O εορτασμός της μνήμης του αποστόλου Παύλου στην Ιερά Μονή Βλατάδων

εικ-23Οι τελετές του εορτασμού της μνήμης του αποστόλου Παύλου θα λάβουν χώρα 28-29 Ιουνίου κατά το παρακάτω πρόγραμμα:

ΤΡΙΤΗ 28 ΙΟΥΝΙΟΥ 2016

Ώρα 7.00 μ.μ. Μέγας αρχιερατικός εσπερινός εις το Καθολικόν της Ι. Μονής Βλατάδων.

Παύλειος Λόγος. Ομιλητής ο αιδεσιμολογιώτατος π. Μιχαήλ Κόνιας, Επίκουρος Καθηγητής της Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Θεσσαλονίκης, με θέμα: «Η Θεσσαλονίκη και ο Απόστολος Παύλος».

ΤΕΤΑΡΤΗ 29 ΙΟΥΝΙΟΥ 2016

Ώρα 7.30 π.μ. Όρθρος και αρχιερατική θεία λειτουργία εις το Καθολικόν της Ι. Μονής Βλατάδων.

Ώρα 11.00 π.μ. Είς το αμφιθέατρο του Πατριαρχικού Ιδρύματος Πατερικών Μελετών διάλεξις του Ομότιμου Καθηγητού της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. κ. Πέτρου Βασιλειάδη με θέμα: «Η Πανορθόδοξος Σύνοδος και η παρακαταθήκη του Αποστόλου Παύλου για τον ρόλο των γυναικών».

Δεξίωσις.

Κατηγορίες: ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο O εορτασμός της μνήμης του αποστόλου Παύλου στην Ιερά Μονή Βλατάδων

Η Εκκλησία. Ο Χριστός. Το Άγιο Πνεύμα. Εμείς.

Skiadaresis

Του αναπληρωτή καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ π. Ιωάννη Σκιαδαρέση

1. Η περίοδος πριν από το Πάσχα, την οποία η εκκλησία ονομάζει Μ. Τεσσαροκοστή, με αποκορύφωμα την Μ. Εβδομάδα, είναι παιδεία άσκησης κατά της αμαρτίας και του αντίθεου πνεύματος. Παιδεία για να μάθουμε να πεθαίνουμε ως προς ό,τι μας αποξενώνει από τον εαυτό μας, το συνάνθρωπο, την κτίση όλη και τελικά τον Θεό. Κι αν συμβεί αυτό, αν δηλαδή ασκηθούμε κατά πως ορίζει η εκκλησία μας, τότε βρίσκουμε την καρδιά μας, η οποία από μόνη της έχει την αίσθηση του Θεού. Από αυτή την αίσθηση απορρέει και η αίσθηση έναντι του αδελφού και του εαυτού μας και της υπόλοιπης κτίσης. Η παιδεία αυτή είναι επώδυνη. Είναι ένας συνταφιασμός με τον Χριστό και γίνεται για χάρη μιας κρείττονος αναστάσεως, την οποία μας υποσχέθηκε και μας έδωσε ο Χριστός.

2. Την Κυριακή της Αναστάσεως βιώνουμε μια έκρηξη χαράς. Ζούμε ένα πανηγύρι θριάμβου και αγάπης. Γιατί η ζωή νίκησε το θάνατο. Ο Χριστός νίκησε τον Άδη, κατέλυσε το κράτος του και ηγέρθη εκ των νεκρών, ως θεάνθρωπος. Και αφού ο Χριστός τα έκανε όλα αυτά ως θεάνθρωπος είναι σαφές ότι μαζί του, με τη δική του ανάσταση, εγείρεται και ο ενσωματωθείς σ’ αυτόν άνθρωπος, ο κάθε άνθρωπος, που πριν ασκήθηκε στο θάνατο. Μαζί του δηλαδή αναστηθήκαμε και εμείς, που συμπορευθήκαμε στην πορεία του προς το πάθος και το σταυρό.

Όμως κι αν αναστηθήκαμε δεν γίναμε ακόμη αυτό, για το οποίο προοριζόμαστε. Δεν γίναμε άγιοι. Δεν μορφώθηκε ακόμη μέσα μας ο Χριστός. Λείπει κάτι. Μάλλον λείπει κάποιος, που μορφώνει μέσα μας τον Χριστό. Που ζωγραφίζει, εγγράφει μέσα μας, και στην ύπαρξή μας όλη, τον Χριστό. Γιατί όλη η υπόθεση είναι να μορφωθεί μέσα μας ο Χριστός. Θυμηθείτε το λόγο του Παύλου : «τεκνία μου, ους πάλιν ωδίνω, άχρις ού μορφωθεί Χριστός εν υμίν» (Γαλ 4,19). Γι’ αυτό, ως μέλη του σώματος του Χριστού, με βάση την ανάστασή του, προσβλέπουμε, με την εντολή του, προς αυτόν που τον μορφώνει μέσα μας. Και αυτός δεν είναι άλλος από τον Παράκλητο.  Γι’ αυτό:

3. Από την Κυριακή κιόλας της Αναστάσεως ανοίγει, στη λατρευτική ζωή της εκκλησίας μας, καινούρια περίοδος. Καινούρια φάση στη διαδικασία του αγιασμού μας. Αν η περίοδος της Σαρακοστής ήταν μια παιδεία άσκησης, η καινούρια αυτή φάση είναι παιδεία ελπίδας. Παιδεία, η οποία καλλιεργεί στους πιστούς τη λαχτάρα του Αγίου πνεύματος. Του άλλου Παρακλήτου. Αυτό θα πεί ότι όλη την περίοδο του Πεντηκοσταρίου (από της Αναστάσεως ώς την Πεντηκοστή) διψάμε να ποτιστούμε από νάματα ευσεβείας. Θυμηθείτε : «Μεσούσης της εορτής διψώσαν μου την ψυχήν ευσεβείας πότισον νάματα». Νάματα ευσεβείας δεν είναι παρά η δωρεά του Αγίου Πνεύματος. Όλη, λοιπόν, την περίοδο από το Πάσχα ώς σήμερα η εκκλησία, με τις ευαγγελικές και αποστολικές περικοπές και τους ύμνους της, καλλιεργεί τον πόθο για τη λήψη του Αγίου Πνεύματος. Του Πνεύματος που θα κάνει ενεργείς-χειροπιαστές, ελέγξιμες- στη δική μας ύπαρξη τις συνέπειες της ανάστασης του Κυρίου. Θα θερμάνει την καρδιά μας, θα φωτίσει το νου μας και θα μας συνάψει αιώνια με τον Χριστό.

Τον ερχομό αυτού του Πνεύματος γιορτάζουμε από χθες. Κι από απόψε (σύμφωνα  με την τακτική της εκκλησίας μας, μετά από κάποιο σωτήριο γεγονός να τιμούμε το πρόσωπο που έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο σ’ αυτό)  επικεντρώνουμε το ενδιαφέρον μας στο Πρόσωπό του. Που είναι ισότιμο με τον Πατέρα και τον Υιό. Που είναι συμπροσκυνούμενο και συνδοξαζόμενο με τον Πατέρα και τον Υιό. Που είναι η λαχτάρα των πιστών. Που είναι πια παρόν από χθες. Ο Χριστός, άλλωστε, ο αδιάψευστος δάσκαλος και παροχεύς, το είχε υποσχεθεί: είπε, «ουκ αφήσω υμάς ορφανούς..» (Ιω 14,18) λίγο πριν αποχωρισθεί τους πονεμένους μαθητές.

Γιατί όμως το λαχταρούμε; Γιατί προσβλέπουμε σ’ αυτό;

Το λαχταρούμε γιατί ο Χριστός, που είναι ο κατ’ εξοχήν απόστολος του Θεού ( Εβρ3,1) και ταυτόχρονα πηγή και φορέας της αποκάλυψης, μας είπε, κατά τη διάρκεια της εδώ ορατής παρουσίας του, πολλά για το Άγιο Πνεύμα.  Πρόβαλε το Πρόσωπό του πολύ. Προδιέγραψε, με έντονα χρώματα, το ευεργετικό για μας και την κτίση έργο του.

α) Και πρώτα -πρώτα με το να πει ότι δεν θα μας αφήσει ορφανούς, ότι δηλαδή θα στείλει άλλον Παράκλητον, το Άγιο Πνεύμα, δήλωσε παραστατικότατα ότι το Άγιο Πνεύμα είναι η μόνιμη συντροφιά μας, ο παρηγορητής μας, ο γλυκασμός μας. Αυτός που θα μας παραμυθεί ώς τη συντέλεια του αιώνα. Ταυτόχρονα όμως μας είπε ότι είναι και ο συνήγορός μας, ο υπερασπιστής μας την ώρα που διαβαλλόμεθα από τον διάβολο. Και έτι περισσότερο θα είναι ο συνήγορός μας την ώρα της κρίσης μας. Με άλλα λόγια, το Άγιο Πνεύμα θα είναι ο συνήγορός μας κατά την καθημερινή, την ενθαδική κρίση, που ως άνθρωποι υφιστάμεθα, πράττοντας ή αρνούμενοι τις εντολές του Θεού αλλά και κατά την έσχατη, όπου θα κριθούμε για το σύνολο της ζωής μας.

Συνεπώς, το Άγιο Πνεύμα δεν είναι: μια ιδέα. Μια απρόσωπη φυσική-ζωϊκή δύναμη. Μια ανώτερη λειτουργία, σαν τις ανώτερες λειτουργίες του ανθρώπου. Ένα γνωσιολογικό στοιχείο-όργανο. Ένα εκστατικό ενθουσιαστικό φαινόμενο. Αλλά : Πρόσωπο που συντροφεύει. Γλυκαίνει. Υπερασπίζεται. Θέλει. Ενεργεί.

Πράγματι και ποιος δεν το καταλαβαίνει ότι μόνο αν έχουμε λάβει το Πνεύμα, αν έχουμε λάβει τη χάρη της Πεντηκοστής, μπορούμε να ζούμε εδώ και τώρα ως πρόσωπα στο φως. Να είμαστε πνευματοκίνητοι. Με συνέπεια και στα έσχατα να μπορέσουμε να ατενίσουμε την ομορφιά και το κάλλος του προσώπου του Χριστού και να μη υποστούμε την κρίση του.

Τι άλλο βασικό είπε ο Χριστός για το Άγιο Πνεύμα; Είπε:

β) ότι εκείνο θα μας οδηγήσει «εις πάσαν την αλήθειαν» (1ω16,13) . Αυτό θα πει: ότι θα μας οδηγήσει σε αυτό που δεν ξεχνιέται, που δεν περιπίπτει σε λήθη. Σ’ αυτό που δεν πρέπει να διαγραφεί από τον ορίζοντά μας. Σ’ αυτό που είναι από την αρχή της δημιουργίας μας ο στόχος μας: Η θεωρία του προσώπου του Χριστού και η κατά χάρη μετοχή στη δόξα του και στο φως του μέσα στο οποίο κατοικεί.

Είναι λοιπόν χειραγωγός μας το Άγιο Πνεύμα. Χειραγωγός που οδηγεί στο πλήρωμα της γνώσης και της αγάπης του Χριστού. Χειραγωγός πού ελκύει τον άνθρωπο, που ελεύθερα θέλει να πορευθεί προς τον Χριστό. Με τη δική του χειραγωγία οι μαθητές, μετά την ανάσταση, αναδρομικά, κατενόησαν πλήρως το πρόσωπο και το έργο του Χριστού. Θυμηθείτε τα λόγια του Ιωάννη: «ταύτα  (όσα συνέβησαν κατά την θριαμβευτική είσοδο του Χριστού στα Ιεροσόλυμα) ουκ έγνωσαν οι μαθηταί αυτού το πρώτον, αλλ’ ότε εδοξάσθη ο Ιησούς, τότε εμνήσθησαν ότι ταύτα ην επ’ αυτώ γεγραμμένα..» Ιω 12,16. Θυμηθείτε επίσης τι λέει ο Χριστός στον Πέτρο το βράδυ του Μ. Δείπνου: «ο εγώ ποιώ, συ ουκ οίδας άρτι. Γνώση δε μετά ταύτα» (Ιω 13,7). Μετά δηλαδή τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος (μετά την Πεντηκοστή) ο Πέτρος και οι λοιποί θα κατανοήσουν και θα ερμηνεύσουν ό,τι έγινε το βράδυ της Μ. Πέμπτης. Θυμηθείτε κυρίως το «εν εκείνη τη ημέρα (ημέρα που θα λάβετε το άγιο Πνεύμα ) γνώσεσθε υμείς ότι εγώ εν τω πατρί μου και υμείς εν εμοί κ’αγώ εν υμίν» (Ιω 14,20), που ο Χριστός λέγει προς τους μαθητές του κατά τον αποχαιρετιστήριο λόγο του μετά το Δείπνο.

Είναι λοιπόν το Άγιο Πνεύμα πρόσωπο, όχι κάποια δύναμη απρόσωπη. Πρόσωπο, που παραπέμπει σε άλλο πρόσωπο, το πρόσωπο του Χριστού. Δεν είναι κάποια δύναμη, που καλλιεργεί τη διανοητική μνήμη. Αλλά ξαναλέμε είναι πρόσωπο που υπομνηματίζει, θυμίζει και πάνω απ’ όλα κάνει τον Χριστό προσιτό και οικείο στους ανθρώπους, τους φέρνει σε κοινωνία. Έτσι μόνο μπορούμε και ομολογούμε τον Χριστό.

Είναι πρόσωπο, που «άγαν άπτει (ανάβει φωτιές στην καρδιά) και συνάπτει» τον πιστό με τον Κύριο. Πρώτιστα με μια καρδιακή προσευχή.  Και μια καρδιακή  προσευχή, καρπός της επενεργείας του Αγίου Πνεύματος, ανοίγει τα μάτια μας να δούμε πόσο αχρειωθήκαμε. Πόσο φτωχύναμε. Πόσο ξένοι από τον Θεό είμαστε. Δημιουργεί σεισμό μέσα μας που γκρεμίζει και μεταθέτει όλα τα «σαλεύομενα» «ίνα μείνη τα μη σαλεύομενα» (Εβρ 12, 27).Έπειτα έρχεται η αύρα. Κι ύστερα η πύρινη φλόγα, η οποία ενοποιεί και αγιάζει τη φύση μας.

Τα προηγούμενα σημαίνουν ότι:

γ) χωρίς το Πνεύμα δεν μπορούμε να ομολογούμε τον Χριστό, ως Κύριο. Δεν μπορούμε να προσευχόμαστε. Γιατί όπως λέει ο Παύλος στην εκκλησία των Ρωμαίων «το γαρ τι προσευξώμεθα καθό δει ουκ οίδαμεν, αλλ’ αυτό το πνεύμα υπερεντυγχάνει υπέρ ημών στεναγμοίς αλαλήτοις» (Ρωμ 8,26). Στην κυριολεξία εκείνο, το Άγιο Πνεύμα, προσεύχεται υπέρ ημών. Όταν δηλαδή προσευχόμαστε εμείς, η εν ημίν θεότητα (το Άγιο Πνεύμα) στρέφεται (προσεύχεται) προς την ίδια τη θεότητα υπέρ ημών. Εκείνο επικαλείται το όνομα του Χριστού, «το υπέρ παν όνομα» (Φιλιπ. 2,11). Και δεν «εντυγχάνει» (μεσιτεύει) απλά υπέρ ημών, αλλά «υπερεντυγχάνει στεναγμοίς αλαλήτοις». Δεν σταματάει να μεσιτεύει για μας, με στεναγμούς που δεν μπορούν να εκφραστούν με λέξεις. Έτσι το Άγιο Πνεύμα συμμερίζεται το στεναγμό και τη λαχτάρα όλου του κόσμου για την απαλλαγή του από την αμαρτία. Ο Θεός δηλαδή αντί να ικετεύεται και να θερμοπαρακαλείται από τον ένοχο άνθρωπο, ικετεύει και θερμοπαρακαλεί όλη την Θεότητα -δια του εν ημίν Αγίου Πνεύματος (που μας δίδεται δια του Αγίου Βαπτίσματος)-γι’ αυτόν τον ένοχο και αποστάτη άνθρωπο.

δ) Αυτό, το  Άγιο Πνεύμα, λέει περαιτέρω ο Χριστός «εκ του εμού λήψεται και αναγγελεί υμίν» (Ιω 16,13-15). Αυτό θα πει ότι, όπως ο Υιός λαμβάνει από τον Πατέρα και μιλάει γι’ αυτόν, όπως ο Υιός αποκαλύπτει τον Πατέρα, έτσι το Άγιο Πνεύμα μιλάει στην καρδιά του πιστού από τον Υιό για τον Υιό. Εργάζεται για τον Υιό. Με άλλα λόγια, όπως θα πει και ο Παύλος, το Άγιο Πνεύμα εργάζεται, υπενθυμίζοντας διαρκώς τον Υιό, ώστε να ζωγραφίζεται η εικόνα του Υιού μέσα στον πιστό. Να αποκτήσει δηλαδή ο πιστός το είδος, τη μορφή του Χριστού. Με άλλα λόγια, ώσπου να γίνουν οι πιστοί  σύμμορφοι του Χριστού, να γίνουν δηλαδή άγιοι.

Συνεπώς, το Άγιο Πνεύμα από τη μια τελεί σε ένα βαθύ σύνδεσμο με τον Χριστό κι από την άλλη προκαλεί ακατάπαυστα μια βαθειά σύνδεση του πιστού με τον Υιό. Τελικά όλα ανάγονται δια του Πνεύματος στον Υιό. Συνεχής είναι η μαρτυρία του Πνεύματος για τον Υιό. Και διαρκής είναι η εργασία του πάνω στους πιστούς, προκειμένου αυτοί να συνδεθούν με τον Χριστό. Με στόχο να γίνουν οι άνθρωποι άγιοι. Το σπέρμα να γίνει δέντρο…..

Και εδώ ακριβώς συμβαίνει το εξής υπέροχο και πολύτιμο:

ε) Οι άγιοι είναι αυτοί που, με τη σειρά τους, θα μαρτυρήσουν εντός της ιστορίας για το Άγιο Πνεύμα. Για την υπόστασή του. Αυτοί θα αποκαλύπτουν και θα παραπέμπουν διαρκώς τον κόσμο όλο στο Άγιο Πνεύμα. Έτσι κανένα πρόσωπο της Αγίας Τριάδος δεν μένει αμάρτυρο μέσα στην ιστορία.

Είναι μια μεγαλειώδης υποχώρηση αυτό που γίνεται εκ μέρους του Αγίου Πνεύματος, έναντι των ανθρώπων. Και θα έλεγα και έναντι των λοιπών κτισμάτων: Να γίνονται αυτοί (οι άγιοι) και αυτά (τα κτίσματα) ουσιαστικά το πρόσωπο του Αγίου Πνεύματος. Υποχωρεί εκείνο και αφήνει τον άγιο να είναι αυτός ή να αποκαλύπτει αυτός το δικό του πρόσωπο. Αφήνει το περιστέρι να εικονίσει το πρόσωπό του. Αφήνει την πύρινη γλώσσα να εικονίσει το πρόσωπό του ή τη λεπτή αύρα ή τη βίαιη πνοή.

Καλύτερη κτισιολογία και οικολογία από αυτή δεν υπάρχει !

Μα εδώ μας ενδιαφέρει κυρίως ο άγιος, αυτός που σέρνει το χορό όλων των κτισμάτων.

Είναι αλήθεια πως ο άγιος, που είναι καρπός της δράσης του Αγίου Πνεύματος εντός της εκκλησίας, γίνεται κάτοπτρο του αγίου Πνεύματος. Αποκτά καρδιά καινή και νουν καινό. Δηλαδή τα ζωτικά όργανα, καρδιά και νους, από απλά όργανα υποδοχής και διοχέτευσης αίματος, τα έχει μεταποιήσει και μεταποιεί σε τόπο και κατοικία Θεού. (Στον όρθρο της εορτής θα  ακούσουμε  ότι το άγιο Πνεύμα κτίζει «αποστολικάς καρδίας καθαράς»). Έχει αφοβία για το θάνατο. Είναι ένα μεγαλείο, μέσα στη βαθειά του ταπείνωση. Γίγαντας μέσα στη συστολή του. Μένει ξένος στη μιζέρια, στο παράπονο, στο γογγυσμό, όσους σταυρούς κι αν σηκώνει. Αποδεικνύεται άρχοντας στη σχέση του με τους άλλους, βάζοντάς τους όλους πάνω από τον εαυτό του. Όπως θα πει ο Ιώβ, ο άγιος- εξαιτίας του Αγίου Πνεύματος που υπάρχει μέσα του, ως αρραβώνας και προδώρημα – γίνεται «κατεντευτής ενώπιον του Θεού» (Ιώβ 7,20). Τον βλέπει και συνομιλεί μαζί του, όπως μιλάει ο φίλος με το φίλο του. Φτάνει μάλιστα σε σημείο να ερίζει μαζί του για τη σωτηρία του άλλου. Πάνω απ’ όλα, όμως, κατοπτεύει το κάλλος του. Και, κατά συνέπεια, αντανακλά τη δόξα του. Όπως ο Μωυσής στο Σινά, όπως οι μαθητές στο Θαβώρ. Γίνεται, όπως είπαμε πιο πάνω, κάτοπτρό του.

Ο Χριστός είπε κάποτε στους Ιουδαίους, ότι χωρίς τον Χριστό θα αποθάνουν «εν ταις αμαρτίαις αυτών» (Ιω 8,24). Αλλά και χωρίς το Άγιο Πνεύμα ο κόσμος είναι συμβατικά κόσμος. Είναι ουσιαστικά άσχημος.  Ζει στη διαίρεση. Αυτή συντηρεί. Αυτή προάγει. Ό,τι θεωρεί πνευματικό είναι μια καρικατούρα του πνεύματος. Είναι στην ουσία νεκρός. Και όζει. Μόνο με το άγιο Πνεύμα, αποκτά νόημα και προοπτκή. Γίνεται αυτό, για το οποίο πλάστηκε. Ένας παράδεισος. Ένα μεγαλείο.

Τέλος –κι αυτό ας το κρατήσουμε ιδιαίτερα – με την παρουσία και την δράση του Αγίου Πνεύματος γονιμοποιείται και αυξάνει εντός της ιστορίας ὀ άνθρωπος και η δημιουργία όλη. Κατά το πρότυπο της Παναγίας μας. Της κυρίας του κόσμου και του νησιού μας, που απόψε κι αύριο γιορτάζουμε. Όπως εκείνη συνέλαβε –δι’ Αγίου Πνεύματος –και γέννησε το Χριστό, την άνοιξη όλου του κόσμου έτσι και το Άγιο Πνεύμα γονιμοποιεί και αναγεννάει τον πιστό, που είναι επίσης η άνοιξη μέσα στον χειμώνα του κόσμου τούτου και προάγγελος της άνοιξης των εσχάτων και της πλούσιας καρποφορίας αγίων στα έσχατα.

Αυτήν την καρποφορία θα γιορτάσουμε την επόμενη Κυριακή, την Κυριακή των Αγίων Πάντων.

Κατηγορίες: ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ ΑΡΘΡΑ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Η Εκκλησία. Ο Χριστός. Το Άγιο Πνεύμα. Εμείς.

Ψήφισμα του Συλλόγου Διδακτικού Προσωπικού της Θεολογικής Σχολής ΕΚΠΑ για την χρήση της Αγίας Σοφίας σε ισλαμικές λατρευτικές εκδηλώσεις

Σε Γενική Συνέλευσή του στις 10/6/2016 ο Σύλλογος Διδακτικού Προσωπικού της Θεολογικής Σχολής ΕΚΠΑ εξέδωσε ομόφωνα το παρακάτω ψήφισμα.

Ψήφισμα

για την χρήση της Αγίας Σοφίας σε ισλαμικές λατρευτικές εκδηλώσεις

Ο Σύλλογος Διδακτικού Προσωπικού της Θεολογικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών εκφράζει την αντίθεσή του στην εισαγωγή λατρευτικών εκδηλώσεων του Ισλάμ στο μνημείο της Αγίας Σοφίας, ενώ ο χώρος έχει μετατραπεί σε μουσείο από το 1935. Είχαμε ήδη επισημάνει σε ψήφισμά μας στις 24/9/2014 «το διογκούμενο κύμα μετατροπής ιστορικών χριστιανικών ναών από μουσεία σε μουσουλμανικά τεμένη στη γειτονική Τουρκία» με παραδείγματα το ναό της Αγίας Σοφίας στη Νίκαια, τον ομώνυμο ναό στην Τραπεζούντα, και την εξαγγελθείσα παρέμβαση στην ετοιμόρροπη ιστορική Μονή Στουδίου στην Κωνσταντινούπολη. Στα παραδείγματα αυτά εμφανίσθηκαν προβληματικές έως καταστροφικές τεχνικές επεμβάσεις στα μνημεία, που είναι πιθανόν να προκληθούν και στην Αγία Σοφία, εάν γενικευθεί η χρήση αυτή. Εξάλλου, τέτοιου είδους εκδηλώσεις στη συγκεκριμένη περιοχή και συγκυρία, αντί να εξυψώνουν και να βελτιώνουν τις κοινωνίες, όπως θα περίμενε κανείς από μια εκδήλωση λατρείας, τελικά συμβάλλουν στην υποδαύλιση θρησκευτικών συγκρούσεων και γίνονται διαπραγματευτικό χαρτί σε πολιτικές αντιπαραθέσεις. Σε αντίθεση με τα μεγάλα ιστορικά ισλαμικά τεμένη της Πόλης (όπως το λεγόμενο «Μπλε Τζαμί») η Αγία Σοφία κατασκευάστηκε και λειτούργησε ως χριστιανικός ναός για σχεδόν δέκα αιώνες με τη χριστιανική ταυτότητα αποτυπωμένη με μοναδικό παγκοσμίως τρόπο στην αρχιτεκτονική και την εικαστική του φυσιογνωμία. Η ιστορία αυτή δεν μπορεί να διαγραφεί, χωρίς να πληγεί η παγκόσμια ιστορική μνήμη και ο αμοιβαίος σεβασμός μεταξύ διαφορετικών λαών και θρησκειών. Για τους λόγους αυτούς ζητούμε η Αγία Σοφία να παραμείνει μακρυά από οποιαδήποτε αλλοίωση ή αναίρεση του χριστιανικού χαρακτήρα της, προσβάσιμη σε όλους και προστατευόμενη από τους επιστήμονες και ειδικούς κάθε θρησκείας, έθνους και πολιτισμού.

Για τη Γενική Συνέλευση

το Προεδρείο

Δημήτριος Ν. Μόσχος, Κίρκη Κεφαλέα, Χρήστος Καρακόλης

Κατηγορίες: ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ψήφισμα του Συλλόγου Διδακτικού Προσωπικού της Θεολογικής Σχολής ΕΚΠΑ για την χρήση της Αγίας Σοφίας σε ισλαμικές λατρευτικές εκδηλώσεις

Περιοδικό Σύναξη (Τεύχος 138 – Ἐκκλησία καὶ χρῆμα)

t138ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ …3

ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ Χ. ΤΣΟΜΠΑΝΙΔΗΣ «Money-theism» …5

π. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΘΕΡΜΟΣ Ἄνθρωπος ἀφ-ορισμένος: τὸ χρῆμα ὡς ὅριο …17

π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ Ἡ οἰκονομικὴ διαχείριση τῆς ἐνορίας …26

ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΡΓΥΡΙΑΔΗΣ Πόθεν ἔρχεται καὶ ποῦ ὑπάγει; …37

ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΣΑΠΗ Οἱ Ζαβόλγειοι γέροντες καὶ τὸ ζήτημα τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας …43

ΘΑΝΑΣΗΣ Ν. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Παναγιώτη Νέλλα μνήμη καὶ παρουσία …48

ΠΑΝΔΩΡΑ ΔΗΜΑΝΟΠΟΥΛΟΥ – ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΖΟΡΜΠΑΣ Ἀναζητώντας ἀπάντηση στὴ δύσκολη οἰκονομικὴ συγκυρία …49

ΣΕΡΓΙΟΣ ΜΠΟΥΛΓΚΑΚΩΦ Ὀρθοδοξία καὶ οἰκονομικὴ ζωή …60

Ἀρχιμ. ΑΘΗΝΑΓΟΡΑΣ ΦΑΣΙΟΛΟΣ – π. ΑΡΣ. ΤΖΑΜΟΥΖΑΚΗΣ – π. ΜΙΧ. ΜΠΑΚΕΡ Ἱερεῖς σὲ «κοσμικὰ ἐπαγγέλματα» …69

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Γ. ΜΑΓΡΙΠΛΗΣ Ὡραῖο τὸ γαϊδουράκι σου …76

Μ. ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ Τὸ «10» … 78

F. FROST, S. A. HARVEY, T. REGULE, A. L.SAFCHUK, G. E. WOLOSCHAK Ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ οἱ Γυναῖκες …87

π. ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ ΜΑΡΤΖΟΥΧΟΣ Ἐπιτρέπει ὁ Χριστὸς νὰ καταριέσαι; … 90

Διάλογος μὲ τοὺς ἀναγνῶστες …95

Τὸ Βιβλίο …98

Οἱ συνεργάτες τοῦ 137ου τεύχους …110

Κατηγορίες: ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Περιοδικό Σύναξη (Τεύχος 138 – Ἐκκλησία καὶ χρῆμα)

ΨΗΦΙΣΜΑ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΘ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΓΚΛΗΣΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ

Libr

Το Τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ, συναισθανόμενο το χρέος του για την εκκλησιαστική ζωή, μέσα στο  ανησυχητικό κλίμα προ της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, αποφάσισε να υπενθυμίσει, με τον προσήκοντα σεβασμό, στους Ορθοδόξους Προκαθημένους και Αρχιερείς, ιερείς και λαϊκούς, πολλοί εκ των οποίων έχουν σπουδάσει Θεολογία και έχουν λάβει τίτλους σπουδών από το Τμήμα, τα εξής καθοριστικά της ιδιαιτερότητας των Ορθοδόξων Εκκλησιών:

– Οι Σύνοδοι από την Α’ Αποστολική και εφεξής συγκαλούνται, όταν προκύπτουν σοβαρά προβλήματα για τη ζωή της Εκκλησίας και τη μαρτυρία της στον κόσμο, τα οποία λύνονται με συνοδικές εργασίες και αποφάσεις.

– Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος, ύστερα από μακροχρόνια διαδικασία, αποφασίστηκε να συγκληθεί από την ολομέλεια των Ορθοδόξων Εκκλησιών στις Συνάξεις Φαναρίου 2014 και Σαμπεζύ 2016.

-Οι πρόσφατες παλινωδίες και αρνητικές δηλώσεις προσβάλλουν την ανεκτίμητη συνοδικότητα και απειλούν την πολυτίμητη ενότητα των Ορθοδόξων Εκκλησιών.

