Νηφάλιες σκέψεις για την συγκληθείσα στην Κρήτη Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας – Amen.gr

Ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο του Αναπληρωτή Καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας του ΕΚΠΑ Κωνσταντίνου Ι. Μπελέζου για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας 

BelezosΤο παρελθόν θέρος (19-26 Ιουνίου 2016) πραγματοποιήθηκε στην Κρήτη (Κολυμπάρι Χανίων), ύστερα από πολύχρονες και πολύπλευρες συνεννοήσεις, συγκλίσεις και αμοιβαίες υποχωρήσεις, η «Αγία και Μεγάλη Σύνοδος» των Ορθοδόξων[1]. Η σύγκλησή της, σημείο ορατό εκκλησιαστικής ενότητος, ανυποκρίτου μαρτυρίας και συγχρόνου ομολογίας των ορθοδόξως κατ’ Ανατολήν πιστευόντων, προκάλεσε, τόσο πριν όσο και μετά την ολοκλήρωσή της, ποικίλες θετικές αλλά και αρνητικές ή αντιφατικές (δυσκόλως ίσως εξηγούμενες με κριτήρια πνευματικά ή όρους υγείας) αντιδράσεις, που οφείλουμε κάποτε να αξιολογήσουμε με νηφαλιότητα και αντικειμενικότητα.

Διαβάστε το πλήρες άρθρο στο Amen.gr

Κατηγορίες: ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ ΑΡΘΡΑ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Νηφάλιες σκέψεις για την συγκληθείσα στην Κρήτη Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας – Amen.gr

Αντωνία Κυριατζή (Λέκτορας Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ), Η Εκκλησία στην Ελλάδα και το Καζαντζακικό Ζήτημα, εκδόσεις Ostracon, Θεσσαλονίκη 2016

KAZANTZAKIKO_FRONT-600x800Η μελέτη με τίτλο «Η Εκκλησία στην Ελλάδα και το καζαντζακικό ζήτημα. Ιστορική αναψηλάφηση με βάση τις πηγές» στόχο έχει την εξέταση και κατανόηση της στάσης της Εκκλησίας της Ελλάδος απέναντι στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη εντός του ιστορικού πλαισίου της εποχής. Με έμφαση στην εκκλησιαστική-ιστορική διάσταση του θέματος, η μελέτη δεν επεκτείνεται στην ανάλυση του λογοτεχνικού, φιλοσοφικού-θεολογικού στοχασμού του λογοτέχνη, παρά μόνο στο βαθμό που αυτό βοηθά στην κατανόηση των λόγων που οδήγησαν την Εκκλησία ν’ ασχοληθεί με το έργο του λογοτέχνη. Η μελέτη απευθύνεται σε όσους θέλουν να γνωρίσουν πτυχές από την εκκλησιαστική ιστορία της Ελλάδος, στοιχεία από το έργο του μεγάλου έλληνα λογοτέχνη σχετικά με τη θρησκευτικότητά του, τις αφορμές και τα αίτια που οδήγησαν την Εκκλησία ν’ ασχοληθεί με το λογοτεχνικό έργο του Καζαντζάκη καθώς και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίσθηκε το ζήτημα.

Περιεχόμενα      

Συντομογραφίες     11

Πρόλογος  13

Εισαγωγή  15

ΚΕΦΑΛΑΙΟ A: Η διαμόρφωση της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος (19ος-πρώτο μισό του 20ου αι.): Ιστορική επισκόπηση

  1. Η διαμόρφωση της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος – 19ος αι           29
  2. Η διαμόρφωση της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος – πρώτο μισό του 20ου αι 39

ΚΕΦΑΛΑΙΟ B: Θρησκευτικότητα του Ν. Καζαντζάκη και φιλοσοφικός – θεολογικός στοχασμός στο έργο του

  1. Η διαμόρφωση της θρησκευτικότητας του Ν. Καζαντζάκη στη νεανική ηλικία     67
  2. Θρησκευτικές αναζητήσεις και προβληματισμοί του ενήλικα Ν. Καζαντζάκη      94
  3. Φιλοσοφικός – θεολογικός στοχασμός στο έργο του Καζαντζάκη    108

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ: Η Εκκλησία της Ελλάδος ενώπιον του καζαντζακικού ζητήματος

  1. Οι πρώτες αντιδράσεις στο έργο του Καζαντζάκη   119
  2. Η κριτική της εφημερίδας «Εστία»   127
  3. ΗΙ. Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος ενώπιον του ζητήματος της κυκλοφορίας των βιβλίων του Ν. Καζαντζάκη       137

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ: Το ζήτημα του αφορισμού και οι αποφάσεις της Ιεράς Συνόδου. Η τελευτή και κήδευση του Ν. Καζαντζάκη

  1. Το ζήτημα του αφορισμού    185
  2. Οι αποφάσεις της Ι. Συνόδου στο καζαντζακικό ζήτημα     194
  3. Εκδημία αρχιεπισκόπων και η τελευτή και κήδευση του συγγραφέα    207

Συμπεράσματα        219

Summary       221

Βιβλιογραφία          223

Παράρτημα              253

  1. Κείμενα    255
  2. Εικόνες     273

Ευρετήριο     283

Κατηγορίες: ΒΙΒΛΙΑ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Αντωνία Κυριατζή (Λέκτορας Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ), Η Εκκλησία στην Ελλάδα και το Καζαντζακικό Ζήτημα, εκδόσεις Ostracon, Θεσσαλονίκη 2016

Ο χαιρετισμός του Προέδρου του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ, καθηγητή Παναγιώτη Σκαλτσή στο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα: «Βιβλικός Λόγος και Λειτουργική Υμνογραφία»

Διημερίδα_89Ἡ πρωτοβουλία τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης νά συνδιοργανώσει μέ τήν Εἰδική Συνοδική Ἐπιτροπή Λειτουργικῆς Ἀναγεννήσεως καί ὑπό τήν αἰγίδα τῆς Κοσμητείας τό παρόν Διεθνές Ἐπιστημονικό Συνέδριο, μέ θέμα: «Βιβλικός Λόγος καί Λειτουργική Ὑμνογραφία», ἔρχεται ὡς συνέχεια τοῦ περσυνοῦ ἀντίστοιχου Συνεδρίου μέ θέμα: «Ἁγία Γραφή καί Ὀρθόδοξη Λατρεία». Ἐκλεκτοί εἰσηγητές ἀπό τίς δύο Θεολογικές Σχολές ἀλλά καί τό ἐξωτερικό ἔχουν τή δυνατότητα νά ἐμβαθύνουν ἀκόμη περισσότερο στή σχέση πού ὑπάρχει μεταξύ τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῆς θείας Λατρείας, τοῦ Βιβλικοῦ λόγου καί τῆς Λειτουργικῆς αὐτή τή φορά Ὑμνογραφίας. Ὁ Βιβλικός λόγος ὡς καταγραφή τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Οἰκονομίας, τοῦ μυστηρίου τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας, δέν γίνεται μόνο καθημερινό ἀνάγνωσμα στή θεία Λατρεία ἀλλά προβάλλεται – ἑρμηνεύεται – κατά τόν καλύτερο τρόπο καί ποιητικά στίς συνάξεις τῶν πιστῶν, παρακινώντας τους σέ δοξολογία, προσευχή, ἱκεσία καί μετάνοια. Ἡ Λειτουργική Ὑμνογραφία τοῦ κινητοῦ καί ἀκινήτου ἑορτολογικοῦ κύκλου, ἀλλά καί τῆς νυχθημέρου προσευχῆς καί Λατρείας ἔχει τά πρότυπά της στή Βίβλο καί ἀποτελεῖ μοναδικό πλοῦτο ἐκφραστικοῦ λόγου, ποιητικής δημιουργίας, ὑψηλοῦ ἐπιπέδου ἔμπνευση γιά τήν κατανόηση τοῦ μυστηρίου τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου.

Ὁ λειτουργικός ὕμνος εἶναι ταυτισμένος μέ τήν ἱστορία τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καί ἔχει μία λαμπρή πορεία καί δυναμική ἀνάπτυξης, ἀπό τό «ὑμνήσαντες ἐξῆλθον» (Ματθ. 26,30) τοῦ μυστικοῦ δείπνου καί τά «Ἄξιόν ἐστι» τῆς Ἀποκάλυψης ἕως τή δημιουργία μεμονωμένων ἀρχικά τροπαρίων καί ὑψηπετῶν ἐν συνεχείᾳ ποιητικῶν συνθέσεων, ὅπως τά Κοντάκια καί οἱ Κανόνες, γιά τήν ἐξύμνηση βιβλικῶν γεγονότων καί ἱερῶν προσώπων, ἀλλά καί γιά τίς ἀνάγκες τῆς μετά τήν εἰκονομαχία νέας θεολογικῆς ἔκφρασης, στηριγμένης πάντοτε «ἐπί τοῦ ἀρχικοῦ βιβλικοῦ βάθρου».

Δέν εἶναι καθόλου τυχαῖο ὅτι αὐτούσια ρυθμικά χωρία τῆς Καινῆς Διαθήκης ἀξιοποιήθηκαν ἀπό τούς πρώτους Χριστιανούς ὡς ὕμνοι καί ἐνσωματώθηκαν ἐν συνεχείᾳ στίς ἐπί μέρους πτυχές τῆς θείας Λατρείας. Ὁ Χαιρετισμός τῆς Ἐλισάβετ π.χ. στήν Παρθένο Μαρία (Λουκ. 1,42)ž «Εὐλογημένη σύ ἐν γυναιξί καί εὐλογημένος ὁ καρπός τῆς κοιλίας σου». Ὁ ὕμνος σώζεται καί σήμερα ἐνσωματωμένος σέ τροπάριο τῆς εὐλογίας τῶν ἄρτων. Ἡ «ᾠδή τῆς Θεοτόκου» πού διασώζει ἐπίσης ὁ Λουκᾶς ὡς ἀπάντηση στό χαιρετισμό τῆς Ἐλισσάβετ (Λουκ. 1,46-55), «Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τόν Κύριον καί ἠγαλλίασε τό πνεῦμα μου ἐπί τῷ Θεῷ τῷ σωτῆρι μου…». Ὁ ὕμνος αὐτός πού φαίνεται ὅτι ἀξιοποιήθηκε ἀρχικά ὡς ἀνάγνωσμα, ἀκούεται καί σήμερα ὡς πρῶτο μέρος τῆς στιχολογίας τῆς θ΄ ᾠδῆς στήν Ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου (Βλ. Θεοχάρη Δετοράκη, Βυζαντινή Ὑμνογραφία, Πανεπιστημιακές ἐκδόσεις, Ἠράκλειο 1997, σ.30).

Ἄλλες ὑμνογραφικές δημιουργίες, ὅπως οἱ Ἀναβαθμοί, τἀ Ἐωθινά καί τά Ἐξαποστειλάρια, ἀποτελοῦν ποιητικές ἐπεξεργασίες ἀντίστοιχων βιβλικῶν ἀναφορῶν καί κειμένων. Ἕνα μόνο παράδειγμα ἀπό τό πρῶτο Ἑωθινό Εὐαγγέλιοž «Οἱ ἔνδεκα μαθηταί ἐπορεύθησαν εἰς τήν Γαλιλαίαν εἰς τό ὄρος…» (Ματθ. 28,16). Ὁ ποιητής στό ἀντίστοιχο Ἐξαποστειλάριο γράφειž «Τοῖς μαθηταῖς συνέλθωμεν ἐν ὄρει Γαλιλαίας…» καί στό Ἑωθινό Δοξαστικό «Εἰς τό ὄρος τοῖς μαθηταῖς ἐπειγομένοις…».

Γενικότερα ἡ Λειτουργική Ὑμνογραφία, ὁ λειτουργικός λόγος, μέσα ἀπό ὅλες τίς ἐπί μέρους πτυχές καί ἐκφάνσεις του συμβάλλει ὥστε νά λειτουργεῖται καθημερινά μέσα μας καί γύρω μας, σήμερον, τό μήνυμα τῆς σωτηρίας πού ὁ Χριστός, ἀπό ἀγάπη γιά τόν ἄνθρωπο, ἔφερε στόν κόσμο. Τό μήνυμα τῆς χαρᾶς πού ἐκφράζει ἡ ἑορτή μέσα στήν Ἐκκλησία, ἡ μία καί μοναδική ἑορτή, ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, «τῆς τοῦ Λόγου σαρκώσεως καί τῆς ἡμῶν θεώσεως».

Ἡ Λειτουργική Ὑμνογραφία εἶναι βιβλική, γι΄αὐτό καί πάντα ἐπίκαιρη, μέ ἰδιαίτερο μάλιστα ἐνδιαφέρον τόσο γιά τήν ἐπιστημονική ἔρευνα, ὅσο καί γιά τή λατρευτική ἀγωγή τοῦ λαοῦ μας.

Εὔχομαι καλή ἐπιτυχία στίς ἐργασίες τοῦ συνεδρίου.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ο χαιρετισμός του Προέδρου του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ, καθηγητή Παναγιώτη Σκαλτσή στο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα: «Βιβλικός Λόγος και Λειτουργική Υμνογραφία»

Μιλτιάδης Κωνσταντίνου, Η κατανόηση του “sola Scriptura” στον σύγχρονο προτεσταντισμό

Η εισήγηση του Κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ στην τέταρτη συνάντηση του Biblicum (2016-2017)

Ομολογούμε ότι αυτή η Γραφή περιέχει κατά τον πληρέστερο τρόπο το θέλημα του Θεού και ότι όλα όσα οφείλουν να πιστεύουν οι άνθρωποι, προκειμένου να επιτύχουν τη σωτηρία, διδάσκονται από αυτήν διεξοδικά… Για τον λόγο αυτόν, δεν έχει κανένας άνθρωπος το δικαίωμα, ούτε ακόμη και ο απόστολος, να διδάξει διαφορετικά από ό,τι έχουμε ήδη διδαχτεί από την Αγία Γραφή.

Εἰ γραφικὸς ἀνακινηθείη λόγος, μὴ ἄλλως τοῦτον ἑρμηνενέτωσαν ἢ ὡς ἂν οἱ τῆς Ἐκκλησίας φωστῆρες καὶ διδάσκαλοι, τῶν οἰκείων συγγραμμάτων παρέθεντο.

Biblicum_16

Κοπή της βασιλόπιτας των μελών του Biblicum για το 2017 από τον κ. Κοσμήτορα

Τα δύο παραπάνω κείμενα απέχουν περίπου εννιά αιώνες μεταξύ τους και εκφράζουν με την απολυτότητά τους δύο εντελώς διαφορετικούς τρόπους σκέψης και κατανόησης της Αγίας Γραφής. Το πρώτο περιέ­χεται σε μια από τις βασικές Ομολογίες Πίστεως της Μεταρρύθμισης, την Confessio Belgica (άρθρο VII)[1] και συνοψιζόμενο στην κλασική ρήση “sola Scriptura” θεωρεί­ται από προτεσταντικής απόψεως θεμέλιος λίθος της Εκ­κλησίας. Το δεύτερο αποτελεί απόφαση της Εν Τρούλλω Πενθέκτης Οικου­μενικής Συνόδου (ιθ΄ κανόνας)[2] και θεωρείται από ορθοδόξου απόψεως ένας από τους βασικότε­ρους κανόνες ερμηνείας της Αγίας Γραφής. Παρά το γε­γονός όμως ότι οι δύο μεγάλες χριστιανικές παραδόσεις, ορθόδοξη και προτεσταντική, ανα­γνωρίζουν μέχρι σήμερα την ισχύ των παραπάνω κειμένων, η χρονική από­σταση που τα χωρίζει από τη σύγχρονη εποχή, 13 αιώνες μετά την Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο και 5 αιώνες μετά τη Μεταρρύθμιση, καθιστούν στην πράξη την ισχύ τους μόνο θεωρητική. Στο διάστημα αυτό πολλά έχουν αλ­λάξει τόσο στο θέμα της θεώρησης της Γραφής όσο και στο θέμα της ερμη­νείας της.

