Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα «Ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Μιχαήλ Κωνσταντινίδης. Η προσφορά του στην Εκκλησία, το Γένος και τον Ελληνισμό»

afisa_SynedrioΔιεθνές Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα «Ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Μιχαήλ Κωνσταντινίδης. Η προσφορά του στην Εκκλησία, το Γένος και τον Ελληνισμό» θα πραγματοποιηθεί στις 1-2 Σεπτεμβρίου 2017 στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Το Διεθνές αυτό Επιστημονικό Συνέδριο διοργανώνεται από τον Τομέα Εκκλησιαστικής Ιστορίας, Χριστιανικής Γραμματείας, Αρχαιολογίας και Τέχνης του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ και τελεί υπό την αιγίδα του Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου.

Δείτε εδώ το αναλυτικό πρόγραμμα του Συνεδρίου.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα «Ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Μιχαήλ Κωνσταντινίδης. Η προσφορά του στην Εκκλησία, το Γένος και τον Ελληνισμό»

Χαιρετισμός του Προέδρου του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ καθηγητή κ. Παναγιώτη Σκαλτσή στην ορκωμοσία των νέων πτυχιούχων (14 Ιουλίου 2017)

ΣκαλτσήςΘεοφιλέστατε Άγιε Αμορίου

Κύριε Κοσμήτορα

Κυρίες και κύριοι Συνάδελφοι

Κυρίες και κύριοι

Αγαπητοί νέοι πτυχιούχοι του Τμήματος Θεολογίας

Η σημερινή ημέρα είναι μεγάλη και σημαντική για τη σταδιοδρομία σας. Είναι μέρα που λαμβάνετε το Πτυχίο σας, με το οποίο βγαίνετε στην κοινωνία, για να αναδείξετε τις ικανότητές σας, να ξεδιπλώσετε την προσωπικότητά σας και να ανταγωνιστείτε στις συνθήκες της σύγχρονης πραγματικότητας. Είναι αλήθεια, αγαπητοί μου, ότι η επιστήμη την οποία σπουδάσατε αυτά τα χρόνια εξελίσσεται διαρκώς. Και αυτό σημαίνει ότι απαιτεί διαρκή παρακολούθηση των εξελίξεών της. Οι ερευνητές της Θεολογίας, όπως και κάθε επιστημονικού κλάδου, διαρκώς ανακαλύπτουν καινούρια ευρήματα και διευρύνουν τον ορίζοντα των γνώσεών της.

Αυτό φανερώνει και μια άλλη αλήθεια: Ότι το μεγάλο ταξίδι της γνώσης, αυτό που ξεκίνησε από τη θητεία σας στην υποχρεωτική εκπαίδευση και εισήλθε σε άλλο επίπεδο, όταν περάσατε στο Πανεπιστήμιο, στην πραγματικότητα δεν έχει τέλος. Ο επιστήμονας, δεν παύει να απασχολείται με αυτό που σπούδασε, αυτόν δεν παύουν να τον προβληματίζουν τα ζητήματα του κλάδου της ειδικότητάς του, αυτός δεν θα σταματήσει να εξερευνά την αλήθεια στα ερωτήματα που ταλαιπωρούν τους συνανθρώπους του.

Και βέβαια, στις περισσότερες περιπτώσεις είναι η ίδια η κοινωνία η οποία θέτει τις απαιτήσεις αυτές και όχι μόνο η αγορά εργασίας. Για παράδειγμα, οι σχέσεις της Εκκλησίας με τις ποικίλες στιγμές του κοινωνικού βίου, δημιουργούν πολλές απορίες στους συμπολίτες μας, πιστούς ή μη. Γι’ αυτό και πολύ συχνά αναζητούν μια πιο έγκυρη γνώμη, κάποιον να τους κατατοπίσει για όσα συμβαίνουν στο κοινωνικό πεδίο και αφορούν θρησκευτικά ζητήματα. Κατά κανόνα, αυτός που θα αναζητήσουν θα είναι ένας θεολόγος, και ανήκει πλέον στη δική του ευθύνη εάν θα έχει την απαιτούμενη κατάρτιση, σύνεση και νηφαλιότητα, για να ανταποκριθεί σε εκείνα που του ζητά το κοινωνικό του περιβάλλον.

Η προσπάθεια αυτή της διαρκούς επιμόρφωσης είναι πράγματι επίπονη. Είναι ανάλογη αυτής που καταβάλλατε μέχρι τώρα για να συμμετάσχετε στη σημερινή χαρά. Απαιτεί θυσίες, συγκέντρωση, σοβαρότητα και υπευθυνότητα. Είναι ένα είδος άσκησης, για να χρησιμοποιήσω έναν θεολογικό όρο. Και όπως ακριβώς η άσκηση στην παράδοση της Εκκλησίας μας σημαίνει αρχικά υποβολή σε κόπους για τη συγκρότηση μιας άρτιας προσωπικότητας και την απόλαυση αγαθών στη συνέχεια, έτσι ακριβώς και η ερευνητική διαδικασία, η διαρκής μόρφωση ισοδυναμεί με ορισμένες στερήσεις και επιμονή στη σπουδή, που θα αποφέρουν σε κάποια στιγμή τους δικούς τους καρπούς. Η Παιδεία σημαίνει παιδεμό – που μορφώνει ανθρώπους άξιους, διαμορφώνει χαρακτήρες ακέραιους και προσφέρει στο κοινωνικό σύνολο προκοπή.

Έτσι προχωρά και προοδεύει μια κοινωνία. Το βλέπετε εξάλλου σε αυτά που κατέκτησαν και συνεχίζουν να κατακτούν οι συνάδελφοί σας άλλων επιστημών, κυρίως των λεγομένων θετικών ή των επιστημών υγείας. Μέσα από εξαντλητικές προσπάθειες αναζητούν την απάντηση και τη λύση στα αινίγματα της φύσης ή στους εχθρούς που απειλούν τον ανθρώπινο οργανισμό. Στρατιές ολόκληρες απ’ αυτούς εργάζονται νύχτα και μέρα στα εργαστήριά τους και από διάφορες θέσεις, για να δρέψει μια ολόκληρη κοινωνία τα αποτελέσματα του μόχθου τους.

Και μη νομίζετε ότι με αυτούς τους ανθρώπους σάς χωρίζει κάποιο χάσμα, ότι βρίσκονται κάπου πολύ μακριά από σας. Τα τρέχοντα ρεύματα της επιστημονικής έρευνας συνολικά μιλούν για τη λεγόμενη διεπιστημονική συνεργασία. Τη συνεξέταση δηλαδή των προβλημάτων από διαφορετικές πλευρές και την έξοδό τους από την απολυτοποιημένη εξειδίκευση. Για το λόγο αυτόν ακριβώς παρατηρούμε και τη συνάντηση επιστημόνων διαφόρων προελεύσεων και ειδικοτήτων σε πολλαπλά επίπεδα και φόρα. Όπως ομολογείται εξάλλου και από υπεύθυνα επιστημονικά χείλη, η φύση των σημερινών προβλημάτων και των προκλήσεων που αντιμετωπίζει η σύγχρονη έρευνα είναι τέτοια, που χρειαζόμαστε το θεολόγο όσο και το βιολόγο, το φιλόσοφο όσο και το φυσικό, τον κοινωνιολόγο όσο και το μηχανικό. Κανείς δεν περισσεύει και του καθενός η συμβολή είναι πολύτιμη και επωφελής στην μελέτη και κατανόηση του μυστηρίου του Θεού, αλλά και του ανθρώπου.

Το αύριο λοιπόν που σας περιμένει, σημαίνει ότι σας επιφυλάσσει αυτήν ακριβώς τη συνάντηση με τους συνομηλίκους σας από τις άλλες σχολές. Να εμπνεύσετε το λόγο των Ανθρωπιστικών Επιστημών και δη αυτού της Θεολογίας στην ερευνητική αποστολή και το έργο των Θετικών Επιστημών. Μην υποτιμάτε τις γνώσεις που λάβατε: οι άλλοι τις περιμένουν και είναι χρήσιμες γι’ αυτούς. Σταθείτε με πεποίθηση και αξιοπρέπεια στο διάλογο μαζί τους: εκείνοι πρώτοι τον επιδιώκουν, όπως βλέπουμε σε διάφορες ευκαιρίες που μας καλούν (π.χ. τη Βιοηθική, τη συζήτηση για τα θέματα του περιβάλλοντος, την επιστημονική δεοντολογία κ.α.) και περιμένουν από μας «λόγον αγαθόν», «λόγον ελπίδας», παρηγοριάς και στηρίγματος στο σύγχρονο άνθρωπο και τις γενιές που μέλλονται ν’ ακολουθήσουν. Εμείς πάλι πρέπει να καταθέτουμε τη συμβολή μας με θάρρος, με παρρησία, με πληρότητα εσωτερική, να δίνουμε «λόγον παντί τω αιτούντι».

Αυτό όμως προϋποθέτει ότι είμαστε ανοιχτοί σε αυτόν το διάλογο, αλλά κυρίως ότι γνωρίζουμε καλά αυτά που ξέρουμε, ότι είμαστε επαρκείς γνώστες της δικής μας επιστήμης. Ότι, αν μη τι άλλο, μάθαμε τουλάχιστον αυτά τα χρόνια στα πανεπιστημιακά έδρανα, πώς πρέπει να ψάχνουμε για να βρούμε την αλήθεια των πραγμάτων και πόσο ανικανοποίητοι πρέπει να είαστε από τις επιδόσεις μας, ώστε να θέτουμε διαρκώς καινούριους στόχους και να τους πετυχαίνουμε.

Καλή σταδιοδρομία, θερμά συγχαρητήρια!

Κατηγορίες: ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Χαιρετισμός του Προέδρου του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ καθηγητή κ. Παναγιώτη Σκαλτσή στην ορκωμοσία των νέων πτυχιούχων (14 Ιουλίου 2017)

Περιοδικό ΘΕΟΛΟΓΙΑ (Τόμος 88, Τεύχος 1, Ιανουάριος-Μάρτιος 2017)

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

TheologiaΠΡΟΛΟΓΟΣ                5

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Ε. ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ, Χάρις, Χαρίσματα και Αξιώματα      11

ΑΡΧΙΜ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Δ. ΠΑΠΑΘΩΜΑ, Η Αντινομική διαπάλη θεσμικού και χαρισματικού στην Εκκλησία          23

ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Λ. ΤΣΙΓΚΟΥ, Ο Ιερός Χρυσόστομος ως χαρακτηριστικό παράδειγμα συνύπαρξης και συνεκδήλωσης χαρίσματος και θεσμού        47

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΡ. ΥΦΑΝΤΗ, Η αναγνώριση αγίων στην Ορθόδοξη Εκκλησία ως διάλογος μεταξύ θεσμού και χαρίσματος        67

ΔΗΜΗΓΓΡΙΟΥ Η. ΝΙΚΟΛΑΚΑΚΗ, Η διαδικασία αναγνώρισης αγίων κατά την κανονική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας              83

NENAD MILOSEVIC, Χάρισμα και θεσμός στη Θεία Ευχαριστία. Η λειτουργική διάσταση του βιβλικού όρου «Αναφορά»         135

ΖΑΜΠΙΑΣ ΑΓΡΙΜΑΚΗ, «ούκ έκ τέχνης, αλλ’ ένθεοι καί κατεχόμενοι…». Η Επικράτεια τού κανόνα και το χάρισμα έμπνευσης          155

ΘΕΟΔΩΡΟΥ Ξ. ΓΙΑΓΚΟΥ, Μέγας Φώτιος και Νικόδημος Αγιορείτης. Η συμβολή τους στην αποτύπωση του Κανονικού Συνειδότος     175

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΥ, Θεσμός και χάρισμα στην περί ποιμένα διδασκαλία της Regula Pastoralis του Γρηγορίου Διαλόγου          205

ΠΡΩΤΟΠΡ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Γ. ΜΕΛΙΣΣΑΡΗ, Διαλεκτικές ακροβασίες θεσμού και χαρίσματος στην Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία – Θεολογική καί ποιμαντικοψυχολογική θεώρηση              219

ΙΔΙΟΜΕΛΑ

ΠΛΝΑΓΙΩΤΟΥ ΑΓΤΕΛΟΠΟΥΛΟΥ, Παραβιάσεις του Μωσαϊκού Νόμου και του Ρωμαϊκού Δικαίου στη Δίκη τού Χριστού              259

ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ           283

ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΑΝΑΛΕΚΤΑ         295

ΒΙΒΛΙΟΣΤΑΣΙΟΝ       309

ΑΝΑΛΟΓΙΟΝ             315

Κατηγορίες: ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Περιοδικό ΘΕΟΛΟΓΙΑ (Τόμος 88, Τεύχος 1, Ιανουάριος-Μάρτιος 2017)

Χαράλαμπος Ατματζίδης, Οι όροι «αὐτάρκεια» και «αὐτάρκης» στην παύλεια θεολογία και την ελληνική φιλοσοφία

dsc_5283

Η ομιλία του αναπληρωτή καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ στην Ι.Μ. Βλατάδων για τον εορτασμό του Αποστόλου Παύλου

Θεοφιλέστατε,

κύριε Διευθυντά του Ιδρύματος,

κυρίες και κύριοι

Για μια ακόμη φορά συναχθήκαμε στον φιλόξενο αυτόν χώρο του Οικουμενικού Πατριαρχείου μας για να τιμήσουμε τoν «τρισμέγιστο φωστήρα» απόστολο Παύλο. Ήδη κατά τον  εσπερινό και την θεία λειτουργία η κοινότητα των πιστών αναγνώρισε και τίμησε την προσφορά του Σαούλ του «θείου αυτού σαγηνευτή των εθνών». Σε μας απομένει να επισημάνουμε λίγα ακόμη για τον  Παύλο, ψήγματα, αφιερωμένα στον μεγάλο απόστολο, ψήγματα, που συμπυκνωμένα περιέχονται στις εκφράσεις του απολυτίκιου του αγίου που μόλις ψάλαμε, και τα οποία περιγράφουν τον Σαύλο ως τον «Αθηναίων διδάσκαλο» και της «Οικουμένης αγλάισμα».

Γιατί όμως «Αθηναίων διδάσκαλο», αφού γνωρίζουμε από την περιγραφή του Λουκά ότι ο Παύλος μόνον ειρωνικά σχόλια απεκόμισε από τους φιλοσοφημένους Αθηναίους, όταν μίλησε σε αυτούς; Και γιατί «οικουμένης αγλάισμα», αφού πολλοί παραδοσιακοί χριστιανοί, της ημεδαπής και της αλλοδαπής, θεωρούν τον Παύλο ως τον νευρωτικό «new born christian», για να χρησιμοποιήσω σύγχρονη ορολογία, ο οποίος αποκηρύσσει μετά βδελυγμίας την παλιά του πίστη και αγωνίζεται με αντιεβραϊκό μένος, ως ένα είδος «Νενέκου», να στεριώσει τη νέα πίστη, τη μοναδική πίστη, την αλάνθαστη πίστη, την μη έχουσα ίχνος από τα ιουδαϊκά ψεγάδια της πατρογονικής του θρησκείας;

Φοβούμαι ή μάλλον είμαι πεπεισμένος ότι όλοι οι παραπάνω φωτογράφισαν τον Παύλο με ευρυγώνιο φακό και τον παρουσίασαν παραμορφωμένο.

Αντίθετα, η σύγχρονη έρευνα έδειξε πώς ο απόστολος Παύλος είναι και φιλοσοφημένος νους και οικουμενικός άνδρας. Φυτεύει την χριστιανική  δοξασία στο πολιτισμικό περιβάλλον της εποχής του και την ενδυναμώνει με την φιλοσοφική καβαλίνα του ελληνορωμαϊκού κόσμου. Αυτό φαίνεται όταν διαβάζουμε τόσο τις δικές του επιστολές όσο και τις επιστολές εκείνες που έγραψαν αργότερα οι μαθητές του στην Έφεσο, στο μεγάλο αυτό εργαστήρι του χριστιανισμού του πρώτου και του δεύτερου μ.Χ. αιώνα.

Αγαπητές και αγαπητοί μου,

δεν σκοπεύω να σας κουράσω. Ζητώ μόνον την υπομονή σας να σας δείξω με ένα παράδειγμα την αλήθεια των όσων παραπάνω υποστήριξα. Αναφέρομαι στην φιλοσοφική έννοια της «αυτάρκειας» και στο επίθετο «αυτάρκης», που είναι λέξεις κεντρικής σημασίας για τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό, που τότε κυριαρχούσε στον μεσογειακό χώρο, στον χώρο δηλαδή που μεγάλωσε και ανδρώθηκε και ο Σαούλ και οι συμπατριώτες του Ιουδαίοι.

Αξιοπρόσεκτο επίσης είναι ότι η έννοια «αυτάρκεια» και το επίθετο «αυτάρκης» απαντούν στην μετάφραση των Εβδομήκοντα, μόνον στα βιβλία της λεγόμενης σοφιολογικής γραμματείας[1]. Αντίθετα και οι δύο παραπάνω λέξεις χρησιμοποιούνται υπερβαλλόντως από τον μεγάλο Ιουδαίο θεολόγο και φιλόσοφο, τον  Φίλωνα από την Αλεξάνδρεια, τον άνδρα που τόσο επηρέασε την δική μας Πατερική Θεολογία.

Τα παραπάνω, δείχνουν την πνευματική οικειότητα των ελληνιστών Ιουδαίων προς τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό, οικειότητα που συνεχίζει να συντηρεί και ο χριστιανός πλέον Παύλος. Ως μέλος του πρώτου χριστιανισμού, ο Σαούλ ήλθε σ’ επαφή με τους πολιτισμούς της περιοχής και ανάπτυξε με αυτούς μια πολυδιάστατη επικοινωνία, στο πλαίσιο της οποίας προσέλαβε και ενσωμάτωσε θύραθεν αρχές και αξίες. Τα παραδείγματα είναι πολλά. Εμείς θα εξετάσουμε σήμερα πώς μέσω του αποστόλου των εθνών η αντίληψη περί αυτάρκειας της ελληνορωμαϊκής φιλοσοφίας επηρέασε τις αντιλήψεις των πρώτων χριστιανών.

Πριν όμως προχωρήσουμε στο καθεαυτό θέμα μας, λίγα λόγια για τον πολιτισμό και τον ορισμό του. Δύσκολο εγχείρημα, όταν μάλιστα αυτό επιχειρείται από έναν μη ειδικό. Γι’ αυτό καταφεύγω σε έναν από τους πολλούς διατυπωμένους ορισμούς, που οριοθετεί τον πολιτισμό ως το «το ενοποιημένο σύνολο συστημάτων, τα οποία εμπεριέχουν από τη μια μεριά συγκεκριμένες ιδέες, αισθήματα και αξίες και από την άλλη τα πρότυπα και τα παράγωγα αυτών των ιδεών, συναισθημάτων και αξιών»[2].