-Η σύγκληση της Συνόδου αποφασίστηκε από Σύναξη Προκαθημένων και μόνον από Σύναξη Προκαθημένων μπορεί ν’ αποφασιστεί η ακύρωσή της.

-Οι  παρατηρήσεις και προτάσεις  των τοπικών Ορθοδόξων  Εκκλησιών στα προς επικύρωση κείμενα από την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο δεν αποτρέπουν τη σύγκλησή της. Αντιθέτως την καθιστούν επιτακτική, προκειμένου εν Συνόδω να συζητηθούν λύσεις, διευκολύνοντας τον ενδορθόδοξο διάλογο.

Απευθύνουμε έκκληση προς τους Ορθοδόξους πνευματικούς ηγέτες να συνειδητοποιήσουν την ευθύνη τους

-για την υποτίμηση της συνοδικότητας και την υπονόμευση της ενότητας των Ορθοδόξων Εκκλησιών

-για τη χρήση του όρου «consensus» (συναίνεσης, ομοφωνίας), ο οποίος υιοθετήθηκε για τη λήψη των αποφάσεων στις εργασίες της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. Το consensus ουδόλως νομιμοποιεί ακύρωση Συνόδου που έχει ήδη αποφασισθεί, χρησιμοποιώντας τη τακτική της μεθοδευμένης αποχής από τις εργασίες.

-για την συγκεχυμένη εικόνα της Ορθοδοξίας που παρουσιάζουν στον υπόλοιπο κόσμο και τον κλονισμό του πνευματικού  κύρους της, με τις διασπαστικές ενέργειες εθνοφυλετικού χαρακτήρα

-για την απογοήτευση που δημιουργούν στους νέους, εφόσον αδυνατούν να ξεπεράσουν προσωπικές τους αδυναμίες και αποφεύγουν να ανοιχτούν στη  σύγχρονη κοινωνία, προσφέροντας απαντήσεις στις ανάγκες της και όραμα στην αναζήτησή της.

Η τακτική «αποφασίσαμε να πάμε, αλλά τελικά δεν πάμε και έτσι τραυματίζουμε το κύρος της» υποδηλώνει ατομικές αποσχιστικές σκοπιμότητες, εγκλωβισμό στον εαυτό μας και άρνηση της αποστολής της Εκκλησίας να ευαγγελίζεται την ειρήνη εις τους εγγύς και εις τους μακράν έως εσχάτου της γης.

                                                                Θεσσαλονίκη 10 Ιουνίου 2016

                                                            Εορτή της Αναλήψεως του Κυρίου

RESOLUTION OF THE DEPARTMENT OF THEOLOGY OF THE ARISTOTLE UNIVERSITY OF THESSALONIKI (AUTH)

REGARDING THE CONVENING OF THE HOLY AND GREAT SYNOD OF THE THE ORTHODOX CHURCHES

The Department of Theology of the Aristotle University of Thessaloniki (AUTH), conscious of its debt to church life, in the alarming climate proceeding the Holy and Great Council, decided to remind, with all due respect to the Orthodox Primates and Hierarchs, priests and laity, many of whom have studied theology and received diplomas from the Department, the following reminder regarding the idiosyncrasy of the Orthodox Churches:

– The Councils, beginning from the First Apostolic and onwards, were convened when serious problems arose in the life of the Church and its witness in the world, which were solved by conciliar work and decisions.

– The Holy and Great Council, following a long process, was decided to be convened by the plenary meetings of the Orthodox Churches at the Synaxes of the Phanar in 2014 and Chambésy in 2016.

– The recent retractions and negative statements offend the invaluable conciliarity and threaten the precious unity of the Orthodox Churches.

– The convening of the Council was decided by the Synaxis of the Primates and only the Synaxis of the Primates may be decide to cancel it.

– The observations and suggestions of the local Orthodox Churches regarding the ratification of the documents of the Holy and Great Council do not prevent it from being convened. Instead they make it imperative, in order that solutions may be discussed during the Council, facilitating inter-Orthodox dialogue.

We appeal to the Orthodox spiritual leaders to realize their responsibility

– for the devaluation of conciliarity and the undermining the unity of the Orthodox Churches.

– to use the term “consensus” (consensus, unanimity), adopted for decision-making in the proceedings of the Holy and Great Council. Consensus in no way legitimizes the cancellation of the Council, which has already been decided, using its tactical orderly abstention from the proceedings.

– of the confusing picture of Orthodoxy, which is shown to the rest of the world, and the shock of her spiritual authority, with the disruptive effects of an ethno-phyletistic character.

– of creating frustration among young people, if they are unable to overcome their own weaknesses and avoid opening up in modern society, providing answers to their needs and vision in their search.

The tactics of “we decided to go to the Synod, but in the end we are not going and such we traumatize its prestige” denotes individual separatist considerations, trapping ourselves and refuses the mission of the Church to evangelize peace to those near and far until the ends of the earth.

                                                 Thessaloniki June 10, 2016

                                           Feast of the Ascension of the Lord

Κατηγορίες: ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο ΨΗΦΙΣΜΑ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΘ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΓΚΛΗΣΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ

9η Ἐπιστημονική Ἡμερίδα Θεολόγων καθηγητῶν Δευτεροβάθμιας Ἐκπαίδευσης μέ θέμα: «Εκκλησία και ελληνικός κόσμος. Συνάντηση και συμπόρευση»

Συναγωγή 0101

H 9η Ἐπιστημονική Ἡμερίδα Θεολόγων καθηγητῶν Δευτεροβάθμιας Ἐκπαίδευσης μέ θέμα: Εκκλησία και ελληνικός κόσμος. Συνάντηση και συμπόρευση θά πραγματοποιηθεῖ την Τρίτη 14 Ἰουνίου 2016 στό Παύλειο Πολιτιστικό Κέντρο στή Βέροια (πλησίον τοῦ Βήματος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου). Ἡ Ἡμερίδα διοργανώνεται ἀπό τήν Ἱερά Μητρόπολη Βεροίας σέ συνεργασία μέ τήν Σχολική Σύμβουλο Θεολόγων κ. Μαρία Συργιάννη και τήν Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Ἐκπαίδευσης Ημαθίας στο πλαίσιο των εκδηλώσεων των ΚΒ΄ ΠΑΥΛΕΙΩΝ, «Απόστολος Παύλος και φιλόσοφοι. 2400 έτη από τη γέννηση του Αριστοτέλη». Θά χορηγηθοῦν βεβαιώσεις συμμετοχῆς. Ακολουθεί το πρόγραμμα.

10:00-10:30    Προσέλευση – ἐγγραφές

10:30-10:45    Προσφωνήσεις – Χαιρετισμοί

Ἔναρξη τῶν ἐργασιῶν τῆς ἡμερίδας ἀπό τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας κ. Παντελέημονα

Α ΜΕΡΟΣ

Πρόεδρος: Αναστασία Μαυρίδου, Δ/ντρια ΔΔΕ Ημαθίας

11:00-11:30  Άννα Κόλτσιου,  καθηγήτρια  Τμήματος Θεολογίας  ΑΠΘ, «Τα κείμενα της θείας λατρείας και ο θησαυρός της ελληνικής γλώσσας».

11:30-11:45    Συζήτηση επί της εισήγησης

11:45-12:00    Διάλειμμα

Β ΜΕΡΟΣ

Πρόεδρος:  Μαρία Συργιάννη, Σχολική Σύμβουλος Θεολόγων

12:00-12:30  Γεώργιος Ζωγραφίδης, αναπληρωτής  καθηγητής  Τμήματος Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής ΑΠΘ «Συγκατοίκηση Ελληνισμού Χριστιανισμού στην Ύστερη Αρχαιότητα. Φιλοσοφικές μαρτυρίες».

12:30-12:45   Συζήτηση επί της εισήγησης

12:45-13:00   Συμπεράσματα – Λήξη ἐργασιῶν ἡμερίδας

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο 9η Ἐπιστημονική Ἡμερίδα Θεολόγων καθηγητῶν Δευτεροβάθμιας Ἐκπαίδευσης μέ θέμα: «Εκκλησία και ελληνικός κόσμος. Συνάντηση και συμπόρευση»

Περιοδικό Θεολογία (τόμος 87, τεύχος 1ο, Ιανουάριος-Μάρτιος 2016)

Κυκλοφόρησε τὸ νέο τεῦχος τοῦ περιοδικοῦ Θεολογία (τόμος 87, τεῦχος 1ο, Ἰανουάριος-Μάρτιος 2016), τὸ ὁποῖο φιλοξενεῖ τὸ B´ μέρος τοῦ ἀφιερώματος «Πρὸς τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας». Στὸ Προλογικὸ σημείωμα, μὲ τίτλο «Ἀλήθεια καὶ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας», ὁ Σταῦρος Γιαγκάζογλου προσφέρει μιὰ ἀνίχνευση τῶν κριτηρίων καὶ παραμέτρων τῆς συνοδικῆς φύσης τῆς Ἐκκλησίας ἐν ὄψει τῆς ἐπικείμενης Πανορθόδοξης Συνόδου. Στὸ πρῶτο κείμενο, μὲ τίτλο «Πρὸς τὴν μέλλουσαν Ἁγίαν καὶ Μεγάλην Σύνοδον», ὁ Μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος Σαββᾶτος περιγράφει μὲ συντομία τὴν πορεία πρὸς τὴν Μεγάλη Σύνοδο, τὸν τρόπο συγκρότησης καὶ λειτουργίας, τὴ θεματολογία της, ἐπιμένοντας στὴν ἀνάλυση τριῶν ἐπιμέρους κειμένων (π.χ. Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καὶ Οἰκουμενικὴ Κίνησις, κ.ἄ.). Στὴ συνέχεια ὁ Aristotle Papanikolaou μὲ τὸ ἄρθρο του «Εὐχαριστία, Σύνοδοι καὶ Πρωτεῖο» διερευνᾶ τὴν ἐσωτερικὴ διασύνδεση τῆς συνοδικότητας καὶ τοῦ πρωτείου στὸν ὁρίζοντα τῆς Εὐχαριστίας, μὲ ἐφαλτήριο τὴ θεολογικὴ προοπτικὴ τοῦ Μητροπολίτη Περγάμου Ἰωάννη Ζηζιούλα. Ὁ Πέτρος Βασιλειάδης μὲ τὸ κείμενό του «The Holy and Great Synod of the Orthodox Church: Problems and its Ecclesiological Significance», ἀποπειρᾶται μιὰ ἐπισκόπηση τῆς ἱστορίας τῆς ὅλης διαδικασίας, τῆς θεματολογίας, τῶν προβλημάτων καὶ τῶν δυσκολιῶν καθ’ ὁδὸν πρὸς τὴν Πανορθόδοξη Σύνοδο. Ὁ Ἀρχιμανδρίτης Cyril Hovorun, στὸ ἄρθρο του «Critique of the Church through the Prism of the Panorthodox Council» ἐπιχειρεῖ νὰ ἐξετάσει μιὰ σειρὰ ἐρωτημάτων ποὺ ἀφοροῦν στὸν οἰκουμενικὸ χαρακτήρα τῆς ἐπικείμενης συνόδου, τὰ προβλήματα ποὺ καλεῖται νὰ ἀντιμετωπίσει, υἱοθετώντας ἕνα κριτικὸ πνεῦμα γιὰ ἐνδεχόμενες ἱστορικὲς ἀστοχίες στὴν πορεία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος. Ὁ π. Αὐγουστῖνος Μπαϊραχτάρης στὸ ἄρθρο του «Ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τὸ ζήτημα τῶν διαχριστιανικῶν διαλόγων: Ἀνάλυση, δυσκολίες, προοπτικές» διερευνᾶ τὸν χαρακτῆρα τῆς Συνόδου (μπορεῖ π.χ. νὰ χαρακτηριστεῖ Οἰκουμενική;), τὴ σχετικὴ διαμόρφωση τῆς θεματολογίας, καθὼς ἐπίσης καὶ τὸν σκοπὸ καὶ τὴν ἐπιδίωξη τῆς Συνόδου.

Ὁ Ἐπίσκοπος Ἀβύδου κ. Κύριλλος (Κατερέλος) στὸ μελέτημά του «Τὸ Αὐτοκέφαλο καὶ τὸ Αὐτόνομο στὴν πορεία πρὸς τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο», ἀναδεικνύει τὴν εὔλογη κρισιμότητα προσδιορισμοῦ τῶν θεμάτων ποὺ σχετίζονται μὲ τὸ ζήτημα τοῦ αὐτοκεφάλου καὶ τοῦ αὐτονόμου, στὴν προοπτικὴ τῆς ἀποτελεσματικῆς σωτηριολογικῆς μαρτυρίας τῆς Ὀρθοδοξίας στὸν σύγχρονο κόσμο. Στὸ κείμενο ποὺ ἀκολουθεῖ, μὲ τίτλο «Αὐτοκεφαλισμὸς καί ‘Διασπορά’. Μιὰ σχέση αἰτίου καὶ αἰτιατοῦ (Συμβολὴ στὴν Θεματολογία τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τοῦ 2016)» ὁ Ἀρχιμανδρίτης Γρηγόριος Παπαθωμᾶς ἐξετάζει ἀναλυτικὰ τὴ σπουδαιότητα ποὺ κατέχει τὸ ζήτημα τοῦ αὐτοκεφάλου (παρερμηνεία, καταχρήσεις κ.ἄ.) γιὰ τὴν ὁμαλὴ παρουσία καὶ μαρτυρία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στὸ πλαίσιο τῆς λεγόμενης Διασπορᾶς. Ὁ Κωνσταντῖνος Δεληκωσταντῆς στὸ ἄρθρο του «Πτυχὲς τῆς ἱστορίας καὶ τῆς θεολογίας τοῦ κειμένου τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Εκκλησίας ‘Ἡ ἀποστολὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν τῷ συγχρόνῳ κόσμῳ’» παρουσιάζει σχετικὲς πτυχὲς ἀπὸ τὴ διαμόρφωση τοῦ κειμένου μὲ βάση τὴν προσωπική του ἐμπειρία ἀπὸ τὴ συμμετοχή του στὴ σχετικὴ προπαρασκευστικὴ ἐπιτροπή. Ὁ Θεόδωρος Γιάγκου στὸ κείμενο ποὺ ἀκολουθεῖ, μὲ τίτλο «Ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἡ πορεία πρὸς τὸ ὅραμα» ἀποτυπώνει μὲ εὔγλωττο τρόπο σημαντικὲς στιγμὲς καὶ προσκόμματα καθ’ ὅλη τὴ διάρκεια τοῦ 20οῦ αἰῶνα στὸ πλαίσιο τῆς πορείας πρὸς τὴν ἐπικείμενη Πανορθόδοξη Σύνοδο. Στὸ κείμενο μὲ τίτλο «’Ἡ σπουδαιότης τῆς νηστείας καὶ ἡ τήρησις αὐτῆς σήμερον.’ Δρώμενα ἀπὸ τὴν πορεία πρὸς τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», ἡ Μαρίνα Κολοβοπούλου ἀναφέρεται σὲ πτυχὲς τῆς ἱστορίας διαμόρφωσης τοῦ σχετικοῦ κειμένου, ἐνῶ ἡ Εἰρήνη Χριστινάκη-Γλάρου ἐξετάζει «Τὰ κωλύματα γάμου, ἰδίως δὲ στοὺς διαχριστιανικοὺς γάμους», στὴν προοπτικὴ τῶν σχετικῶν συζητήσεων ἐν ὄψει τῆς Πανορθόδοξης Συνόδου.

Τὸ τεῦχος φιλοξενεῖ στὴ συνέχεια τὶς Ἀποφάσεις καὶ τὰ προσυνοδικὰ κείμενα ποὺ ἀποδέχθηκε ἡ Σύναξη τῶν Ὀρθοδόξων Προκαθημένων (21-28 Ἰανουαρίου, 2016) στὸ Σαμπεζὺ τῆς Γενεύης στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα καὶ σὲ ἀγγλικὴ μετάφραση. Στὴ στήλη Ἰδιόμελα δημοσιεύεται ἀρχικὰ ὁ «Λόγος εἰς τὸν Ἀντί-λογον περὶ τοῦ κειμένου τῆς Ε΄ Προσυνοδικῆς Πανορθοδόξου Διασκέψεως (Chambesy-Γενεύη, 10-17 Ὀκτωβρίου 2015): ‘Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον’» τοῦ Μητροπολίτη Μεσσηνίας κ. Χρυσοστόμου (Σαββάτου), ὅπου ἐπιχειρεῖται σχετικὴ ἀνασκευὴ τῆς ἀντεπιχειρηματολογίας ποὺ διατυπώθηκε. Ὁ Κωνσταντῖνος Ζορμπᾶς στὸ κείμενό του «Ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Προετοιμασίες – Προοπτικές», ἐκπροσωπώντας τὸ ἵδρυμα (Ὀρθόδοξη Ἀκαδημία Κρήτης) τὸ ὁποῖο καὶ θὰ φιλοξενήσει τὴν Πανορθόδοξη Σύνοδο, ἀναφέρεται στὶς σχετικὲς προετοιμασίες ποὺ λαμβάνουν χώρα, καθὼς καὶ στὶς προοπτικὲς τῆς Συνόδου. Στὴ συνέχεια δημοσιεύεται κείμενο μὲ «Σχόλια καὶ προτάσεις ὀρθοδόξων ἐπιστημόνων ἀσχολουμένων μὲ τὴν ἱεραποστολικὴ ἐπὶ τοῦ προταθέντος κειμένου: ‘Ἡ Ἀποστολὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν τῷ συγχρόνῳ κόσμῳ’». Στὸ κείμενο ποὺ ἀκολουθεῖ μὲ τίτλο «Τὸ πρόβλημα τῶν ἐκκλησιαστικῶν δικαιοδοσιῶν ὑπὸ βιβλικὴ προοπτική: μερικὲς ἐπισημάνσεις», ὁ Ἀθανάσιος Μουστάκης ἐξετάζει τὸ ἀκανθῶδες αὐτὸ ζήτημα ὑπὸ τὸ φῶς τοῦ περιστατικοῦ ποὺ συνέβη στὴν πρώτη Ἐκκλησία τῆς Ἀντιόχειας μεταξὺ τῶν ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου, τὸ 49 μ.Χ. Τὸ τεῦχος τοῦ περιοδικοῦ συμπληρώνεται μὲ τὶς πλούσιες μόνιμες στῆλες του. Τά «Θεολογικὰ Χρονικά», ὅπου περιλαμβάνονται ἀναφορὲς σὲ ἐπιστημονικὰ συνέδρια, θεολογικὰ γεγονότα, ἀνακοινωθέντα καὶ πορίσματα συνοδικῶν συνδιασκέψεων, τά «Περιοδικὰ Ἀνάλεκτα», ὅπου γίνεται σύντομη ἐπισκόπηση τῶν ἑλληνικῶν καὶ ξένων θεολογικῶν περιοδικῶν, τό «Βιβλιοστάσιον», ὅπου δημοσιεύονται βιβλιοκριτικὰ δοκίμια καὶ παρουσιάσεις θεολογικῶν μονογραφιῶν, βιβλίων καὶ λοιπῶν ἐκδόσεων καί, τέλος, τό «Ἀναλόγιον», ὅπου δημοσιεύεται ἐνημερωτικὸ δελτίο πρόσφατων θεολογικῶν ἐκδόσεων. Τὸ ἑπόμενο 2ο τεῦχος τοῦ τρέχοντος ἔτους θὰ φιλοξενήσει κείμενα ποικίλης ὕλης καὶ θὰ κυκλοφορήσει τὸν προσεχῆ Σεπτέμβριο.

Κατηγορίες: ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Περιοδικό Θεολογία (τόμος 87, τεύχος 1ο, Ιανουάριος-Μάρτιος 2016)

Ο χαιρετισμός του Κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ, Καθηγητή Μιλτιάδη Κωνσταντίνου στην έναρξη του Θερινού Σχολείου για τα Δικαιώματα του Παιδιού και της Γυναίκας

Αγιασμός_40Μια εύκολη προσέγγιση του θέματος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από χριστιανική σκοπιά θα μπορούσε να περιλαμβάνει την παράθεση ορισμένων χωρίων από τη Βίβλο που αναφέρονται στην αξία του ανθρώπου και έτσι, κατ’ αυτόν τον τρόπο θα αποδειχτεί η απόλυτη συμφωνία της Εκκλησίας στην προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Μεθοδολογικά όμως μια τέτοια προσέγγιση προσκρούει σε μια μεγάλη δυσκολία, καθώς, παρ’ όλο που το ενδιαφέρον για την αξία του ανθρώπου αποτελεί κοινή βάση όλων σχεδόν των θρησκειών, ιδιαίτερα των λεγόμενων «αποκεκαλυμμένων», τα ανθρώπινα δικαιώματα ως πολιτική διεκδίκηση της ελευθερίας και της ισότητας εμφανίστηκαν κάτω από συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα στρέφονταν ενάντια στις διάφορες θρησκευτικές κοινότητες. Είναι γνωστές από την ιστορία οι αμφίπλευρες προκαταλήψεις και παρανοήσεις ανάμεσα στις θρησκευτικές ηγεσίες και στους εκπροσώπους του Διαφωτισμού και των δικαιωμάτων του ανθρώπου, που ως ένα βαθμό εξακολουθούν να επικρατούν μέχρι σήμερα.

An easy approach to the issue of human rights from a Christian perspective might include citing of certain passages from the Bible that refer to human dignity, and thereby the ultimate alignment of the Church in defense of human rights will be proven. However, such an approach encounters a great methodological difficulty, since although the interest in human value is a common basis of almost all religions, especially the so-called “revealed”, the human rights movement as a political demand of freedom and equality emerged under specific historical conditions and even for a long time was directed against different religious communities. Bilateral prejudices and misunderstandings between religious leaders and representatives of the Enlightenment and human rights are well known through historical evidence; these to some extent still prevail today.

Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο στον ελληνικό – ορθόδοξο χώρο. Βέβαια, αν κρίνει κανείς με βάση τους αριθμούς, τα πράγματα στην Ελλάδα φαίνεται να είναι αρκετά ικανοποιητικά από την άποψη του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Σημαντικές προσπάθειες, αν και όχι πάντοτε με ιδιαίτερη επιτυχία, καταβάλονται και στο ζήτημα της αντιμετώπισης των θρησκευτικών μειονοτήτων. Αρκετά ανησυχητικό είναι, παρ’  όλα αυτά, το φαινόμενο της κριτικής που ασκείται τελευταία από το χώρο ακόμη και της ακαδημαϊκής ορθόδοξης Θεολογίας απέναντι στα ανθρώπινα δικαιώματα, τα οποία εμφανίζονται ως ξενόφερτα, ισοπεδωτικά και, βέβαια, κατώτερης αξίας μπροστά στις υπέρτερες αξίες των τοπικών παραδόσεων, της Ορθοδοξίας, κλπ.

This is particularly true in the Greek – Orthodox world. However, judging by official numbers, things in Greece appear to be quite satisfactory concerning human rights. Significant efforts, though not always greatly successful, are also being made regarding the issue of management of religious minorities. Quite upsetting is, nevertheless, the phenomenon of the criticism to human rights, that recently appears, even in academic orthodox theological circles; the belief that human rights are not compatible with the values of the Orthodox tradition, which is far superior to the ideas of the Enlightenment, is dominant within those circles.

Από την άποψη αυτή μια επανερμηνεία των ιερών κειμένων της πίστης θα ήταν ίσως χρήσιμη ως βάση για αυτοκριτική και επανεξέταση της στάσης των χριστιανών με βάση τις απαιτήσεις της σύγχρονης εποχής. Ένας θεολογικός προβληματισμός προς την κατεύθυνση αυτήν από χριστιανικής πλευράς θα μπορούσε αναμφίβολα να αρχίσει από μια νέα προσέγγιση και κατανόηση της “κατ’ εικόνα Θεού” δημιουργίας του ανθρώπου που περιγράφεται  στο πρώτο κεφάλαιο της Γενέσεως. Το βιβλικό αυτό κείμενο προσφέρει μια θαυμάσια ευκαιρία για θεολογική τεκμηρίωση της ισότητας όλων των ανθρώπων. Το ίδιο ισχύει και για τον όγδοο ψαλμό, όπου με πολύ δυνατή ποιητική γλώσσα περιγράφεται η αξία του ανθρώπου ως οντότητας ελάχιστα κατώτερης από τον ίδιο τον Θεό (Ψαλμοί η΄ 6-7). Ιδιαίτερη προσπάθεια θα πρέπει να καταβληθεί για νέες προσεγγίσεις αφηγήσεων που αναφέρονται στην αναγνώριση του Θεού από ανθρώπους που δεν ανήκουν στον λαό της Διαθήκης, όπως π.χ. το επεισόδιο μεταξύ Αβραάμ και Μελχισεδέκ, η ιστορία της Ρουθ, του Ιωνά, κλπ, οι οποίες μέχρι σήμερα ερμηνεύονταν αποκλειστικά χριστολογικά. Στην Καινή Διαθήκη το θέμα της ισότητας των ανθρώπων διακηρύσσεται ακόμη σαφέστερα με τη διδασκαλία για υιοθεσία των ανθρώπων από το Θεό. Ως σωσμένα από τον Χριστό παιδιά του Θεού οι άνθρωποι είναι όλοι ίσοι και οι διαφορές μεταξύ ιουδαίων και ελλήνων, ελευθέρων και σκλάβων, ανδρών και γυναικών εξαφανίζονται (Γαλ. γ΄ 28). Αφορμές για παραπέρα προβληματισμό προσφέρουν και εδώ αφηγήσεις, όπως αυτή που αναφέρεται στην πίστη του ρωμαίου εκατόνταρχου (Ματθ. η΄ 5εξ) ή της Χανααναίας γυναίκας (Ματθ. ιε΄ 21εξ) ή στο όραμα του Πέτρου στο σπίτι του Κορνήλιου (Πράξ. ι΄ 1εξ) και ακόμη στη συμπεριφορά του Παύλου στην Έφεσο και στην Αθήνα (Πράξ. ιζ΄ 15 και ιθ΄ 1εξ).

In this respect, a reinterpretation of the sacred texts of faith could be useful as a basis for self-criticism and review of the attitude of Christians to the requirements of modern times. A theological reflection in this direction from a Christian point of view could certainly start from a new approach and understanding of the «in image and likness of God» creation of humanity described in the first chapter of Genesis. This biblical text offers a wonderful opportunity for theological documentation of the equality of all people. The same is true for the eighth psalm, where the value of the human as an entity little lower than God himself (Psa 8:6-7) is described with very strong poetic language. Particular effort should be made for the establishment of new approaches to the narratives that recount the recognition of God from people who do not belong to the covenant people, eg the episode between Abraham and Melchizedek, the story of Ruth, of Jonah, etc., which have until now been interpreted exclusively Christological. In the New Testament the issue of equality of men is proclaimed even more clearly by the teaching of adoption of humans from God. As children of God saved by Christ all people are equal and the differences between Jews and Greeks, slaves and free, men and women disappear (Gal 3:28). A starting point for further reflection is also offered here, by narratives, that recount the faith of the Roman centurion (Mat 8:5ff) or of the Canaanite woman (Mat 15:21ff) or the vision of Peter in the house of Cornelius (Act 10:1ff) even Paul’s behavior in Ephesus and Athens (Act 17:15 and 19:1ff).

Η ανάγκη επανεξέτασης των ιερών κειμένων δεν είναι άγνωστη ούτε στη Βίβλο ούτε στην ιστορία της Εκκλησίας. Ήδη ο αρχαιότερος των «συγγραφέων» προφητών της Παλαιάς Διαθήκης, ο Αμώς, καθιστά κεντρικό στοιχείο του κηρύγματός του την αναθεώρηση των παλιότερων αντιλήψεων του λαού για τη σχέση του με τον Θεό. Ίσως το πιο επαναστατικό για τα δεδομένα της εποχής του στοιχείο βρίσκεται στις κατά των γειτονικών προς τον Ισραήλ λαών προφητείες του. Το μέτρο, με το οποίο ο παγκόσμιος Θεός κρίνει τους ανθρώπους, δεν είναι η σχέση των ανθρώ­πων με τον Θεό, αλλά οι σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους. Οι Αραμαίοι, Φοίνικες, Φιλισταίοι και οι άλλοι λαοί δεν κατηγορούνται επειδή αγνοούν τον Γιαχβέ ή για την ειδωλολατρία τους κ.τ.ό., αλλά επειδή φέρθηκαν με απάνθρωπη σκληρότητα στους εχθρούς τους. Και ακόμη πιο καταπληκτικό είναι το ότι το ίδιο μέτρο εφαρμόζεται και για την κρίση του Ισραήλ και του Ιούδα.

The need for a review of the sacred texts is not unknown neither in the Bible nor in the history of the Church. Going back to the oldest of the «authors» of the Old Testament prophets, prophet Amos, we can notice that he makes a central element of his preaching the review of older perceptions of people about his relationship with God. Perhaps the most revolutionary element for his era is included in his prophecies against the neighboring to Israel peoples. The measure to which the global God judges people, is not the relationship of humans with God, but that of humans relationships between them. The Aramaians, the Phoenicians, the Philistines and other peoples are not charged because they ignore Yahweh or because of their idolatry, but because they treated their enemies with inhuman cruelty. And even more amazing is that the same measure applies to the judgment of Israel and Judah.

Από τη σύντομη αυτή ανάλυση προκύπτει σαφώς ότι η Βίβλος προσφέρει δυνατότητες για θεολογική τεκμηρίωση της στράτευσης των χριστιανών υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το πρόβλημα είναι αν οι ηγεσίες των θρησκειών είναι σε θέση να συνεργαστούν μεταξύ τους για το καλό της ανθρωπότητας ή θα συνεχίσουν να αποτελούν παράγοντα διαίρεσης των ανθρώπων. Ελπίζοντας ότι οι εργασίες της Ομάδας σας στη Θεσσαλονίκη θα προσφέρουν αρκετό υλικό στις Εκκλησίες τις οποίες εκπροσωπείτε σας καλωσορίζω στη Θεολογική Σχολή και εύχομαι επιτυχία στις δραστηριότητές σας.

A clear conclusion can be drawn from the above brief analysis; the Bible offers opportunities for theological documentation for the engagement of Christians in favor of human rights. The problem is whether the leaders of religions are able to work together for the sake of humanity or they will continue to function as a dividing factor between the people. Hoping that the work of your group in Thessaloniki will provide enough material for the Churches you represent, I welcome you at the Faculty of Theology and I wish success in your activities.

