνοδο και την Δ΄ Γενική Συνέλευση του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (=ΠΣΕ) στην Ουψάλα το 1968- και ιδίως τα τελευταία χρόνια, είναι η εγρήγορση της προφητικής συνείδησης, η ικανότητά της δηλαδή να εντάσσεται οργανικά στο ιστορικό γίγνεσθαι και να ερμηνεύει ανά πάσα στιγμή τα εκάστοτε αιτήματά του. Όπως πολύ σωστά έχει διατυπωθεί, η ουσία του προφητικού λόγου δεν είναι «η προαγγελία των γεγονότων που πρόκειται να συμβούν, αλλά η κατανόηση της πορείας της Ιστορίας και του συγκεκριμένου ιστορικού χρέους που συνδέεται με την κάθε στιγμή» (Χ. Γιανναράς, Κρίση της προφητείας, 42010, σ. 27) .

Πιο συγκεκριμένα, αυτό σήμερα σημαίνει την ικανότητα της Εκκλησίας να ταυτίζεται με τους ανθρώπους που ανησυχούν, αγωνιούν, αγωνίζονται, ελπίζουν και φοβούνται και ιδιαίτερα με αυτούς που ένας άδικος κόσμος τους καθιστά «άφωνους», φτωχούς και αποκλεισμένους. Επίσης, σημαίνει η Εκκλησία να παίρνει συνειδητά και δραστικά το μέρος των ενδεών, των αδυνάτων, των δεινοπαθούντων, των καταπιεσμένων εναντίον των δυνάμεων που τους κρατούν σε αυτή την κατάσταση (πρβλ. Κουάμε Τζ. Λάμπι, «Αδικία και προφητικός ευαγγελισμός», στο Εμμ. Κλάψης (επιμ.), Ορθόδοξες Εκκλησίες σε έναν πλουραλιστικό κόσμο. Ένας οικουμενικός διάλογος, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2006, 311-315). Προς αυτή την προοπτική έχει μεγάλη σημασία, λοιπόν, που προσφάτως η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθόδοξης Εκκλησίας επισήμανε ότι «η Εκκλησία του Χριστού καλείται να επαναδιατυπώση και φανερώση την προφητικήν μαρτυρίαν της εις τον κόσμον, στηριζομένη εις την εμπειρίαν της πίστεως, υπενθυμίζουσα εν ταυτώ και την πραγματικήν αποστολήν αυτής, δια της καταγγελίας της Βασιλείας του Θεού» («Η αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας εν τω συγχρόνω κόσμω», ΣΤ΄ § 9).

Ο σύγχρονος ευαγγελισμός έχει εγ­κα­ταλείψει την ιμ­πε­ρι­α­λι­στι­κή και ε­πε­κτα­τι­κή τα­κτι­κή της χρι­στι­α­νι­κής ι­ε­ρα­πο­στο­λής του 19ου αι­ώ­να αλ­λά και των αρ­χών του 20ού και υι­ο­θετεί μι­α πε­ρισ­σό­τε­ρο πε­ρι­ε­κτι­κή και δυναμική συμ­πε­ρι­φο­ρά της χρι­στι­α­νι­κής μαρ­τυ­ρί­ας και αποστολής στον κόσμο. Απομακρύνεται από την τακτική της στρατολόγησης όλο και περισσότερων ανθρώπων, τακτική που είναι γνωστή σε ευαγγελικούς (evangelical) προτεσταντικούς κύκλους με το γνωστό σλόγκαν «κατακτώντας τις ψυχές που βρίσκονται στο σκοτάδι» («winning the souls in darkness») και αντιλαμβάνεται το έργο του όχι πλέον περιορισμένο μόνο στη σφαίρα της προσωπικής ζωής και ως κατάκτηση ατομικών ψυχών, αλλά ως κατάφαση και κατάκτηση της ζωής απέναντι σε θανατηφόρες δυνάμεις και δομές και απευθύνει το λόγο του Θεού και τα «καλά νέα» σε κάθε πτυχή της ανθρώπινης ζωής, της κοινωνίας και της δημιουργίας. Ιδιαίτερα, έχει γίνει αντιληπτό ότι η Εκκλησία όχι μόνο δεν πρέπει να ενεργεί ως θεσμός του κόσμου τούτου, αλλά οφείλει να αντιμετωπίζει κριτικά τους θεσμούς του και προφητικά να καταγγέλλει τις άδικες δομές του.

Ο αυθεντικός ευαγγελισμός, λοιπόν, περιλαμβάνει τόσο τη μαρτυρία, όσο και την ανιδιοτελή αγαπητική διακονία και το μεταμορφωτικό έργο της Εκκλησίας.  Συνδέεται επίσης με την εσχατολογική προσδοκία «καινού ουρανού και καινής γης» (Απ 21,1), καθώς και με το χρέος του πιστού «να γίνεται πλησίον» παντός ανθρώπου  (Λκ 10,36), ιδίως του ενδεούς, σύμφωνα με το πρώτο κήρυγμα του Ιησού στη Ναζαρέτ και με την παραβολή της Τελικής Κρίσεως στο κατά Ματθαίον 25,31-46.

Δεν χρειάζεται να αναφερθεί εδώ ότι ο πρόσφατος επαναπροσδιορισμός της ευαγγελικής κλίσης της Εκκλησίας ως διακονίας, ως καταλλαγής και ανανέωσης όλης της δημιουργίας προϋποθέτει την καταδίκη του προσηλυτισμού ό­χι μό­νο με­τα­ξύ χρι­στια­νών δι­α­φο­ρε­τι­κών δογ­μά­των, αλ­λά και προς τους πι­στούς άλ­λων ζων­τα­νών θρη­σκευ­μά­των. Αυτό που τονίζεται πλέον είναι ότι αυθεντικός ευαγγελισμός βασίζεται  στην ταπεινοφροσύνη  και στο σεβασμό όλων των ανθρώπων και ανθίζει σε διαλογικό περιβάλλον. Επίσης, συνδέεται με την αλληλεγγύη. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, ο σύγχρονος ευαγγελισμός πάει πιο πέρα από την αντίληψη ότι θα πρέπει να απευθύνεται σε όσους δεν έχουν γνωρίσει το Χριστιανισμό και το κοσμοσωτήριο έργο του (ευαγγελισμός) ή ακόμη ότι απευθύνεται σε ανθρώπους που έχουν κάποια γνώση, μνήμη ή εμπειρία από τη χριστιανική πίστη (επανευαγγελισμός).

Με λίγα λόγια, ο σύγχρονος ευαγγελισμός δεν στο­χεύ­ει πρω­ταρ­χι­κά στη δι­ά­δο­ση δι­α­νο­η­τι­κών α­λη­θει­ών, δογ­μά­των, η­θι­κών ε­πι­τα­γών, ούτε στην κατά κόσμον επιτυχία στο έργο της οποιασδήποτε ιεραποστολικής εταιρείας ή Εκκλησίας, ούτε στην απλή αριθμητική ποσοτική αύξηση των ατομικών μεταστροφών. Σκοπός είναι η δι­α­κο­νί­α του κό­σμου εν τα­πει­νώ­σει, η αι­σθη­το­ποί­η­ση της πα­ρου­σί­ας του Θε­ού, ο ο­ποί­ος εί­ναι α­γά­πη, η φανέρωση της Βασιλείας του Θεού· σκοπός είναι, πριν από οτιδήποτε άλλο, η ποιοτική ανανέωση των χριστιανικών κοινοτήτων προκειμένου να δώσουν παραδειγματική προφητική μαρτυρία μέσα σε συγκεκριμένες ιστορικές, κοινωνικές, πολιτιστικές και θρησκευτικές συνάφειες για τη δικαιοσύνη, την ειρήνη και την ακεραιότητα της δημιουργίας.

ΙΔ Συμπόσιο_21

  1. Η οικουμενική συναίνεση για την υπεράσπιση της ζωής του σύμπαντος κόσμου

Ο σύγχρονος ευαγγελισμός, όπως περιγράφηκε παραπάνω και όπως αναπτύχθηκε μέσα από τις επαφές και τη στενή συνεργασία των χριστιανικών Εκκλησιών από το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα και μετά, θα γνωρίσει την καλύτερή του στιγμή όταν σχεδόν ταυτόχρονα με τις Δηλώσεις και τις αποφάσεις της Ι΄ Γενικής Συνέλευσης του ΠΣΕ στο Μπουσάν της Ν. Κορέας τον Νοέμβριο του 2013[1] ο Πάπας Φραγκίσκος θα εκδώσει την πρώτη του Αποστολική Παραίνεση «Evangelii Gaudium» (Η χαρά του Ευαγγελίου) [παραπέμπεται ως EG ] και λίγο μετά, τον Μάιο του 2015, θα δώσει στη δημοσιότητα τη δεύτερη Εγκύκλιο «Laudato si’» («Δοξασμένος να’ σαι») με υπότιτλο «Για τη φροντίδα του κοινού μας οίκου» [παραπέμπεται ως LS ].

Το πιο ελπιδοφόρο γεγονός σήμερα και αυτό που είναι εντελώς νέο και αρχίζει να αποκτά ιστορική σημασία είναι ότι για πρώτη φορά μετά την έναρξη των διαχριστιανικών επαφών κατά τον προηγούμενο αιώνα φαίνεται να υπάρχει μια εκπληκτική οικουμενική συμφωνία, τόσο στον τρόπο που διαβάζονται από την παγκόσμια χριστιανική κοινότητα τα «σημεία των καιρών» -δηλαδή η πρωτοφανής κρίση που περνάει η ανθρωπότητα και η γη και εκδηλώνεται ως οικονομική, επισιτιστική, κοινωνική και οικολογική κρίση- όσο και στην αφύπνιση της αίσθησης του επίκαιρου χρέους και της αποφασιστικότητας για κοινή δράση, προκειμένου αφενός να καταπολεμηθούν τα αίτια και αφετέρου να αποτραπούν καταστροφικές συνέπειες της παρούσας κατάστασης για τον «κοινό οίκο».

Θα ήταν παράλειψη εάν δεν τονιζόταν εδώ η σημασία που έχουν για το γενικότερο κλίμα της οικουμενικής συναίνεσης που έχει διαμορφωθεί, αλλά και για τη διατύπωση μιας δυναμικής, προφητικής, έννοιας του ευαγγελισμού, τα κορυφαία γεγονότα των συναντήσεων του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου και του Πάπα Ρώμης Φραγκίσκου στα Ιεροσόλυμα και στην Κωνσταντινούπολη εντός του έτους 2014 και στη Λέσβο τον Απρίλιο του 2016, παρουσία και του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερωνύμου. Τα μηνύματά τους, οι δηλώσεις τους και οι κοινές διακηρύξεις τους σηματοδοτούν την προσπάθεια των Εκκλησιών να διακρίνουν τον «καιρό», με τη βιβλική έννοια του όρου, να διαγνώσουν δηλαδή στην κατάλληλη χρονική στιγμή (ευ-καιρία) τις προκλήσεις απέναντι στις οποίες αυτές βρίσκονται, έτσι ώστε να οδηγηθούν σε διάκριση, κοινή απόφαση και πράξη.

ΙΔ Συμπόσιο_358

α. Βασικά σημεία συμφωνίας

Η συμφωνία των κειμένων του Πάπα Φραγκίσκου και των Εκκλησιών-μελών του ΠΣΕ εκφράζεται στις παρακάτω βασικές δηλώσεις τους:

  1. Ο ευαγγελισμός συνδέεται στενά με την υπόσχεση της Βασιλείας του Θεού και με τη διακήρυξη και βίωση των αξιών της. Με τα λόγια του Πάπα Φραγκίσκου διατυπωμένο: «Ευαγγελίζομαι σημαίνει καθιστώ παρούσα μέσα στον κόσμο τη Βασιλεία του Θεού» (EG § 176. Πρβλ. Ιεραποστολή, passim). Γι’ αυτό όλες οι αποφάσεις της Ι΄ Γενικής Συνέλευσης του ΠΣΕ συγκλίνουν στην πρόταση-κλήση προς όλες τις Εκκλησίες -ενώπιον των οικονομικών, οικολογικών, κοινωνικών και πνευματικών προκλήσεων- να πραγματοποιήσουν έως την επόμενη Γενική Συνέλευση μια «προσκυνηματική πορεία για δικαιοσύνη και ειρήνη» («Pilgrimage of Justice and Peace»): «Η Συνέλευση σας καλεί να έρθετε μαζί μας σε προσκυνηματική πορεία. Είθε οι εκκλησίες να είναι κοινότητες θεραπείας και ευσπλαχνίας και είθε εμείς να σπέρνουμε την Καλή Αγγελία, ώστε να καλλιεργείται η δικαιοσύνη και η υπερέχουσα ειρήνη του Θεού να εξαπλώνεται στον κόσμο» (Μήνυμα, §§ 5, 6).
  2. Η αυξανόμενη ανισότητα και αδικία, που έχουν τις ρίζες τους στο σημερινό οικονομικό σύστημα, συνδυάζονται με τον ξέφρενο καταναλωτισμό και την παγκοσμιότητα της αδιαφορίας για τους φτωχούς και το περιβάλλον (EG §§ 54,59, 60. Πρβλ. Ιεραποστολή §§ 7, 23, 31 και LS § 203). Με απαράμιλλο τρόπο ο Πάπας Φραγκίσκος το διατυπώσει αυτό με την περίφημη φράση: «αυτή η οικονομία φονεύει» (EG § 53) και ανθρώπους και γη (πρβλ. LS § 61: το παγκόσμιο σύστημα είναι μη βιώσιμο»).
  3. Γι’ αυτό είναι χρέος των χριστιανών να αφουγκραστούν το στεναγμό και των φτωχών και της γης (Ιεραποστολή, §§ 19, 46 και Οικονομία, passim). Προς αυτή την προοπτική χρειάζεται μια σφαιρική και περιεκτική (integral) προσέγγιση, η οποία θα λαμβάνει υπόψη της και το περιβάλλον και την κοινωνία και την οικονομία (LS 49, και κεφ. IV, ιδίως § 139).
  4. Με τον τρόπο αυτό ο ευαγγελισμός προσλαμβάνει ευρεία έννοια, συνδέει το σύνολο της ζωής, όλη την οικουμένη, ανοίγεται στην κοσμική ενότητα σύνολης της δημιουργίας του Θεού (Ιεραποστολή, §§ 4, 61).
  5. Προτείνεται μια «μεταμορφωτική πνευματικότητα», η οποία θα προασπίζεται τη ζωή και θα συνδέεται με την αλληλεγγύη που σκέπτεται και δρα με όρους κοινότητας, υπηρετεί την οικονομία της ζωής του Θεού και όχι του Μαμωνά, μοιράζεται τη ζωή με άλλους στο τραπέζι του Θεού, αντί να ικανοποιεί την ατομική απληστία και την οικειοποίηση των αγαθών από λίγους (EG § 188. Πρβλ. Ιεραποστολή, §§ 29-35, Διακονία, §§ 16-22 και Οικονομία, § 7 ).
  6. Τα πρώτα υποκείμενα -και όχι αντικείμενα φιλανθρωπικής δραστηριότητας- της μεταμόρφωσης και του αγώνα για δικαιοσύνη είναι τα θύματα του συστήματος, οι φτωχοί και οι αποκλεισμένοι. Αυτό εκφράζει η πρόταση «αποστολή από το περιθώριο» (Mission from the Margins) (Ιεραποστολή, §§ 36-54 και Διακονία, §§ 8-15). Ο νέος ευαγγελισμός, όπως επισημαίνεται, υπογραμμίζει την «ανάγκη να αφήνουμε όλοι τον εαυτό μας να μας ευαγγελίζονται» οι φτωχοί και αποτελεί «μια πρόσκληση να αναγνωρίσουμε η σωστική δύναμη των υπάρξεών τους και να τις θέσουμε στο κέντρο της πορείας της Εκκλησίας» (EG § 198). Αυτό ισχύει και για «άλλα ευάλωτα και ανυπεράσπιστα όντα μέσα σε όλη τη δημιουργία που παραμένουν στο έλεος των οικονομικών συμφερόντων ή μιας χρήσης χωρίς διάκριση» (EG § 215).
  7. Η «μεταμορφωτική πνευματικότητα» που μεριμνά για τη ζωή του σύμπαντος κόσμου έχει τη ρίζα της στην ευχαριστία, η οποία είναι από μόνη της μια πράξη της κοσμικής αγάπης, συνδέει ουρανό και γη και περιλαμβάνει όλη τη δημιουργία. Η ευχαριστία συνεχίζεται στον κόσμο ως «λειτουργία μετά τη Λειτουργία» με σκοπό την απελευθέρωση των ανθρώπων και της φύσης από την αδικία, την εκμετάλλευση, την αγωνία (βλ. κυρίως LS §§ 222, 227, 231, 235, 236, 237. Πρβλ. Ιεραποστολή, §§ 17, 29, 59, 85, Διακονία, § 4 και «Εγκύκλιος της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας», § 6).

Η συμφωνία που υπάρχει σήμερα στην οικουμένη στο θέμα της προάσπισης της ζωής σε όλη την κτιστή δημιουργία, ιδιαίτερα των πιο εύθραυστων, ευάλωτων και ανυπεράσπιστων πλασμάτων, παρουσιάζεται ως μια μεγάλη ευκαιρία για την παγκόσμια Χριστιανοσύνη σε όλες τις παραδόσεις και σε όλα τα επίπεδα να συμμετάσχει σε μια κοινή προσπάθεια και να εφαρμόσει στην πράξη όλες τις διακηρύξεις της.

ΙΔ Συμπόσιο_381

β. Από τα λόγια στην προφητική πράξη

Στο ενδιαφέρον να μη μείνουν οι δηλώσεις μόνο στα λόγια και οι διακηρύξεις να εφαρμοστούν στην πράξη έγκειται η σημαντική συμβολή του σύγχρονου ευαγγελισμού με τα προφητικά στοιχεία όπως αναπτύχθηκαν παραπάνω. Ο προφητικός ευαγγελισμός έχει συνείδηση του κινδύνου να ακούει ο πιστός το μήνυμα του Ευαγγελίου απλώς από συνήθεια, μηχανικά και χωρίς επίπτωση στη ζωή του και στην κοινότητά του. Γι’ αυτό πρεσβεύει ότι ο Λόγος του Θεού που δεν βρίσκει στον/ην αδελφό/η την μόνιμη προέκταση στην πραγματικότητα δεν έχει κατανοηθεί σωστά και πνίγεται σε μια «θάλασσα από λόγια» και μάλιστα από πιστούς που τους απασχολεί μόνο μην υποπέσουν σε δογματικά σφάλματα και δεν τους απασχολεί να ακολουθήσουν τα χνάρια του Ιησού, ο οποίος με λόγια και έργα έδειξε την πορεία της διακονίας του «άλλου». Αυτή η στάση οδηγεί σε μια παθητικότητα, συγκατάβαση ή και συνενοχή με αφόρητες καταστάσεις αδικίας και με πολιτικά καθεστώτα που τις διατηρούν (EG §§ 179, 194, 199). Ο «άσαρκος» ευαγγελισμός υπηρετεί συχνά απλώς το status quo, αντί να αντιστέκεται σε καταπιεστικές και απάνθρωπες δομές και ιδεολογίες που βρίσκονται σε αντίθεση με τις αξίες της Βασιλείας του Θεού. Υπογραμμίζεται στη Διακήρυξη του ΠΣΕ «Μαζί προς τη ζωή: Ιεραποστολή και Ευαγγελισμός σε τοπία που αλλάζουν»: «Παρά το γεγονός ότι το Ευαγγέλιο τελικά είναι καλή αγγελία για όλους, ταυτόχρονα είναι κακή είδηση για εκείνες τις δυνάμεις που προωθούν το ψέμα, την αδικία και την καταπίεση. Υπό την έννοια αυτή το Ευαγγέλιο περιλαμβάνει επίσης μια προφητική κλήση, η οποία απαιτεί από εμάς εν ελπίδι και αγάπη να αντιμετωπίσουμε με την αλήθεια τους ισχυρούς (Πράξ 26,25· Κολ 1,5· Εφ 4,15). Το Ευαγγέλιο ελευθερώνει και μεταμορφώνει» (§ 91). Στο τέλος του ίδιου κειμένου, κάτω από τον τίτλο «Γιορτή της ζωής», διατυπώνονται συνοπτικά βασικές σκέψεις, οι οποίες παρουσιάζουν ομοιότητα με βασικές επίσης θέσεις των παραινέσεων «Evangelii Gaudium» και «Laudato si’» του Πάπα Φραγκίσκου. Από τις πιο αντιπροσωπευτικές είναι οι εξής αναφορές: «Διακηρύσσουμε ότι η οικονομία του Θεού βασίζεται στις αξίες της αγάπης και της δικαιοσύνης για όλους και ότι η μεταμορφωτική αποστολή αντιστέκεται στην ειδωλολατρία της οικονομίας της ελεύθερης αγοράς… Η αποστολή σε αυτή τη συνάφεια χρειάζεται να λειτουργεί ως αντι-κουλτούρα και να προσφέρει εναλλακτικές σε τέτοιου τύπου ειδωλολατρικούς οραματισμούς, αφού η αποστολή ανήκει στο Θεό της ζωής, της δικαιοσύνης και της ειρήνης και όχι σε αυτόν τον ψεύτικο θεό, που φέρνει πόνο και δυστυχία στον άνθρωπο και στη φύση. Έργο της αποστολής, λοιπόν, είναι να καταγγείλει την απληστία και να συμμετάσχει και να εφαρμόσει τη θεία Οικονομία της αγάπης, του μοιράσματος και της δικαιοσύνης» (§ 108).