Σε ό,τι αφορά την ορθόδοξη Εκκλησία, η σημαντικότερη αλλαγή συν­τελέστηκε το ιζ΄ αιώνα, κατ’ επίδραση των θεολογικών ρευμάτων που είχαν αναπτυχθεί στη δυτική Ευρώπη και που χαρακτηρίζονται από την έντονη αντιπαράθεση ρωμαιοκαθολικισμού και προτεσταντισμού. Όπως είναι γνω­στό, την εποχή αυτήν η ορθόδοξη Εκκλησία βρίσκεται ανάμεσα σε δύο μέ­τωπα. Επειδή όμως λόγω της τουρκοκρατίας η θεολογικές σπουδές στην Ανατολή είναι ανύπαρκτες, πολλοί ορθόδοξοι μεταναστεύουν στη Δύση, προκειμένου να σπουδάσουν Θεολογία, και επιστρέφοντας μεταφέρουν το κλίμα που επικρατεί εκεί. Έτσι, παρατηρείται το φαινόμενο, ορθόδοξοι θεο­λόγοι να στρέφονται κατά του ρωμαιοκαθολικισμού με επιχειρήματα που εμφανίζουν προτεσταντική επίδραση ή, αντίθετα, να αντιμετωπίζουν τον προτεσταντισμό με ρωμαιοκαθολικής απόχρωσης θέσεις[3]. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της πρακτικής αποτελούν οι πατριάρχες Αλεξανδρείας Μητροφάνης Κριτόπουλος, Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλος Λούκαρις και Ιεροσολύμων Δοσίθεος, οι “Ομολογίες Πίστεως” των οποίων προκάλεσαν πλήθος συζητήσεων αλλά και προβλημάτων στον χώρο της Ορθοδοξίας[4].

Αν και η σύγχρονη θεολογική σκέψη αμφισβήτησε έντονα τη θεολογική αξία των Ομολογιών του ιζ΄ αιώνα, κηρύσσοντας την ανάγκη επιστρο­φής στους Πατέρες και στις γνήσιες πηγές της ορθόδοξης παράδοσης, η αλλαγή που συντελέστηκε τότε υπήρξε καθοριστική και εξακολουθεί να επηρεάζει μέχρι σήμερα τον καταρτισμό των προγραμμάτων των θεολογι­κών σχολών και πολύ περισσότερο τη βιβλική έρευνα. Συγκεκριμένα, η Σύνοδος του Τριδέντου (1545-1563 μ.Χ.), απαν­τώντας στην πρόκληση της Μεταρρύθμισης, δογμάτισε δύο πηγές της χρι­στιανικής πίστης, την Αγία Γραφή και την Παράδοση, αναθεματίζοντας κάθε αντιτιθέμενο στην αρχή αυτήν. Αυτή η σαφής διάκριση μεταξύ Βίβλου και Παράδοσης γίνεται για πρώτη φορά στην ιστορία και θα επηρεάσει στο εξής σύνολη τη θεολογία, ακόμη και την ορθόδοξη, και, φυσικά, και την ερμηνευτική, η οποία σύν­τομα θα εξελιχθεί σε σχεδόν αυτόνομη επιστήμη. Αργότερα, η προτεσταν­τική ορθοδοξία του ιζ΄ μ.Χ. αιώνα θα απολυτοποιή­σει σε τέτοιο βαθμό την Αγία Γραφή, ώστε να την καταστήσει ένα απαρα­σάλευτο και αντικειμενικό κριτήριο για τη χριστιανική αλήθεια. Η λουθη­ρανική διδασκαλία περί αόρα­του λόγου του Θεού, που στηριζόταν στην υπαρξιακή βιωματική διάσταση, από την οποία είχε άμεση εξάρτηση η Αγία Γραφή και η οποία κατανοούν­ταν απλώς ως ένα σημείο της Αποκάλυψης υποχωρεί και η Αγία Γραφή καθίσταται πλέον η μοναδική αυθεντία, που είναι γραμμένη και όχι μονάχα ζωντανή και βιωμένη[5].

Biblicum_15

Σ’ αυτό το νέο πλαίσιο η Αγία Γραφή δεν κατανοείται πλέον ως τμήμα μιας ευρύτερης παράδοσης, αλλά ως ανεξάρτητη από αυτήν πηγή της πίστης. Αντίθετα, όταν οι αρχαίοι εκκλη­σιαστικοί συγγραφείς επικαλούνται τη μαρτυρία της Γραφής, δεν παραπέ­μπουν σε κάποια αντικειμενικά αξιόπι­στη πηγή, αλλά στη ζωντανή παρά­δοση του λαού του Θεού, της οποίας αισ­θάνονται και αποτελούν συνέχεια. Το “κατά τας Γραφάς” κατανοείται ως μια πληροφορία που παραλαμβάνεται και παραδίδεται. Αυτή η πληροφορία “κατά τας Γραφάς” όμως δεν θα μπο­ρούσε να έχει κύρος έξω από τον χώρο της παραλαβής και της παράδοσης, δηλαδή της Εκκλησίας[6]. Είναι χαρα­κτηριστικά στην προκειμένη περίπτωση τα λόγια του αποστόλου Παύλου προς τους Κορινθίους: «Σας παρέδωσα τη διδασκαλία που είχα κι εγώ παραλάβει και που έχει πρωταρχική σημασία: ότι δηλαδή ο Χριστός πέθανε, σύμ­φωνα με τις Γραφές, για τις αμαρτίες μας …» (Α΄ Κορ. ιε΄ 3εξ)[7]. Διακρινό­μενη όμως η Αγία Γραφή από την παράδοση της Εκκλησίας -έστω και αν για τους ρωμαιοκαθολικούς και τους ορθοδόξους θεωρείται ισόκυρη με αυ­τήν- καθίσταται μια αυτόνομη και αντικειμε­νική πηγή της πίστης, οπότε στο σημείο αυτό ρωμαιοκαθολικοί και ορθόδο­ξοι δεν διαφοροποιούνται ουσια­στικά από τους προτεστάντες.

Από την άποψη αυτήν, και στο βαθμό που η κατάσταση δεν είναι πλέον αναστρέψιμη, ό,τι συμβαίνει στον προτεσταντισμό δεν μπορεί να αφήνει αδιάφορες τις υπόλοιπες ομολογίες. Άλλωστε στο πλαίσιο της οικου­μενικής κίνησης και με την παγκοσμιοποίηση της βιβλικής έρευνας τα ομο­λογιακά στεγανά, τουλάχιστον σε ακαδημαϊκό επίπεδο, έχουν σε πολύ με­γάλο βαθμό υποχωρήσει και ό,τι συμβαίνει σε έναν χώρο επηρεάζει αναπό­φευκτα και τους υπόλοιπους.

Σε ό,τι αφορά τον προτεσταντικό χώρο, τα πράγματα δεν έμειναν και εκεί αναλλοίωτα από την εποχή της Μεταρρύθμισης μέχρι σήμερα. Ήδη από τα πρώτα της βήματα η θεμελιωμένη πάνω στη Γραφή Μεταρρύθμιση δια­σπάστηκε σε αναρίθμητες ομολογίες, ελεύθερες κινήσεις, ομάδες, κλπ. Πα­ρατηρώντας κανείς από αυτήν την οπτική γωνία τον προτεσταντισμό, θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι ολόκληρη η ιστορία του είναι στην πραγματικό­τητα μια ιστορία της ανατροπής της βασικής αρχής πάνω στην οποία αυτός θεμελιώθηκε. Οι προτεστάντες ερμηνευτές φαίνεται να μην κατόρθωσαν να ανταποκριθούν στις προσδοκίες των μεταρρυθμιστών, να αποσαφηνίσουν με την “επιστημονική” τους ανάλυση της Γραφής τη βάση πάνω στην οποία στηρίζεται η Εκκλησία. Την αλήθεια αυτή συνοψίζει ήδη από το 1951 ο Ernst Käsemann με την περίφημη θέση του ότι “ο καινοδιαθηκικός κανόνας δεν θεμελίωσε την ενότητα της Εκκλησίας αλλά την πολλαπλότητα των Ομολογιών”[8].

Πάνω στο θέμα αυτό έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ένα άρθρο του γνωστού προτεστάντη καινοδιαθηκολόγου Ulrich Luz που δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος του 1997 του περιοδικού Εvangelische Theologie[9]. Στο άρθρο αυτό, με τον πολύ εύγλωτο υπότιτλο “Μια κραυγή βοηθείας για το προτεσταντικό δόγμα περί της Γραφής”, ο Luz περιγράφει αναλυτικά πέντε λόγους που κατέστησαν τη βασική ευαγγελική αρχή του “sola Scriptura” σήμερα αμφισβητούμενη. Οι λόγοι αυτοί είναι:

  • α) Η εμμονή της ιστορικοκριτικής έρευνας στην αναζήτηση της αρχικής σημασίας των κειμένων μέσα στην ιστορική τους συνάφεια που κατέστησε τα κείμενα αδιάφορα για τη σύγχρονη ζωή και πίστη, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα για αυθαίρετες προσωπικές αναγωγές στο σήμερα.
  • β) Η ανακάλυψη, ως συνέπεια της εφαρμογής της ίδιας μεθόδου, της ποικιλίας των θεολογιών που μαρτυρούνται στη Βίβλο, ώστε να καθίστα­ται αδύνατη η πολυπόθητη για τον προτεσταντισμό επιστροφή στις βιβλι­κές βάσεις για την οικοδόμηση της ενότητας της Εκκλησίας.
  • γ) Η ανακάλυψη από τους προτεστάντες της παντοδυναμίας της παράδο­σης σε ό,τι αφορά την ερμηνεία της Γραφής, ως συνεκτικού ιστού της Εκκλησίας.
  • δ) Η διαπίστωση ότι καμιά ερμηνεία δεν μπορεί να αξιώνει απόλυτο κύ­ρος και αποδοχή, που ανάγκασε την παλιά προτεσταντική αρχή περί “σαφήνειας” της Βίβλου σε υποχώρηση. Και, τέλος,
  • ε) Η ανακάλυψη της σημασίας του αναγνώστη για την ερμηνεία ενός κειμένου.

Συνδυάζοντας τα παραπάνω με τα αποτελέσματα μιας κοινωνιολογικής έρευνας που έγινε στην Ελβετία και σύμφωνα με την οποία η θρησκευτικότητα σήμερα χαρακτηρίζεται από τάσεις “ποικιλομορφίας”, “αποθεσμοποίησης της θρησκείας” και “υπέρβασης των ομολογιών”[10], ο Luz καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η εποχή κατά την οποία οι άνθρωποι προσ­παθούσαν να οικοδομήσουν μια Εκκλησία με βάση τη Βίβλο έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί και επομένως απαιτείται μια αναθεώρηση του δόγματος “sola Scriptura”[11].

Το φλουρί έτυχε και φέτος ο υποψ. δρ. Θεολογίας κ. Γεώργιος Μπαλουκτσής

Το φλουρί έτυχε και φέτος ο υποψ. δρ. Θεολογίας κ. Γεώργιος Μπαλουκτσής

          Προς την κατεύθυνση αυτήν ο Luz κάνει πέντε προτάσεις:

1) Η αναγνώριση της πολλαπλότητας ως ουσιαστικού στοιχείου του Ευαγγε­λίου. Οι διαφορετικές η αντικρουόμενες εκφράσεις, αντιλήψεις ή θέσεις που υπάρχουν στην Καινή Διαθήκη δεν θα πρέπει να εκλαμβάνονται ως ασάφειες που δημιουργούν πρόβλημα ούτε να θεωρούνται ως προσαρ­μογή της αλήθειας στις κάθε φορά καταστάσεις, αλλά ως ουσιαστικό στοιχείο του ίδιου του Ευαγγελίου. Ως παραδείγματα αναφέρονται η ελευθερία του Ιησού απέναντι στη δική του παράδοση, η πολλαπλότητα των χριστολογικών διατυπώσεων, η μετεξέλιξη της εικόνας του Ιησού στον Παύλο ή στον Ιωάννη, κ.ά. Αυτή η πολυμορφία συνιστούσε, κατά τον Luz, μια ζων­τανή διαδικασία ενότητας, η οποία σταμάτησε, όταν το ζωντανό ζή­τημα “Ιησούς Χριστός” αντικαταστάθηκε από το θεσμοποιημένο ζήτημα της Εκκλησίας ή των κανόνων πίστεως.

2) Η αναζήτηση του ουσιαστικού περιεχομένου του κανόνα και της εσωτερι­κής σαφήνειας της Γραφής. Από τις περί Γραφής αντιλήψεις των μεταρ­ρυθμιστικών δεν θα πρέπει να προβάλλεται το “sola Scriptura” και η ιδιαιτερότητα του βιβλικού κανόνα απέναντι στα άλλα χριστιανικά συγ­γράμματα, ούτε η εξωτερική σαφήνεια της Γραφής, που έτσι κι αλλιώς είναι σχετική. Αντίθετα θα πρέπει το βάρος να πέφτει στην αναζήτηση του, κατά τη ρήση του Λουθήρου, “Τι κινεί τον Χριστό”, μια αρχή που του επέτρεπε ακόμη και να αντιπαραθέτει τον Χριστό προς τη Γραφή και, όπως ο Πέτρος και Παύλος, αλλά προπάντων ο ίδιος ο Χριστός στο Ευ­αγγέλιο, να κάνει καινούργιους δεκαλόγους. Θα πρέπει επομένως να το­νίζεται αυτό που ο Λούθηρος αποκαλούσε “εσωτερική σαφήνεια” και ο Καλβίνος “εσωτερική μαρτυρία του Πνεύματος”, μια υποκειμενική, δη­λαδή, βεβαιότητα που προκύπτει από προσωπική συνάντηση με το βι­βλικό κείμενο.

3) Η θεώρηση του περιεχομένου του κανόνα ως οδοδείκτη. Ο Χριστός, το ουσιαστικό, κατά την αντίληψη των μεταρρυθμιστών, περιεχόμενο του κανόνα, δεν θα πρέπει να θεωρείται ως μέτρο για την κατάκριση των άλ­λων, αλλά ως οδοδείκτης που καθιστά δυνατό το διάλογο για την αναζή­τηση ενός κοινού δρόμου. Ο “Χριστός” δεν παρουσιάζεται στην Καινή Διαθήκη ως σαφής και μονοσήμαντη διδασκαλία, ούτε ως σαφής και  μονοσήμαντη ιστορία, αλλά μόνο με τη μορφή εικόνων που είχαν γι’ αυ­τόν άνθρωποι, όπως ο Ματθαίος, ο Παύλος ή ο Ιωάννης. Αυτό σημαίνει ότι ο αναγνώστης καλείται σε ένα διάλογο μαζί τους, ώστε να διαμορφώ­σει τη δική του περί Χριστού εικόνα. Κατά συνέπεια, οι καινοδιαθηκικές εικόνες του Χριστού δεν προτρέπουν σε αποκοπή των άλλων αλλά σε κοινωνία με τους άλλους. Δεν οριοθετούν την αλήθεια, αλλά την καθι­στούν δυνατή. Είναι αλήθεια, όχι όμως με την έννοια του ορισμού αλλά του δρόμου.