Κατηγορίες: ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ο χαιρετισμός του Κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ, Καθηγητή Μιλτιάδη Κωνσταντίνου στην έναρξη του Θερινού Σχολείου για τα Δικαιώματα του Παιδιού και της Γυναίκας

ΚΒ΄ Παύλεια. Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα: «Απόστολος Παύλος και Φιλόσοφοι. Δύο χιλιάδες τετρακόσια ἔτη ἀπό τή γέννηση τοῦ Ἀριστοτέλη» στη Βέροια

ΠΑΥΛΕΙΑ 2016Το καθιερωμένο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο που διοργανώνει κάθε χρόνο η Ιερά Μητρόπολη Βεροίας, Καμπανίας και Ναούσης θα διεξαχθεί στις 2-4 Ιουνίου 2016 στην Αντωνιάδειο Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Δήμου Βεροίας. Η ημερομηνία φέτος άλλαξε λόγω της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδοξίας. Φέτος το θέμα του συνεδρίου είναι: Απόστολος Παύλος και Φιλόσοφοι. Δύο χιλιάδες τετρακόσια ἔτη ἀπό τή γέννηση τοῦ Ἀριστοτέλη. Ακολουθεί το αναλυτικό πρόγραμμα του συνεδρίου.

ΠΕΜΠΤΗ  2  ΙΟΥΝΙΟΥ  

11:00-12:15  Ἐπίσημη Ἔναρξη

Ὕμνοι Ἀποστόλου Παύλου

Χαιρετισμοί

Κήρυξη ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ Συνεδρίου ἀπό τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Βεροίας, Ναούσης καί Καμπανίας κ. Παντελεήμονα

Α΄ Συνεδρία 

Πρόεδρος Καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου, Κοσμήτωρ Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ.

12:15-12:35 ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΖΩΓΡΑΦΙΔΗΣ, Ἀναπληρωτής Καθηγητής Φιλοσοφικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μεταξύ Ἰερουσαλήμ καὶ Ἀθήνας: σοφοί καί φιλόσοφοι τοῦ καιροῦ του.

12:35 – 12:55  Συζήτηση

Β΄ Συνεδρία  

Πρόεδρος  Μητροπολίτης Κίτρους καί Κατερίνης κ. Γεώργιος

18:00-18:20  Ἀνάγνωση Μηνυμάτων

18:20-18:40 Πρωτ. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ, Καθηγητής Ἀνωτάτης Ἐκκλησιαστικῆς Ἀκαδημίας Θεσσαλονίκης. Ἀρετή καί κακία κατά τόν Ἀριστοτέλη καί τόν Ἀπόστολο Παῦλο.

18:40-19:00  Συζήτηση

19:00-19:20 ΘΩΜΑΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Ἀναπληρωτής Καθηγητής, Πρόεδρος Τμήματος Θεολογίας Ε.Κ.Π.Α. Ὁ ἄνθρωπος στόν Ἀπόστολο Παῦλο καί τόν Ἀριστοτέλη.

19:20-19:40  Συζήτηση

19:40-20:00 Ἀπονομή Διακρίσεων

20:00-20:30 Διάλειμμα

20:30-22:00 «Ἀγώνας – Θυσία – Ὑμνος», Μουσική ἐκδήλωση

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ  3  ΙΟΥΝΙΟΥ  

Γ΄ Συνεδρία

Πρόεδρος Ἀν. Καθηγητής Θωμᾶς Ἰωαννίδης, Πρόεδρος Τμήματος Θεολογίας Ε.Κ.Π.Α.

09:30-09:50 Ἀνάγνωση Μηνυμάτων

09:50-10:10 ΣΩΤΗΡΙΟΣ ΔΕΣΠΟΤΗΣ, Καθηγητής, Πρόεδρος Τμήματος Κοινωνικῆς Θεολογίας Ε.Κ.Π.Α. Ὁ Σωκράτης καί ὁ Παῦλος στόν Ἄρειο Πάγο σύμφωνα μέ τό Πράξεις 17,16-33.

10:10-10:30  Συζήτηση

10:30-10:50 ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΛΦΑΣ, Καθηγητής Φιλοσοφικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ. Ἡ θεολογία τοῦ Ἀριστοτέλη.

10:50-11:10  Συζήτηση

11:10-11:40  Διάλειμμα

Δ΄ Συνεδρία

Πρόεδρος Ὁμ. Καθηγητής Ἰωάννης Καραβιδοπουλος

11:40-12:00 π. ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ GEORGI, Καθηγητής – Κοσμήτωρ Θεολογικῆς Σχολῆς Μπάλαμαντ (Λίβανος). Ὁ Ἀριστοτέλης καί ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς.

12:00-12:20 Συζήτηση

12:20-12:40 ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΑΤΜΑΤΖΙΔΗΣ, Ἀναπληρωτής Καθηγητής Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ. Παύλεια θεολογία καί σύγχρονα φιλοσοφικά ρεύματα.

12:40-13:00 Συζήτηση

13:00-13:20 Ἀπονομή Διακρίσεων

Ε΄ Συνεδρία

Πρόεδρος Καθηγητής Σωτήριος Δεσπότης, Πρόεδρος Τμήματος Κοινωνικῆς Θεολογίας Ε.Κ.Π.Α.

18:00-18:20 Ἀνάγνωση Μηνυμάτων

18:20-18:40 ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΥΡΚΟΣ, Ὁμότιμος Καθηγητής Σχολῆς Θετικῶν Ἐπιστημῶν Ε.Κ.Π.Α. Ἡ παρουσία τοῦ Ἀριστοτέλη στόν Μεσαίωνα.

18:40-19:00 Συζήτηση

19:00-19:20 ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ, Ἀναπληρωτής Καθηγητής Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ. Παύλειες ἀπηχήσεις στόν μοναχισμό ὡς κατά Χριστόν φιλοσοφία.

19:20-19:40 Συζήτηση

19:40-20:00 ΜΑΡΙΑ ΧΕΙΜΩΝΟΠΟΥΛΟΥ, Ἀρχαιολόγος, Ἐφορεία Ἀρχαιοτήτων Ἠμαθίας. Ἡ ἀπεικόνιση τῶν φιλοσόφων στήν Βυζαντινή Τέχνη.

20:00-20:20  Συζήτηση

20:20-20:45  Απονομή Διακρίσεων

ΣΑΒΒΑΤΟ 4 ΙΟΥΝΙΟΥ 

Στ΄ Συνεδρία

Πρόεδρος Ὁμ. Καθηγητής Ἰωάννης Γαλάνης

09:30-09:50 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΕΤΣΙΟΣ, Καθηγητής Φιλοσοφικῆς Σχολῆς Παν. Ἰωαννίνων. Ὁ νεοελληνικός Ἀριστοτελισμός κατά τήν διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας καί τό φιλοσοφικό ἔργο τοῦ Ἰωάννη Κωττούνιου  (1572-1657).

09:50-10:10 Συζήτηση

10:10-10:30 ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΙΩΣΗΦΙΔΗΣ, Νομικός. Ἀριστοτελικές μελέτες τοῦ Βεροιέως Ἰωάννη Κωττούνιου.

10:30-10:50  Συζήτηση

10:50-11:20  Διάλειμμα

11:20-11:40 ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΟΤΤΑΡΙΔΗ, Ἀρχαιολόγος, Προϊσταμένη Ἐφορείας Ἀρχαιοτήτων Ἠμαθίας. Φιλοσοφία καί Ἀρχιτεκτονική.

11:40-12:00 Συζήτηση

12:00-12:20 Ἀπονομή Διακρίσεων

12:20-12:40 Παρουσίαση τοῦ Τόμου Πρακτικῶν τοῦ Διεθνοῦς Ἐπιστημονικοῦ Συνεδρίου τῶν ΚΑ΄Παυλείων (Ἰούνιος 2015).

Λήξη τῶν ἐργασιῶν τοῦ Συνεδρίου ἀπό τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Βεροίας, Ναούσης καί Καμπανίας κ. Παντελεήμονα.

ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ   

Παντελεήμων, Μητροπολίτης Βεροίας, Ναούσης καί Καμπανίας

Κωνσταντῖνος Βοργιαζίδης, Δήμαρχος Βεροίας

Ἀρχιμανδρίτης Ἀθηναγόρας Μπίρδας, Πρωτοσύγκελλος

Ἀρχιμανδρίτης Δημήτριος Μπακλαγῆς, Γενικός Ἀρχιερατικός Ἐπίτροπος

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ  

Ἰωάννης Καραβιδόπουλος, Ὁμ. Καθηγητής Α.Π.Θ. (Πρόεδρος)

Μητροπολίτης Κίτρους καί Κατερίνης κ. Γεώργιος, Καθηγητής Α.Ε.Α.Θ.

Ἰωάννης Γαλάνης, Ὁμ. Καθηγητής Α.Π.Θ.

Χαράλαμπος Ἀτματζίδης, Ἐπ. Καθηγητής Α.Π.Θ.

Αἰκατερίνη Τσαλαμπούνη, Ἐπ. Καθηγήτρια Α.Π.Θ.

ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ 

Ἀρχιμανδρίτης Ἀρσένιος Χαλδαιόπουλος

Ἀρχιμανδρίτης Καλλίνικος Λημνιώτης

Δημήτριος Σαραντῆς, Νικόλαος Σούμπουρος

Θεόδωρος Ἀναστασόπουλος, Λάμπρος Παγούνης

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο ΚΒ΄ Παύλεια. Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα: «Απόστολος Παύλος και Φιλόσοφοι. Δύο χιλιάδες τετρακόσια ἔτη ἀπό τή γέννηση τοῦ Ἀριστοτέλη» στη Βέροια

Θερινό Σχολείο για τα Δικαιώματα του Παιδιού και της Γυναίκας

posterΤο Τμήμα Θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης σε συνεργασία με τη Θεματική Ομάδα Εργασίας για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Εκκλησιών (TRG on Human Rights of the Conference of European Churches) διοργανώνει Θερινό Σχολείο για τα Δικαιώματα του Παιδιού και της Γυναίκας. Το Θερινό Σχολείο θα πραγματοποιηθεί από τις 31 Μαΐου έως τις 4 Ιουνίου 2016 στη Θεολογική Σχολή του ΑΠΘ. Κατά τη διάρκεια των εισηγήσεων θα αναλυθούν οι θεολογικές θέσεις των διαφόρων εκκλησιαστικών παραδόσεων που συμμετέχουν στο Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Εκκλησιών, το διεθνές, ευρωπαϊκό και εθνικό νομικό πλαίσιο καθώς και τα εργαλεία προστασίας των δικαιωμάτων του Παιδιού και της Γυναίκας. Επιπλέον, θα παρουσιαστούν καλές πρακτικές τόσο των Εκκλησιών όσο και άλλων οργανισμών σχετικές με το θέμα. Οι συμμετέχοντες θα έχουν την ευκαιρία να επισκεφτούν κατά την τελευταία μέρα το κέντρο φιλοξενίας προσφύγων και μεταναστών στα Διαβατά Θεσσαλονίκης. Ο Καθηγητής της Νομικής Σχολής και Διευθυντής του Κέντρου Νομικών και Θρησκευτικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Brigham Young των ΗΠΑ κ. Cole Durham θα είναι ο κεντρικός ομιλητής στην εναρκτήρια συνεδρία με θέμα Women and Children’s Rights in the International Legal Framework”. Η εναρκτήρια συνεδρία θα πραγματοποιηθεί στις 31 Μαΐου 2016 και ώρα 17:00 στο Α’ Αμφιθέατρο της Θεολογικής Σχολής.

Εκ μέρους της Οργανωτικής Επιτροπής

Mag. Elizabeta Kitanović
CEC Executive Secretary for Human Rights

Νίκος Μαγγιώρος
Επίκ. Καθ. Κανονικού και Εκκλησιαστικού Δικαίου Τμήμα Θεολογίας – ΑΠΘ

Για περισσότερες πληροφορίες δείτε εδώ.

Κατηγορίες: ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Θερινό Σχολείο για τα Δικαιώματα του Παιδιού και της Γυναίκας

Γρηγόριος Λαρεντζάκης, H Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Το μήνυμά της για τη σύγχρονη κρίση

Λαρεντζάκης_376

Ὁμιλία πού ἐκφωνήθηκε ἐν περιλήψει κατά τήν Τελετή τῆς ἀναγόρευσεώς του Ομότιμου Καθηγητή του Πανεπιστημίου του Γκρατς σε Ἐπίτιμο Διδάκτορα τοῦ Τμήματος Θεολογίας τοῦ ΑΠΘ (20/5/2016)

Πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα ἐπιθυμῶ νά ἐκφράσω τίς θερμές εὐχαριστίες μου γιά τήν ἐξαιρετική τιμή τῆς ἀναγορεύσεώς μου εἰς Ἐπίτιμο Διδάκτορα τοῦ Τμήματος Θεολογίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Ἐπίσης στο σημεῖο αὐτό θέλω νά εὐχαριστήσω καί τή σύζυγό μου, ἡ ὁποία σχεδόν 50 χρόνια μέ τήν ὑπομονή, τήν ἐπιμονή καί τή βοήθειά της μοῦ συμπαραστάθηκε στή ζωή καί στό ἔργο ὡς πραγματική σύ-ζυγος.

Λαρεντζάκης_398

Μέ εὐγνωμοσύνη δέχομαι τήν ὑψίστη αὐτή τιμή τοῦ Τμήματός σας καί εὐρύτερα τῆς Σχολῆς σας ἤ μᾶλλον τῆς Σχολῆς μας, διότι μέ τό τρόπο αὐτό ἐπιβεβαιώθηκε γιά μιά ἀκόμη φορά καί τό πνεῦμα της, πνεῦμα καταλλαγῆς καί εἰρηνικῆς συνυπάρξεως ὄχι μόνον ἐντός τῆς Ὀρθοδοξίας, ὄχι μόνον μεταξύ τῶν χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν, ἀλλά καί πέραν τῶν ὁρίων τοῦ Χριστιανισμοῦ.

Τό πνεῦμα αὐτό τῆς Σχολῆς εἶναι καί τό πνεῦμα τῆς Ὀρθοδοξίας μέ τόν εὐρύ ὁριζοντα ὄχι τόσον τῆς ἀνοχῆς, ἡ ὁποία πολλές φορές εἶναι στενόκαρδη καί προσβλητική, ἀλλά τῆς ἀγάπης καί τοῦ ἀλληλοσεβασμοῦ, πρᾶγμα τό ὁποῖο ἀναδεικνύεται καί μαρτυρεῖται ἐμπράκτως καί ἀπό τά ἐκπαιδευτικά καί ἐπιστημονικά προγράμματα τῆς Σχολῆς. Καί αὐτό ἀποτελεῖ στήν κρίσιμη συγκυρία τῶν λαῶν ἀδήριτη ἀνάγκη καί ὕψιστο καθῆκον τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀλλά καί τῶν Θεολογικῶν μας Σχολῶν ἀνά τά πέρατα τῆς Οἰκουμένης. Χαίρω, λοιπόν, εὐγνωμόνως γιά τήν τιμή ἀλλά καί συγχαίρω γιά τή ζωντανή καί δυναμική μαρτυρία καί συμβολή τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Θεσσαλονίκης γιά τή δημιουργία γεφυρῶν καί μέ τή Θεολογική μας Σχολή τοῦ Γκράτς τῆς Αὐστρίας, σέ μιά ὀδυνηρά κατακερματισμένη ἀνθρωπότητα τῶν ἀντιπαραθέσεων, τῶν ἀλληλοσυγκρούσεων.

Ἀκριβῶς σέ μιά τέτοια ὀδυνηρή συγκυρία στέλνει καί ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας, ὡς κοινωνία τῶν Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, μέ τή σύγκληση τῆς γίας καί Μεγάλης Συνόδου ἕνα δυναμικό, πολυδιάστατο καί παγκόσμιο μήνυμα, τόσο στό ἐσωτερικό τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅσον καί πρός τά ἔξω, πρός τόν ἄλλο χριστιανικό κόσμο καί γενικώτερα στόν σύγχρονο κόσμο μέ τά ποικίλα του προβλήματα καί τίς πολλαπλές κρίσεις πού διέρχεται. Δοξάζομε τόν Πανάγαθο Θεό, ὁ ὁποῖος ἐχάρισε στήν Ἐκκλησία μας τήν εὐκαιρία, ἀλλά καί τή δυνατότητα αὐτή σέ στιγμές μεγάλων προκλήσεων.

Καί μόνον τό γεγονός τῆς συγκλήσεως τῆς Συνόδου δίδει τό ἠχηρό μήνυμα τῆς κοινωνίας τῶν 14 Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, ὅπως, κατόπιν μακρᾶς καί πολύχρονης προετοιμασίας καί κατόπιν ἐντατικοῦ συντονισμοῦ τῆς Α. Θ. Παναγιότητος, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου, συνέλθει ἡ καθόλου Ὀρθοδοξία «ἐπί τό αὐτό» στήν Ὀρθόδοξο Άκαδημία Κρήτης. Καί δέν ἐννοῶ μόνον «ἐπί τό αὐτό» μέ τοπική σημασία, ἀλλά μέ ἐκκλησιολογική, δηλαδή «μέ τό αὐτό φρόνημα» τῆς αὐτῆς πίστεως καί τῆς αὐτῆς διαθέσεως, ὅπως τό ἐννοοῦσαν καί οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας,[1] μεταφράζοντες τό «Ἰδού δή τι καλόν ἤ τι τερπνόν, ἀλλ’ ἤ τό κατοικεῖν ἀδελφούς ἐπί τό αὐτό» (Ψαλμ. 132,1).

Λαρεντζάκης_30

μέλλουσα γία καί Μεγάλη Σύνοδος ἔχει τόν Κανονισμό της, ὁ ὁποῖος πρέπει νά γίνει ἀπό ὅλους σεβαστός, καθότι ἀποφασίσθηκε πανορθοδόξως στήν Ἱερή Σύναξη τῶν Προκαθημένων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στό Σαμπεζύ τόν Ἰανουάριο τοῦ 2016 καί ἐφ’ ὅσον μάλιστα εἶναι γνωστόν, ὅτι καμμία Οἰκουμενική Σύνοδος δέν ἐθεσμοθέτησε ποτέ τί εναι μιά Οκουμενική Σύνοδος. Γιά τόν λόγο αὐτό δέν ὑπάρχει γενικός καί ὑποχρεωτικός Κανονισμός τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἤ τῶν Ἁγίων καί Μεγάλων Συνόδων, τόν ὁποῖο θά μποροῦσε κανείς σήμερα νά ἐπικαλεσθεῖ ἤ νά ἐφαρμόσει. Γιατί, λοιπόν, νά μήν δημιουργήσει ὁλόκληρος ἡ Ὀρθοδοξία τόν Κανονισμό τῆς Συνόδου της σήμερα;

Οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι ἦσαν πάντοτε ἔκτακτα καί χαρισματικά γεγονότα, ὁσάκις ἐμφανιζόταν νέα προβλήματα ὁλοκλήρου τῆς Ἐκκλησίας, δογματικά ἤ θεσμικά. Τοῦτο σημαίνει, ὅτι καμμία Οἰκουμενική Σύνοδος δέν ἐπανέλαβε ἁπλῶς τίς ἀποφάσεις τῶν προηγουμένων Συνόδων, δηλαδή καμμία Οἰκουμενική Σύνοδος δέν παρέμεινε μόνον στό παρελθόν στάσιμη, ἐπειδή ἀντιμετώπιζε τά ἐμφανιζόμενα νέα προβλήματα, μέ τά ὁποῖα καί ἔπρεπε νά ἀσχοληθεῖ.[2]

Μέ αὐτό τό πνεῦμα συνεκλήθησαν οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι τήν Α΄ χιλιετία. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀποδέχεται ἐπισήμως ἑπτά Οἰκουμενικές Συνόδους, τίς ὁποῖες ἀποδέχεται καί ἡ Ρωμαιοκαθολική καί Εὐαγγελική/Λουθηρανική Ἐκκλησία. Τήν Β΄ χιλετία δέν ἔχει ἡ Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία ἐπισήμως Οἰκουμενικές Συνόδους, παρά τούς ἰσχυρισμούς ρωμαικαθολικῶν καί μή ρωμαιοκαθολικῶν, ἤ καί ὀρθοδόξων κανονολόγων καί θεολόγων. Ἔχει Γενικές Συνόδους τῆς Δύσεως, ὅπως τίς χαρακτήρισε ὁ Πάπας Παῦλος ὁ ΣΤ΄ τό 1974.[3]

Ἡ Ἐκκλησία μας εἶναι ἕνας ζωντανός καί δυναμικός ὀργανισμός, εἶναι τό Σῶμα Χριστοῦ, τό ὁποῖο αὐξάνει καί μεγαλουργεῖ, ἀντιμετωπίζοντας ἐπιτυχῶς τίς νέες ἐξελίξεις. Αὐτό ἀκριβῶς θά κάνει καί ἡ γία καί Μεγάλη Σύνοδος πάνω στίς βάσεις καί τά θεμέλια τῶν Ἀποστόλων, τῶν ἱερῶν Πατέρων, τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί γενικώτερα μέ τό πνεῦμα καί τό φρόνημα τῆς Ὀρθοδόξου ζωντανῆς Παραδόσεως,[4] ἐφαρμόζουσα τόν δικό της Κανονισμό, ὅπως τόν ἀπεφάσισαν οἱ Ἀρχηγοί τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν μας σήμερα.

Γιατί λοιπόν, ὁ διασπειρόμενος φόβος ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι δῆθεν καινοτομεῖ ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος καί θά ζημιωθεῖ ἡ Ὀρθοδοξία;

Πρίν ἀπό τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο καί ἐκτός τῶν 7 Οἰκουμενικῶν Συνόδων, δύναται ἡ Σύνοδος ὑπό τήν Προεδρίατοῦ ἱεροῦ Φωτίου τοῦ 879/880 νά θεωρηθεῖ ὡς ἡ τελευταία Οἰκουμενική Σύνοδος Ἀνατολῆς καί Δύσεως καί νά ἀνακηρυχθεῖ ὡς ἡ 8η Οἰκουμενική, ὄχι διότι ἦταν ἀντιπαπική, ὡς ἰσχυρίζονται ὁρισμένοι,[5] ἀλλά διότι δέν ταν ἀντιπαπική, ἀλλά ἡ τελευταία κοινή Οἰκουμενική Σύνοδος, στήν ὁποία συμμετεῖχαν συνεργαζόμενοι ἀντιπρόσωποι ὅλων τῶν Πατριαρχείων Ἀνατολῆς καί Δύσεως, δηλαδή καί τοῦ Πάπα Ρώμης, μέ ὅλα τά χαρακτηριστικά μιᾶς Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί μέ κοινές καί χρήσιμες ἀποφάσεις εἰς θέματα πίστεως καί τάξεως[6]. Μπορεῖ μάλιστα νά χαρακτηριθεῖ καί Σύνοδος καταλλαγῆς.

Τό ὅτι δέν ἀσχολεῖται ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος μέ τό θέμα αὐτό δέν ἀποτελεῖ λόγο μομφῆς, ἀλλά οὔτε καί περιοριστικό ἤ ἀνασταλτικό λόγο τῆς συγκλήσεως τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, καθώς ἰσχυρίζονται οἱ ἀντιδρῶντες. Δέν εἶναι ὑποχρεωτικό μία Σύνοδος νά ἀναγνωρίζει ὁπωσδήποτε τήν προηγουμένη της.

Ἄλλωστε καί ἡ Β΄ Οἰκουμενική Σύνοδος δέν ἀναγνωρίσθηκε ἀπό τήν ἑπόμενή της, δηλ. ἀπό τήν Γ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο τῆς Ἐφέσου τό 431 ὡς «Οἰκουμενική», ἀλλά ἀπό τήν μεθεπόμενη, δηλ. ἀπό τήν Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο τῆς Χαλκηδόνος τό 451.

Λαρεντζάκης_356

γία καί Μεγάλη Σύνοδος

Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος εἶναι ἕνα γεγονός πανορθόδοξης, παγχριστιανικῆς καί παγκοσμίου σημασίας. Ἐκτός τοῦ ὅτι ἡ Σύνοδος αὐτή πραγματοποιεῖται μετά ἀπό τόσους αἰῶνες ἀπό ὅλες τίς Ὀρθόδοξες Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες, μέ τόν ἐπίμονο καί ὑπομονετικό ἀγώνα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου, ὑπηρετεῖ καί τόν ἐνδοορθόδοξο Διάλογο μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, πολύ ἀναγκαῖο γιά πολλούς λόγους, τῶν ὁποίων οἱ περισσότεροι ἀσφαλῶς εἶναι γνωστοί, καί ἐκ τῶν ὁποίων πολλοί ἦσαν αἰτία γιά τήν καθυστέρηση τῆς συγκλήσεώς της. Καί μόνον ἡ σύγκληση ἀποτελεῖ μεγάλη ἐπιτυχία.

Εἶμαι ἐπίσης βέβαιος καί εὐελπιστῶ ὅτι διά τῆς Συνόδου αὐτῆς θά ἐνισχυθεῖ καί θά σφυρηλατηθεῖ ἀκόμη περισσότερο ἡ τόσον ἀναγκαία ἑνότης καί κοινωνία τῶν Ἐκκλησιῶν μας ἐν ἀγάπῃ καί ὁμονοίᾳ. Ἡ ἐπιτυχία τῆς βελτιώσεως τῶν ἐνδοορθοδόξων σχέσεων θά εἶναι πολύ σημαντικός καί χρησιμότατος καρπός τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου.

Γιά τή Σύνοδο αὐτή πρέπει νά προσευχόμαστε καί ὄχι νά κατηγοροῦμε καί νά συκοφαντοῦμε.

Σύνοδος ατή νομάσθηκε γία καί Μεγάλη Σύνοδος τς ρθοδόξου κκλησίας καί ὄχι Οἰκουμενική. Ὑπάρχουν ἤδη γνῶμες ὅτι δέν θά εἶναι Οἰκουμενική. Τό μέλλον εἶναι ἀνοικτόν! Διότι καί οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι τῆς πρώτης χιλιετίας δέν ὀνομάζοντο ὅλες ἐκ τῶν προτέρων Οἰκουμενικές. Ἔγιναν ἀποδεκτές ἀπό τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας καί ἀπό τή συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας, καί ἐπικυρώθηκαν ἀπό τίς ἑπόμενες Συνόδους. Ὑπῆρξαν ὅμως καί Σύνοδοι τῆς πρώτης χιλιετίας, οἱ ὁποῖες συγκλήθηκαν ὡς «Οἰκουμενικές», ἀλλά τελικά ἀπορρίφθηκαν ὁριστικά ἀπό τή συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας.[7]

Ὁ ἰσχυρισμός ὅτι ἡ ὑπό σύγκληση «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος» δέν ὀνομάζεται οὔτε Πανορθόδοξος Σύνοδος, διότι, προφανῶς, ἀποκλείεται ἐκ τῶν προτέρων ἡ συμμετοχή ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων,[8] εἶναι αὐθαίρετος, ἐφ’ ὅσον τό κῦρος καί ὁ χαρακτηρισμός της δέν ἐξαρτῶνται ἀπό τόν ἀριθμό τῶν συμμετεχόντων συνοδικῶν Ἀρχιερέων. Ἡ ὀνομασία «γία καί Μεγάλη Σύνοδος» προφανῶς καί δέν εἶναι καινοτομία οὔτε καί ἀντιπαραδοσιακή. Καί οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι τῆς πρώτης χιλιετίας εἶχαν διάφορα ὀνόματα: «Οἰκουμενική», «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος», ἤ «Μεγάλη Σύνοδος», «Ἁγία Σύνοδος», κ.λπ.

Ἡ συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, τό ἀνώτατον κριτήριον τῆς Ἐκκλησίας, θά κατατάξει τή Σύνοδο αὐτή στήν πρέπουσα θέση της καί θά τῆς ἀποδώσει καί τήν κατάλληλη τελική ὀνομασία. Τό κῦρος τῆς Συνόδου εναι θέμα οσίας τν ποφάσεων καί χι νόματος. Γιά τόν λόγο αὐτό δέν ὠφελοῦν οἱ ἀτέρμονες συζητήσεις καί οἱ σκόπιμες μεμψιμοιρίες, γιά νά τρωθεῖ ἐκ τῶν προτέρων ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος.

Τί εναι, λοιπόν, « γία καί Μεγάλη Σύνοδος τς ρθοδόξου κκλησίας»; Εἶναι Σύνοδος μέ τό νώτατο δυνατό κρος γιά λόκληρη τήν ρθόδοξο κκλησία μας σήμερα, παρόμοια τῆς ὁποίας δέν ἔχει συγκληθεῖ μέχρι σήμερα πάνω ἀπό 11 αἰῶνες. Τίποτα περισσότερο λλά καί τίποτα λιγότερο!

Λαρεντζάκης_150

Τά μέλη τς Συνόδου

Ὅτι στήν μέλλουσα Σύνοδο ἔχει ἀποφασισθεῖ πανορθοδόξως νά συμμετέχουν ἀπό κάθε Ὀρθόδοξη Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία ἐκτός τῶν Προκαθημένων 24 Ἀρχιερεῖς ὡς συνοδικά μέλη, δέν εἶναι κάτι τό νέο οὔτε καί κάτι ἀντορθόδοξο. Βέβαια ὁ ἀριθμός 24 εἶναι σχετικός. Θά μποροῦσε νά εἶναι καί διαφορετικός (π.χ. 26 ἤ 30 ἤ 34 ἤ 50 ἤ κάτι ἄλλο). Ὅμως σέ καμμία Οἰκουμενική Σύνοδο δέν συμμετεῖχαν ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι τῆς Ἐκκλησίας. Μάλιστα δέν εἶναι πάντοτε ἱστορικά σαφές πόσοι ἐπίσκοποι ἔλαβαν μέρος στίς Οἰκουμενικές Συνόδους, διότι σέ μερικές περιπτώσεις ἀναφέρονται διάφοροι ἀριθμοί τῶν συμμετεχόντων συνοδικῶν Πατέρων. Σέ μερικές μάλιστα περιπτώσεις ὁρισμένοι ὑπέγραψαν ἐκ τῶν ὑστέρων. Π.χ. στήν Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδον ἔλαβαν μέρος μόνον 5 ἐπίσκοποι ἀπό τή Δύση[9]. Στή Β΄Οἰκουμενική, ὡς γνωστόν, κανείς.

Γεγονός ἀδιαμφισβήτητο παραμένει ὅτι τό κρος καί σημασία μις Συνόδου ἀσφαλῶς καί δέν ἐξαρτᾶται ἀπό τόν ἀριθμό τῶν συμμετεχόντων Συνοδικῶν ἐπισκόπων.Κατά συνέπειαν δέν ἰσχύει προφανῶς καί ὁ δραματικός ἰσχυρισμός, ὅτι «εἰς τό σημεῖο αὐτό (δηλ. τῆς μή συμμετοχῆς ὅλων τῶν ἐπισκόπων ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν) ἑστιάζεται τό σπουδαιότερο, προδήλως, κκλησιολογικό πρόβλημα τῆς μελλούσης νά συναχθῆ Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου.»[10]! Ἐπίσης δέν εἶναι δυνατόν νά εἶναι ὀρθός καί ὁ ἄλλος ἀνιστόρητος ἱσχυρισμός: ὅτι «παράδοσις, ἥν παρελάβομεν παρά τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὁρίζει ὅτι εἰς τάς Οἰκουμενικάς Συνόδους συμμετέχουν ὅλοι ἀνεξαιρέτως οἱ Πατριάρχαι, Ἀρχιεπίσκοποι καί Ἐπίσκοποι τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας!»[11] Οἱ ἰσχυρισμοί αὐτοί δέν εἶναι ὀρθοί, διότι ἁπλῶς δέν ἀνταποκρίνονται πρός τά ἱστορικά δεδομένα.