ΙΔ Συμπόσιο_399

γ. Η σύνδεση της πνευματικότητας με τη δικαιοσύνη, την ειρήνη και την ακεραιότητα της δημιουργίας

Σε όλες τις δηλώσεις και τις παραινέσεις του σύγχρονου ευαγγελισμού που παρουσιάζουμε υπογραμμίζεται με έμφαση ότι στο έργο αυτό μπορεί να συμβάλει ο τεράστιος πλούτος της χριστιανικής πνευματικότητας, η οποία δεν θεωρείται χωριστά από την ύλη, τη φύση ή τις πραγματικότητες αυτού του κόσμου. Ο σύγχρονος ευαγγελισμός επανασυνδέει την προσευχή και τα μυστήρια με τον αγώνα για τη δικαιοσύνη και με την κοινωνική και περιβαλλοντική μέριμνα. Αυτό το ονομάζει ο Πάπας Φραγκίσκος πολύ σωστά «περιεκτική οικολογία» και φέρνει ως έμπρακτο παράδειγμα τον άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης λέγοντας: «Αυτός ήταν ένας μυστικός και ένας προσκυνητής, που έζησε με απλότητα και σε μια θαυμάσια αρμονία με το Θεό, με τους άλλους, με τη φύση και με τον εαυτό του. Αυτός μας φανερώνει πόσο αδιάσπαστος είναι ο δεσμός ανάμεσα στη μέριμνα για τη φύση, τη δικαιοσύνη για τους φτωχούς, τη στράτευση στην κοινωνία και την εσωτερική ειρήνη» (LS § 10).

Πραγματικά είναι ελπιδοφόρο και ενθαρρυντικό το γεγονός ότι για πρώτη φορά μετά τη δεκαετία του 1980 -με τη «συνοδική πορεία αμοιβαίας υποχρέωσης για δικαιοσύνη, ειρήνη και ακεραιότητα της δημιουργίας»/JPIC στο ΠΣΕ- Πάπας υπογραμμίζει με τόση έμφαση ότι «ειρήνη, δικαιοσύνη και ακεραιότητα της δημιουργίας είναι απολύτως συνδεδεμένα θέματα» (LS § 92) και συμβάλλει ώστε να υπάρχει μια συνολική οικουμενική συμφωνία ότι τα ζητήματα της δικαιοσύνης, της ειρήνης και της ακεραιότητας της δημιουργίας δεν είναι απλώς δευτερεύοντα κοινωνικά και οικονομικο-πολιτικά προβλήματα της ανθρώπινης ζωής, αλλά θέματα που αφορούν και συνδέονται με την πίστη και τη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας και αποτελούν συστατικά του Ευαγγελίου και όχι απλές συστάσεις του.

Είναι κεφαλαιώδους σημασίας το ότι η Επιτροπή «Πίστη και Τάξη» του ΠΣΕ, στην οποία συμμετέχει και η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, στη «Δήλωση περί Ενότητας: Το Δώρο και η Κλήση του Θεού προς την Ενότητα και η δική μας δέσμευση» που επεξεργάστηκε και παρουσίασε στη Γενική Συνέλευση του Μπουσάν συνδέει, ήδη από τις πρώτες παραγράφους, το ζήτημα της Ενότητας της Εκκλησίας με το ζήτημα της ενότητας της ανθρωπότητας ή ακριβέστερα με το ερώτημα της ζωής και του θανάτου της ανθρωπότητας και της δημιουργίας: «Κοινωνική και οικονομική αδικία, φτώχεια και πείνα, πλεονεξία και πόλεμος ρημάζουν τον κόσμο μας. Υπάρχει βία και τρομοκρατία… Λαοί εκτοπίζονται και οι τόποι τους περνούν σε άλλα χέρια. Πολλές γυναίκες και παιδιά είναι θύματα βίας, ανισότητας και εμπορίας ανθρώπων, όπως και μερικοί άνδρες. Υπάρχουν οι περιθωριοποιημένοι και αποκλεισμένοι… Η κτίση έχει περιπέσει σε κακές χρήσεις και αντιμετωπίζουμε απειλές στην ισορροπία της ζωής, μια διογκούμενη οικολογική κρίση και τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής… Η ενότητα της Εκκλησίας, η ενότητα της ανθρώπινης κοινότητας και η ενότητα όλης της δημιουργίας είναι αλληλένδετες. Ο Χριστός, ο οποίος μας ενώνει, μας καλεί να ζούμε εν δικαιοσύνη και ειρήνη και επιτάσσει να συνεργαζόμαστε για δικαιοσύνη και ειρήνη στον κόσμο του Θεού» (§§ 2, 13).

ΙΔ Συμπόσιο_270

δ. Ο σύγχρονος ευαγγελισμός απευθύνεται «σε κάθε άνθρωπο» για συνεργασία

Οι Εκκλησίες αναγνωρίζουν, όπως ομολογούν οι ίδιες, ότι «… η απουσία ενότητας μεταξύ μας υπονομεύει τη μαρτυρία μας περί του Καλού Αγγέλματος του Ιησού Χριστού και καθιστά λιγότερο αξιόπιστη την μαρτυρία μας περί της ενότητας, την οποία ο Θεός επιθυμεί για όλους» (Δήλωση περί Ενότητας § 14. Πρβλ. EG §§ 244, 246). Ενώπιον της επιδείνωσης της οικονομικής, κοινωνικής και κλιματικής κρίσης, της αλληλεξάρτησης και της παγκοσμιότητας των προβλημάτων, εκτιμάται πλέον ότι η παραμορφωμένη μαρτυρία μιας διαιρεμένης και αναποφάσιστης Χριστιανοσύνης δεν ικανοποιεί κανέναν και δεν είναι «καλή μαρτυρία». Κρίνεται λοιπόν ε­πι­τα­κτι­κή και υπερε­πεί­γου­σα α­νά­γκη οι Εκ­κλη­σί­ες να εκδηλώσουν την ευθύνη και την αποστολή τους στον κόσμο με μί­α φω­νή και με κοινή συγκεκριμένη δράση και έτσι να ενισχυθεί και να αυξηθεί η σημερινή υπάρχουσα, αλλά ατελής, «κοινωνία των Εκκλησιών». Στη «Δήλωση περί Ενότητας» της Επιτροπής «Πίστη και Τάξη» αναφέρεται ρητά: «Αναγνωρίζουμε ολοένα και περισσότερο ότι καλούμαστε να μοιρασθούμε διάφορα με ετεροδόξους και να διδαχθούμε από αυτούς, να εργασθούμε μαζί τους σε κοινές προσπάθειες για δικαιοσύνη και ειρήνη και για την προστασία της ακεραιότητας της όμορφης αλλά οδυνηρώς πληγωμένης δημιουργίας του Θεού. Οι εμβαθυνόμενες αυτές σχέσεις φέρνουν νέες προκλήσεις και διευρύνουν την κατανόηση και συνεννόησή μας… Πολύ δύσκολα είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι δίνουμε αξιόπιστο μήνυμα όσο παραμένουν οι εκκλησιαστικοί μας διχασμοί…» (§§ 3, 11. Πρβλ. EG § 244, 246). Ακολουθώντας μάλιστα τη μακρά παράδοση του ΠΣΕ, από τη δεκαετία του 1960, και του δρόμου που άνοιξε η Β΄ Βατικανή Σύνοδος στους διαθρησκειακούς διαλόγους και έχοντας επίγνωση πόσο επιτακτική και επείγουσα είναι η διαθρησκειακή συνεργασία σήμερα, η ίδια Δήλωση (προσ)καλεί τους χριστιανούς «να καταστήσουν την ευημερία όλων των λαών και των πλασμάτων δική τους υπόθεση, συστρατευόμενοι με ανθρώπους άλλων δογμάτων ή και κανενός δόγματος, όπου αυτό είναι δυνατό» (§ 12).

Η πρόταση για συστράτευση με ανθρώπους άλλων δογμάτων ή και κανενός δόγματος, όπου αυτό είναι δυνατό, έχει μεγάλη σημασία και ανοίγει τους ορίζοντες του σύγχρονου ευαγγελισμού ακόμη περισσότερο.

Στο θέμα αυτό έχει εξαιρετική αξία μια αλλαγή που σημειώνεται σήμερα και αφορά στη διεύρυνση των αποδεκτών των παραινέσεων και εγκυκλίων από την έκκληση «προς όλους τους ανθρώπους καλής θελήσεως» στην έκκληση «σε κάθε άνθρωπο», ακόμη και σε ανθρώπους κακής θελήσεως θα λέγαμε, αφού η γη είναι το κοινό σπίτι όλων και τα αγαθά προορίζονται για όλους. Επομένως πρέπει να ζήσουν πραγματικά όλοι μέσα σε αυτό το σπίτι και από αυτό. Διαφορετικά η ανισότητα θα καταστρέφει και τις ανθρώπινες σχέσεις και θα αποσαρθρώνει τα θεμέλια του κοινού σπιτιού (πρβλ. LS §§93-95 και EG §§ 59, 183 και Ανοιχτοί Ορίζοντες, τεύχ. 1095, 2015, σ. 13).

ΙΔ Συμπόσιο_375

Συμπερασματική παρατήρηση

Η οικουμενική συναίνεση και συνεργασία με σκοπό της υπεράσπιση της ζωής του σύμπαντος κόσμου όχι μόνο είναι σύμφωνη με το άγγελμα του Ευαγγελίου και την προσπάθεια των χριστιανών να ζήσουν σύμφωνα με τις αξίες της Βασιλείας του Θεού, αλλά θυμίζει στην κοινωνία κατά τρόπο ρεαλιστικό το θέλημα του Θεού και μπορεί να επιβεβαιώσει ότι η κοινή φωνή των χριστιανών έχει μεγαλύτερη απήχηση από μια μεμονωμένη φωνή. Μπορεί, επίσης, να αποτελέσει ένα ελκυστικό παράδειγμα συνεργασίας για τον υπόλοιπο κόσμο (πρβλ. Ut Unum Sint §§ 40, 43, 76). Μόνο με τον τρόπο αυτό θα μπορέσουν οι χριστιανοί, όπως με αισιοδοξία υπογραμμίζεται στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθόδοξης Εκκλησίας, να προσφέρουν στο σύγχρονο κόσμο «την ελπίδα και βεβαιότητα ότι το κακόν, υπό οιανδήποτε μορφήν, δεν έχει τον τελευταίον λόγον εις την ιστορίαν και δεν πρέπει να αφεθή να κατευθύνη την πορείαν της» («Η αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας εν τω συγχρόνω κόσμω», Εισαγωγή ).

[1] Ιδιαίτερα αναφέρομαι: α) στη βαρυσήμαντη νέα, δεύτερη μετά την πρώτη το 1982, Ιεραποστολική Διακήρυξη του ΠΣΕ «Μαζί προς τη ζωή: Ιεραποστολή και Ευαγγελισμός σε τοπία που αλλάζουν» (παραπέμπεται ως: Ιεραποστολή), β) στη «Δήλωση περί Ενότητας: Το Δώρο και η Κλήση του Θεού προς την Ενότητα και η δική μας δέσμευση», που επεξεργάστηκε η Επιτροπή «Πίστη και Τάξη», γ) στο κείμενο  «Οικονομία της ζωής, δικαιοσύνη και ειρήνη για όλους» (παραπέμπεται ως: Οικονομία) και στο κείμενο δ) «Θεολογικές προοπτικές της διακονίας στον 21ο αιώνα» (παραπέμπεται ως: Διακονία)

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Στυλιανός Τσομπανίδης, Παραινέσεις σύγχρονου ευαγγελισμού. Η οικουμενική συναίνεση για την υπεράσπιση της ζωής του σύμπαντος κόσμου: μια προσέγγιση των κειμένων του Πάπα Φραγκίσκου Α΄ και του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών

ΙΔ΄ Διαχριστιανικό Συμπόσιο: Συμπεράσματα – XIV Simposio Intercristiano: Conclusioni

ΙΔ Συμπόσιο_171

«Ευαγγελισμός και Επανευαγγελισμός στην Ευρώπη του 21ου αιώνα» (Θεσσαλονίκη, 28-30 Αυγούστου 2016)

Του Αναπληρωτή Καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας Παναγιώτη Αρ. Υφαντή

Σεβαστοί Πατέρες και σεβαστές μητέρες, αξιότιμοι συνάδελφοι, αγαπητές και αγαπητοί σύνεδροι,

Μόλις ολοκληρώθηκε το ΙΔ΄ Διαχριστιανικό Συμπόσιο, ένας ακόμη σταθμός που επιμηκύνει την ήδη μακρά πορεία των συναντήσεών μας, οι οποίες καλύπτουν σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα, όπως επεσήμανε ο Πρόεδρος του Φραγκισκανικού Ινστιτούτου, πολύτιμος φίλος και “επίτιμος δημότης” της Θεσσαλονίκης αδελφός Luca Bianchi.

Θα ήθελα να επισημάνω ότι το παρόν Συμπόσιο, εξαιτίας των ιδιαίτερων περιστάσεων που το ανέβαλαν για ένα χρόνο αλλά και των φονικών σεισμών στην Ιταλία που το σκιάζουν, δείχνει με έναν εξαιρετικά εύγλωττο τρόπο την επιμονή μας να παραμένουμε μαζί για να αντιμετωπίζουμε και να μοιραζόμαστε, όχι μόνο τους θεολογικούς, ερευνητικούς, ποιμαντικούς και πνευματικούς μας προβληματισμούς αλλά και τις χρόνιες δυσκολίες ή τις αιφνίδιες συμφορές με πίστη και καρτερία, με δύο λόγια παρηγοριάς ή με λίγα δευτερόλεπτα σιωπηλής προσευχής.

Από τη πλευρά μας, ως οικοδεσπότες, προσπαθήσαμε να αντισταθμίσουμε την έλλειψη των μέσων που θα καθιστούσαν ενδεχομένως το Συνέδριό μας πιο πολυτελές ή και πιο άνετο, με μια καρδιακή ανοιχτότητα και μια γενναιοδωρία γνήσιων αισθημάτων φιλίας και συμπάθειας. Και πράγματι, όποτε συνομιλούσαμε μαζί σας στα διαλείμματα των εργασιών, στον δρόμο ή στο δείπνο νιώθαμε, όπως κάθε φορά, να ενσαρκώνετε τον χαρακτηριστικό χαιρετισμό του πνευματικού σας προδρόμου, πατέρα και αδελφού: Pax et bonum. Με την καλοσυνάτη και ειρηνική σας παρουσία επιβεβαιώνετε γιατί η Φραγκισκανική είναι μια από τις ελκυστικότερες και οικείες σε μας πνευματικές εκφράσεις της δυτικής χριστιανοσύνης. Και δίχως να το επιδιώκετε, δείχνετε πως οι άγιες αρετές της απλότητας και της αθωότητας συνθέτουν ένα διαχρονικό πρότυπο ενότητας τόσο για τους χριστιανούς και τις Εκκλησίες μεταξύ τους, όσο και για τη σχέση του ανθρώπου με τον εαυτό του, με τον άλλο, όσο κοντινός ή μακρινός κι αν είναι, και με την κτίση ολόκληρη, τον “κοινό οίκο” όλων των όντων. Αυτό τον κτιστό κόσμο που μαρτυρεί τη δημιουργική θεία αγάπη και τον οποίο έχουμε την ευθύνη ως χριστιανοί να τον καταστήσουμε ένα δροσερό κήπο γεμάτο εμπειρίες και καρπούς συμφιλίωσης.

Ξεφυλλίζοντας κανείς το Πρόγραμμα του Συμποσίου και διαβάζοντας τους τίτλους των θεματικών ενοτήτων και τους τίτλους των εισηγήσεων, κατανοεί πως πρόκειται για μια πολυεδρική προσέγγιση του θέματος. Για λόγους συστηματικούς θα προσπαθήσω να συνοψίσω τους κύριους άξονες προβληματισμού και την πραγμάτευσή τους, επί τη βάσει τριών ερωτημάτων που κατά τη γνώμη μου συνδέουν σιωπηρά όλες τις εισηγήσεις. Δηλαδή, το γιατί, το τι και το πώς του νέου ευαγγελισμού ή του επανευαγγελισμού στην σύγχρονη Ευρώπη.

 Το γιατί του αιτήματος συνυφαίνεται με την ίδια την ταυτότητα του πιστού και με τη θεμελιώδη εντολή του ίδιου του Κυρίου (Μτ 28,19). Πρόκειται δηλαδή για μια δέσμευση, που κρίνει την ευαγγελική και βιβλική πιστότητα του χριστιανού και κάθε χριστιανικής κοινότητας. Η Εκκλησία ευαγγελίζεται όχι για να επεκταθεί γεωγραφικά, να εξασφαλίσει την αριθμητική της υπεροχή σε σχέση με τις άλλες θρησκείες ή να αυξήσει το θεσμικό της κύρος. Αλλά για να παραμείνει πιστή στον Χριστό, ως μια πιστή Νύμφη που μαρτυρεί για τον Νυμφίο. Και ο χριστιανός δεν ευαγγελίζεται για να επιδείξει και να αποδείξει τον ευσεβή ζήλο του και να ελπίσει σε ένα λαμπρότερο φωτοστέφανο. Αλλά απλώς και μόνο για να παραμείνει μέλος του Εσταυρωμένου και Αναστημένου Σώματος του Χριστού. Εσχάτως, μάλιστα, αυτή η μαρτυρία απαιτεί ακόμη και το αιμάτινο μαρτύριο, όπως συνέβαινε στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες. Έτσι, μέσα από τη φρίκη της βίας επιβεβαιώνεται η δύναμη του Σταυρού που μεταμορφώνει τα θύματα σε νικητές της ζωής και τους θύτες σε εφήμερες και αδύναμες μαριονέτες του κακού. Οι ομιλητές μας, εξάλλου, παραπέμποντας σε επίσημα εκκλησιαστικά και οικουμενικά κείμενα τόνισαν πως αυτή η δέσμευση του νέου Ευαγγελισμού δεν είναι προνόμιο ή χρέος μόνο του κλήρου, των επισκόπων, των μοναχών και των “αφιερωμένων”, παρά τη μεγάλη τους συμβολή και ευθύνη, που μας θύμισε ο Mons. Paolo Martinelli. Αντιθέτως, η ευθύνη του νέου ευαγγελισμού είναι ευθύνη καθενός πιστού ξεχωριστά, ανεξαρτήτως φύλου, ηλικίας, οικογενειακής και εκκλησιαστικής κατάστασης ή και θεσμικού ρόλου στην Εκκλησία.

Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί πως όσα είπαμε μέχρι εδώ αφορούν όλους τους χριστιανούς και την Εκκλησία κάθε τόπου και κάθε εποχής. Ωστόσο, αυτό που καθιστά το αίτημα του νέου ευαγγελισμού ακόμη πιο επιτακτικό σήμερα είναι το ζοφερό τοπίο της σύγχρονης Ευρώπης, σε επίπεδο πολιτισμικό και πνευματικό, οικονομικό και πολιτικοκοινωνικό, εντέλει υπαρξιακό και ψυχολογικό -όπως μας θύμισαν αντιστοίχως, ο κοσμήτορας κ. Κωνσταντίνου, οι καθηγητές Cerare Alzati, Χρ.  Τσιρώνης, Στ. Τσομπανίδης και ο fra Alceo Grazioli. Όσο πιο άδεια από νόημα, αμήχανη ως προς τον προσανατολισμό, στερημένη από πατρική φροντίδα είναι η Ευρώπη τόσο μεγαλύτερη είναι η ευθύνη της Εκκλησίας και κάθε μέλους της ξεχωριστά να παρηγορήσει, να κατευθύνει, να δώσει ελπίδα, να στηρίξει τους πολίτες της, να τους βοηθήσει να αναγνωρίσουν την ανωριμότητά τους και να τους δώσει δύναμη να την ξεπεράσουν. Ο νέος ευαγγελισμός καλείται να ξαναδώσει ισχυρά πολιτισμικά και πνευματικά σημεία αναφοράς στους μη χριστιανούς, στους αδιάφορους ή στους χριστιανούς που έχουν απομακρυνθεί από την Εκκλησία, και αγνοούν ή έχουν λησμονήσει το σύστημα των αξιών, των συμβόλων, της βιβλικής μήτρας που γέννησε τα μνημεία της τέχνης, τα κατορθώματα της σκέψης και των πεποιθήσεων, όλων δηλαδή των στοιχείων που διακρίνουν στον ευρωπαϊκό πολιτισμό.