4) Η θεώρηση της Εκκλησίας ως κοινότητας σε πορεία. Το αν, μετά τα πα­ραπάνω, μπορεί η Βίβλος να θεωρείται ακόμη ως θεμέλιο της Εκκλησίας εξαρτάται από το πώς κατανοείται η Εκκλησία. Αναμφίβολα δεν μπορεί να είναι θεμέλιο μιας Εκκλησίας που καθορίζεται από ορθόδοξες διδα­σκαλίες ή δικαιικές δομές. Μπορεί όμως να είναι θεμέλιο μιας Εκκλη­σίας, η οποία θεωρεί τον εαυτό της ως αδελφική κοινότητα σε πορεία, στην οποία το “περιεχόμενο του κανόνα”, ο Χριστός, είναι αφετηρία και τέρμα και η Βίβλος δρομολόγιο και χάρτης. Εκκλησία υπό αυτήν την έν­νοια δεν είναι ένα ίδρυμα που συγκροτείται από ορθοδόξους, οι οποίοι έχουν συγκεκριμένες κοινές πεποιθήσεις, αλλά μια κοινότητα από συνειδητούς αναγνώστες, οι οποίοι εμπλουτίζονται από τα βιβλικά κείμενα και συζητούν ανοιχτά μεταξύ τους για την αλήθεια και συζητούν με τα κεί­μενά τους, προκειμένου να βρουν μια κοινή δράση στην κοινωνία.

5) Η θετική αξιοποίηση των σύγχρονων εξελίξεων. Οι εξελίξεις στη σύγχρονη ερμηνευτική μπορούν να αξιοποιηθούν θετικά:

  • α) Η ιστορικοκριτική έρευνα θα μπορούσε να κατανοηθεί ως υπόμνηση ότι η χριστιανική πίστη προέρχεται από μια συγκεκριμένη ανθρώπινη (όχι υπερανθρώπινη), ιστορικά προσεγγίσιμη (όχι υποκείμενη σε ιδιαίτε­ρους νόμους) και επομένως πολύμορφη (όχι καθοριζόμενη από ένα δόγμα) ιστορία ενός ανθρώπου (όχι ενός θεού προσαρμοσμένου στα αν­θρώπινα πράγματα). Θα μπορούσε έτσι να θεωρηθεί ως υπόμνηση της θείας ενανθρώπισης.
  • β) Η ανακάλυψη της ποικιλίας της Βίβλου θα μπορούσε να θεωρηθεί ως υπόμνηση του πλούτου των χριστιανικών εκδηλώσεων ζωής και της “καθολικής” ευρύτητας του Ευαγγελίου, που συχνά παραθεωρείται από τους ομολογιακούς και πολιτιστικούς περιορισμούς. Υπενθυμίζει ότι η Βίβλος είναι ένα “καθολικό” βιβλίο που δεν περιορίζει τη ζωή της πίστης, αλλά της ανοίγει νέες προοπτικές.
  • γ) Η επιστροφή στην παράδοση θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ομολογία πίστεως στην πιστότητα του Θεού στο λόγο του, στην οποία παράδοση οφείλεται η Βίβλος και η οποία μπορεί να ισχύσει ως καθοδηγητικός άξονας για την ερμηνεία της.
  • δ) Η διαπίστωση ότι καμιά ερμηνεία δεν μπορεί να αξιώνει απόλυτο κύ­ρος και αποδοχή μπορεί να θεωρηθεί ως υπόμνηση ότι το Ευαγγέλιο δεν είναι μια θεωρία αλλά μια δημιουργική δύναμη, της οποίας τα προϊόντα δεν νομιμοποιούνται εκ των προτέρων, αλλά γίνονται αποδεκτά ή απορ­ρίπτονται. Τέλος,
  • ε) Η ανακάλυψη της σημασίας του αναγνώστη για την ερμηνεία θα μπο­ρούσε να θεωρηθεί ως υπόμνηση της ελευθερίας που χαρίζει στον καθέ­να το Ευαγγέλιο, ώστε αυτός ως αγαπημένος από τον Θεό να ακούει ως δικό του Ευαγγέλιο το βιβλικό μήνυμα και ξεκινώντας από αυτήν την αγάπη να κάνει νέους δεκαλόγους που ισχύουν για τον εαυτό του.
Biblicum_22

Η βασιλόπιτα, τα γλυκά, οι σαμπάνιες και το δώρο του τυχερού ήταν μια ευγενική προσφορά του Διευθυντή του Biblicum, Αναπλ. Καθηγητή κ. Χαράλαμπου Ατματζίδη

[1] Καλβινική Ομολογία Πίστεως των Εκκλησιών της Βαλλωνίας και Φλαμανδίας που συντάχτηκε το 1561 από τον Γκυ ντε Μπρε και αναγνωρίστηκε επίσημα από τη Σύνοδο του Ντόρ­ντρεχτ (1618-19).

[2] Κωνσταντινούπολη, 691 μ.Χ., 102 κανόνες.

[3] Πρβλ. Ν. Ματσούκας, Οικουμενική Κίνηση, Ιστορία – Θεολογία, Φιλοσοφική και Θεολο­γική Βιβλιοθήκη 4, Θεσσαλονίκη 1989, σελ. 207 εξ.

[4] Αναλυτικά για τις Ομολογίες της εποχής βλ. Ι. Καρμίρης, Τα  δογματικά και συμβολικά μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τομ. Β΄, Αθήνα 1953.

[5] Νίκος Ματσούκας, Αγία Γραφή και παράδοση κατά τις ερμηνευτικές αρχές της αρχαίας Εκκλησίας, στο Δελτίο Βιβλικών Μελετών 4 (Ν.Σ.)/Ιούλ. – Δεκ. 1985 (Αφιέρωμα στη μνήμη Βασίλη Στογιάννου), σελ. 41-50 (42).

[6] Πρβλ. Νίκος Ματσούκας, Αγία Γραφή και παράδοση…, σελ. 44.

[7] Πρβλ. 1 Κο ια΄ 2, 23· 2Θε β΄ 15· γ΄ 6.

[8] E. Käsemann, Begründet der neutestamentliche Kanon die Einheit der Kirche?, στο του Ιδίου, Exegetische Versuche und Besinnungen, I, Göttingen 1960, σελ. 221.

[9] U. Luz, Was heißt Sola Scriptura heute?, Ein Hilferuf für das protestantische Schriftprinzip, EvTh 1997/1, σελ. 28-35.

[10] A. Dubach – R. J. Campiche (εκδ.), Jeder ein Sonderfall?, Zürich/Basel 1993, ιδιαίτερα σελ. 296-313.

[11] Ό.π. σελ. 32.

Κατηγορίες: ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ ΑΡΘΡΑ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Μιλτιάδης Κωνσταντίνου, Η κατανόηση του “sola Scriptura” στον σύγχρονο προτεσταντισμό

Οι Αποφάσεις της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, εκδόσεις CEMES 11, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2017

16507Tο Κέντρο Οικουμενικών, Ιεραποστολικών και Περιβαλλοντικών Μελετών «Μητροπολίτης Παντελεήμων Παπαγεωργίου» (CEMES), θεωρώντας ύψιστη υποχρέωσή του να συμβάλει με όλες του τις δυνάμεις στην ευρύτερη ενημέρωση του ελληνικού αναγνωστικού κοινού για το κορυφαίο γεγονός της νεότερης Ορθοδοξίας, την Πανορθόδοξη Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, προβαίνει στην παρούσα ελληνική έκδοση των ομοφώνως εγκριθέντων κειμένων-αποφάσεών της με τίτλο: ΟΙ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. Η έκδοση αυτή κατ΄ αρχήν απευθύνεται στο εν Ελλάδι χριστεπώνυμο πλήρωμα, τις ιερές μητροπόλεις, τις ιερές μονές και τα λοιπά Ορθόδοξα καθιδρύματα, κυρίως τα εκπαιδευτικά, αλλά και προς πάντα άνθρωπον καλής θελήσεως. Το βιβλίο αυτό εκδίδεται με επιμέλεια του Ιωάννη Λότσιου, Δρ. Θεολογίας ΑΠΘ και στοιχειοθεσία του εκδοτικού οίκου Επίκεντρο.

Κατηγορίες: ΒΙΒΛΙΑ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Οι Αποφάσεις της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, εκδόσεις CEMES 11, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2017

Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα: «Βιβλικός Λόγος και Λειτουργική Υμνογραφία» στη Θεσσαλονίκη

afisa telikiΗ Θεολογική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης υπό την αιγίδα της Κοσμητείας και σε συνεργασία με την Ειδική Συνοδική Επιτροπή Λειτουργικής Αναγεννήσεως διοργανώνει Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα: «Βιβλικός Λόγος και Λειτουργική Υμνογραφία». Το εν λόγω Συνέδριο θα πραγματοποιηθεί την 14η Φεβρουαρίου 2017 στην Αίθουσα Συνεδρίων της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης και την 15η Φεβρουαρίου 2017 στο κτήριο της Θεολογικής Σχολής. Σκοπός του Συνεδρίου είναι να αναδειχθούν ο λόγος της Γραφής και τα βιβλικά πρότυπα που ενέπνευσαν τους υμνογράφους της Εκκλησίας κατά τη σύνταξη των ύμνων που ακούγονται στη θεία Λατρεία.

Δείτε το αναλυτικό πρόγραμμα του συνεδρίου.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα: «Βιβλικός Λόγος και Λειτουργική Υμνογραφία» στη Θεσσαλονίκη

Τέταρτη συνάντηση των μελών του Βiblicum για το ακαδημαϊκό έτος 2016-2017

biblicum-2016Η τέταρτη συνάντηση των μελών του Biblicum για το ακαδημαϊκό έτος 2016-2017 θα γίνει την Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου, και ώρα 19.30′ στην αίθουσα συνεδριάσεων της Θεολογικης Σχολής. Εισηγητής θα είναι ο Κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής καθηγητής κ. Μιλτιάδης Κωνσταντίνου με θέμα: Η κατανόηση του sola scriptura στον σύγχρονο Προτεσταντισμό. Πριν από την κύρια εισήγηση του Κοσμήτορα ο κ. Νίκος Παύλου, διδάκτορας του Τμήματος Θεολογίας,  θα παρουσιάσει την ολοκλήρωση της  μεταδιδακτορικής του έρευνας με θέμα «Όψεις του ιμπεριαλισμού των ελληνιστικών βασιλείων στα βιβλία των Μακκαβαίων και του Δανιήλ» που έκανε με επιβλέποντα τον καθηγητή κ. Μιλτιάδη Κωνσταντίνου.

Κατηγορίες: ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Τέταρτη συνάντηση των μελών του Βiblicum για το ακαδημαϊκό έτος 2016-2017

Eκδήλωση με θέμα «Οι Σπουδές στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο»

636211192816143583Το Γραφείο Διασύνδεσης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης σε συνεργασία με τα Κέντρα Συμβουλευτικής και Προσανατολισμού της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του Νομού Θεσσαλονίκης, πρόκειται να οργανώσουν για δέκατη χρονιά την εκδήλωση με θέμα: «Οι Σπουδές στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης». Η εκδήλωση απευθύνεται σε όλους τους μαθητές και τις μαθήτριες της τελευταίας τάξης των Γενικών Λυκείων του Νομού Θεσσαλονίκης, οι οποίοι/ες εκφράζουν επανειλημμένα την ανάγκη έγκαιρης και αξιόπιστης ενημέρωσης σε σχέση με τη φοίτησή τους στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, τις προοπτικές σπουδών ανώτατης εκπαίδευσης και περαιτέρω απασχόλησης. Στην εκδήλωση θα συμμετέχουν εκπρόσωποι (μέλη Δ.Ε.Π.) απ’ όλα τα Τμήματα/Σχολές του Α.Π.Θ. οι οποίοι/ες θα παρουσιάσουν στους μαθητές και στις μαθήτριες το προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών του κάθε Τμήματος/Σχολής, τις προοπτικές επαγγελματικής εξέλιξης των πτυχιούχων και τις συνθήκες απασχόλησής τους στην αγορά εργασίας. Για να παρακολουθήσουν οι ενδιαφερόμενοι/ες μαθητές και μαθήτριες της Γ’ Λυκείου την εκδήλωση πρέπει να απευθυνθούν στο Λύκειο όπου φοιτούν.

Η φετινή εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στις 6, 7, 8 & 9 Φεβρουαρίου 2017 στην Κεντρική Αίθουσα Τελετών του Α.Π.Θ. Τα δυο Τμήματα της Θεοολογικής Σχολής παρουσιάζονται Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 12.30-15.30. Το Τμήμα Θεολογίας θα παρουσιάσει ο επίκουρος καθηγητής Μόσχος Γκουτζιούδης και το Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας η επίκουρη καθηγήτρια Αικατερίνη Τσαλαμπούνη.

Κατηγορίες: ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Eκδήλωση με θέμα «Οι Σπουδές στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο»

Μιλτιάδης Κωνσταντίνου, Η γονιμότητα της συνάντησης πολιτισμών

AUTH_27

Ο πανηγυρικός της ημέρας από τον Κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής στην εκδήλωση για τον εορτασμό των Τριών Ιεραρχών στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης 

Η καθιέρωση της 30ης Ιανουαρίου ως ημέρας αφιερωμένης στους Τρεις Ιεράρχες αποδίδεται στον σύμβουλο του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Μονομάχου (1042-1055 μ.Χ.), μητροπολίτη Ευχαΐτων Ιωάννη Μαυρόποδα. Πιθανότατα η θέσπιση της γιορτής συνιστούσε την απάντηση από εκκλησιαστικής πλευράς στην αναβίωση του ενδιαφέροντος για την ελληνική φιλοσοφία και τα αρχαιοελληνικά γράμματα που εκδηλώθηκε κατά τον ια΄ μ.Χ. αιώνα.

Όμως δεν ήταν η πρώτη φορά που εκδηλωνόταν ένα τέτοιο ενδιαφέρον. Όπως είναι γνωστό, το κύριο χαρακτηριστικό του χώρου όπου αναπτύχθηκε ο ελληνικός πολιτισμός ήταν η ανοιχτότητά του. Από την εποχή που πρωτοεμφανίστηκαν οι Έλληνες στην περιοχή ως τις αρχές του ιθ΄ μ.Χ. αιώνα, ο χώρος δεν είχε ενιαία κρατική υπόσταση, ούτε και σύνορα. Η απουσία συνόρων και η γεωγραφική διασπορά των ελληνικών φύλων σε όλα τα παράλια της ανατολικής Μεσογείου είχε ως αποτέλεσμα να καταστεί ο χώρος ένα σταυροδρόμι πολιτισμών. Και οι Έλληνες δεν έπαψαν ποτέ, από τότε που πρωτοεμφανίστηκαν στον χώρο να δείχνουν ξεχωριστό ενδιαφέρον για τους γύρω πολιτισμούς και να προσλαμβάνουν συνεχώς στοιχεία από αυτούς, να τα αφομοιώνουν και να τους δίνουν τελικά ένα νέο νόημα. Η πρακτική αυτή φτάνει στο απόγειό της στο πλαίσιο των βασιλείων που προέκυψαν από τις κατακτήσεις του Μ. Αλεξάνδρου, με αποτέλεσμα ο ελληνισμός όχι μόνο να ριζώσει για τρεις περίπου αιώνες στις νέες περιοχές αλλά, μπολιασμένος με τα τοπικά πολιτισμικά στοιχεία, αιγυπτιακά, βαβυλωνιακά, κλπ, να παράξει, χωρίς να χάσει τίποτε από την ελληνικότητά του, έναν καινούργιο πολιτισμό που οι ιστορικοί τον χαρακτηρίζουν με τον όρο “ελληνιστικός”. Και ήταν τέτοια η ζωτική δύναμη αυτού του πολιτισμού, που, όταν η Ρώμη κατέκτησε τις περιοχές αυτές, δεν βρήκε καλύτερο συνεκτικό μεταξύ τους στοιχείο, ώστε να συγκροτήσει την απέραντη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία από αυτόν ακριβώς τον ελληνικό πολιτισμό. Ήδη από τον β΄ π.Χ. αιώνα, η αριστοκρατία της Ρώμης προτιμάει στις κοινωνικές συναναστροφές τη χρήση της ελληνικής γλώσσας. Έτσι, δεν είναι τυχαίο το ότι όταν τον α΄ μ.Χ. αιώνα ο απόστολος Παύλος θα απευθυνθεί στους Ρωμαίους με την ομώνυμη επιστολή του, δεν θα γράψει λατινικά, αλλά ελληνικά.