Τα κριτήρια μέ τά ὁποῖαἔγινε ἡ ἐπιλογή τῶν μελῶν τῶν ἀντιπροσωπειῶν ἐναπόκεινται στήν αὐτόνομη διαδικασία τῶν Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, ἔστω καί ἐάν ὑπάρχουν παραπονούμενοι. Πρέπει ἐπίσης νά λεχθεῖ ὅτι ἡ ρνηση συμμετοχς καί ἡ ἀπουσία ὁρισμένων ἐπισκόπων δέν σημαίνει ὅτι ἡ Σύνοδος κωλύεται νά συνέλθει καί νά λάβει ἀποφάσεις. Γενικῶς ἡ κάθε Σύνοδος πολύ δέ περισσότερον μιά Οἰκουμενική ἤ Ἁγία καί Μεγάλη, εὑρίσκεται πάντοτε πάνω ἀπό μεμονωμένα πρόσωπα ἀνεξαρτήτως θέσεως καί ἐκκλησιαστικοῦ ἀξιώματος. Στήν ἱστορία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἔχομε συγκεκριμένα παραδείγματα.[12]

Τό αὐτό ἰσχύει καί μέ τήν ρχή τς ντιπροσωπεύσεως καί τς κπροσωπήσεως, ἡ ὁποία ἐπίσης διαρκῶς ἀμφισβητεῖται ὡς καινοτομία γιά τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο. Ἡ ἀρχή αὐτή τῆς ἀντιπροσωπεύσεως καί τῆς ἐκπροσωπήσεως ἐφαρμοζόταν τακτικά καί στίς Οἰκουμενικές Συνόδους. Ποτέ π.χ. δέν συμμετέσχε ὁ ἐπίσκοπος καί Πάπας Ρώμης σέ κάποια ἀπό τίς κοινά ἀναγνωρισμένες Οἱκουμενικές Συνόδους τήν ἐποχή τῆς πλήρους ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας, ἀλλά πάντα ἔστελνε ντιπροσώπους, οἱ ὁποῖοι γίνονταν ἀπό ὅλους ἀποδεκτοί, χωρίς οὐδεμία ἀντίρρηση. Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά ἐκπροσωπήσεις ἄλλων Πατριαρχῶν, Άρχιεπισκόπων και Ἐπισκόπων, μεταξύ ἄλλων τοῦ Ἱεροσολύμων, τοῦ Ἀντιοχείας, τοῦ Θεσσαλονίκης κλπ..[13]

σον πάρχει κκλησία το Χριστο πί τς γς θά πάρχουν νέες ξελίξεις στή ζωή της, ο ποες θά ντιμετωπίζονται μέ σύγχρονους κανονισμούς, μέ σύγχρονους Κανόνες, μέ σύγχρονες κκλησιαστικές Διατάξεις καί πανορθόδοξες συνοδικές ποφάσεις. Ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας ἔχει παρελθόν, ἔχει παρόν, ἔχει καί μέλλον σέ μιά ἀδιάκοπη συνέχεια, ἀπό τήν Πρωτολογία τῆς Δημιουργίας μέχρι τήν Ἐσχατολογία τῆς κοινωνίας μέ τόν Θεό πρόσωπον πρός πρόσωπον, πρός τήν ὁποία, σύν Θεῷ, ὅλοι πορευόμεθα! Ἄρα στή συνεχή καί ἀδιάκοπο πορεία τῆς Ἐκκλησίας καί τήν αὔξηση τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ θά ὑπάρχουν, μέχρι νά ὑπάρχει ἡ Ἐκκλησία στούς αἰῶνες καί νέοι ἱεροί Πατέρες καί ἱερές Μητέρες καί θά συγκαλοῦνται νέες Τοπικές καί Ἅγιες καί Μεγάλες ἤ Οἰκουμενικές Σύνοδοι. Ὄχι μόνον ἡ ἀρχαιότητα ἐγγυᾶται τήν γνησιότητα καί τήν ὀρθότητα, ἀλλά τό γνήσιο ὀρθόδοξο φρόνημα!

Λαρεντζάκης_405

Προεδρία τς γίας καί Μεγάλης Συνόδου

Εἶναι αὐτονόητον καί ἀποδεκτόν ἀπό ὅλες τίς Ὀρθόδοξες Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες ὅτι τόν συντονιστικό ρόλο γιά τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο τόν ἔχει καί τόν ἐξασκεῖ τό Σεπτό μας Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον, ὁ Παναγιώτατος Οἰκουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, καθώς τοῦτο ἰσχύει βάσει τῆς παραδόσεως καί πράξεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας καί συγκεκριμένα τοῦ 3ου Κανόνα τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ 381 καί τῶν Κανόνων 9, 17 καί 28 τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς Χαλκηδόνος τοῦ ἔτους 451. Ἡ Προεδρία, λοιπόν, τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου ἀπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαῖο εἶναι αὐτονόητη, ἀναγκαία καί πρός ὄφελος ὁλοκλήρου τῃς Ὀρθοδοξίας.

Τόπος συγκλήσεως τς γίας καί Μεγάλης Συνόδου – ρθόδοξος καδημία Κρήτης

Λόγω τῶν πολιτικῶν ἐξελίξεων δέν κατέστη δυνατή ἡ πραγματοποίηση τῆς Συνόδου στόν ἱερό Ναό τῆς Ἁγίας Εἰρήνης Κωνσταντινουπόλεως. Ἐπεκράτησεν ἡ πρόταση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου νά συγκληθεῖ ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος στήν Ὀρθόδοξο Ἀκαδημία Κρήτης. Μεγάλη ἡ τιμή γιά τόν τόπο, ἀλλά καί πολύ μεγάλη ἡ εὐθύνη τοῦ ἐγχειρήματος!

Ἡ Ὀρθόδοξος Ἀκαδημία Κρήτης ἀποτελεῖ, καί ἀπό προσωπική μου πεῖρα, ἕνα Ἵδρυμα πρωτοπόρο καί δυναμικό, βασισμένο στίς παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας μας, τοῦ λαοῦ καί τοῦ ἔθνους μας καί ριζωμένο στήν πνευματικότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Καί αὐτό τό γνωρίζει ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαος καί ὅλοι οἱ Ἀρχηγοί τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Ἡ προσπάθεια ἀμαυρώσεως τοῦ ὀρθοδόξου χαρακτῆρος καί τοῦ ἔργου τῆς Ὀρθοδόξου Ἀκαδημίας λόγω τῆς προωθήσεως τῶν ποικίλων Διαλόγων εἶναι συκοφαντία καί δεῖγμα ἀπεριορίστου ἀντιορθοδόξου φανατισμοῦ.

Οἱ ἱδρυτές τῆς Ὀρθοδόξου Ἀκαδημίας Κρήτης, ὁ πολυσέβαστος πρώην Μητροπολίτης Κισάμου καί Σελίνου κυρός Εἰρηναῖος καί ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδερός, ὁ καί πρῶτος Γενικός Διευθυντής της, χαίρονται ἀσφαλῶς γιά τούς ἀγλαούς καρπούς τῶν ἔργων των καί τήν πλήρη ἐκπλήρωση τῶν ὁραμάτων καί τῶν προσδοκιῶν των. Εἶμαι βέβαιος καί εὔχομαι κάθε δύναμη στήν Ὀρθόδοξο Ἀκαδημία Κρήτης νά ἀνταποκριθεῖ στήν ὑψίστη αὐτή τιμή πού τῆς ἔγινε μέ δυναμισμό καί ὑπευθυνότητα.

Λαρεντζάκης_372

Θέματα

Τά θέματα, τά ὁποῖα θά συζητηθοῦν τελικά στή Σύνοδο εἶναι: α) Ἡ ἀποστολή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν τῷ συγχρόνῳ κόσμῳ. Ἡ συμβολή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς ἐπικράτησιν τῆς εἰρήνης, τῆς δικαιοσύνης, τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἀδελφοσύνης καί τῆς ἀγάπης μεταξύ τῶν λαῶν καί ἄρσιν τῶν φυλετικῶν καί λοιπῶν διακρίσεων.

β) Ὀρθόδοξη Διασπορά, γ) Τὸ Αὐτόνομο καὶ ὁ τρόπος ἀνακηρύξεως αὐτοῦ, δ) Το Μυστήριον του γάμου και τα κωλύματα γάμου, ε) Ἡ σπουδαιότης τοῦ θεσμοῦ τῆς νηστείας, στ) Σχέσεις τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον.

Τά θέματα αὐτά ἀφοροῦν στή ζωή τῶν πιστῶν καί τή δομή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, βασίζονται σέ θεολογικές ἀρχές μεγίστης σημασίας, ἔχουν ἄμεση ἐπικαιρότητα καί χρήζουν ἄμεσης λύσεως γιά νά ἀντιμετωπισθεῖ καί ἡ σύγχρονη κρίση.

Βέβαια μετά τή Σύνοδο θά χρειασθεῖ ἐξιδίκευση τῆς ἐφαρμογῆς, ἀνάλογα μέ τίς προϋποθέσεις πού ὑπάρχουν στίς διάφορες κοινωνίες καί στίς διάφορες χῶρες. Ἄλλα εἶναι τά προβλήματα καί ὁ τρόπος ζωῆς στόν Ἑλλαδικό χῶρο, ἄλλος στήν Ἀνατολική Εὐρώπη, ἄλλος στήν Ἀφρικανική Ἤπειρο καί οὕτω καθεξῆς. Οἱ βασικές ἀρχές, οἱ ὁποῖες περιέχονται στά συνοδικά κείμενα δίδουν ὅμως κατευθυντήριες γραμμές μέ βάση τήν ὀρθόδοξη πίστη, τήν ὀρθόδοξη παράδοση καί τήν ὀρθόδοξη πνευματικότητα.

Γιά τόν λόγο αὐτό δέν θά ἔπρεπε νά ὑπάρξουν τόσες ἀντιρρήσεις ἀπό Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, ἐπειδή τά προτεινόμενα κείμενα δέν ἐπεξεργάζονται λεπτομερῶς καταστάσεις καί ἀνάγκες τοπικῶν κοινωνιῶν, ὁρισμένων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ὥστε νά «Βιώνουμε Ψυχρό Πόλεμο Ἀνατολικῆς καί Δυτικῆς Ὀρθοδόξου Χριστιανοσύνης», ὅπως ἀναφέρει ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος.

Γιά κάθε θέμα θά μποροῦσε καί θά ἔπρεπε νά πραγματοποιηθεῖ εἰδική ἡμερίδα ἤ τοὐλάχιστον νά γίνει μία σχετική ὁμιλία, πρᾶγμα τό ὁποῖον γίνεται ἤδη σέ ἀρκετά μέρη. Ἐδῶ θά ἀναφερθῶ ἐπιγραμματικά κυρίως στό πρῶτο κείμενο, τό ὁποῖο περιέχει θέματα καί ἀρχές χρησιμότατες καί γιά τήν ὑπάρβαση τῶν συγχρόνων κρίσεων καί τή στήριξη τῆς ἀξίας καί τῆς ἀξιοπρέπειας τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου.

« ποστολή τς ρθοδόξου κκλησίας ν τ συγχρόν κόσμ. συμβολή τς ρθοδόξου κκλησίας ες την πικράτησιν τς ερήνης, τς δικαιοσύνης, τς λευθερίας, τς δελφοσύνης καί τς γάπης μεταξύ τν λαν, καί ρσιν τν φυλετικν καί λοιπν διακρίσεων». Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι αὐτό ἐτέθη ὡς πρῶτο κείμενο, τό ὁποῖο σχετίζεται μέ πολλές πτυχές τῆς σύγχρονης καθημερινῆς ζωῆς. Τά θέματα, πού ἀναφέρονται στόν τίτλο τοῦ κειμένου, δέν εἶναι δυνατόν νά ἀντιμετωπισθοῦν χωρίς θεολογικές καί δογματικές βάσεις, οἱ ὁποῖες εἶναι καθοριστικές γιά τή σωστή ζωή τῶν ἀνθρώπων καί κατά συνέπεια καί γιά τήν ἀντιμετώπιση τῆς  συγχρόνου κρίσεως, διότι τά προβλήματα δέν εἶναι μόνον οἰκονομικοῦ, πολιτικοῦ ἤ κοινωνικοῦ χαρακτῆρα.

Ἐάν δέν τεθεῖ ὡς θεμέλιο ἡ σωστή διδασκαλία τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου καί τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Δημιουργό Θεό, θά ὑπάρχουν πάντα τά ἄλυτα προβλήματα, ἐφ’ ὅσον θά τίθενται ὡς ἀφετηρία καί σκοπός συμφέροντα μέ ὑποκειμενικά καί αὐθαίρετα κριτήρια. Τό κείμενο αὐτό μαρτυρεῖ ἐπίσης ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία δέν παραμένει μόνο στό παρελθόν, τό ὁποῖον βέβαια σέβεται καί φυλάττει ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ, ἀλλά καί ὅτι, ὡς ζωντανός ὀργανισμός, ζεῖ τό παρόν καί προετοιμάζει τό μέλλον.

Θέλω νά ἐπαναλάβω καί ἐδῶ ὅτι καί μόνον γιά τό σημαντικό καί λίαν ἐπίκαιρο αὐτό κείμενο, « ποστολή τς ρθοδόξου κκλησίας ν τ συγχρόν κόσμ», θά ἐδικαιολογεῖτο πλήρως ἡ σύγκληση τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, γιά νά ἀντιμετωπισθοῦν τά ἀνθρώπινα καί κοινωνικά προβλήματα, τά ὁποῖα δέν ἀφοροῦν μόνον στήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία, ἀλλά καί ὁλόκληρο τό σύγχρονο κόσμο.

Γιατί ἰσχυρίζονται ὁρισμένοι ὅτι τά θέματα τῆς Συνόδου δέν εἶναι τόσο σοβαρά, ὥστε νά δικαιολογηθεῖ σύγκληση Συνόδου ὁλοκλήρου τῆς Ὀρθοδοξίας;

Ἡ φωνή τῆς Ὀρθοδοξίας πρέπει νά ἀκουσθεῖ ἑνωμένη καί ἠχηρή, γιά νά καταλάβουν ὅλοι ὅτι ἡ ἀντιμετώπιση τῶν συγχρόνων προβλημάτων πρέπει νά ἔχει στό ἐπίκεντρο τόν ἄνθρωπο, τήν ἱερότητα τοῦ προσώπου του, τήν ἀξία καί ἀξιοπρέπειά του. Ὅλοι πρέπει νά συνειδητοποιήσομε ὅτι ἡ ἀνθρωπιά τοῦ ἀνθρώπου δέν πρέπει νά ὑποτιμᾶται καί νά εὐτελίζεται πρός ὄφελος ποικίλων συμφερόντων. Τό παρόν κείμενο τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου ὁμιλεῖ γλώσσα καθαρή μέ εἰλικρίνεια καί συμπαράσταση στόν ἄνθρωπο. Ὅποιος δέν τό ἀναγνωρίζει καί δέν τό βλέπει ἐθελοτυφλεῖ μέ τεράστιες ἀρνητικές προκαταλήψεις.

Καί μόνον ὁ τίτλος τοῦ κειμένου αὐτοῦ καί οἱ τίτλοι τῶν ἐπί μέρους κεφαλαίων ἀποτελοῦν ἕνα διά βίου πρόγραμμα καί καταδεικνύουν τήν σοβαρότητα καί τήν εὐθύνη, τήν ἀγωνία καί τήν φροντίδα τῆς Ὀρθοδοξίας γιά τόν σύγχρονο ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος ζεῖ σέ δραματικές, ὀδυνηρές καί αἱματηρές συνθῆκες ἔνδοιας καί καταστροφικῶν αἱματηρῶν συρράξεων.

Τί ἄλλο θά ἔπρεπε νά ζήσωμε σήμερα, πόσους πνιγμούς καί φόνους καί τρομοκρατικές ἐγκληματικές ἐμπειρίες, πόσους εὐτελισμούς καί διωγμούς μεμονωμένων προσώπων καί λαῶν, πόσες ἐκμεταλλεύσεις φτωχῶν καί ἀδυνάτων θά πρέπει νά ζήσουν ἀκόμη οἱ ἄνθρωποι γιά νά πεισθοῦμε, ὅτι τό περιεχόμενο αὐτό τοῦ κειμένου μέ τίς βασικές του χριστιανικές ἀρχές εἶναι ἀπόλυτα ἀναγκαῖο καί χρήσιμο; Καί ὄχι μόνο γιά θεωρητικές δηλώσεις καί μανιφέστα, ἀλλά καί γιά συγκεκριμένες πράξεις τόλμης καί θυσίας ὑπέρ τῶν συνανθρώπων μας στήν καθημερινότητα τῆς ζωῆς καί γιά τή σωστή ἀντιμετώπιση τῆς γενικώτερης εὐρωπαϊκῆς καί παγκόσμιας κρίσεως.

Οἱ βασικές ἀρχές τοῦ κειμένου, εἰρήνη, δικαιοσύνη, ἐλευθερία, ἀδελφοσύνη, ἀγάπη, ἰσοτιμία καί ὁμοτιμία ὅλων τῶν ἀνθρώπων κραυγάζουν γιά σεβασμό, ἀναγνώριση καί ἐφαρμογή. Τί τό ἀρνητικό καί ἐπιλήψιμο, ποιό ὀρθόδοξο δόγμα ὑποτιμᾶται ἤ τραυματίζεται, ὅταν ἡ Ὀρθοδοξία μέ βάση τή χριστιανική πίστη τονίζει σε αὐτό το κείμενο τήν πεποίθησή της ὅτι : «Ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖ σημεῖον καί εἰκόνα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ ἐν τῇ ἱστορίᾳ, εὐαγγελιζομένη μίαν «καινήν κτίσιν» (Β´ Κορ. 5, 17), «καινούς οὐρανούς καί γῆν καινήν… ἐν οἷς δικαιοσύνη κατοικεῖ» (Β´ Πέτρ. 3, 13), ἕνα κόσμον, εἰς τόν ὁποῖον ὁ Θεός «ἐξαλείψει πᾶν δάκρυον ἐκ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν (τῶν ἀνθρώπων), καί ὁ θάνατος οὐκ ἔσται ἔτι, οὔτε πένθος οὔτε κραυγή οὔτε πόνος οὐκ ἔσται ἔτι» (Ἀποκ. 21, 4- 5);

Τήν προσδοκίαν αὐτήν βιώνει ἤδη καί προγεύεται ἡ Ἐκκλησία, κατ᾽ ἐξοχήν ὁσάκις τελεῖ τήν θείαν Εὐχαριστίαν, συνάγουσα «ἐπί τό αὐτό» (Α´ Κορ. 11, 20) τά διεσκορπισμένα τέκνα τοῦ Θεοῦ (Ἰω. 11, 52) εἰς ἕν σῶμα ἄνευ διακρίσεως φυλῆς, φύλου, ἡλικίας, κοινωνικῆς ἤ ἄλλης καταστάσεως, ὅπου «οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος, οὐδέ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδέ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καί θῆλυ» (Γαλ. 3, 28, πβ. Κολ. 3, 11), εἰς ἕνα κόσμον καταλλαγῆς, εἰρήνης καί ἀγάπης».

Θά εἶναι πυξίδα ζωῆς ἡ πεποίθηση τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅταν θά διαπιστώνει ὁμόφωνα καί θά ἀποφασίζει συνοδικά ὅτι «ἀποδεικνύοντες καί βεβαιοῦντες τοιουτοτρόπως ὅτι ἡ προσδοκία ἑνός κόσμου εἰρήνης, δικαιοσύνης καί ἀγάπης δέν εἶναι οὐτοπία, ἀλλά «ἐλπιζομένων ὑπόστασις» (Ἑβρ. 11, 1), δυνατή μέ τήν χάριν τοῦ Θεοῦ καί τόν πνευματικόν ἀγῶνα τοῦ ἀνθρώπου.»

Βασική προϋπόθεση εἶναι ἡ πεποίθηση καί ἡ πίστη τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλά καί γενικώτερα τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὅτι ὅλοι ἔχομε κοινό Πατέρα καί δημιουργό. Κατ’ ἀκολουθίαν, τονίζει τό κείμενον, « ρθόδοξος κκλησία μολογε τι καστος νθρωπος, νεξαρτήτως χρώματος, θρησκείας, φυλς, φύλου, θνικότητος, γλώσσης, χει δημιουργηθ κατ εκόνα καί καθ μοίωσιν Θεο καί πολαμβάνει σα δικαιώματα ν τ κοινωνί

Τό ἀπόσπασμα αὐτό τοῦ συνοδικοῦ κειμένου ἀποτελεῖ μίαν περίληψη καί ἕνα ἰσχυρό πυρῆνα χριστιανικῶν ἀξιῶν, ἱκανῶν νά ρυθμίσουν τή ζωή τῶν ἀνθρώπων μέ ἀλληλοσεβασμό, ἀλληλοεκτίμηση, ἁρμονία καί ἀγάπη. Αύτό σημαίνει ὅτι, ἐάν ἐφαρμοσθοῦν αὐτές οἱ ἀρχές, δέν θά λυθοῦν μόνον πολλά προβλήματα τῆς συγχρόνου κρίσεως, ἀλλά καί δέν θά ξαναδημιουργηθοῦν παρόμοια. Κάθε λέξη τοῦ ἀποσπάσματος αὐτοῦ τοῦ κειμένου ἔχει ἀφετηρία τή βασική ἀρχή καί πεποίθηση τοῦ Χριστιανισμοῦ καί τῆς Ὀρθοδοξίας γιά τήν ἀξία, τήν ἱερότητα καί τό μεγαλεῖο τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, ὅπως τονίζει τό κείμενο εὐθύς ἐξ ἀρχῆς (Α΄ 1).

Ὁ κάθε ἄνθρωπος ἔχει τό πρόσωπόν του, τήν ἱερότητά του, τή μοναδικότητά του καί τήν ἀναντικατάστατη ὑπόσταση καί ταυτότητά του καί βεβαίως καί τήν ἀξιοπρέπειά του, ἡ ὁποία δέν ἐπιτρέπεται νά καταπατεῖται ἀπό κανένα καί γιά κανένα λόγο. Αὐτή εἶναι ἡ σημασία τοῦ ὅρου πρόσωπο στό κείμενο ατό, ὅπως ἐξελίχθηκε μέ βάση τήν δογματική συζήτηση περί τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, τῶν τριῶν Θείων προσώπων, τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεῦματος, τόν 4ο αἰῶνα ἀπό τούς μεγάλους Καππαδόκες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας Γρηγόριο τόν Θεολόγο, Βασίλειο τόν Μέγα καί Γρηγόριο τόν Νύσσης. Μεταξύ τῶν τριῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος ὑπάρχει, βάσει τῆς διδασκαλίας αὐτῆς τῶν Πατέρων, κοινωνία μέ θεμέλιο τήν ἀπεριόριστη ἀγάπη (Ἰω. 17), ἡ ὁποία ἐκδηλώνεται καί πρός τά ἔξω, δηλαδή μέ τίς ἐνέργειες τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ἐκ Πατρός δι’ Υἱοῦ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ.[14]

Ἐξάλλου, σύμφωνα μέ τήν τελευταίαν προσευχήν τοῦ Χριστοῦ, οἱ ἄνθρωποι καί οἱ πιστοί πρέπει νά ἔχουν τήν κοινωνία τῶν τριῶν προσώπων τοῦ Θεοῦ ὡς βάση καί πρότυπο γιά τη ζωή καί τήν κοινωνία των (Ἰω. 17).[15] Μέ αὐτήν τήν ἔννοια τονίζει καί στό μήνυμά του ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας Ἀναστάσιος γιά τό Ἅγιον Πάσχα 2016 μεταξύ ἄλλων τά ἑξῆς: «Ὁ Ἀναστάς Χριστός σέβεται τήν ἐλευθερία καί τήν ἱερότητα τοῦ κάθε ἀνθρώπινου προσώπου ἀκόμη καί αὐτοῦ πού Τόν ἀμφισβητεῖ.»[16]

Μέ βάση λοιπόν τή χριστιανική καί ἀσφαλῶς Ὀρθόδοξο ἀρχή τῆς ἀξίας καί τῆς ἱερότητος τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, θέλει ἡ Ὀρθοδοξία καί μέ τό κείμενο αὐτό νά ἐκφράσει μέ τό κῦρος καί τήν αὐθεντία τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τόν σεβασμό της καί τό ἀμέριστο ἐνδιαφέρον της γιά κάθε ἄνθρωπο. Καί ὅταν ἡ Ὀρθοδοξία «μολογε τι καστος νθρωπος, νεξαρτήτως χρώματος, θρησκείας, φυλς, φύλου, θνικότητος, γλώσσης, χει δημιουργηθ κατ εκόνα καί καθ μοίωσιν Θεο καί πολαμβάνει σα δικαιώματα ν τ κοινωνί,», δέν ἐκφράζει τό κείμενο αὐτό μόνον εὐσεβεῖς πόθους καί θεωρητικές συστάσεις.

Ἡ ὁμολογία αὐτή εἶναι πεποίθηση καί ἀδιαπραγμάτευτη πίστη, ἔχει ἰστορικό ὑπόβαθρο καί άναφέρεται σέ πολλές τραγικές ἐμπειρίες μεμονωμένων ἀνθρώπων καί ὁλοκλήρων λαῶν κατά τό παρελθόν καί τό παρόν, οἱ ὁποῖοι ἐδιώχθηκαν, ἐβασανίσθηκαν καί ἐθανατώθηκαν λόγω ἑτεροτήτων.

Ἡ ὁμολογία αὐτή τῆς Ὀρθοδοξίας θέλει νά δημιουργήσει ἀντίβαρο καί νά δείξει ὅτι ὑπάρχουν δυνατότητες ὑπερβάσεως τῶν κρίσεων καί τῶν προβλημάτων τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου, ὅταν τά θεμέλια εἶναι σταθερά μέ ἀδιάσειστες ἀρχές τοῦ χριστιανικοῦ μηνύματος.

Ἡ ὁμολογία αὐτή εἶναι ὁδοδείκτης καί πυξίδα ἐξόδου ἀπό τήν ὑπάρχουσα πολυδιάστατη κρίση καί πρόκληση περισκέψεως καί ἀλλαγῆς πορείας στίς πολιτικές ἐπιλογές καί πολιτικές ἀποφάσεις τῶν ὑπευθύνων, οἱ ὁποῖοι θέλουν νά ρυθμίζουν τίς τύχες καί τή ζωή τῶν ἀνθρώπων. Καί αὐτοί οἱ πολιτικοί καί γενικά οἱ ὑπεύθυνοι ἁρμόδιοι πρέπει νά ἀκούσουν τήν φωνήν αὐτή τοῦ χριστιανικοῦ Μηνύματος καί νά πράξουν τό καθῆκον των ἀπό τίς θέσεις ἐξουσίας, τίς ὁποῖες τούς ἔδωσαν οἱ ἄνθρωποι καί τούς ἐμπιστεύθηκαν μέ τήν ψῆφο των.

Λαρεντζάκης_393

Δέν ἔχομε χρόνο νά ἐμβαθύνομε στό κείμενο αὐτό. Ἀλλά ὅλοι γνωρίζομε:

1ον Πόσοι πόλεμοι καί πόσον αἷμα χύθηκε ἐξ αἰτίας τοῦ διαφορετικο χρώματος το δέρματος καί τς διαφορετικς φυλς λοκλήρων λαν, μέ τήν πολιτική τῆς Ἀπάρτχαιντ, τῆς πολιτικῆς τῶν φυλετικῶν διακρίσεων σέ πολλές χῶρες τοῦ κόσμου. Ἀκόμη καί μέχρι σήμερα ὑπάρχουν τά σημάδια καί οἱ πληγές τῶν φυλετικῶν διακρίσεων, ἡ μισαλλοδοξία καί οἱ βάρβαρες συμπεριφορές στόν ἕτερο, στόν ἄλλο, ὁ ὁποῖος ἀνήκει σέ ἄλλη φυλή καί ἔχει ἄλλο χρῶμα τό δέρμα του.

2ον Πόσοι πόλεμοι καί πόσα ἐγκλήματα ἔγιναν καί ἀκόμη γίνονται ἐξ αἰτίας τῆς θρησκευτικς διαφορς ἤ ἐξ αἰτίας τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῆς θρησκείας. Πρίν ἀπό ὀλίγα χρόνια, τό 1994, ὑπεγράφη ἡ «Δήλωση τοῦ Βοσπόρου» σέ διεθνή διαθρησκειακή συνάντηση κορυφῆς στήν Κωνσταντινούπολη, μέ ἀντιπροσώπους τοῦ Χριστιανισμοῦ, τῶν Ὀρθοδόξων, τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν καί τῶν Προτεσταντῶν, τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ καί τοῦ Ἰσλάμ μέ τήν πρωτοβουλία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου, ἡ ὁποία μεταξύ ἄλλων διακηρύσσει ὅτι «ἐγκλήματα ἐν ὀνόματι τῆς θρησκείας εἶναι ἐγκλήματα κατά τῆς ἴδιας τῆς θρησκείας!» Καί σήμερα ἔρχεται ὁλόκληρη ἡ Ὀρθοδοξία καί δηλώνει καί ὁμολογεῖ μέ πανορθόδοξη ἀπόφαση ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἀνεξαρτήτως θρησκείας εἶναι κατ’ εἰκόνα Θεοῦ δημιουργήματά του καί ἰσότιμοι μεταξύ των.