Επιπλέον, ένας σύγχρονος ευαγγελιστής της αγάπης, μπροστά στην επέλαση του κοινωνικού κακού και της ολιγαρχίας των ισχυρών, δεν μπορεί παρά να σταθεί στο πλευρό των αναξιοπαθούντων και κυρίως των φτωχών, αναγνωρίζοντας στο πρόσωπό τους τους ελάχιστους αδελφούς του Χριστού (πρβλ. Μτ 25,31-46). Σε αυτή την προοπτική, κατανοείται και η από αρκετούς ομιλητές, (όπως την κυρία Κούκουρα, και τους βιβλικούς καθ. Χαράλαμπο Ατματζίδη, π. Romano Penna και Πέτρο Βασιλειάδη), ανάδειξη της προφητικής διάστασης της ευαγγελιζομένης Εκκλησίας σήμερα, η οποία με παρρησία καλείται να ελέγξει τις άδικες δομές, να στρέψει το ενδιαφέρον στο καίριο και, ει δυνατόν, να μεταστρέψει δηλαδή θα οδηγήσει σε μετάνοια τους επίγειους κυρίους και ανταγωνιστές του Θεού.

Περνάμε στο δεύτερο ερώτημα, δηλαδή στο τι του νέου ευαγγελισμού. Η απάντηση βρίσκεται ήδη στη βιβλική ρίζα του όρου, στο άγγελμα της σωτηρίας. Oπως τονίστηκε ήδη από τους χαιρετισμούς των εκκλησιαστικών και ακαδημαϊκών αρχών, από τις εισαγωγικές ομιλίες του Κοσμήτορα και του Σεβ. Ιωάννη Σπιτέρη, και –εκτενέστερα- από την εισήγηση του ο Σεβ. Paolo Martinelli, το αίτημα του νέου ευαγγελισμού παραμένει ριζωμένο στο “γεγονός Χριστός”: στη χαρμόσυνη είδηση που αφηγούνται οι ιεροί συγγραφείς, ερμηνεύουν οι Πατέρες και το οποίο συντονίζει τους πνευματικούς βηματισμούς της Εκκλησίας στον χώρο και τον χρόνο. Ωστόσο, σε μια εποχή σύγχυσης, άγνοιας ή συστηματικής συκοφάντησης του Χριστιανισμού, της ιστορίας και της συμβολής του, σε ένα περιβάλλον που τείνει να γίνει επιθετικά ή και θεσμικά αντιχριστιανικό, ο νέος ευαγγελισμός αντιμετωπίζει και πρέπει να ανασκευάσει ποικίλα αυθαίρετα στερεότυπα, ανιστόρητα συνθήματα και ατεκμηρίωτες πεποιθήσεις, βασισμένες στις εμμονές της «ιδεοκρατίας», (καθ. Alzati), σε έναν θεοποιημένο υποκειμενισμό ή σε μια ιδεολογικοποιημένη επιστήμη η οποία στη συνείδηση πολλών ανθρώπων λειτουργεί σαν μια θρησκεία δίχως Θεό.

Σύμφωνα με την εμπειρία των εργατών του νέου Ευαγγελισμού στην Καθολική Ιταλία, η Εκκλησία σήμερα πρέπει να ξαναθυμίσει το αλφαβητάρι της πίστης και της εμπειρίας της: την αγάπη, την αλληλεγγύη, την αξία της θυσίας και της μοιρασιάς, τη συμφιλίωση, τη μετάνοια, τη δύναμη της ατομικής και συλλογικής προσευχής, την εμπιστοσύνη στην πατρική αγάπη του Θεού και την βεβαιότητα της σωτήριας που πηγάζει από τον Σταυρό. Κι ακόμη, τη συγχώρηση και τη διακονία, τη δωρεά της ύπαρξης και το θαύμα της συνύπαρξης.

Είναι σαφές ότι το τι του ευαγγελισμού παραμένει τόσο παλαιό και συνάμα τόσο ριζοσπαστικό ή διαχρονικά επίκαιρο όσο και το ίδιο το Ευαγγέλιο ή το Σύμβολο της Πίστης. Ωστόσο, η κρίσιμη κατάσταση, το αδιέξοδο ή και η «υποκρισία» (p. Luca Bianchi) της σύγχρονης Ευρώπης καθώς και η δεσπόζουσα αδύναμη σκέψη επιβάλλουν ιδιαίτερους χειρισμούς, προκειμένου αυτός ο νέος ευαγγελισμός να καταστεί προσιτός και «ελκυστικός», σύμφωνα με την κοινή διαπίστωση του πατριάρχη Βαρθολομαίου και του πάπα Φραγκίσκου.

ΙΔ Συμπόσιο

Αυτοί οι χειρισμοί μάς οδηγούν στο τρίτο ερώτημα, δηλαδή στο πώς του επανευαγγελισμού. Οι ορθόδοξοι εισηγητές (καθ. Κωνσταντίνου, Τσιρώνης, Κεραμιδάς, Κούκουρα) παρουσίασαν και σχολίασαν τις σχετικές αναφορές της πρόσφατης Αγίας και  Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, οι οποίες με παρρησία αλλά και ειλικρίνεια κατανοούν τον ευαγγελισμό ως μια μαρτυρία, απαλλαγμένη από τον επιθετικά προσηλυτιστικό ή και επεκτατικό χαρακτήρα του παρελθόντος, και τονίζουν τον κομβικό ρόλο της αγάπης, της ταπεινοφροσύνης και του σεβασμού προς το διαφορετικό κατά την προσφορά και διατύπωση της αλήθειας. Επιπλέον, οι ορθόδοξοι εισηγητές αναφέρθηκαν στο ασκητικό ήθος ως εσωτερική προϋπόθεση του φορέα του ευαγγελισμού και έμπρακτη ενσάρκωση του ίδιου του περιεχομένου του αγγέλματος. Ακόμη περισσότερο όμως υπογράμμισαν τη σημασία της συλλογικής βίωσης και επιβεβαίωσης του αγγέλματος μέσα από το ευχαριστιακό ήθος, που καλείται να απλωθεί σωστικά και θεραπευτικά πέρα από τον λειτουργικό χωρόχρονο στο άνυδρο έδαφος της κοινωνικής πραγματικότητας. Ο καθ. Βασιλειάδης εστίασε στα αιτήματα της λειτουργίας μετά τη λειτουργία και ο καθ. π. Basilio Petrà μας ανέπτυξε τις ευαίσθητες πτυχές αλλά και τις απαραίτητες ή και επιβεβλημένες αλλαγές στην πρακτική του μυστηρίου της εξομολόγησης, προκειμένου να ανακαλύψει ο εξομολογούμενος το για αρκετούς αιώνες κρυμμένο πρόσωπο της θείας φιλανθρωπίας.

Από την άλλη πλευρά, οι καθολικοί αδελφοί μας, παρουσίασαν πιο συστηματικές, πρακτικές και δοκιμασμένες ήδη με επιτυχία εναλλακτικές μεθόδους επανευγγελισμού. Εξάλλου, οι προβληματισμοί και οι εμπειρίες τους γύρω από τον ευαγγελισμό ριζώνουν στη Β΄ Βατικανή, στα λαϊκά κινήματα της δεκαετίας του ‘60 και στις κατοπινές τους μεταμορφώσεις, στην εμπειρία των νεοκατηχουμένων ή εσχάτως στις εμπνευσμένες πρωτοβουλίες μεμονωμένων κληρικών, οι οποίες γνωρίζουν εντυπωσιακή απήχηση σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα.

Και εδώ, δεν λείπει η αυτοκριτική γύρω από τα αδιέξοδα του παρελθόντος και η ομολογία της ανάγκης για μια ακόμη πιο συστηματική και ευρύτερη θεολογική και πολιτισμική κατάρτιση των κατηχητών, αλλά και των δυσκολιών που προκύπτουν στη σχέση ανάμεσα στους αγάμους κληρικούς, μοναχούς ή αφιερωμένους πιστούς και στους έγγαμους λαϊκούς.

Ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό του πώς είναι η ανάδειξη της ομορφιάς του αγγέλματος. Όπως τόνισε ο π. Andrea Lonardo, όταν κάποιος βιώνει την ομορφιά του Ευαγγελίου θέλει να τη μεταδώσει στον θλιμμένο, και όταν διατηρεί την ελπίδα και την πίστη ακόμη και στις πιο δύσκολες συνθήκες, αυθόρμητα τις μεταγγίζει σε αυτόν που βουλιάζει στην απόγνωση, την αδιαφορία η την τοξική ανία. Ο ίδιος μας θύμισε ότι τα παιδιά πρέπει να αντιμετωπίζονται με σοβαρότητα και ειλικρίνεια, πράγμα που συχνά τα καθιστά, άθελά τους, ευαγγελιστές των ίδιων των γονιών τους ή ακόμη και των κατηχητών τους.

Εξίσου πολύτιμη είναι η αξιοποίηση της τέχνης και της λογοτεχνίας στο έργο του νέου ευαγγελισμού ή ακόμη και μια διαφορετική, υπαρξιακή και όχι ηθικολογική, πνευματική και όχι δογματική, προσέγγιση των δέκα εντολών και άλλων αγιογραφικών εδαφίων που το ένα φωτίζει ερμηνευτικά το άλλο.

Παρά τις επιμέρους διαφορές, οι ομιλητές συγκλίνουν στην ανάγκη ενός νέου ευαγγελισμού που θα αναδείξει ξανά το μακραίωνο και ριζοσπαστικό, το ιστορικό και συνάμα εσχατολογικό, το κοινωνικό και μαζί πνευματικό, το θεραπευτικό και απελευθερωτικό φως του Χριστού στην Ευρώπη, σε αυτή την Ήπειρο, που αρνείται να παραδεχθεί πως όταν κήρυξε τον θάνατο του Θεού καταδίκασε σε αργό και βασανιστικό θάνατο τον ίδιο τον ανθρωπισμό της.

Θα κλείσω με τις ακόλουθες σκέψεις, που εκφράζουν όλα τα μέλη του Τμήματος Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Με αφορμή την πραγματοποίηση του ΙΔ΄  Διαχριστιανικού Συμποσίου θεωρούμε απαραίτητη τη δραστηριοποίηση όλο και περισσότερων νέων συναδέλφων για να συνεχιστεί και να αποφέρει περισσότερους καρπούς αυτή η πρωτοβουλία που με τη βοήθεια του Θεού συμπληρώνει 25 χρόνια ιστορίας. Γι’ αυτό και ευχαριστούμε από καρδιάς το Ποντιφικικό Συμβούλιο για την Ενότητα των Χριστιανών για την πολιτισμική συνεργασία μεταξύ των Εκκλησιών, για την χορήγηση υποτροφιών σε ορθόδοξους φοιτητές και πτυχιούχους Θεολογίας προκειμένου να πραγματοποιήσουν μεταπτυχιακές σπουδές ειδίκευσης σε διάφορα Ποντιφικικά Πανεπιστήμια. Αυτή η θεάρεστη πρωτοβουλία μέχρι τώρα πραγματοποιείται αποκλειστικά μεταξύ των δύο Εκκλησιών, της Καθολικής και της Ορθόδοξης. Θα προτείναμε και θα ευχόμασταν στο μέλλον να πραγματοποιείται άμεσα και μεταξύ των ίδιων των Ορθόδοξων Θεολογικών Σχολών και των Ποντιφικικών  Πανεπιστημίων.

ΙΔ Συμπόσιο_82

Conclusioni XIV Simposio Intercristiano con tema «Evangelizzazione e rievangelizzazione nell’Europa del xxi secolo» (Tessalonica, 28-30 agosto 2016)

Reverendi Padri e madri, onorevoli colleghi e colleghe, cari partecipanti,

sta per finire il XIV Simposio Intercristiano, una ulteriore tappa che prolunga il percorso già lungo dei nostri incontri, che compiono quasi un quarto di secolo, come ha osservato l’attuale Preside dell’Istituto Francescano di Spiritualità, caro amico e collaboratore e, addirittura, cittadino onorario di Tessalonica fra Luca Bianchi.

Vorrei sottolineare che il presente Simposio, a causa delle circostanze particolari che hanno provocato il suo rinvio per un anno ma anche a causa dei terremoti micidiali in Italia Centrale che lo rattristano, mostra in modo eloquente la nostra volontà stabile di stare insieme per affrontare e condividere non solo le nostre preoccupazioni teologiche, spirituali e pastorali ma anche le angustie durature o le calamità improvvise con fede e pazienza, con due parole di consolazione o con pochi secondi di preghiera silenziosa.

Da parte nostra, come ospitanti abbiamo cercato di controbilanciare la mancanza dei mezzi che avrebbero potuto rendere questo Simposio più lussuoso o comodo, con un’apertura di cuore e con una generosità di amicizia e di simpatia sincere. E infatti, quanto stavamo parlando con voi nelle pause dei lavori, camminando per la strada o seduti a tavola sentivamo, come sempre, incarnato in voi il saluto tipico del vostro ispiratore, padre e frate: Pax et bonum. Con la vostra presenza benevole e pacifica rendete chiaro perchè quella francescana è una della realizzazioni della cristianità occidentale più affascinanti e più vicine all’oriente. E magari inconsapevolmente mostrate che le sante virtù della semplicità e dell’innocenza compongono un modello diacronico di unità tanto tra i cristiani e le Chiese, quanto tra l’uomo con se stesso, con l’altro, vicino o lontano che sia, quanto tra l’uomo e la creazione intera, la “casa comune” di tutti gli esseri. Questo mondo creato che testimonia l’amore creativo di Dio e il quale noi abbiamo la responsabilità da cristiani a renderlo un giardino fresco pieno di esperienze e di frutti di riconciliazione.

Solo guardando il Programma del nostro Simposio e leggendo i titoli delle sessioni e delle singole relazioni, si capisce che si tratta di un approccio poliedrico del tema. Per motivi sistematici, cercherò in seguito di mettere in evidenza la trattazione del tema, sulla base di tre domande fondamentali che secondo me uniscono tacitamente tutti i contributi. Vale a dire, il perchè, il che cosa e il come della nuova evangelizzazione nell’Europa contemporanea.

 Il perchè della nuova evangelizzazione è strettamente connesso all’indentità stessa del fedele e al comandamento relativo del Signore. Si tratta cioè di un impegno che giudica la fedeltà biblica del cristiano e della Chiesa. In altre parole, la Chiesa evangelizza non per estendersi dal punto di vista geografico, nè per assicurare la sua superiorità aritmetica rispetto ad altre religioni, nè per aumentare il suo prestigio istituzionale, ma semplicemente per rimanere  fedele a Cristo, una Sposa che testimonia lo Sposo. Da parte sua, il cristiano non diventa evangelizzatore per mostrare o dimostrare il suo zelo devozionale e per sperare in una aureola più fulgente, ma solo per restare membro del corpo crocifisso e risorto di Cristo. Anzi, ultimamente questa testimoniaza richiede anche il martirio, come succedeva nei primi secoli cristiani. E così, mediante l’orrore della violenza, viene riconfermata la forza della Croce che trasforma le vittime in vincitori della vita e i carnefici in effimere e deboli marionette del male. I nostri relatori, del resto, citando documenti ufficiali ecclesiali ed ecumenici hanno sottolineato che questo impegno dell’evangelizzazione e della testimonianza non è un privilegio o un dovere solo dei vescovi, del clero, dei religiosi o dei consacrati, nonostante la il loro grande contributo e la loro grande responsabilità, che ci ha ricordato Mons. Paolo Martinelli. Al contrario, quella della rievangelizzazione è una responsabilità di ogni singolo fedele, indipendentemente dal sesso, dall’età, dallo stato familiare o dal suo ruolo istituzionale nella Chiesa.

Tutto quello che abbiamo già detto, potrebbe riguardare tutti i cristiani e la Chiesa di ogni luogo e di ogni epoca. Intanto, quello che rende il bisogno della nuova evangelizzazione ancora più imperativo oggi è il paesaggio lugubre del Europa contemporanea, dal punto di vita culturale e spirituale, sociale e politico, infine esistenziale e psicologico, come ci hanno mostrato rispettivamente, i Konstantinou, Alzati, Tsironis, Tsombanidis e Grazioli. Quanto più vuota di significato, disorientata, priva di cura paterna è l’Europa tanto più grande è la responsabilità della Chiesa o di ogni suo membro a consolare, a dare direzioni, speranze, e appoggio ai suoi cittadini, ad aiutarli riconoscere e superare la loro immaturità. La nuova evangelizzazione mira a dare nuovi punti di riferimento culturali e spirituali ai non cristiani, agli indifferenti o a cristiani che si sono allontanati dalla Chiesa, ignorano o hanno dimenticato il complesso dei valori, dei simboli, e della matrice biblica che ha generato i monumenti dell’arte, le conquiste del pensiero e di tutto quello che distingue la civiltà europea.

Inoltre, un evangelizzatore dell’amore cristiano oggi di fronte alla marcia del male sociale e dell’oligarchia dei potenti non può non stare al fianco dei bisognosi e soprattutto dei poveri, riconoscendo nel loro volto i fratelli più piccoli di Cristo. In questa prospettiva, si capisce la dimensione profetica, messa in evidenza da molti relatori (e soprattuto i biblisti), della Chiesa evangelizzatrice che con corraggio è chiamata a criticare aspramente le strutture sociali ingiuste, a volgere l’interesse all’essenziale ed eventualmente a convergere cioè a chiamare a conversione i signori terreni e antagonisti di Dio.

Passiamo adesso alla seconda domada che riguarda il che cosa della nuova evangelizzazione. La risposta si trova già nella radice etimologica ed evangelica del termine, nell’annuncio biblico. Come è stato ripetutamente sottolineato nei saluti delle nostre autorità ecclesiali ed accademiche, nelle omelie introduttive di mons. Spiteris e del Decano Konstantinou, e largamente analizzato dal mons. Paolo Martinelli, la rievangelizzazione rimane radicata sull’evento Cristo, sulla buona notizia raccontata dagli autori sacri, interpretata dai Padri e che dà il ritmo ai passi spirituali della Chiesa nello spazio e nel tempo. Eppure, in un epoca come la nostra, di confusione, di ignoranza e di diffamazione sistematica del Cristianesimo e della sua storia e del suo contributo culturale, in un ambiente che diventa più aggressivamente o istituzionalmente anticristiano, la nuova evangelizzazione affronta e deve confutare stereotipi ermeneutici, slogan superficiali e varie credenze, allimentate dalle ossessioni dell’«ideocrazia», (prof. Alzati), da un soggettivismo divinizzato o da una scienza ideologizzata che nella coscienza di molta gente ha il ruolo di una religione senza Dio.

Secondo l’esperienza degli lavoratori della nuova evangelizzazione nell’Italia cattolica, la Chiesa di oggi deve ricordare di nuovo l’abc della fede e della sua esperienza: l’amore, il valore del sacrificio e della condivisione, della riconciliazione, la penitenza, la forza della preghiera personale e comunitaria, la fiducia anell’amore paterno di Dio e la certezza della salvezza che scaturisce dalla Croce. E anche, il perdono, il servizio, la solidarietà, il dono della esistenza e la meraviglia della coesistenza.

E’ chiaro che il contenuto della rievangelizzazione rimane tanto vecchio e nello stesso tempo tanto radicale o attuale attraverso i tempi, quanto lo sono lo stesso evento cristologico, il Vangelo, il Simbolo della Fede. Tuttavia, la situazione critica, la via senza uscita o l’«ipocrisia» (p. Luca Bianchi) dell’Europa contemporanea e il pensiero debole dominante richiedono metodologie particolari, affinchè questa nuova evangelizzazione diventi accessibile e «attraente» (patriarca Bartolomeo e papa Francesco).

ΙΔ Συμπόσιο_148

Queste metodologie ci conducono alla terza domanda, cioè al come della rievangelizzazione. I relatori ortodossi (Konstantinou, Tsironis, Keramidas, Koukoura) hanno presentato e commentato i riferimenti relativi del recente Santo e Grande Sinodo della Chiesa Ortodossa, che con parresia e franchezza intendono la rievangelizzazione come una testimonianza, liberata dal carattere aggressivamente proselitistico o imperialistico del passato. E sottolineano il ruolo nodale dell’amore, dell’umiltà e del rispetto verso il diverso durante l’offerta e la formulazione della verità. Inoltre hanno messo in evidenza l’ethos ascetico come presupposto interiore del portatore dell’annuncio e incarnazione concreta dello stesso suo contenuto. Ancora di più hanno sottolineato l’importanza dell’esperienza comunitaria e la riconferma del contenuto dell’annuncio, attraverso l’ethos eucaristico che va diffuso oltre il luogo e il tempo liturgico nella terra secca della realtà sociale. Il prof. Vassiliadis si è concentrato sui vari aspetti della liturgia dopo la liturgia mentre il p. Basilio Petrà ci ha presentato i punti sensibili e i cambiamenti necessari nella pratica della confessione, affinchè il fedele riscopra il volto della misercordia divina, velato per alcuni secoli.

Dall’altra parte, i nostri fratelli cattolici hanno esposto delle pratiche più sistematiche e metodi di rievangelizzazione alternativi già sperimentati con successo . Daltronde, le riflessioni e le esperienze riguardanti l’evangelizzazioni si radicano sul Vaticano II ma anche nei movimenti laicali degli anni sessanta, e delle loro evoluzioni successive, e anche sull’esperienza neocatecumenale o ultimamente sulle iniziative ispirate di signoli sacercodi, che sono accettati ampiamente nei vari strati sociali.