Εξειδικεύοντας τον παραπάνω γενικό ορισμό διαπιστώνουμε τη συνθετότητα που διακρίνει το μεσογειακό πολιτισμό[3], στο πλαίσιο του οποίου συντελείται μια κοσμογονική διασταύρωση πολλών διαφορετικών και πολλές φορές ετερόκλητων επιμέρους πολιτισμικών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων και των χριστιανικών. Έτσι ο πρώτος χριστιανισμός, καθώς συνδέεται με τον πολιτισμό της Μεσογείου, αγγίζει πολλές από τις επιμέρους πλευρές του. Αντίστοιχα, ο μεσογειακός πολιτισμός καθώς τέμνεται με τον πρώτο χριστιανισμό, επηρεάζει με τη σειρά του τις ιδέες και τις συνήθειες των πρώτων χριστιανών. Έτσι, αρχίζει και διαμορφώνεται ένας νέος πολιτισμός, ο χριστιανικός.

Η διαδικασία αυτή αλληλοσύνδεσης και αλληλεπίδρασης μεταξύ πρώτου χριστιανισμού και μεσογειακού πολιτισμού είναι περίπλοκη και πολυεπίπεδη και διαμορφώνεται με βάση την θρησκεία, την φυλετική καταγωγή, την κοινωνική θέση, την οικονομική κατάσταση, την παιδεία, και τις οπτικές ή τους τρόπους σκέψης για την ζωή και την δράση του ανθρώπου που διαθέτει ο κάθε πολιτισμός[4].

Αποτέλεσμα της παραπάνω αλληλοσύνδεσης και αλληλεπίδρασης είναι η αλλαγή που επέρχεται στον τρόπο σκέψης και δράσης του ανθρώπου. Ο πολιτισμός, επειδή από την φύση του δεν είναι στατικός,  καθώς έρχεται σε επαφή με τον πρώτο χριστιανισμό, αλλάζει και αναδιαμορφώνεται. Ο απ. Παύλος, π.χ. πριν γίνει χριστιανός ανήκε πολιτισμικά στον παραδοσιακό ιουδαϊσμό και ήταν διώκτης των χριστιανών. Όταν όμως έρχεται σε επαφή με το Ευαγγέλιο, επηρεάζεται από αυτό και μεταστρέφεται στον χριστιανισμό, διότι θεωρεί πλέον ότι ο χριστιανισμός του προσφέρει πειστικότερες εξηγήσεις σχετικά με την ζωή και τον τρόπο αναστροφής του ανθρώπου, από ό,τι ο Ιουδαϊσμός[5].

Στο παραπάνω πλαίσιο αλληλεπίδρασης μεταξύ των δύο πολιτισμών, ο πρώτος χριστιανισμός χρησιμοποιεί τις διάφορες οπτικές και το «σύστημα συμβόλων[6] του μεσογειακού πολιτισμού προκειμένου αυτός να ενταχθεί στον πολιτισμικό περίγυρο της Μεσογείου.

Αγαπητοί μου, εδώ θα περαιώσω τη γενική κοινωνική ακτινοσκόπηση της αλληλεπίδρασης μεταξύ των δύο πολιτισμών. Θα συνεχίσω όμως με το κύριο θέμα μου που είναι η εξέταση της κοινής διαπολιτισμικής έννοιας της αυτάρκειας.

Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να σημειώσω ότι ο πρώτος χριστιανισμός, κατά το στάδιο διαμόρφωσής του, ενσωμάτωσε στους κόλπους του νέους πιστούς, οι οποίοι προέρχονταν από διάφορα στρώματα της τότε κοινωνίας. Μεταξύ αυτών υπήρχαν και πολλοί ευκατάστατοι νέοι πιστοί. Ανέκυψε λοιπόν το πρόβλημα της συμβατότητας του πλούτου με την ζωή του χριστιανού, καθώς και της αναγκαιότητας και διαχείρισης του πλούτου μέσα στην χριστιανική κοινότητα. Το όλο θέμα συνδέθηκε ακόμη με τη λειτουργία της σημαντικής για τον θύραθεν αρχαιοελληνικό πολιτισμό έννοιας της «αυτάρκειας» στον πρώτο χριστιανισμό.

Αυτή η κεντρικής σημασίας έννοια της «αὐτάρκειας» και του επίθετου «αὐτάρκης» απαντούν επανειλημμένα στην αρχαιοελληνική γραμματεία. Στην Καινή Διαθήκη[7] η έννοια της «αυτάρκειας» απαντά δύο φορές, στο Β΄ Κορ 9,8[8] και στο Α΄ Τιμ 6,6 και το επίθετο «αυτάρκης» απαντά μια φορά, στο Φιλ 4,11.

Με το ουσιαστικό «αυτάρκεια» δηλώνεται «το να αρκείται κάποιος με  όσα έχει, το να ζει κάποιος άνετα από την περιουσία του και να έχει οικονομική ανεξαρτησία». Με το επίθετο  «αὐτάρκης» δηλώνεται «ο καθ᾽ εαυτόν επαρκής, αυτός που δεν έχει την ανάγκη άλλου, και ο «ικανός, ο επαρκής»[9].

Εμάς από το ευρύ αυτό εννοιολογικό φάσμα των λέξεων αυτάρκεια και αυτάρκης μας ενδιαφέρει το ατομικό, εσωτερικό και υπαρξιακό περιεχόμενο των όρων και το κοινωνικό περιεχόμενο των όρων.

Η πρώτη, η ατομική, εσωτερική και υπαρξιακή διάσταση των όρων αυτάρκης και αυτάρκεια, καθρεφτίζεται, μεταξύ των άλλων, στον φιλόσοφο Σωκράτη που χαρακτηρίζεται ότι ήταν «αὐτάρκης…καὶ σεμνός» [10]. Ο Σωκράτης δηλαδή, διέθετε την  εσωτερική αυτάρκεια, που τον απελευθέρωσε από κάθε είδους εξάρτηση. Αυτός αποτελεί πρότυπο αυτάρκη ανθρώπου, γιατί είχε κατορθώσει ν’ αναπτύξει την αρετή της αυτάρκειας, την εσωτερική δηλαδή ικανότητα του «ἀρκεῖσθαι», του να είναι κάποιος εσωτερικά ανεξάρτητος, ήρεμος, χωρίς να δέεται της βοήθειας κανενός και να έχει πετύχει «τὸ αὔταρκες ἐν παντί»[11].

H πραγμάτωση της αρετής της αυτάρκειας αποτέλεσε επίσης «το μέγα αγαθό»[12]  για τον παρεξηγημένο φιλόσοφο Επίκουρο, ο οποίος θεωρούσε ότι αυτή  οδηγεί στην πραγμάτωση της αληθινής ζωής του ανθρώπου. Αυτός, απαλλαγμένος από την αναζήτηση και απόκτηση του περιττού και υλικού καθίσταται «άοκνος», φίλεργος και προσηλωμένος στην πραγμάτωση της πραγματικής ζωής[13].

Αλλά και ο στωικός φιλόσοφος Επίκτητος αναγνωρίζει τη μεγάλη αξία της αρετής της αυτάρκειας. Αυτή, μαζί με την αρετή της σωφροσύνης, ρυθμίζει, κατά τον φιλόσοφο την καθημερινή ζωή του ανθρώπου και τον προάγει ηθικά[14].

Επιπρόσθετα όμως, ο Επίκτητος θεωρεί ότι ο άνθρωπος μπορεί να ζει μόνος, ακριβέστερα, απομονωμένος μέσα στην κοινωνία και να είναι αυτάρκης. Αυτό θα το κατορθώσει αν εφαρμόσει τα εξής τέσσερα:  Αν, πρώτα απ’ όλα δεν λάβει υπόψη του την άποψη ότι το φυσιολογικό για τους ανθρώπους είναι η κοινωνικότητα, η αμοιβαία αγάπη και οι ανθρώπινες συναναστροφές[15]. Έπειτα, αν μιμηθεί τον Δία, ο οποίος είναι οντολογικά «αυτάρκης» και λειτουργεί αυτόνομα[16]. Επίσης, αν απορρίψει την ειρήνη και την ασφάλεια που φαίνεται ότι παρέχει η ρωμαϊκή αυτοκρατορία (ο Καίσαρας), δηλαδή το τότε πολιτικό σύστημα. Αυτό, κατά τον φιλόσοφο, δεν μπορεί να λύσει οντολογικά και υπαρξιακά προβλήματα του ανθρώπου[17]. Τέλος, αν ακολουθήσει τη λογική των φιλοσόφων, η οποία προτρέπει τους ανθρώπους να κρατήσουν μια απόσταση απ’ όλα τα πράγματα, ώστε να ζουν ήσυχα και ελεύθερα απ’ όλα[18]. Αν γίνουν αυτά, ισχυρίζεται ο Επίκτητος, τότε ο άνθρωπος επιτυγχάνει την αρετή της αυτάρκειας. Αυτός είναι πλέον ελεύθερος από κάθε είδους εξωτερική εξάρτηση, η οποία θα μπορούσε να διαταράξει την εσωτερική του υπαρξιακή  αρμονία (ειρήνη)[19].

Τους παραπάνω φιλοσόφους ακολουθούν οι Κυνικοί φιλόσοφοι. Και αυτοί  αναγνωρίζουν τη μεγάλη αξία της αρετής της αυτάρκειας, ως μέσο ηθικής τελειοποίησης, και φροντίζουν να καταστούν αυτάρκεις εφαρμόζοντας μιαν απέριττη, σε όλα τα επίπεδα, ζωή[20].

Έχουμε όμως και την δεύτερη διάσταση των όρων «αυτάρκης» και «αυτάρκεια», την κοινωνική διάσταση, που διατύπωσε κατά τρόπο αυθεντικό ο μεγάλος Αριστοτέλης. Η αυτάρκεια για τον Μακεδόνα φιλόσοφο είναι ένα κατεξοχήν κοινωνικό αγαθό, είναι το ιδεώδες της οργάνωσης της πόλης. Η αυτάρκεια συντελεί στην τέλεια εναρμόνιση του μεγέθους της πόλης, του πληθυσμού και των πόρων της· τόσο η ελάττωση όσο και η υπερβολή των παραπάνω είναι πάθηση της πόλης[21]. Μέσα στην οργανωμένη αυτή πολιτική κοινωνία εκπληρώνεται και ο τελικός σκοπός της κοινωνικής διαβίωσης του ανθρώπου, η αυτάρκειά του, αφού ο καταμερισμός των έργων στο σύνολο διασφαλίζει από κάθε πλευρά τον ατομικό βίο. Συνεπώς, αποχωριζόμενο το άτομο της πολιτικής κοινωνίας παύει να είναι αύταρκες και αλλοτριώνεται. Επομένως, κατά τον Αριστοτέλη, το άτομο «αντρώνεται» πολιτικά και κοινωνικά, μόνον όταν λειτουργεί ως μέλος της πόλης. Κατά τον Αριστοτέλη μια ύπαρξη μπορεί να ζει εκτός της κοινωνικής ζωής, μόνον αν αυτή δεν μπορεί να προσαρμοστεί σε μια κοινωνική ζωή και αν η ύπαρξη αυτή δεν έχει ανάγκη να ζει σε μια οργανωμένη κοινωνία, δεν δέεται δηλαδή κανενός, γιατί είναι αυτάρκης. Αλλά τότε, σύμφωνα με την περίφημη πλέον ρήση του φιλοσόφου, αυτές οι υπάρξεις είναι «ή θηρίον ή θεός»[22]. Τέλος, άξιο προσοχής είναι ότι ο Αριστοτέλης παρομοιάζει την οργανική σύνδεση του ατόμου με την κοινωνία, εντός της οποίας πραγματώνεται η αυτάρκεια, με το ανθρώπινο σώμα, του οποίου τα μέλη είναι οργανικά ενωμένα μεταξύ τους. Αυτό δεν πρέπει να διαφύγει της προσοχής μας. Να θυμηθούμε ότι και ο απόστολος  Παύλος συνδυάζει την εικόνα του ανθρωπίνου σώματος με την χριστιανική αρετή της αγάπης, την οποία τα μέλη της χριστιανικής κοινότητας προτρέπονται ν’ ασκούν[23].

Με την τελευταίας μας αυτή επισήμανση έχουμε μια θαυμάσια ευκαιρία να μεταβούμε στην άλλη όχθη του θέματος, της σημασίας που έχει η «αυτάρκεια»  στην χριστιανική, ακριβέστερα την παύλεια σκέψη. Εδώ βέβαια δεν θα έχουμε την ευκαιρία να επιβεβαιώσουμε τον ποιητή που ισχυρίζεται ότι εμείς οι άνθρωποι «φτιάχνουμε ποιήματα με λέξεις από ποιήματα γραμμένα σ’ άλλους καιρούς από άλλους ποιητές”. Αυτό είναι πραγματικότητα. “Εμείς οι άνθρωποι, “συνεχίζουμε βάζοντας τ’ όνομά μας δίπλα σ’ άλλα ονόματα ακόμα και σ’ εκείνα που θα θέλαμε να σβήσουμε”. Όμως, εδώ θα έχουμε την ευκαιρία να επιβεβαιώσουμε ότι εμείς οι άνθρωποι και ο απόστολος Παύλος μαζί μας ότι ναι μεν  “Σφετεριζόμαστε έργα” ταυτόχρονα όμως, “τροποποιούμε σχέδια, αλλάζουμε προοπτικές κάτι καινούργιο επινοούμε φτιάχνουμε πράγματα ολότελα δικά μας αφήνοντας πάντοτε τα ίχνη μιας προγενέστερης προέλευσης”.

Στο Β΄ Κορ 9,8, λοιπόν ο απ. Παύλος, στο πλαίσιο του εράνου («λογείας») προς τους έχοντες ανάγκη χριστιανούς[24], προτρέπει τους πιστούς  να βοηθούν τους συνανθρώπους τους και τους βεβαιώνει ότι  ο Θεός, επειδή είναι η πηγή κάθε δωρεάς (χάριτος) και είναι έτοιμος να ανταποδώσει το καλό έχει την δυνατότητα να τους χορηγήσει πλουσιοπάροχα κάθε δωρεά («δυνατεῖ δὲ ὁ θεὸς πᾶσαν χάριν περισσεῦσαι εἰς ὑμᾶς») [25], ώστε αυτοί να είναι σε όλα «αυτάρκεις» και να μπορούν να προσφέρουν έμπρακτα και με το παραπάνω την αγάπης τους προς τους συνανθρώπους τους. Η αυτάρκεια λοιπόν που αναφέρει ο απόστολος στο εν λόγω χωρίο σημαίνει ξεκάθαρα την αυτάρκεια σε υλικά αγαθά[26].

Το θέμα, ως προς τη σημασία της αυτάρκειας, περιπλέκεται με την φράση που συναντούμε στο Α΄ Τιμ 6,6 , όπου ο συγγραφέας της επιστολής αναφέρει: «Ἔστιν δὲ πορισμὸς μέγας ἡ εὐσέβεια μετὰ αὐταρκείας». Τι σημαίνει άραγε στον στίχο αυτό η λέξη «αυτάρκεια».

Σημαίνει[27] την τάση που αναπτύσσει ο άνθρωπος «…ν’ ασκεί την εσωτερική ικανότητα του «ἀρκεῖσθαι» και να καθίσταται εσωτερικά ανεξάρτητος, ήρεμος και χωρίς την ανάγκη κανενός»[28], όπως ο Σωκράτης, που αναφέραμε παραπάνω;

Μήπως όμως η λέξη «αυτάρκεια» σημαίνει[29] περισσότερο την ικανοποίηση που αισθάνεται ένα άτομο να αρκείται με αυτά που έχει και να μην επιθυμεί περισσότερα; Αν η λέξη έχει αυτή τη σημασία, τότε μας θυμίζει το Πρμ 30,8, όπου ο πιστός παρακαλεί τον Θεό «πλοῦτον δὲ καὶ πενίαν μή μοι δῷς, σύνταξον δέ μοι τὰ δέοντα καὶ τὰ αὐτάρκη»[30] και το Φιλ 4,11, όπου ο απ. Παύλος αναφέρει ότι «ἐγὼ γὰρ ἔμαθον ἐν οἷς εἰμι αὐτάρκης εἶναι».

Μήπως όμως με τις παραπάνω προσλήψεις παραβλέπουμε το κοινωνικό περιεχόμενο της «αυτάρκειας;

Αγαπητοί μου, θεωρώ ότι πρέπει να λάβουμε υπόψη μας και την κοινωνική διάσταση της αυτάρκειας.  Και επιχειρηματολογώ επ’ αυτού.

Πρώτα απ’ όλα δεν πρέπει να διαφύγει της προσοχής μας ότι στη συνάφεια του κειμένου (Α΄ Τιμ 6,6-10.17-19) προβάλλονται κατεξοχήν κοινωνικές αρετές, όπως η ολιγάρκεια, η αποφυγή της φιλαργυρίας και η αγαθοεργία. Ο συγγραφέας, για να πείσει τους ακροατές του για την αξία της ολιγάρκειας, προβάλλει το επιχείρημα ότι η αυτάρκεια αντιστοιχεί πλήρως με τον τρόπο ύπαρξης του ανθρώπου στη γη. Αυτός έρχεται στη γη και φεύγει απ’ αυτή χωρίς κάποιο περιουσιακό στοιχείο (Α΄ Τιμ 6,7-8). Η διαπίστωση αυτή τον βοηθά να συνειδητοποιήσει ότι στη ζωή του χρειάζεται τα εντελώς απαραίτητα[31].

Επίσης στην ίδια συνάφεια ο συγγραφέας προβάλλει ανάλογα επιχειρήματα για να πείσει τους πιστούς να αποφεύγουν την φιλαργυρία και να κάνουν αγαθοεργίες. Ο χριστιανός αποδεχόμενος έμπρακτα τις αρετές αυτές, συμβάλλει τόσο στην αρμονική λειτουργία της κοινότητάς του, αίροντας τις κοινωνικές ανισότητες (Α΄ Τιμ 6,18), όσο και στην υπαρξιακή ολοκλήρωση και συμμετοχή του στην όντως ζωή (Α΄ Τιμ 6,9-10.19).

Στην επιστολή προς Τιμόθεον λοιπόν φαίνεται να κατανοείται η «αυτάρκεια» περισσότερο ως κοινωνική αρετή[32] και λιγότερο ως αρετή που σχετίζεται με την ατομική και την εσωτερική υπαρξιακή σφαίρα του πιστού.