Όμως ήδη προς τα τέλη του α΄ μ.Χ. αιώνα η ζωτική δύναμη του ελληνισμού φαίνεται να εξαντλείται και να εκφυλίζεται. Οι ποιητικές συνθέσεις του αυτοκράτορα Νέρωνα στα ελληνικά σηματοδοτούν τα όρια αυτού του εκφυλισμού της ελληνικής πολιτισμικής κληρονομιάς. Ακριβώς τρεις αιώνες αργότερα ο άγιος Ιερώνυμος θα μεταφράσει τη Βίβλο στα λατινικά. Αλλά δεν έμελλε αυτό να είναι το τέλος του ελληνισμού. Λίγο νωρίτερα η πολιτικὴ και στρατιωτική ιδιοφυΐα του Διοκλητιανού θα ανοίξει μια νέα προοπτική για την αυτοκρατορία, που ο Μέγας Κωνσταντίνος θα της δώσει οριστική μορφή, μεταθέτοντας το κέντρο της στην ελληνόφωνη Ανατολή.

Εκεί, στην Ανατολή, κυοφορείτο εδώ και τέσσερις αιώνες, μια άλλη συνάντηση που στο ξεκίνημά της ουδείς μπορούσε να φαναστεί ότι θα γεννήσει έναν εντελώς νέο πολιτισμό, αυτόν που συνήθως περιγράφεται με τον όρο “σύγχρονος δυτικός πολιτισμός”. Εκεί, στην Ανατολή, οι Ιουδαίοι, ένας πολιτικά και οικονομικά ασήμαντος λαός είχε από αιώνες αναπτύξει μια διδασκαλία που προϋπέθετε μια εντελώς διαφορετική θεώρηση του κόσμου από εκείνη που δεχόταν ο ελληνισμός. Σύμφωνα με την ιουδαϊκή θεώρηση του κόσμου, η οποία κληροδοτήθηκε στον χριστιανισμό, ο κόσμος προϋποθέτει την ύπαρξη ενός θεού εντελώς ελεύθερου και ανεξάρτητου από αυτόν. Αντίθετα ο ελληνισμός, αν και δεν αμφισβητούσε την ύπαρξη του θεού, ουδέποτε τον θεώρησε ως προϋπόθεση του κόσμου. Ο θεός υπάρχει μέσα στον κόσμο· δεν είναι η προϋπόθεση, αλλά το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει κανείς εξετάζοντας τον κόσμο. Αν η Φιλοσοφία άρχισε με την προσπάθεια του Θαλή να εξηγήσει την προέλευση των όντων από το νερό, εκείνος ο οποίος θεμελίωσε την ιδέα ότι τα πάντα προέρχονται από ένα αρχικό αιώνιο και άχρονο στοιχείο, το οποίο συνεχώς μεταβάλλεται σε διάφορα στοιχεία, είναι ο δεύτερος της σχολής της Μιλήτου, ο Αναξίμανδρος. Έτσι, η προβληματική των αρχαίων Ελλήνων είχε από την αρχή προσανατολιστεί προς τη φύση, την ουσία που παραμένει σταθερή. Η προβληματική αυτή που προερχόταν από την ελληνική αντίληψη για τη φύση, επηρέασε τόσο έντονα την παραπέρα εννοιολογική εξέλιξη, ώστε το χρονικό γίγνεσθαι αντιμετωπιζόταν ως κάτι δευτερεύον, που καθαυτό δεν άξιζε να συγκεντρώσει το μεταφυσικό ενδιαφέρον. Όχι μόνον τον ατομικά καθορισμένο άνθρωπο αλλά και ολόκληρο το ανθρώπινο γένος, με τις τύχες, τις πράξεις και τα παθήματά του, η ελληνική επιστήμη το θεωρούσε τυπικά ένα επεισόδιο μόνον, ένα ιδιαίτερο παροδικό πλάσμα στην επαναλαμβανόμενη με τους ίδιους πάντοτε νόμους κοσμική διαδικασία[1]. Βασική ιδέα του Αναξιμάνδρου ήταν ότι τα διάφορα στοιχεία, νοούμενα ως θεοί, προσπαθούν αδιάλειπτα να επεκτείνουν την κυριαρχία τους, αλλά υπάρχει ένα είδος αναγκαιότητας, ένα είδος φυσικού νόμου που συνεχώς αποκαθιστά την ισορροπία. Η αντίληψη αυτή της “δικαιοσύνης” -της μη υπέρβασης καθορισμένων ορίων- ήταν μια από τις βαθύτερες ελληνικές πεποιθήσεις. Οι θεοί υπόκειντο στη δικαιοσύνη ακριβώς όπως και οι άνθρωποι, αλλά αυτή η ανώτατη εξουσία δεν ήταν καθεαυτήν προσωπική, δεν ήταν ένας ανώτατος θεός[2]. Αν, λοιπόν, για την ιουδαϊκή σκέψη οτιδήποτε υπάρχει είναι αποτέλεσμα της απόλυτης, ακόμη και αυθαίρετης, ελευθερίας του Θεού και των επεμβάσεών του μέσα στον χώρο και στον χρόνο, για την ελληνική νοοτροπία μια τέτοια ελευθερία που μπορεί να αυθαιρετεί απέναντι στον κόσμο και στην αρμονία του θεωρείται ύβρις. Έτσι, αν για τον Ιουδαίο το κέντρο βάρους πέφτει στο γινόμενο, στο ενεργούμενο, και γι’ αυτό βλέπει τα πάντα από τη σκοπιά της Ιστορίας, το ενδιαφέρον του Έλληνα εστιάζεται στο υπάρχον. Για τον Ιουδαίο που γίνεται χριστιανός το οντολογικό ερώτημα σχετικά με τον Χριστό είναι ουσιαστικά ανύπαρκτο· μπορεί εύκολα να κατανοήσει τον Χριστό ως μια επέμβαση του Θεού στον κόσμο. Αντίθετα, για να κατανοήσει ο Έλληνας το ευαγγέλιο, πρέπει πρώτα να δώσει μια ικανοποιητική απάντηση στο σχετικό με το τι είναι ο Χριστός ερώτημα.

AUTH_5

Η συνάντηση αυτή ιουδαϊκού και ελληνικού τρόπου σκέψης δεν ήταν ούτε εύκολη ούτε ακίνδυνη για όσους στοχαστές επιχείρησαν να συμβιβάσουν τις δύο αντιτιθέμενες κοσμοθεωρίες. Το μέγεθος της δυσκολίας μαρτυρεί μια πληροφορία που σώζεται στο βιβλίο Πράξεις τῶν Ἀποστόλων. Σύμφωνα με τη σχετική αφήγηση, ο Παύλος διακόπτει για δύο χρόνια τα ιεραποστολικά του ταξίδια και παραμένει στην Έφεσο, όπου, εκτός από τη συναγωγή, επισκέπτεται καθημερινά[3]και τη στωική σχολή του Τυράννου (Πραξ. ιθ΄ 8-10) ακούγοντας και διδάσκοντας. Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο το ότι στα κείμενά του που σχετίζονται με την Έφεσο (Α΄ πρὸς Κορινθίους, Πρὸς Κολασσαεῖς και Πρὸς Ἐφεσίους), γίνεται η προσαρμογή του εβραϊκού όρου “χοχμά” (= σοφία) στην ελληνιστική αντίληψη περί λόγου και σοφίας που προλείανε το έδαφος για τον πρόλογο του τέταρτου Ευαγγελίου. Εκείνοι που αστόχησαν στην προσπάθεια συμβιβασμού δεν ήταν λίγοι, κάποιοι όμως πέτυχαν και σ’ αυτούς ανήκουν αναμφίβολα οι με τη Γιορτή των Τριών Ιεραρχών τιμώμενες προσωπικότητες, του Βασιλείου του Μεγάλου, του Γρηγορίου του Θεολόγου και του Ιωάννη του Χρυσοστόμου. Και ήταν ακριβώς αυτή τους η επιτυχία που άνοιξε τη δυνατότητα τόσο για την εμφάνιση ενός νέου παγκόσμιου πολιτισμού όσο και για την επιβίωση των πολιτισμικών παραδόσεων που τον γέννησαν.

Ασφαλώς η Ιστορία δεν γράφεται με “αν”. Κανείς, λοιπόν, δεν μπορεί να απαντήσει με βεβαιότητα στο ερώτημα τι θα συνέβαινε αν το “φως του Απόλλωνα” δεν συναντιόταν με το “φως του Θαβώρ”. Πιο συγκεκριμένα, με βάση τα ιστορικά δεδομένα, κανείς δεν μπορεί να υποθέσει ποια θα ήταν η εξέλιξη του ελληνικού πνεύματος αν δεν το προσλάμβανε ο χριστιανισμός, ούτε μπορεί να φανταστεί ποια θα ήταν η τύχη εκείνης της μικρής ιουδαϊκής αίρεσης αν δεν αξιοποιούσε τις δυνατότητες που της προσέφερε ο ελληνισμός. Το βέβαιο, από τα ιστορικά πάντοτε δεδομένα, είναι ότι η συνάντηση των δύο πολιτισμικών παραδόσεων στους αιώνες που προηγήθηκαν της γέννησης του Χριστού δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για τη γέννηση ενός πολιτισμού που καταύγασε την ανθρωπότητα ολόκληρη. Μια σύντομη, επομένως, ματιά στη διαδικασία αυτής της συνάντησης θα επιτρέψει ασφαλώς την εξαγωγή κάποιων χρήσιμων για τη σημερινή εποχή συμπερασμάτων.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο ελληνισμός διέθετε μια έντονη διεισδυτική ικανότητα σε όλα τα επίπεδα -πολιτικό, οικονομικό, στρατιωτικό, πολιτισμικό και φιλοσοφικό- των κοινωνιών της Ανατολής. Και είναι φυσικό, ο ιουδαϊσμός να ένιωθε απειλημένος από την πολιτισμική αυτήν επίδραση του ελληνισμού, με αποτέλεσμα να αντιδράσει με μια εσωστρέφεια και καλλιέργεια ιδεών εθνικιστικής αποκλειστικότητας. Από την άλλη μεριά όμως ο ιουδαϊσμός διέθετε μια μονοθεϊστική πίστη και μια ηθική διδασκαλία που ασκούσε ιδιαίτερη έλξη στις μάζες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, όπως αποδεικνύει ο μεγάλος αριθμός των προσηλύτων. Έτσι, στα χρόνια του Ιησού ο ιουδαϊσμός βρισκόταν αντιμέτωπος με ένα τραγικό δίλημμα· να ανοιχτεί στην οικουμένη σύμφωνα με τις δυνατότητες που του έδινε η πίστη του και οι Γραφές του ή να κλειστεί στον εαυτό του σε μια εναγώνια προσπάθεια αυτοπροστασίας. Από την αποφασιστική στροφή του ιουδαϊσμού προς τη δεύτερη επιλογή προέκυψε η δυνατότητα του χριστιανισμού.

Όμως τα πράγματα άλλαξαν και πάλι. Η περίοδος της εικονομαχίας (726 – 842 μ.Χ.) φάνηκε να θέτει σε δεύτερη μοίρα την ελληνική πολιτισμική κληρονομιά της Ανατολής και να την απειλεί με εξαφάνιση. Κάποιοι συνδέουν την εικονομαχική πολιτική με την επίδραση του Ισλάμ και κάποιοι χαρακτηρίζουν την επικράτηση των εικονοφίλων ως θρίαμβο του ελληνικού πνεύματος, αλλά τα πράγματα δεν φαίνεται να είναι τόσο απλά. Καθ’ όλη σχεδόν τη διάρκεια της βασιλείας του αυτοκράτορα Θεοφίλου, ο οποίος ανήλθε στον θρόνο της Κωνσταντινούπολης το 829 μ.Χ., δύο χρόνια μετά την κατάληψη της Κρήτης από τους Άραβες, και ως τον θάνατό του, το 842 μ.Χ., σημειώνονται παρατεταμένες εχθροπραξίες ανάμεσα στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και στο Χαλιφάτο των Αββασιδών, στην ηγεσία του οποίου βρίσκονται ο χαλίφης αλ-Μααμούν (813 – 833 μ.Χ.) και ο διάδοχός του χαλίφης αλ-Μούτασιμ (833 – 842). Παρά τις πολεμικές αντιπαρθέσεις όμως, τα πράγματα εμφανίζονται εντελώς διαφορετικά σε πολιτισμικό επίπεδο, καθώς οι Άραβες επιδεικνύουν έναν ιδιαίτερο σεβασμό και μεγάλη εκτίμηση στα ελληνικά γράμματα. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο al-Mascūdī στο Kitāb altanbīh, «Τα δύο βασίλεια, της αρχαίας Ελλάδας και των Ρουμ, ήταν πλάι στην Περσία σε μεγαλείο και σε δόξα· εξάλλου οι κάτοικοί τους ήταν χαρισματικοί σε πολλούς κλάδους της φιλοσοφίας και των επιστημών αλλά και αξιοθαύμαστοι τεχνίτες»[4]. Έτσι, κατά τη διάρκεια του θ΄ μ.Χ. αιώνα ως τις αρχές του ι΄ οι Αββασίδες ηγέτες επιδεικνύουν έναν ιδιαίτερο ζήλο να ιδιοποιηθούν την κληρονομία του αρχαίου κόσμου. Από την άλλη πλευρά, διαπιστώνεται και από ρωμαϊκής πλευράς ένα ενδιαφέρον για πολιτισmική διείσδυση στην περιοχή των Αράβων. Ο ζήλος αυτός αποτυπώνεται στις προσπάθειες πολιτισμικών επαφών που καταγράφονται μεταξύ των ετών 829 και 907 μ.Χ. και στις οποίες φαίνεται να μετέχουν από ρωμαϊκής πλευράς εξέχουσες προσωπικότητες των γραμμάτων, όπως ο Ιωάννης ο Γραμματικός, ο Κωνσταντίνος Κύριλλος, ο Φώτιος και ο Λέων ο Χοιροσφάκτης, οι οποίοι ταξίδεψαν στην αυλή των Αββασιδών.