Neanche qui, manca l’autocritica riguardo le difficoltà del passato e la condìfessione di una necessità per una formazione dei catechisti più sistematica e larga dal punto di vista teologico e culturale o riguardo i problemi che emergono nei rapporti tra i sacerdoti, religiosi e consacrati celibi e i laici, sposati con famiglia o senza.

Una qualità fondamentale del come evangelizzare consiste nel manifestare la bellezza dell’annuncio. Come ha sottolineato don Andrea Lorardo quando uno sperimenta la bellezza salvifica del Vangelo desidera trasmetterla all’afflitto, e quanto conserva la speranza e la fede, anche nelle condizioni più ddifficili, le trasmette spontaneamente a colui e sprofonda nella disperazione, nell’indifferenza e nella noia velenosa. Lo stesso don Andrea ci ha ricordato che i bambini devono essere trattati con serietà e sincerità. Perciò, molto spesso gli stessi bambini, diventano, senza averne conscienza, gli evangelizzatori dei parenti o addirittura dei loro catechisti.

Ugualmente utile per l’opera della rievangelizzazione è la letteratura e in generale l’arte, oppure l’ulilità della letteratura nell’opera della rievangelizzazione oppure un approccio dei dieci comandamenti o altre pericope bibliche diverso, esistenziale e non moralistico, spirituale o non dogmatico.

Nonostante le differenze parziali, i relatori convergono nella necessità di una nuova evangelizzazione capace di manifestare di nuovo la luce di Cristo eterna e radicale, storica ed escatologica, sociale e insieme spirituale, terapeutica e liberatoria nell’Europa, in un Continente che rifiuta ammettere che quando dichiarà la morte di Dio ha condannato a una morte lenta e tormentata il suo stesso umanesimo.

Finisco con un pensiero che esprime tutti i docenti del Dipartimento di Telogia della Facoltà Teologica dell’Università “Aristotele” di Tessalonica. In questo XIV Simposio Intercristiano e nella prospettiva di intensificare il proseguimento dei nostri lavori, riteniamo opportuno coinvolgere sempre nuovi gionani colleghi in questa iniziativa che, con la grazie di Dio, compie 25 anni. A questo scopo rivolgiamo un profondo ringraziamento alla Commissione del Pontificio Consiglio per l’unità dei cristiani per la collaborazione culturale tra le Chiese, per l’offerta di borse per giovani ortodossi student o già laureati per specializzarsi in varie Università Pontificie. Questa benemerita iniziativa adesso coinvolge direttamente le Chiese stesse, Cattolica e Ortodossa. Proponiamo e speriamo che questa iniziativa coinvolga direttamente anche le Università stesse, Ortodosse e Pontificie.

Grazie per la vostra attenzione.

Panaghiotis Yfantis

Univeristà Aristotele di Tessalonica

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο ΙΔ΄ Διαχριστιανικό Συμπόσιο: Συμπεράσματα – XIV Simposio Intercristiano: Conclusioni

Ο χαιρετισμός τοῦ Προέδρου τοῦ Τμήματος Θεολογίας Καθηγητή κ. Παναγιώτη Σκαλτσῆ στό ΙΔ΄ Διαχριστιανικό Συμπόσιο στη Θεσσαλονίκη

ΙΔ Συμπόσιο_63

Σεβασμιώτατοι

Σεβαστοί Πατέρες

Ἀξιότιμοι Κυρίες καί Κύριοι Συνάδελφοι

Ἐκλεκτοί προσκεκλημένοι

1992-2016. Μιά μακρόχρονη πορεία δημιουργικῆς συνεργασίας καί ἐπιστημονικῆς ἀναστροφῆς μεταξύ τοῦ Τμήματος Θεολογίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Θεσσαλονίκης καί τοῦ Φραγκισκανικοῦ Ἰνστιτούτου Πνευματικότητας τοῦ Ποντιφικικοῦ Πανεπιστημίου Antonianum τῆς Ρώμης συνεχίζεται αἰσιόδοξα μέ τήν πραγματοποίηση τοῦ ΙΔ΄ Διαχριστιανικοῦ Συμποσίου στήν πόλη τῆς Θεσσαλονίκης, μέ τό ἐνδιαφέρον θέμα: «Εὐαγγελισμός καί Ἐπανευαγγελισμός στήν Εὐρώπη τοῦ 21ου αἰώνα».

Εἶναι γεγονός ὅτι τό πνευματικό, κοινωνικό καί πολιτισμικό ὑπόβαθρο τῆς Εὐρώπης ὀφείλει πολλά στά μηνύματα τοῦ κηρύγματος τῶν Ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου ὡς ἐκφραστῶν τῆς ἀλήθειας, τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἀγάπης, τῆς δικαιοσύνης, τῆς καταλλαγῆς, τῆς ἑνότητας μεταξύ τῶν ἀνθρώπων καί τοῦ φωτός πού ὁ Χριστός ἔφερε στόν κόσμο. Μέ κέντρο τήν ἐν Χριστῷ ζωή καί μέ πλήρη ἱεραποστολική συνείδηση οἱ ἐν λόγῳ Ἀπόστολοι κάλεσαν τά ἔθνη νά γίνουν «συγκληρονόμα καί σύσσωμα καί συμμέτοχα τῆς ἐπαγγελίας αὐτοῦ ἐν τῷ Χριστῷ διά τοῦ Εὐαγγελίου»[1].

Ἡ πραγματικότητα βεβαίως τῆς ἱστορικῆς πορείας καί τῆς πνευματικῆς φυσιογνωμίας τῆς Εὐρώπης ἔχει δείξει ὅτι τό ὅραμα τῆς νέας αὐτῆς κλίσης καί ἐπαγγελίας ἀλλοτριώθηκε ἀπό ἐγωκεντρικές συμπεριφορές καί ἐπιλογές πού ἔβαλαν τήν ἀνθρώπινη ἀξία στό περιθώριο, γιγάντωσαν τήν κάθε μορφῆς βία, τή σύγκρουση, τόν ἐχθρικό ἀνταγωνισμό, τή διαίρεση σέ κάθε ἐπίπεδο, τήν ὑποβάθμιση τοῦ Εὐαγγελίου σέ προσωπικό καί κοινωνικό ἐπίπεδο. Ἀκόμη καί σήμερα ἡ Εὐρώπη βιώνει τήν πικρία τῶν λαθῶν της. Ἡ θρησκευτική ἀδιαφορία, ἡ ἐκκοσμίκευση ὡς ἄρνηση τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς καί ὁ τρόμος πού δημιουργοῦν οἱ φονταμενταλιστικές παραμορφώσεις τῆς θρησκείας εἶναι θά μπορούσαμε νά ποῦμε ζητήματα δύσκολα καί ἐπικίνδυνα.

Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ὁ ἐπανευαγγελισμός στήν Εὑρώπη τοῦ 21ου αἰώνα εἶναι ὅσο ποτέ ἄλλοτε ἀναγκαῖος καί ἐπιβεβλημένος. Ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν Παύλου «Ἐάν γάρ εὐαγγελίζωμαι οὐκ ἐστι μοι καύχημα . ἀνάγκη γάρ μοι ἐπίκειται . οὐαί δέ μοί ἐστιν ἐάν μή εὐαγγελίζωμαι»[2], εἶναι διαχρονικός πάντοτε καί ἐπίκαιρος. «Ἡ συναίσθηση ὅτι τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ σωτηρία ὁλόκληρου τοῦ κόσμου – γράφει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας Ἀναστάσιος – ἀναγκάζει τόν πιστό νά σπάζει ἀδιάκοπα τά δεσμά τῆς κλειστῆς τοπικῆς νοοτροπίας του καί νά ζεῖ μέ τό ὅραμα καί τόν πόθο τῆς “ἀνακεφαλαιώσεως τῶν πάντων ἐν τῷ Χριστῷ”[3] . ἕναν πόθο βαθύ πού δέν εἶναι δυνατόν νά μένει στήν ἐπιφάνεια τῶν αἰσθημάτων καί τῶν προσδοκιῶν, ἀλλά ἐκφράζεται ὡς ἐργώδης συμμετοχή ἑνός ζωντανοῦ κυττάρου στή συνεχή αὔξηση τοῦ Μυστικοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ στίς οἰκουμενικές του διαστάσεις»[4].

Στό ἴδιο ἀκριβῶς πνεῦμα κινοῦνται καί οἱ ἀποφάσεις τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πού συγκλήθηκε προσφάτως στό Κολυμπάρι τῶν Χανίων τῆς Κρήτης. Στό κεφάλαιο τῆς σχετικῆς Ἐγκυκλίου γιά τήν ἀποστολή τῆς Ἐκκλησίας ἐν τῷ κόσμῳ σημειώνονται τά ἑξῆς: «Τό ἀποστολικόν ἔργον καί ἡ ἐξαγγελία τοῦ Εὐαγγελίου, γνωστή ὡς ἱεραποστολή, ἀνήκουν εἰς τόν πυρῆνα τῆς ταυτότητος τῆς Ἐκκλησίας, ὡς διαφύλαξις καί τήρησις τῆς ἐντολῆς τοῦ Κυρίου “Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά ἔθνη”’[5]. Εἶναι ἡ πνοή ζωῆς, τήν ὁποίαν ἐμφυσᾷ ἡ Ἐκκλησία εἰς τήν κοινωνίαν τῶν ἀνθρώπων καί ἐκκλησιοποιεῖ τόν κόσμον» [6].

Ὡς κέντρο μάλιστα τοῦ ἔργου αὐτοῦ, τοῦ ἐπανευαγγελισμοῦ δηλαδή τοῦ σύγχρονου κόσμου, ἡ ὡς ἄνω Σύνοδος θέτει τήν λειτουργική ζωή καί δή τή θεία Εὐχαριστία. «Ἡ μετοχή εἰς τήν θείαν Εὐχαριστίαν εἶναι πηγή ἀποστολικοῦ ζήλου πρός Εὐαγγελισμόν τοῦ κόσμου. Μετέχοντες τῆς θείας Εὐχαριστίας καί προσευχόμενοι ἐν τῇ ἱερᾷ Συνάξει ὑπέρ τῆς Οἰκουμένης, καλούμεθα νά συνεχίσωμεν τήν ‘λειτουργίαν μετά τήν Λειτουργίαν’ καί νά δίδωμεν τήν μαρτυρίαν περί τῆς ἀληθείας τῆς πίστεως ἡμῶν ἐνώπιον Θεοῦ καί ἀνθρώπων, μοιραζόμενοι τάς δωρεάς τοῦ Θεοῦ μεθ’ ὁλοκλήρου τῆς ἀνθρωπότητος, ὑπήκοοι πρός τήν σαφῆ ἐντολήν τοῦ Κυρίου πρό τῆς Ἀναλήψεώς Του: “καί ἔσεσθέ μοι μάρτυρες ἔν τε Ἱερουσαλήμ καί ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίοι καί Σαμαρείᾳ καί ἕως ἐσχάτων τῆς γῆς”[7]»[8].

Καί τό παρόν διαχριστιανικό Συμπόσιο μέ τίς ἐξαιρετικοῦ ἐνδιαφέροντος Εἰσηγήσεις του ἔρχεται νά ἀναδείξει τήν εὐθύνη μας, τό χρέος τῆς Ἐκκλησίας, γιά τήν μαρτυρία τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ στό σύγχρονο κόσμο καί τόν ἄνθρωπο τῆς σημερινῆς Εὐρώπης. Μέσα ἀπό τίς κοινές πνευματικές μας καταβολές μποροῦμε νά ἀντλήσουμε ὅλα αὐτά πού χρειάζονται προκειμένου νά ξαναβρεῖ ἡ Εὐρώπη τήν πεμπτουσία τῆς ὕπαρξής της[9]: τήν πίστη καί τήν ἀσκητικότητα ὡς τρόπο ζωῆς καί χριστιανικοῦ ἤθους· τό Εὐαγγέλιο ὡς παρακαταθήκη τοῦ μυστηρίου τοῦ Χριστοῦ[10] καί πρόκληση – πρόσκληση γιά τήν μεταμόρφωση τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου· τήν Ἐκκλησία ὡς κοινωνία τῆς Ἀγάπης καί τρόπο καταξίωσης τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου· τή θεία Λειτουργία ὡς ἐργαστήριο καταλλαγῆς καί ἀνάκρασης τῶν ψυχῶν μας καί ὡς ἀνανέωση τῆς συνείδησης τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ γύρω μας καί μέσα μας[11]· τή λειτουργική ζωή γενικότερα ὡς ἔκφραση πνευματικῆς ζωῆς καί κοινωνίας μέ τό Θεό καί τόν κόσμο[12]· τά κείμενα καί τά μνημεῖα ὡς κρατῆρες τοῦ κάλλους καί τοῦ βάθους τοῦ θρησκευτικοῦ πολιτισμοῦ τῶν δύο μεγάλων Χριστιανικῶν Παραδόσεών μας.

Στόν κατακερματισμένο πράγματι πνευματικά κόσμο τῆς Εὐρώπης τοῦ 21ου αἰ. ταιριάζει ἀπόλυτα ἡ περί τῆς Εἰρήνης Προσευχή πού μᾶς καλεῖ νά ἀπευθύνουμε πρός τόν Κύριο ὁ ἅγιος Φραγκίσκος τῆς Ἀσσίζης:

«Κύριε, κάνε με ὄργανο τῆς Εἰρήνης Σου.

Ὅπου μῖσος, ἄς διαχέω τήν ἀγάπη,

ὄπου ἀδικία, ἄς φέρω τήν συγχώρηση,

ὅπου διαφωνία, ἄς ἐμπνέω τήν ἑνότητα,

ὅπου πλάνη, ἄς φέρω τήν ἀλήθεια,

ὅπου ἀμφιβολία, ἄς σπείρω τήν πίστη,

ὅπου ἀπελπισία, ἄς ἀκτινοβολῶ φῶς,

ὅπου θλίψη, ἄς διαχέω τήν χαρά».

Μέ τίς σκέψεις αὐτές καί ἀφοῦ εὐχαριστήσω τόν Θεοφιλέστατο Ἐπίσκοπο Ἀμορίου καί Καθηγούμενο τῆς Ἱερᾶς Βασιλικῆς, Πατριαρχικῆς καί Σταυροπηγιακῆς Μονῆς Βλατάδων κ. Νικηφόρο γιά τή φιλοξενία, τόν Διευθυντή τοῦ Πατριαρχικοῦ Ἱδρύματος Πατερικῶν Μελετῶν, Ὁμότιμο Καθηγητή κ. Γεώργιο Μαρτζέλο, τούς χορηγούς μας γιά τήν εὐγενική των προσφορά, ἀλλά καί τήν Ἐπιστημονική καί Ὀργανωτική Ἐπιτροπή τοῦ Συμποσίου γιά τήν ὅσο τό δυνατόν καλύτερη ὀργάνωση καί διεξαγωγή του, χαιρετίζω τίς ἐργασίες τοῦ ΙΔ΄ Διαχριστιανικοῦ Συμποσίου καί εὔχομαι τά κείμενά του καί τά συμπεράσματά του νά ἀποτελέσουν ἕνα ἀκόμη βῆμα ἀνόδου στό βάθρο τοῦ διαλόγου, τῆς καταλλαγῆς καί τῆς μεταξύ μας ἀγάπης. Αύτῆς τῆς ἀγάπης πού τίς τελευταῖες μέρες κατευθύνει τόν νοῦ και τίς προσευχές μας στά θύματα τοῦ φονικοῦ σεισμοῦ πού συγκλόνισε τήν κοντινή μας γεωγραφικά και πνευματικά Ἰταλία.

ΙΔ Συμπόσιο_98_01

[1] Έφ. 3,6.

[2] Α΄ Κορ. 9, 16.

[3] Ἐφ. 1,10

[4] É Ἀναστασίου, Ἀρχιεπισκόπου Τιράνων καί πάσης Ἀλβανίας, Ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς, σ.339.

[5] Ματθ. 28, 19.

[6] ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Κεφ. 6.

[7] Πράξ. 1,8.

[8] ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ό.π.

[9] Βλ. Ἰωάννου Μ. Φουντούλη, Ὁ ρόλος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στήν Ἑνωμένη Εὐρώπη, Ἀνάτυπον ἐκ τῆς «Κληρονομίας», τόμ. 20, τεύχη Α΄-Β΄, 1988, Θεσσαλονίκη 1992, σσ.289-293.

[10] Πρβλ. Ἐφ. 3, 3-4.

[11] É Ἀναστασίου (Γιαννουλάτου), Ἀρχιεπισκόπου Τιράνων καί πάσης Ἀλβανίας, Ἱεραποστολή στά ἴχνη τοῦ Χριστοῦ. Θεολογικές μελέτες καί ὁμιλίες, Ἀθήνα 22009, σ. 188.

[12] Γεωργίου Ἰ. Μαντζαρίδη, Παγκοσμιοποίηση καί παγκοσμιότητα, σ. 197.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ο χαιρετισμός τοῦ Προέδρου τοῦ Τμήματος Θεολογίας Καθηγητή κ. Παναγιώτη Σκαλτσῆ στό ΙΔ΄ Διαχριστιανικό Συμπόσιο στη Θεσσαλονίκη

Πέτρος Βασιλειάδης, Η Ορθόδοξη χριστιανική μαρτυρία υπό το φως της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. Η «λειτουργία μετά την λειτουργία» ως τρόπος επανευαγγελισμού

ΙΔ Συμπόσιο_393

Η εισήγηση του ομότιμου καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ στο ΙΔ΄ Διαχριστιανικό Συμπόσιο με θέμα «Ευαγγελισμός και Επανευαγγελισμός στην Ευρώπη του 21ου αιώνα»

« πανευαγγελισμός το λαο το Θεο ες τάς συγχρόνους κκοσμικευμένας κοινωνίας, ς πίσης καί εαγγελισμός σων εσέτι δέν γνώρισαν τόν Χριστόν, ποτελον διάλειπτον χρέος τς κκλησίας». Με τα λόγια αυτά η συνελθούσα στην Κρήτη το περασμένο Ιούνιο (19-26, 2016) Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας (εφεξής Α.Μ.Σ.Ο.Ε.) επαναβεβαίωσε με την εγκύκλιο που απέστειλε προς τις Ορθόδοξες Εκκλησίες (παρ. 6) την ιεραποστολική ευθύνη της Εκκλησίας για τον ευαγγελισμό και επανευαγγελισμό του κόσμου.

Αλλά και στο Μήνυμα, το οποίο απηύθυνε urbi et orbi (πρός τόν ρθόδοξο λαό καί κάθε νθρωπο καλς θελήσεως) κατά το συνοδικό αρχιερατικό συλλείτουργο επί τη λήξει των εργασιών της Συνόδου, διακηρύττει:

«κολουθώντας πιστά τό παράδειγμα τν ποστόλων καί τν θεοφόρων Πατέρων μελετήσαμε καί πάλιν τό Εαγγέλιο τς λευθερίας ‘ Χριστς μς λευθρωσε’ (Γαλ. 5:1). Θεμέλιο τν θεολογικν μας ναζητήσεων πρξε βεβαιότητα τι κκλησία δέν ζε γιά τόν αυτό της. Μεταδίδει τή μαρτυρία το Εαγγελίου τς χάριτος καί τς ληθείας καί προσφέρει σέ λη τήν οκουμένη τά δρα το Θεο: τήν γάπη, τήν ερήνη, τήν δικαιοσύνη, τήν καταλλαγή, τήν δύναμη το Σταυρο καί τς ναστάσεως καί τήν προσδοκία τς αωνιότητος» (προοίμιο).

Η εξαγγελία του ευαγγελίου, συνεχίζει η Εγκύκλιος της Συνόδου, ανήκει

«ες τόν πυρνα τς ταυτότητος τς κκλησίας, ς διαφύλαξις καί τήρησις τς ντολς το Κυρίου ‘Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά θνη’ (Ματθ. κη’, 19). Εναι πνοή ζως, τήν ποίαν μφυσ κκλησία ες τήν κοινωνίαν τν νθρώπων καί κκλησιοποιε τόν κόσμον διά τν κασταχο νεοπαγν τοπικν κκλησιν. πό τό πνεμα ατό, ο ρθόδοξοι πιστοί εναι καί φείλουν νά εναι πόστολοι το Χριστο ν τ κόσμ» (παρ. 6).

Περισσότερες λεπτομέρειες για την Ορθόδοξη ιδιαιτερότητα της χριστιανική μαρτυρίας μπορεί κανείς να βρει στο ομόφωνα ψηφισθέν κείμενο: «Η Αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας στο Σύγχρονο Κόσμο». Χωρίς να αρνούμαστε τη σημασία των άλλων ψηφισθέντων κειμένων, το κείμενο αυτό είναι εξαιρετικής σημασίας, όχι μόνο γιατί η Εκκλησία υπάρχει για τον κόσμο, και όχι για τον εαυτό της, όπως αναφέραμε πιο πάνω, αλλά και γιατί έρχεται σε μια ιστορική στιγμή, κατά την οποία όλος ο κόσμος, ανεξάρτητα από θρησκευτικές ή ακόμη και μη-θρησκευτικές πεποιθήσεις, έχει με ενθουσιασμό αποδεχθεί δύο παρόμοια ιεραποστολικά κείμενα: την περίφημη Αποστολική Προτροπή του Πάπα Φραγκίσκου Evangelii Gaudium (2013), και σχεδόν ταυτόχρονα τη νέα ιεραποστολική διακήρυξη της παγκόσμιας χριστιανικής ιεραποστολής: Together towards Life: Mission and Evangelism in Changing Landscapes.