Ολοκληρώνω τέλος, με το Φιλ 4,11, όπου ο απόστολος Παύλος χρησιμοποιεί τον όρο «αυτάρκης». Συγκεκριμένα εκφράζει τη μεγάλη του χαρά, επειδή γνωρίζει ότι οι χριστιανοί των Φιλίππων τον σκέφτονται πάντοτε και ενδιαφέρονται γι’ αυτόν, αν και δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να το εκδηλώσουν. Τους διαβεβαιώνει παράλληλα ότι έμαθε να αρκείται σε όσα έχει (: «οὐχ ὅτι καθ᾿ ὑστέρησιν λέγω, ἐγὼ γὰρ ἔμαθον ἐν οἷς εἰμι αὐτάρκης εἶναι»).

Ο απόστολος των εθνών τονίζει ότι η ζωή τον δίδαξε (πρβλ. Β΄ Κορ 11,23-29[33]) να είναι πάντοτε αυτάρκης. Τονίζει πώς κατόρθωσε μέσα από την καθημερινή άσκηση να καταστεί ανεξάρτητος από οποιαδήποτε εξάρτηση. Αυτό όμως δεν το πέτυχε μόνος του, αλλά με την θεία αρωγή. Ο Παύλος πιστεύει ακράδαντα ότι η επίτευξη της αυτάρκειας δεν αποτελεί καθαρά ανθρώπινο κατόρθωμα, όπως στους Στωικούς, αλλά επιτυγχάνεται με την βοήθεια του Θεού[34].

Θεοφιλέστατε,

κυρίες και κύριοι,

Παραπάνω διαπιστώσαμε πόσο ποικιλόμορφα χρησιμοποιούνται οι έννοιες «αυτάρκεια» και «αυτάρκης»  στον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό.

Επίσης είδαμε πώς ο απόστολος Παύλος και οι μαθητές του υιοθετούν τη γλώσσα της ελληνορωμαϊκής φιλοσοφίας και συγκεκριμένα τις δύο φιλοσοφικά φορτισμένες λέξεις «αυτάρκης» και «αυτάρκεια». Ταυτόχρονα αυτοί όμως μετασχηματίζουν το περιεχόμενό τους. Υιοθετούν περισσότερο την αριστοτελική πολιτικοκοινωνική σημασία τους και ταυτόχρονα τους χρωματίζουν χριστιανικά.

Για τον απόστολο Παύλο και τους μαθητές του, ο χριστιανός, αν και ζει σε μια απολυταρχικά δομημένη κοινωνία, εν τούτοις αυτός λειτουργεί ως μέλος της χριστιανικής κοινότητας, ως μέλος μιας «δημοκρατικής» και «αλληλέγγυας» κοινότητας που έχει ως πρότυπό της τον Χριστό και την πολυποίκιλη προσφορά του στον συνάνθρωπο, με αποκορύφωμα την θυσία του για την ανθρωπότητα. Μέσα στη νέα αυτή κοινότητα, η αυτοτέλεια του πιστού, πραγματώνεται με την ενεργή συμμετοχή του στα κοινά και την ανιδιοτελή  προσφορά του προς τον συνάνθρωπο.

Έτσι, τον πρώτο αιώνα μ.Χ., χάρη στον απόστολο των εθνών Παύλο, ανατέλλει ένας καινούργιος πολιτισμός, ο πολιτισμός του πρώτου χριστιανισμού, ο οποίος συνυπάρχει και συνδιαλέγεται με τους άλλους πολιτισμούς. Ο χριστιανισμός αυτός δεν προβάλλεται μέσα στην ελληνορωμαϊκή κοινωνία ως η μεγάλη και η μοναδική αλήθεια, αλλά ως η εναλλακτική πρόταση που προσφέρει στους ταλαιπωρημένους ανθρώπους της ρωμαϊκής κοινωνίας ένα νέο πρότυπο ζωής,  που έχει θεμελιωθεί πάνω στην διδασκαλία, στο έργο και κυρίως στην θυσία του Ιησού Χριστού και έχει κτιστεί με υλικά διάφορα που χρησιμοποίησαν παλιότεροι τεχνίτες,
Ιουδαίοι και εθνικοί.

Σας ευχαριστώ.

Βλατάδων

[1] Πρβλ. «αὐτάρκεια» (Σολ 5,16)· «αὐτάρκης» ( Δ´ Μακ 9,9·  Πρμ  30,8· Σειρ 5,1· 11,24· 31,28· 40, 18).

[2] P. Hiebert, Anthropological Insights for Missionaries, Grand Rapids, Baker, Michigan, 1985, 30.

[3] Βλ. και J. H. Yoder, “How H. Richard Niebuhr Reasoned: A Critique of Christ and Culture”, στο G. H. Stassen, D. M. Yeager and J. H. Yoder, ed., Authentic Transformation: A New Vision of Christ ad Culture, Nashville, 1996, 54-61.

[4] Για τις οπτικές ή τρόπους σκέψης (worldviews) βλ., μεταξύ των άλλων, C. H. Kraft, Anthropology for Christian Witness, Maryknoll, Orbis, New York, 1996, 51-68.  Σημειώνουμε ότι οι οπτικές αυτές δεν είναι ορατές με την πρώτη ματιά, όμως αυτές βοηθούν τους ανθρώπους να «δουν» και να «κατανοήσουν» τον κόσμο. Προβάλλουν π.χ. διάφορες ιστορίες με τις  οποίες δίνονται απαντήσεις για την ύπαρξη μιας ομάδας και για τον σκοπό ύπαρξής της. Τέτοια «ιστορία» είναι π.χ. η ιστορία της σωτηρίας που προσφέρει ο Θεός στους Ισραηλίτες, απελευθερώνοντάς τους από την δουλεία της Αιγύπτου. Ένα σύγχρονο παράδειγμα τέτοιας «ιστορίας» είναι το «αμερικανικό όνειρο», οπτική που κυριαρχεί στην αμερικανική κοινωνία.

[5] P. Hiebert, ό.π., 49· Ν. Τ. Wright, ‪‪ The New Testament and the people of God, Fortress Press, Minneapolis, 1992, 125.

[6] Για την συμβολική διάσταση της κοινωνίας βλ., μεταξύ άλλων, C. Geertz, The Interpretation of Cultures, New York, 1973, 3-141· C. J. Schreiter, Constructing Local Theologies, Maryknoll, Orbis, N.Y., 1985, 49-75.

[7] Οι βιβλικές παραπομπές είναι από τις κριτικές εκδόσεις της Αγίας Γραφής: H Παλαιά Διαθήκη κατά τους O” (Septuaginta), έκδοση A. Rahlfs, Stuttgart 1965 & Novum Testamentum Graece, Nestle-Aland, 27η έκδοση, Stuttgart 1993.

[8] Οι συντμήσεις των βιβλίων της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης είναι από την Αγία Γραφή που εκδίδει η Ελληνική Βιβλική Εταιρία (:Η Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη), Μετάφραση από τα πρωτότυπα κείμενα, Αθήνα, 2003, η΄).

[9] H. G. Liddell / R. Scott, A Greek-English Lexicon, Oxford 1953 (Mέγα Λεξικόν της Eλληνικής Γλώσσης, μετ. Ξ. Mόσχου και επιμ. M. Kωνσταντινίδη), Aθήναι · Βλ. και BDAG (W. Bauer / A. G. Danker, A Greek-English Lexicon of the NT, 2000 · Για την «αὐτάρκεια» στον αρχαιοελληνικό κόσμο βλ. συνοπτικά S. Meyer-Schwelling, «αὐτάρκεια», DNP (Der neue Pauli) τ. 2, 345-348. Βλ. επίσης G. Kittel, «αὐτάρκεια, αὐτάρκης», ThWNT, I, 466-467.

[10] Διογένη Λαέρτιου, Βίοι και γνώμαι των εν φιλοσοφία ευδοκιμησάντων (Vitae philosophorum), έκδ. H.S. Long, Diogenis Laertii vitae philosophorum, τ. 2, Oxford, 1964/1966, 2,24.

[11] Marcus Aurelius Antoninus, Τὰ εἰς ἑαυτόν, A. S. L. Farquharson, ed., The meditations of the emperor Marcus Aurelius, vol. 1, Oxford: Clarendon Press, 1944/1968, 1,16· βλ. και  U. Heckel,  TBLNT, 725.

[12] Βλ. Ο Επίκουρος, Άπαντα, έκδ. Φιλολογική ομάδα Κάκτου, Αθήνα 1994, 130.

[13] Βλ. Ο Επίκουρος, Άπαντα, έκδ. Φιλολογική ομάδα Κάκτου, Αθήνα 1994, 130-131, όπου ο φιλόσοφος τονίζει ότι «… οὐχ ἵνα πάντως τοῖς ὀλίγοις χρώμεθα, ἀλλ’ ὅπως ἐὰν μὴ ἔχωμεν τὰ πολλά, τοῖς ὀλίγοις χρώμεθα, πεπεισμένοι γνησίως ὅτι ἥδιστα πολυτελείας ἀπολαύουσιν οἱ ἥκιστα ταύτης δεόμενοι»· «… τὸ συνεθίζειν οὖν ἐν ταῖς ἁπλαῖς καὶ οὐ πολυτελέσι διαίταις καὶ ὑγιείας ἐστὶ συμπληρωτικὸν καὶ πρὸς τὰς ἀναγκαίας τοῦ βίου χρήσεις ἄοκνον ποιεῖ τὸν ἄνθρωπον».

[14] Βλ. Επίκτητος (κατά τον Στοβαίο), H. Schenkl, Εpicteti dissertationes ab Arriano digestae, Gnomologium Epicteteum, Leibzig 1916/1965, 481: «… Τὸ καλῶς ζῆν τοῦ πολυτελῶς διαφέρει· τὸ μὲν γὰρ ἐκ σωφροσύνης καὶ αὐταρκείας καὶ εὐταξίας καὶ κοσμιότητος καὶ εὐτελείας παραγίνεται, τὸ δὲ ἐξ ἀκολασίας καὶ τρυφῆς καὶ ἀταξίας καὶ ἀκοσμίας».

[15] Όπως χαρακτηριστικά ο φιλόσοφος αναφέρει, Διατριβαί 3,13,5, μερικοί «…οὐ γὰρ ἐπινοοῦσι διεξαγωγὴν μόνου καὶ ἀπό τινος φυσικοῦ ὁρμώμενοι, ἀπὸ τοῦ φύσει κοινωνικοῦ εἶναι καὶ φιλαλλήλου καὶ ἡδέως συναναστρέφεσθαι ἀνθρώποις».

[16] Επικτήτου, Διατριβαί 3,13,7εξ.: «…αὐτὸς ἑαυτῷ σύνεστιν καὶ ἡσυχάζει ἐφ’ ἑαυτοῦ καὶ ἐννοεῖ τὴν διοίκησιν τὴν ἑαυτοῦ οἵα ἐστὶ καὶ ἐν ἐπινοίαις γίνεται πρεπούσαις ἑαυτῷ».

[17] Επικτήτου, Διατριβαί 3,13,9εξ.: «…Ὁρᾶτε γάρ, ὅτι εἰρήνην μεγάλην ὁ Καῖσαρ ἡμῖν δοκεῖ παρέχειν, ὅτι οὐκ εἰσὶν οὐκέτι πόλεμοι οὐδὲ μάχαι οὐδὲ λῃστήρια μεγάλα οὐδὲ πειρατικά, ἀλλ’ ἔξεστιν πάσῃ ὥρᾳ ὁδεύειν, πλεῖν ἀπ’ ἀνατολῶν ἐπὶ δυσμάς. μή τι οὖν καὶ ἀπὸ πυρετοῦ δύναται ἡμῖν εἰρήνην παρασχεῖν, μή τι καὶ ἀπὸ ναυαγίου, μή τι καὶ ἀπὸ ἐμπρησμοῦ ἢ ἀπὸ σεισμοῦ ἢ ἀπὸ κεραυνοῦ; ἄγε ἀπ’ ἔρωτος; οὐ δύναται. ἀπὸ πένθους; οὐ δύναται. ἀπὸ φθόνου; οὐ δύναται. ἀπ’ οὐδενὸς ἁπλῶς τούτων».

[18] Επικτήτου, Διατριβαί 3,13,11εξ.: «…οὐ λυπηθήσεσθε, οὐκ ὀργισθήσεσθε, οὐκ ἀναγκασθήσεσθε, οὐ κωλυθήσεσθε, ἀπαθεῖς δὲ καὶ ἐλεύθεροι διάξετε ἀπὸ πάντων».

[19] Επικτήτου, Διατριβαί, 3,13,12εξ.: «…ταύτην τὴν εἰρήνην τις ἔχων… δηλαδή την ειρήνη, την … ὑπὸ τοῦ θεοῦ κεκηρυγμένην διὰ τοῦ λόγου… και όχι την ειρήνη την … κεκηρυγμένην…ὑπὸ τοῦ Καίσαρος (πόθεν γὰρ αὐτῷ ταύτην κηρύξαι;)…, τότε, αναρωτιέται ο φιλόσοφος, οὐκ ἀρκεῖται (εννοείται ο άνθρωπος) ὅταν ᾖ μόνος, ἐπιβλέπων καὶ ἐνθυμούμενος «νῦν ἐμοὶ κακὸν οὐδὲν δύναται συμβῆναι…».

[20] Ο Διογένης ο Λαέρτιος, 6,104, αναφέρει χαρακτηριστικά  για τους Κυνικούς ότι « Ἀρέσκει δ’ αὐτοῖς καὶ λιτῶς βιοῦν, αὐτάρκεσι χρωμένοις σιτίοις καὶ τρίβωσι μόνοις, πλούτου καὶ δόξης καὶ εὐγενείας καταφρονοῦσιν...».

[21] Aριστοτέλους, Πολιτικά, έκδ. W. D. Ross, Aristotelis politica, Oxford 1957,1325b. Βλ. και ό.π., 1252b: «…ἡ δ’ ἐκ πλειόνων κωμῶν κοινωνία τέλειος πόλις, ἤδη πάσης ἔχουσα πέρας τῆς αὐταρκείας ὡς ἔπος εἰπεῖν, γινομένη μὲν τοῦ ζῆν ἕνεκεν, οὖσα δὲ τοῦ εὖ ζῆν».

[22] Aριστοτέλους, Πολιτικά, 1253a «… ὅτι μὲν οὖν ἡ πόλις καὶ φύσει καὶ πρότερον ἢ ἕκαστος, δῆλον· εἰ γὰρ μὴ αὐτάρκης ἕκαστος χωρισθείς, ὁμοίως τοῖς ἄλλοις μέρεσιν ἕξει πρὸς τὸ ὅλον, ὁ δὲ μὴ δυνάμενος κοινωνεῖν ἢ μηδὲν δεόμενος δι’ αὐτάρκειαν οὐθὲν μέρος πόλεως, ὥστε ἢ θηρίον ἢ θεός. φύσει μὲν οὖν ἡ ὁρμὴ ἐν πᾶσιν ἐπὶ τὴν τοιαύτην κοινωνίαν· ὁ δὲ πρῶτος συστήσας μεγίστων ἀγαθῶν αἴτιος…».

[23] Επισημαίνουμε ότι η εικόνα του ανθρώπινου σώματος χρησιμοποιείται και από τον απ. Παύλο και μάλιστα σε παραινετικά κείμενα (Ρωμ 12,4· Α΄ Κορ 12,12-27). Και στα δύο κείμενα, αλλά ιδιαίτερα στο Ρωμ 12 η εικόνα αυτή συνδυάζεται με τη χριστιανική αρετή της αγάπης, την οποία τα μέλη της χριστιανικής κοινότητας προτρέπονται ν’ ασκούν.

[24] Για την λογεία βλ., μεταξύ των άλλων, Χ. Ατματζίδης, «Η λογεία ως πρότυπο άσκησης της αγάπης και της κοινωνικής αλληλεγγύης μεταξύ των χριστιανών», Εισήγηση στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου, Θεολογική Ημερίδα, θέμα: Εις Διακονίαν του σώματος του Χριστού, Κύπρος, 27 Σεπτεμβρίου 2012. Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό της Ι. Μ. Κωνσταντίας-Αμμοχώστου Πνευματική Διακονία, 17 (2013), 20-36· βλ. και Χ. Ατματζίδης, Καινοδιαθηκικά, εκδόσεις Ostracon, Critical Approaches to the Bible, vol. II, Θεσσαλονίκη 2014, 131-157· του ίδιου, Ερμηνευτικές και θεολογικές προσεγγίσεις στην Καινή Διαθήκη, εκδόσεις Ostracon, Critical Approaches to the Bible, vol. IV, Θεσσαλονίκη 2014, 223-249.

[25]  Για τις διάφορες θέσεις επί του θέματος βλ., μεταξύ των άλλων,  H. Windisch, Der zweite Korintherbrief, Göttingen 1924, 277· M. Theobald, Die überströmende Gnade. Studien zur einem paulinischen Motivfeld, 1982, 294 · D. Georgi, Die Armen zu gedenken. Die Geschichte der Kollekte des Paulus für Jerusalem, Neukirchen-Vluyn, 1994, 70· V. P. Furnish, II Corinthians, The Anchor Bible, New York 1984, 447-448· M. E. Thrall, 2 Corinthians 8-13, T & T Clark International, London 2004, 577-578.

[26] Έτσι η πλειονότητα των ερευνητών, όπως οι H. Windisch, ό.π., 278· M. E. Thrall, ό.π., 578-579· P. Barnett, The Second Epistle to the Corinthians, The New International Commentary on the New Testament, Michigan/ Cambridge, U. K., 438-439· F. J. Matera, II Corinthians, The New Testament Library, Westminster John Nox Press, Louisville London, 2003, 206.

[27] Έτσι, μεταξύ άλλων, οι Μ. Dibelius, Die Pastoralbriefe, HNT 13, neu bearbeitet von H. Conzelmann (Dibelius/Conzelmann), Tübingen 1955, 64-65· Ν. Brox, Die Pastoralbriefe, Regensburg 1989, 209εξ.· L. Oberlinner, Die Pastoralbriefe. Kommentar zum ersten Timotheusbrief, (HThK), τ. X1/2, Freiburg/Basel/Wien 1994, 278εξ.

[28] Ο ορισμός από τον G. Kittel, «αὐτάρκεια, αὐτάρκης», ThWNT, I, 466.

[29] Έτσι, μεταξύ άλλων, οι J. Roloff, Der erste Brief an Timotheus, Evangelisch-Katholischer Kommentar zum Neuen Tesatament XV (EKK XV), Neukirchen-Vluyn 1988, 334,εξ.· Ι. Η. Marshall, The Pastoral Epistles, The International Critical Commentary (ICC), Edinburgh 1999, 645.

[30] Βλ. και Σειρ 11,24 («μὴ εἴπῃς· αὐτάρκη μοί ἐστι»)· 31,28 («ἀγαλλίαμα καρδίας καὶ εὐφροσύνη ψυχῆς οἶνος πινόμενος ἐν καιρῷ αὐτάρκης»)· πρβλ. Δ΄ Μακ 9,9· Ψαλμ Σολ 5,18.