Θά μπορούσαμε νά ἔχομε ἰσχυρότερο συμβολισμό μέ ἠχηρότερα μηνύματα πρός ὅλες τίς κατευθύνσεις, ἀκόμα καί πρός τούς ἰσχυρούς τῆς Ἡπείρου μας, γιά τήν βασική αὐτή χριστιανική ἀρχή τῆς ἰσοτιμίας ἀνεξαρτήτως θρησκείας, ἀπό τή συνάντηση τῶν τριῶν Προκαθημένων, τοῦ Πάπα Φραγκίσκου, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου καί τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος Ἱερωνύμου στή Λέσβο τήν 16 Ἀπριλίου τρέχοντος ἔτους, μαζί μέ τίς χιλιάδες πρόσφυγες ὡς ἐπί τό πλεῖστον Μουσουλμάνους; Εἶναι δυνατόν νά καταλάβει κανείς ἐκείνους τούς θεολόγους καί κληρικούς καί Ἀρχιερεῖς, οἱ ὁποῖοι προσεύχονταν νά μήν πραγματοποιηθεῖ αὐτή ἡ συνάντηση ἤ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διαλαλοῦν ὅτι αὐτή ἡ συνάντηση στή Λέσβο ὑπῆρξε μία ἐπίδειξη τοῦ Πάπα ἀποκλειστικῶς καί μόνον μιᾶς πολιτικῆς καί κρατικῆς δυνάμεως τοῦ Παπισμοῦ;

Γιατί αὐτή ἡ διαστρέβλωση καί ἡ φανατισμένη ἐθελοτυφλία, ἡ ὁποία δέν ἀντέχει νά βλέπει τίποτα τό θετικό, ἀλλά εἰς τό ὄνομα τῆς εὐσεβείας καί τῆς κανονιστικής ἐκκλησιολογικῆς ὁριοθετήσεως τῆς ἐνεργείας καί αὐτῆς τῆς Θείας Χάριτος, δαιμονοποιεῖ τά πάντα;

Γιατί προσπαθεῖ νά βρεῖ παντοῦ λόγους καί αἰτίες, γιά νά κατηγορηθεῖ καί νά συκοφαντηθεῖ ὄχι μόνον ἔμμεσα, ἀλλά πολλές φορές καί ἄμεσα ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος ἀλλά καί αὐτός ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, ὁ ὁποῖος δῆθεν ἀβασάνιστα ὑπερβαίνει τά ἐσκαμμένα τῆς ὀρθῆς πίστεως καί συναγελάζεται μέ ἑτερόθρησκες ὁμάδες;

3ον Τό κείμενο τῆς Συνόδου ἀναφέρει στή συνέχεια ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι κατ’ εἰκόνα Θεοῦ δημιουργήματά του καί μέ ἴσα δικαιώματα στήν κοινωνία νεξαρτήτως φύλου, ἀνεξαρτήτως ἐάν ἀνήκουν στό ἀνδρικό ἤ τό γυναικεῖο φῦλο. Τό κείμενο ἀναφέρεται καί ἐδῶ σέ ἕνα σοβαρότατο συγκεκριμένο πρόβλημα, τό ὁποῖο δέν ἀπασχολεῖ μόνον τήν Ὀρθοδοξία.

Ἡ ἱστορία τῶν σχέσεων ἀνδρῶν καί γυναικῶν εἶναι γεμάτη ἀπό θλιβερά καί τραγικά γεγονότα, τίς περισσότερες φορές εἰς βάρος τῶν γυναικῶν καί μάλιστα σέ νομικό ἐπίπεδο, δεδομένου ὅτι οἱ νομοθέτες εῖναι κυρίως ἄνδρες, ὅπως τονίζει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός.

Νομίζω ὅτι δέν «κομίζω γλαῦκας ἐς Ἀθήνας», ἐάν τονίσω καί ἐδῶ ὅτι ἐλπίζομε, ἀσφαλῶς καί οἱ ἴδιες οἱ γυναῖκες ἐλπίζουν καί περιμένουν, πώς τό κείμενο αὐτό τῆς μελλούσης Συνόδου θά δώσει τό ἔναυσμα, γιά νά άσχοληθοῦμε περισσότερο καί δικαιότερα μέ τό πρόβλημα αὐτό καί ἐντός τῆς Ὀρθοδοξίας. Καί ἔχομε ὄντως πολλά νά ποῦμε καί νά διορθώσομε καί νά προσθέσομε! Πάντως, χωρίς τή δυναμική καί συνήθως ἐθελοντική συμβολή τῶν γυναικῶν θά ἦταν ἡ Ἐκκλησία μας κατά πολύ φτωχότερη, ἐάν θά ὑπῆρχε!

4ον Στή συνέχεια κάνει τό κείμενο αὐτό τῆς Συνόδου μιά σοβαροτάτη δήλωση, ὅτι κάθε ἄνθρωπος ἀνεξαρτήτως θνικότητας καί γλώσσας ἔχει δημιουργηθεῖ κατ’ εἰκόνα Θεοῦ καί ἔχει τά ἴδια δικαιώματα στήν κοινωνία. Τό ὅτι ἕνα πανορθόδοξο κείμενο, τό ὁποῖο θά γίνει πανορθόδοξη ἀπόφαση ἀπό τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο ὁλοκλήρου τῆς Ὀρθοδοξίας, τονίζει αὐτό τό «νεξαρτήτως θνικότητος καί γλώσσας» δημιουργεῖ τεράστιες ἐλπίδες καί προοπτικές γιά τή λύση πλείστων ὅσων προβλημάτων, κοινωνικῶν, πολιτικῶν, ἐκκλησιαστικῶν καί ἐνδοορθοδόξων δικαιοδοσιακῶν.

Τό κείμενο αὐτό σχετικά μέ τό πρόβλημα τῆς ἐθνικότητος ἀφορᾶ ὁπωσδήποτε καί στίς σχέσεις μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, οἱ ὁποῖες πολλές φορές κακῶς, χαρακτηρίζονται ἤ καί αὐτοχαρακτηρίζονται ὡς «ἐθνικές» Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες.

Το γεγονός αὐτό συνεπάγεται ὅλα ἐκεῖνα τά ἀρνητικά  τοῦ παρελθόντος καί τοῦ παρόντος, ὡσάν ἡ ἐθνικότητα νά ἦταν καί νά εἶναι Ὀρθόδοξο δόγμα καί τό κύριο Ὀρθόδοξο κριτήριο γιά τή διοργάνωση τῆς δομῆς τῶν Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν. Δέν εἶναι ὅμως τυχαῖον, ὅτι τό 1872 καταδίκασε ἡ Ὀρθοδοξία σέ μιά Σύνοδο στήν Κωνσταντινούπολη τόν ἐθνοφυλετισμό στούς κόλπους τῆς Ὀρθοδοξίας ὡς αἵρεση.[17] Δυστυχῶς μερικές φορές τό ξεχνοῦμε!

Μέ τήν ψήφιση, λοιπόν, τοῦ κειμένου αὐτοῦ ἀπό τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο καί μέ τήν ἀποδοχή καί ἐφαρμογή του στήν πράξη τῆς Ἐκκλησίας, εὐελπιστοῦμε ὅτι θά λυθοῦν παρά πολλά προβλήματα. Μέ τήν ἀρχή αὐτή τῆς ἰσοτιμίας ὅλων τῶν ἀνθρώπων δέν εἶναι δυνατόν οὔτε ἐπιτρέπεται νά ἰσχυρίζονται ὁρισμένοι ἄνθρωποι ὅτι οἱ γείτονές των εἶναι κατώτεροι ἄνθρωποι ἤ ὁρισμένα ἔθνη νά ἰσχυρίζονται ὅτι εἶναι ἀξιολογικά ἀνώτερα ἀπό τά ἄλλα καί νά θεωροῦν ἀφ’ ὑψηλοῦ τά ἄλλα ἔθνη ὡς κατώτερά των.

Ἐάν κυριαρχήσει αὐτή ἡ χριστιανική ἀρχή τῆς ἀλληλοαναγνωρίσεως καί τοῦ ἀλληλοσεβασμοῦ καί ἐάν θεωροῦμε ὁ ἕνας τόν ἄλλο πράγματι ὡς κατ’ εἰκόνα Θεοῦ ἰσότιμο δημιούργημα, θά ἀποκτήσομε καί κάθε δικαίωμα ἐλπίδας καί προοπτικῆς ὅτι θά ἀντιμετωπισθοῦν καί οἱ πολλαπλές σύγχρονες κρίσεις μέ ἀποτελεσματικότητα.

Τό ἀπόσπασμα αὐτό τοῦ κειμένου, ἀκόμα καί στήν προπαρασκευαστική του μορφή τοῦ 1986, δέν ἔμεινε ἄγνωστο σέ πανευρωπαϊκό ἐπίπεδο. Ἔχει συμπεριληφθῆ στό Τελικό Μήνυμα τῆς Πρώτης Εὐρωπαϊκῆς Οἰκουμενικῆς Συνελέυσεως, πού πραγματοποιήθηκε στή Βασιλεία τῆς Ἑλβετίας τόν Μάϊο τοῦ 1989. Εἶχα τήν τιμή, ὡς ἕνας ἀπό τούς ἀντιπροσώπους τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, νά εἶμαι καί μέλος τῆς συντακτικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Μηνύματος ἐκείνου. Ἐπρότεινα τό ἀπόσπασμα καί ἀμέσως ἔγινε δεκτό.

Τό ἐν λόγῳ κείμενο τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου ἐμπνέει παρ’ὅλα ταῦτα καί αἰσιοδοξία καί τονίζει ὅτι δέν πρόκειται γιά μιά οὐτοπία ἀλλά γιά μιά βάσιμη ἐλπίδα.Μέ αὐτή τήν ἐλπίδα, ἡ ὁποία βασίζεται στήν ὡς ἄνω χριστιανική ἀρχή, δίδονται ἀπαντήσεις στά θέματα τῶν ἐπί μέρους κεφαλαίων τοῦ κειμένου: Α΄ ξία το νθρωπίνου προσώπου, Β΄ Περί λευθερίας καὶ εθύνης, Γ΄ Περί ερήνης καί δικαιοσύνης, Δ΄ ερήνη καί ποτροπή το πολέμου, Ε΄ ρθόδοξος κκλησία ναντι τν διακρίσεων, ΣΤ’ ποστολή τς ρθοδόξου κκλησίας ς μαρτυρία γάπης ν διακονί.

Τό κείμενο περιγράφει τίς συγκεκριμένες καταστάσεις τῆς πολυπλόκου καί ποικιλομόρφου κρίσεως, μέσα στήν ὁποία σήμερα ζεῖ ὁ ἄνθρωπος ἐγκλωβισμένος, φοβισμένος, κατατρεγμένος καί συχνά ἀπελπισμένος.

Τά ἀποτελέσματα τῆς ἁμαρτίας εἶναι πολλά καί τό κείμενο τῆς Συνόδου τά κατονομάζει εὐθέως καί σαφῶς «ἐκτός ὀδόντων». Αὐτά εἶναι μεταξύ ἄλλων: «ὁ φυλετισμός, οἱ ἐξοπλισμοί, οἱ πόλεμοι καί τά τούτων ἀπότοκα κοινωνικά κακά, ἡ καταπίεσις κοινωνικῶν ὁμάδων, θρησκευτικῶν κοινοτήτων καί λαῶν ὁλοκλήρων, ἡ κοινωνική ἀνισότης, ὁ περιορισμός τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων εἰς τόν χῶρον τῆς ἐλευθερίας τῶν συνειδήσεων καί τῆς θρησκευτικῆς εἰδικώτερον ἐλευθερίας, ἡ παραπληροφόρησις καί ἡ χειραγώγησις τῆς κοινῆς γνώμης, ἡ οἰκονομική ἀθλιότης, ἡ ἄνισος κατανομή ἤ καί ἡ παντελής στέρησις τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων πρός τό ζῇν ἀγαθῶν, ἡ πεῖνα τῶν ὑποσιτιζομένων ἑκατομμυρίων ἀνθρώπων, αἱ βίαιαι μετακινήσεις πληθυσμῶν καί ἡ ἀθέμιτος διακίνησις ἀνθρώπων, τό προσφυγικόν χάος, ἡ καταστροφή τοῦ περιβάλλοντος, ἡ ἀνεξέλεγκτος χρῆσις τῆς γενετικῆς βιοτεχνολογίας καί βιοϊατρικῆς ἀναφορικῶς πρός τήν ἀρχήν, τήν διάρκειαν καί τό τέλος τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου. Πάντα ταῦτα ὑφαίνουν τό ἀπέραντον ἄγχος τῆς ἀγωνιώδους συγχρόνου ἀνθρωπότητος.» (Β΄ 2).

Ποιό ἀπό τά ἀναφερόμενα στοιχεῖα δέν ἀνταποκρίνεται στή σημερινή σκληρή πραγματικότητα; Σέ ποιά κοινωνία ἀναφέρεται τό κείμενο ἄν ὄχι στήν δική μας, στόν κοντινό μας καί στόν πιό ἀπομακρυσμένο χῶρο; Ἡ σημερινή κρίσις ἔχει πολλά πρόσωπα καί πολλά ἀδιέξοδα, ἀπό τά ὁποῖα χωρίς βοήθεια δέν μπορεῖ νά ἐξέλθει ὁ ἐξασθενημένος, κατατρεγμένος καί πολλές φορές ἀπομωνομένος ἄνθρωπος. Γιά τόν λόγο αὐτό ἀπαιτεῖται οὐσιαστική συνεργασία, συμπαράσταση καί βοήθεια.

Τό κείμενο ὁμολογεῖ ὡς ἐκ τούτου μέ κάθε εἰλικρίνεια καί ρεαλισμό ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία δέν μπορεῖ μόνη της νά ἀντιμετωπίσει ὅλα αὐτά τά προβλήματα, τά ὁποῖα μαστίζουν τή σημερινή ἀνθρωπότητα. Μετά ἀπό τή διαπίστωση αὐτή τό πανορθόδοξο αὐτό κείμενο θεωρεῖ ἀναγκαία τή συνεργασία

α) μέ τίς ἄλλες κκλησίες: «Εἶναι ἀπαραίτητον νά ἀναπτυχθῇ πρός ὅλας τάς κατευθύνσεις ἡ διαχριστιανική συνεργασία διά τήν προστασίαν τῆς ἀξίας τοῦ ἀνθρώπου, αὐτονοήτως δέ καί τοῦ ἀγαθοῦ τῆς εἰρήνης, οὕτως ὥστε αἱ εἰρηνευτικαί προσπάθειαι ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν Χριστιανῶν νά ἀποκτοῦν μεγαλύτερον βάρος καί δύναμιν.(Α΄, 2)»

β) μέ τίς λλες θρησκεες: «Αἱ Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι καλοῦνται νά συμβάλουν εἰς τήν διαθρησκειακήν συνεννόησιν καί συνεργασίαν, δι’ αὐτῆς δέ εἰς τήν ἀπάλειψιν τοῦ φανατισμοῦ ἀπό πάσης πλευρᾶς καί τοιουτοτρόπως εἰς τήν συμφιλίωσιν τῶν λαῶν καί ἐπικράτησιν τῆς ἐλευθερίας καί τῆς εἰρήνης εἰς τόν κόσμον πρός ἐξυπηρέτησιν τοῦ ἀνθρώπου, ἀνεξαρτήτως φυλῆς καί θρησκεύματος. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ συνεργασία αὕτη ἀποκλείει τόσον τόν συγκρητισμόν, ὅσον καί τήν ἐπιδίωξιν ἐπιβολῆς οἱασδήποτε θρησκείας ἐπί τῶν ἄλλων.»(Α΄ 3)

γ) μέ κάθε νθρωπο καλς θελήσεως: «Ἔχομεν τήν πεποίθησιν ὅτι ὡς «Θεοῦ συνεργοί» (Α´ Κορ. 3, 9), δυνάμεθα νά προχωρήσωμεν εἰς τήν διακονίαν ταύτην ἀπό κοινοῦ μεθ’ ὅλων τῶν ἀνθρώπων καλῆς θελήσεως, τῶν ἀγαπώντων τήν κατά Θεόν εἰρήνην, ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς ἀνθρωπίνης κοινωνίας ἐπί τοπικοῦ, ἐθνικοῦ καί διεθνοῦς ἐπιπέδου. Ἡ διακονία αὐτή εἶναι ἐντολή Θεοῦ ( Ματθ. 5, 9).»(Α΄ 4).

Ἡ ἀναφορά αὐτή τοῦ κειμένου στήν ἀναγκαιότητα τοῦ διαχριστιανικοῦ διαλόγου γιά συντονισμένες χριστιανικές ἐνέργειες πρός ἐντιμετώπιση τῶν προβλημάτων στόν σύγχρονο  κόσμο ἔχει ἄμεση σχέση καί μέ τό 6ο κείμενο τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου μέ τόν τίτλο: «Σχέσεις τν ρθοδόξων κκλησιν πρς τν λοιπν χριστιανικν κόσμον», εἰς τό ὁποῖο ἐκτίθεται ἡ μεγάλη εὐθύνη τῆς Ὀρθοδοξίας γιά τήν ἀναγκαιότητα τῆς καταλλαγῆς καί ἑνότητος ὅλων τῶν χριστιανῶν.

Τό κείμενο αὐτό βάλλεται καί κατασυκοφαντεῖται γιά πολλούς λόγους καί λυποῦμαι πολύ γιά τόν φανατισμό καί τήν ἀρνητική στάση πού ἀπαντοῦν στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας μας. Σέ ἄλλη εὐκαιρία ἀσχολήθηκα καί ἐλπίζω καί ἀργότερα νά ἀσχοληθῶν  λεπτομερέστερα μέ τό κείμενο αὐτό, διότι ἀντικατοπτρίζει ἕνα ἀπό τά πιό σοβαρά θέματα καί τῆς Ἐκκλησίας μας. Στο σημεῖο αύτό θά περιορισθῶ μόνον σέ ὀλίγα βασικά σχόλια.

Τονίζω, λοιπόν, ἐν πλήρει συνειδήσει τῶν λεγομένων μου, ὅτι τό κείμενο αὐτό τῆς καταλλαγῆς καί τῶν διαλόγων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τίς ἄλλες ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες καί μέ τόν συγκεκριμένο καί συνειδητό χαρακτηρισμό τῶν ἑτεροδόξων Ἐκκλησιῶν μέ τόν ὅρο «κκλησίαι» οὔτε καινοτομεῖ οὔτε σχετικοποιεῖ  οὔτε ὑποβαθμίζει καί ὁπωσδήποτε οὔτε προδίδει τήν συνείδηση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας περί τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ ὅρος κκλησία χρησιμοποιεῖται καί για τίς ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες στο πλαίσιο τῆς Οἰκουμενική Κινήσεως ἐδῶ καί ἕναν αίῶνα εἰς τά ἐπίσημα κείμενα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί εἰς τούς πολυμερεῖς καί διμερεῖς ἐπισήμους Θεολογικούς Διαλόγους.Ἡ χρῆσις αὐτή στηρίζεται σέ ἀποφάσεις τῶν Συνόδων τῶν Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν καθώς καί ὅλων τῶν Πανορθοδόξων Διασκέψεων, σύμφωνα μέ τήν παράδοση καί τῶν προηγουμένων αἰώνων. Μία ἀπάλειψη τοῦ χαρακτηρισμοῦ «Ἐκκλησία» γιά τούς ἑτεροδόξους θά ἐσήμαινε ὀπισθοχώρηση καί αὐτοαπόρριψη τῶν πολλαπλῶν πανορθοδόξων ἀποφάσεων καί προδοσία τοῦ γνησίου ὀρθοδόξου πνεύματος καταλλαγῆς καί ἑνότητος, ἀπό τήν ἐποχήν τῶν μεγάλων καί ἱερῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.

Καί ἐπειδή συνεχῶς ἐπικαλοῦνται κακῶς οἱ ἀντιφρονοῦντες «ὑπερορθόδοξοι», τόν Ἅγιο Μᾶρκο τόν Εὐγενικό, πρέπει νά ὑπενθυμίσομε ὅτι καί αὐτός ὁ ἅγιος καί ὑπερασπιστής τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως ἐχαρακτήριζε τήν Δυτική, δηλαδή τή σημερινή Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία, «δελφή κκλησία», συνειδητά καί ἀπερίφραστα.

 Αὐτό συνέβαινε ἀκόμη καί πρίν κἄν νά συζητηθοῦν τά γνωστά καί σε αὐτόν θεολογικά προβλήματα, τά ὁποῖα ἐξακολουθοῦν ἀκόμη νά ὑπάρχουν μεταξύ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν καί γιά τά ὁποῖα διεξήγαγε τόν Θεολογικό Διάλογο στή Σύνοδο Φερράρας Φλωρεντίας, ὅπου πῆγε οἰκειοθελῶς, ἐκπληρώνοντας ἱερόν ἔργον, ὅπως ἐτόνιζεν ὁ ἴδιος ἀπεριφράστως. Ἐπίσης ἐχαρακτήριζε ἀπεριφράστως καί δημόσια τόν ἐπίσκοπο καί Πάπα Ρώμης Εὐγένιο τόν Δ΄ «Ἅγιώτατον Πατέρα» καί «τῶν ἱερέων αὐτοῦ (τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ) πρωτεύοντα».

Λαρεντζάκης_510

Γιά τίς λυπηρές δέ σχισματικές σχέσεις τῶν δύο Ἐκκλησιῶν μέ μεγάλη ἀγωνία καί ὀδύνη ὁ ἴδιος ἔθετε τότε τό ἐρώτημα καί τό ἐπαναλαμβάνω καί ἐγώ σήμερα γιά ὅλους μας, γιά τούς Ὀρθοδόξους καί τούς ἑτεροδόξους: «Μέχρι τίνος οἱ τοῦ αὐτοῦ Χριστοῦ καί τῆς αὐτῆς πίστεως βάλλομεν ἀλλήλους καί κατατέμνομεν; Μέχρι τίνος οἱ τῆς αὐτῆς Τριάδος προσκυνηταί δάκνομεν ἀλλήλους καί κατεσθίομεν, ἕως ἄν ὑπ’ ἀλλήλων ἀναλωθῶμεν καί ὑπό τῶν ἔξωθεν ἐχθρῶν εἰς τό μή εἶναι χωρήσωμεν;»[18]

Ὁ Ἅγιος Μᾶρκος δέν παρέμεινε, λοιπόν, μακρυά καί ἀπό θέση ασφαλείας, γιά νά βάλει πυρά κατά τόν ἀδελφῶν του, οἱ ὁποῖοι πῆγαν μέ ἐντολή τῆς Ἐκκλησίας των, γιά νά σηκώσουν τό βάρος τοῦ διαλόγου, ὅπως πράττουν σήμερα ὁρισμένοι. Προσῆλθε ὁ ἴδιος στόν διάλογο, διότι ἦταν πεπεισμένος ὅτι πῆγε νά συνομιλήσει μέ τήν «ἀδελφή Ἐκκλησία», μέ τούς «φίλους» καί «ἀδελφούς», ὅπως ἐχαρακτήριζε καί ὁ Πατριάρχης Ἰωσήφ ὁ Β΄τόν Πάπα Εὐγένιο ἀδελφό του.[19]

Καί δέν δηλώνει ὁ ἅγιος Μᾶρκος μόνον ὅτι εἶναι ἀναγκαῖος ὁ θεολογικός διάλογος, ἀλλά τονίζει ἀπεριφράστως: «Χρή μετά γάπης τούς λόγους ποιεσθαι, πεί καί περί ερήνης στίν λόγος καί ταύτην κατέλιπεν Κύριος μν σπερ τινά κλρον…»[20] Ὄχι ἀδιαφορῶν, περιφρονῶν καί ἀρνούμενος, ἀλλά μετά ἀγάπης καί μάλιστα προτρέπων «π’ ρχς χρι τέλους τήν γάπην τηρεν.»[21]

Παράδειγμα πρός μίμηση ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὑπέρ τῶν θεολογικῶν διαλόγων. Ἐάν δέν θελήσουν οἱ ἀντιφρονοῦντες νά τόν μιμηθοῦν γιά τό καθῆκον ὅλων μας πρός καταλλαγή καί ἑνότητα, τούλάχιστον ἄς σταματήσουν νά ἐπικαλοῦνται καί νά καπηλεύονται τό ὄνομά του.

Κατακλείνοντας ἐπιθυμῶ νά τονίσω ὅτι ὅλες οἱ χριστιανικές ἀρχές καί ὁ τρόπος ἐφαρμογῆς των μέ πολύπλευρες συνεργασίες, ὅπως ἀναφέρονται στά κείμενα τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, βασίζονται στά θεμέλια τῆς χριστιανικῆς καί ὀρθοδόξου πίστεώς μας. Ὁμοίως στηρίζονται καί στήν ἤδη πολύχρονη πράξη καί δραστηριότητα ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί στούς διαφόρους Οἰκουμενικούς Ὀργανισμούς σέ παγκόσμιο καί πανευρωπαϊκό ἐπίπεδο.

Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος συνεχίζει τήν πορεία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ βάση τήν ἀνόθευτη ὀρθόδοξη πίστη καί παράδοση καί μέ πλήρη συνείδηση τῆς εὐθύνης της προτείνει διεξόδους ἀπό τά ποικίλα ἀδιέξοδα, στά ὁποῖα εὑρίσκεται σήμερα ἡ ἀνθρωπότης.

Εἴμεθα εὐγνώμονες γιά τήν ἐπιτυχῆ προετοιμασία τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης μας Συνόδου, ἀλλά καί γιά τίς προτάσεις της πρός τούς ἁρμόδιους παράγοντες γιά συνεργασία καί διάλογο πρός εὕρεση σταθερῶν καί καρποφόρων λύσεων τῶν συγχρόνων προβλημάτων. Ὁ χρόνος ἐπείγει και, ἐάν δέν ἐνεργήσομε ἀποτελεσματικά, θά δώσομε λόγο ἐνώπιον τῆς ἱστορίας καί ἐνώπιον τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ.

Ὁ δρόμος εἶναι ἤδη ἀνοικτός. Ἐλπίζομε καί εὐχόμεθα ὅτι, μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ὁ θερισμός θά εἶναι πολύς καί ἀρκετοί οἱ ἐργάτες!

Λαρεντζάκης_388

[1] Ἀθανασίου, Τόμ. Πρός ντιοχες, 1, PG 26, 797A. Πρβλ. Grigorios Larentzakis, Einheit der Menschheit Einheit der Kirche bei Athanasius. Vor- und nachchristliche Soteriologie und Ekklesiologie bei Athanasius von Alexandrien, Grazer Theologische Studien 1, Graz 19812, 250. Πρβλ. Ἰ. Χρυσοστόμου, Ες τόν 132ο  Ψαλμ. PG 55, 384. Πρβλ. καί Πράξ. 2, 44.

[2] Π.χ. στήν Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδο τῆς Νικαίας τό 325 διατυπώθηκε μέ τό «ὁμοούσιον» ἡ Θεότητα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τήν ὁποία ἀμφισβητοῦσε ὁ Ἄρειος. Στήν Β΄ Οἰκουμενική Σύνοδο τό 381 στήν Κωνσταντινούπολη καταπολεμήθηκαν οἱ Πνευματομάχοι, οἱ ὁποῖοι ἀπέρριπταν τήν Θεότητα τοῦ Ἀγίου Πνεύματος. Ἡ Σύνοδος αὐτή διατύπωσε τό Σύμβολο τῆς Πίστεως, τό ὁποῖο ἔχομε μέχρι σήμερα καί τό ὁποῖο στήν τελική του μορφή δέν ὑπῆρχε πρίν. Δηλαδή ἡ Β΄ Οἰκουμενική Σύνοδος ἐκαινοτόμησε. Ἐδῶ θά μποροῦσαν νά ἀναφερθοῦν καί ὅλες οἱ ἑκάστοτε νέες ἀποφάσεις τῶν μετέπειτα Οἰκουμενικῶν Συνόδων. ὅμως δέν εἶναι τοῦ παρόντος. Καί τήν Β΄χιλιετία ἡ Ἐκκλησία ἔπραξε τό ἴδιο, ὅπως συνέβη καί στήν Σύνοδο του 1351 στήν Κωνσταντινούπολη, ἡ ὁποία ἐπικύρωσε τήν διδασκαλία τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Γρηγορίου Παλαμα. Ὁ ἴδιος διαπίστωσε, ὅτι ἡ διδασκαλία αὐτή εἶναι π ρ ο σ θ ή κ η[2]. Ἄρα καί ἡ Σύνοδος αὐτή τοῦ 1351, τήν ὁποίαν προωθοῦν οἱ ἀντιφρονοῦντες καινοτόμησε στή διατύπωση τῆς διδασκαλίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Ἀκόμα ἕνα αὐτονόητο παράδειγμα: Κανείς ἐκκλησιαστικός Πατήρ καί καμμία Συνοδος, οὔτε Τοπική οὔτε Οἰκουμενική, ἀσχολήθηκε μέ τόν ἀκριβή ἀριθμό καί τήν Θεολογία τῶν 7 Μυστηρίων. Ὁ τελικός καθορισμός τοῦ ἀριθμοῦ 7 τῶν Μυστηρίων εἶναι ἀποτέλεσμα ἱστορικῆς ἐξελίξεως χιλίων ἐτῶν. Ὁ ἀριθμός 7 καθορίσθηκε στίς ἀρχές τῆς Β΄ χιλιετίας καί μάλιστα πρῶτα στήν Δύση. Ἀπό ἐκεῖ καί μετά τήν ἑνωτική Σύνοδο τῆς Λυῶνος τό 1274 καθορίστηκε καί στήν Ἀνατολική Ἐκκλησία, δηλαδή στήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία μας μέχρι σήμερα.

[3] Πρβλ. Γρηγορίου Λαρεντζάκη, Τό καθκον τς ρθοδοξίας γιά καταλλαγή καί νότητα. ξελίξεις καί προοπτικές σέ μεγάλα θέματα το Οκουμενικο Διαλόγου, Ostracon Publishing, Thessaloniki 2014, 104ἑξ.

[4] Ὁ γνωστός ὀρθόδοξος Θεολόγος π. Γεώργιος Φλορόφσκυ, τονίζει γιά τή σημασία τῆς Παραδόσεως τά ἑξῆς: «Ἡ ἀναφορά εἰς τήν Παράδοσιν δέν ἀποτελεῖ ἱστορικήν ἔρευναν. Ἡ Παράδοσις δέν περιορίζεται εἰς ἐκκλησιαστικήν ἀρχαιολογίαν.Ἡ Παράδοσις (λέγει ὁ Φλοροφσκυ) δέν εἶναι μόνον μία προστατευτική, συντηρητική ἀρχή, ἀλλά πρωτίστως εἶναι ἀρχή τῆς αὐξήσεως καί τῆς ἀναγεννήσεως»»Γεωργίου Φλορόφσκυ, γία Γραφή, κκλησία, Παράδοσις, μετάφρασις Δημητρίου Τσάμη, ἔκδ. Β΄, Θεσσαλονίκη 2003, 63ἑξ..

[5] Αὐτή τή Σύνοδο χαρακτηρίζουν ὁρισμένοι μάλιστα καί σέ «Πορίσματα-Ψήφισμα ἡμερίδας» ὡς ἀντιπαπική, διότι, ὅπως ἀναφέρουν, καταδικάστηκαν αἱρετικές παπικές ἀπόψεις ἤ γενικότερα ὅτι καταδικάστηκε ὁ Παπισμός (Ἔτσι ἀναφέρει μεταξύ ἄλλων καί ὁ Μητροπολίτης Φλωρίνης Θεόκλητος (www.romfea.gr  Σάββατο, 23 Ἀπριλίου 2016)., Γλυφάδας Παύλος: »Ερωτήματα περί την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο», www.romfea.gr  Τρίτη, 29 Μαρτίου 2016).