« λόγος της πρός τόν κόσμον ποβλέπει πρωτίστως χι ες τό νά κρίν καί καταδικάσ τόν κόσμον (πρβλ. ωάν. γ’, 17 καί ιβ’, 47), λλά ες τό νά προσφέρ ες ατόν ς δηγόν τό Εαγγέλιον τς Βασιλείας το Θεο, τήν λπίδα καί βεβαιότητα τι τό κακόν, πό οανδήποτε μορφήν, δέν χει τόν τελευταον λόγον ες τήν στορίαν καί δέν πρέπει νά φεθ νά κατευθύν τήν πορείαν της.

μεταφορά το μηνύματος το Εαγγελίου συμφώνως πρός τήν τελευταίαν ντολήν το Χριστο ‘Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τ θνη, βαπτίζοντες ατος ες τ νομα το Πατρός κα το Υο κα το γίου Πνεύματος, διδάσκοντες ατος τηρεν πάντα σα νετειλάμην μν’ (Ματθ. κη’, 19), ποτελε διαχρονικήν ποστολήν τς κκλησίας. ποστολή ατή πρέπει νά κπληροται χι πιθετικς διά διαφόρων μορφν προσηλυτισμο, λλά ν γάπ, ταπεινοφροσύν καί σεβασμ πρός τήν ταυτότητα κάστου νθρώπου καί τήν πολιτιστικήν διαιτερότητα κάστου λαο. Ες τήν εραποστολικήν ατήν προσπάθειαν φείλουν νά συμβάλλουν πσαι α ρθόδοξοι κκλησίαι.

ντλοσα πό τάς ρχάς ατάς καί πό τήν λην μπειρίαν καί διδασκαλίαν τς πατερικς, λειτουργικς καί σκητικς της παραδόσεως, ρθόδοξος κκλησία συμμετέχει ες τόν προβληματισμόν καί τήν γωνίαν το συγχρόνου νθρώπου ς πρός θεμελιώδη παρξιακά ζητήματα, τά ποα πασχολον τόν σύγχρονον κόσμον, πιθυμοσα νά συμβάλ ες τήν ντιμετώπισίν των, στε νά πικρατήσ ες τόν κόσμον ερήνη το Θεο, πάντα νον περέχουσα’ (Φιλ. δ’, 7), καταλλαγή καί γάπη» (Η Αποστολή, Προοίμιο).

Την θεολογική, λοιπόν, τεκμηρίωση και τον χαρακτήρα της χριστιανικής μαρτυρίας οι Ορθόδοξοι εδώ και αρκετό καιρό τοποθετούν στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Άλλωστε, και η Καθολική Εκκλησία κατά την Β’ Βατικανή Σύνοδό της υπογράμμισε τον άρρηκτο δεσμό Εκκλησίας και Ευχαριστίας. Όπως τονίζεται στο Μήνυμα,

«μετέχοντες τς θείας Εχαριστίας καί προσευχόμενοι ν τ ερ Συνάξει πέρ τς Οκουμένης, καλούμεθα νά συνεχίσωμεν τήν λειτουργίαν μετά τήν Λειτουργίαν καί νά δίδωμεν τήν μαρτυρίαν περί τς ληθείας τς πίστεως μν νώπιον Θεο καί νθρώπων, μοιραζόμενοι τάς δωρεάς το Θεο μεθ’ λοκλήρου τς νθρωπότητος, πήκοοι πρός τήν σαφ ντολήν το Κυρίου πρό τς ναλήψεώς Του: ‘καί σεσθέ μοι μάρτυρες ν τε ερουσαλμ καί ν πάσ τ ουδαί καί Σαμαρεί καί ως σχάτου τς γς’ (Πράξ. α’, 8)» (παρ. 2).

ΙΔ Συμπόσιο_385

***

Με βάση τα κείμενα της Α.Μ.Σ.Ο.Ε. η Ορθόδοξη χριστιανική μαρτυρία χαρακτηρίζεται από τον μη επιθετικό χαρακτήρα της, τον μη επικριτικό και καταδικαστικό προς τον κόσμο προσανατολισμό της, που στόχο έχει την εκκλησιοποίηση και όχι τον προσηλυτισμό του κόσμου. Ο ευαγγελισμός, λοιπόν, η ιεραποστολή, ή καλύτερα η «μαρτυρία» του ευαγγελίου, ακόμη και ο επανευαγγελισμός, βρίσκεται στον πυρήνα της ταυτότητας της Εκκλησίας, που δεν ζει για τον εαυτό της, αλλά για τον κόσμο, την οικουμένη, υπέρ της οποίας προσεύχεται σε κάθε λειτουργική της σύναξη.

Ως τρόπος επανευαγγελισμού, ή εργαλείο για την επίτευξή του, η νεότερη Ορθόδοξη θεολογία έχει διατυπώσει από πλευράς ορολογίας ορισμένες έννοιες, κυρίαρχη ανάμεσα στις οποίες είναι η κατανόηση της ιεραποστολής ως «μαρτυρίας» και πρωτίστως ως «μετα-λειτουργίας», ή «Λειτουργίας μετά την λειτουργία» (Β). Με αυτήν κυρίως θα απασχολήσω την αγάπη σας, αρχίζοντας από θεμιτό ή μη του επανευαγγελισμού, και το ιστορικό και ιδεολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτός είναι αποδεκτός (Α).

Α

Η Εκκλησία επιτελεί το σωστικό της έργο όχι με εκείνα που συνήθως πράττει, ούτε με εκείνα που λέγει, αλλά κυρίως με αυτό που είναι. Αυτό το “είναι”, με άλλα λόγια αυτή η ταυτότητα και αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας, δεν είναι τίποτε άλλο παρά το όραμα ενός καινούργιου κόσμου διαφορετικού από το φθαρτό και συμβατικό στον οποίο ζούμε, το όραμα δηλαδή της προσδοκώμενης Βασιλείας του Θεού. Το όραμα όμως αυτό δεν είναι απλώς μια ου-τοπία, μια υπερβατική και προσδοκώμενη στα έσχατα κατάσταση, αλλά αποτελεί εν ταυτώ και χειροπιαστή ιστορική πραγματικότητα, εναλλακτική πρόταση ζωής, υπέρβαση της καθημερινότητας και της φθαρτότητας, τις οποίες εκφράζει η συμβατική ζωή.

Αυτή την εναλλακτική πρόταση ζωής, η Εκκλησία οφείλει να εκφράζει αυθεντικά στο εσωτερικό της, κατά κύριο λόγο στην λειτουργία της (και δευτερευόντως ασφαλώς και στη διοίκησή της), και κατά δεύτερο λόγο στην προς τα έξω «λειτουργία» της μετά την συμβατική λειτουργία, μεταλαμπαδεύοντας δηλαδή προς τα έξω, και καταθέτοντας με έργα, ως ζωντανή “μαρτυρία” στον κόσμο, την εμπειρία της βασιλείας του Θεού, που έστω και προληπτικά βίωσαν τα μέλη της κατά την Θεία Λειτουργία. Εκκλησία χωρίς αυτή την ιερή “αποστολή” της απλούστατα δεν είναι Εκκλησία. Όσο κι αν σε πολλούς φαίνεται παράδοξο, η Εκκλησία δεν υπάρχει για τον εαυτό της, αλλά για τον κόσμο.

Στο παρελθόν η «ιεραποστολή» της Εκκλησίας διακρίνονταν σε εσωτερική και εξωτερική, και πιο πρόσφατα σε «ευαγγελισμό» και «επανευαγγελισμό».

Μια τέτοια διάκριση, ως προς το πρώτο ζεύγος, υπήρξε ασφαλώς πολύ ωφέλιμη τουλάχιστο για τους Ορθοδόξους, αφού έγινε αφορμή να ξαναθυμηθούν το χρέος τους για την εξωτερική ιεραποστολή, τους έβγαλε από την ιεραποστολική ραθυμία, και τους ανάγκασε να ενώσουν τις δυνάμεις τους με τους λοιπούς χριστιανούς για τον ευαγγελισμό της οικουμένης, σύμφωνα με την επιταγή του αναστάντος Χριστού: «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη..» (Μτ 28.19).

Σήμερα όμως μια τέτοια διάκριση θεωρείται ξεπερασμένη. Γι’ αυτό και επίσημα η Ορθόδοξη Εκκλησία ενώνει τις δυνάμεις της «με πάντα άνθρωπο καλής θελήσεως», όπως συνεχώς υπογραμμίζεται στις αποφάσεις και το μήνυμα της Α.Μ.Σ.Ο.Ε., τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό, για την υπέρβαση του κακού στον κόσμο.

Ως προς το δεύτερο ζεύγος ο νέο-εισαχθείς όρος «επανευαγγελισμός» χρήζει επαρκούς διασάφησης, προκειμένου να αποτραπούν εκ νέου αρνητικές επιπτώσεις στην πορεία των εκκλησιών προς την επίτευξη της ορατής ενότητας. αλλά και προς τον έξω κόσμο προς αποτροπή αναστολής – ή απώλειας αξιοπιστίας – του διαθρησκειακού διαλόγου, την αναγκαιότητα του οποίου επίσης επαναβεβαίωσε η Α.Μ.Σ.Ο.Ε. Να υπενθυμίσω την αρχική αντίδραση της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην εξαγγελία επανευαγγελισμού της Ευρώπης από τον Πάπα Ιωάννη-Παύλο Β΄ μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου, η οποία κακώς εξελήφθη από τους Ορθοδόξους ως νέα απόπειρα προσηλιτισμού.

Το ιστορικό και ιδεολογικό πλαίσιο, στο οποίο καλείται ο χριστιανικός κόσμος να ασκήσει τον επανευαγγελισμό, είναι ασφαλώς η εκκοσμίκευση,[1] και κυρίως η νεωτερικότητα (και μετα-νεωτερικοτητα). Τον αιώνα που πέρασε ίσως για πρώτη φορά στην ιστορία της η ανθρωπότητα έζησε σε τόσο μεγάλη έκταση τη δημιουργία και περαιτέρω εξέλιξη της κοσμικής κοινωνίας (secular society), μιας κοινωνίας δηλαδή ουσιαστικά χωρίς Θεό. Πριν από μερικές μόνον δεκαετίες πολλοί επιστήμονες και διανοούμενοι προέβλεπαν με απόλυτη σχεδόν βεβαιότητα μια αυστηρά και αποκλειστικά κοσμική διάρθρωση της κοινωνίας, και τουλάχιστο στο λεγόμενο δυτικό κόσμο την εξάλειψη και αυτής ακόμη της παραδοσιακής θρησκείας.

Το 1965 εκδόθηκε στις ΗΠΑ το πιο πολυδιαβασμένο και δημοφιλέστερο ίσως στο είδος του έργο του Ηarvey Cox, The Secular City, όπου αναγγέλλονταν η κατάρρευση της παραδοσιακής θρησκείας και η πλήρης εκκοσμίκευσητης σύγχρονης κοινωνίας. Ενώ ο Cox,[2] πιστός αλλά ρεαλιστής χριστιανός, όπως και οι περισσότεροι άλλωστε διανοούμενοι, ακολουθώντας τους διάσημους σύγχρονους κοινωνιολόγους,[3] διέβλεπαν σ’ αυτή την εξέλιξη ανθρωπιστικά και απελευθερωτικά στοιχεία, άλλοι χαρακτήριζαν το φαινόμενο της αυξανόμενης εκκοσμίκευσης της κοινωνίας ως εφιαλτικό και αποκαλυπτικό.[4] Εντούτοις, και οι μεν και οι δε ήταν απόλυτα πεπεισμένοι ότι ο 20ος αιώνας με μαθηματική μάλιστα ακρίβεια θα έκλεινε με μια ακόμη μεγαλύτερη εκκοσμίκευση.[5]

Σήμερα, αυτή η θεωρία της εκκοσμίκευσης και η εξ αυτής απορρέουσα περιθωριοποίηση της θρησκείας σε ένα μεγάλο τμήμα της παγκόσμιας διανόησης είναι τόσο προβληματική, όσο δημοφιλής και αυτονόητη εμφανιζόταν τριάντα χρόνια πριν.[6] Ο ίδιος άλλωστε ο Cox αναγνωρίζει τη ριζική αλλαγή που έχει επέλθει στην ανθρώπινη πνευματικότητα, και ομολογεί την απροσδόκητη παλινόρθωση σε παγκόσμια κλίμακα της θρησκείας, με πρόθεση σε μερικές περιπτώσεις να επηρεάσει εκ νέου το δημόσιο βίο, ακόμη και την πολιτική.[7] Άπαντες, σε καθαρά επιστημονικό τουλάχιστον επίπεδο, εκτιμούν ότι η εξέλιξη αυτή συμπίπτει με το κοινωνικο-ιστορικό και διανοητικό κίνημα, το οποίο αποκαλείται μετα-νεωτερικότητα (postmodernity).

Η μετα-νεωτερικότητα σχετικοποίησε την νεωτερική αντίληψη, η οποία αμφισβήτησε τη βασισμένη στην πίστη παραδοσιακή θεώρηση, εν ονόματι του καθαρού λόγου και της επιστημονικής κριτικής. Όσο κι αν κορυφαίοι διανοητές, όπως π.χ. ο J. Habermas, επιμένουν ότι δεν ολοκληρώθηκε ακόμη ο κύκλος της νεωτερικότητας και προσδοκούν την ολοκλήρωσή του.[8] Όσο και αν σημαίνοντες θεωρητικοί της «μετα-νεωτερικότητας», όπως π.χ. ο Jean-François Lyotard, προσπάθησαν να ισχυριστούν, ότι «το μεταμοντέρνο δε σηματοδοτεί το τέλος του μοντερνισμού, αλλά μια άλλη σχέση με αυτόν»,[9] ή ότι η μεταμοντέρνα θεώρηση δεν αποτελεί αναίρεση του Διαφωτισμού, αλλά «αναλυτικο-αναφορικός διάλογος» με αυτόν,[10] ή τέλος ότι «το μεταμοντέρνο είναι η ανάπτυξη μιας νέας θεωρίας, ενός νέου ‘μετα-οικουμενικού’ λόγου, προκειμένου να αποκατασταθεί η κλασική λειτουργία του λόγου».[11] Η σύγχρονη πραγματικότητα έδειξε πέρα από κάθε αμφισβήτηση, ότι τουλάχιστον η βεβαιότητα της εκκοσμίκευσης ως υπέρβασης της ιερότητας, η βεβαιότητα της ατομικότητας (individualism), και προ πάντων η βεβαιότητα της απόλυτης γνώσης με βάση τον καθαρό λόγο, με άλλα δηλαδή λόγια η ανακάλυψη της αλήθειας αποκλειστικά μέσω της κριτικής και ιστορικής έρευνας, δεν υποστηρίζεται πλέον με το πάθος που υποστηριζόταν στο παρελθόν.[12]

Δύο είναι οι κύριες προτάσεις που συνήθως κατατέθηκαν στον τραπέζι του διαλόγου. Η πρώτη αποδέχεται τη σχετικότητα των ανθρώπινων κοινωνιών, θεωρεί αυτονόητη την εξέλιξη των κοινωνιών, έτσι ώστε με την αρωγή και των ηθικών θρησκευτικών αξιών όλα ανεξαιρέτως τα ανθρώπινα όντα να βιώνουν το αγαθό της ελευθερίας, να τυγχάνουν ίσης και δικαιότερης μεταχείρισης και να έχουν τη δυνατότητα απρόσκοπτης ανάπτυξης κατά το δοκούν της προσωπικότητάς τους. Η δεύτερη, αντιθέτως, επιμένει στην επιστροφή τους στη ιερή τάξη και παράδοση την οποία εγκατέλειψαν.

Η πρώτη αποτελεί υπέρβαση της νεωτερικότητας αποδεχόμενη τα θετικά της στοιχεία, αλλά επαναφέρει και τις θρησκευτικές αξίες στο δημόσιο διάλογο. Είναι η άποψη που υποστηρίζει – αν και όχι τόσο σθεναρά όσο η Αποστολική Προτροπή του Πάπα Φραγκίσκου Evangelii Gaudium, αλλά και όσο θα επιθυμούσαν οι Ορθόδοξοι θεολόγοι[13] – η Α.Μ.Σ.Ο.Ε.[14] Η δεύτερη, αντίθετα, αποτελεί απόρριψη της νεωτερικότητας, εμμένοντας στα ιδεώδη της προ-νεωτερικότητας, άποψη που σθεναρά υποστηρίζει με την περίφημη θεωρία περί Russky Mir η Ρωσική εκκλησία, αλλά και ορισμένες ακραίες ευαγγελικαλιστικές ομάδες.

Και οι δύο προτάσεις έχουν ένα κοινό μεταξύ τους: απορρίπτουν τη βασική προϋπόθεση της νεωτερικότητας, σύμφωνα με την οποία η θρησκεία όφειλε να παραμείνει προσωπική υπόθεση της συνείδησης του καθενός περιοριζόμενη αποκλειστικά στην ιδιωτική σφαίρα, μακριά από τα κοινά.[15] Και οι δύο αποδέχονται ότι η θρησκεία μπορεί να συμβάλει στη μεταμόρφωση της σύγχρονης κοινωνίας, και θεωρούν θεμιτό το θρησκευτικό όραμα να παίξει κάποιο ρόλο, γιατί όχι και σημαντικό, προς αυτή την κατεύθυνση. Με δεδομένη μάλιστα την επικίνδυνη προέλαση της παγκοσμιοποίησης (globalization), την αδυναμία της πολιτικής να ελέγξει την αυτόνομη και ανεξέλεγκτη πορεία της οικονομίας, πολλοί θεωρούν κάτι τέτοιο, όχι μόνον θεμιτό,[16] αλλά και επιθυμητό, ίσως και επιβεβλημένο – τουλάχιστο στο βαθμό που ενθαρρύνονται οι λεγόμενες «κινήσεις πολιτών». Με αυτήν και μόνον αυτήν την έννοια νοείται ο επανευαγγελισμός. Όπως και να έχουν τα πράγματα, αναγνωρίζεται πλέον δειλά-δειλά ότι η θρησκεία αποτελεί εξόχως σημαντικό στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης ώστε να αποκλειστεί από το δημόσιο διάλογο, τις δημόσιες ηθικές, κοινωνικές, πολιτιστικές, ακόμη και πολιτικές και οικονομικές αντιπαραθέσεις.[17]

Η δυνατότητα όμως της θρησκείας, και της χριστιανικής Εκκλησίας ειδικότερα, να ασκήσει τη φιλάνθρωπη δυναμική της στην κοινωνία «προκειμένου να διασφαλιστεί η ελευθερία, η μοναδικότητα του ανθρωπίνου προσώπου και η ακεραιότητα της δημιουργίας του Θεού», έγκειται στο τρόπο με τον οποίο η Εκκλησία επιλέγει να καταθέσει τη μαρτυρία της, με τον τρόπο δηλαδή που ασκεί την ιεραποστολή της, τόσο στο λεγόμενο χώρο της «κανονικής δικαιοδοσίας» της (εσωτερική ιεραποστολή), όσο και παγκοσμίως (εξωτερική ιεραποστολή ή ορθότερα «κοινή χριστιανική μαρτυρία»).

ΙΔ Συμπόσιο_292

Β

Η ιεραποστολή και ο ευαγγελισμός ως εκκλησιοποίηση του κόσμου (και ως μαρτυρία μάλλον παρά ως επιθετικός επανευαγγελισμός ή εκχριστιανισμός του), και κυρίως ως Λειτουργία μετά την λειτουργία, μπορούν να γίνουν κατανοητά, μόνον αν ανατρέξουμε στις απαρχές της νεότερης χριστιανικής ιεραποστολής. Οι απαρχές αυτές ανάγονται στη σταδιακή ρήξη του χριστιανισμού (στη θεσμική βέβαια εκκλησιαστική του έκφραση) με τον δυτικο-ευρωπαϊκό πολιτισμό, ως αποτέλεσμα του δόγματος της εκκοσμίκευσης και της αναγκαστικής εξώθησης της θρησκείας στην ιδιωτική σφαίρα.[18] Καθ’ όλη σχεδόν την περίοδο της νεωτερικότητας, και κυρίως κατά την πρώτη φάση της, η χριστιανική ιεραποστολή προσπάθησε ουσιαστικά να ανασυστήσει την παλαιά αντίληψη ενός χριστιανικού κόσμου (Christendom), μιας χριστιανικής τάξεως, υποδαυλίζοντας σε πολλές περιπτώσεις τη θεσμική αντίθεση Εκκλησίας και κόσμου. Η επικρατούσα ιεραποστολική ορολογία σ’ αυτή την περίπτωση ήταν: εκχριστιανισμός, προσηλυτισμός, ευαγγελισμός.

Η προσπάθεια αυτή, παρά την ποσοτική επιτυχία των αυτόνομων και ανεξάρτητων ιεραποστολικών αποστολών[19] αποδείχτηκε ατελέσφορη για δύο κυρίως λόγους: (α) πρώτα-πρώτα εξαιτίας της πολυδιάσπασης του χριστιανικού κόσμου, που βέβαια προϋπήρχε, αλλά συνεχώς διογκωνόταν, και (β) έπειτα εξαιτίας της απείρως ταχύτερης και επιτυχέστερης επέλασης της εκκοσμίκευσης σε όλο τον ανακαλυφθέντα και στη συνέχεια κατακτηθέντα (αν όχι υποδουλωθέντα) κόσμο.