Η προσπάθεια των Αράβων να ιδιοποιηθούν την κληρονομιά του αρχαίου κόσμου κατά την περίοδο των Αββασιδών εκδηλώθηκε με συστηματική μετάφραση των αρχαίων ελληνικών κειμένων, τα οποία οι Άραβες κατόρθωσαν να συλλέξουν από τους Ρωμαίους, αλλά και με προσέλκυση επιφανών επιστημόνων, με πιο χαρακτηριστική και γνωστή ίσως την περίπτωση του Λέοντα του Μαθηματικού, ο οποίος υπήρξε και δάσκαλος του Φωτίου[5]. Σ΄αυτό το πλαίσιο, μία από τις πιο ενδιαφέρουσες συνέπειες της όλης αραβικής επιχείρησης ήταν να υπερτονίζονται οι διαφορές ανάμεσα στον πολιτισμό των Ρωμαίων και στην παιδεία των αρχαίων Ελλήνων. Ένας από τους πρώτους Άραβες λογίους που αναφέρεται στο συγκεκριμένο θέμα είναι ο αλ-Τζάχιζ, ο οποίος επιχειρεί να κάνει σαφή διάκριση ανάμεσα στους αρχαίους Έλληνες (Γιουνάν) και στους Ρωμαίους (Ρουμ). Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά, «αφού οι Ρουμ δεν μπορούσαν να αλλάξουν τα ονόματα των περισσότερων φημισμένων Γιουνάν συγγραφέων, κατέληξαν να ισχυρίζονται ότι οι Γιουνάν είναι στην πραγματικότητα μια φυλή των Ρουμ… Το Κιτάμπ αλ-Μαντίκ και το Κιτάμπ αλ-Kάουαν ουά αλ-Φασάντ γράφτηκαν από τον Αριστοτέλη, που δεν ήταν Ρουμ, ούτε χριστιανός· η Αλμαγέστη γράφτηκε από τον Πτολεμαίο, που δεν ήταν ούτε Ρουμ, ούτε χριστιανός· τα Στοιχεία γράφτηκαν από τον Ευκλείδη που δεν ήταν ούτε Ρουμ, ούτε χριστιανός· Ιατρικά βιβλία γράφτηκα από τον Γαληνό, που επίσης δεν ήταν Ρουμ, ούτε χριστιανός· το ίδιο συμβαίνει με τα βιβλία του Δημόκριτου, του Ιπποκράτη, του Πλάτωνα και πολλών άλλων που δεν ήταν ούτε Ρουμ, ούτε χριστιανοί… Στην πραγματικότητα, οι χριστιανοί και οι Ρουμ δεν είχαν ούτε επιστήμη, ούτε ερμηνευτική φιλολογία, ούτε όραμα για κάτι τέτοιο, και τα ονόματά τους πρέπει να σβήσουν εντελώς από τα αρχεία των φιλοσόφων και των σοφών»[6]. Στο ίδιο πνεύμα κινούνται και πολλοί άλλοι Άραβες λόγιοι της εποχής, κάτι που ερμηνεύει την αντίδραση των αυτοκρατόρων, που εκδηλώθηκε με το ενδιαφέρον τους να συμπεριλαμβάνουν στις διπλωματικές αποστολές προς το χαλιφάτο όχι μόνον έμπειρους διπλωμάτες αλλά και νεαρούς επιστήμονες και φιλοσόφους, οι οποίοι θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως πρεσβευτές της σοφίας και της πολιτισμικής ανωτερότητας της αυτοκρατορίας.

Έτσι, η προσπάθεια των Αράβων να οικειοποιηθούν την ελληνική πολιτισμική κληρονομιά προκάλεσε τους επιστημονικούς κύκλους του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης κατά τη συγκεκριμένη περίοδο να στρέψουν και πάλι το ενδιαφέρον τους προς τα ελληνικά γράμματα, κάτι που αποτυπώνεται στα έργα του πνευματικού περιβάλλοντος του Φωτίου όπως του Νικήτα Βυζαντίου, του Αρέθα επισκόπου Καισαρείας και του Πατριάρχη Νικολάου Μυστικού. Αξίζει στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι, τόσο ο Νικήτας Βυζάντιος όσο και ο Αρέθας καταφέρονται με ιδιαίτερη δριμύτητα κατά του Ισλάμ, αλλά η κριτική που ασκούν δεν στηρίζεται σε φήμες ή αυθαίρετα συμπεράσματα αλλά σε συστηματική μελέτη της ισλαμικής διδασκαλίας. Είναι χαρακτηριστικό στην προκειμένη περίπτωση ότι ο Νικήτας Βυζάντιος παρουσιάζει για πρώτη φορά, ήδη τον θ΄ μ.Χ. αιώνα, στην ελληνική γλώσσα ανάλυση ολόκληρου του Κορανίου και αξιόπιστη μετάφραση πολλών τμημάτων του. Επομένως, παρά τους θεολογικούς διαξιφισμούς, που είναι αναμενόμενοι όταν οι εκπρόσωποι μιας θρησκευτικής πίστης προσπαθούν να αναιρέσουν τις βασικές διδασκαλίες μιας άλλης πίστης, είναι γεγονός ότι χριστιανοί και μουσουλμάνοι έζησαν αιώνες μαζί στην Ανατολή, με αναπόφευγκτη συνέπεια τις αμοιβαίες αλληλεπιδράσεις, παρά τις διαφορές και τις μεγάλες αντιθέσεις, στον κοινωνικό και πολιτισμικό βίο τους[7]. Τη σημασία αυτής της συμβίωσης τονίζει ο πατριάρχης Νικόλαος ο Μυστικός γράφοντας το 911/12 μ.Χ προς τον χαλίφη της Βαγδάτης αλ-Μουκταντίρ: «Δύο κυριότητες πάσης τῆς ἐκ τῆς γῆς κυριότητος, ἥ τε τῶν Σαρακηνῶν καὶ ἡ τῶν Ρωμαίων ὑπερέχουσι καὶ διαλάμπουσιν, ὥσπερ οἱ δύο μεγάλοι ἐν τῷ στερεώματι φωστῆρες. Καὶ δεῖ κατ’ αὐτὸ γὲ τοῦτο μόνον κοινωνικῶς ἔχειν καὶ ἀδελφικῶς. Καί μηδ’ ὅτι τοῖς βίοις καὶ τοῖς ἐπιτηδεύμασι καὶ τῷ σεβάσματι κεχωρίσμεθα παντάπασιν ἀλλοτρίως διακεῖσθαι…»[8].

Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι οι Βυζαντινοί λόγιοι του θ΄ μ.Χ. αιώνα είχαν πλήρη συναίσθηση του αδιεξόδου ενός θεολογικού διαλόγου ανάμεσα στη χριστιανική πίστη και στο Ισλάμ. Αναγνώριζαν όμως ότι με την καλλιέργεια των κοινών πολιτισμικών καταβολών Ρωμαίων και Αράβων, μπορούσε να βρεθεί ένας τρόπος ειρηνικής μεταξύ τους συνύπαρξης. Και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μέσα από αυτή τη συνάντηση θα προκύψει έναν αιώνα αργότερα για την παρακμάζουσα πολιτικά Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία μια σημαντικότατη περίοδος πνευματικής ακμής που θα αποτελέσει την τροφό του πνευματικού εκείνου δυναμικού που, μεταναστεύοντας στη Δύση μετά την πτώση της Αυτοκρατορίας, θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις που οδήγησαν στην ιταλική Αναγέννηση και τελικά στην έξοδο της δυτικοευρωπαϊκής κοινωνίας από τα σκοτάδια του μεσαίωνα και την έναρξη της εποχής του Διαφωτισμού. Μέσα σ’ αυτό το καινούργιο ιδεολογικοπολιτικό και πολιτισμικό πλαίσιο, η γιορτή των Τριών Ιεραρχών με τον συμβολισμό που εμπεριέχει καθίσταται και πάλι επίκαιρη, και το 1842 με απόφαση της Συγκλήτου του Πανεπιστημίου Αθηνών καθιερώνεται επισήμως ως Ημέρα των Γραμμάτων, για να επεκτθεί αργότερα ο εορτασμός της ημέρας σε όλα τα εκπαιδευτικά ιδρύματα της χώρας.

Από την παραπάνω ιστορική, στο μεγαλύτερο μέρος της, επισκόπηση προκύπτουν κάποια πολύτιμα συμπεράσματα τόσο για τη σύγχρονη παιδεία και την επιστήμη όσο και για τον ελληνισμό.

Σε ό,τι αφορά στην επιστήμη· ο ενθουσιασμός και η αισιοδοξία που ενέπνευσε στην ανθρωπότητα ο Διαφωτισμός αντικατοπτρίζονται στην αλματώδη ανάπτυξη των επιστημών, ιδιαίτερα κατά τον ιθ΄ και τον κ΄ μ.Χ. αιώνα. Βάση της ανάπτυξης αυτής αποτέλεσε η πεποίθηση ότι υπάρχει μια αντικειμενική πραγματικότητα, την οποία ο άνθρωπος είναι σε θέση να μελετήσει, να κατανοήσει και να ερμηνεύσει. Η πεποίθηση αυτή για την ύπαρξη μιας προσιτής στον ανθρώπινο νου αντικειμενικής πραγματικότητας γέννησε αυτό που αποκαλείται “Νεοτερικότητα” (Modernism) και επηρέασε ιδιαίτερα τις Θετικές Επιστήμες, τα Μαθηματικά και τη Φυσική[9]. Όμως αρκετά πριν ο κ΄ αιώνας εκπνεύσει, ο ενθουσιασμός της νεοτερικότητας για σαφήνεια και συνέπεια κλονίστηκε[10], και κάποιοι βιάστηκαν να μιλήσουν για μετάβαση στην εποχή της “Μετανεοτερικότητας” (Postmodernism), σε μια εποχή κατά την οποία κερδίζει συνεχώς έδαφος η βεβαιότητα πως η ελπίδα της νεοτερικότητας για αντικειμενικότητα δεν πραγματοποιήθηκε, ούτε θα πραγματοποιηθεί, ούτε μπορεί να πραγματοποιηθεί και, για πολλούς, δεν πρέπει να πραγματοποιηθεί[11].

Σε ό,τι αφορά στον ελληνισμό, οι εξελίξεις των τελευταίων χρόνων σε γεωπολιτικό επίπεδο δείχνουν ότι αυτός αντιμετωπίζει ένα παρόμοιο με εκείνο του ιουδαϊσμού της εποχής του Χριστού δίλημμα· η οικονομική κρίση οδηγεί σημαντικό μέρος του πληθυσμού στον πειρασμό να κλειστεί στα στενά εθνικά του πλαίσια σε μια προσπάθεια αυτοσυντήρησης, η πείρα του όμως τον έχει διδάξει ότι μόνον όταν ο Ελληνισμός ανοίγεται στις οικουμενικές του διαστάσεις που του προσφέρει η σύνδεσή του με τον χριστιανισμό μεγαλουργεί.

Θεωρώντας από αυτήν την οπτική γωνία τα πράγματα, θα μπορούσε να ανακαλύψει κανείς στη γιορτή των Τριών Ιεραρχών μια ιδιαίτερη επικαιρότητα, καθώς σήμερα ο κόσμος βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή. Από τη μια μεριά διαπιστώνει κανείς τάσεις ενωτικές που οδηγούν τους λαούς σε συνάντηση, αλλά από την άλλη οι εχθροί της συμφιλίωσης δεν παύουν να καλλιεργούν τάσεις απομονωτικές και διασπαστικές, χρησιμοποιώντας τον εθνοκεντρισμό και προβάλλοντας τις αντιθέσεις. Σ’ αυτήν την κρίσιμη καμπή η γιορτή των Τριών Ιεραρχών έρχεται να υπενθυμίσει ότι μόνο μέσα από τη δημιουργική συνάντησή τους οι διάφορες πολιτιστικές παραδόσεις έχουν ελπίδα επιβίωσης· διαφορετικά είναι καταδικασμένες να μαραζώσουν και να εξαφανιστούν. Σε μια εποχή υποβάθμισης και απαξίωσης του ανθρώπου, συνέπεια της παγκοσμιοποίησης που δομείται με βάση τη δύναμη και την επιβολή, αποτελεί ουσιαστική επιλογή το να στηρίζει κανείς τον άνθρωπο και την ελευθερία του και να καλλιεργεί τις σχέσεις κοινωνίας και ειρήνης, την ευαισθησία και την αλληλεγγύη. Αυτό όμως απαιτεί από τη μια απαλλαγή από τον τοπικισμό και τον επαρχιωτισμό, που δεν εκφράζει ούτε την ελληνική ούτε τη χριστιανική παράδοση, και από την άλλη συνεργασία με όλους εκείνους που εκφράζουν ευαισθησία απέναντι στον άνθρωπο, για να αντισταθεί στην επίθεση της επιβολής και της περιθωριοποίησής του. Μόνον υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις η γιορτή των Τριών Ιεραρχών θα πάψει να είναι άλλη μια βαρετή επέτειος μνήμης κάποιου ένδοξου παρελθόντος και θα αποκτήσει ουσιαστικό νόημα.

AUTH_16

[1] W. Windelband – H. Heimsoeth, Εγχειρίδιο Ιστορίας της Φιλοσοφίας (μτφρ. Ν. Μ. Σκουτερόπουλος) Μ.Ι.Ε.Τ. / Αθήνα 1980, τόμ. Α΄ σελ. 295.

[2] B. Russell, Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας (μτφρ. Αιμ. Χουρμούζιου) Ι. Δ. Αρσενίδης & Σια/ Αθήνα, τόμ. Α΄ σελ. 72.

[3] Σύμφωνα με ένα αρχαίο χειρόγραφο (Bezae Cantabrigiensis του δ΄ μ.Χ. αιώνα), οι επισκέψεις διαρκούσαν 5 ώρες, από τις 11 το πρωί ως τις 4 το απόγευμα (ἀπὸ ὥρας πέμπτης ἕως δεκάτης).

[4] Νάντια Μαρία Ελ Σέιχ, Το Βυζάντιο όπως το είδαν οι Άραβες, Εναλλακτικές Εκδόσεις / Αντιπαραθέσεις 25 / Αθήνα 2013, σελ 107.

[5] Είναι γνωστό ότι ο χαλίφης Αλ – Μαμούν απευθύνθηκε στον αυτοκράτορα Θεόφιλο ζητώντας του να επιτρέψει να έρθει ο Λέων στο Χαλιφάτο, υποσχόμενος 2.000 λίτρες χρυσού και αιώνια ειρήνη! Στην σχετική επιστολή, μάλιστα, καταλήγει με τα εξής : «Αν γίνει αυτό (δηλαδή η αποστολή του Λέοντα στη Βαγδάτη), όλο το γένος των Σαρακηνών θα υποκλιθεί μπροστά σου και πλούτου θα αξιωθείς τόσου, όσον δεν είδαν μάτια ανθρώπου!». Ο Θεόφιλος, όμως, αρνήθηκε.

[6] Νάντια Μαρία Ελ-Σεΐχ, Το Βυζάντιο όπως το είδαν οι Άραβες, Εναλλακτικές Εκδόσεις / Αντιπαραθέσεις 25 / Αθήνα 2013, σελ 109.

[7] Αγγελικής Γρ. Ζιάκα, Μεταξύ πολεμικής και διαλόγου, Εκδ. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 2010, σελ. 75.

[8] PG 111,28.

[9] Στις αρχές του κ΄ αιώνα ο Bertrand Russell και ο North Whitehead συνεργάζονται σ’ ένα πρόγραμμα συστηματοποίησης του συνόλου των Μαθηματικών και της Λογικής. Στόχος του προγράμματος ήταν η δημιουργία ενός εσωτερικά συνεπούς συστήματος προτάσεων, από τις οποίες το σύνολο της Λογικής και των Μαθηματικών μπορούσε να προκύψει συμπερασματικά, και το 1912 δημοσίευσαν το ογκώδες έργο Principia Mathematica, που θεωρήθηκε απόδειξη της επιτυχίας του προγράμματος.

[10] Το 1931 ο Kurt Göbel απέδειξε ότι σε κάθε λογικό / μαθηματικό σύστημα, ανεξάρτητα από το πόσο τέλεια σχεδιάστηκε, είναι πάντοτε δυνατό να διατυπωθεί μια πρόταση εντός του συστήματος που είναι τυπικά απροσδιόριστη μέσα στο σύστημα. Ανάλογες εξελίξεις, όπως, για παράδειγμα, η διατύπωση της “Αρχής της Αβεβαιότητας” από τον Heisenberg ακολούθησαν και στη Θεωρητική Φυσική. [Terence J. Keegan, Biblical Criticism and the Challenge of Postmodernism, στο Biblical Interpretation, A Journal of Contemporary Approaches III/1, March 1995, E.J. Brill / Leiden, σ. 1 – 14 (σ.2-3)].