[6] Μεταξύ ἄλλων ἀπεφασίσθη νά παραμείνει τό Σύμβολο τῆς Πίστεως ἀπαραχάρακτο, δηλαδή χωρίς τό filioque. Καταδικάστηκε τό filioque, τό ὁποῖο προσπαθοῦσαν οἱ Φράγκοι καί ὁ Κάρολος ὁ Μέγας νά ἐπιβάλουν, ἀλλά οἱ Πάπες ὑπεραμύνονταν τό Σύμβολο τῆς Πίστεως μέχρι τίς ἀρχές τοῦ 11ου αἰῶνα χωρίς τό filioque. Καταδικάστηκε ἄρα στή Σύνοδο ἐκείνη τό filioque τῶν Φράγκων καί ὄχι ἡ Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία γενικά λόγω τοῦ filioque. Τότε δέν ὑπῆρχε κἄν ἐπισήμως τό filioque στό Σύμβολο τῆς Πίστεως στήν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης. Τό filioque μπῆκε στό Σύμβολο τῆς Πίστεως στή Ρώμη στίς ἀρχές τοῦ 11ου αἰῶνα, τό 1014 ἀπό τόν Πάπα Βενέδικτο τόν Η΄, μετά ἀπό ἕνα ὁλόκληρο αἰῶνα. Στή Σύνοδο αὐτή ἐπικυρώθηκε ἡ αὐτονομία τῶν θρόνων Ρώμης καί Κωνσταντινουπόλεως μέ ἀμοιβαία ἀναγνώριση καί ἀποκατάσταση τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μεταξύ τοῦ Πάπα Ἰωάννου τοῦ Η΄καί τοῦ ἱεροῦ Φωτίου, καθώς ἐπίσης καί ἡ κανονικότητα τῶν διαφορετικῶν τοπικῶν παραδόσεων. Γιά τόν λόγο αὐτό χαρακτηρίζεται δικαίως ἡ Σύνοδος αὐτή καί «ἑνωτική Σύνοδος ἤ Σύνοδος καταλλαγῆς».

Οἱ ἀποφάσεις τῆς Συνόδου αὐτῆς χρησιμοποιήθηκαν μάλιστα καί στόν ἐπίσημο Θεολογικό Διάλογο μεταξύ τῆς Ὀρθοδόξου καί τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, γιά νά λυθεῖ ἕνα πρόβλημα γιά τή διαφορετική πράξη τῶν δύο Ἐκκλησιῶν στά Μυστήρια τοῦ Βαπτίσματος καί τοῦ Χρίσματος. Γιατί, λοιπόν, χαρακτηρίζεται ἡ Σύνοδος τοῦ ἱ. Φωτίου στό τέλος τοῦ 9ου αἰῶνος ἀντιπαπική γιά νά προσβληθεῖ ἔμμεσα ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος;

[7] Π.χ. τό 449 στήν Ἔφεσο, ἡ ὁποία ἀπορίφθηκε καί χαρακτηρίστηκε μάλιστα καί ὡς «ληστρική» Σύνοδος. Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τή Σύνοδο κατά τῆς τιμῆς τῶν εἰκόνων, ἡ ὁποία συνῆλθε στήν Κωνσταντινούπολη τό 754, ἡ ὁποία ὅμως ἐπίσης ἀπορρίφθηκε ἀπό τήν καθόλου Ἐκκλησία. Ἀντιθέτως ἡ Β’ Οἰκουμενική Σύνοδος Κωνσταντινουπόλεως τοῦ 381, στήν ὁποία διετυπώθη ἡ περί Ἁγίου Πνεύματος διδασκαλία καί ἡ ὁποία ἐξέδωσε τό Σύμβολο τῆς Πίστεως, τό ὁποῖο χρησιμοποιοῦμε μέχρι σήμερα, συγκλήθηκε κατ’ ἀρχήν ὡς Σύνοδος τοῦ Ἀνατολικοῦ Τμήματος τῆς Ἐκκλησίας. Γιά τόν λόγο αὐτό δέν προσεκλήθησαν καί ἑπομένως δέν ἔλαβαν μέρος ἐπίσκοποι ἀπό τήν Δυτική Ἐκκλησία. Ὅμως ἡ Σύνοδος αὐτή πολύ σύντομα, δηλαδή ἕνα ἔτος μετά χαρακτηρίστηκε ὡς Οἰκουμενική καί ἐπικράτησε σέ ὁλόκληρη τήν Ἐκκλησία Ἀνατολῆς καί Δύσεως ὡς Οἰκουμενική, δηλαδή ὡς ὑψίστη αὐθεντία τῆς Ἐκκλησίας.

[8] Μητροπολίτου Κυθήρων κ. Σεραφείμ, «Ἐκκλησιολογικά καί ποιμαντικά προβλήματα ἀπό τήν μή συμμετοχή ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων εἰς τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο», www.romfea.gr  Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2016.

Λαρεντζάκης_470

[9] Π.χ. στήν Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδο τό 325 δέν ὑπάρχει ἐκ τῶν προτέρων σταθερός ἀριθμός. Ὁ τελικός ἀριθμός τῶν συνοδικῶν, πού ἔχει ἐπικρατήσει, δηλ. 310 θεωρεῖται μᾶλλον συμβολικός. Στή Σύνοδο αὐτή ἀπό τήν Δύση ἔλαβαν μέρος μόνον 5 πίσκοποι. Στήν Β΄ Οἰκουμενική τό 381 δέν προσεκλήθη ἀπό τή Δύση ἐπισήμως κανείς οὔτε ὁ ἐπίσκοπος Ρώμης. Ἄρα δέν συμμετεῖχαν κἄν Δυτικοί ἐπίσκοποι καί ὅμως ἡ Σύνοδος αὐτή εἶχε οἰκουμενικόν κῦρος καί ἐπικυρώθηκε ὁ οἰκουμενικός της χαρακτήρας ἀπό ὁλόκληρη τήν Ἐκκλησία, δηλαδή καί ἀπό τήν Δυτική, παρά τό ὅτι δέν συμμετεῖχε.

[10] Εἰσήγηση Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κυθήρων κ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ στήν Θεολογική Ἡμερίδα τῆς 23-3-2016 στό Στάδιο Ειρήνης καί Φιλίας μέ θέμα: «Ἐκκλησιολογικά καί ποιμαντικά προβλήματα ἀπό τήν μή συμμετοχή ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων εἰς τήν Ἁγίαν καί Μεγάλη Σύνοδο». «Θεωρῶ ὅτι αὐτή τήν στιγμή εὑρίσκομαι ἐν μέσῳ τοῦ ζῶντος Ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος, Ἀδελφῶν Ἀρχιερέων, Ἱερέων, Ἱερομονάχων, Μοναχῶν, Μοναζουσῶν καί εὐσεβῶν καί Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν. Τέσσερις (4) Ἱερές Μητροπόλεις: Πειραιῶς, Γλυφάδας. Γόρτυνος καί Κυθήρων συνδιοργανώνουν τή μεγάλη μας αὐτή Κληρικολαϊκή Σύναξι ἀπό ὅλη τήν Ἑλλάδα. Κινητήριος μοχλός τῆς Θεολογικῆς αὐτῆς Ἡμερίδος εἶναι ἡ λειτουργοῦσα ὑπό τήν εὐθύνη σεβασμίων Ἱερωμένων Πανεπιστημιακῶν Διδασκάλων, καί ὄχι μόνο, «Σύναξις ρθοδόξων Κληρικν καί Μοναχν» … Ποιός εἶναι ὁ χαρακτηρισμός τῆς συγκληθησομένης Συνόδου; Θά εἶναι Οἰκουμενική ἤ Πανορθόδοξος; Ποιά ἡ ἔννοια τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς Συνόδου ὡς Ἁγίας καί Μεγάλης; Ποιά Σύνοδος χαρακτηρίζεται ἀπό τό Κανονικό Δίκαιο καί τούς Ἱερούς Κανόνας τῆς Ἐκκλησίας μας ὡς Ἁγία καί Μεγάλη; Ἄν δέν εἶναι Οἰκουμενική ἤ Πανορθόδοξος, ποιό θά εἶναι τό κῦρος καί ἡ αὐθεντία τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου;

Εἶναι εἰς ὅλους γνωστόν ὅτι τόσον οἱ Προσυνοδικές Πανορθόδοξες Διασκέψεις ὅσο καί οἱ Εἰδικές Διορθόδοξες Ἐπιτροπές, ἀλλά καί ἡ ἐν γένει «Οἰκουμενική κίνησις» χαρακτηρίζουν ὄχι ὡς Οἰκουμενική, ἀλλ” ὡς Ἁγία καί Μεγάλη τήν μελετωμένη νά συνέλθη τόν προσεχῆ Ἰούνιο Σύνοδο. Κατά τόν ἐκπρόσωπο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος εἰς τόν Θεολογικό διάλογο μετά τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομο: « δία θεματολογία, ς ατη καθωρίσθη πανορθοδόξως καί μοφώνως καί σκοπός συγκλήσεως τς γίας καί Μεγάλης Συνόδου, προσδιορίζει καί τόν χαρακτρα Ατς τς Συνόδου οχί ς Οκουμενικς, λλ” ς γίας καί Μεγάλης Συνόδου τς ρθοδόξου Καθολικς κκλησίας»[1].

Ποιά, ὅμως, Σύνοδος χαρακτηρίζεται ἀπό τό Κανονικό Δίκαιο καί τούς Ἱερούς Κανόνας τῆς Ἐκκλησίας μας ὡς Ἁγία καί Μεγάλη; Μία ἔρευνα εἰς τούς Ἱερούς Κανόνας μόνο τῶν Ἁγίων ἑπτά (7) Οἰκουμενικῶν Συνόδων καταδεικνύει ὅτι ἡ ἁγία Οἰκουμενική Σύνοδος ἀποκαλεῖται πότε «γία καί Μεγάλη Σύνοδος», πότε «Μεγάλη Σύνοδος», ἐνίοτε «γία καί Οκουμενική Σύνοδος» καί ἄλλοτε «γία Σύνοδος» καί παρέχει τά ἑξῆς στοιχεῖα : Πέντε (5) Ἱεροί Κανόνες τῆς Α” Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί ἕνας (1) τῆς Δ” (Η”, ΙΔ”, ΙΕ”, ΙΖ”, καί ΙΗ” τῆς Α” Οἰκουμενικῆς καί ὁ Γ” τῆς Δ”) χρησιμοποιοῦν τόν χαρακτηρισμό γία καί Μεγάλη Σύνοδος. Τρεῖς (3) Ἱεροί Κανόνες (Β”, Γ”, καί ΣΤ”) τῆς Α” Οἰκουμενικῆς κάμνουν χρῆσιν τῆς ὀνομασίας Μεγάλη Σύνοδος. τρεῖς (3) κανόνες τῆς Γ” Οἰκουμενικῆς Συνόδου (Α”, Γ” καί Η”), ἕνας τῆς Δ” (Ι”) καί δύο (2) τῆς Πενθέκτης (Γ” καί ΝΑ”) καταγράφουν τήν ὀνομασία γία καί Οκουμενική Σύνοδος. Καί ἕνας (1) Κανόνας τῆς Α” Οἰκουμενικῆς (ὁ Κ”), ἕνας (1) τῆς Β” (ὁ ΣΤ”), ἑπτά (7) τῆς Γ” (Α”, Β”, Δ”, Ε”, ΣΤ”, Ζ’καί Η”), ἐννέα (9) τῆς Δ” (Γ”,ΣΤ”,Ι”,ΙΒ”,ΙΔ”,ΙΘ”,ΚΓ”,ΚΕ’καί ΚΖ”), δύο (2) τῆς Πενθέκτης (Β’καί ΝΕ”) καί ἕνας (1) τῆς Ζ” Οἰκουμενικῆς Συνόδου (ὁ ΙΘ”)  μεταχειρίζονται τόν ὅρο γία Σύνοδος. Καί Πανορθόδοξος Σύνοδος δέν νομάζεται πό σύγκλησιν «γία καί Μεγάλη Σύνοδος», διότι, προφανῶς, ἀποκλείεται ἐκ τῶν προτέρων ἡ συμμετοχή ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων. Ὅμως, εἰς τό σημεῖο αὐτό ἑστιάζεται τό σπουδαιότερο, προδήλως, ἐκκλησιολογικό πρόβλημα τῆς μελλούσης νά συναχθῆ Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου καί τό ἐρώτημα:

1.Εναι δυνατόν νά συνέλθη μία, κατά τά ς νω, γία καί Μεγάλη Σύνοδος, χωρίς τήν παρουσία καί τήν συμμετοχή λων τν ρθοδόξων πισκόπων;     

Ταπεινῶς φρονῶ ὅτι ἡ ἀπάντησις εἰς τό ἐρώτημα αὐτό μέ κανονικά κριτήρια εἶναι ἀρνητική, ἐφ΄ὅσον, ὡς ἐλέχθη, Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος, κατά τούς Ἱερούς Κανόνας, εἶναι μόνον ἡ Οἰκουμενική.»

[11] Πρβλ. καί Γλυφάδας Παύλος: »Ἐρωτήματα περί τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο», www.romfea.gr  Τρίτη, 29 Μαρτίου 2016,:«Σύμφωνα μέ τήν Ἱερή μας Παράδοση καί τά διαχρονικά πρότυπα τῶν Ὀρθοδόξων Συνόδων, ἡ συμμετοχή ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων θεωρεῖται ἀπολύτως ἀναγκαία γιά τήν σύγκληση μιᾶς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου καί ὄχι μόνον ἡ ἐπιλογή 24 ἐπισκόπων τό πολύ, σύν τόν Προκαθήμενο.»

Πρβλ. Μητροπολίτου Κυθήρων κ. Σεραφείμ, «Ἐκκλησιολογικά καί ποιμαντικά προβλήματα ἀπό τήν μή συμμετοχή ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων εἰς τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο», www.romfea.gr  Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2016.

Πρβλ. καί Πρωτοπρ. Θεοδώρου Ζήση, «Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας πρέπει να ελπίζουμε ή να ανησυχούμε;»: «Ἡ ἄρνηση τῆς οἰκουμενικότητας τῆς Συνόδου διευκολύνει ἐπίσης στὸ νὰ μὴ κληθοῦν ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι ὅλων τῶν ἐκκλησιῶν, πως γίνετο σ λες τς Οκουμενικς Συνόδους…»

«Η μη συμμετοχή όλων των επισκόπων στην μέλλουσα να συγκληθεί Σύνοδο, αλλά μόνον εικοσιτεσσέρων από κάθε Τοπική Αυτοκέφαλη Εκκλησία, είναι ξένη προς την Κανονική και Συνοδική μας Παράδοση.» Πορίσματα – Ψήφισμα ημερίδας για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο, Τετάρτη 23 Μαρτίου 2016, πραγματοποιήθηκε στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας, αίθουσα «Μελίνα Μερκούρη», στο Νέο Φάληρο Πειραιώς, Θεολογική – Επιστημονική Ημερίδα, με θέμα: «ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΟΔΟΣ: Μεγάλη προετοιμασία, χωρίς προσδοκίες» βλέπε www.romfea.gr

Λαρεντζάκης_476

[12] Π.χ. ἡ Β΄ Οἰκουμενική Σύνοδος Κωνσταντινουπόλεως τό 381 συνῆλθε καί ἀποφάσισε χωρίς τήν συμμετοχή τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας, χωρίς τόν Πάπα Ρώμης, χωρίς κἄν ἀντιπρόσωπό του, διότι τότε δέν ἐκλήθη ἡ Δυτική Ἐκκλησία. Στήν 4η Οἰκουμενική Σύνοδο τῆς Χαλκηδόνος τό 451 ἀρνήθηκε νά προσέλθει ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Διόσκορος. Τρεῖς φορές τόν παρότρυναν, τρεῖς φορές ἀρνήθηκε. Ἡ Σύνοδος τόν κατεδίκασε ὄχι ἕνεκα αἱρέσεως, ἀλλά ἕνεκα ἀρνήσεως νά συμμετάσχη σέ Σύνοδο ὁλοκλήρου τῆς Ἐκκλησίας. Τό αὐτό συνέβη καί στήν 5η Οἰκουμενική Σύνοδο Κωνσνατινουπόλεως τοῦ 553 μέ τόν Πάπα Ρώμης Βιγίλιο, μέ τόν ὁποῖο διεκόπη ἡ ἐκκλησιαστική κοινωνία, ἀφοῦ ἀρνήθηκε τρεῖς φορές νά λάβει μέρος στήν Σύνοδο. Ἡ Ἐκκλησιαστική κοινωνία διεκόπη μέ τόν ἐπίσκοπο Ρώμης, ὄχι ὅμως καί μέ τήν Ἐκκλησία Ρώμης. Πρβλ. Μελετίου Μητροπολίτου Νικοπόλεως, E’ Οκουμενική Σύνοδος σαγωγή, Πρακτικά, Σχόλια), Ἀθῆναι 1985, 125ἑξ.

[13] Π.χ. στήν Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδο τόν Πάπα Ρώμης Σίλβεστρο ἀντιπροσώπευε ὁ Κορδούης Ὅσιος καί οἱ πρεσβύτεροι Βίτων καί Βικέντιος. Στήν Γ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο τό 531 τόν Πάπα Ρώμης Κελεστίνο ἀντιπροσώπευσαν οἱ ἐπίσκοποι Ἀρκάδιος καί Προΐεκτος. Στήν ἴδια Σύνοδο ἀντιπρόσωπος τοῦ ἐπισκόπου Καρχηδόνος Καπρεόλου ἦταν ὁ διάκονος Βεσσούλας. Στήν Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο τοῦ 451 ἀντιπροσώπευσαν τόν Πάπα Ρώμης Λέοντα Α΄ οἱ ἐπίσκοποι Πασχασῖνος, Λουκέντιος καί Ἰουλιανός. Καί ἄλλοι Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς καί ἄλλων Μητροπόλεων δέν ἔλαβαν πάντοτε αὐτοπροσώπως μέρος στίς Οἰκουμενικές Συνόδους, ἀλλά ἀντιπροσωπευόταν ἀπό ἐκπροσώπους ἤ τοποτηρητές, ὅπως π.χ. ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Εὐστόχιος, ὁ ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης Ἠλίας καί ἄλλοι στήν 5η Οἰκουμενική Σύνοδο τῆς Κωνσταντινουπόλεως τό 553.[13] Στήν ΣΤ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο τοῦ 680/681 ἀντιπροσωπεύθηκαν ὁ Πάπας Ρώμης Ἀγάθων ἀπό τούς πρεσβυτέρους Θεόδωρο καί Γεώργιο, καθώς ἐπίσης καί οἱ Πατριάρχες Ἀλεξανδρείας καί Ἀντιοχείας. Στήν Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας ὁ Ἀλεξανδρείας ἀπό τόν ἅγιο Μᾶρκο Ἐφέσου κλπ.

[14] Δέν θά πρέπει νά διατυπώνεται τόσο ἀπόλυτα καί διαχωριστικά ὅτι στήν Ἁγία Τριάδα ὑπάρχει περιχώρηση καί ὄχι κοινωνία προσώπων. Επιστολή Μητροπολίτη Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου για τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο πρός τήν Ἱεράν Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τῆς 5ης  Μαρτίου 2016.

[15] Περισσότερα ἐπ’ αὐτοῦ καί οἰωνεί ἀπάντηση στόν Σεβ. Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου ἴδε στό Νικολάου Ξεξάκη, «Κοινωνία προσώπων». Βασική ἔννοια τῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας, Ἀνάτυπον ἐκ τῆς ΕΕΘΣΠΑ, Τόμος ΜΣΤ΄ (2011), Ἀθήνα 2011.

[16] Δημοσίευση: 29 Απρ. 16 (18:03)/ Ενημέρωση: 29 Απρ. 16. www.amen.gr

[17] Πρβλ.Grigorios Larentzakis, Die Häresie des Nationalismus. Menschenwürde und Menschenrechte für alle in der östlich-orthodoxen Perspektive: Politik und Theologie in Europa. Perspektiven ökumenischer Sozialethik, hg. V. Ingeborg Gabriel, Matthias-Grünewald-Verlag Ostfildern 2008, 257-279.

[18] Μάρκου Εὐγενικοῦ, Τῷ μακαριωτάτῳ πάπᾳ τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης, Μᾶρκος ἐπίσκοπος τῆς ἐν Ἐφέσῳ τῶν πιστῶν παροικίας, ἐν: SFÂNTUL MARCU EVGHENICUL, γιος Μρκος Εγενικός, OPERE Τά εὑρισκόμενα ἅπαντα, Vol. I, Precuvantâre de P.S. Lucian, Episcopul Caransebeşuluiu…Coordinator: Cristian Chivu, Editura Pateres 2009, 197ἑξ.

[19] Πρβλ. περισσότερα καί στό Γρηγορίου Λαρεντζάκη, γιος Μρκος Εγενικός καί νότητα τν κκλησιν νατολς καί Δύσεως, Ἐκδόσεις Ἐπέκταση, Κατερίνη 1999.

[20] Σιλβέστρου Συροπούλου, πομνημονεύματα, VI, 27, 326.

[21] Ὅπ. παρ.

Λαρεντζάκης_495

Κατηγορίες: ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ ΑΡΘΡΑ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Γρηγόριος Λαρεντζάκης, H Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Το μήνυμά της για τη σύγχρονη κρίση

Hλεκτρονικό περιοδικό Συμ-βολή (β΄ τεύχος)

logo-emagazineΑναρτήθηκε το δεύτερο τεύχος του ηλεκτρονικού περιοδικού Συμ-βολή που εκδίδεται από την Ιερά Μητρόπολη Κυρηνείας της Κύπρου και είναι αφιερωμένο στις σχέσεις των εννοιών Δημιουργός, δημιουργία και δημιουργικότητα. Τα κείμενα που δημοσιεύονται στο πρώτο και στο δεύτερο μέρος του τεύχους από τους Παναγιώτη Θωμά, Πέτρο Παναγιωτόπουλο, Νίκη Νικολάου, Βάσω Παπαβασιλείου, άπτονται ανθρωπολογικών και κοσμολογικών ζητημάτων που προκύπτουν σε αυτό το εννοιολογικό πλαίσιο (το μυστήριο της γέννησης, οι σχέσεις θεολογίας και επιστήμης για την ύπαρξη του κόσμου, βιοηθικά διλήμματα και ο παιδαγωγικός και ψυχολογικός ρόλος των τεχνών στη διαμόρφωση της  προσωπικότητας των παιδιών). Δημοσιεύεται επίσης συνέντευξη του διακεκριμένου ποιητή Κυριάκου Χαραλαμπίδη στον Παναγιώτη Θωμά, στην οποία ο εκλεκτός εργάτης της ποίησης αναλύει την ποιητική του τέχνη, τον ρόλο της ποίησης στους καιρούς μας και τη σχέση θεολογίας και ποίησης. Για πρόσβαση πατήστε εδώ:
Ηλεκτρονικό περιοδικό της Ιεράς Μητροπόλεως Κυρηνείας

Κατηγορίες: ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Hλεκτρονικό περιοδικό Συμ-βολή (β΄ τεύχος)

Έπαινος (Εργογραφία) του επίτιμου διδάκτορα του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ κ. Γρηγορίου Λαρεντζάκη από τον αναπληρωτή καθηγητή Στυλιανό Τσομπανίδη

241

Αξιότιμοι και εκλεκτοί παρευρισκόμενοι,

Πριν από ένα μήνα (16/04/2016) ο οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, ο πάπας Φραγκίσκος και ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Ιερώνυμος, υπέγραψαν Κοινή Διακήρυξη στη Λέσβο, μέσω της οποίας καλούν τη διεθνή κοινότητα να ανταποκριθεί με θάρρος στην αντιμετώπιση της τεράστιας προσφυγικής, ανθρωπιστικής κρίσης και των βαθύτερων αιτίων της. Στη Διακήρυξη δήλωσαν ότι θα εντείνουν τις προσπάθειές τους για την προώθηση της πλήρους ενότητας όλων των Χριστιανών και επιβεβαίωσαν -παραπέμποντας στην Οικουμενική Χάρτα (Charta Oecumenica) των ευρωπαϊκών Εκκλησιών του 2001- την πεποίθησή τους ότι η «συμφιλίωση (μεταξύ των Χριστιανών) περιλαμβάνει την προώθηση της κοινωνικής δικαιοσύνης εντός και μεταξύ όλων των λαών … Μαζί, θα κάνουμε το χρέος μας, ώστε να προσφέρουμε στους μετανάστες, τους πρόσφυγες και τους αιτούντες άσυλο, μία ανθρώπινη υποδοχή στην Ευρώπη». Η Οικουμενική Χάρτα είναι το πρώτο κοινό κείμενο όλων των ευρωπαϊκών Εκκλησιών, το οποίο περιέχει «βασικές υποδείξεις για τη συνεργασία των Εκκλησιών στην Ευρώπη», και αποτελεί καρπό τετραετούς εντατικής συνεργασίας μεταξύ του Συμβουλίου Ευρωπαϊκών Εκκλησιών και του Συμβουλίου των Ρωμαιοκαθολικών Επισκοπικών Διασκέψεων της Ευρώπης.

Ο καθηγητής Γρηγόριος Λαρεντζάκης, που τιμάται απόψε από το Τμήμα Θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ήταν μέλος της επιτροπής που συνέταξε το κείμενο της Χάρτας και ο πρωτοστάτης των οικουμενικών εκδηλώσεων που οδήγησαν σε αυτό. Η γραφίδα του φαίνεται ξεκάθαρα στη βασική αφετηρία και στο πνεύμα του κειμένου, ήδη από τον Πρόλογο, όταν γίνεται λόγος για το σεβασμό και την προστασία της αξιοπρέπειας του ανθρώπινου προσώπου, ως κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση δημιουργήματος του Θεού, και μετά σε κεντρικό σημείο του κειμένου στην αναφορά για την απόλυτη ισοτιμία όλων των ανθρώπων. Η θέση αυτή, που την επαναλαμβάνει στα έργα του πολλές φορές, δεν αποτελεί, όπως εξηγεί ο ίδιος, μόνο δική του ορθόδοξη πεποίθηση, αλλά χριστιανική πίστη για την οποία οι χριστιανοί χρειάζεται να δώσουν ζωντανή και συνεπή μαρτυρία.

Λαρεντζάκης_111

Αυτή η θέση διαπερνά πλέον επίσημα πανορθόδοξα κείμενα και είναι η θέση που ο καθηγητής Λαρεντζάκης υποστήριξε σε μαθήματα, διαλέξεις, παρεμβάσεις σε διεθνή συνέδρια, ως μέλος οικουμενικών επιτροπών, και με αυτή μπόλιασε συνειδήσεις, κοινά διαχριστιανικά κείμενα και γονιμοποίησε τον δημόσιο και τον οικουμενικό διάλογο. Η ίδια θέση είναι παρούσα και στο Μήνυμα της πρώτης μεγάλης συνάντησης καθολικών, ορθοδόξων και προτεσταντών μετά το μεγάλο σχίσμα του 11ου αιώνα, της Πρώτης Πανευρωπαϊκής Οικουμενικής Συνέλευσης της Βασιλείας στην Ελβετία, με θέμα «Ειρήνη εν Δικαιοσύνη» (Μάιος 1989), για το οποίο ο τιμώμενος ήταν μέλος και εκεί της συντακτικής επιτροπής.

Κυρίες και κύριοι,

Λαρεντζάκης_373

Είθισται ο έπαινος (laudatio) των επιτίμων διδακτόρων ενός Πανεπιστημίου να περιλαμβάνει μια καταγραφή των ακαδημαϊκών τους επιτευγμάτων, όχι όμως τόσο με τη στενή έννοια της συγγραφικής τους παραγωγής όσο κυρίως και με την ευρύτερη, της συμβολής τους στο επιστημονικό τους πεδίο, καθώς και στον άνθρωπο και τον πολιτισμό του. Γι’ αυτό θα παραλείψω τα αυτονόητα, όπως λ.χ. τη λεπτομερή καταγραφή ή έστω και κατηγοριοποίηση των έργων του, αρκούμενος στα σημεία που διαμόρφωσαν την προσωπικότητά του και στην επιστημονική του συνεισφορά.

Το επίτευγμα του Γρ. Λαρεντζάκη δεν έγκειται στο ότι είναι ένας καταξιωμένος ακαδημαϊκός δάσκαλος ούτε στο ότι έχει συνδέσει το όνομά του με το εξωτερικό, στο οποίο δικαίως κέρδισε το σεβασμό και την εκτίμηση, ιδιαίτερα του γερμανόφωνου ακαδημαϊκού ρωμαιοκαθολικού και προτεσταντικού χώρου, σε Αυστρία, Γερμανία και Ελβετία. Το επίτευγμά του είναι ότι η θεολογική του ενασχόληση δεν ήταν μια διανοητική καλλιέργεια της επιστήμης, αλλά μια εφαρμοσμένη και έμπρακτη σπουδή. Ο λόγος του είναι «έμπρακτος» και «η πράξις του ελλόγιμος».

Κεντρική ιδέα της θεολογικής πρότασης του Γρ. Λαρεντζάκη είναι ότι η χριστιανική πίστη χωρίς άμεση διακονία του ανθρώπου καταντά μια απλή ιδεολογία χωρίς νόημα και καρπούς. Η θεολογία δεν είναι μια απλή μελέτη του παρελθόντος και της ιερής ιστορίας, αλλά συνδέεται στενά με το παρόν της Εκκλησίας και του κόσμου, λαμβάνει υπόψη της την καθημερινή πραγματικότητα.

Ο Λαρεντζάκης θα συμβάλει αποφασιστικά στην αναγέννηση της θεολογίας ανακτώντας τον πατερικό τρόπο του σκέπτεσθαι. Δεν μιμείται τους πατέρες, δεν τους αντιγράφει, δεν τους επαναλαμβάνει· απλώς τους ακολουθεί δημιουργώντας. Καλλιεργεί το υλικό που προσφέρουν για διάλογο με τον κόσμο, για επαφή με την ιστορία και την κοινωνία και για τη θεμελίωση οικουμενικής νοοτροπίας και δράσης. Επισημαίνει ο ίδιος: «… όταν αναφερόμεθα στους Πατέρες της Εκκλησίας, διαπιστώνουμε ότι δεν αναφερόμεθα μόνο στο παρελθόν, αλλά αισθανόμεθα ότι  συζητούμε με συνομιλητές του παρόντος, διότι οι Πατέρες αυτοί δεν έχασαν την επικαιρότητα και οικουμενικότητά των μέχρι σήμερα».