Σημείο αναφοράς της αποστολής της Εκκλησίας σ’ εκείνη τη φάση ήταν η αντίληψη της παγκοσμιότητας.[20] Στην κλασική προνεωτερική θεοκρατική της εκδοχή η αντίληψη αυτή οδήγησε στην ιδέα μιας παγκόσμιας εκκλησίας, καθώς επίσης και μιας παγκόσμιας αυτοκρατορίας: ένας Θεός-ένας αυτοκράτορας, μία εκκλησία-μία αυτοκρατορία, κάτι που σε υβριδική μορφή επιδιώκεται να ανασυσταθεί και στη σημερινή ρωσική κοινωνία.[21]

Η διάψευση της προσδοκίας εξάλειψης των αρχαίων προ- και μη-χριστιανικών θρησκειών, και συνεπώς και της δυνατότητας εκχριστιανισμού της οικουμένης,[22] οδήγησε τη χριστιανική θεολογία σε μια νέα κατανόηση της μαρτυρίας της Εκκλησίας. Η κοινωνική αλλαγή – με άλλα λόγια τα ιδανικά της νεωτερικότητας – έπαψε να θεωρείται ως ρήξη ή επανάσταση εναντίον της θεϊκής τάξεως, και άρχισε να εκλαμβάνεται ως αποτέλεσμα της δράσεως του Θεού.[23] Ο ίδιος ο Θεός άρχισε σταδιακά να αναγνωρίζεται ως ο δημιουργός της ιστορικής αλλαγής. Στη θέση ενός θεοκρατικά δομημένου κόσμου, εμφανίζεται πλέον ο κόσμος της ιστορίας, μέσα στην οποία επιτελείται το έργο του Θεού. Στην εξέλιξη αυτή κομβικό σημείο αποτελεί η αναγνώριση της παγκόσμιας σημασίας του γεγονότος Χριστός, στη θέση βέβαια της θεσμικής έκφρασης του πανίσχυρου τότε δυτικού χριστιανισμού.

Στη φάση αυτή το παλαιό παράδειγμα της θεοκρατικής παγκοσμιότητας έδωσε τη θέση του σε ένα νέο, εκείνο της χριστοκεντρικής παγκοσμιότητας.[24] Τόσο η χριστοκεντρική παγκοσμιότητα όσο και η θεολογία της ιστορίας, ως εργαλείο αλλά και θεολογικό υπόβαθρο της μαρτυρίας της Εκκλησίας, αναπτύχθηκαν ως απάντηση – αλλά και αλλαγή πολιτικής απέναντι – στο φαινόμενο της εκκοσμίκευσης, και γενικότερα στα ιδεώδη της νεωτερικότητας.

Στα θετικά σημεία αυτής της φάσεως της νεώτερης ιστορίας της παγκόσμιας ιεραποστολής θα πρέπει πρώτα-πρώτα να καταγράψουμε τη σταδιακή εγκατάλειψη της ιδέας ότι η ιεραποστολή είναι υπόθεση μόνον των μεμονωμένων χριστιανών (missio christianorum), και την αναγνώριση της ιεραποστολικής ευθύνης της Εκκλησίας στο σύνολό της (missio ecclesiae). Πιο σημαντική, όμως, λίγο αργότερα ήταν η αναγνώριση ότι το πραγματικό υποκείμενο της ιεραποστολής δεν είναι ούτε η Εκκλησία, αλλά ο ίδιος ο Θεός (missio Dei),[25] αντίληψη, όμως, που αρχικά ο δυτικός χριστιανισμός περιόριζε στην αποστολή του Χριστού (missio Christi).

Πολύ σύντομα, εν τούτοις, έγινε αντιληπτό ότι η χριστοκεντρική παγκοσμιότητα, συνέβαλε στο να μετατραπεί με λανθάνοντα τρόπο ο υγιής χριστοκεντρισμός σε προβληματικό χριστομονισμό.[26] Σ΄ αυτό ακριβώς το κρίσιμο σημείο για το μέλλον της παγκόσμιας ιεραποστολής έκανε αισθητή την παρουσία της η Ορθόδοξη θεολογία, σημαντικότερη συμβολή της οποίας υπήρξε – στα πλαίσια του οικουμενικού διαλόγου – η επανανακάλυψη της τριαδικής θεολογίας, και ειδικότερα της «οικονομίας του Αγίου Πνεύματος».[27] «Η δυναμική συνάντηση», ομολογεί κορυφαίος θεολόγος της Δύσεως, «με τις ορθόδοξες παραδόσεις στο πεδίο της θεολογίας και της πνευματικότητας, μας έκανε να συνειδητοποιήσουμε τη βαθιά ριζωμένη πνευματολογική λήθη (Walter Kasper) στο Δυτικό Χριστιανισμό, τόσο στην Καθολική όσο και στην Προτεσταντική μορφή του».[28]

Με τη συνδρομή της Ορθόδοξης θεολογίας έγινε κατανοητό ότι αυτή καθαυτή η υπόσταση της θεότητας είναι πρωταρχικά ζωή κοινωνίας, και ότι η επέμβαση του Θεού στην ιστορία στοχεύει στο να οδηγήσει την ανθρωπότητα (μέσω της ιεραποστολής και του ευαγγελισμού) αλλά και ολόκληρη τη δημιουργία, σ’ αυτή την κοινωνία με την ίδια την ύπαρξη του Θεού. Έτσι, άρχισε να διαδίδεται ευρέως η πάγια θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ότι «η χριστιανική ιεραποστολή δεν στοχεύει αποκλειστικά στη διάδοση ή στη μεταβίβαση διανοητικών αληθειών, δογμάτων, ηθικών επιταγών κλπ., αλλά στη μεταφορά της ζωής της κοινωνίας που ενυπάρχει στη θεότητα. Και αυτό επιτυχώς, αλλά και αυθεντικώς, επιτυγχάνεται μόνον μέσω της λειτουργίας μετά την λειτουργία.

Η εγκατάλειψη της χριστοκεντρικής παγκοσμιότητας και η θεμελίωση της χριστιανικής ιεραποστολής με πιο σταθερό τρόπο στο τριαδικό δόγμα είχε ως αποτέλεσμα την εγκατάλειψη από τους Ορθοδόξους της ιμπεριαλιστικής, επεκτατικής και προσηλυτιστικής τακτικής και την υιοθέτηση μιας περισσότερο περιεκτικής και ολιστικής κοινής χριστιανικής μαρτυρίας. Πρακτικά αυτό σήμαινε εμπλοκή των Ορθοδόξων – έστω και με πολλή δυστακτικότητα, κυρίως εκ μέρους φονταμενταλιστών και οπαδών της αποκλειστικής εκκλησιολογίας – στους κοινωνικούς αγώνες (θεολογία της απελευθέρωσης), στην καταπολέμηση του ρατσισμού (με τα γνωστά προγράμματα εναντίον του απαρντχάιντ, και της ανύψωσης της θέσης των γυναικών κλπ.), αλλά και καταδίκη του προσηλυτισμού. όχι μόνο μεταξύ χριστιανών διαφορετικών δογμάτων, αλλά και προς τους πιστούς των άλλων ζωντανών θρησκευμάτων.[29] Οι ιεραποστολικοί όροι, οι οποίοι χρησιμοποιούνται πλέον είναι μαρτυρία[30] και δια-θρησκειακός διάλογος.

Θεολογικά πλέον, αλλά και πρακτικά, οι πιστοί των άλλων θρησκειών δεν είναι αντικείμενα της χριστιανικής ιεραποστολής, αλλά δέκτες της μαρτυρίας που απορρέει από την προληπτική ευχαριστιακή εμπειρία της προσδωκόμενης Βασιλείας του Θεού, ουσιαστικά δηλαδή εταίροι στο διάλογο, με στόχο συνεργικά την εδραίωση στον κόσμο, έστω και προληπτικά, αυτής της Βασιλείας. Αυτό, βέβαια, δε σημαίνει εγκατάλειψη από τη σύγχρονη ιεραποστολή της σωτηριολογικής σημασίας του Χριστού, ο οποίος παραμένει «η οδός, η αλήθεια και η ζωή» (Ιω 14,6), αλλά δυναμική επανερμηνεία της χριστολογίας μέσω της πνευματολογίας.[31] Είναι λοιπόν αυτονόητο, γιατί σε ιδεολογικό επίπεδο η θρησκευτική σημειολογία (παλαιότερα του πολέμου εναντίον της τρομοκρατίας και του «ιεραποστολικού» λεξιλόγιου του προέδρου των ΗΠΑ George Bush, και πρόσφατα του Προέδρου της Ρωσίας περί Russky Mir) συναντάει σφοδρή αντίδραση, τόσο από τον Πάπα Φραγκίσκο, το ΠΣΕ, αλλά και τον Οικουμενικό Πατριάρχη, και την Α.Μ.Σ.Ο.Ε.[32]

Ένα δεύτερο σημείο της Ορθοδοξίας μαρτυρίας ως λειτουργία μετά τη λειτουργία αποτελεί η αγιοπνευματική διάσταση και η συνακόλουθη εσχατολογική κατανόηση της ταυτότητας της Εκκλησίας. Η εσχατολογική δωρεά της καινούριας ζωής εν Αγίω Πνεύματι εγκαινιάζει μια νέα δημιουργία, την ανανεωμένη ιστορία όλων των ζώντων οργανισμών. Με την άρση της διαλεκτικής έντασης μεταξύ ιστορίας και εσχατολογίας, η Εκκλησία έχανε την ικανότητά της να ενεργεί ως προφητική κριτική της συγκεκριμένης ανθρώπινης δράσης. H μαρτυρία της Εκκλησίας ως μετα-λειτουργία δεν ενεργεί ως θεσμός του κόσμου τούτου, ούτε νομιμοποιεί την θεσμική της έκφραση, αλλά να αντιμετωπίζει κριτικά τους θεσμούς του κόσμου τούτου και προφητικά να καταγγέλλει τις άδικες δομές του.

Ένα τρίτο στοιχείο της Ορθόδοξης κατανόησης της κοινής χριστιανικής μαρτυρίας στα πλαίσια της λειτουργίας μετά τη λειτουργία προέρχεται από την επανανακάλυψη της ευχαριστιακής θεολογίας της αρχαίας Εκκλησίας,[33] η οποία με τη σειρά της συνέβαλε στην ανάπτυξη της θεολογίας του «οίκου του Θεού».[34] 

ΙΔ Συμπόσιο_317

Γ

Μία μονο μικρή παρένθεση θεωρώ επιβεβλημένη: πρώτα και κύρια την υπογράμμιση πως ο επανευαγγελισμός ως λειτουργία μετά την λειτουργία θα πρέπει να νοηθεί και αντίστροφα, ως λειτουργία δηλ. πριν από την λειτουργία,[35] αφού χωρίς τον αρχικό ευαγγελισμό του κοσμου είναι ανέφικτη η λειτουργική οικείωση της εσχατολογικής Βασιλείας. Πάντοτε όμως με την προοπτική της αντίληψης, ότι το μυστήριο της Εκκλησίας βιώνεται αυθεντικά στην λατρευτική της ζωή και μέσω αυτής οι πιστοί  οδηγούνται στην – προληπτική έστω – μέθεξη  της ουράνιας βασιλείας.

Και δεύτερο, λαμβανομένου υπόψιν του λειτουργικού χαρακτήρα της Ορθόδο­ξης θεολογίας (Φλορόφσκυ), και της εμμονής από όλους σχεδόν τους Ορθοδό­ξους στα πλαίσια του οικουμενικού διαλόγου στη σημασία λατρείας, μερικές φορές πάνω και πέρα από τη σημασία και αυτού του λόγου του Θεού, αποτελεί επιτακτική ανάγκη ο ακριβής προσδιορισμός της έννοιας και της θεολογικής σημασίας της λατρείας. Με δεδομένη μάλιστα την εξέλιξη της Ορθόδοξης λατρείας και της θεολογικής της κατανόησης όχι με βάση τον αρχικό βιβλικό επαναστατικό δυναμισμό της, αλλά τον μεταγενέστερο δοξολογικό «λειτουργισμό» της (Στυλιανόπουλος), αυτή η λατρεία, και κατ’ επέκταση η λειτουργία μετά την λειτουργία, θα πρέπει να κατανοούνται υπό το φως του βιβλικού προφητικού (και Κυριακού) επαναστατικού λογίου: «λεος θλω κα ο θυσαν» (Ωσηέ 6:6), το οποίο δεν αναφέρεται στο θυσιαστικό λατρευτικό σύστημα, αλλά αποτελεί στοχευμένη κριτική στον συμβατικό τρόπο λατρείας ερήμην της δικαιοσύνης του Θεού.[36]

ΙΔ Συμπόσιο_388

[1] Ο όρος «εκκοσμίκευση» στη μελέτη αυτή χρησιμοποιείται όχι με τη χριστιανική σημασία της λέξεως, συμπεριφορά δηλαδή και διολίσθηση προς το κοσμικό φρόνημα του εκκλησιαστικού σώματος κλπ., αλλά με την κοινωνιολογική του σημασία, ως διάρθρωση της κοινωνίας χωρίς την επιρροή της θρησκείας με καθαρά κοσμικά (δημοκρατικά;) κριτήρια. Περισσότερα στη μελέτη του Peter Berger, The Sacred Canopy. Elements of a Sociological Theory of Religion, Doubleday, New York 1967, σελ. 106εξ.

[2] Ηarvey Cox, The Secular City, Macmillan, New York 1965.

[3] Bryan Wilson, Religion in Secular Society, London 1966. Anthony Wallace, Religion: An Anthropological View, New York 1966. Thomas Luckmann, The Invisible Religion, New York 1967. Thomas Luckmann-Peter Berger, The Social Construction of Reality-A Treatise in the Sociology of Knowledge, New York 1966. Peter Berger, The Sacred Canopy, κ.

[4] Άλλωστε τα παραδείγματα του Auschwitz και της Hiroshima δεν είναι και πολύ μακριά, και ο κίνδυνος ενός πυρηνικού ολοκαυτώματος και μιας οικολογικής καταστροφής παραμένει διαρκής απειλή. Πρβλ. Darrell Fasching, The Ethical Challenge of Auschwitz and Hiroshima: Apocalypse or Utopia? Albany 1993.

[5] Danny Jorgensen, “Religion and Modernization: Secularization or Sacralization,” Jacob Neusner (εκδ.), Religion and the Political Order, Scholars Press, Atlanta 1996, 19-30, σελ. 19.

[6] Είναι ενδεικτική η διοργάνωση την τελευταία δεκαετία διεπιστημονικών συνεδρίων σε ακαδημαϊκά κέντρα όπως το Harvard ή η South Florida με θέμα τη θρησκεία και την πολιτική (με την ευρύτερη έννοια του όρου), πράγμα εντελώς αδιανόητο είκοσι ή τριάντα χρόνια πριν. Η έκδοση συλλογικών τόμων, που διαπραγματεύονται διεπιστημονικά το κοινωνικό αυτό φαινόμενο της παλινόρθωσης της θρησκείας, και του θρησκευτικού φαινομένου γενικότερα, στην κοινωνική ζωή των λαών, αποτελεί συνηθισμένο πλέον φαινόμενο. Πρβλ. Rodney L. Petersen (εκδ.), Christianity & Civil Society, ΒΤΙ, Boston 1995. και Jacob Neusner (εκδ.), Religion and the Political Order, αντίστοιχα.

[7] Η. Cox, “Religion and Politics after The Secular City”, J. Neusner (εκδ.), Religion and the Political Order, σελ. 1-10. Πρβλ και Darrell Fasching, «Judaism, Christianity, Islam: Religion, Ethics, and Politics in the (Post)modern World», στο ίδιο, σελ. 291-299.

[8] Βλ. π.χ. Jürgen Habermas, “Die Moderne-Ein unvollendetes Projekt,” W.Welsch (επιμ.), Wege aus der Moderne. Schlüssetexte der Postmoderne Diskussion, Weihnheim 1988, σ. 177-192.

[9] Jean-François Lyotard, “An Interview” Theory, Culture and Society 5 (1989), 277-309, σελ. σ. 277. Βλ. επίσης του ίδιου, The Postmodern Condition, Minnesota UP, Minneapolis 1984 (και ελλ. μετ. H μεταμοντέρνα κατάσταση, Γνώση, Αθήνα 1998).

[10] Hayden White, Topics of Discourse: Essays in Cultural Criticism, J. Hopkins U.P, Baltimore 1978, σ. 51εξ. Βλ. επίσης το έργο του με το χαρακτηριστικό τίτλο Μετα-ιστορία, Metahistory: The Historical Imagination in 19th c. Europe, J.Hopkins U.P, Baltimore 1973. Πολλοί ερευνητές, που ασχολούνται κριτικά με τη μετανεωτερικότητα, εμμένουν στον όρο «δεύτερη νεωτερικότητα». πρβλ. Ι. Πέτρου, «Παράδοση και πολιτισμική προσαρμογή στη δεύτερη νεωτερικότητα», Σύναξη τεύχος 75 (2000), σελ. 25-35.

[11] W. Welsch, Unsere postmoderne Moderne, VCH Acta humaniora, Wenheim 1988,   σελ. 7.

[12] Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, το κρίσιμο ερώτημα για τη σχέση μεταξύ νεωτερικότητας και μετα-νεωτερικότητας, και όχι ο δυτικός ή κλασικός ελληνικός χαρακτήρας του ορθού λόγου. Πολύ ορθά ο Ζήσης Παπαδημητρίου συνδέει με την ελληνική σκέψη την έννοια του ορθού λόγου («Από την οικουμενικότητα του Διαφωτισμού στα μεταμοντέρνα αδιέξοδα. Αναζητώντας το μίτο του ορθού», Ελμάζης Σ. [εκδ.], Ανάμεσα σε δυο κόσμους. Από τη σύγχρονη κρίση στη μετανεωτερική προοπτική, Ανιχνεύσεις, Θεσσαλονίκη 1988, 97-107, σελ. 106).

[13] Βλ. τον πολύ σημαντικό δπρο-συνοδικό διάλογο εκ μέρους των Ορθοδόξων επιστημόνων στο panorthodoxcemes.blogspot.gr.

[14] Βλ. και Robert N. Bellah “How to Understand the Church in an Individualistic Society”, R. Petersen (εκδ.), Christianity & Civil Society, , ο οποίος πολύ παραστατικά υπογραμμίζει πως ο «είναι ανώφελο να συνεχίσουμε να χτυπάμε το νεκρό άλογο του κωνσταντίνειου μοντέλου» (σελ. 9).

[15] Βλ. και Η Αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας στον Σύγχρονο Κόσμο. Πρβλ. τη διάκριση που από παλιά επιχείρησε ο Peter Berger, μεταξύ προσαρμογής (accomodation) και αντίστασης (resistance) της Εκκλησίας στη σύγχρονη νεωτερική πραγματικότητα. (The Sacred Canopy, σελ. 155εξ).

[16] Πρβλ. Ε. Βενιζέλου, Σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους, Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 2000.

[17] Πρβλ. Walter Capps, “Religion and Politics: Finding Normative Factors in Current Discussions”, Jacob Neusner (εκδ.), Religion and the Political Order, σελ. 259-273.

[18] Πρβλ. S. Neill, History of Missions, Baltimore 19917, σελ. 150, 187, 207εξ. πρβλ. επίσης σελ. 223. Ας σημειωθεί ότι ο διάσημος αυτός ιστορικός της χριστιανικής ιεραποστολής δεν υπεισέρχεται στο θέμα που εξετάζουμε. Αντίθετα ο D. J. Bosch στο κλασικό πλέον έργο του, Transforming Mission. Paradigm Shifts in Theology of Mission, New York 1991, ασχολείται εκτεταμένα στο τελευταίο του κεφάλαιο με το θέμα αυτό.

[19] K. Raiser, Το μέλλον του οικουμενισμού. Αλλαγή παραδείγματος στην οικουμενική κίνηση; EKO 10 Θεσσαλονίκη 1995, σελ. 76. Το σύνθημα, μάλιστα, του Α΄ Παγκόσμιου Ιεραποστολικού συνεδρίου το 1910 στο Εδιμβούργο της Σκωτίας, ήταν «ευαγγελισμός του κόσμου σ” αυτή κιόλας τη γενιά». Βιβλικό σημείο αναφοράς σ’ αυτή τη φάση ήταν το «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη..» (Ματθ 28,19). Βλ. Ion Bria – Π. Βασιλειάδη, Ορθόδοξη Χριστιανική Μαρτυρία. Εγχειρίδιο Ιεραποστολικής, ΕΚΟ 1 Κατερίνη 1989, σελ. 119εξ. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να υπογραμμίσουμε ότι, όταν στις αρχές του 20ου αι. το Οικουμενικό Πατριαρχείο προέβαλε την ανάγκη αποκαταστάσεως της ενότητας του χριστιανικού κόσμου, το σκεπτικό ήταν καθαρά εκκλησιολογικό, και αυτό στην πορεία του διαλόγου βοήθησε αποφασιστικά στην υπέρβαση του παλαιού «ιεραποστολικού παραδείγματος».