[11] Η τελευταία αυτή θέση, ότι ο στόχος του μοντερνισμού για αντικειμενικότητα δεν πρέπει να πραγματοποιηθεί, προκύπτει από την πεποίθηση ότι φαινομενικά αντικειμενικές ερμηνείες είναι στην πραγματικότητα προσπάθειες καταδυνάστευσης. Αυτοί που βρίσκονται στην εξουσία, είτε αυτή είναι πολιτική είτε οικονομική είτε ακαδημαϊκή είτε και θρησκευτική ακόμη, προσπαθούν να δικαιώσουν την εξουσία τους προβάλλοντας “αντικειμενικές” αναλύσεις που στηρίζουν τον κατεστημένο κόσμο στον οποίο κυριαρχούν. Ο μεταμοντερνισμός αναγνωρίζει την ανάγκη να απελευθερωθεί ο ερευνητής από την καταπίεση της παραδοσιακής εξουσίας και να επιτραπεί να ακουστούν οι φωνές των καταπιεσμένων. Απαραίτητα στοιχεία, κατά συνέπεια, για τη μελέτη μιας πραγματικότητας είναι, σύμφωνα με τον μεταμοντερνισμό, η απροσδιοριστία και η υποκειμενικότητα.

Κατηγορίες: ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Μιλτιάδης Κωνσταντίνου, Η γονιμότητα της συνάντησης πολιτισμών

Τα υμνογραφικά κείμενα της Μ. Εβδομάδος στο διαδίκτυο και σε ηλεκτρονικό βιβλίο (e-book)

ΑΦΙΣΑ jpeg1

Μέσα από ένα καινοτόμο Πρόγραμμα επιμόρφωσης οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να παρακολουθήσουν, κατά το εαρινό εξάμηνο του τρέχοντος ακαδημαϊκού έτους, μια σειρά μαθημάτων που αφορούν τη γλωσσική και υφολογική προσέγγιση και κατανόηση των υμνογραφικών κειμένων της Μ. Εβδομάδος. Η επιμόρφωση υλοποιείται για τρίτη φορά στο Α.Π.Θ. στο πλαίσιο της Δομής Διά Βίου Μάθησης και απευθύνεται σε πτυχιούχους που προέρχονται από τους χώρους της Θεολογίας, της Φιλολογίας, των Ανωτάτων Εκκλησιαστικών Ακαδημιών, ερευνητές, εκπαιδευτικούς που επιθυμούν να διευρύνουν το διδακτικό τους αντικείμενο διαθεματικά με αξιοποίηση των εκκλησιαστικών κειμένων και σε όσους ενδιαφέρονται για τη μελέτη της γλώσσας των κειμένων της λατρείας.

Η διδακτική μεθοδολογία βασίζεται στις αρχές της ασύγχρονης τηλεκπαίδευσης και της εκπαίδευσης ενηλίκων. Ο εκπαιδευόμενος, αξιοποιώντας τις Νέες Τεχνολογίες, μπορεί να παρακολουθήσει διαλέξεις και ηλεκτρονικά μαθήματα στον προσωπικό ελεύθερο χρόνο του, δίχως χρονικές και τοπικές δεσμεύσεις.

Η δομή κάθε διδακτικής ενότητας είναι διμερής. Το πρώτο μέρος αφορά τη διδασκαλία των θεωρητικών θεμάτων και πραγματοποιείται με βιντεοσκοπημένες διαλέξεις και πρωτότυπο διδακτικό υλικό.  Η διδασκαλία γίνεται από μέλη Δ.Ε.Π. των Τμημάτων Θεολογίας, Φιλολογίας και Μουσικών Σπουδών του Α.Π.Θ. και του Ε.Κ.Π.Α.. Το δεύτερο μέρος συνιστά το εκτενέστερο στοιχείο του προγράμματος και αφορά τη γλωσσική ανάλυση και το θεολογικό υπομνηματισμό των υμνογραφικών  κειμένων της Μ. Εβδομάδος. Το Πρόγραμμα συνοδεύεται από ηλεκτρονικό βιβλίο (e-book, ISBN 978-618-82862-0-7/978-618-82862-1-4, σ. 520), που περιέχει ένα μέρος του πρωτότυπου εκπαιδευτικού υλικού. Η χρονική διάρκεια του Προγράμματος είναι συνολικά τέσσερεις μήνες. Μετά την επιτυχή ολοκλήρωση χορηγείται Πιστοποιητικό Επιμόρφωσης, στο οποίο αναγράφονται η διάρκεια (78 ώρες) και οι διδακτικές μονάδες (5 ECTS) της επιμόρφωσης.

Αιτήσεις γίνονται δεκτές από 27/1  έως 19/2/2017 και μόνον ηλεκτρονικά.

Για περισσότερες πληροφορίες και αιτήσεις οι ενδιαφερόμενοι καλούνται να επισκεφθούν την ιστοσελίδα της Δομής Δια Βίου Μάθησης ΑΠΘ: http://diaviou.auth.gr/koltsiou_ykme_e-learning_c καθώς και την ιστοσελίδα των επιμορφωτικών Προγραμμάτων https://hymnologica.com/ ή μπορούν να επικοινωνούν και με τη γραμματεία του Προγράμματος στη διεύθυνση infoglossa@theo.auth.gr.

Κατηγορίες: ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Τα υμνογραφικά κείμενα της Μ. Εβδομάδος στο διαδίκτυο και σε ηλεκτρονικό βιβλίο (e-book)

Η κοπή της βασιλόπιτας για το 2017 στο Τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ

DSC_3858_4

Στη σημερινή συνεδρίαση (Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2017) της συνέλευσης του Τμήματος Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ, έγινε και η καθιερωμένη κοπή της βασιλόπιτας για το νέο έτος από τον Πρόεδρο του Τμήματος καθηγητή κ. Παναγιώτη Σκαλτσή. Η βασιλόπιτα ήταν ευγενική προσφορά του καθηγητή π. Βασίλειου Καλλιακμάνη. Το φλουρί έτυχε η Γραμματέας του Τμήματος κ. Γλυκερία Πήτα στην οποία ο Πρόεδρος του Τμήματος χάρισε τιμητικά ένα στυλό.

DSC_3877_21

Κατηγορίες: ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Η κοπή της βασιλόπιτας για το 2017 στο Τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ

Εκδήλωση για τον εορτασμό των Τριών Ιεραρχών και την απονομή τιμής για τις σημαντικότερες διακρίσεις των μελών του ΑΠΘ του έτους 2016

imagesΗ τελετή εορτασμού των Τριών Ιεραρχών και της απονομής τιμής για τις σημαντικότερες διακρίσεις των μελών του ΑΠΘ του έτους 2016, θα γίνει τη Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2017 και ώρα 19:00, στην Αίθουσα Τελετών του Πανεπιστημίου. Τη Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2017, στις 8:30 π.μ., στον Ιερό Ναό των Αγίων Τριών Ιεραρχών (Βούλγαρη), θα τελεστεί η καθιερωμένη αρχιερατική Θεία Λειτουργία, προεξάρχοντος του Παναγιωτάτου Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης κ. Ανθίμου. Στις 10:30 π.μ. θα τελεστεί το μνημόσυνο υπέρ των αειμνήστων καθηγητών, ευεργετών, δωρητών, φοιτητών και διατελεσάντων υπαλλήλων του Πανεπιστημίου.

Πρόγραμμα

Είσοδος των Πρυτανικών Αρχών και της Συγκλήτου

Α” ΜΕΡΟΣ

Ύμνοι προς τιμήν των Αγίων Τριών Ιεραρχών

  1. Τους τρείς μεγίστους φωστήρας. Απολυτίκιο, ήχος α”
  2. Τα του φωτός δοχεία. Εξαποστειλάριον, ήχος γ”
  3. Σήμερον αι ψυχαί των γηγενών. Ιδιόμελον, ήχος β”

Χορός Ψαλτών της Θεολογικής Σχολής «Οι Τρεις Ιεράρχες». Χοράρχης: Πρωτοπρεσβύτερος Σπυρίδων Αντωνίου, επίκουρος καθηγητής του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας.

Β” ΜΕΡΟΣ

Πανηγυρικός της ημέρας από τον Κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ, καθηγητή Μιλτιάδη Κωνσταντίνου, με θέμα: «Η γονιμότητα της συνάντησης πολιτισμών».

Γ” ΜΕΡΟΣ

Εισήγηση του Πρύτανη, καθηγητή Περικλή Α. Μήτκα

Το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης αριστεύει: Οι σημαντικότερες διακρίσεις των μελών του ΑΠΘ του έτους 2016.

Η εκδήλωση θα μεταδοθεί μέσω live streaming.

Κατηγορίες: ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Εκδήλωση για τον εορτασμό των Τριών Ιεραρχών και την απονομή τιμής για τις σημαντικότερες διακρίσεις των μελών του ΑΠΘ του έτους 2016

Ιορδάνης Σαξονίας, Η γέννηση του τάγματος των αδελφών ιεροκηρύκων. Η μεταμόρφωση ενός προσωπικού οράματος σε συλλογικό τρόπο ζωής, (Εισαγωγή-κείμενο-μετάφραση-σχόλια Παναγιώτης Υφαντής), εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2016

Yfantis-Libellus-finalΣύμφωνα με το όραμα του ιδρυτή του, το Τάγμα των Ιεροκηρύκων γεννήθηκε για να υπηρετήσει δύο θεμελιώδεις στόχους. Πρώτον, την πνευματική προκοπή και τον αγιασμό της αδελφότητας σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο και, δεύτερον, το κήρυγμα της πίστης. Η οργανική σχέση και συμπληρωματικότητα του διπλού στόχου του Τάγματος είναι προφανής. Από τη μια πλευρά, η εσωτερική κάθαρση και πνευματική προκοπή των Ιεροκηρύκων καθιστά το κήρυγμά τους πιο πειστικό, πιο αξιόπιστο και πιο αποτελεσματικό, με τη συνδρομή του προσωπικού παραδείγματος. Από την άλλη πλευρά, το κήρυγμα αποτελεί το εκφραστικό μέσο και, ταυτόχρονα, την κορύφωση της μέριμνας των αδελφών να καταστήσουν όλους τους ανθρώπους κοινωνούς της βιβλικής αλήθειας και πνευματικούς συνοδοιπόρους τους στον συχνά δύσβατο δρόμο της εν Χριστώ τελείωσης.

*

Η αρχειακή έρευνα έχει εντοπίσει το Libellus του Ιορδάνη της Σαξονίας σε δύο χειρόγραφα, που φυλάσσονται στην Μαρκιανή Βιβλιοθήκη της Βενετίας και στην Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου του Würzburg της βόρειας Βαυαρίας, αντίστοιχα. Το περιεχόμενο δύο ακόμη κωδίκων που παρέδιδαν το έργο μάς είναι γνωστό μόνο από έντυπες εκδόσεις. Στο πρώτο, που δεν υπάρχει πια και το οποίο ανήκε στην μονή του Προυλιέ, στηρίχθηκε μια έκδοση του Libellus δημοσιευμένη το 1719. Μέχρι τη Γαλλική Επανάσταση, οπότε χάθηκε, ο δεύτερος κώδικας, προερχόμενος από την περιοχή της Όσμα, είχε περιέλθει στην κατοχή  των βολλανδιστών Πατέρων, οι οποίοι το εξέδωσαν στα Acta Sanctorum. Αργότερα, το Libellus εκδόθηκε από τον Joachim Joseph Berthier το 1891 και από τον M. Canal το 1934. Ωστόσο, η θεωρούμενη ως εγκυρότερη και πληρέστερη μέχρι σήμερα κριτική του έκδοση είναι αυτή που επιμελήθηκε ο γερμανός μελετητής Heribert Christian Scheeben, στηριζόμενος στο προαναφερθέν χφ. της Μαρκιανής. Η έκδοση αυτή δημοσιεύθηκε στον 16ο τόμο των Monumenta Ordinis Praedicatoris Historica το 1935.

Η παρούσα έκδοση και μετάφραση του Libellus, που παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην ελληνική βιβλιογραφία, χωρίς να αγνοεί τις παραπάνω έντυπες εκδοχές του, στηρίζεται κυρίως στο κριτικό κείμενο του Scheeben, διορθώνοντας σιωπηρώς γλωσσικά σφάλματα και τυπογραφικές αβλεψίες. Από την έκδοση αυτή υιοθετούνται επίσης η δομή και η αρίθμηση των ενοτήτων. Όσον αφορά στη μετάφραση, βασική αρχή ήταν να διατηρηθεί στα νέα ελληνικά το απλό ύφος και η αφηγηματική ροή του πρωτοτύπου. Ωστόσο, η ιδιαιτερότητα της γλώσσας του Ιορδάνη επέβαλε σε ορισμένα σημεία του κειμένου –που δεν θα δυσκολευτούν να εντοπίσουν οι λατινομαθείς αναγνώστες– ορισμένους τολμηρούς ή έστω ευέλικτους μεταφραστικούς χειρισμούς. Οι χειρισμοί αυτοί συνεπάγονται μια συνειδητή απομάκρυνση από τους συμβατικούς κανόνες μιας πιστής αφοσίωσης στο πρωτότυπο, με γνώμονα όμως την πιστότερη μεταφορά της σκέψης του συγγραφέα και την πληρέστερη κατανόηση και πρόσληψή της από τον σύγχρονο αναγνώστη.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Πρόλογος                                                                                                                11

Συντομογραφίες                                                                                                   17

Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

  1. O Δομινικος Ντε Γκούζμαν και το Τάγμα των Ιεροκηρύκων

1.1.Ο βίος του Δομινίκου και η διαμόρφωση του Τάγματος                           21

1.2. Η πνευματική φυσιογνωμία του Δομινίκου

1.2.1. Βιβλική πιστότητα                                                                        36

1.2.2. Χριστοκεντρικότητα: Πνευματική «γυμνότητα» και εκούσια πτωχεία    39

1.2.3. Ασκητικότητα                                 46

1.2.4. Η αγάπη για τον πλησίον, το χάρισμα των δακρύων και η αδιάκοπη προσευχή      50

1.2.5. Το κήρυγμα ως χάρισμα και καθήκον                        55

1.3. Η συλλογική ενσάρκωση ενός προσωπικού οράματος: Οι πνευματικές αρχές και οι στοχεύσεις του Τάγματος των Ιεροκηρύκων                      60

1.3.1. Το προϋποθεσιακό πλαίσιο και η διττή στόχευση                        60

1.3.2. Η κληρονομιά της κοινοβιακής παράδοσης                                  66

1.3.3. Μελέτη και κήρυγμα                                                                70

1.3.4. Δύο εύγλωττες μαρτυρίες                                                           72

2.Ο Συγγραφέας, το Libellus  και η Παρούσα Εκδοση

2.1. Ο Ιορδάνης της Σαξονίας                                               76

2.2. Πατρότητα, σκοπός, χρόνος και τόπος σύνταξης του Libellus                  80

2.3. Το Libellus ως αγιολογική πηγή για τον Δομίνικο                            84

2.4. Η παρούσα έκδοση και μετάφραση του Libellus                               87

ΙΙ. Το κείμενο

Ιοrdanus de Saxonia

Libellus de initio Ordinis fratrum Praedicatorum                           94

Ιορδάνης Σαξονίας

Η γέννηση  του Τάγματος των αδελφών Ιεροκηρύκων                             95

ΙΙΙ. Σχολια                                                                                                              235

Επίμετρο

«Τι νιώθει ένας σημερινός δομινικανός διαβάζοντας το Libellus;»            255

Βιβλιογραφία

Πηγές                                                                                                          263

Βοηθήματα                                                                                                264

Κατηγορίες: ΒΙΒΛΙΑ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ιορδάνης Σαξονίας, Η γέννηση του τάγματος των αδελφών ιεροκηρύκων. Η μεταμόρφωση ενός προσωπικού οράματος σε συλλογικό τρόπο ζωής, (Εισαγωγή-κείμενο-μετάφραση-σχόλια Παναγιώτης Υφαντής), εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2016

Παναγιώτης Αρ. Υφαντής, Η ενοποιός αγάπη του Χριστού (Β΄ Κορ 5,14-20)

Πέτρος Παύλος

Ομιλία που εκφωνήθηκε στην Προσευχή για την ενότητα των χριστιανών, στον Καθολικό Ναό της Αμώμου Συλλήψεως της Θεσσαλονίκης, το Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2017.