[31] Και οι δύο αυτοί στίχοι σχετίζονται: α) Με παλαιοδιαθηκικά χωρία. Το Α΄ Τιμ 6,7 με τα χωρία: Ιώβ 1,21· Εκ 5,14· Σολ 7,6. Το Α΄ Τιμ 6,8 με τα χωρία: Γεν 28,20· Εκ 29,21. β) Με αντίστοιχες θέσεις της ελληνιστικής ιουδαϊκής γραμματείας και της στωικής φιλοσοφίας. 1) Παράλληλα για το Α΄ Τιμ 6,7: Ο Φίλων ο Ιουδαίος, Περ τν ναφερομένων ν είδει νόμων, έκδ. L. Cohn, Philonis Alexandrini opera quae supersunt, τ. 5, Berlin 1906/1962, 1,294εξ., αναρωτιέται: «σὲ τί ποιεῖν ἁρμόττει πρὸς ἀνθρώπους; και απαντά: τὸν μηδὲν εἰς τὸν κόσμον ἀλλὰ μηδὲ σαυτὸν εἰσενηνοχότα; γυμνὸς μὲν γάρ, θαυμάσιε, ἦλθες, γυμνὸς δὲ πάλιν ἄπεις». Επίσης, ο Σενέκας στην Επιστολή 102, 24εξ., αναφέρει ότι «…αρμόζει στη φύση, όπως εμφανιστήκαμε στη γη, έτσι και να την εγκαταλείπουμε. Δεν επιτρέπεται να πάρεις μαζί σου τίποτε περισσότερο από αυτά που έχεις εισφέρει». (Το μεταφρασμένο απόσπασμα είναι από το έργο του M. Rosenbach, [Hrsg.], L. Annaeus Seneca, Philosophischen Schriften, Lateinisch u. Deutsch, Bd. 1-5, Darmstadt 1999). Η αντίληψη αυτή είναι ευρύτατα διαδεδομένη στην αρχαιότητα. Γι’ άλλα παραδείγματα από πηγές βλ. M. Dibelius, 65· I. H. Marshall, 645-646· W. Mounce, 342. 2) Παράλληλα για το Α΄ Τιμ 6,8: Ο Επίκτητος, Εγχειρίδιον, έκδ. H. Schenkl, Epikteti dissertationes ab Arriano digestae, Leibzig/Stuttgart 1916/1965, 33,7, τονίζει στους ακροατές του: «… τὰ περὶ τὸ σῶμα μέχρι τῆς χρείας ψιλῆς παραλάμβανε, οἷον τροφάς, πόμα, ἀμπεχόνην, οἰκίαν, οἰκετίαν· τὸ δὲ πρὸς δόξαν ἢ τρυφὴν ἅπαν περίγραφε». Γι’ άλλα παραδείγματα βλ. M. Dibelius, 65· I. H. Marshall, 647-649.

[32] Βλ. και Χ. Οικονόμου, ««Αυτάρκης και αυτάρκεια στους Στωικούς και στον Απόστολο Παύλο»», ο οποίος, χωρίς ν’ αναφερθεί στον Αριστοτέλη, αλλά επικαλούμενος παύλεια χωρία, τονίζει την κοινωνική διάσταση της αυτάρκειας στο Α΄ Τιμ 6,6, γράφοντας χαρακτηριστικά, ό.π., 33: «Για τον Παύλο όμως είναι αδιανόητο να υπάρχει χριστιανός αυτάρκης χωρίς να κοινωνεί την αυτάρκεια του και στον πλησίον». Βλ. επίσης Σ. Δεσπότης, Υπόμνημα στην Α΄ Τιμόθεον. Ο χριστιανισμός και η «σιωπηλή» εξακτίνωσή του στον κόσμο, Έκδ. Tremendum, Αθήνα 2014, 474-478, όπου αναφέρονται και οι δύο διαστάσεις της έννοιας της επάρκειας και ταυτόχρονα τονίζεται περισσότερο η σχέση του χωρίου με το Φιλ 4,11.

[33] Για τους καταλόγους παθημάτων του απ. Παύλου βλ., μεταξύ των άλλων, Χ. Ατματζίδης, Θεολογία της Καινής Διαθήκης, Εισαγωγή, θεολογία των παύλειων επιστολών και θεολογία της ιωάννειας γραμματείας,  εκδόσεις Ostracon, Critical Approaches to the Bible, vol. III, Θεσσαλονίκη 2014, 168-171 (γενικά) · Π. Κουκότσικα, Ο απόστολος Παύλος και η ρητορική. Μια αγαστή σύμπραξη, εκδόσεις Ostracon, Critical Approaches to the Bible, vol. VIII, Θεσσαλονίκη 2015, 126-135 (αναλυτικά).

[34] Βλ., μεταξύ των άλλων, P. T. O” Brien, The Epistle to the Philippians, The New International Greek Testament Commentary, Michigan/Cambridge, 2013, 431· G. F. Hawthorne, Philippians, Word Biblical Commentary, Vol. 43, Texas, 1983, 264· Βλ. και Χ. Οικονόμου, «Αυτάρκης και αυτάρκεια στους Στωικούς και στον Απόστολο Παύλο», 33, ο οποίος συμπεραίνει ότι «ενώ η αυτάρκεια των Στωικών έχει την έννοια της ολιγάρκειας, της λιτότητας και της επάρκειας στα λίγα υλικά μέσα που χρειάζονται για να ζήσει ο άνθρωπος, ο Παύλος ξέρει να είναι αυτάρκης και στα πολλά και στη στέρηση· «χορτάζεσθαι καὶ πεινᾶν καὶ περισσεύειν καὶ ὑστερεῖσθαι» (Φιλ 4,12).

Κατηγορίες: ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Χαράλαμπος Ατματζίδης, Οι όροι «αὐτάρκεια» και «αὐτάρκης» στην παύλεια θεολογία και την ελληνική φιλοσοφία

O εορτασμός της μνήμης του αποστόλου Παύλου στην Ιερά Μονή Βλατάδων

εικ-23Οι τελετές του εορτασμού της μνήμης του αποστόλου Παύλου θα λάβουν χώρα 28-29 Ιουνίου κατά το παρακάτω πρόγραμμα:

Τετάρτη 28 Ιουνίου

Ώρα 7.00 μ.μ. Μέγας αρχιερατικός εσπερινός εις το Καθολικόν της Ι. Μονής Βλατάδων.

Παύλειος Λόγος. Ομιλητής ο Επίκουρος Καθηγητής του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας του ΑΠΘ κ. Τρύφωνας Τσομπάνης.

Πέμπτη 29 Ιουνίου

Ώρα 7.30 π.μ. Όρθρος και αρχιερατική θεία λειτουργία εις το Καθολικόν της Ι. Μονής Βλατάδων.

Ώρα 11.00 π.μ. Είς το αμφιθέατρο του Πατριαρχικού Ιδρύματος Πατερικών Μελετών διάλεξις  του Αναπληρωτή Καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας του Α.Π.Θ. κ. Χαράλαμπου Ατματζίδη με θέμα: «Οι όροι “αυτάρκεια” και “αυτάρκης” στην παύλεια θεολογία και την ελληνική φιλοσοφία».

Κατηγορίες: ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο O εορτασμός της μνήμης του αποστόλου Παύλου στην Ιερά Μονή Βλατάδων

Διεθνές επιστημονικό συνέδριο με θέμα: Εξέλιξη και καρκίνος

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΕΛΙΚΟ_Page_1Το Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα: Εξέλιξη και καρκίνος, θα διεξαχθεί στο Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών του Α.Π.Θ. στις 29 Ιουνίου και μέχρι 1 Ιουλίου 2017.

Από το μήνυμα της οργανωτικής επιτροπής του συνεδρίου

Για τις επόμενες δεκαετίες, οι περισσότερες μείζονες τεχνολογικές εξελίξεις είναι πιθανότερο να συμβούν σε αυτό που συχνά αναφέρεται ως BNR: βιοτεχνολογία (B), νανοτεχνολογία (N) και ρομποτική (R). Ήδη κάποια από αυτά χρησιμοποιούνται στην αντιμετώπιση του καρκίνου, όπως στη σύνθεση νέων φαρμάκων, στη χειρουργική, στην αποκρυπτογράφηση του γονιδιώματος του καρκίνου. Μαζί όμως με την πρόοδο της επιστήμης εξελίσσεται και η «μεγάλη σκιά μας» ο καρκίνος παίζοντας ένα αέναο σκάκι με τον άνθρωπο σε ένα παιχνίδι πολυεπίπεδης επιλογής. Και η ζωή που βρίσκεται μέσα και στους δύο δημιουργεί ψηλά κύματα στο νησί της κοινωνίας μας, όπου η γενετική και η πολιτισμική εξέλιξη (προιόν του ανθρώπινου εγκεφάλου) επηρεάζουν η μία την πορεία της άλλης. Αυτές πρέπει να διερευνηθούν με ενιαίο τρόπο για να δοθεί πλήρης απάντηση στο μυστήριο.

Έχει φθάσει πλέον ο καιρός να εξετάσουμε τι θα μπορούσε να προσφέρει η επιστήμη στις ανθρωπιστικές σπουδές και τι οι ανθρωπιστικές σπουδές στην επιστήμη, σε κοινή αναζήτηση μιας πιο στερεά θεμελιωμένης απάντησης στο μεγάλο αίνιγμα της καταγωγής μας αλλά και του δρόμου προς την αθανασία. Εκεί έχουμε ένα συνοδοιπόρο και ανταγωνιστή, το «αποσυνάγωγο κύτταρο», που οργανώνεται και διεκδικεί μέρος ή όλο του είναι μας. Η σύγκλιση μεταξύ επιστήμης και ανθρωπιστικών σπουδών θα έχει τεράστια επίδραση για την κατανόηση του έπους του έμβιου όντος και τη δυνατότητα να ερμηνεύσουμε μηχανισμούς προσαρμογής και εξέλιξη της ποικιλότητας.

Ο πιο επιτυχημένος επιστήμονας σκέφτεται σαν ποιητής και εργάζεται σαν βιβλιοθηκονόμος. Θα μπορούσαν ίσως οι ποιητές και οι εικαστικοί να στοχαστούν, πέρα από τα συνηθισμένα όνειρα, την αναζήτηση ανεξερεύνητων, βάθους και νοήματος, στον πραγματικό κόσμο, να ξεφύγουν από τον εθισμό τους στον ανθρωποκεντρισμό; Και που συναντώνται οι οργανωμένες θρησκείες μέσω των αφηγημάτων τους περί Δημιουργίας με την κοσμοθεώρηση της επιστήμης περί βιολογικής εξέλιξης και τις αμφισημίες του ηθικού προβληματισμού της ευθύνης και των επιλογών;

Τις αντιφάσεις αυτές θα προσπαθήσει να φωτίσει αυτό το συνέδριο μας έχοντας σαν οδηγούς εξαίρετους ομιλητές από πολλά μέρη της γης και από πολλά είδη της ανθρώπινης γνώσης. Συνέχεια του προηγούμενου συνεδρίου μας πριν δύο έτη στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης παίρνει τη σκυτάλη από το ερώτημα του τέλους της ζωής με καρκίνο και κάνει ένα άλμα-προς τα εμπρός ή πίσω- στη θεμελιώδη διαδικασία της εξέλιξης με άξονα και πάλι τον καρκίνο. Αυτό που έχει σημασία για τη μακροχρόνια επιβίωση μας είναι η ευφυής αυτεπίγνωση, βασισμένη σε μεγαλύτερη ανεξαρτησία σκέψης απ’ όση γίνεται σήμερα ανεκτή ακόμη και στις πιο προηγμένες δημοκρατικές κοινωνίες μας μπολιασμένη με την ταπεινότητα του ουσιώδους.

Δείτε το αναλυτικό πρόγραμμα του συνεδρίου.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Διεθνές επιστημονικό συνέδριο με θέμα: Εξέλιξη και καρκίνος

ΚΓ΄ Παύλεια – Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα: «Πόλεμος και Ειρήνη κατά τον Απόστολο Παύλο (Βέροια, 26-28 Ιουνίου 2017)

afisaKGpavleia2017pressΤο καθιερωμένο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο που διοργανώνει κάθε χρόνο η Ιερά Μητρόπολη Βεροίας, Καμπανίας και Ναούσης θα διεξαχθεί στις 26-28 Ιουνίου 2017 στο πλαίσιο των ΚΓ΄Παυλείων στην Αντωνιάδειο Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Δήμου Βεροίας. Φέτος το θέμα του συνεδρίου είναι: Πόλεμος και Ειρήνη κατά τον Απόστολο Παύλο.

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

ΔΕΥΤΕΡΑ 26 ΙΟΥΝΙΟΥ

11:00-12:15 Επίσημη Έναρξη – Ύμνοι Αποστόλου Παύλου – Κήρυξη ενάρξεως των εργασιών του Συνεδρίου από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας κ. Παντελεήμονα

Α΄Συνεδρία

Πρόεδρος Καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου, Κοσμήτωρ Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

12:35 ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΤΣΑΛΑΜΠΟΥΝΗ, Επ. Καθηγήτρια Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ., Πόλεμος και ειρήνη στον Απ. Παύλο και στην χριστιανική παράδοση

12:55 Συζήτηση

Β΄ Συνεδρία

Πρόεδρος Καθηγητής Παναγιώτης Σκαλτσής, Πρόεδρος Τμήματος Θεολογίας Α.Π.Θ.

18:20 Ανάγνωση Μηνυμάτων

18:40 ΚΥΡΙΑΚΟΥΛΑ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Αν. Καθηγήτρια Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ., Μορφές της ειρήνης στον κόσμο και στη διδαχή της Καινής Διαθήκης

19:00 Συζήτηση

19:20 ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠΑΛΟΓΛΟΥ, Διδάκτωρ Οικονομικών Επιστημών Παν/μίου Φρανκφούρτης, υπάλληλος ΟΤΕ, «Πόλεμος πάντων πατήρ». Ο πόλεμος κατά τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους

19:40 Συζήτηση

20:00 Αρχιμανδρίτης ΕΦΡΑΙΜ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟΣ, Καθηγούμενος Ι.Μ. Μονής Βατοπαιδίου Αγίου Όρους Πόλεμος και ειρήνη στην πατερική παράδοση

20:00-20:20 Συζήτηση

20:20-20:45 ΑπονομήΔιακρίσεων

ΤΡΙΤΗ 27 ΙΟΥΝΙΟΥ

Γ΄ Συνεδρία

Πρόεδρος Ομ. Καθηγητής Ιωάννης Γαλάνης

09:30-09:50 Ανάγνωση Μηνυμάτων

09:50-10:10 ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΟΥΡΤΖΙΟΣ, Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ., Οικουμενικότητα και ειρήνη στο προφητικό μήνυμα

10:10-10:30 Συζήτηση

10:30-10:50 ΙΩΑΝΝΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, Αν. Καθηγητής St. Mary’s College, Notre Dame (USA), Ο Ρωμαϊκός Θρίαμβος, ο Ηττημένος Νικητής, και η Παύλεια Οσμή Θανάτου ή Ζωής (Β Κορ. 2,14-17)

10:50-11:10 Συζήτηση

11:10-11:40 Διάλειμμα

Δ΄ Συνεδρία

Πρόεδρος Ομ. Καθηγητής Ιωάννης Καραβιδόπουλος

11:40-12:00 ΣΥΜΕΩΝ ΠΑΣΧΑΛΙΔΗΣ, Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ., Διευθυντής Πατριαρχικού Ιδρύματος Πατερικών Μελετών, Πόλεμος και ειρήνη, βία και μη βία στους μάρτυρες και τους Πατέρες της Αρχαίας Εκκλησίας

12:00-12:20 Συζήτηση

12:20-12:40 ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΙΝΤΖΕΣΙΛΟΓΛΟΥ, Ομ. Καθηγητής Νομικής Σχολής Α.Π.Θ., Οι ιεροί πόλεμοι και ο θρησκευτικός φανατισμός

12:40-13:00 Συζήτηση

13:00-13:20 Απονομή Διακρίσεων

Ε΄ Συνεδρία

Πρόεδρος Ομ. Καθηγητής Δημήτριος Καϊμάκης

18:00-18:20 Ανάγνωση Μηνυμάτων

18:20-18:40 ΜΑΡΙΑ ΡΑΠΤΗ Αν. Καθηγήτρια Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Βελλά Ιωαννίνων, Η δυναμική της παύλειας αγάπης και η συμβολή της στην οικογενειακή ευτυχία. Μία ψυχοπαιδαγωγική προσέγγιση

18:40-19:00 Συζήτηση

19:00-19:20 ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΚΩΣΤΑ, Καθηγήτρια Νευρολογίας Ιατρικής Σχολής Α.Π.Θ., Η ειρήνη της ψυχής του ανθρώπου. Ψυχαναλυτικήπροσέγγιση

19:20-19:40 Συζήτηση

19:40-20:00 Απονομή Διακρίσεων

20:00-20:30 Διάλειμμα

20:30-22:00 «ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΙ ΠΟΛΕΜΟΣ: Δαβίδ καί Σαούλ», Θεατρική Παράσταση

ΤΕΤΑΡΤΗ 28 ΙΟΥΝΙΟΥ

Στ΄ Συνεδρία

Πρόεδρος Ομ. Καθηγητής Ιωάννης Γαλάνης

09:30-09:50 Πρωτοπρεσβύτερος ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΝΑΣΣΗΣ, Επ. Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ., Το αίτημα της ειρήνης στην λειτουργική ζωή της Ορθοδόξου Εκκλησίας

09:50-10:10 Συζήτηση

10:30 ΑΓΑΘΟΝΙΚΗ ΤΣΙΛΙΠΑΚΟΥ, Διδάκτωρ Αρχαιολογίας, Διευθύντρια Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης, Στρατιωτικοί άγιοι στην Αποστολική Εκκλησία της Βέροιας. Απεικονίσεις τους στη βυζαντινή και μεταβυζαντινή ζωγραφική των μνημείων της πόλης.