[20] Στο ίδιο, σελ. 79εξ.

[21] Η ατυχής σύνδεση της χριστιανικής ιεραποστολής με την αποικιοκρατία την οδήγησε στην πεποίθηση ότι χρέος των χριστιανών ήταν να μεταφέρουν στην υπόλοιπη ανθρωπότητα τις ευλογίες του δυτικού (δηλ. αστικού) χριστιανικού πολιτισμού. Έδιναν, όμως, έτσι την εντύπωση, ότι τα γνήσια ιεραποστολικά κίνητρα ήταν επικίνδυνα συνδεδεμένα με άκρως αρνητικά πολιτιστικά και κοινωνικά κίνητρα.

[22] Αυτή ήταν η κρυφή ελπίδα και το βασικό επιχείρημα του Arend Th. van Leeuwen (βλ. Το έργο του Christianity in World History: The Meeting of the Faiths of East and West, Λονδίνο 1964). Δυστυχώς, όμως γι’ αυτόν και την παλαιά αυτή αντίληψη περί χριστιανικής ιεραποστολής, και ευτυχώς για τις περιοχές αυτές, η ανάκτηση της πολιτιστικής τους ανεξαρτησίας συνοδεύτηκε μετά το τέλος της αποικιοκρατίας από μια αναζωπύρωση των θρησκευτικών παραδόσεων, που συχνά αποτελούσαν το σύμβολο της πολιτιστικής τους ταυτότητας. Έτσι, προς λύπη της «επεκτατικής» ιεραποστολής όλα τα ζωντανά θρησκεύματα Ισλαμισμός, Ινδουϊσμός Βουδισμός κλπ. ξαναζωντάνεψαν, και έφτασαν ακόμη στο σημείο να δημιουργήσουν…ιεραποστολές προς ιστορικά χριστιανικές περιοχές.

[23] Κ. Raiser, Το μέλλον του οικουμενισμού, σελ. 102.

[24] Βλ. το κλασσικό έργο του διατελέσαντος πρώτου Γ. Γ. του ΠΣΕ. W.A.Visser’t Hooft, No Other Name: The Choice between Syncretism and Christian Universalism, SCM London 1963. Και κριτική αυτής της θέσεως στη θαυμάσια μελέτη του K. Raiser, Το μέλλον του οικουμενισμού, σελ. 88εξ.

[25] Βλ. Η. Βουλγαράκη, Ιεραποστολή. Δρόμοι και δομές, Αρμός, Αθήνα 1989, σελ. 33-36. επίσης του ίδιου, «Ιεραποστολή», ΘΗΕ τόμ. VI, στ.763εξ.

[26] Βλ. το έργο του Stanley Samartha, Courage for Dialogue. Ecumenical Issues in Inter-religious Relationships, WCC Geneva 1981. Στο «ιεραποστολικό παράδειγμα» της χριστοκεντρικής παγκοσμιότητας ήταν εμφανής ένας θρησκευτικός και πολιτικός μονισμός, μια αντίληψη, δηλαδή, συγκεντρωτισμού τόσο αναφορικά με την αναζήτηση της ορατής ενότητας, όσο και αναφορικά με τη μαρτυρία της Εκκλησίας στην οικουμένη και πέρα απ’ αυτήν.

[27] Την οποία ως γνωστόν πρώτος θεολογικά ανέπτυξε ο Μέγας Βασίλειος στο Περί του Αγίου Πνεύματος, PG 32 στ. 188εξ.

[28] Κ. Raiser, Το μέλλον του οικουμενισμού, σελ. 174. Bλ. και L. Newbigin, Trinitarian Faith and Today’s Mission, Richmond, 1963, J. Moltmann, The Trinity and the Kingdom of God, London 1981, και L. Boff, Tunbridge Wells 1988.

[29] Περισσότερα στην πρόσφατη θαυμάσια μελέτη του (Αρχ. Τιράνων) Αναστασίου Γιαννουλάτου, Παγκοσμιότητα και Ορθοδοξία, Ακρίτας Αθήνα 2000, σελ. 169εξ. Βλ. επίσης του ιδίου, Θέσεις των Χριστιανών έναντι των άλλων θρησκειών, Aθήνα 1975.

[30] Βλ. I. Bria (εκδ.), Martyria-Mission, Geneva, 1980. I. Bria, The Sense of Ecumenical Tradition. The Ecumenical Witness and Vision of the Orthodox, Geneva 1991. P. Vassiliadis, Eucharist and Witness. Orthodox Perspecrives on the Unity and Mission of the Church, Geneva 1998. Πρβλ. επίσης J. J. Stamoolis, Eastern Orthodox Mission Theology Today, New York 1986.

[31] Βλ. (Μητρ. Περγάμου) J. Ζizioulas, Being as Communion, Studies in Personhood and the Church, SVP, Crestwood, New York 1993.

[32] Η στήριξη και εκκλησιαστική νομιμοποίηση από την…ρωσική (Ορθόδοξη) εκκλησία των στρατιωτικών πρωτοβουλιών του Προέδρου Πούτιν μόνον ως εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα μπορεί να εκληφτεί (!)

[33] Πρβλ. τη μελέτη μου «Η ευχαριστιακή προοπτική της αποστολής της Εκκλησίας», Σύναξη 61 (1997), σελ. 29-43. Επίσης Η θεολογία αυτή ουσιαστικά συμπληρώνει, και σε ορισμένα σημεία υπερβαίνει, τη θεολογία της «Βασιλείας του Θεού», ως εργαλείου για τη διατύπωση της θεολογίας της χριστιανικής μαρτυρίας. Ενώ, δηλαδή, το μοντέλο της Βασιλείας του Θεού στο χώρο της χριστιανικής ιεραποστολής μετέφερε – εσφαλμένα βεβαίως – την αντίληψη της κυριαρχίας με όλα τα συνακόλουθα, τα οποία σημειωτέον για τον τρίτο κόσμο συνδέονται με τραυματικές αναμνήσεις της εποχής της αποικιοκρατίας, το μοντέλο του «οίκου του Θεού» προβάλλει την έννοια της ετερότητας, της σπουδαιότητας των σχέσεων, της οικειότητας, της ζεστασιάς της οικογένειας. Μιας παγκόσμιας οικογένειας Πατέρας της οποίας είναι ο Θεός που αδιάκοπα επιζητεί με θαλπωρή «επισυναγαγείν τα τέκνα (του) ον τρόπον επισυνάγει όρνις τα νοσσία εαυτής υπό τας πτέρυγας» (Ματθ 23,27=Λουκ 13,34) Eucharist and Witness.

[34] Η θεολογία αυτή ουσιαστικά συμπληρώνει, και σε ορισμένα σημεία υπερβαίνει, τη θεολογία της «Βασιλείας του Θεού», ως εργαλείου για τη διατύπωση της θεολογίας της χριστιανικής μαρτυρίας. Ενώ, δηλαδή, το μοντέλο της Βασιλείας του Θεού στο χώρο της χριστιανικής ιεραποστολής μετέφερε – εσφαλμένα βεβαίως – την αντίληψη της κυριαρχίας με όλα τα συνακόλουθα, τα οποία σημειωτέον για τον τρίτο κόσμο συνδέονται με τραυματικές αναμνήσεις της εποχής της αποικιοκρατίας, το μοντέλο του «οίκου του Θεού» προβάλλει την έννοια της ετερότητας, της σπουδαιότητας των σχέσεων, της οικειότητας, της ζεστασιάς της οικογένειας. Μιας παγκόσμιας οικογένειας Πατέρας της οποίας είναι ο Θεός που αδιάκοπα επιζητεί με θαλπωρή «επισυναγαγείν τα τέκνα (του) ον τρόπον επισυνάγει όρνις τα νοσσία εαυτής υπό τας πτέρυγας» (Ματθ 23,27=Λουκ 13,34)

[35] Περισσότερα στο Petros Vassiliadis (ed.), Orthodox Perspectives on Mission, Regnum Mission series, Oxford 2013.

[36] Αναλυτικότερα στην εισήγησή μου http://blogs.auth.gr/moschosg/2016/02/18/πέτρος-βασιλειάδης-από-τον-επαναστατ/.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Πέτρος Βασιλειάδης, Η Ορθόδοξη χριστιανική μαρτυρία υπό το φως της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. Η «λειτουργία μετά την λειτουργία» ως τρόπος επανευαγγελισμού

Δήμητρα Κούκουρα, Επανευαγγελισμός: μία σύνθετη ομιλητική διαδικασία

ΙΔ Συμπόσιο_323

Η εισήγηση της καθηγήτριας του Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ στο ΙΔ΄ Διαχριστιανικό Συμπόσιο με θέμα «Ευαγγελισμός και Επανευαγγελισμός στην Ευρώπη του 21ου αιώνα» στη Θεσσαλονίκη

πανευαγγελισμός το λαο το Θεο στίς σύγχρονες κκοσμικευμένες κοινωνίες καί  εύαγγελισμός κείνων πού κόμη δέν χουν γνωρίσει τόν Χριστό ποτελον διάλειπτο χρέος τς κκλησίας[1].

Η ανάγκη του ευαγγελισμού και οι  αποδέκτες

 Στο μήνυμα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου των Ορθοδόξων Εκκλησιών τονίζεται εξ αρχής το χρέος της Εκκλησίας για τη μετάδοση του μηνύματος του Ευαγγελίου σε πολλαπλούς αποδέκτες. Σ’ εκείνους που δεν έχουν ακούσει ποτέ για τον Ιησού Χριστό και το κοσμοσωτήριο έργο του. Και σ’ εκείνους που έχουν άμεσες ή έμμεσες χριστιανικές καταβολές και πιθανότατα είναι βαπτισμένοι. Έχουν όμως αποχριστιανοποιηθεί για λόγους, που  κυρίως σχετίζονται με το πνεύμα της εκκοσμίκευσης. Όσοι ανήκουν στις αυξανόμενες αυτές ομάδες  είναι αδιάφοροι απέναντι στη χριστιανική πίστη.  Πολλοί γίνονται επικριτές των Χριστιανών για τα λάθη τους. Άλλοι αποδεικνύονται πολέμιοι της Εκκλησίας. Αυτό το γεγονός οδηγεί στην απορία: όντως πρόκειται για λαό του Θεού ή για ένα πετρώδες χωράφι με σπόρους που έχουν νεκρωθεί;  Τότε το χρέος της Εκκλησίας είναι μάλλον ο ευαγγελισμός και των εγγύς παρά ο επανευαγγελισμός[2]. Δηλαδή εξ υπαρχής το κάλεσμα σε μετάνοια και η μαρτυρία του Σταυρού και της Αναστάσεως του Χριστού της ειρήνης, της δικαιοσύνης και της ελπίδας. Αυτή η πραγματικότητα είναι ευρύτατα γνωστή σε δραστήριες ιεραποστολικές ομάδες νεωτέρων χριστιανικών κοινοτήτων, που αποστέλλονται προ πάντων από το Νότιο Ημισφαίριο και την Άπω Ανατολή, για να διδάξουν το Ευαγγέλιο στην Ευρώπη. Διότι διαπιστώνουν ότι οι κάτοικοί της, είτε «αυτόχθονες» είτε «επήλυδες», στην πλειονότητά τους δεν το αναγνωρίζουν, δεν το βιώνουν και δεν το εφαρμόζουν. Οι ίδιοι ζηλωτές ιεραπόστολοι αψηφούν την ιστορική πραγματικότητα ότι η Ευρώπη στο σύνολό της άκουσε το Ευαγγέλιο από τους Αποστόλους και τους διαδόχους τους,  επηρεάζοντας με τις αξίες του τον πολιτισμό της. Η διολίσθηση του ευαγγελισμού σε προσηλυτισμό και η καταπάτηση  της εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας δεν λαμβάνονται υπόψη.  Σημασία έχει μία αχανής terra missionis: οι αναρίθμητοι  κάτοικοι της Ευρώπης, οι οποίοι, στο πλαίσιο των πολλαπλών ελευθέρων επιλογών τους, εν αγνοία ή εν επιγνώσει, απορρίπτουν τον Χριστό. Το γεγονός αυτό οπωσδήποτε ανησυχεί έντονα τις ιστορικές Εκκλησίες της Ευρώπης, οι οποίες δηλώνουν  την  ανάγκη της εκ νέου μαρτυρίας του ευαγγελίου. Τον 21ο αιώνα και πάλιν από την αρχή όπως τον 1ο αιώνα και τους επόμενους δέκα που ακολούθησαν για τον πλήρη εκχριστιανισμό της Ευρώπης. Το ζητούμενο είναι η σπορά του λόγου και η καλλιέργεια ενός πολυσύνθετου χωραφιού που χρειάζεται προσεκτικές μεθόδους,  για να αποδώσει νέους πνευματικούς καρπούς.

ΙΔ Συμπόσιο_290

Μεταφορά του Ευαγγελίου και θεία Λειτουργία

Ο επανευαγγελισμός, όπως και ο ευαγγελισμός, ξεκινούν από τη θεία λειτουργία και την έξοδο των ευαγγελιστών προς τον κόσμο,  προς τους εγγύς και τους μακράν, όπως επισημαίνεται στο μήνυμα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου:

Μετέχοντες στή Θεία Εχαριστία καί δεόμενοι πέρ τς οκουμένης φείλουμε νά συνεχίσουμε τή λειτουργία μετά τή Θεία Λειτουργία καί νά δίδουμε τή μαρτυρία τς πίστεως πρός τούς γγύς καί τούς μακράν, συμφώνως πρός τή σαφή ντολή το Κυρίου πρό τς ναλήψεώς Του: «καί σεσθέ μοι μάρτυρες ν τε ερουσαλήμ καί ν πάσ τ ουδαί καί Σαμαρεί καί ως σχάτου τς γς» (Πράξ. 1:8).

Η κατάληξη της πορείας είναι πάλι η θεία λειτουργία, εφόσον, κατά την εντολή του Χριστού, ο στόχος της μαθητείας των εθνών είναι το βάπτισμα και η ενεργός  μετοχή τους στο μυστήριο της Εκκλησίας (Μαρ. 16,15). Ενδεχομένως, εκτός από το βάπτισμα, αν αυτό έχει κάποτε τελεσθεί, ο στόχος του επανευαγγελισμού είναι ο ίδιος: «ὅτι ὁ Θεὸς ὁ εἰπὼν ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ὃς ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ»(Β’ Κορ. 4:6).

Η μαρτυρία της πίστεως εκφράζεται με ποικίλους τρόπους: το ήθος των Χριστιανών μέσα στην κοινωνία, τις δράσεις τους για την ανακούφιση των πασχόντων, τη συμβολή τους στις επιστήμες και τις τέχνες, την κραυγή και τους αγώνες τους για την επικράτηση της ειρήνης και της δικαιοσύνης κ.ο.κ. Σε αυτή την περίπτωση τηρείται η εντολή του Ιησού στους μαθητές του: «Οὕτω λαμψάτω τό φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τά καλά ἔργα καί δοξάσωσι τόν πατέρα ὑμῶν τόν ἐν τοῖς οὐρανοῖς» (Ματθ. 5:16).

Όσοι κληρικοί και λαϊκοί ψάλλουν συνειδητά, μετά τη θεία κοινωνία, ότι είδαν το φως το αληθινό, έλαβαν το επουράνιο πνεύμα και βρήκαν την αληθινή πίστη με την προσκύνηση της Αγίας Τριάδος[3], αυθορμήτως στην καθημερινή τους ζωή επιτελούν τη λειτουργία μετά τη Λειτουργία, δίνοντας συνεπή μαρτυρία της πίστεως[4]. Όταν όμως το φως τους τρεμοσβήνει στα απλά και καθημερινά αλλά και στα πιο σπουδαία, τότε η πίστη τους αποδεικνύεται ασθενική και η μαρτυρία τους στον κόσμο προβληματική. Οι Χριστιανοί συχνά παρουσιάζονται εγκλωβισμένοι σε πολιτιστικά στοιχεία του παρελθόντος και αποτυγχάνουν να ομολογήσουν έναν Χριστό που είναι πάντοτε επίκαιρος: ὁ ὥν, ὁ ἦν καί ὁ ἐρχόμενος. (Απ. 1,4)

ΙΔ Συμπόσιο_297

Η προτεραιότητα του προφορικού λόγου

Ο προφορικός λόγος είναι ο πρωταρχικός τρόπος με τον οποίο μαθητεύουν τα εν αγνοία έθνη και όσοι έχουν απομακρυνθεί συνειδητά ή ασυνείδητα από τη χριστιανική πίστη. Το προφορικό κήρυγμα έχει παραδοθεί από τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, τον Ιωάννη Πρόδρομο, «ἐκήρυσσε λέγων…»(Μρ 1:7), τον Ιησού Χριστό (Μρ 14:14-15) και τους μαθητές του. Ο Απ. Παύλος με τις γνωστές διαδοχικές ερωτήσεις του για την ανάγκη επανασύνδεσης των ανθρώπων με τον Θεό Πατέρα και τον αδιαμφισβήτητο ρόλο του προφορικού κηρύγματος, απορεί: «Πώς θα πιστέψουν, αν δεν ακούσουν; «(Ρωμ. 10:14). Και καταλήγει λιτά και κατηγορηματικά: πῶς οὖν ἐπικαλέσωνται εἰς ὃν οὐκ ἐπίστευσαν; πῶς δὲ πιστεύσωσιν οὗ οὐκ ἤκουσαν; πῶς δὲ ἀκούσωσιν χωρὶς κηρύσσοντος;.. ἄρα ἡ πίστις ἐξ ἀκοῆς, ἡ δὲ ἀκοὴ διὰ ῥήματος Χριστοῦ (Ρωμ. 10:14,17) ( fides ex auditu).

Η σημασία του προφορικού κηρύγματος παραμένει αδιαμφισβήτητη και στις ημέρες μας, παρ’ όλη την ευρύτατη διάδοση του γραπτού λόγου και την επιβλητική κυριαρχία της εικόνας.

Θα μπορούσε ίσως κανείς να επικαλεστεί την πραγματικότητα ότι ο προφορικός πολιτισμός που υπαγόρευσε και την προφορική μορφή του χριστιανικού κηρύγματος έχει παρέλθει. Στις παλαιότερες εποχές η συντριπτική πλειοψηφία των αποδεκτών ήταν αναλφάβητοι, η γραφική ύλη σπάνια, η τυπογραφία ανύπαρκτη και η σύγχρονη ψηφιακή τεχνολογία αδιανόητη. Σήμερα όμως δεν συμβαίνει το ίδιο.

Παρ’όλα αυτά ο προφορικός λόγος εκ φύσεως έχει χρονική και ουσιαστική προτεραιότητα[5]. Το βρέφος μαθαίνει την πραγματικότητα γύρο του με τις λέξεις που ακούει από τα χείλη της μητέρας του, οι οποίες έχουν ένα νόημα και μία ακουστική εικόνα. Στη συνέχεια με τους κανόνες που προφορικά μαθαίνει συντάσσει προτάσεις και με αυτόν τον τρόπο αρχίζει να εκφράζει τα συναισθήματα, τις επιθυμίες και τις κρίσεις του. Ο γραπτός λόγος και η περαιτέρω καλλιέργεια της γλώσσας και της σκέψης έρχονται αργότερα.

Το ίδιο ισχύει και για τη μητέρα Εκκλησία: με στοργή και υπομονή διδάσκει στα παιδιά της τα λόγια που οδηγούν στην αιώνια ζωή (Ιω. 6:68). Τους καλεί να μετανοήσουν, δηλαδή να βρουν την αλήθεια και το νόημα που αναζητούν για τη ζωή τους στον Θεό που έχει γίνει άνθρωπος, ο δικός μας άνθρωπος (Ιω.1-14).

Το προφορικό κήρυγμα έχει την προτεραιότητα όχι όμως και τη μοναδικότητα για τη μεταφορά της χαρμόσυνης είδησης, την εμπέδωση της πίστης και την πνευματική οικοδομή των πιστών. Συνοδεύεται πάντοτε από την ανάλογη στάση ζωής των Χριστιανών και την προσφορά τους μέσα στην κοινωνία. Ο Ιησούς είναι κατηγορηματικός: «ὃς δ’ ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν.»(Ματθ. 5:19). Ο Απ. Παύλος επιβαβαιώνει την συανλληλία: «οὐ γὰρ τολμήσω τι λαλεῖν ὧν οὐ κατειργάσατο Χριστὸς δι’ ἐμοῦ εἰς ὑπακοὴν ἐθνῶν, λόγῳ καὶ ἔργῳ»(Ρωμ. 15:18).

ΙΔ Συμπόσιο_369

Αρνητικά ομιλητικά παραδείγματα

Το κήρυγμα, πρωταρχικό μέλημα για τη ζωή της εκκλησίας, συχνά προκαλεί αρνητικούς συνειρμούς. Είτε απευθύνεται στο εκκλησίασμα στη διάρκεια της θείας λειτουργίας είτε αρθρώνεται για πολλαπλούς ακροατές εκτός του ιερού ναού. Στην πρώτη περίπτωση ασχολείται αποκλειστικά με την ατομική σωτηρία, ελεγκτικές ηθικολογίες, την τυπολατρία, πομπώδεις θριαμβολογίες, φλυαρίες κενές περιεχομένου, με τη συλλήβδην καταδίκη του σύγχρονου κόσμου.