Λαρεντζάκης_55

Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι το πρώτο του βιβλίο (υφηγεσία στο Graz) το 1978 πραγματεύεται το θέμα: Ενότητα του ανθρώπινου γένους – ενότητα της Εκκλησίας στον Μ. Αθανάσιο. Δεν είναι απλώς ένα βιβλίο, πρόκειται για προγραμματική δήλωση-κατάθεση: Η ενασχόλησή του με την αποκατάσταση της εκκλησιαστικής ενότητας, με τη συμφιλίωση των χριστιανών, με την καλλιέργεια ειλικρινούς σεβασμού και αγάπης προς κάθε ανθρώπινο πρόσωπο και την αντιμετώπιση των σύγχρονων προβλημάτων της ανθρωπότητας με τις ενωμένες δυνάμεις όλων θα γίνει σκοπός της ζωής του.

Στην υπηρεσία αυτή, υπηρεσία «γεφυροποιού», αφιέρωσε τη διακονία του περίπου 50 χρόνια, σύμφωνα μάλιστα και με όσα του είχε γράψει ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας σε προσωπική του (ευχετήρια) επιστολή την 19η Ιουνίου του 1969, λίγες μέρες πριν από την αναγόρευσή του σε διδάκτορα Θεολογίας του Πανεπιστημίου του Innsbruck.

Όλα αυτά τα χρόνια θα αναδειχθεί σε «ακούραστο εργάτη της ιδέας της συμφιλίωσης των Εκκλησιών» και θα διακριθεί επίσης για τη συμβολή του στην υπέρβαση της πολεμικής και αντιρρητικής θεολογίας, που χαρακτήριζε το παρελθόν, και στη μεταβολή της σε μία ολοένα και περισσότερο θεολογία της συνάντησης και της καταλλαγής, χωρίς να καταλήγει σε συγκρητισμό και σχετικισμό. Την ευκαιρία θα του την προσφέρει το ζωηρό ενδιαφέρον της ΡΚαθολικής Εκκλησίας στην Αυστρία για την Ορθόδοξη θεολογία, που την οδήγησε στην ανάθεση του μαθήματος της «Οικουμενικής Κίνησης» και της «Ορθοδόξου θεολογίας» στον Γρ. Λαρεντζάκη. Έτσι θα γίνει ο πρώτος ορθόδοξος θεολόγος, ο οποίος επίσημα γίνεται δεκτός σε μια ΡΚαθολική θεολογική Σχολή, στο Πανεπιστήμιο του Graz.

Έκτοτε στον ρωμαιοκαθολικό περίγυρο του Graz θα ταυτιστεί το όνομά του με την οικουμένη και θα γίνει γνωστός για το καθημερινό του σύνθημα (Motto): «Δεν υπάρχει εναλλακτική πρόταση έξω από τον οικουμενικό διάλογο», φράση που θα γίνει προγραμματική στην Οικουμενική Χάρτα των χριστιανικών Εκκλησιών. Ακόμη και στο αποχαιρετιστήριο μάθημά του την 28η Ιουνίου του 2007, θα δηλώσει ότι δεν σταματά την δραστηριότητά του, αφού η οικουμένη είναι για αυτόν στάση ζωής και χρέος. Αυτό εξάλλου δήλωνε και με τον τίτλο της αποχαιρετιστήριας διάλεξής του: «Διακονία του κοινωνείν. Μια ισόβια οικουμενική επιταγή».

Λαρεντζάκης_121

Σε όλα του τα έργα και τις ομιλίες χρησιμοποιεί λέξεις όπως μοιράζομαι, διαλέγομαι, σχέση, συλλογικότητα, ενότητα, κοινωνία, ειρήνευση, συμφιλίωση, συνάντηση, συνύπαρξη, συνεργασία. Η αναγκαιότητα και το επιτακτικό καθήκον του διαλόγου, το διαλογικό ήθος της Ορθοδοξίας, απορρέει, όπως καταθέτει στα έργα του ο τιμώμενος, τόσο από τη θεολογική της αυτοσυνειδησία όσο και από τη φύση της Τριαδικής Θεότητας, που δεν είναι άλλο από κοινωνία αγαπώμενων και διαλεγόμενων θείων προσώπων.

Σε αυτή την οικουμενική αντίληψη γαλουχήθηκε από τη «Σχολή» του Μητροπολίτη Ειρηναίου Γαλανάκη, ως πνευματικό του τέκνο και κυρίως από τις σπουδές του στο «θεολογικό εργαστήριο», «στο think tank» του Οικουμενικού Πατριαρχείου, τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Από τον Ειρηναίο πήρε το παράδειγμα του ιεράρχη που είχε ως κύριο μέλημά του τη διακονία του ανθρώπου και της ειρήνης του κόσμου, του ιεράρχη της «επανάστασης των συνειδήσεων». Στα θρανία της Χάλκης απέκτησε διαίσθηση της συντελούμενης ιστορίας και συνέλαβε το οικουμενικό πνεύμα των καιρών.  Έμαθε ότι η οικουμενική έμφαση, ως κένωση αγάπης και φιλόξενος μαρτυρία στον κόσμο, είναι εκκλησιαστικό χρέος του οποίου η αποστέρηση ανακυκλώνει την απομόνωση και το μαρασμό. Η αυτοδικαίωση και η προσπάθεια να διαφυλαχθεί δήθεν η αλήθεια της πίστης με την τακτική της απόκρυψης «εν τη γη» του ταλάντου (Μτθ. 25:18) αποτελεί πραγματική διαστροφή. Εκεί κατανόησε ότι η «Ορθοδοξία χωρίς την οικουμενική της αναφορά υποβιβάζεται σε μια από τις πολυάριθμες Ομολογίες, γίνεται μία σέκτα με γραφικά χαρακτηριστικά» (όχι πάντοτε ακίνδυνα).

Έζησε από κοντά όλα τα εποικοδομητικά γεγονότα που οδήγησαν στην άρση των αναθεμάτων το 1965 και του χάραξε ανεξίτηλες μνήμες η συνάντησή του στα φοιτητικά του χρόνια με τον κύριο πρωταγωνιστή της συμφιλίωσης και των διαλόγων Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα, ανοίγοντας μπροστά στα μάτια του μια Ορθοδοξία που αγωνίστηκε και αγωνίζεται για να προωθήσει τη συμφιλίωση ως πράξη εκκλησιολογικά επιβεβλημένη.

Η δεκαετία του 1960, κατά την οποία σπουδάζει ο Λαρεντζάκης και καταρτίζεται θεολογικά και ολοκληρώνει τη διατριβή του Die Kirche als Koinonia und ihre Präexistenz in katholischer und orthodoxer Sicht (=Η Εκκλησία ως Κοινωνία και η προΰπαρξή της από καθολική και ορθόδοξη άποψη) (Innsbruck 1969), αποτελεί τη «χρυσή εποχή» της Οικουμενικής Κίνησης. Οι χριστιανικές Εκκλησίες δείχνουν πρωτοφανή διαλογική ετοιμότητα και παρουσιάζουν μιαν αξιοπρόσεκτη κινητικότητα στο εσωτερικό τους, που παίρνει τη μορφή συνόδων, προσυνόδων και μεγάλων διεθνών συνεδρίων. Είναι τότε που πέφτουν τα τείχη της άγνοιας ανάμεσα στις Εκκλησίες και στον ευρύτερο χριστιανικό χώρο, ρωμαιοκαθολικό και προτεσταντικό, οι εκκλησιαστικοί Πατέρες της Ανατολής, η λατρεία, η υμνολογία, οι εικόνες, γενικότερα η θεολογία και η πνευματικότητα της Ορθοδοξίας γίνονται αντικείμενα ακαδημαϊκών σπουδών, ειδικών περιοδικών και πλήθους εκδόσεων.

Λαρεντζάκης_162

Αυτές oι εξελίξεις θα σημαδέψουν τη ζωή του και θα αποτυπωθούν στο σύνολο των μελετών του, προκειμένου να πληροφορήσει το πλήρωμα της Εκκλησίας -μόνιμος καημός και μέριμνά του μέχρι σήμερα. Ο Λαρεντζάκης θα ενσαρκώσει έναν νέο τύπο θεολόγου, ένα πρότυπο εξόδου της Ορθόδοξης Θεολογίας από πλέγματα υπεροψίας, αυτάρκειας και απομονωτισμού. Η όλη του δράση θα συντελέσει στην προβολή της Ορθοδοξίας στην Ευρώπη και στην ανανέωση του ενδιαφέροντος γι’ αυτήν στον οικουμενικό χώρο και θα συμβάλει στην αλληλογνωριμία και τον αλληλοπλουτισμό στις διαχριστιανικές σχέσεις. Γι’ αυτό και θα καταξιωθεί στις καρδιές όχι μόνο των ορθοδόξων αλλά και των ετεροδόξων αδελφών του, θα αναγνωριστεί η προσφορά του στην Ορθόδοξη Εκκλησία και στην οικουμενική της ακτινοβολία και θα χαρακτηριστεί «φωνή της Ορθοδοξίας» («Stimme der Orthodoxie») και «γεφυροποιός» («Brückenbauer»).

Αυτή η φωνή, φωνή ορθόδοξη σε οικουμενική χορωδία, φωνή συμφωνική, αρμονική, όχι μονοτονική, μονότονη και παραφωνική, θα μεταφερθεί ακόμη ευρύτερα και η οικουμενική εκτίμηση προς το φορέα της θα γίνει πολύ μεγαλύτερη, όταν θα κυκλοφορήσει το θαυμάσιο βιβλίο για την «Ορθόδοξη Εκκλησία», το οποίο γνώρισε πολλές εγκωμιαστικές κριτικές παρουσιάσεις και εκδόσεις στην Ευρώπη. Το βιβλίο αυτό, το opus magnum του καθηγητή Λαρεντζάκη, κυκλοφόρησε το 2000 με τον τίτλο: Die Orthodoxe Kirche: Ihr Leben und ihr Glaube (=Η Ορθόδοξη Εκκλησία: Η ζωή της και η πίστη της). Στο έργο αυτό που αποτελεί την επιτομή του θεολογικού προσώπου της Ορθοδοξίας στην Οικουμένη αλλά και στο εξαίρετο βιβλίο του που εκδόθηκε ένα χρόνο πριν Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός και η ενότητα των Εκκλησιών Ανατολής και Δύσεως (Κατερίνη 1999), καθώς επίσης και σε πλήθος μελετών του όπως (ενδεικτικά μόνο αναφέρονται): «Εκκλησία και σέκτες από τη σκοπιά της ορθόδοξης θεολογίας» (1995), «Ποια εκκλησιαστική-θεολογική ενότητα επιζητεί η Ορθόδοξη Εκκλησία;» (2005) «Συμπροσευχή μεταξύ ορθοδόξων και μη ορθοδόξων χριστιανών» (2011), διακρίνεται η αγωνία και ο προβληματισμός ενός ανθρώπου που ερευνά και διαλέγεται για να πείσει τους πάσης φύσεως υπερσυντηρητικούς και αντι-οικουμενικούς κύκλους σε όλες τις πλευρές, οι οποίοι προσπαθούν, πολλές φορές με εμμονή σε στερεότυπα, το ψεύδος και τη σκόπιμη και έντεχνη διαστροφή των πραγμάτων, να βάλουν τροχοπέδη σε κάθε πρωτοβουλία που αποβλέπει στην προσέγγιση και συμφιλίωση των Εκκλησιών, νομίζοντας μάλιστα με τον τρόπο αυτό πως διακονούν την αλήθεια του Ευαγγελίου.

Η φωνή του δίδαξε τους τρόπους του διαλόγου και έδειξε ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι αυθεντική χριστιανική Εκκλησία, ότι η praestantia latina (λατινική υπεροχή) αποτελεί μονομέρεια και ότι η ΡΚαθολική Εκκλησία χρειάζεται την αδελφικότητα (συντροφιά) των άλλων χριστιανικών Εκκλησιών. Ο λόγος του υπήρξε ισόρροπα κριτικός τόσο στον ρκαθολικό πειρασμό της «υπεροψίας της δύναμης», όσο και στον προτεσταντικό πειρασμό της βεβαιότητας ότι μόνο η Ευαγγελική Εκκλησία γνωρίζει τι λέει ο λόγος του Θεού στην Αγία Γραφή, αλλά και απέναντι στον ορθόδοξο πειρασμό της «υπεροψίας της αλήθειας».

Ανοικτός έναντι των «άλλων», αλλά χωρίς να σχετικοποιεί την αλήθεια, παραδοσιακός χωρίς συντηρητισμό, συνέβαλε στη διαμόρφωση μιας νέας εκκλησιολογικής τοποθέτησης και διάθεσης των ορθοδόξων έναντι των εταίρων τους, με ξεχωριστή εκκλησιολογική σημασία. Προχώρησε πέρα από την απόλυτη αυτάρκεια και την εκκλησιολογική αποκλειστικότητα των ορθοδόξων, αμφισβήτησε και επαναπροσδιόρισε την παλαιά αιρεσιολογία, θέτοντας ταυτόχρονα κάτω από άλλο πρίσμα το ερώτημα για τα «όρια της θεσμικής Εκκλησίας».

Λαρεντζάκης_147

Σε σχέση με τα παραπάνω ο Λαρεντζάκης πρόσφερε κάτι πολύ ουσιαστικό. Πρόβαλε με πρωτότυπες, βαρυσήμαντες μελέτες τις αρχές και τις προϋποθέσεις ενός γνήσιου οικουμενικού διαλόγου, καθώς επίσης και την ενδεδειγμένη μέθοδο για την αποκατάσταση της χριστιανικής ενότητας. Ο καθηγητής κατέδειξε ότι ήδη το σημαδιακό έτος 1959 ο οραματιστής Πατριάρχης Αθηναγόρας χάραξε ουσιαστικά τη σωστή, οικουμενική, γραμμή πλεύσης προς τη χριστιανική συνεργασία και ενότητα. Κατόρθωσε μέσα σε λίγους μόνο μήνες να αλλάξει την παλαιά μέθοδο αποκατάστασης της εκκλησιαστικής ενότητας, όπως προτεινόταν από τη Ρώμη, δηλαδή την «Οικουμενικότητα της επιστροφής». Αυτή σήμαινε την απαίτηση για μεταστροφή και υποταγή σε ένα ιστορικό καθίδρυμα ή στη δικαιοδοτική εξουσία μιας Εκκλησίας, απαίτηση που προκύπτει από την ομολογιακή ιεραποστολή και τον ιστορικό προσηλυτισμό.

Ιδίως σε ότι αφορά τη μέθοδο και την αναγκαιότητα του Οικουμενικού Διαλόγου, ο Λαρεντζάκης, όντας συνεπής και δημιουργικός μελετητής και ταυτόχρονα ευαίσθητος απέναντι στην παρερμηνεία και τη στρέβλωση της πατερικής παράδοσης και του οικουμενικού πνεύματος της Ορθοδοξίας, θα ανασκευάσει με την πρωτοποριακή μελέτη του για τον άγιο Μάρκο τον Ευγενικό τα επιχειρήματα που εμφανίζουν τον μεγάλο αυτόν ιεράρχη και φλογερό υπέρμαχο της Ορθοδοξίας ως έναν εμπαθή και σφόδρα αντιδυτικό Μητροπολίτη του Οικουμενικού Πατριαρχείου και θα αποδείξει ότι ο Μάρκος ο Ευγενικός ήταν ένα άριστο υπόδειγμα, άξιο προς μίμηση, όχι κατά αλλά υπέρ του διαχριστιανικού διαλόγου εν αγάπη και αληθεία, που αποσκοπεί στην αποκατάσταση της εκκλησιαστικής κοινωνίας. Στηριζόμενος κυρίως στο Μάρκο τον Ευγενικό, ο τιμώμενος καθηγητής θα απαντήσει στην προσηλυτιστική νοοτροπία και στον ομολογιακό εγωκεντρισμό ότι όταν από την ορθόδοξη πλευρά ζητείται «επιστροφή στη Ορθοδοξία», αυτή εννοείται ως επιστροφή στην ορθή πίστη, ως επισυναγωγή όλων των χριστιανών στην ενιαία πίστη των Αποστόλων, των Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων και όχι στην Ορθόδοξη Εκκλησία ως εκκλησιαστική δικαιοδοσία.

Λαρεντζάκης_252

Βεβαίως, ακόμη και σε αυτές τις πρωτότυπες ερευνητικές θεολογικές ενασχολήσεις του δεν θα σταματήσει να τονίζει την απώτερη σκοπιμότητα και την υπαρξιακή αναγκαιότητα του Οικουμενικού Διαλόγου. Εξηγεί: Η αποκατάσταση της κοινωνίας των Εκκλησιών θα συμβάλει στη δημιουργία ενός πολιτισμού της συμφιλίωσης και της κοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων και στην αξιόπιστη μαρτυρία στην υπηρεσία όλων των ανθρώπων, ανεξαρτήτως φύλου ή καταγωγής και θρησκεύματος, προς αντιμετώπιση των συγκεκριμένων προβλημάτων τους.

Είναι επιτυχημένη η διατύπωση της βασικής θέσης σε έργα του ότι «η οικουμενική εργασία είναι επίσης ειρηνευτική εργασία, διαφορετικά δεν είναι οικουμενική». Πίστεψε τόσο σε αυτή την εργασία που όχι μόνο τη δίδαξε, όχι μόνο ερεύνησε και έγραψε για αυτή, αλλά τόλμησε να ρισκάρει και με άοκνες προσπάθειες κατάφερε το 1997 να γίνει η «ψυχή» της μεγαλύτερης και μιας από τις σημαντικότερες χριστιανικές συγκεντρώσεις από όλες τις Εκκλησίες ολόκληρης της Ευρώπης και μάλιστα ακριβώς μετά τις κοσμογονικές αλλαγές στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης: της Δεύτερης Ευρωπαϊκής Οικουμενικής Συνέλευσης στο Graz με γενικό θέμα «Συμφιλίωση: δώρο Θεού, πηγή νέας ζωής». Το γεγονός του Graz, στέλνει ακόμη το μήνυμά του από την καρδιά της Ευρώπης για συμφιλίωση και ειρήνη με δικαιοσύνη σε όλο τον κόσμο. Η συνάντηση και συναντίληψη των τριών προκαθημένων που ανέφερα ως παράδειγμα στην αρχή, δεν είναι μια παρένθεση, αλλά έχει παρελθόν και θα έχει και μέλλον, γιατί βασίζεται και διευκολύνεται από «γέφυρες» που έχτισαν εργάτες της συμφιλίωσης σαν τον αποψινό τιμώμενο, τον καθηγητή Γρηγόριο Λαρεντζάκη.

Λαρεντζάκης_329

Κυρίες και κύριοι,

Θα χρειαζόμουν περισσότερο χρόνο για να παρουσιάσω το δυναμικό, σύγχρονο, ανανεωτικό, με προωθημένες θέσεις σε ζωτικά για την επιστήμη της θεολογίας και για τον άνθρωπο, σε τελευταία ανάλυση, ζητήματα, λόγο και έργο του καθηγητή Λαρεντζάκη. Ο χρόνος, όμως, που μπορεί να διατεθεί για έναν δημόσιο έπαινο, στο πλαίσιο μιας πανηγυρικής τελετής όπως η σημερινή, είναι περιορισμένος, γι’ αυτό πρέπει να ολοκληρώσω.

Το Θεολογικό Τμήμα από τότε που ιδρύθηκε τάχθηκε υπέρ της Οικουμένης, του διαχριστιανικού και διαθρησκειακού διαλόγου, της δίκαιης ειρήνης και της συμφιλίωσης και καλλιέργησε και καλλιεργεί μέσα από όλους τους Τομείς του το σεβασμό της αξίας και του μεγαλείου του ανθρώπινου προσώπου. Συνεπές σε αυτή τη δέσμευσή του και την ενασχόλησή του το Τμήμα έχει κάθε λόγο να τιμήσει έναν θεολόγο του καιρού μας, έναν ακαδημαϊκό δάσκαλο με διεθνή ακτινοβολία που δραστηριοποιήθηκε υποδειγματικά και αποτελεσματικά σε αυτά τα πεδία. Για αυτό τον αναγορεύει δικαίως επίτιμο διδάκτορά του.

216

Σεβαστέ και αγαπητέ καθηγητά, κύριε Γρηγόριε Λαρεντζάκη,

Η τιμή που σας αποδίδεται σήμερα  αποτελεί ταυτόχρονα και μεγάλη τιμή για το Τμήμα μας και το Πανεπιστήμιό μας. Για όσα έχετε προσφέρει δεν σας ευχαριστούμε απλώς, αλλά σας αγαπάμε και σας ευγνωμονούμε και προσπαθούμε να διδασκόμαστε και να σας ακολουθούμε.

Σας ευχαριστώ πολύ.

Κατηγορίες: ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Έπαινος (Εργογραφία) του επίτιμου διδάκτορα του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ κ. Γρηγορίου Λαρεντζάκη από τον αναπληρωτή καθηγητή Στυλιανό Τσομπανίδη

Ο χαιρετισμός του Προέδρου του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ, καθηγητή Παναγιώτη Σκαλτσή στην τελετή αναγόρευσης του ομότιμου καθηγητή του Πανεπιστημίου Graz της Αυστρίας κ. Γρηγορίου Λαρεντζάκη σε Επίτιμο Διδάκτορα

Λαρεντζάκης_279

«Χρή μετά ἀγάπης τούς λόγους ποιεῖσθαι, ἐπεί καί περί εἰρήνης ἐστί ὁ λόγος καί ταύτην κατέλιπεν ὁ Κύριος ἡμῖν ὥσπερ τινά κλῆρον… Χρή οὖν ἡμᾶς ταύτην ἀεί πραγματεύεσθαι καί μάλιστα ἐν τῇ παρούσῃ τῶν λόγων ὕλῃ, καί ἀπ’ ἀρχῆς ἄχρι τέλους τῶν λόγων τήν ἀγάπην τηρεῖν» (Ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικός).

Μέ τό ἀπόσπασμα αὐτό τοῦ ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ, ὁ τιμώμενος σήμερα Ὁμότιμος Καθηγητής τῆς Ὀρθόδοξης καί Οἰκουμενικῆς Θεολογίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Graz τῆς Αυστρίας, κ. Γρηγόριος Λαρεντζάκης, προλογίζει τό τελευταῖο του βιβλίο μέ τόν τίτλο «Τό Καθῆκον τῆς Ὀρθοδοξίας γιά Καταλλαγή καί Ἑνότητα. Ἐξελίξεις καί προοπτικές σέ θέματα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Διαλόγου».

Ὁ λόγος, ἐπισημαίνει τό ὡς ἄνω κείμενο, ὡς διάλογος μέ τόν ἄλλον, θά πρέπει ἀπό τήν ἀρχή μέχρι τό τέλος νά ἐμπνέεται ἀπό τήν ἀγάπη, ἐφόσον μάλιστα ὑπηρετεῖ τήν εἰρήνη, τόν πλοῦτο καί τήν κληρονομιά πού ὁ Χριστός μᾶς ἄφησε στόν κόσμο. Ἡ παλαιά ἔχθρα, τό μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ, ἡ ἁμαρτία δηλαδή, πού σάν φραγμός κρατᾶ τόν ἄνθρωπο μακριά ἀπό τό Θεό καί τό συνάνθρωπο, καταργήθηκε διά τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐνσαρκώσεως, διά τοῦ σταυροῦ καί τῆς ἀναστάσεως. Δημιουργήθηκε ἔτσι ὁ νέος ἄνθρωπος, ὁ κατηλλαγμένος μέ τό Θεό[1], ὁ συμφιλιωμένος μέ τόν ἑαυτό του καί τούς γύρω του. Στό Χριστό, τόν ἄρχοντα τῆς εἰρήνης[2], καί ἀληθινό εἰρηνοποιό, ἀνακαλύπτεται τό πραγματικό νόημα τῆς εἰρήνης, ὡς ζωή καί σωτηρία, ὡς θεία δύναμη καί ἐνέργεια πού ἑνώνει τά πάντα «σέ μία ἀσύγχυτη  συνοχή καί πραγματοποιεῖ τήν κοσμική ἑνότητα ὡς μία ὁμόνοια καί συμβίωση»[3].

Στό εἰρηναῖο αὐτό πνεῦμα πού χαρακτηρίζει τήν Ὀρθόδοξη Παράδοση καί ἀποτυπώνεται στά κείμενα τῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας, στηρίχτηκε καί ὁ Γρηγόριος Λαρεντζάκης προκειμένου ἐπί δεκαετίες, ὡς «φωνή ὑδάτων πολλῶν»[4], νά ἐργάζεται «ὑπέρ τῆς οἰκουμένης». Σ’ ἕνα περιβάλλον διαφορετικό ἀπό τό δικό μας, καί μέ τό κύρος τοῦ ἀκαδημαϊκοῦ δασκάλου ἐπιστράτευσε ὅλες του τίς δυνάμεις στή διακονία τῆς καταλλαγῆς καί ἐνάντια σέ ὅ,τι ἐνθαρρύνει τά τῆς διχοστασίας σκάνδαλα.

Λαρεντζάκης_205

«Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, γράφει στό προαναφερθέν βιβλίο του, εἶναι ζῶν ὀργανισμός καί συνεχῶς αὐξάνει καί ἐνδυναμοῦται μέ τήν χάριν τοῦ Πανάγαθου Θεοῦ διά νά μεταφέρῃ τήν εὐλογίαν αὐτοῦ εἰς πάντας τούς ἀνθρώπους καί ἐν παντί χρόνῳ καί τόπῳ. Ἀπώτερος σκοπός τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ σωτηρία πάντων τῶν ἀνθρώπων. Διά τήν πραγματοποίησιν τοῦ ὑψηλοῦ αὐτοῦ καθήκοντός της χρήζει ἡ Ἐκκλησία καί μίας συγκεκριμένης ὀργανώσεως, Δογμάτων, Κανόνων, καί Ἐκκλησιαστικῶν Διατάξεων ὡς βοηθητικῶν ὀργάνων, χωρίς νά ταυτίζεται πρός αὐτά. Ἡ Ἐκκλησία δέν ἀποτελεῖ μόνον οἱονδήποτε ὄργανον ἤ διοικητικήν ὀργάνωσιν . ἀποτελεῖ Μυστήριον τοῦ ζώντος Τριαδικοῦ Θεοῦ, ἐν τῷ ὁποίῳ ἔχει τάς ρίζας καί τήν πηγήν αὐτῆς»[5].

Μέ αὐτές τίς ἐκκλησιολογικές προϋποθέσεις, μέ ἄριστη θεολογική κατάρτιση καί μέ πλήρη τήν ἀγωνία γιά τή μαρτυρία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στό σύγχρονο κόσμο, ὁ Καθηγητής κ. Γρηγόριος Λαρεντζάκης ἔκαμε τό χρέος του ἀπέναντι στήν Ἐκκλησία, τή θεολογική ἐπιστήμη, τή σύγχρονη κοινωνία. Ὑπηρέτησε ἄριστα τό παγκόσμιο ὅραμα καί τό μεγάλο ζητούμενο τῆς Ἐκκλησίας, τό ὁποῖο, ὅπως σημειώνει ὁ Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας Ἀναστάστιος κατανοεῖται ὡς «ἡ πνευματική ἀναγέννηση τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ἐν Χριστῷ σωτηρία, ἡ νοηματοδότηση τῆς ζωῆς. Ἔτσι προσφέρει τό σημαντικότερο: καλλιεργεῖ συνειδήσεις, διαμορφώνει προσωπικότητες πού μέ τή συνέπεια τοῦ βίου τους ἐνισχύουν τό ἀνοσοποιητικό σύστημα τῆς κοινωνίας καί τό ζωογονοῦν. Τό πιό ἀναγκαῖο στή σύγχρονη ἐποχή εἶναι ἄνθρωποι πού διαθέτουν χαρακτήρα, ὅραμα, ἀντοχή καί ἀνυπόκριτη ἀγάπη, πού στηρίζουν τήν ἀντίσταση στόν ἐγωκεντρισμό – ἀτομικό, ἐθνικό ἤ φυλετικό»[6].

Αὐτό τό οἰκουμενικό ὅραμα καί ζητούμενο τό συναντᾶ κανείς σέ ὅλα τά κείμενα τῆς βιβλικῆς, πατερικῆς καί λειτουργικῆς μας παράδοσης. «κατῆλθεν εἰς τήν καθ’ ἡμᾶς οἰκουμένην ό λόγος καί ἐσαρκώθη»[7], γράφει ὁ Μεθόδιος Ὀλύμπου γιά τό Χριστό πού ἔγινε ἄνθρωπος «ἵνα ζωήν ἔχωσι καί περισσόν»[8] ὅλοι ὅσοι ἐπιζητοῦν τή σωτηρία.

Τό ὑπέρ τῆς οἰκουμένης σωτηριολογικό ἔργο τοῦ Χριστοῦ συνεχίζει ἡ Ἐκκλησία μέσα στόν κόσμο καθ’ ὅσον «διαλάμπει, κατά τόν Εὐσέβιο Καισαρείας, καθ’ ὅλης τῆς οἰκουμένης»[9]. Τό εὐαγγέλιο τῆς βασιλείας κηρύχθηκε σ’ ὅλη τήν οἰκουμένην[10], κάτι πού ἔγινε καί λειτουργικό αἴτημα «ὑπέρ τῆς κατά πᾶσαν οἰκουμένην ἁγίας… καθολικῆς καί ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας»[11]. Ἡ ἀνάγκη βεβαίως γιά εἰρήνη, καταλλαγή καί ἀγάπη, εἶναι πάντοτε ἐπιτακτική, γιατί τά σχίσματα καί οἱ διχοστασίες παραμονεύουν μέ στόχο νά ἀλλοιώσουν καί συσκοτίσουν τό ὅραμα πού ἀπεργάζεται ἡ θεμελιωμένη στό Χριστό οἰκουμενικότητα – καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως μάλιστα αὐτή βιώνεται στό Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας.

«Ἡ Ἐκκλησία δέν ζῇ διά τόν ἑαυτόν της, ἀλλά ὀφείλει νά μαρτυρῇ καί νά μοιράζεται τά δῶρα τοῦ Θεοῦ μετά τῶν ἐγγύς και τῶν μακράν. Μετέχοντες τῆς θείας Εὐχαριστίας καί προσευχόμενοι ὑπέρ τῆς οἰκουμένης, καλούμεθα νά συνεχίσωμεν τήν λειτουργίαν μετά τήν θείαν Λειτουργίαν καί νά μοιρασθῶμεν μεθ’ ὁλοκλήρου τῆς ἀνθρωπότητος τά δῶρα τῆς ἀληθείας καί ἀγάπης»[12].