Το 2017 συμπληρώνονται 500 χρόνια από την ιστορική ανάδυση της Μεταρρύθμισης. Η συγκεκριμένη επέτειος αποτελεί από μόνη της μια γόνιμη πρόκληση για τους σύγχρονους χριστιανούς που καλλιεργούν και προάγουν το οικουμενικό όραμα. Πράγματι, φέτος για πρώτη φορά στην ιστορία καθολικοί και λουθηρανοί θεολόγοι συνεργάστηκαν για μια από κοινού κατανόηση της σημασίας της Μεταρρύθμισης. Για πρώτη φορά, η Καθολική Εκκλησία αναγνώρισε επίσημα στο έργο του Λουθήρου μια μαρτυρία του Ευαγγελίου. Επίσης φέτος, για πρώτη φορά υπήρξε τόσο ενεργός και καθοριστική η συμβολή των Γερμανικών Χριστιανικών Εκκλησιών στη διαμόρφωση του θέματος της Εβδομάδας Προσευχής για την ενότητα των Χριστιανών, το οποίο είναι η «αγάπη του Χριστού πού μάς ωθεί στη συμφιλίωση». Το θέμα αυτό είναι εμπνευσμένο από το εδάφιο 5, 14-20 της Β΄ προς Κορινθίους Επιστολής, στο οποίο ο Παύλος αναφέρεται στην ενοποιό αγάπη του Χριστού.

Πρώτα από όλα, αξίζει να θυμηθούμε ότι όταν ο Παύλος μιλά για την αγάπη του Χριστού δεν εννοεί την δική μας αγάπη γι’ αυτόν, αλλά για την θεία αγάπη που ο ίδιος ενσαρκώνει και προσφέρει στους ανθρώπους. Η θεία αγάπη δεν εξαντλείται σε ένα θετικό συναίσθημα, που εξωραΐζει την ιδιοτέλεια όπως συμβαίνει συχνά στους ποικιλώνυμους δεσμούς αγάπης που συνδέουν τους ανθρώπους. Αντιθέτως, πρόκειται για μια αγάπη που υποστασιάζεται σε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, το οποίο με την ίδια του τη ζωή και τον θάνατό Του προσφέρει στους ανθρώπους αυτό που οι ίδιοι ούτε μπορούμε να κατορθώσουμε ούτε βέβαια να το αγοράσουμε με κανένα αντίτιμο: Την αποκατάσταση της χαμένης ή τραυματισμένης ενότητας ανάμεσα στον παρόντα και στον επέκεινα κόσμο, ανάμεσα στην ιστορία και την αιωνιότητα, ανάμεσα στο άκτιστο και στο κτιστό, ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο. Μέσω αυτής της θείας Αγάπης που ενσαρκώνεται στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού ο άνθρωπος αποκτά ξανά τη δυνατότητα να γίνει αυτός που είναι. Ένα ον που συγγενεύει με τον Δημιουργό του, μια ύπαρξη ελεύθερη και αγαπητική, που καλείται να αναδεικνύει αυτή τη συγγένεια και να καθιστά ορατούς τους καρπούς της και να τους μοιράζεται με τους άλλους. Με άλλα λόγια, να γίνεται συνεργάτης, διάκονος του ίδιου του σχεδίου του Θεού υπηρετώντας την ενότητα, την καταλλαγή, την συμφιλίωση μεταξύ όλων των όντων και μεταμορφώνοντας ολόκληρη την κτίση σε μια συμπαντική δοξολογία ενότητας, ευγνωμοσύνης και  ευχαριστίας προς τον κοινό Πατέρα και Δημιουργό.

Ο απόστολος Παύλος, στην προς Ρωμαίους Επιστολή του, γράφοντας πως «ο Θεός μάς έσωσε επειδή πιστέψαμε» και πως «ο Χριστός μάς οδήγησε με την πίστη στον χώρο της χάριτος του Θεού, στην οποία είμαστε στερεωμένοι, και καυχόμαστε για την ελπίδα της συμμετοχής στη δόξα του Θεού»[1], αφήνει να εννοηθεί πως η μοναδική συμμετοχή του ανθρώπου στην οικείωση των καρπών της χάριτος και στη σωτηρία είναι η πίστη. Το ίδιο υποστηρίζει και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, σχολιάζοντας το συγκεκριμένο αποστολικό εδάφιο: «Πρόσεχε όμως πώς παντού ο Παύλος αναφέρει και τα δύο, και αυτά που προσφέρει ο θεός και αυτά που προσφέρουμε εμείς. Τα δικά του βέβαια είναι ποικίλα και πολλά και διαφορετικά, γιατί και πέθανε για μας, και μας συμφιλίωσε, και μας οδήγησε κοντά του, και μάς έδωσε χάρη ανέκφραστη, ενώ εμείς προσφέραμε μόνο την πίστη»[2]. Πράγματι, όπως εξηγεί ο μεγάλος Πατέρας και Διδάσκαλος της ενιαίας Εκκλησίας, όχι βάσει των δικών μας ικανοτήτων, χαρισμάτων ή αρετών αλλά μόνο δυνάμει της χάριτος μπορέσαμε να γνωρίσουμε τον Θεό, να απαλλαχθούμε από την πλάνη, να γνωρίσουμε την αλήθεια, να καρπωθούμε τα πνευματικά αγαθά του βαπτίσματος, να λάβουμε άφεση για τα αμαρτήματά μας και να αξιωθούμε άπειρες τιμές[3].

Ωστόσο, από την εμπειρία μας γνωρίζουμε πόσο δύσκολο είναι πολύ συχνά να συντονίσουμε τους πνευματικούς μας βηματισμούς με τον σωστικό ρυθμό της θείας χάριτος. Εξίσου καλά γνωρίζουμε, έστω κι αν ενίοτε αποφεύγουμε να το παραδεχθούμε, ότι και οι χριστιανικές Εκκλησίες και ομολογίες κατά την ιστορική τους όδευση ξεστράτισαν από την αγάπη και θεώρησαν τους καρπούς της θείας χάριτος ένα αποκλειστικό τους προνόμιο.

Αυτό σημαίνει πως ναι μεν η χάρις προσφέρεται δωρεάν όμως η πρόσληψη, η εμπέδωση και η καρποφορία της εξαρτώνται από την εσωτερική ωριμότητα του ανθρώπου, σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Και ποιο είναι το κριτήριο που επιβεβαιώνει αυτή την εσωτερική ωριμότητα; Ο απόστολος Παύλος είναι σαφής. Όποιος διακατέχεται από την αγάπη του Χριστού μεταποιεί την εμπειρία του σε μαρτυρία ενότητας καλώντας και τους άλλους να συμμετάσχουν σε αυτήν. Ή όπως δείχνει το παράδειγμα των αγίων, γίνεται ο ίδιος μια ζωντανή μαρτυρία της εν Χριστώ ειρήνης και της συμφιλίωσης ακόμη και γι’ αυτούς που τον συκοφαντούν, τον διώκουν ή τον καταδικάζουν. Γιατί ο άνθρωπος που ζει την αγάπη του Χριστού, δεν ζει για τον εαυτό του, ζει αλλά και πεθαίνει για τους άλλους, για τη δική τους πληρότητα και σωτηρία, όπως ακριβώς και ο Θεάνθρωπος.

Στην εγκύκλιό του για την Χαρά του Ευαγγελίου, ο πάπας Φραγκίσκος μιλά γι’ αυτή την πνευματική αγαλλίαση του χριστιανού, γι’ αυτή την ευγνωμοσύνη και την πληρότητα της θείας αγάπης μέσα του, που μεταμορφώνεται σε ευαγγελισμό. Γράφει ο ίδιος: «Το καλό τείνει πάντα να μεταδίδεται. Κάθε γνήσια εμπειρία της αλήθειας και της ομορφιάς τείνει στην επέκτασή της, και κάθε άνθρωπος που ζει μια βαθιά απελευθέρωση αποκτά μεγαλύτερη ευαισθησία απέναντι στις ανάγκες των άλλων. Καθώς μεταδίδεται το καλό απλώνει ρίζες και αναπτύσσεται. Γι’ αυτό, όποιος επιθυμεί να ζήσει με αξιοπρέπεια και πληρότητα δεν έχει άλλο δρόμο από το να αναγνωρίσει τον άλλο και να αναζητήσει το δικό του καλό. Δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσουν συνεπώς ορισμένες εκφράσεις του αποστόλου Παύλου όπως “Η αγάπη του Χριστού μας διακατέχει” (Β΄ Κορ 5,14) και “Αλίμονό μου αν δεν  κηρύσσω το Ευαγγέλιο!” (Α΄ Κορ 9,16)»[4].

Αν λοιπόν, η μαρτυρία που υπηρετεί την ενότητα φανερώνει την παρουσία της θείας χάριτος και τη συνδρομή του ανθρώπου στο θείο σχέδιο «της των πάντων ενώσεως», αναπόφευκτα η απουσία μιας τέτοιας μαρτυρίας επιβεβαιώνει την παλινδρόμηση του πιστού στον παλαιό άνθρωπο, στον  άνθρωπο της ανυπακοής, της ρήξης και της αντιπαλότητας. Γι’ αυτό και απαιτείται μετάνοια. Δεν θα αναφερθώ σε περιπτώσεις ή εκδοχές αυτής της ναρκωμένης, ανενεργού, ή κίβδηλης εν Χριστώ ζωής και της πνευματικής επιστροφής στη ζωή «εν τω Αδάμ». Θα αναφέρω μονάχα ένα θεμελιώδες πρόβλημα, από το οποίο πηγάζουν και πολλά άλλα. Πως συχνά η διαίρεση και η έλλειψη της πλήρους ενότητας δεν αντιμετωπίζονται, όπως θα έπρεπε, ως ένα βαρύ αμάρτημα ή και μια χρόνια πνευματική ασθένεια. Και, αντιστρόφως, πως το αίτημα της ενότητας δεν συνδέεται με τη μίμηση του Χριστού, με τη σωτηρία και την αγιότητα. Το πρόβλημα αυτό εντοπίζεται κυρίως στις Εκκλησίες που χρησιμοποιούν την Παράδοση ως ένα μέγεθος που ανταγωνίζεται την Αγία Γραφή και τον ίδιο τον Χριστό, ως αφορμή και μέσο κατάκρισης ή εξουδένωσης όλων εκείνων που δεν ανήκουν σε αυτήν. Αυτό αποδεικνύει ότι η αγάπη του Χριστού από γεγονός εσωτερικής μεταμόρφωσης και αγαπητικού ανοίγματος της ύπαρξης έχει παραμορφωθεί σε ένα ιδεολόγημα που δεν υπηρετεί παρά τον πνευματικό ναρκισσισμό και τη διαιώνιση της ομολογιακής αντιπαλότητας. Όπως τόνισε πριν από αρκετές δεκαετίες ο ορθόδοξος Πατριάρχης Αλεξανδρείας Παρθένιος, πρέπει να «νοιώσομε την λύπη της διαιρέσεώς μας… γιατί η ένωση θέλει πολλή ταπείνωση και πολλή συγχώρηση και πολλή μετάνοια»[5]. Διότι «η  διαίρεση είναι πάντα αμαρτία και κόλαση» ενώ «η ενότητα είναι παράδεισος και αλήθεια»[6].

Ζούμε τη ζωή του Χριστού όταν επιτρέπουμε στην αγάπη του να μας αποκαλύπτει στα πρόσωπα των άλλων την επίγεια εικόνα του Θεού. Όταν επιτρέπουμε στην αγάπη του να μας μεταμορφώνει σε ζωντανές μαρτυρίες της συμφιλίωσης και της ενότητας.

Με αφορμή την φετινή επέτειο από την ανάδυση της Μεταρρύθμισης νιώθω την  ανάγκη κλείνοντας να μοιραστώ μαζί σας λίγους στίχους του γερμανού θεολόγου Dietrich Bonhoeffer, που μοιάζουν να συμπυκνώνουν το πνευματικό νόημα και πρόταγμα της αποψινής σύναξης:

Όχι ό,τι σ’ ευχαριστεί, μα το σωστό

πράξε και τόλμα,

μην ταλαντεύεσαι στις πιθανότητες,

άδραξε θαρραλέα το πραγματικό,

όχι στη φυγή των στοχασμών,

μόνο στη δράση κατοικεί η ελευθερία.

Ξέφυγε απ’ τους δισταγμούς του φόβου

προς την καταιγίδα των γεγονότων,

μονάχα στην εντολή του Θεού

και στη δική σου πίστη στηριγμένος,

και η ελευθερία θα υποδεχτεί

με αγαλλίαση το πνεύμα σου.[7]

Αμήν.

[1] Ρωμ 5, 1-2.

[2] Ιωάννης Χρυσόστομος, Εις την Προς Ρωμαίους Επιστολή, Ομιλία 10, 2-3.

[3] Όπ.π.

[4] Η χαρά του Ευαγγελίου, § 8-9.

[5] Παρθένιος, Πατριάρχης Αλεξανδρείας, «Το Πνεύμα το Άγιον», στο Η Ζ΄ Συνέλευση του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών, Καμπέρα, Φεβρουάριος 1991, Χρονικό-Κείμενα-Αξιολογήσεις, επιμ. Γ. Ν. Λαιμόπουλος, Εκδ. «Τέρτιος», Κατερίνη 1992, σ. 53, 56.

[6] Το παράθεμα στο Χρ. Σταμούλης, «Ορθόδοξη Θεολογία και οικουμενικός διάλογος», στο AA.VV., Ορθόδοξη Θεολογία και οικουμενικός διάλογος, επιμ. Π. Βασιλειάδης, Αποστολική Διακονία, Αθήνα 2005, σ. 93.

[7] Απόσπασμα από το ποίημα «Σταθμοί στον δρόμο για την ελευθερία» (21 Ιουλίου 1944).

Το κείμενο προέρχεται από τον προσωπικό ιστοχώρο του κ. Υφαντή στο ACADEMIA.

Κατηγορίες: ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Παναγιώτης Αρ. Υφαντής, Η ενοποιός αγάπη του Χριστού (Β΄ Κορ 5,14-20)

«Νομοκανονικά», Επιθεώρηση Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου, τεύχος 2 (2016)

Του Χάρη Ανδρεόπουλου*

NOΜOKANONIKA 2Με μελέτες και άρθρα που προσεγγίζουν από την πλευρά του Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου ιστορικά ζητήματα, όπως το «ανάθεμα» κατά του Ελευθερίου Βενιζέλου (1916), η συμβολή του Μελετίου Μεταξάκη, ως Μητροπολίτου Κιτίου (1910 – 1918), στη σύνταξη του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Κύπρου, ο ρόλος που διεδραμάτισε η Εκκλησία της Κρήτης ως προς τις σχέσεις της με την Πολιτεία στο νησί κατά την περίοδο του εθνικού διχασμού (1915 – 1917), καθώς, και ζητήματα που αφορούν στα ατομικά δικαιώματα και το «εσωτερικό δίκαιο» της Εκκλησίας στην ελληνική έννομη τάξη,  κυκλοφόρησε, προσφάτως, το νέο τεύχος (2/2016) του επιστημονικού περιοδικού (τα) «Νομοκανονικά». Στη ύλη του νέου τεύχους περιέχονται, επίσης, πρόσφατες σημαντικές δικαστικές αποφάσεις που άπτονται διοικητικών ζητημάτων εκκλησιαστικής φύσεως, καθώς και η απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα που αφορά στο θέμα της ακολουθητέας διαδικασίας απαλλαγής μαθητή από τη διδασκαλία των Θρησκευτικών.