10:50 Συζήτηση

11:20 Διάλειμμα

Ζ΄Συνεδρία

Πρόεδρος Μητροπολίτης Κίτρους και Κατερίνης κ. Γεώργιος

12:20 ΣΤΡΟΓΓΥΛΗ ΤΡΑΠΕΖΑ με θέμα: Οι ανθρωπολογικές και εκκλησιολογικές συνέπειες του πολέμου στις σύγχρονες εκκλησίες

Συμμετέχουν:

Επίσκοπος Σαφίτα κ. Δημήτριος (Συρία)

Μητροπολίτης Λεμεσού κ. Αθανάσιος (Κύπρος)

Αρχιεπίσκοπος Ροβενκύ και Σβερδλόβσκ κ. Παντελεήμων (Ούκρανία)

12:40 Συζήτηση

13:00 Απονομή Διακρίσεων

13:20 Παρουσίαση του Τόμου Πρακτικών του Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου των ΚΒ” Παυλείων (Ιούνιος 2016)

Λήξη των εργασιών του Συνεδρίου από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας κ. Παντελεήμονα

ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Παντελεήμων, Μητροπολίτης Βεροίας, Ναούσης καί Καμπανίας, Κωνσταντίνος Βοργιαζίδης, Δήμαρχος Βεροίας, Αρχιμ. Αθηναγόρας Μπίρδας, Πρωτοσύγκελλος, Αρχιμ. Δημήτριος Μπακλαγής, Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ιωάννης Καραβιδόπουλος, Ομ. Καθηγητής Α.Π.Θ. (Πρόεδρος), Μητροπολίτης Κίτρους και Κατερίνης κ. Γεώργιος, Καθηγητής Α.Ε.Α.Θ., Ιωάννης Γαλάνης, Ομ. Καθηγητής Α.Π.Θ., Χαράλαμπος Ατματζίδης, Αν. Καθηγητής Α.Π.Θ., Αικατερίνη Τσαλαμπούνη, Επ. Καθηγήτρια Α.Π.Θ.

ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ

Αρχιμ. Αρσένιος Χαλδαιόπουλος, Αρχιμ. Καλλίνικος Λιμνιώτης, Δημήτριος Σαράντης, Νικόλαος Σούμπουρος, Θεόδωρος Αναστασόπουλος, Λάμπρος Παγούνης

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο ΚΓ΄ Παύλεια – Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα: «Πόλεμος και Ειρήνη κατά τον Απόστολο Παύλο (Βέροια, 26-28 Ιουνίου 2017)

Σύναξη (Τεύχος 142 – Γυναίκα – Ιερωσύνη – Γάμος)

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

t142ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ …3

ΕΛΕΝΗ ΚΑΣΣΕΛΟΥΡΗ-ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ, Γυναίκα, γάμος, γονιμότητα …5

ΒΑΛΕΡΥ ΚΑΡΡΑ, Θεολογικὲς προϋποθέσεις καὶ λογικὲς ἀνακολουθίες στὴ σύγχρονη συζήτηση περὶ τῆς χειροτονίας τῶν γυναικῶν …15

ΕΛΕΝΗ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ,  Ἡ πρόθεση «σύν» …28

Ἀπὸ τὶς παπαδιές

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΠΑΠΑΘΕΟΥ-ΔΟΥΛΗΓΕΡΗ, ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΠΕΝΙΡΤΖΗ-ΖΑΧΑΡΑΚΗ, ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΤΖΟΥΒΑΛΗ-ΚΑΡΙΩΤΟΓΛΟΥ, ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΟΥ- ΜΠΑΘΡΕΛΛΟΥ …33

ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ξ. ΓΙΑΓΚΟΥ, Ὁ γάμος μετὰ τὴ χειροτονία …48

π. ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ ΜΑΡΤΖΟΥΧΟΣ, Γράμμα στοὺς ἐπισκόπους …59

ΔΑΥΪΔ ΜΠΑΚΑΣ, Τὰ θαύματα (ποίημα) …66

ΘΑΝΑΣΗΣ Ν. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Ἡ εὐχαριστιακὴ καὶ κοινωνικὴ διάσταση τοῦ μαρτυρίου …67

π. ΗΛΙΑΣ ΚΑΡΑΛΗΣ, Ὁ διάλογος στὸ βυζαντινὸ λατρευτικὸ τυπικό …81

ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ, Λογόπλα …89

Διάλογος μὲ τοὺς ἀναγνῶστες …91

Τὸ Βιβλίο …92

Βιβλία που λάβαμε …105

Οἱ συνεργάτες τοῦ 142ου τεύχους …107

Κατηγορίες: ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ ΑΡΘΡΑ, ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Σύναξη (Τεύχος 142 – Γυναίκα – Ιερωσύνη – Γάμος)

Χαράλαμπος Aνδρεόπουλος, H Eκκλησία κατά τη δικτατορία 1967-1974. Ιστορική και νομοκανονική προσέγγιση, εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη, 2017

Από τον πρόλογο του βιβλίου

ΕΞΩΦΥΛΛΟ[26509]Αντικείμενο της παρούσας μελέτης, η οποία εκπονήθηκε στο πλαίσιο της υπό τον τίτλο «Σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας στην Ελλάδα κατά την Επταετία (1967-1974)» διδακτορικής μου διατριβής στο Τμήμα Θεολογίας του Α.Π.Θ. στο οποίο και εγκρίθηκε τον Απρίλιο του 2016, είναι η εξέταση, κατανόηση και ανάδειξη των αιτίων και των διαδικασιών μέσω των οποίων η Εκκλησία της Ελλάδος επηρεάσθηκε, συμμετείχε, έδρασε και επέδρασε στις πολιτικές εξελίξεις υπό το κράτος της επτάχρονης δικτατορίας 1967-1974. Επιχειρώντας να υπηρετήσω τον σκοπό της περαιτέρω εμβαθύνσεως της επιστημονικής έρευνας στο πεδίο των σχέσεων Εκκλησίας – Πολιτείας και ειδικά την περίπτωση που τις σχέσεις αυτές σκίαζε, κατά την περίοδο που ερευνάται, ένα ανελεύθερο καθεστώς, κινήθηκα με βασικό άξονα διαπραγματεύσεως την εξειδικευμένη και συστηματική ανάλυση των πολιτικών και εκκλησιαστικών παραμέτρων που συνθέτουν συνδυαστικά το πρόβλημα. Ένα πρόβλημα ιδιαιτέρως «ακανθώδες» για το γεγονός και μόνο ότι αφορά σε μια λίαν επώδυνη για τη χώρα μας περίοδο της σύγχρονης ιστορίας, της οποίας πολλά τραύματα – σε θεσμούς (όπως στον εκκλησιαστικό, κυρίως, και στον πολιτειακό, εν μέρει), αλλά και σε πρόσωπα – δεν έχουν ακόμη επουλωθεί. Για τους λόγους αυτούς καταβλήθηκε προσπάθεια να αποφευχθεί η φορτισμένη προσέγγιση του ζητήματος σχετικά με τη θέση και τη σχέση της Εκκλησίας με το συγκεκριμένο καθεστώς. Χωρίς, φυσικά, αυτό να σημαίνει αποφυγή της κριτικής προσεγγίσεως ή διάθεση «ουδετεροποιήσεώς» μας απέναντι σε γεγονότα και πρόσωπα που σημάδεψαν την περίοδο αυτή της σύγχρονής μας ιστορίας.

Στον σκοπό της εργασίας μας δεν υπήρξε επ’ ουδενί η πρόθεση να «δικάσουμε» – πολλώ δε μάλλον να «καταδικάσουμε» – τη θεσμική Εκκλησία και τους εκπροσώπους της για τις πράξεις ή τις παραλείψεις τους στη περίοδο της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Βούλησή μας ήταν να μελετήσουμε επισταμένως τις ιστορικές και νομοκανονικές διαστάσεις του θέματος και να καταλήξουμε σε τεκμηριωμένα και, όσο είναι εφικτό, αντικειμενικά συμπεράσματα που θέτουν το ζήτημα στις πραγματικές του διαστάσεις, εξηγούν τους λόγους συγκεκριμένων συμπεριφορών, παίρνουν θέση σε θέματα αμφιταλαντευόμενα, ρευστά, «επικίνδυνα», ερμηνεύουν κείμενα και ψηλαφούν ιστορικές περιόδους εντός των οποίων διαχέεται το όλο πρόβλημα. Σε αντίθεση με μερίδα συγγραμμάτων για το «Εκκλησιαστικό πρόβλημα» τα οποία, υπηρετώντας τους στόχους μιας στρατευμένης εκκλησιαστικής ιστοριογραφίας, επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους στη δεύτερη φάση της δικτατορίας (25.11.1973 -23.07.1974) μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους του προβλήματος στα γενόμενα επί αρχιεπισκοπείας Σεραφείμ (Τίκα) και εντεύθεν, η παρούσα μελέτη, ως οφειλόμενο επιστημονικό χρέος του συντάκτου της, προσεγγίζει το θέμα ολιστικά˙ σ’ όλη την έκταση και σ’ όλο το βάθος του προβλήματος.

Σε τούτη την εργασία θεωρούμε ως ιστορική αφετηρία του «Εκκλησιαστικού προβλήματος» τα γεγονότα του Μαΐου του 1967 που είναι αυτά τα οποία συνθέτουν την απαρχή του. Πρόκειται για τις συνδυασμένες επιθετικές παρεμβάσεις του δικτατορικού καθεστώτος που κατέλυσαν την κανονική τάξη στο επίπεδο της εκκλησιαστικής ηγεσίας και εκδηλώθηκαν σε διάστημα μικρότερο του μηνός (Μαΐου του ’67), σε τρεις διαδοχικές φάσεις: πρώτον, με την αντικανονική απομάκρυνση του τότε Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Β΄ (Χατζησταύρου), δεύτερον, με τη σύσταση και τον διορισμό 8μελούς «Αριστίνδην» Ιεράς Συνόδου δια της οποίας εξουδετερώθηκε η (56μελής εκείνη την εποχή) κανονική Ιεραρχία, και, τρίτον, με την αντικανονική – μέσω της διορισμένης «Αριστίνδην» Συνόδου – ανάρρηση στον αρχιεπισκοπικό θρόνο του αρχιμανδρίτου και καθηγητού της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Ιερωνύμου Κοτσώνη. Όσον αφορά στο ειδικότερο εκκλησιαστικό «Πρόβλημα των “12”» (εκπτώτων, «ιερωνυμικών» λεγομένων, Μητροπολιτών), το οποίο ως πτυχή του ευρύτερου «Εκκλησιαστικού προβλήματος» απετέλεσε ιδιαίτερη αφορμή εντάσεων στον χώρο της Εκκλησίας μέχρι τα πρόσφατα χρόνια (1990 – 1996), πράγματι, δημιουργήθηκε στη δεύτερη φάση (Ιούνιος – Ιούλιος 1974) της δικτατορίας και επί αρχιεπισκοπείας Σεραφείμ (Τίκα), στον οποίο καταλογίζονται και οι σχετικές ευθύνες για τον ατυχή χειρισμό του. Και αυτό, όμως, το ειδικότερο πρόβλημα, δεν προήλθε εκ «παρθενογενέσεως» – όπως, στο πλαίσιο της προαναφερθείσης στρατευμένης εκκλησιαστικής ιστοριογραφίας, επιχειρείται να εμφανισθεί, είτε με αποσιωπήσεις, είτε με στρεβλώσεις γεγονότων της εποχής – αλλά ως προέκταση και συνέπεια των νομοκανονικών προβλημάτων τα οποία επεσώρευσε η πρώτη φάση της δικτατορίας (1967 – 1973), επί αρχιεπισκοπείας Ιερωνύμου Α΄ (Κοτσώνη).

Στο ζήτημα της διαμορφώσεως των σχέσεων της Εκκλησίας και της τελούσης υπό δικτατορικό καθεστώς Πολιτείας κατά την περίοδο της Επταετίας, κεντρική θέση κατέχουν ερωτήματα, όπως σχετικά με το «πώς;» και το «γιατί;» οι πολιτειοκρατικές επιδιώξεις της ηγεσίας της δικτατορίας βρήκαν ελεύθερο πεδίο δράσεως στον εκκλησιαστικό χώρο. Στο πλαίσιο αυτής της προβληματικής επιχειρείται η απάντηση καίριων ερωτημάτων, όπως:

– Για ποιον λόγο και στη βάση ποίων σκοπιμοτήτων ο συνταγματάρχης Γ. Παπαδόπουλος και οι υπ’ αυτού πραξικοπηματίες επιχείρησαν αρχικώς να οδηγήσουν σε παραίτηση τον νόμιμο και κανονικό αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο (Χατζησταύρου), και εν τέλει, τεχνηέντως, να τον κηρύξουν έκπτωτο από τον αρχιεπισκοπικό θρόνο, για να ανέλθει εν συνεχεία σ’ αυτόν δι’ εκλογής υπό της διορισμένης «Αριστίνδην» Συνόδου ο πρωθιερεύς των Ανακτόρων –και πανεπιστημιακός καθηγητής του Κανονικού Δικαίου– αρχιμανδρίτης Ιερώνυμος Κοτσώνης;

– Ποιες ήταν οι αιτίες που προκάλεσαν την κατάρρευση του συστήματος διοικήσεως του Ιερωνύμου (Κοτσώνη) και την πτώση του ιδίου, τότε Αρχιεπισκόπου, τον Δεκέμβριο του 1973 από τον θρόνο του; Ποιοι αρχιερείς διαφοροποιήθηκαν από την πολιτική του Ιερωνύμου και με τις συγκεκριμένες πρωτοβουλίες και δράσεις τους έπαιξαν τον καθοριστικό ρόλο για την έκβαση αυτή; Ισχύει η εν πολλοίς επικρατούσα στην κοινή γνώμη αντίληψη ότι τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο (Κοτσώνη) ανέτρεψε ο Ιωαννίνων και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ (Τίκας), ή πρόκειται περί πλάνης, περί εδραιωμένου μύθου;

– Για ποιον λόγο και σκοπό στη δεύτερη φάση της δικτατορίας ο «αόρατος δικτάτωρ» ταξίαρχος Δημ. Ιωαννίδης προσεταιρίσθηκε τον τότε Μητροπολίτη Ιωαννίνων Σεραφείμ (Τίκα) για να ορκίσει όλως αντικανονικώς τον Στρατηγό Φαίδωνα Γκιζίκη ως «Πρόεδρο της Δημοκρατίας» και τον Αδαμ. Ανδρουτσόπουλο ως «Πρωθυπουργό» και εν συνεχεία να τον επιβάλλει με την αντικανονική μέθοδο του «τριπροσώπου» δελτίου ως νέο Αρχιεπίσκοπο της Εκκλησίας της Ελλάδος;

Ιδιαίτερης σημασίας ζήτημα είναι και αυτό της διαταραχθείσης, κατά το διάστημα της Επταετίας, νομοκανονικής σχέσεως της ελλαδικής Εκκλησίας με το Πατριαρχείο με την επιχειρηθείσα απομείωση των κανονικών δικαιωμάτων του στην ελληνική επικράτεια μέσω της καταστρατηγήσεως των πατριαρχικών κειμένων (του Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου του 1850 και της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως του 1928) που περιγράφουν και ορίζουν το πλαίσιο της κανονικής τους ενότητας. Για ποιους λόγους και πώς καταστρατηγήθηκαν από την Εκκλησία επί αρχιεπισκοπείας Ιερωνύμου (1967-1973) –συνεργούντος και του δικτατορικού καθεστώτος– αυτές οι πατριαρχικές διατάξεις; Ποιοι ήταν οι απώτεροι στόχοι αυτής της «αντιπατριαρχικής» πολιτικής; Και γιατί μόλις άλλαξε, με το νοεμβριανό (1973) (αντι-) πραξικόπημα του Δημ. Ιωαννίδη, το πολιτικό σκηνικό και δι’ αυτού και το εκκλησιαστικό, ανελθόντος στον αρχιεπισκοπικό θρόνο του Σεραφείμ, επιδιώχθηκε και συντελέσθηκε άμεσα η αποκατάσταση και ομαλοποίηση των σχέσεων Αθηνών – Κωνσταντινουπόλεως;

Mια αντικειμενική, με επιστημονικές προϋποθέσεις και προδιαγραφές, έρευνα οφείλει εν προκειμένω να λάβει σοβαρά υπ’ όψιν και να συνεκτιμήσει όλα εκείνα τα γεγονότα που θα μπορούσαν να δώσουν απαντήσεις στα εν λόγω θεμελιώδη ερωτήματα, να λύσουν συνεπακόλουθες, συναφείς με το θέμα και τα σχετικά ζητήματα, απορίες και να οδηγήσουν στην εξαγωγή τεκμηριωμένων συμπερασμάτων. Προς αυτή την κατεύθυνση κινήθηκε και στόχευσε η ανάλυση των στοιχείων που διαπραγματευθήκαμε και η συστηματική θεώρησή τους επιδιώκοντας να εισφέρει χρήσιμο υλικό που θα φωτίσει έτι περαιτέρω τις επιμέρους πτυχές που διαμόρφωσαν αυτή τη σχέση, δημιούργησαν δε και συντήρησαν μέχρι και πρότινος το λεγόμενο – απότοκο της Επταετίας – «Εκκλησιαστικό πρόβλημα». Στόχος μας είναι αυτά τα συμπεράσματα που έχουν προκύψει ν’ αποτελέσουν συμβολή στον προβληματισμό για την παθολογία των σχέσεων Εκκλησίας και δικτατορίας και τις συνθήκες υπό τις οποίες διαμορφώθηκε η σχέση αυτή στη διάρκεια της Επταετίας.

Το θέμα που πραγματευόμαστε προσφέρεται και για προβληματισμό στο σήμερα, σε μια εποχή κατά την οποία το ευρύτερο ζήτημα των σχέσεων της Εκκλησίας με την Πολιτεία εμφανίζεται στο προσκήνιο με αξιοζήλευτη περιοδικότητα αποτελώντας – το τελευταίο διάστημα όλο και συχνότερα, όλο και εντονότερα – θέμα «ημερησίας διατάξεως» στην ατζέντα του δημοσίου διαλόγου. Οι απαιτήσεις τόσο της επιστημονικής προσεγγίσεως του ζητήματος, όσο και οι ανάγκες του δημοσιογραφικού ρεπορτάζ και της σχετικής αρθρογραφίας, καθιστούν αναγκαία την προσφυγή σε ιστορικές πηγές αναφορικά με θέματα που αφορούν στο πλαίσιο των σχέσεων Εκκλησίας – Πολιτείας, όπως αυτές διαμορφώθηκαν από τη μεταπολεμική περίοδο και εντεύθεν μέχρι το εξεταζόμενο διάστημα της Επταετίας, αλλά και μεταγενέστερα καθώς τα νομοκανονικής φύσεως προβλήματα που τότε δημιουργήθηκαν «εκτονώθηκαν» μεν σε μεγάλο βαθμό στη μεταπολίτευση, κραδασμοί τους, όμως, εκδηλώθηκαν και στη σύγχρονη περίοδο (1990 – 1996). Ελπίζουμε η παρούσα ιστορική και νομοκανονική μελέτη να συμβάλλει στην κάλυψη αυτών των απαιτήσεων, να συνδράμει σ’ αυτές τις ανάγκες. Είναι προφανές ότι η ανά χείρας έκδοση δεν φιλοδοξεί να εξαντλήσει το θέμα παρά να εμπλουτίσει τη σχετική βιβλιογραφία και να δώσει αφορμές για περαιτέρω διάλογο στο επίκαιρο πολιτικά, όσο και ενδοεκκλησιαστικά, θέμα των σχέσεων Κράτους – Εκκλησίας.