Αναμφιβόλως ουδόλως έχουν εκλείψει τα συνεπή ομιλητικά παραδείγματα που οδηγούν τους πιστούς στην κατανόηση των Γραφών, στη συνειδητή μετάληψη των «φρικτών μυστηρίων», στην επούλωση των πληγών, στη διέξοδο από τη απόγνωση, στην κοινωνική ευαισθησία και προσφορά.

Ωστόσο, τα «χάλκινα ηχεία» κάνουν τον περισσότερο θόρυβο και όχι σπάνια οδηγούν σε γενικευμένες απαξιωτικές κρίσεις για τη χρησιμότητα του κηρύγματος. Προβάλλεται το επιχείρημα: αντί για τα απαράδεκτα ακούσματα προτιμότερη είναι η σιωπή. Αν και η διάγνωση είναι ακριβής, η προτεινόμενη θεραπεία δεν είναι η ενδεδειγμένη. Το άστοχο, ενοχλητικό, ανούσιο, προχειρολόγο, αναιμικό κήρυγμα οφείλει να βελτιωθεί. Διότι μήτε λατρεία μήτε ποιμαντική μήτε επανευαγγελισμός μήτε ευαγγελισμός γίνεται, χωρίς να αρθρωθεί σωστά ο λόγος του Θεού και παράλληλα να σαρκωθεί με έργα κοινωνικής αλληλεγγύης και καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Οι αρνητικές κρίσεις για το κήρυγμα αποτελούν κοινό τόπο και πόνο στις περισσότερες χριστιανικές παραδόσεις. Η αποκατάσταση και η αναστήλωση της εικόνας του είναι ένα σοβαρό ζητούμενο για τους μη εφησυχασμένους εντεταλμένους ευαγγελιστές και τους ολιγάριθμους ειδικούς ερευνητές.

Σκεπτικισμός επικρατεί σε αρκετούς κύκλους και για το ιεραποστολικό κήρυγμα, δηλαδή για τον λόγο που απευθύνεται προς τους «μή εἰδότας τάς Γραφάς». Οι δισταγμοί εδράζονται στις ιδιαιτερότητες της εκκοσμίκευσης αλλά και στη δαιδαλώδη και αποπροσανατολιστική ανάπτυξη της ψηφιακής τεχνολογίας.

Συχνά τίθεται το ερώτημα, μερικής αγνοίας ή και ρητορικό: τί καινούριο έχει να πει ένα μήνυμα για τις ανάγκες των συγχρόνων ανθρώπων, το οποίο έχει ήδη εξαντλήσει τον κύκλο του στην Ευρώπη και ευρέως απορρίπτεται; Η αρνητική απάντηση που υπονοείται είναι μάλλον αποθαρρυντική. Στηρίζεται στο αραιό εκκλησίασμα τις Κυριακές, την πώληση των χώρων λατρείας και την αλλαγή της χρήσης τους, τα ποικίλα οικονομικά και ηθικά σκάνδαλα, την κωδικοποίηση της χριστιανικής πίστης με παρωχημένους εκφραστικούς τρόπους (ορολογία, τέχνη κ.ο.κ). Οι χριστιανικές κοινότητες στις Ευρωπαϊκές χώρες όντως αραιώνουν από τα μέλη τους. Πολλοί, ακόμη και ώριμης ηλικίας, εγκαταλείπουν τις ενορίες τους, ενώ οι νεώτεροι ούτε καν εντάσσονται. Με την άνεση της ελευθερίας των πολλαπλών επιλογών που προσφέρει η παγκοσμιοποιημένη γειτονιά τους και ακόμη περισσότερο η οθόνη τους, στρέφονται σε μια άλλη θρησκεία. Προσελκύονται από κάποια ιδεολογία ή τον αγνωστικισμό. Πολύ συχνά δηλώνουν με καύχηση ότι είναι άθεοι, υποκρύπτοντας την εγωπαθή λατρεία του εαυτού τους.

Ο σύγχρονος κυβερνοχώρος συζητείται επίσης ως εμπόδιο για τον ευαγγελισμό, καθώς σφύζει από καταιγισμό εναλλασσόμενων εικόνων και προφορικών ή γραπτών μηνυμάτων. Η χιονοστιβάδα των πληροφοριών είναι δυνατόν να παρασύρει στο πέρασμά της ακόμη και τη μοναδική είδηση, που αφαιρεί από τους ανθρώπους τον τρόμο του θανάτου και τους φωτίζει και τους θερμαίνει στο παγερό σκοτάδι της μοναξιάς.

ΙΔ Συμπόσιο_303

Η ομιλητική διαδικασία

Όπως γενικότερα ισχύει για κάθε ομιλητική διαδικασία[6], ομοίως και για τον επανευαγγελισμό δρουν τρεις σταθεροί παράγοντες: ο αναγγέλλων την είδηση, η είδηση και οι ακροατές/αποδέκτες της. Σε αυτούς τους παράγοντες προστίθενται τα διαθέσιμα μέσα για τη διάδοση του μηνύματος, οι γλωσσικοί κώδικες, τα θέματα που αναπτύσσονται και το ευρύτερο περιβάλλον που πλαισιώνει την ομιλητική διαδικασία.

Η περιρρέουσα ευρωπαϊκή εκκοσμικευμένη κοινωνία εκ πρώτης όψεως εκλαμβάνεται ως αρνητική για την εξαγγελία του ευαγγελίου. Δημοσίως δεν είναι ενθαρρυντική μήτε απ’ ευθείας ευεργετική. Όμως δεν είναι και απαγορευτική[7]. Η μείωση του δημόσιου ρόλου της θρησκείας και ο περιορισμός της στην ιδιωτική σφαίρα αντισταθμίζονται από τις κατοχυρωμένες θρησκευτικές ελευθερίες. Επίσης από την ελεύθερη διακίνηση των ιδεών και των αξιών. Συνεπώς, η ίδια η νεωτερικότητα που συνέβαλε στον μαρασμό της θρησκευτικής πίστης, η ίδια δεν παρεμποδίζει την αναζωπύρωσή της.

Είναι αυτονόητο, εξάλλου, ότι η δαιδαλώδης πληθώρα των ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών και των πολυώνυμων μέσων κοινωνικής δικτύωσης δεν απορρίπτονται ως μέσα για τη γνωστοποίηση του ευαγγελίου. Το ζήτημα μετατοπίζεται στην πρόσληψη του μηνύματός του. Με ποιόν τρόπο θα προσελκύσει ευθύς εξ αρχής το ενδιαφέρον του αποδέκτη; Με ποιον τρόπο θα αποφευχθεί η αυθόρμητη μηχανική αλλαγή του καναλιού από προκατάληψη ή από ανία; Προβληματισμό επίσης δημιουργεί ο τροφοδότης των πολλαπλών δικτύων κοινωνικής ενημέρωσης και η ποιότητα της χριστιανικής μαρτυρίας που εκπέμπουν. Πολλές φορές χρησιμοποιούνται για να ενισχύουν τον ναρκισσισμό. Ακόμη και για να εξαπολύουν μύδρους φανατισμού και αλαζονικής μισαλλοδοξίας. Παρόμοιες οπτικοακουστικές εικόνες στο μέγεθος που προσλαμβάνονται βλάπτουν σημαντικά την προσπάθεια του επανευαγγελισμού.

Ποια όμως είναι η καινούρια είδηση για εκείνους που διατείνονται ότι η ημερομηνία της έχει λήξει;

Μία προσεκτική ενασχόληση συχνά αποδεικνύει ότι η είδηση δεν είναι επακριβώς γνωστή. Εκείνο που απωθεί είναι η αρνητική συμπεριφορά κατ’ όνομα Χριστιανών που οδηγεί στην απόρριψη της ίδιας της πίστης με μία απλή λογική διαδικασία: γιατί να πάμε στην εκκλησία, εφόσον αυτοί που πηγαίνουν κάνουν τέτοια πράγματα! Σε τέτοιες περιπτώσεις σημειώνεται αδυναμία ή και απροθυμία για να εντοπιστούν τα πολλά θετικά της χριστιανικής μαρτυρίας. Το αποτέλεσμα είναι τα λιγότερα ξερά χόρτα να σκεπάζουν τα περισσότερα χλωρά και όλα μαζί να καίγονται. Εξάλλου η συνεισφορά των χριστιανικών εκκλησιών στην ανακούφιση και τη συνοχή της κοινωνίας, σύμφωνα με τη νεωτερικότητα, θεωρείται ευπρόσδεκτη δράση ενός ιδιωτικού οργανισμού κοινής ωφελείας. Γι αυτόν ίσως τον λόγο και οι εκατοντάδες χιλιάδες που τρέφονται ημερησίως τα τελευταία χρόνια της οικονομικής κρίσης από την εκκλησία, επί το πλείστον σταματούν για να πάρουν τον επιούσιο άρτο μέχρι το κέντρο σίτισης. Ούτε υποψιάζονται και ίσως ούτε δεν ενδιαφέρονται να μάθουν ότι μέσα στο προαύλιο του ναού προσφέρεται ὁ ρτος ὁ ζῶν ὁ κ τοῦ ορανο καταβάς· ἐάν τις φάγῃ κ τούτου τοῦ ρτου, ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα. (Ιω.6:51).

Διευκρινίζεται ότι η φιλανθρωπία της Εκκλησίας περιλαμβάνει με σεβασμό αδιακρίτως όλους τους πάσχοντες ελάχιστους αδελφούς του Κυρίου και δεν αποτελεί μέσο προσηλυτισμού ή εξάρτησης. Είναι ανάγκη όμως να γίνεται διαρκώς γνωστό ότι αυτή η φιλανθρωπία είναι αντίδωρο αγάπης και ευχαριστίας προς τον Χριστό της άκρας ταπείνωσης, της αυτοθυσίας, της συγγνώμης, του ελέους και των οικτιρμών.

Η χαρμόσυνη είδηση δεν είναι πάντοτε γνωστή: «καὶ ὁμολογουμένως μέγα ἐστὶν τὸ τῆς εὐσεβείας μυστήριον· Ὃς ἐφανερώθη ἐν σαρκί, ἐδικαιώθη ἐν πνεύματι, ὤφθη ἀγγέλοις, ἐκηρύχθη ἐν ἔθνεσιν, ἐπιστεύθη ἐν κόσμῳ, ἀνελήμφθη ἐν δόξῃ» (Α’Τιμ. 3:16). Αλλά και αν ακόμη γίνει γνωστή, πόσο θα γίνει σήμερα πιστευτή; Πόσο θα γίνει αποδεκτή από την μεγαλαυχούσα ανθρώπινη λογική, το μόνο εξουσιοδοτημένο όργανο για την ανεύρεση της αλήθειας, κατά τον Διαφωτισμό και τη νεωτερικότητα που τον ακολούθησε;

Παρ΄ όλα αυτά, η εντολή του Χριστού για τη μαθητεία των εθνών είναι αμετάκλητη (πορευθέντες μαθητεύσατε (Μτ 28:19) και η βεβαιότητα για τη συνοδοιπορία του σε αυτήν την αποστολή αδιάψευστη (καί ίδού ἐγώ μεθ’ ἡμῶν είμί πάσας τάς ἡμέρας ἕως τῆς συντελεἰας τοῦ αίῶνος Μτθ 28:20). Ομοίως είναι συνταρακτική και η προειδοποίησή του για το μέγεθος της καρποφορίας του σπόρου που θα πέσει στη γη. Το χωράφι δεν ήταν όλο δεκτικό, όμως ο σπορέας έριξε τον ίδιο σπόρο σε όλη του την έκταση (Μρ 4:1-8).

ΙΔ Συμπόσιο

Τίς λαλήσει τάς δυναστείας το Κυρίου; Ποιος είναι ο αγγέλλων;    

«Μετέχοντες στη Θεία Εχαριστία καί δεόμενοι πέρ τς οκουμένης φείλουμε….»

Στο μήνυμα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου ως αγγελιαφόροι της είδησης υπονοούνται όλα τα μέλη της ευχαριστιακής κοινότητας, κληρικοί, μοναχοί και λαϊκοί, άνδρες και γυναίκες, οι εντεταλμένοι στη διακονία του ευαγγελισμού με ποικίλες ιδιότητες: κήρυκες,  κατηχητές, διδάσκαλοι. Όμως, κατά  την ποικιλία των χαρισμάτων,  οι Επίσκοποι και οι πρεσβύτεροι έχουν την κύρια ευθύνη, συνεχίζοντας το έργο των Αποστόλων. Η ευχή της χειροτονίας του πρεσβυτέρου και του Επισκόπου και οι κανόνες της Εκκλησίας είναι καθοριστικοί[8].

 Η γνώση του σύγχρονου κόσμου, η συνειδητοποίηση του συγκεκριμένου ρόλου της θρησκείας στο περιθώριο του δημόσιου βίου, η ενημέρωση για τα επιτεύγματα των φυσικών επιστημών, η εξοικείωση με την κοινωνική και οικονομική ορολογία και τα νέα ήθη που διαμορφώνονται από την παγκοσμιοποίηση,  κρίνονται ως αναγκαίες προϋποθέσεις για την κωδικοποίηση και την πρόσληψη του μηνύματος του ευαγγελίου.

Διαφορετικά, όπως επισημαίνεται, οι ευαγγελιζόμενοι την ειρήνη θα απευθύνονται σε ανθρώπους μιας άλλης παρωχημένης εποχής.

 Οι προϋποθέσεις είναι αναγκαίες για να γίνει κατανοητός ο αδιαμφισβήτητος ρόλος της εκκλησίας για τη συνοχή και πρόοδο της κοινωνίας με το φιλανθρωπικό και μορφωτικό της έργο και την καλλιέργεια των ηθικών αξιών. Δεν είναι όμως επαρκείς, γιατί η μαρτυρία του ευαγγελίου δεν είναι μόνον μία ομιλητική διαδικασία μεταξύ διανοουμένων που χαράσσουν μία αποτελεσματική κοινωνική πολιτική. Η καινούρια είδηση δεν μεταδίδεται από ένα ανθρώπινο εγκέφαλο σε έναν άλλον. Αλλά από έναν άνθρωπο  που ο ίδιος ζει την αγάπη του Χριστού και ακολουθεί τα βήματά του. Με απλότητα,  ταπεινοφροσύνη, καλοσύνη, κατανόηση και υπομονή καλεί «τους κοπιώντες και πεφορτισμένους (Μτθ 11:28) στον Ιησού που θα τους ελαφρώσει από το φορτίο τους.

Αυτού του είδους η μαρτυρία με κανέναν τρόπο δεν υπαινίσσεται  την αμάθεια ή την ημιμάθεια, τη φυγοπονία για τη γνώση και τη σπουδή. Απλώς υπογραμμίζει τα αυτονόητα για αυτήν την αποστολή επί τα ίχνη του Ιησού: αγιότητα βίου, φλογερή πίστη, θυσιαστικό ήθος, φωτισμένο νου, ανοικτούς ορίζοντες και διαρκή προσευχή. Τονίζει την αδιάκοπη μέριμνα του ευαγγελιστή να συντονίζει το μήνυμα στις ειδικές συχνότητες της ανθρώπινης καρδιάς που αγωνιά για την αλήθεια, την αγάπη, την ειρήνη και τη δικαιοσύνη. Η πρόσληψη και η καρποφορία της είδησης είναι στη συνέχεια έργο της χάριτος του Θεού και της ανθρώπινης συνεργίας.

ΙΔ Συμπόσιο_341

[1] https://www.holycouncil.org/-/message

[2] Σχετικά με την ορολογία βλέπε σχετικά: https://www.oikoumene.org/en/resources/documents/commissions/mission-and-evangelism/together-towards-life-mission-and-evangelism-in-changing-landscapes

[3] Θεία Λειτουργία Ιωάννου του Χρυσοστόμου

[4] Archbishop Anastasios,Mission in Christ Way, Holy Cross Orthodox Press- WCC Publication, Geneva, 2010, Clarification of the Phrase :Liturgy after Liturgy”, p. 94-98.

[5] F. de Saussure, Cours de linguistique générale , Payot, Paris, 1975, p. 23-54, 155-162

[6] Δήμητρας Κούκουρα, Μεθοδολογική προσέγγιση ομιλητικών κειμένων. Λόγοι Επισκόπων, Εκδ. Π. Πουρναράς, θεσσαλονίκη, 2006, σελ. 11-12.

[7]Νίκης Παπαγεωργίου, Η Εκκλησία και η εκκοσμίκευση, 2nd INTERNATIONAL ORTHODOX YOUTH CONFERENCE, Κωνσταντινούπολη, Ιούνιος 2017 http://www.ec-patr.org/youth/papageorgiou.htm

[8] 58ος των Αποστόλων, 19ος της Πενθέκτης , Ευχή χειροτονίας πρεσβυτέρου: Ὸ Θεός, ὸ μέγας …πλήρωσον τῆς τοῦ Ἁγίου σου Πνεύματος δωρεᾶς ἵνα γένηται ἄξιος παρεστάναι ἀμέμπτως τῶ Θυσιαστηρίω σου, κηρύσσειν τὸ Εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας σου, ἱερουργεῖν τὸν λόγον τῆς ἀληθείας σου..». Ευχή χειροτονίας επισκόπου: «Κύριε, ὁ Θεὸς ἡμῶν, … σύ, Χριστέ, καὶ τοῦτον τὸν ἀναδειχθέντα οἰκονόμον τῆς ἀρχιερατικῆς χάριτος, ποίησον μιμητὴν σοῦ τοῦ ἀληθινοῦ Ποιμένος, τιθέντα τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ὑπὲρ τῶν προβάτων σου, ὁδηγὸν εἶναι τυφλῶν, φῶς τῶν ἐν σκότει, παιδευτὴν ἀφρόνων, διδἀσκαλον νηπίων, φωστῆρα ἐν κόσμω ἵνα,… παραστῆ τῶ Βήματί σου ἀκαταισχύντως, καὶ τὸν μέγαν μισθὸν λάβη, ὅν ἡτοίμασας τοῖς ἀθλήσασιν ὑπὲρ τοῦ κηρύγματος τοῦ Εὐαγγελίου σου».

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Δήμητρα Κούκουρα, Επανευαγγελισμός: μία σύνθετη ομιλητική διαδικασία

Διεθνές διεπιστημονικό συνέδριο με θέμα: Η περιεκτική Οικολογία ως η νέα οδός προς την καταλλαγή

AfficheΤο συνέδριο το οποίο διοργανώνεται στη Θεσσαλονίκη (2 & 3 Σεπτεμβρίου 2016 στο ΚΕ.Δ.Ε.Α) στοχεύει να εντρυφήσει στη χριστιανική απόκριση έναντι των περιβαλλοντικών κινδύνων της εποχής μας και πιο συγκεκριμένα θα εστιάσει στην παπική εγκύκλιο Laudato si (2015) του Πάπα Φραγκίσκου και στο κείμενο της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου H AΠΟΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟΝ ΚΟΣΜΟΝ. Η εγκύκλιος Laudato si μας παρουσιάζει την υποβάθμισης του περιβάλλοντος που σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με τις ανθρώπινες ενέργειες και παρεμβάσεις στο φυσικό περιβάλλον. Το κείμενο οργανώνεται γύρω από την έννοια της περιεκτικής οικολογίας, μια πρόταση που αποσκοπεί να συνδέσει σε μια ενιαία προοπτική τις θεολογικές, οικολογικές και κοινωνικές προεκτάσεις της χριστιανικής κοινωνικής διδασκαλίας. Το κείμενο της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου εστιάζει στην μαρτυρία της Εκκλησίας στο σημερινό κόσμο και αναφέρεται στην ηθική και πνευματική πτυχή των περιβαλλοντικών ζητημάτων. Παρουσιάζει ακόμη τις αρχές της Ορθόδοξης Παράδοσης έναντι των περιβαλλοντικών προβλημάτων.

Οι άξονες του Συνεδρίου είναι οι ακόλουθοι:

  • Δημιουργία, Φύση και Οικολογία στη/ις Χριστιανική/ες Παράδοση-εις
  • Περιεκτική Οικολογία: η διάγνωση της κατάστασης του κόσμου
  • Περιεκτική Οικολογία: βασικοί άξονες για μια οικουμενική Χριστιανική κοινωνική διδασκαλία
  •  Περιεκτική Οικολογία: βήματα προς το μέλλον και καλές πρακτικές

Συνδιοργανωτές:

Διεθνής Ένωση για τη χριστιανική κοινωνική διδασκαλία

Εργαστήριο Κοινωνικής Έρευνας της Θρησκείας και του Πολιτισμού (ΤΟΜΕΑΣ ΗΘΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΑΠΘ)

Κέντρο Οικουμενικών, Ιεραποστολικών και Περιβαλλοντικών Μελετών «Μητροπολίτης Παντελεήμων Παπαγεωργίου»

Δείτε παρακάτω το αναλυτικό πρόγραμμα.

Πρόγραμμα συνεδρίου

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Διεθνές διεπιστημονικό συνέδριο με θέμα: Η περιεκτική Οικολογία ως η νέα οδός προς την καταλλαγή