Τα «Νομοκανονικά» είναι η εξαμηνιαία Επιθεώρηση που επιδιώκει να καλύψει δύο σύνθετους και δυσχερείς επιστημονικούς κλάδους, το Εκκλησιαστικό και το Κανονικό Δίκαιο, τόσο σε επίπεδο θεωρίας όσο και δικαστηριακής πράξεως. Αποτελούν το επιστημονικό όργανο της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου και απευθύνονται σε δικηγόρους, δικαστές, θεολόγους και σε κάθε ερευνητή επιστήμονα από τον χώρο των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών (ιστορικό, κοινωνιολόγο, κ.λ.π.) που εντρυφεί στο πεδίο των σχέσεων Πολιτείας – Εκκλησίας / θρησκευτικών κοινοτήτων. Εκδίδονται ανελλιπώς από τον Μάιο του 2002 και ήλθαν, σύμφωνα με την πρόθεση του ιδρυτού και Διευθυντού τους, ομοτίμου καθηγητού Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Ιωάννη Μ. Κονιδάρη, να καλύψουν την απουσία που είχε από ικανού χρόνου καταστεί ευκρινώς ορατή, μιας περιοδικής εκδόσεως, η οποία να προάγει την επιστήμη στα ζητήματα του Εκκλησιαστικού και του Κανονικού Δικαίου και ευρύτερα τον δημόσιο διάλογο στα ζητήματα των σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας, τα οποία εμφανίζονται στο προσκήνιο με αξιοζήλευτη περιοδικότητα αποτελώντας – το τελευταίο διάστημα όλο και συχνότερα, όλο και εντονότερα – θέμα «ημερησίας διατάξεως» στην ατζέντα του δημοσίου διαλόγου. Παραλλήλως, τα «Νομοκανονικά» φιλοδοξούν να αποτελέσουν το κατάλληλο εκείνο βήμα που θα επιτρέψει στις νέες επιστημονικές δυνάμεις του κλάδου να εμφανισθούν στο προσκήνιο και να δοκιμασθούν.

ΜΕΛΕΤΕΣ

Στην ύλη του περιοδικού περιλαμβάνονται τρεις ενότητες, που περιέχουν άρθρα, μελέτες ή / και γνωμοδοτήσεις, αποφάσεις ελληνικών και διεθνών δικαστηρίων, ιδίως του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όπως και Πράξεων των Ανεξαρτήτων Αρχών, κατά το δυνατόν με σχόλια και παρατηρήσεις, καθώς και βιβλιοκρισίες και βιβλιοπαρουσιάσεις.

Στο νέο τεύχος (2/2016)  περιλαμβάνονται οι ακόλουθες μελέτες / άρθρα:

α) του ομοτίμου καθηγητού της Νομικής Σχολής κ. Ι. Μ. Κονιδάρη, με θέμα «Το ανάθεμα κατά του Ελευθερίου Βενιζέλου (12.12.1916). Ο κ. Κονιδάρης αφού διεκτραγωδεί τη συμμετοχή της Εκκλησίας στις πολιτικές έριδες της εποχής ανάμεσα στη βασιλική και τη βενιζελική παράταξη και την εμπλοκή της υπέρ της πρώτης, εστιάζει στο ζήτημα του «αναθέματος». Ακριβολογώντας δε περί αυτού εξηγεί ότι αφ΄ ης στιγμής το «ανάθεμα» είναι καθαρώς εκκλησιαστική ποινή (αφορισμός), «πολιτικό ανάθεμα», όπως ισχυρίσθηκαν κάποιοι ότι ήταν το ανάθεμα κατά του Βενιζέλου, δεν υπάρχει, δεν προβλέπεται, δεν νοείται. Οσον αφορά αυτό καθ΄ εαυτό το επιβληθέν εκκλησιαστικό «ανάθεμα» κατά του Βενιζέλου και συμμεριζόμενος την άποψη του κορυφαίου κανονολόγου του 20ου αιώνα Αμίλκα Αλεβιζάτου, ο οποίος το χαρακτήρισε ως παράδειγμα «τουλάχιστον ανοήτου επιβολής αναθέματος, καθ΄ όλως μάλιστα οχλώδη και ανάξιον τη Εκκλησία τρόπον», ο κ. Κονιδάρης επεξηγεί και αναλύει τους λόγους που οδήγησαν τον νεότερο νομοθέτη να θέσει αυξημένες προϋποθέσεις για την επιβολή της βαρύτατης αυτής εκκλησιαστικής ποινής.

β)  του καθηγητού της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας κ. Αχιλλέως Αιμιλιανίδη, με θέμα «Ο Μελέτιος Μεταξάκης και ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας Κύπρου του 1914», δια του οποίου αναδεικνύεται η συμβολή του τότε Μητροπολίτου Κιτίου (1910 – 1918) Μελετίου Μεταξάκη (του μετέπειτα Αθηνών [1918 – 1920], εν συνεχεία Κωνσταντινουπόλεως [1921 – 1923] και, τέλος, Αλεξανδρείας [1926 – 1935]),  στη σύνταξη για πρώτη φορά πρώτου Καταστατικού Χάρτου στην Εκκλησία της Κρήτης κατά το έτος 1914 και ο οποίος ίσχυσε πάνω από από μισό αιώνα και συγκεκριμένα μέχρι τη θέση σε ισχύ νέου Καταστατικού Χάρτου το 1979.

γ) του διδάκτορος Ιστορίας και διδάσκοντος στην Πατριαρχική Ανωτάτη Εκκλησιαστική Ακαδημία Κρήτης κ. Εμμανουήλ Χαλκιαδάκη με θέμα «Η Εκκλησία της Κρήτης την περίοδο του Εθνικού Διχασμού (1915 – 1917). Η μελέτη αυτή εξετάζει το ρόλο της Εκκλησίας της Κρήτης και τις σχέσεις Εκκλησίας – Πολιτείας στο νησί την περίοδο του εθνικού διχασμού (κυρίως το διάστημα 1915 – 1917), όπως ονομάσθηκε η πολιτική διαμάχη ανάμεσα στον τότε πρωθυπουργό Ελ. Βενιζέλο και το βασιλιά Κωνσταντίνο, με αφορμή την είσοδο της Ελλάδος στον Α’  Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Αντάτ.

δ)  του διδάκτορος Νομικής και ειδικού νομικού συμβούλου της Εκκλησίας της Ελλάδος κ. Θεοδώρου Παπαγεωργίου με θέμα «Ατομικά δικαιώματα και «εσωτερικό δίκαιο» της Εκκλησίας στην ελληνική έννομη τάξη κατά τη νομολογία». Ο κ. Παπαγεωργίου αναλύει τη «διαπάλη» μεταξύ των νόμων της Πολιτείας και των Κανόνων της Εκκλησίας εκθέτοντας σειρά περιπτώσεων που καθιστούν προβληματική την εναρμόνισή τους, καθόσον μάλιστα υπό το ισχύον καθεστώς των σχέσεων (της «νόμω κρατούσης πολιτείας») υφίσταται μερική κατοχύρωση των Κανόνων και ειδικότερα μόνο των αναφερομένων σε δογματικά ζητήματα, ενώ για τα θεωρούμενα διοικητικά δύναται ο νομοθέτης να προχωρεί και στη θέσπιση νόμων που έρχονται σε αντίθεση με τους κανόνες που έχει θεσπίσει η Εκκλησία για τα εσωτερικά (interna corporis) – διοικητικής φύσεως – ζητήματά της.

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Στο ίδιο τεύχος των «Νομοκανονικών» παρουσιάζονται και αναλύονται σημαντικές δικαστικές αποφάσεις που άπτονται ζητημάτων εκκλησιαστικής φύσεως, όπως αυτές του Συμβουλίου της Επικρατείας με αριθ. 510/2015, τμήμα Γ΄, (με την οποία επί αιτήσεως ακυρώσεως κατά πράξεως επιχωρίου Μητροπολίτου που αφορά στη διοίκηση Μονής κρίθηκε ότι ο Μητροπολίτης δεν έχει εξουσία αποψιλώσεως των αρμοδιοτήτων του Ηγουμενοσυμβουλίου ή αντικαταστάσεώς του από άλλο όργανο), 299/2016, τμήμα Γ’, (με την οποία κρίθηκε ότι Π.Δ. περί διαλύσεως Μονής είναι ακυρωτέο, επειδή κατά τον χρόνο δημοσιεύσεώς του δεν ίσχυε απόφαση της Δ.Ι.Σ. της Εκκλησία η οποία να εγκρίνει τη διάλυση, καθώς είχαν αρθεί ή ατονήσει οι λόγοι για στους οποίους είχε βασισθεί η έγκριση αυτή), 1458/2016, τμήμα Δ΄, (δια της οποίας κρίθηκε ότι η ανέγερση ναών, ευκτηρίων οίκων και λατρευτικών χώρων γενικώς, επομένως και τεμένους, δεν προϋποθέτει τη τήρηση διαδικασίας περιβαλλοντικής αδειοδοτήσεως), κ.α. Επίσης, δημοσιεύεται η υπ΄ αριθ, 94/2015 Ολομ. απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα η οποία εκδόθηκε μετά από προσφυγή γονέων που ζητούσαν απαλλαγή του παιδιού τους από το μάθημα των Θρησκευτικών, με την επίκληση λόγων θρησκευτικής συνειδήσεως. Με την απόφαση της Αρχής αναγνωρίζεται η διαζευκτική δυνατότητα υποβολής υπεύθυνης δηλώσεως του μαθητή (αν είναι ενήλικος) ή των γονέων του (αν είναι ανήλικος) ότι δεν είναι ορθόδοξος χριστιανός ή αιτήσεως για την απαλλαγή του για λόγους θρησκευτικής συνειδήσεως, χωρίς να δηλώνεται στην περίπτωση αυτή, εάν είναι ή όχι χριστιανός ορθόδοξος, παρεχομένης έτσι της δυνατότητος απαλλαγής του μαθητή χωρίς αποκάλυψη των θρησκευτικών του πεποιθήσεων ή τυχόν ανυπαρξίας αυτών. Εν προκειμένω δεν μπορεί παρά να διερωτηθεί κανείς ποια θα ήταν μια νέα κρίση της Αρχής, επί παρομοίας προσφυγής, μετά την θέση σε εφαρμογή – από τη φετεινή σχολική χρονιά (2016/2017) – των νέων Προγραμμάτων Σπουδών στα Θρησκευτικά (Δημοτικού, Γυμνασίου, Λυκείου), τα οποία, σύμφωνα με την αρμόδια εκπαιδευτική Αρχή (Υπ. Παιδείας), έχουν παύσει να έχουν «ομολογιακό» χαρακτήρα, αποκτώντας, πλέον «γνωσιολογικό», προσανατολισμό.

Στο νέο τεύχος δημοσιεύεται από τον λέκτορα Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Γεώργιο Ανδρουτσόπουλο επισκόπηση της βιβλιογραφίας εκκλησιαστικού δικαίου των ετών 2010 – 2016. Η καταγραφή περιλαμβάνει σε δύο διακεκριμένα τμήματα τις μονογραφίες που έχουν εκδοθεί και τα άρθρα / μελέτες, που έχουν δημοσιευθεί στο συγκεκριμένο διάστημα.

Τα «Νομοκανονικά» διευθύνονται υπό του ομοτίμου καθηγητού του Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Ιωάννη Μ. Κονιδάρη και κυκλοφορούν τον Νοέμβριο και Μάϊο κάθε έτους από τις Εκδόσεις «Σάκκουλας Α.Ε.» (http://www.sakkoulas.gr).

 

* O Χάρης Ανδρεόπουλος είναι καθηγητής Θρησκευτικών στη Β/θμια Εκπαίδευση,   Διδάκτωρ (PhD) Εκκλησιαστικής Ιστορίας ΑΠΘ (xaan@theo.auth.gr ).

Κατηγορίες: ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο «Νομοκανονικά», Επιθεώρηση Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου, τεύχος 2 (2016)

Προσευχή για την Ενότητα των Χριστιανών στη Θεσσαλονίκη

Η καθιερωμένη Προσευχή για την Ενότητα των Χριστιανών θα λάβει χώρα στον Καθολικό Ναό της Αμιάντου Συλλήψεως (στην οδό Φράγκων), το Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017, στις 19:00 το απόγευμα. Το θέμα της φετινής προσευχής είναι: Η αγάπη του Χριστού μας ωθεί στην συμφιλίωση (Β΄ Κορ 5, 14-20). Ομιλητής θα είναι ο αναπληρωτής καθηγητής του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ Παναγιώτης Υφαντής.

Κατηγορίες: ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Προσευχή για την Ενότητα των Χριστιανών στη Θεσσαλονίκη

Γλώσσα και κατανόηση των λειτουργικών κειμένων. Μαθήματα στο διαδίκτυο

Afisa eikona blue

Στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, κατά το εαρινό εξάμηνο του τρέχοντος ακαδημαϊκού έτους 2016-2017, επαναλαμβάνεται για πέμπτη συνεχή φορά το επιμορφωτικό Πρόγραμμα «Η γλώσσα των ελληνικών λειτουργικών κειμένων της Ορθοδόξου Εκκλησίας». Επιστημονικά υπεύθυνη είναι η Άννα Κόλτσιου-Νικήτα, καθηγήτρια των Αρχαίων Ελληνικών της Ιουδαϊκής και της Χριστιανικής Γραμματείας στο Τμήμα Θεολογίας. Στόχοι του προγράμματος είναι η γλωσσική ανάλυση και κατανόηση των κειμένων της λατρείας, καθώς και η παράλληλη μελέτη σχετικών μεταφραστικών, λειτουργικών και ποιμαντικών ζητημάτων.

Η επιμόρφωση και η αξιολόγηση γίνονται εξ αποστάσεως στο ειδικά διαμορφωμένο ηλεκτρονικό μαθησιακό περιβάλλον, με την παρακολούθηση βιντεοσκοπημένων διδασκαλιών, τη μελέτη ηλεκτρονικού υλικού και την πραγματοποίηση πρωτότυπων εργασιών και ασκήσεων, με ερωτήσεις ανοικτού και κλειστού τύπου σε κάθε ενότητα γλωσσικής διδασκαλίας.  Με τον τρόπο αυτό αίρονται τοπικές και χρονικές δυσκολίες και παρέχεται η δυνατότητα συμμετοχής και σε επιμορφουμένους που είναι απομακρυσμένοι από τα αστικά κέντρα, έχουν απαιτητικό ωράριο απασχόλησης και χαρακτηρίζονται από ποικιλία γνωσιακού υποβάθρου.

Χορηγείται  Πιστοποιητικό Επιμόρφωσης.

Αιτήσεις, μέχρι 31 Ιανουαρίου 2017, μόνο ηλεκτρονικά στη διεύθυνση  http://diaviou.auth.gr/koltsiou_gelk_e-learning_e

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το περιεχόμενο του προγράμματος, τη δομή, τη διδακτική μεθοδολογία, τους διδάσκοντες, τον τρόπο αξιολόγησης κτλ. οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να επισκέπτονται την ιστοσελίδα https://hymnologica.com και να επικοινωνούν με τη γραμματεία του προγράμματος στη διεύθυνση infoglossa@theo.auth.gr

Κατηγορίες: ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Γλώσσα και κατανόηση των λειτουργικών κειμένων. Μαθήματα στο διαδίκτυο