Περιεχόμενα

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ Μ. ΚΟΝΙΔΑΡΗ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Μ Ε Ρ Ο Σ Α΄

Όψεις σχέσεων κράτους και εκκλησίας προ και κατά την περίοδο της «επταετίας»

  1. Ιστορική επισκόπηση
  2. Η μεγάλη κρίση στην Εκκλησία στις αρχές της 10ετίας του ’60
  3. Το «Πιστεύω» της 21ης Απριλίου
  4. Η στάση της Εκκλησίας
  5. Οι θρησκευτικές οργανώσεις
  6. Η στάση των Αρχιεπισκόπων Ιερωνύμου Kοτσώνη και Σεραφείμ Τίκα έναντι των χριστιανικών οργανώσεων
  7. Οι αντιλήψεις του καθεστώτος της 21ης Απριλίου και της Εκκλησίας περί «μεσσιανιστικής» αποστολής

Μ Ε Ρ Ο Σ Β΄

Η α΄ φάση της δικτατορίας (1967-1973)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1. ΟΙ ΕΠΕΜΒΑΣΕΙΣ ΣΤΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

  1. Οι νομοθετικές ρυθμίσεις για τον διοικητικό έλεγχο της Εκκλησίας
  2. Η «Αριστίνδην» Ιερά Σύνοδος:

α) Ίδρυση

β) Δράση

γ) Κατάληξη

  1. Η απομάκρυνση του νομίμου και κανονικού Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Β΄ (Χατζησταύρου)
  2. Η εκλογή του αρχιμανδρίτου Ιερωνύμου Κοτσώνη ως Αρχιεπισκόπου
  3. Οι εκλογές και χειροτονίες νέων αρχιερέων

α) Οι 29 νέοι επαρχιούχοι Μητροπολίτες (1967-1971)

β) Οι 6 νέοι τιτουλάριοι Επίσκοποι (1967-1972)

  1. Τα προβλήματα ως προς την κανονικότητα εκλογής των νέων αρχιερέων

α) Εκλογή Μητροπολιτών σε μη κανονικώς χηρεύουσες Μητροπόλεις

β) Εκλογή Μητροπολιτών σε κανονικώς χηρεύουσες Μητροπόλεις

  1. Θεσμοθέτηση θέσεως «Αρχιερέως των Ενόπλων Δυνάμεων»
  2. Η Συντακτική Πράξη Δ΄/1967

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2. Η ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ «ΚΑΘΑΡΣΗ» ΚΑΙ Η ΡΗΞΗ ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΙΑ

  1. Ο Α.Ν. 214/1967. Διώξεις παλαιών αρχιερέων
  2. Οι κατά τη διάρκεια της Επταετίας 16 αντικανονικώς απομακρυνθέντες αρχιερείς

α) Οι κηρυχθέντες έκπτωτοι

β) Οι εξαναγκασθέντες σε παραίτηση

γ) Οι «αυτοδικαίως» απομακρυνθέντες λόγω ηλικίας και χρόνου υπηρεσίας

  1. Οι «ανεπιθύμητοι»: Ο Ελασσώνος Ιάκωβος (Μακρυγιάννης), το πρώτο θύμα
  2. Η αποπομπή του Θεσσαλονίκης Παντελεήμονος (Παπαγεωργίου)
  3. Η ρήξη ανάμεσα στον Αρχιεπίσκοπο και τον Βασιλιά

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3. Η ΥΠΟΒΑΘΜΙΣΗ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΚΑΝΟΝΩΝ ΕΝΑΝΤΙ ΤΩΝ ΚΡΑΤΙΚΩΝ ΝΟΜΩΝ

  1. Το ζήτημα της διακρίσεως των Ιερών Κανόνων σε δογματικούς και διοικητικούς
  2. Ο αντιπερισπασμός της Κυβερνήσεως: Η πρόφαση περί αφαιρέσεως της επικλήσεως της Αγ. Τριάδος στο νέο «Σύνταγμα» (1968)
  3. Η διατήρηση της διακρίσεως των Ιερών Κανόνων στη Νομοθεσία

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4. Ο ΝΕΟΣ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ (1969)

  1. Οι ρυθμίσεις για τη διοικητική αυτοτέλεια της Εκκλησίας της Ελλάδος
  2. Οι αρχιεπισκοπικές αντιφάσεις
  3. Ο πολιτικός έλεγχος της εκκλησιαστικής διοικήσεως
  4. Παρεμβάσεις της δικτατορίας σε θέματα προσλήψεων εκκλησιαστικών υπαλλήλων και επιλογής εκκλησιαστικών συμβουλίων
  5. Καταστατικός Χάρτης (1969) και Οικουμενικό Πατριαρχείο

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5. Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΜΕ ΤΟ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ

  1. Το νομοκανονικό πλαίσιο της σχέσεως Πατριαρχείου – ελλαδικής Εκκλησίας
  2. Η απορρύθμιση των σχέσεων
  3. Η καταστρατήγηση των Πατριαρχικών Πράξεων
  4. Οι αντιδράσεις του Πατριαρχείου και Μητροπολιτών για τον νέο Καταστατικό Χάρτη

α) Οι παρεμβάσεις του πατριάρχη Αθηναγόρα προς Αρχιεπίσκοπο και Κυβέρνηση

β) Η εξουδετέρωση των Πατριαρχικών Πράξεων στον νέο Καταστατικό Χάρτη (1969)

γ) Αντιδράσεις εντός της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος

δ) Η ανακληθείσα παραίτηση του αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου

  1. Διεργασίες περί αρχιεπισκοπικής διαδοχής
  2. Η ακύρωση της συνθέσεως της Δ.Ι.Σ. στο Σ.τ.Ε
  3. Αίτημα Μητροπολιτών περί επαναφοράς της ισχύος των Πατριαρχικών Πράξεων
  4. Η τελευταία στήριξη της στρατιωτικής Κυβερνήσεως προς τον αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6. Η ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΣΑΛΕΥΘΕΙΣΗΣ ΚΑΝΟΝΙΚΗΣ ΤΑΞΕΩΣ

  1. H Ιεραρχία υπερψηφίζει τη συγκρότηση της νέας Δ.Ι.Σ. με τη σειρά των πρεσβείων
  2. Αποτίμηση του εκλογικού αποτελέσματος στην Ιεραρχία της 10ης Μαΐου 1973
  3. Αντιδράσεις κατά της αποφάσεως της Ιεραρχίας. Προσφυγή στο Σ.τ.Ε. κατά της συνθέσεως του σώματος των εκλεκτόρων και του τρόπου εκλογής της νέας Δ.Ι.Σ
  4. Απόρριψη της προσφυγής. Νομική κατοχύρωση της νέας Δ.Ι.Σ
  5. Ανοικτή «έκκληση» Μητροπολίτου προς Γ. Παπαδόπουλο για στήριξη Ιερωνύμου. Η σφοδρή αντίδραση της Δ.Ι.Σ
  6. Πολιτικές εξελίξεις και νέα δεδομένα. Η Κυβέρνηση Μαρκεζίνη
  7. Η παραίτηση του αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου (Κοτσώνη)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7. Ο ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ ΚΟΤΣΩΝΗΣ. ΜΙΑ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΔΡΟΜΗΣ ΤΟΥ

  1. Η άνοδος, η θητεία και η πτώση του (1967-1973)
  2. Η πολιτική του Ιερωνύμου σε σχέση με το Πατριαρχείο
  3. Ο Ιερώνυμος ως Πρόεδρος της Ιεραρχίας. Οι επιτυχίες του σε έργα, οι αποτυχίες του στον τρόπο ασκήσεως της εξουσίας

Μ Ε Ρ Ο Σ Γ΄

Η β΄ φάση της δικτατορίας (1973-1974)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1. ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΩΝΥΜΟ (ΚΟΤΣΩΝΗ) ΣΤΟΝ ΣΕΡΑΦΕΙΜ (ΤΙΚΑ)

  1. Η νέα πολιτική κατάσταση. Διεργασίες για την ανάδειξη νέας εκκλησιαστικής ηγεσίας
  2. Η συγκρότηση της «Πρεσβυτέρας Ιεραρχίας»
  3. H αντίδραση των αποκλειομένων από την «Πρεσβυτέρα Ιεραρχία» Μητροπολιτών
  4. Η εκλογή του μητροπολίτου Ιωαννίνων Σεραφείμ (Τίκα) ως νέου Αρχιεπισκόπου
  5. Η κατ’ οικονομίαν αντιμετώπιση των παραπτωμάτων του αρχιεπισκόπου πρώην Αθηνών Ιερωνύμου

α) Η αναγνώριση του Ιερωνύμου ως Αρχιεπισκόπου πρώην Αθηνών

β) Η κοίμηση του Ιερωνύμου (1988) και η διαθήκη του

  1. Η κρίση της κανονικότητος εκλογής των αναδειχθέντων επί αρχιεπισκοπείας Ιερωνύμου αρχιερέων
  2. Η περίπτωση του Φλωρίνης: Η πρώτη και συμβολική αναγνώριση εκλογής του Μητροπολίτου που εναντιώθηκε ανοικτά στον αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο
  3. Η αναγνώριση των 23 εκ των 29 επί αρχιεπισκοπείας Ιερωνύμου εκλεγέντων αρχιερέων

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2. Η ΙΔΡΥΣΗ ΝΕΩΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΝ, Η ΑΛΛΑΓΗ ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ

  1. Η ίδρυση των οκτώ (8) νέων Μητροπόλεων

α) Τα νομοκανονικά προβλήματα στον Ν.Δ. 411/74

  1. Οι ένδεκα νέοι Μητροπολίτες
  2. Η κλιμάκωση των αντιπαραθέσεων

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3. ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΩΝ «12»

  1. Ιούνιος 1974: Η αντιπαράθεση στα άκρα
  2. Ανάκληση αρχικών αναγνωρίσεων για 20, επικύρωση κανονικότητος για 9 και εκθρόνιση για 10 νέους και 2 παλαιούς Μητροπολίτες
  3. Οι καταδικαστικές αποφάσεις για τους «12»
  4. Οι διάδοχοι των εκθρονισθέντων
  5. Η «αλήθεια δια το “Εκκλησιαστικόν Ζήτημα”»: Η εκδοχή της Ιεραρχίας
  6. Απονομή «ψιλών» τίτλων στους εκθρονισθέντες Μητροπολίτες
  7. Προσπάθειες καταλλαγής
  8. Η σιωπηρή αναγνώριση των άνευ οριστικής κρίσεως 10 Μητροπολιτών
  9. Αποτίμηση και κριτική ερμηνεία της καταδίκης των «12»

Μ Ε Ρ Ο Σ Δ΄

Η Εκκλησία στη Μεταπολίτευση

  1. Ο Κων. Καραμανλής και ο Σεραφείμ (Τίκας) ως θεμελιωτές του εκδημοκρατισμού της θεσμικής Εκκλησίας. Ο νέος Καταστατικός Χάρτης
  2. Συνταγματική και νομοθετική προστασία των Πατριαρχικών Πράξεων (1850/1928)
  3. Οι πρώτες μεταπολιτευτικές απόπειρες για την επίλυση του εκκλησιαστικού προβλήματος:

α) Ενέργειες από πλευράς της Πολιτείας

β) Ενέργειες εκ μέρους της Εκκλησίας

  1. Το θέμα των «12» στο Οικουμενικό Πατριαρχείο

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΟΣ ΕΠΙΛΟΓΟΣ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ – ΣΥΝΟΨΗ

SUMMARY

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΑΡΧΕΙΑ – ΠΡΑΚΤΙΚΑ

ΠΗΓΕΣ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ

ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ

ΜΕΛΕΤΕΣ

ΑΡΘΡΑ

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ

ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΟΝΟΜΑΤΩΝ

ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΟΡΩΝ

Κατηγορίες: ΒΙΒΛΙΑ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Χαράλαμπος Aνδρεόπουλος, H Eκκλησία κατά τη δικτατορία 1967-1974. Ιστορική και νομοκανονική προσέγγιση, εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη, 2017

Ιωάννης Μούρτζιος, Τα έθνη και οι λαοί στο προφητικό μήνυμα: Από την κρίση στην οικουμενικότητα, Critical Approaches to the Bible 12, εκδόσεις Ostracon, Θεσσαλονίκη 2017

Από τον πρόλογο του βιβλίου

sndtf8aaΗ Παλαιά Διαθήκη δεν έχει μια συγκεντρωτική θεωρία για τους λαούς και τα έθνη και οι πληροφορίες είναι διάσπαρτες με ποικίλες διακυμάνσεις και εκφάνσεις για μεγάλη χρονική περίοδο. Ιδιαίτερα τα έθνη συνδέονται άμεσα με τού λαό Ισραήλ, κάτι που φαίνεται σαφώς στο μήνυμα των προφητών. Γι’ αυτό και το θέμα μας θα το αναπτύξουμε στο πλαίσιο της προαιχμαλωσιακής, αιχμαλωσιακής και μεταιχμαλωσιακής προφητείας και θα προσπαθήσουμε να καλύψουμε συνολικά τα διάφορα θεολογικά θέματα και ερωτήματα. Θα προσπαθήσουμε να δώσουμε συνοπτικά την ιστορική εξέλιξη, με σκοπό να περιγραφεί αυτή η εξέλιξη όσο γίνεται πιο παραστατικά, ώστε να αναβιώσουν στον αναγνώστη η κρίση, τα βάσανα και οι χαρές, ο αγώνας, οι επιτυχίες και οι αποτυχίες των Ισραηλιτών από γενιά σε γενιά. Επέμβαση του Θεού, αμαρτία, κρίση, πόλεμοι, τιμωρία, μετάνοια, κατάλοιπο, έθνη, λαοί, ναός και αποκατάσταση, ιερατείο αποτελούν θέματα σε ένα ανεπτυγμένο ιστορικό σχεδίασμα. Θέματα που συμπλέουν και συμπλέκονται με τη διαρκή παρουσία του Γιαχβέ στην ιστορία, ο οποίος από την κρίση αφήνει ελπίδα και σε ξένους λαούς να μετέχουν στη σωτηρία, κάνοντας ένα άνοιγμα από το στενό φυλετικό, εθνικό και θρησκευτικό συγκεντρωτισμό σε μια ευρύτερη διάσταση οικουμενικότητας.

Αυτό το διευρυμένο τόξο με τις ποικίλες εναλλαγές και εικόνες βασίζεται στην φράση «πάσα σαρξ τό σωτήριον τού Θεού» (Ησ. 40, 5-6. Ιερ. 12, 12) και θέλει να υπενθυμίσει πως όλοι οι άνθρωποι θα δουν τη δόξα του Θεού, όπως συνέβη και με τον Ισραήλ στο Σινά. 0 Θεός δεν επιθυμεί να περιορίσει τη σωτηρία του στο λαό του (Εξ. 18, 11), αλλά θέλει πάσα σαρξ να γνωρίσει το Θεό, ο οποίος είναι ο Κύριος και σωτήρας (Ησ. 49, 26. 66, 18-21). Συνεπώς η γνώση Θεού αποκτά οικουμενικό, συμπαντικό χαρακτήρα. Η φράση «πάσα σαρξ τό σωτήριον τού Θεού» έδωσε πνοή σε όλους τους λαούς (Ησ. 42, 5), χαρακτηρίζει την ανθρωπότητα, η οποία έχει έναν κοινό δημιουργό και χορηγό ζωής. Θα πρέπει όμως να σημειώσουμε ότι στην προφητεία υπάρχουν κείμενα με ένα ιδιαίτερα εχθρικό πνεύμα, σκληρά λόγια κρίσης για τα έθνη και τους λαούς, επειδή αυτά σκοπό έχουν να εξολοθρεύσουν και να καθυποτάξουν τον Ισραήλ.

Εχθροί του Θεού είναι οι αποστάτες και οι μη τηρητές του νόμου, οι οποίοι με τις επιλογές τους πίκραναν τον Άγιο Θεό, γι’ αυτό κι εκείνος «έστράφη αυτοίς εις έχθραν, καί αυτός επολέμησεν αυτούς» (Ησ. 63, 10). Παράλληλα όμως εχθρός του Θεού είναι και τα έθνη όχι για λόγους μεροληψίας υπέρ του Ισραήλ, αλλά για την ειδωλολατρεία τους και την παράβαση του έμφυτου ηθικού νόμου. Τον αγώνα κατά του κακού και της αμαρτίας του λαού, αλλά και των εθνών, διεξάγει ο Γιαχβέ με όργανό του τους προφήτες και αρκετές φορές με τα κατά τεκμήριο πιο αμαρτωλά του Ισραήλ ειδωλολατρικά έθνη. Έτσι ο Ησαΐας (10, 6) λέγει ότι οι Ασσύριοι έχουν στα χέρια τους το ραβδί του θυμού και της οργής του Θεού και ότι τους Ασσύριους θα στείλει ο Κύριος «εις έθνος άνομον αποστελώ καί τω εμώ λαώ» για να τιμωρήσουν την ασέβειά του, να καταστρέψουν «τάς πόλεις καί θείναι αυτάς εις κονιορτόν». Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τα έθνη απαλλάσσονται από τις όποιες ενοχές τους, αλλά όπως συμπληρώνει ο Ησαΐας (10, 12 εξ.) μετά την τιμωρία της Σιών και της Ιερουσαλήμ θα τιμωρηθούν και οι Ασσύριοι για την έπαρσή τους και για τα δεινά που προξένησαν στους άλλους λαούς. Παρά ταύτα η σωτήρια επέμβαση του Θεού δια του λόγου των προφητών είναι το δομικό στοιχείο της μελέτης μας, όπως θα δούμε και στη συνέχεια. Θα προσπαθήσουμε να δώσουμε ένα ερμηνευτικό εύρος, ώστε ο αναγνώστης να έχει τη δυνατότητα να σχηματίσει σφαιρική άποψη για το θέμα μας, αλλά και για τις διάφορες απόψεις των σύγχρονων ερμηνευτών.