Ὁ Καθηγητής κ. Γρηγόριος Λαρεντζάκης διαμηνύει μέ συνέπεια αὐτό τό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας, κάτι πού δέν εἶναι καθόλου εὔκολο. Μέ τή βαθιά γνώση τῶν πηγῶν πού ἔχει, μέ λόγο θαραλλέο καί ὀρθόδοξο, ἔχει συμβάλλει καθοριστικά στήν, ἐπί θεολογικῶν μεταξύ τῆς Ἀνατολικῆς καί Δυτικῆς Ἐκκλησίας ζητημάτων, ἐξεύρεση λύσεων ἤ ἀντιμετώπιση ἀσαφειῶν καί παρεξηγήσεων. Ξέρει νά διαλέγεται μέ τούς ἄλλους, νά ἐπισημαίνει τά λάθη των, νά ἐμπνέει τήν συνευθύνη, νά κτίζει γέφυρες, νά οἰκοδομεῖ καί ὄχι νά γκρεμίζει. Δέν εἶναι τυχαῖο πού στόν πρόλογο κάποιων ἀπό τά βιβλία του τονίζεται ὅτι «κάθε ἀνακαινιστική πρωτοβουλία τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας προέρχεται ἀπό τήν πλούσια παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας».

Τό Τμῆμα Θεολογίας, ἀναδεικνύοντας ἀκριβῶς τό πολυσήμαντο ἐπιστημονικό καί θεολογικό ἔργο τοῦ κ. Γρηγορίου Λαρεντζάκη, τή διεθνή προβολή τοῦ κειμενικοῦ και μνημειακοῦ πλούτου τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, τήν φιλόπονη θεραπεία τοῦ Διαχριστιανικοῦ Διαλόγου, ἀλλά καί τήν ἄοκνη προσπάθειά του γιά ἑνότητα, καταλλαγή, καί ἀγάπη μεταξύ τῶν ἀνθρώπων, σέ μία ἐποχή «πολυμέτωπης, ὅπως ἔχει ἐπισημανθεῖ, προσβολῆς τῆς ἀνθρώπινης ὀντολογίας»[13], αἰσθάνεται ξεχωριστή χαρά γιά τήν ἀπονομή στόν κ. Γρηγόριο Λαρεντζάκη τοῦ τίτλου τοῦ ἐπιτίμου Διδάκτορα, ὡς ἐλάχιστη ἀναγνώριση τῆς προσφορᾶς του.

Λαρεντζάκης_349

[1] Ρωμ. 5, 10.

[2] Ἠσ. 9, 6.

[3] D. PUPAZA, Ἡ θεολογία τοῦ καλοῦ καί τοῦ ἀγαθοῦ στόν ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη, Διατριβή ἐπί Διδακτορίᾳ, Θεσσαλονίκη, 2009, σ. 158.

[4] Ψαλμ. 2, 3.

[5] ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΛΑΡΕΝΤΖΑΚΗ, ὅ.π., σ. 179.

[6] ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ, Ἀρχιεπισκόπου Τυράννων καί πάσης Ἀλβανίας, Παγκοσμικότητα καί Ὀρθοδοξία. Μελετήματα Ὀρθοδόξων προβληματισμῶν, ἐκδ. «Ἀκρίτας», Ἀθήνα 2009, σ. 265.

[7] ΜΕΘΟΔΙΟΥ ΟΛΥΜΠΟΥ, Περί Ἀναστάσεως, PG 18, 329D.

[8] Ἰω. 10, 10.

[9] ΕΥΣΕΒΙΟΥ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Ὑπομνήματα εἰς τούς ψαλμούς, ΠΔ, PG 13, 312C.

[10] Ματθ. 24, 14.

[11] Ἀναφορά ἁγίου Ἰακώβου.

[12] Κοινό ἀνακοινωθέν τῆς Σύναξης τῶν Προκαθημένων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στό Φανάρι, Μάρτιος τοῦ 2014.

[13] ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Μητροπολίτου Μεσογαίας και Λαυρεωτικῆς, ἄρθρο στή Romfea.gr, Κυριακή 15 Μαΐου 2016.

Κατηγορίες: ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ο χαιρετισμός του Προέδρου του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ, καθηγητή Παναγιώτη Σκαλτσή στην τελετή αναγόρευσης του ομότιμου καθηγητή του Πανεπιστημίου Graz της Αυστρίας κ. Γρηγορίου Λαρεντζάκη σε Επίτιμο Διδάκτορα

Eπιστημονική-ενημερωτική ημερίδα με θέμα «Παιδί, εκπαίδευση και κοινωνικο-οικονομική κρίση»

Στο πλαίσιο του έργου «Υποστήριξη των Εκπαιδευτικών στην αντιμετώπιση των κοινωνικών ανισοτήτων» TOCSIN (Teacher support Confronting Social Inequalities) διοργανώνεται επιστημονική-ενημερωτική ημερίδα με θέμα «Παιδί, εκπαίδευση και κοινωνικο-οικονομική κρίση» Τετάρτη, 25 Μαΐου 2016 Αίθουσα Συνεδρίων Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Ακολουθεί το πρόγραμμα της εκδήλωσης.

Πρόγραμμα

17:00 Τα δικαιώματα του παιδιού κατά την περίοδο της κρίσης, Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης, Καθηγητής Πανεπιστημίου Μακεδονίας, πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ)

17:20 Οι επιπτώσεις της κρίσης στην εκπαίδευση, Δόμνα-Μίκα Κακανά,Φωτεινή, Γκαραγκούνη-Αραίου, Σεβαστή Θεοδοσίου, Αναστασία Μαβίδου, Πολυξένη Μανώλη, Χριστίνα Ρούση, και Κατιφένια Χατζοπούλου. Ερευνητική Ομάδα Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.

17:40 Τρόποι αντιμετώπισης των επιπτώσεων της κρίσης στην εκπαίδευση, Σοφία Αυγητίδου, Σόνια Λυκομήτρου, Ελένη Κομίνια και Βασιλική Αλεξίου,  Ερευνητική ομάδα Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας.

Την εκδήλωση θα συντονίσει ο Χρήστος Τσιρώνης, Επίκουρος Καθηγητής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Θα ακολουθήσει συζήτηση.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Eπιστημονική-ενημερωτική ημερίδα με θέμα «Παιδί, εκπαίδευση και κοινωνικο-οικονομική κρίση»

Έπαινος (Βιογραφία) του επίτιμου διδάκτορα του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ κ. Γρηγορίου Λαρεντζάκη από την Καθηγήτρια Δήμητρα Κούκουρα

Λαρεντζάκης_127

Το έτος 1942 στο χωριό Λουτράκι, στην ενδοχώρα της Επαρχίας Κυδωνίας βορειοδυτικά των Χανίων, ο Αντώνιος και η Ζωή Λαρεντζάκη απέκτησαν το δεύτερο από τα 4 παιδιά τους, τον Γρηγόριο. Η οικογένεια έμενε τότε στο διώροφο γερά κτισμένο σπίτι της, δημιούργημα της προσωπικής εργασίας του αγρότη Αντωνίου Λαρεντζάκη. Πολύ γρήγορα όμως το ζεύγος θυσίασε την άνεση της οικογένειας, για να μετοικήσουν όλοι στα Χανιά και να περιοριστούν σ’ ένα μικρό διαμέρισμα. Η αιτιολογία του πατέρα ήταν σαφής: να πάμε στη Χώρα,  για να μάθουν τα κοπέλια μιαν αράδα γράμματα!

Βεβαίως ο ίδιος ποτέ δεν φανταζόταν πόσες πολλές αράδες γράμματα θα μάθαινε ο υιός του Γρηγόριος μήτε πόσες πολλές αράδες θα είχαν τα πολυπληθή συγγράμματά του.

Ο νεαρός Γρηγόριος αποφοίτησε από το Τρίτο Δημοτικό Σχολείο Χανίων το έτος 1954 και το έτος 1961 από την Εκκλησιαστική Σχολή Κρήτης, η οποία στεγαζόταν τότε στην υστεροβυζαντινή Ι. Μονή Αγίας Τριάδος Ακρωτηρίου Χανίων. Οι ουσιαστικές θεολογικές γνώσεις, που είχε αποκτήσει στην εβδόμη επιπρόσθετη τάξη των παλαιοτέρων Εκκλησιαστικών Σχολείων και η έφεσή του για τη μόρφωση οδήγησαν τα βήματά του στον αυλόγυρο μιας άλλης βυζαντινής μονής της Αγίας Τριάδος, στην περιώνυμη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Στην επιλογή του αυτή συντέλεσε η προτροπή ενός κληρικού Χαλκίτη καθηγητή του και οπωσδήποτε οι στενοί πνευματικοί δεσμοί της Κρήτης με το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Οι σπουδές του στη Χάλκη κατά τη χρονική περίοδο 1961-65 συνέπεσαν με την έντονη αναζήτηση του χριστιανικού κόσμου να αντικρύσει κατάματα την εποχή του και να δώσει απαντήσεις σε επιτακτικά προβλήματα των εκκλησιαστικών πληρωμάτων. Στη Ρώμη συνέρχεται η Β’ Βατικανή Σύνοδος με σαφή προσανατολισμό ανοίγματος προς την Ορθόδοξη παράδοση, ενώ η αντίδραση των Ορθοδόξων Εκκλησιών εκφράζεται με την ελπίδα να διευρυνθούν οι ορίζοντες κατανόησης και να δημιουργηθεί πρόσφορο έδαφος διαλόγου «ἐπί προαγωγῇ τῆς ἑνότητος τῶν Χριστιανῶν», για την οποία προσευχήθηκε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, όπως σημειώνεται στο σχετικό μήνυμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Λαρεντζάκης_353

Η Θεολογική Σχολή της Χάλκης, παράλληλα με το βασικό πρόγραμμα των προπτυχιακών σπουδών, πρόσφερε στους σπουδαστές της  και την πολύτιμη εμπειρία των καθηγητών της ή των Ιεραρχών του Οικουμενικού θρόνου από τη συμμετοχή τους στις θεολογικές συζητήσεις, τους προβληματισμούς και τις ζυμώσεις των αρχών της δεκαετίας του ‘70. Επιπλέον οι συχνές επισκέψεις του αοιδίμου Πατριάρχου Αθηναγόρα στη Σχολή, για να γνωρίσουν οι σπουδαστές τους υψηλούς επισκέπτες του προερχόμενους από άλλες χριστιανικές παραδόσεις, αποτέλεσαν για τον εκκολαπτόμενο τότε θεολόγο μία σημαντική μαθητεία.

Το έτος 1965 ο Γρηγόριος Λαρεντζάκης απεφοίτησε από τη Χάλκη, αφού υπεστήριξε διπλωματική επί πτυχίω εργασία με τίτλο «Η περί θείας χάριτος Ορθόδοξος διδασκαλία» με σύμβουλο Καθηγητή της Δογματικής τον μετέπειτα Μητροπολίτη Εφέσου κυρό Χρυσόστομο Κωνσταντινίδη, επιφανή εκπρόσωπο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στους πολυμερείς και διμερείς χριστιανικούς διαλόγους επί δεκαετίες.

Στη συνέχεια,  με συστάσεις του Σχολάρχη της Χάλκης Μητροπολίτη Σταυρουπόλεως κυρού Μαξίμου, πήρε υποτροφία της Ρωμαιοκαθολικής Συνόδου της Αυστρίας για περαιτέρω σπουδές.

Ο φιλομαθής Γρηγόριος ο Κρης, πτυχιούχος της Ορθοδόξου Θεολογίας και Διδάσκαλος Ορθοδόξου Χριστιανικής Θεολογίας, όπως είναι ο τίτλος των αποφοίτων της Χάλκης, πριν από μισό αιώνα έφτασε στην Αυστρία: για να διδαχτεί τη Ρωμαιοκαθολική Θεολογία και να γίνει ο πρώτος μη Ρωμαιοκαθολικός διδάκτοράς της, να αναλάβει σοβαρό τεκμηριωμένο θεολογικό διάλογο μαζί της και να αξιωθεί να διδάξει πρώτος την Ορθόδοξη Θεολογία σε Αυστριακό ΑΕΙ με πλήρη αποδοχή και αναγνώριση.

Λαρεντζάκης_169

Στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου του Σάλτζμπουργκ παρακολούθησε  Ρωμαιοκαθολική Θεολογία για ένα χρόνο  1965-1966, αλλά γρήγορα μεταγράφηκε στην ονομαστή για τους καθηγητές της  Θεολογική Σχολή του Ίννσμπρουγκ, όπου στη διάρκεια της τριετίας 1966-1969 εκπόνησε την πρώτη διδακτορική του διατριβή με θέμα «Η προΰπαρξη της Eκκλησίας (ecclesia ab initio) και αναγορεύτηκε τον Ιούλιο του 1969 διδάκτορας της Ρωμαιοκαθολικής Θεολογίας.

Η παράλληλη ακαδημαϊκή του έρευνα  στην Ορθόδοξη Θεολογία είχε ως καρπό τη διδακτορική διατριβή που ξεκίνησε στην ενιαία Θεολογική Σχολή του ΑΠΘ και υποστηρίχθηκε στο Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής και Θεολογίας  το έτος 1983 με θέμα «Η Εκκλησία της Ρώμης και ο Επίσκοπος αυτής, βάσει των πατερικών πηγών» και σύμβουλο καθηγητή τον τότε θιασώτη της οικουμενικής κίνησης καθηγητή Θεόδωρο Ζήση.

Η συλλογή των πανεπιστημιακών του τίτλων, που αντιστοιχούν σε επίπονη εξειδικευμένη έρευνα και αντίστοιχη διδασκαλία στο Πανεπιστήμιο του Γκρατς, συνεχίστηκε με την υφηγεσία που υπέβαλε με τίτλο «Η ενότητα του ανθρώπινου γένους και η ενότητα της Εκκλησίας κατά τον Μέγα Αθανάσιο» και την αναγόρευσή του σε Υφηγητή της Θεολογίας και της Κλασσικής Φιλολογίας το έτος 1982, εφόσον είχε παράλληλα ασχοληθεί και με κείμενα της κλασικής και μετακλασικής Γραμματείας.

Οι προσεγμένες και επίπονες σπουδές και μελέτες του ως το έτος 1987, οπότε εκλέχτηκε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Γκρατς, συνδυάστηκαν με μία παράλληλη αδιάκοπη διδασκαλία στο ίδιο Πανεπιστήμιο στη Ρωμαιοκαθολική του Σχολή, σε διάφορες βαθμίδες από το έτος 1970 έως το 2008, με γνωστικό αντικείμενο την Ορθόδοξη Θεολογία και την Οικουμενική Κίνηση και Θεολογία. Επίσης έδωσε διαλέξεις ως επισκέπτης καθηγητής στη Ρωμαιοκαθολική Σχολή του Πανεπιστημίου της Βιέννης (1970-1975) και στη ν αντίστοιχη Σχολή του Λιντς στη διετία 1983-1984.

Λαρεντζάκης_237

Κατά περιόδους δίδαξε στο Οικουμενικό Ινστιτούτο του Μποσέ στη Γενεύη. Ομοίως παρέδωσε μαθήματα σε μεταπτυχιακά σεμινάρια ή πήρε μέρος σε συνέδρια με εισηγήσεις σε πολλά πανεπιστήμια στην Αυστρία, Γερμανία, Βέλγιο, Τσεχία, Ελβετία, Ιταλία, Ολλανδία, Πολωνία, Ρουμανία, Δανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Νορβηγία, Ρωσία Λευκορωσία, Σερβία και την Ελλάδα

Αξιοσημείωτη είναι η διδακτική του προσφορά με τα μαθήματα Ορθόδοξης Θεολογίας στην Ανωτάτη Τριτοβάθμια Παιδαγωγική και Θεολογική Σχολή της Βιέννης, για διδασκάλους που προέρχονται από όλες τις ορθόδοξες δικαιοδοσίες στην Αυστρία και διδάσκουν το ομολογιακό μάθημα των θρησκευτικών στα σχολεία της χώρας.

Ο σήμερα τιμώμενος καθηγητής, εκτός από το πολυσχιδές διδακτικό και συγγραφικό του έργο, έγινε επίσης ευρύτατα γνωστός από ομιλίες και συνεντεύξεις σε ραδιοφωνικά και τηλεοπτικά δίκτυα διαφόρων  ευρωπαϊκών χωρών.

Η ακαδημαϊκή έρευνα και διδασκαλία του καθηγητή Λαρεντζάκη και η δαψιλής συγγραφική του παραγωγή ουδόλως τον απομάκρυναν από διοικητικές θέσεις ευθύνης και δημιουργικών πρωτοβουλιών είτε στο πανεπιστήμιο του Γκρατς είτε σε άλλους Οργανισμούς και Ινστιτούτα με έδρα το Γκράτς, την Αυστρία ή άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Οι βασικοί στόχοι των δράσεών του, όπως και των σπουδών του υπήρξαν δύο:

Α) Η ορθόδοξη μαρτυρία βασισμένη στην ερμηνεία της Γραφής και την κατανόησή της από την Πατερική Γραμματεία

Β) Η γνωριμία των ορθοδόξων λαών και του πολιτισμού τους με επιτόπιες επισκέψεις για την πληρέστερη κατανόηση και των πνευματικών τους εμπειριών.

Λαρεντζάκης_225

Με αυτόν τον τρόπο διετέλεσε:

 Πρόεδρος του Τμήματος Ορθοδόξου Θεολογίας στο Πανεπιστήμιο του Γκρατς (1990-2007)

Διευθυντής του Ινστιτούτου Οικουμενικής Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Γκράτς (1995 έως 1997) και Υποδιευθυντής του (1997-2007).

Μέλος και πολλάκις Πρόεδρος του Διαχριστιανικού Συμβουλίου του Γκράτς.

Αντιπρόεδρος του Οικουμενικού Ιδρύματος Pro Oriente Γκράτς.

Μέλος της Επιτροπής επί των Θεολογικών Σπουδών του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Εκκλησιών (ἕδρα στήν Γενεύη).

Μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Εκκλησιών (Γενεύη).

Πρόεδρος της Οργανωτικής Επιτροπής για την Α’ Συνέλευση όλων των Ευρωπαϊκών Εκκλησιών που έγινε στο Γκράτς τον Ἰούνιο του 1997 με τη συμμετοχή στην καταληκτήρια τελετή 25.000 Ευρωπαίων.

– Διευθυντής από το 1999 του συντονιστικού γραφείου για την προώθηση της θεσμικής συνεργασίας των Θεολογικών Σχολών της Ευρώπης (Grazer Prozess).

Λαρεντζάκης_337

Παράλληλα

– Διοργάνωσε και πραγματοποίησε πολλά επιστημονικά συνέδρια και εκπαιδευτικά ταξίδια του Πανεπιστημίου του και άλλων ΑΕΙ στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, στο ΑΠΘ, στο ΕΚΠΑ και στην Ορθόδοξο Ακαδημία Κρήτης. Σε συνεργασία με το Ίδρυμα Pro Oriente και άλλα επιμορφωτικά Ιδρύματα πραγματοποίησε εκπαιδευτικά ταξίδια στην Ουκρανία, Ρουμανία, Ουγγαρία, Ιεροσόλυμα, Συρία, Αλεξάνδρεια, Κάιρο.

Ο βίος και η πολιτεία του καθηγητή Λαρεντζάκη στην Αυστρία υπήρξαν παράλληλοι με τη διακονία του επιφανούς Μητροπολίτου Αυστρίας και Μεσευρώπης του κλίματος του Οικουμενικού Πατριαρχείου κυρού Μιχαήλ Στάικου, με τον οποίο τον συνέδεαν σχέσεις αρραγούς φιλίας, αμοιβαίου σεβασμού και αγαστής συνεργασίας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ο καθηγητής Λαρεντζάκης εκπροσώπησε τη Μητρόπολη Αυστρίας σε πολλές Επιτροπές, διεθνείς και διεκκλησιαστικούς Οργανισμούς.

Εξάλλου, με απ’ ευθείας ανάθεση, ως εκπρόσωπος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, πήρε μέρος με εμπεριστατωμένες εισηγήσεις σε Διμερείς Θεολογικούς Διαλόγους στο πλαίσιο του Συμβουλίου Ευρωπαϊκών Εκκλησιών.

Οι τιμητικές διακρίσεις που απαριθμούνται στο βιογραφικό του είναι δηλωτικές της πολυκύμαντης διακονίας του στα θεολογικά γράμματα τον ελληνικό πολιτισμό και στην αναζήτηση κοινών καταβολών με τον δυτικοευρωπαϊκό μέσα από τη Ρωμαιοκαθολική θεολογική σκέψη:

Λαρεντζάκης_446

Ο κ. Λαρεντζάκης είναι

Άρχων Μέγας Πρωτονοτάριος του Οικουμενικού Πατριαρχείου και έχει λάβει τον

Χρυσό Σταυρό του Τάγματος της Τιμής του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας

 τον Χρυσό Σταυρό

του Πατριαρχείου Ρουμανίας

–  των Αγίων Αποστόλων Παύλου και Τίτου της Εκκλησίας Κρήτης

της Μητροπόλεως Ρόδου

της Μητροπόλεως Βεροίας

Λαρεντζάκης_227

Από την Αυστρία έχει τιμηθεί με το

– Τιμητικό Παράσημο Επιστημών και Καλών Τεχνών Α’ Τάξεως του Προέδρου της Αυστριακῆς Δημοκρατίας, με τον

– Μεγάλο χρυσό Σταυρό του Ομοσπονδιακού κράτους της Στυρίας και με το

– Χρυσό Παράσημο τῆς πόλεως τοῦ Γκράτς Αὐστρίας

Έχει εκλεγεί

Τακτικό Μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Επιστημών και Καλών Τεχνών, (έδρα Salzburg)

και είναι επίτιμο μέλος

του Συλλόγου Ελλήνων Φοιτητών και Επιστημόνων του Γκρατς

της Ελληνο-Αυστριακής Εταιρίας του Γκρατς.

–  του Οικουμενικού Ιδρύματος Pro Oriente, Βιέννη (24.3.2008)

της Συγκλήτου του Πανεπιστημίου Sibiu Ρουμανίας.

Έχει τιμηθεί με το βραβείο

AbtEmmanuelHeufelderPreis, Niederaltaich Γερμανίας

Και με τον τίτλο του

Ιππότη του Τάγματος του Αγίου Γρηγορίου του Μεγάλου, Πάπα Ρώμης

Λαρεντζάκης_392

Ο καθηγητής Λαρεντζάκης στα χρόνια των μεταπτυχιακών του σπουδών γνώρισε στο Ινσμπρουγκ την Μαργκουντ Φόγκλ, τότε φοιτήτρια και αργότερα καθηγήτρια της Ψυχολογίας, την εκλεκτή και υπομονετική σύζυγό του και μητέρα των ταλαντούχων παιδιών τους της Εμμανουέλας και του Αντωνίου. Η οικογένειά του επαυξημένη με τους τέσσερις εγγονούς του αποτελούν την ουσιαστική  χαρά της ζωής του.

Ο Γρηγόριος Λαρεντζάκης, με τις επίπονες σπουδές του, την ακαδημαϊκή του πορεία και την πολυσχιδή διακονία του στην Εκκλησία, τα Γράμματα και τον πολιτισμό αφήνει ένα σαφές παράδειγμα διαλόγου προς όλους τους συγχρόνους και ιδιαιτέρως προς τους νεωτέρους, το οποίο διδάσκει ότι

– η προσέγγιση του διαφορετικού προϋποθέτει την αυτογνωσία του ομιλητή και την επαρκή γνώση του συνομιλητή.

– η διακονία των Ορθοδόξων στους διμερείς ή πολυμερείς διαχριστιανικούς και στους διαθρησκειακούς διαλόγους δεν είναι προδοσία, υποχώρηση, συμβιβασμός, συμφυρμός ή σύγχυση. Είναι νηφάλια, ειλικρινής, σαφής και δυναμική παράθεση της ορθόδοξης πατερικής ερμηνείας της Γραφής για τη διδασκαλία της Εκκλησίας και παράλληλη δυναμική προσπάθεια δημιουργικής κατανόησης του συνομιλητή.

Βεβαίως, στην περίπτωση του ιδίου, η νηφαλιότητα εναλλάσσεται από Κρητική εκρηκτική ομοβροντία από αδιάσειστα επιχειρήματα περί της αληθείας των Ορθοδόξων, η οποία όμως δεν σταματά μόνον εκεί: με το ίδιο πάθος επισημαίνονται τα κοινά σημεία με τους ομιλητές που μπορούν να στηρίξουν τον διάλογο ή ακόμη γίνεται η αυτοκριτική για την ανακολουθία μεταξύ Ορθοδοξίας και Ορθοπραξίας.

Όποιος είχε την ιδιαίτερη χαρά να συνυπάρξει με τον καθηγητή σε παρόμοιες περιστάσεις δεν δυσκολεύεται καθόλου να κατανοήσει γιατί τον έχουν τιμήσει τόσο πολλοί οι Ρωμαιοκαθολικοί στην παράδοση των οποίων ευχερώς και ευθαρσώς επισημαίνει λανθασμένες ερμηνείες: διότι είναι ειλικρινής, τεκμηριωμένος και γνωρίζει να τους ακούει.

Αξιότιμε κύριε Λαρεντζάκη.

Λαρεντζάκης_151

Ίσως δεν είναι τυχαίο που η Ρωμαιοκαθολική εκκλησία σας έχει τιμήσει με τη διάκριση του πάπα Γρηγορίου του Μεγάλου, ο οποίος είναι  σεβαστός άγιος και στην Ανατολή, περισσότερο γνωστός ως Γρηγόριος ο Διάλογος από το βιβλίο των διαλόγων που αποδίδεται στον ίδιο. Πιθανόν, όσοι σας τίμησαν στο πρόσωπο σας να έχουν διακρίνει έναν λαϊκό Γρηγόριο τον Διάλογο, ορμώμενον από την Ανατολή  που αγωνίζεται για μισό αιώνα στη Δύση να επισημάνει τα σημεία της ενότητας της πρώτης και αδιαίρετης Εκκλησίας και να συμβάλει στη συμφιλίωση και την καταλλαγή.

Κατηγορίες: ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Έπαινος (Βιογραφία) του επίτιμου διδάκτορα του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ κ. Γρηγορίου Λαρεντζάκη από την Καθηγήτρια Δήμητρα Κούκουρα

Πεπραγμένα της Ημερίδας: «Μεταπτυχιακή Έρευνα στον Τομέα Εκκλησιαστικής Ιστορίας, Χριστιανικής Γραμματείας, Αρχαιολογίας και Τέχνης»

Της λέκτορος του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ Αντωνίας Κυριατζή

ΚυριατζήΣτο πλαίσιο μιας σειράς επιστημονικών και καλλιτεχνικών εκδηλώσεων του Τμήματος Θεολογίας με τίτλο: «Εβδομάδα Θεολογικού Λόγου και Τέχνης» (16-20 Μαΐου 2016) πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη 18 Μαΐου 2016, στο Α΄ Αμφιθέατρο της Θεολογικής Σχολής, επιστημονική Ημερίδα που διοργάνωσε ο Τομέας Εκκλησιαστικής Ιστορίας, Χριστιανικής Γραμματείας, Αρχαιολογίας και Τέχνης με θέμα: «Μεταπτυχιακή Έρευνα στον Τομέα Εκκλησιαστικής Ιστορίας, Χριστιανικής Γραμματείας, Αρχαιολογίας και Τέχνης». Μετά το χαιρετισμό που απηύθυνε ο Πρόεδρος του Τμήματος Θεολογίας Καθηγητής κ. Παναγιώτης Σκαλτσής και η Διευθύντρια του Τομέα Αναπλ. Καθηγήτρια κ. Ευαγγελία Αμοιρίδου ακολούθησαν οι εισηγήσεις των μεταπτυχιακών φοιτητών και υποψηφίων διδακτόρων του Τομέα. Συγκεκριμένα έγιναν είκοσι εισηγήσεις κατανεμημένες κατά κλάδο ειδίκευσης του Τομέα. Στην πρώτη συνεδρία υπό την προεδρία του Σεβ. Μητροπολίτη Αρκαλοχωρίου, Καστελλίου και Βιάννου Καθηγητή κ. Ανδρέα Νανάκη και του Αναπλ. Καθηγητή κ. Διονυσίου Βαλαή παρουσίασαν τις εισηγήσεις τους οι μεταπτυχιακοί φοιτητές που ειδικεύονται στο γνωστικό πεδίο της Ιστορίας. Στη δεύτερη συνεδρία, υπό την προεδρία του Καθηγητή κ. Φώτιου Ιωαννίδη και του Αναπλ. Καθηγητή κ. Παναγιώτη Υφαντή, έγιναν οι εισηγήσεις των φοιτητών που ειδικεύονται στο γνωστικό πεδίο της Γραμματείας. Στην τρίτη συνεδρία, υπό την προεδρία της Επίκ. Καθηγήτριας κ. Γλυκερίας Χατζούλη και της Λέκτορος κας Αντωνίας Κυριατζή, (η Καθηγήτρια κα Μαρία Καζαμία-Τσέρνου είχε ανειλημμένη υποχρέωση στο Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης), έγιναν οι εισηγήσεις των φοιτητών του κλάδου της Αρχαιολογίας και Τέχνης και, τέλος, υπό την προεδρία της Επίκ. Καθηγήτριας κας Ελένης Οικονόμου και του Αναπλ. Καθηγητή κ. Ηλία Ευαγγέλου παρουσιάσθηκαν οι εισηγήσεις των φοιτητών που ειδικεύονται στο γνωστικό αντικείμενο της Ιστορίας των Σλαβικών Εκκλησιών. Ακολούθησε συζήτηση και διάλογος επί των εισηγήσεων.

Η Επιστημονική Ημερίδα, την οποία παρακολούθησαν προπτυχιακοί και μεταπτυχιακοί φοιτητές, στέφθηκε με επιτυχία χάρη στο πνεύμα συνεργασίας που επικράτησε τόσο κατά την προετοιμασία όσο και κατά τη διεξαγωγή των εργασιών, και χάρη στην στήριξη του Προέδρου του Τμήματος Θεολογίας κ. Παναγιώτη Σκαλτσή και της Διευθύντριας του Τομέα κας Ευαγγελίας Αμοιρίδου, η οποία έκλεισε την εκδήλωση με την ευχή να καθιερωθεί και να πραγματοποιείται κάθε χρόνο η Ημερίδα αυτή, ώστε να αναδεικνύεται το έργο που παράγεται από την έρευνα και συγγραφή μεταπτυχιακών εργασιών και διδακτορικών διατριβών στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών του Τομέα Εκκλησιαστικής Ιστορίας, Χριστιανικής Γραμματείας, Αρχαιολογίας και Τέχνης του Τμήματος Θεολογίας του Α.Π.Θ.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Πεπραγμένα της Ημερίδας: «Μεταπτυχιακή Έρευνα στον Τομέα Εκκλησιαστικής Ιστορίας, Χριστιανικής Γραμματείας, Αρχαιολογίας και Τέχνης»