Κατηγορίες: ΒΙΒΛΙΑ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ιωάννης Μούρτζιος, Τα έθνη και οι λαοί στο προφητικό μήνυμα: Από την κρίση στην οικουμενικότητα, Critical Approaches to the Bible 12, εκδόσεις Ostracon, Θεσσαλονίκη 2017

Ολοκληρώθηκε με επιτυχία το σεμινάριο με θέμα: «Στα ίχνη του Αποστόλου Παύλου στους Φιλίππους, Θεσσαλονίκη, Βέροια»

MyPhoto201706

Ο Τομέας Βιβλικής Γραμματείας και Θρησκειολογίας του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ και η Ορθόδοξη Θεολογική Σχολή του Ludwig Maximilians Universität München πραγματοποίησε υπό την αιγίδα των Kαθηγητών Χαράλαμπου Ατματζίδη και Konstantinos Nikolakopoulos Σεμινάριο (Blockseminar) με θέμα: «Στα ίχνη του Αποστόλου Παύλου στους Φιλίππους, Θεσσαλονίκη, Βέροια» (Auf die Spuren des Apostels Paulus in Philippi, Thessaloniki, Veroia), από 2 έως 6 Ιουνίου 2017.

Στο σεμινάριο μετείχαν οι Καθηγήτριες κ. Δήμητρα Κούκουρα και Γλυκερία Χατζούλη, ο Καθηγητής κ. Μόσχος Γκουτζιούδης, ο Διδάκτορας Θεολογίας κ. Βασίλειος Δερμετζόγλου και φοιτητές και φοιτήτριες των δύο Σχολών.

Η έναρξη του Σεμιναρίου πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή, 2 Ιουνίου 2017 στο Βιβλικό Μουσείο της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ. Οι φοιτητές και φοιτήτριες παρουσίασαν τέσσερις εργασίες με εισαγωγικά θέματα για τον απόστολο Παύλο, τις ιεραποστολικές περιοδείες του, την ιεραποστολική πολιτική του και την θεολογία του.

Το Σάββατο, 3 Ιουνίου 2017 τα μέλη του σεμιναρίου επισκέφτηκαν τον αρχαιολογικό χώρο των Φιλίππων, της Λυδίας της Φιλιππησίας και του Βήματος του αποστόλου Παύλου στην Καβάλα. Εκεί ο καθηγητής Μόσχος Γκουτζιούδης ξενάγησε λεπτομερώς τους συμμετέχοντες. Στον αρχαιολογικό χώρο της Λυδίας της Φιλιππησίας οι φοιτητές και φοιτήτριες του σεμιναρίου παρουσίασαν τρεις εργασίες που αφορούσαν την μετάβαση του αποστόλου Παύλου στην Καβάλα (αρχαία Νεάπολη), στους Φιλίππους, στη βάπτιση της Λυδίας της Φιλιππησίας σύμφωνα με την Πράξεις των Αποστόλων και για την θέση του αποστόλου Παύλου για τις γυναίκες.

Phillipi_24

Την Κυριακή, 4 Ιουνίου 2017, τα μέλη του σεμιναρίου επισκέφτηκαν την Βέροια. Εκεί συμμετείχαν στην αρχιερατική Θεία Λειτουργία και στον Εσπερινό της γονυκλισίας στον παλιό ιερό μητροπολιτικό ναό Πέτρου και Παύλου, αρχιερατεύοντος του Σεβασμιοτάτου Μητροπολίτη της Ι. Μ. Βεροίας Ναούσης και Καμπανίας κ. Παντελεήμονα. Στην Βέροια ο διδάκτωρ Θεολογίας κ. Βασίλειος Δερμετζόγλου ξενάγησε λεπτομερώς τους συμμετέχοντες στο Βήμα του αποστόλου Παύλου, στην εβραϊκή συνοικία της πόλης στην Εκκλησία του Χριστού και στον ναό της Παναγίας της Περιβλέπτου. Επίσης, τα μέλη του Σεμιναρίου έγιναν δεκτά στην Ι. Μονή Δοβρά από τον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη της Ι. Μ. Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας κ. Παντελεήμονα. Εκεί ξεναγήθηκαν στο Καθολικό της Μονής και στην έκθεση Βαρλάμη για τον άγιο Λουκά τον ιατρό, που βρίσκεται στο μουσείο του ναού του αγίου στην Μονή Δοβρά. Επίσης, οι συμμετέχοντες του σεμιναρίου  επισκέφτηκαν το αρχαιολογικό μουσείο με τους βασιλικούς τάφους στις Αιγές (Βεργίνα). Τέλος, στο συνεδριακό κέντρο της Ι. Μονής Δοβρά οι φοιτητές και οι φοιτήτριες παρουσίασαν τρεις εργασίες για την Μακεδονία κατά τους αρχαίους χρόνους, κατά την ελληνορωμαϊκή εποχή και για την επίσκεψη και το ιεραποστολικό έργο του αποστόλου Παύλου στην Βέροια.

Την Δεύτερα, 5 Ιουνίου 2017, τα μέλη του σεμιναρίου συμμετείχαν στην Θεία Λειτουργία στον πανεπιστημιακό Ι. Ν. Αγίας Τριάδος στην Θεολογική Σχολή. Επίσης αυτά έγιναν δεκτά από τον Κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής και τους Προέδρους των δύο Τμημάτων της Θεολογικής Σχολής, κ. Παναγιώτη Σκλατσή και Κωνσταντίνο Χρήστου. Ακόμη, ξεναγήθηκαν από τον Πρόεδρο του Τμήματος Θεολογίας κ. Παναγιώτη Σκαλτσή και την καθηγήτρια κ. Γλυκερία Χατζούλη στον πανεπιστημιακό ναό. Επίσης, τα μέλη του σεμιναρίου επισκέφτηκαν την Ι. Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μόνη Βλατάδων. Εκεί έγιναν δεκτοί από τον Ηγούμενο της Ι. Μονής Επίσκοπο Αμορίου κ. Νικηφόρο. Στη συνέχεια η καθηγήτρια κ. Γλυκερία Χατζούλη ξενάγησε λεπτομερώς τους συμμετέχοντες στο Σεμινάριο στην Ι. Μονή Βλατάδων, στους Ι. Ναούς του αγίου Νικόλαου του Ορφανού, του Αγίου Δημητρίου, της Αγίας Σοφίας και της Παναγίας Αχειροποιήτου και στον αρχαιολογικό χώρο της ρωμαϊκής αγοράς. Τέλος, στο συνεδριακό κέντρο της Ι. Μονής Βλατάδων οι φοιτητές παρουσίασαν δύο εργασίες για την ιστορία της Θεσσαλονίκης την εποχή του αποστόλου Παύλου και για την ιεραποστολική δράση του Παύλου στην πόλη.

MyPhoto201706051505

Την Τρίτη, 6 Ιουνιου 2017, συνεχίστηκε το Σεμινάριο στο Βιβλικό Μουσείο της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ. Οι φοιτητές παρουσίασαν τρεις εργασίες που αφορούσαν τις επιστολές Α΄ και Β΄ προς Θεσσαλονικείς και την επιστολή προς Φιλιππησίους, οι οποίες αποδίδονται  στον απόστολο Παύλο. Επίσης η καθηγήτρια κ. Δήμητρα Κούκουρα πραγματοποίησε εισήγηση στα μέλη του Σεμιναρίου που αφορούσε την ελληνική γλώσσα κατά την ελληνιστική περίοδο.

Το σεμινάριο έληξε με την κατάθεση των συμπερασμάτων. Ακολούθησε συνεστίαση, κατά την οποία τα μέλη του σεμιναρίου γεύτηκαν διάφορα παραδοσιακά ελληνικά εδέσματα και ανταλλάχτηκαν αναμνηστικά δώρα.

Κατηγορίες: ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ολοκληρώθηκε με επιτυχία το σεμινάριο με θέμα: «Στα ίχνη του Αποστόλου Παύλου στους Φιλίππους, Θεσσαλονίκη, Βέροια»

Κωνσταντίνος Χρήστου, Ο ελληνισμός κατά τις παραμονές της αλώσεως

Christou

Η ομιλία του Προέδρου του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας του ΑΠΘ στην Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών (29-5-2017)

Κυρίες και κύριοι,

Η πτώση της Βασιλεύουσας υπήρξε η τραγικώτερη συμφορά του έθνους, όχι μόνο καθ’ εαυτήν αλλά και διότι κατακλείει και συμβολίζει μία μακρά περίοδο γεμάτη από θλιβερά και αιματηρά γεγονότα, τα οποία σφράγισαν την παρακμή και την πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Υπήρξε μία ζοφερή ημέρα, κατά τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο, ο οποίος με τα παρακάτω λόγια τελειώνει την αφήγησή του για το γεγονός: «διὰ τῆς ἁλώσεως αὐτῆς δὲν ἔπεσε μόνη ἡ κυριευθεῖσα πόλις, δὲν ἔπεσε μόνη ἡ καταλυθεῖσα βασιλεία, ἀλλ’ ἐπί χρόνον μακρὸν ἐπεσκιάσθη κόσμος ὁλόκληρος πραγμάτων καὶ δογμάτων, ὁ κόσμος ὁ ἑλληνικός».

Η ενθύμηση όμως αυτού του  τραγικού γεγονότος, και δυστυχώς η ελληνική ιστορία έχει να επιδείξει και άλλα τέτοια, δεν επιτρέπεται να οδηγήσει στην απελπισία, διότι ένας αγώνας υπέρ της αρετής και του δικαίου δεν μπορεί ποτέ να θεωρηθεί εντελώς χαμένος. Η εθνική ψυχή έχει την δυνατότητα να μεταπλάσει τις αναμνήσεις αυτές σε νέα δημιουργική δύναμη.

Ποια ήταν όμως η κατάσταση του Ελληνισμού κατά τους χρόνους εκείνους; στην Μ. Ασία βέβαια, όπου οι Σελτζούκοι Τούρκοι είχαν εισέλθει ήδη από την μάχη του Μαντζικέρτ, το 1071, οι επιδρομές, οι σφαγές και οι αιχμαλωσίες έχουν μειώσει σε μεγάλο βαθμό τους ελληνικούς πληθυσμούς, εξέλιξη την οποία έχει αποτυπώσει ο Σπύρος Βρυώνης στο κλασικό σύγγραμμά του για την παρακμή του μεσαιωνικού Ελληνισμού στην Μ. Ασία. Ειδικώς, μετά την διάλυση του σελτζουκικού σουλτανάτου και την διαίρεση της Ανατολίας μεταξύ των τουρκομανικών εμιράτων, η κατάσταση των Χριστιανών επιδεινώθηκε σημαντικά. Ο Ελληνισμός υποχώρησε περαιτέρω και σε πολλά μέρη εξαφανίσθηκε, ενώ πολλές, ανθηρές κατά το παρελθόν πόλεις, κείτονταν πλέον σε ερείπια. Διατηρήθηκε σε ορισμένες περιοχές, όπου οι γεωγραφικές συνθήκες τον ευνοούσαν, επί παραδείγματι στον Πόντο, όπου οι Ποντικές Άλπεις δημιουργούσαν ένα προστατευτικό τείχος, ή στα δυτικά παράλια, λόγω της γειτνίασης και επικοινωνίας μέσω της θαλάσσης, και βέβαια σε κάποιες νησίδες στο εσωτερικό. Τμήμα όλων αυτών, θα οδηγηθεί στον εξισλαμισμό μετά την Άλωση.

Στην Χερσόνησο του Αίμου, οι Χριστιανοί εξακολουθούσαν βέβαια να αποτελούν πλειοψηφία, είχαν όμως υποστεί τα πάνδεινα κατά την περίοδο της κατάκτησης, κατά τον 14ο και τις πρώτες δεκαετίες του 15ου αιώνος, ενώ είχε ήδη ξεκινήσει και το ρεύμα των εξισλαμισμών.

Ήδη προηγουμένως, από τον 13ο αιώνα, είχε εμφανισθεί και το ρεύμα της φυγής και της μετανάστευσης. Αρχικώς από την Μ. Ασία προς τις ευρωπαϊκές περιοχές. Κατόπιν και από αυτές τις περιοχές, και συγκεκριμένα από την Θράκη και την Μακεδονία, μεταναστεύουν προς τις παραδουνάβιες ηγεμονίες για πρώτη φορά, επίσης προς τις βενετοκρατούμενες περιοχές, αλλά και προς την Πελοπόννησο που τότε, μετά από αιώνες, αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τον Ελληνισμό.

Η πεποίθηση ότι οι ήδη υφιστάμενες αλλά και οι επερχόμενες συμφορές αποτελούν την θεϊκή τιμωρία για τις αμαρτίες του λαού του Θεού, ήταν διαδεδομένη, από την ηγεσία έως και τους απλούς ανθρώπους. Επομένως, αναβιώνουν κατά την ίδια περίοδο, οι εσχατολογικές αποκαλυπτικές προσεγγίσεις, που έχουν βέβαια προέλευση από την πρωτοχριστιανική περίοδο, αλλά επανεμφανίζονται κάθε φορά που οι Χριστιανοί υφίστανται δεινά. Σύμφωνα με αυτές, ο Θεός τιμωρεί βέβαια τους Χριστιανούς για τις αμαρτίες τους, αλλά σε καμμία περίπτωση δεν ευνοεί τους αλλοθρήσκους. Αντιθέτως, αυτούς θα τους τιμωρήσει πολύ αυστηρότερα, όταν θα έλθει η συντέλεια του κόσμου. Ο Μέγας Κωνσταντίνος, εκχριστιανίζοντας τον αυτοκρατορικό θεσμό, έδωσε το δικαίωμα στον ιστορικό και πανηγυριστή του Ευσέβιο Καισαρείας να εκχριστιανίσει την ρωμαϊκή αυτοκρατορική ιδέα και να θεωρήσει την Βυζαντινή Αυτοκρατορία ως όργανο της θείας προνοίας. Η αυτοκρατορία, με κέντρο της την Κωνσταντινούπολη, όφειλε να αποτελεί την καλύτερη εκδοχή της επίγειας χριστιανικής πολιτείας, ως προεικόνισης της βασιλείας των ουρανών. Επομένως η Κωνσταντινούπολη, ως πρωτεύουσα της νέας χριστιανικής αυτοκρατορίας, που είναι το Βυζάντιο, θα συνέχιζε την ύπαρξή της έως την συντέλεια των αιώνων, δηλαδή την Δευτέρα Παρουσία. Πολλοί, ως εκ τούτου, περίμεναν, έως και την τελευταία στιγμή, την θεϊκή επέμβαση, η οποία θα έσωζε την Πόλη

Εντός του κλίματος αυτού, λίγες είναι οι νησίδες οι οποίες διατηρούσαν κάποια σταθερότητα.

Η Εκκλησία, κατορθώνει, εν μέσω τεραστίων δυσκολιών, να διατηρήσει την οργάνωσή της, διδάσκοντας, ενισχυμένη από την θεολογία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και του Ησυχασμού, την εμμονή στην πίστη και την εγκαρτέρηση. Την ίδια εποχή, εμφανίζονται οι πρώτοι νεομάρτυρες, άνθρωποι οι οποίοι οδηγούνταν στο μαρτύριο, ενίοτε το προκαλούσαν κιόλας, για την πίστη, ενισχύοντας έτσι το φρόνημα της αντίστασης εναντίον των κατακτητών.

Αλλά και κάποιες άλλες εξελίξεις δημιουργούσαν πλαίσια επιβίωσης του Ελληνισμού. Προκύπτει ότι, ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του 15ου αιώνα, οι Οθωμανοί είχαν αποδεχθεί, για δικούς τους λόγους, την διατήρηση,  στις περιοχές της δυτικής Ελλάδος, του τελευταίου επιπέδου της βυζαντινής στρατιωτικής ιεραρχίας, το οποίο ήταν το σύστημα της αγροτικής και ορεινής πολιτοφυλακής, γνωστό ως θεσμός του αρματολισμού.

Την ίδια περίοδο, αρκετοί από τους κατοίκους των πεδινών, καταφεύγουν στα ορεινά εδάφη της Πίνδου, της δυτικής Μακεδονίας, του Ολύμπου, και γενικά στις ορεινές περιοχές. Εκεί, ως ελεύθεροι γεωργοί διατήρησαν μικρές ιδιοκτησίες έως το τέλος της Τουρκοκρατίας, επωφελούμενοι από την απομόνωση και το δύσβατο των περιοχών, αλλά και προβάλλοντας αντίσταση στον κατακτητή. Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε και την επιβίωση του κοινοτικού θεσμού, ο οποίος είναι γέννημα της βυζαντινής περιόδου, και συγκεκριμένα του 7ου και του 8ου αιώνα. Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας θα αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη σημασία, ως ο μοναδικός πολιτικός θεσμός σε ελληνικά χέρια.

Παρά το ότι το Βυζάντιο και οι Έλληνες ευρίσκονται σε δεινή πλέον κατάσταση, η αναγέννηση των γραμμάτων και της θεολογίας κατά τον 14ο αιώνα, έχει δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την διατήρηση ενός υψηλού πνευματικού επιπέδου.

Το πνεύμα λοιπόν, εξακολουθούσε να ζει στο Βυζάντιο, καθώς σειρά ολόκληρη φιλολόγων, φιλοσόφων και θεολόγων,  καλλιεργούσαν τα γράμματα, την θεολογία και τις επιστήμες.

Η αναφορά σε κάποιους από αυτούς είναι αναγκαία, καθώς όχι μόνο άφησαν πίσω τους αξιόλογα έργα, αλλά έπαιξαν και σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις των χρόνων εκείνων. Σημειώνουμε εδώ τον Συμεών, μητροπολίτη Θεσσαλονίκης, ο οποίος απεβίωσε λίγο πριν από την άλωση του 1430 και τον Ιωσήφ Βρυέννιο, ηγετική θεολογική μορφή του πρώτου τρίτου του 15ου αιώνος. Αυτός, στάλθηκε σε αποστολές στην Κρήτη και στην Κύπρο, προκειμένου να ενισχύσει τους εκεί Ορθοδόξους. Έγραψε θεολογικά συγγράμματα εναντίον των ρωμαιοκαθολικών, αν και αρχικά δεν ήταν εναντίον της ενώσεως των Εκκλησιών. Συμβούλευε τους συγχρόνους του να μην βαυκαλίζονται με τις ελπίδες ότι δυτικά στρατεύματα θα έλθουν για να σώσουν το Βυζάντιο. Αντιθέτως, εάν πράγματι θα έρχονταν, θα το έκαναν μόνο για να καταστρέψουν το γένος των Ελλήνων. Ήταν μία αυστηρή προφητική μορφή, που μεγαλοποιούσε τα παραπτώματα και τις αδυναμίες των συγχρόνων του Βυζαντινών, αλλά και αποσκοπούσε στην αφύπνιση του εναπομένοντος έθνους και στην συγκρότηση ενός πολιτικού και θρησκευτικού μετώπου αμύνης. Λίγο αργότερα, ηγέτης της  ανθενωτικής παράταξης θα αναδειχθεί ο Μάρκος Ευγενικός, μητροπολίτης Εφέσου, ο μόνος από τους ανατολικούς επισκόπους, ο οποίος δεν υπέγραψε την ένωση των Εκκλησιών στην σύνοδο Φερράρας – Φλωρεντίας, συγγραφέας αντιλατινικών συγγραμμάτων και οπαδός της ησυχαστικής θεολογίας.

Η σημαντικώτερη, από ιστορικής πλευράς, φυσιογνωμία μεταξύ των λογίων και των θεολόγων υπήρξε αναμφίβολα ο Γεννάδιος Σχολάριος, ο οποίος, μαζί με τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, με τον οποίο ήλθε σε σύγκρουση, συμβολίζει την τραγική εκείνη εποχή. Ως ηγέτης της ανθενωτικής μερίδος, μετά τον θάνατο του Μάρκου Ευγενικού, θεωρούσε ότι η υποδούλωση της Εκκλησίας στους Λατίνους δεν θα απέτρεπε την τουρκική κατάκτηση. Η θεολογία του είναι μίγμα της ησυχαστικής θεολογίας και του αριστοτελικού σχολαστικισμού. Έντονα όμως απασχολούσε την σκέψη του η τύχη της Κωνσταντινουπόλεως και, μετά την άλωση, το μέλλον αυτού που ο ίδιος ονομάζει ελληνικό γένος[1]. Ως πρώτος πατριάρχης μετά την άλωση, θα αναλάβει το τιτάνιο έργο να διασώσει τον υπόδουλο Ελληνισμό, εμποδίζοντας τους εξισλαμισμούς, ανασυγκροτώντας την ενότητα με κέντρο τον εκκλησιαστικό οργανισμό και προσπαθώντας να αναζωογονήσει την παιδεία. Οι προσπάθειές του θα έχουν μερική μόνο επιτυχία, θα χαράξει όμως ένα δρόμο, τον οποίο θα βαδίσουν άλλοι επιτυχέστερα.

Εάν ο Γεννάδιος Σχολάριος εκπροσωπεί την τάση για περισυλλογή και ανασυγκρότηση, δύο άλλες μεγάλες προσωπικότητες, εκπροσωπούν την φυγή, είτε προς την Δύση, ο Βησσαρίων, είτε προς την ουτοπία, ο Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων. Το έργο των δύο αυτών μερικώς μόνο θα έχει ως αποδέκτη τον Ελληνισμό, ενώ η επίδρασή τους θα εκδηλωθεί ισχυρή  στην αναγεννησιακή Ιταλία.

 Το γεγονός που προώθησε σημαντικά τα πράγματα στο θέμα της επιδράσεως αυτής, ήταν βέβαια η ενωτική σύνοδος της Φερράρας – Φλωρεντίας (1438-1439). Κατά την διάρκειά της, Έλληνες λόγιοι ήλθαν στην Ιταλία ως μέλη της βυζαντινής αντιπροσωπίας και εντυπωσίασαν τους Ιταλούς με τις γνώσεις τους πάνω στα αρχαία κείμενα και κυρίως με τον βυζαντινό  τρόπο ερμηνείας τους, ο οποίος προερχόταν από την αλεξανδρινή σχολή φιλοσοφίας της ύστερης αρχαιότητος.

Ο Πλήθων συμμετέσχε στην βυζαντινή αντιπροσωπεία στη σύνοδο αυτή. Εκεί, οι γνώσεις και το πάθος του για τον Πλάτωνα εντυπωσίασαν τους Ιταλούς λογίους. Δεν ήταν βέβαια άγνωστα τα ελληνικά γράμματα στην Φλωρεντία, κέντρο της ιταλικής Αναγέννησης. Αρκετά χρόνια πριν, είχε προσκληθεί ο Μανουήλ Χρυσολωράς να έλθει στην πόλη αυτή, για να διδάξει ελληνική γλώσσα και γραμματεία στο πανεπιστήμιό της. Η παραμονή του εκεί υπήρξε βραχύβια (1397-1399), αλλά άσκησε πολύ σημαντική επίδρασή. Όλοι σχεδόν οι Φλωρεντινοί λόγιοι έγιναν μαθητές του και μερικοί από αυτούς αποτέλεσαν μέλη του κύκλου του Κοσμά των Μεδίκων, μετά από μερικές δεκαετίες. Στον Χρυσολωρά οφείλεται σε σημαντικό βαθμό το ενδιαφέρον για τα ελληνικά γράμματα κατά την Αναγέννηση. Αυτό κατέληξε σε ένα πραγματικό κυνήγι των χειρογράφων. Μερικοί από τους ουμανιστές, όπως ο Φραγκίσκος Φίλελφος, ταξίδεψαν στο Βυζάντιο για τον σκοπό αυτό. Διακόσια χειρόγραφα έφερε αργότερα για λογαριασμό του Λαυρεντίου των Μεδίκων ο Ιάνος Λάσκαρις.  Από τότε τα βυζαντινά χειρόγραφα παίρνουν τον δρόμο για τις βιβλιοθήκες της δυτικής Ευρώπης. Ηταν όμως η επίδραση του Πλήθωνος, η οποία κατέστησε τον πλατωνισμό κυρίαρχο στην αναγεννησιακή σκέψη. Οι διαλέξεις που αυτός έδωσε τότε, πάνω στην πλατωνική φιλοσοφία, απέβησαν περίφημες και συνετέλεσαν σημαντικά στον τερματισμό της κυριαρχίας του Αριστοτέλους στη φιλοσοφία και τη στροφή της προς τον Πλάτωνα. Ο κυβερνήτης της Φλωρεντίας Κοσμάς των Μεδίκων, εντυπωσιασμένος από τον Πλήθωνα, ίδρυσε το 1445 την Πλατωνική Ακαδημία, γεγονός που σηματοδοτεί την παραπάνω εξέλιξη.

Την ίδια εποχή, αλλά και αργότερα, δίδαξαν στα σημαντικότερα κέντρα της ιταλικής Αναγέννησης Έλληνες όπως ο Ιωάννης Αργυρόπουλος, ο Θεόδωρος Γαζής, ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης και ο Μάρκος Μουσούρος.

Ο Πλήθων επέστρεψε στην Πελοπόννησο, όπου από καιρό είχε εγκατασταθεί, προφανώς διότι εκεί επίστευε ότι υπήρχε η δυνατότητα να οργανωθεί ένα νέο, υγιές ελληνικό κράτος. Ο ίδιος εργάσθηκε προς αυτή την κατεύθυνση με υπομνήματά του προς τον αυτοκράτορα Μανουήλ Παλαιολόγο και τον δεσπότη του Μυστρά Θεόδωρο Β’, όπου εισηγείται κοινωνικές, οικονομικές και στρατιωτικές μεταρρυθμίσεις. Στην θέση του ορθόδοξου Χριστιανισμού, που τον θεωρούσε ακατάλληλο για το νέο κράτος που οραματιζόταν, εισηγήθηκε μια νέα θρησκεία, που είχε ως βάση της τον θρησκευτικό νεοπλατωνισμό. Το κυριώτερο σύγγραμμά του είναι η «Νόμων συγγραφή», διασωθέν μόνο εν μέρει, όπου περιγράφεται η ιδανική πολιτεία του. Σύμφωνα με τον Λίνο Μπενάκη, ο Πλήθων, ο οποίος εμφανίζει έντονη την ελληνική του αυτοσυνειδησία στα κείμενά του, είναι και ο πρώτος Νεοέλληνας ως προς τους πολιτικούς στοχασμούς του. Κατά τον Απόστολο Βακαλόπουλο, είχε επιτύχει να επηρεάσει, εν μέρει τουλάχιστον, την πολιτική του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, είτε άμεσα είτε και έμμεσα μέσω του μαθητού του Βησσαρίωνος, ο οποίος κατά βάση ενστερνιζόταν τις μεταρρυθμιστικές του προτάσεις.

Ο Πλήθων, αν και είχε απομακρυνθεί από την Εκκλησία, στην σύνοδο της Φερράρας είχε υποστηρίξει τις ορθόδοξες θέσεις. Αντίθετα με αυτόν, ο μαθητής του Βησσαρίων, ο διασημότερος μεταξύ των μελών της βυζαντινής αντιπροσωπείας, έγινε, κατά την εξέλιξη των εργασιών της συνόδου, ηγέτης της ενωτικής μερίδος και βασικός εκφραστής της πολιτικής της. Σύμφωνα με αυτήν, η τουρκική κατάκτηση θα συμπαρέσυρε και την χριστιανική πίστη, με αποτέλεσμα τον αφανισμό του έθνους. Αντίθετα, η προσχώρηση στην Ρωμαϊκή Εκκλησία, δεν θα συμπαρέσυρε και το έθνος στην δουλεία, οπότε κάποτε θα μπορούσε να ανακτηθεί και της Εκκλησίας η ελευθερία. Μετά την εχθρική, εκ μέρους του λαού, υποδοχή των αποτελεσμάτων της συνόδου, ανεχώρησε οριστικώς για την Δύση, όπου τιμήθηκε από τον πάπα με το αξίωμα του καρδιναλίου και έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στις προσπάθειες, πριν και μετά την άλωση, να οργανωθεί σταυροφορία εναντίον των Τούρκων. Επέτυχε επανειλημμένως συμφωνίες μεταξύ των ηγεμόνων για τον σκοπό αυτό, αλλά πάντοτε κάποια γεγονότα εμπόδιζαν την πραγματοποίησή του. Περισσότερο καρποφόρα, υπήρξε η δραστηριότητά του στον τομέα των γραμμάτων. Δια μέσου της επίδρασης του Πλήθωνος, είχε γίνει και ο ίδιος πλατωνικός. Γι’ αυτό συνέγραψε τον «Έλεγχο των κατά Πλάτωνος βλασφημιών», σε απάντηση της επίθεσης που εξαπέλυσε κατά του Πλάτωνος ο αριστοτελίζων Γεώργιος Τραπεζούντιος. Ως  καρδινάλιος της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, μετέφερε τις ελληνικές σπουδές στην παπική αυλή, δημιουργώντας κύκλο μελέτης των ελληνικών γραμμάτων εντός αυτής, ενώ έγινε και ο κύριος προστάτης των Ελλήνων λογίων στη Δύση. Τη βιβλιοθήκη του, που αποτελούνταν από εξακόσια πολύτιμα χειρόγραφα, χάρισε, μετά θάνατον, στη Μαρκιανή Βιβλιοθήκη της Βενετίας όπου αυτή αποτέλεσε τον αρχικό πυρήνα της ελληνικής συλλογής.

Η αποτίμηση της συμβολής των Ελλήνων λογίων στην Αναγέννηση είναι ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα μεταξύ των ιστορικών. Σημειώνουμε εδώ μόνο ότι οι κορυφαίοι Ιταλοί ουμανιστές τους θεωρούσαν δασκάλους τους και απέδιδαν μεγάλη σημασία στην διδασκαλία και τα κείμενά τους. Ένας από αυτούς, τους συνέκρινε με τους αρχαίους Έλληνες, λέγοντας ότι συζητώντας κανείς μαζί τους, αισθάνεται ότι ευρίσκεται στην Ακαδημία του Πλάτωνος ή στο Λύκειο του Αριστοτέλους. Σύμφωνα με τον μελετητή του βυζαντινού υπόβαθρου της ιταλικής αναγέννησης Kenneth Setton, οι Βυζαντινοί, αφού είχαν συντηρήσει και μεταλαμπαδεύσει την κληρονομιά του αρχαίου κόσμου, κατέστησαν οι διδάσκαλοι των Ιταλών, που με την σειρά τους έγιναν οι διδάσκαλοι όλων των άλλων.

Επομένως το Βυζάντιο, καθώς ψυχορραγεί, εξακολουθεί να προσφέρει στη Δύση και στον ευρωπαϊκό πολιτισμό γενικώτερα, παράγοντας λογίους με συγκρότηση τέτοια, η οποία εντυπωσιάζει τους συγχρόνους τους ανθρωπιστές. Οι τελευταίοι βυζαντινοί Έλληνες συνέβαλαν στην Αναγέννηση, δίνοντας σημαντική ώθηση στην ανάπτυξη των ελληνικών σπουδών στην Δύση. Το ελληνικό έθνος θα ωφεληθεί από την εξέλιξη αυτή, αν και όχι άμεσα, εξαιτίας των λίαν δυσμενών συνθηκών των πρώτων αιώνων της Τουρκοκρατίας. Παράλληλα, όπως προκύπτει από τα κείμενα και την δράση τους, έχουν πλήρη συνείδηση ότι οι ενασχολήσεις τους είναι καίριας σημασίας και για την πνευματική ζωή, την ιστορική συνείδηση και εν τέλει για την επιβίωση του έθνους τους.

Αν και οι περισσότεροι από αυτούς αναγνώρισαν το πρωτείο του πάπα και προσεχώρησαν στον ρωμαιοκαθολικισμό ποτέ δεν λησμόνησαν την πατρίδα τους. Αντιθέτως, παρά τις δυσκολίες της επιβίωσης στην ξένη γη, υπήρξαν θερμοί πατριώτες και προσπαθούσαν να χρησιμοποιήσουν την φήμη, τις φιλίες και τις σχέσεις που είχαν δημιουργήσει, προκειμένου να κινήσουν τις εξελίξεις προς την κατεύθυνση μιας προσπάθειας των δυτικών δυνάμεων, ευνοϊκής για το ελληνικό ζήτημα. Αναφέρουμε εδώ τον Βησσαρίωνα και τον Ιάνο Λάσκαρι. Στα κείμενά τους διεκτραγωδούν την απώλεια της αλλοτινής ελευθερίας και ευημερίας και οραματίζονται την ανάσταση.

Ας σημειώσουμε το γεγονός ότι κανείς από τους παραπάνω, ούτε καν ο Γεννάδιος Σχολάριος, δεν θεώρησε, πριν από το 1453, ως δεδομένη την τουρκική κατάκτηση. Εκ των υστέρων βέβαια θεωρείται ότι η τύχη των υπολειμμάτων αυτού που κάποτε ήταν η κραταιά Βυζαντινή Αυτοκρατορία είχε επισφραγισθεί ήδη αρκετά χρόνια πριν την άλωση, καθώς άλλωστε το μεγαλύτερό τμήμα του Ελληνισμού διαβιούσε ήδη υπό το καθεστώς της τουρκικής δουλείας. Οι μεταγενέστεροι έχουν το πλεονέκτημα της απόστασης, που τους δίνει την δυνατότητα της πιο αντικειμενικής ματιάς. Οι σύγχρονοι όμως ζουν οι ίδιοι τα γεγονότα, διαθέτουν πολλές χαμένες για τις επόμενες γενεές πληροφορίες, και γι’ αυτό οι δικές τους εκτιμήσεις περιέχουν συχνά περισσότερη αλήθεια. Οι περισσότεροι λοιπόν από τους πρωταγωνιστές των χρόνων εκείνων, διατήρησαν τις ελπίδες τους για ευνοϊκή εξέλιξη των γεγονότων και δεν εγκατέλειψαν τον αγώνα, ακόμη και όταν φαινόταν ότι όλα είχαν χαθεί.

Το Βυζαντινό Κράτος βέβαια την εποχή εκείνη είχε καταστεί σκιά του εαυτού του. Περιλάμβανε, εκτός από την Κωνσταντινούπολη και την Θεσσαλονίκη, έως το 1423, μία σειρά πόλεων και κωμοπόλεων στην Προπαντίδα και στον Εύξεινο. Ο αυτοκράτορας διοικούσε επίσης και μερικά νησιά του θρακικού πελάγους, όπως βέβαια, μέσω μελών της δυναστείας, και το δεσποτάτο του Μορέως.

Ήδη πριν ανέλθει στον θρόνο, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος είχε  καταστεί ο ενσαρκωτής του πνεύματος της τελευταίας αντίστασης του βυζαντινού Ελληνισμού. Στην Πελοπόννησο ο πατέρας του, αυτοκράτορας Μανουήλ Β’ Παλαιολόγος, είχε, στις αρχές του 15ου αιώνος, εφαρμόσει μία πολιτική ανόρθωσης και αναδιοργάνωσης του δεσποτάτου του Μυστρά, κτίζοντας τις οχυρώσεις του Εξαμιλίου στον Ισθμό της Κορίνθου και προσπαθώντας να συγκροτήσει έναν αντιτουρκικό συνασπισμό με την Βενετία και τις χριστιανικές δυνάμεις του Αιγαίου και της δυτικής Ελλάδος, χωρίς επιτυχία πάντως. Ήταν στον Μυστρά όπου ο Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων συνέλαβε και διακήρυξε την ιδέα ενός ελληνικού εθνικού κράτους, ισχυρώς οργανωμένου και με έντονα κοινωνιοκρατικά χαρακτηριστικά, το οποίο θα υπεράσπιζε τα συμφέροντα του Ελληνισμού, χωρίς να περιμένει βοήθεια από την Δύση. Άλλωστε πολλοί από τους εκπροσώπους της πνευματικής κίνησης του 15ου αιώνος συνδέονται με τον Μυστρά, όπου, χρόνια πριν από την Άλωση, είχαν καταφύγει εκεί ως πρόσφυγες αρκετοί επιφανείς Κωνσταντινουπολίτες, όπως ο Γεώργιος Σφραντζής και άλλοι. Ως εκ τούτου, παρά το ότι το γενικό επίπεδο της περιοχής δεν είναι υψηλό, παρουσιάζεται αξιόλογη πνευματική κίνηση αναγεννησιακής κατεύθυνσης, τόσο στα γράμματα όσο και στην καλλιτεχνική παραγωγή.

Ερχόμενος στο Δεσποτάτο το 1428, ο Κωνσταντίνος επεχείρησε επιτυχώς να εξαλείψει την φραγκική κυριαρχία. Το 1430 καταλαμβάνει την Πάτρα, το τελευταίο φραγκικό προπύργιο, και έτσι ολόκληρη η Πελοπόννησος, με την εξαίρεση των ενετικών κτήσεων (Μεθώνη, Κορώνη, Άργος, Ναύπλιο), είναι και πάλι βυζαντινή. Φαίνεται ότι την ίδια περίοδο ο Κωνσταντίνος έλαβε και μέτρα που αποσκοπούσαν στην προστασία των γεωργών και την τόνωση της γεωργικής οικονομίας. Το 1443, μετά από συμφωνία με τον αδελφό του Θεόδωρο, εγκαθίσταται στον Μυστρά. Προσπαθώντας να αξιοποιήσει την φιλενωτική πολιτική του αδελφού του Ιωάννη Η’, ο Κωνσταντίνος συνάπτει φιλικές σχέσεις με τον πάπα Ευγένιο Δ’ και με τον αυτοκράτορα της Γερμανίας Σιγισμούνδο.

Οι τελευταίοι Παλαιολόγοι, ασκώντας μία εξωτερική πολιτική ενταγμένη στην ευρύτερη ευρωπαϊκή, είχαν αποφασίσει να επικεντρώσουν τις προσπάθειές τους στην συγκρότηση ενός χριστιανικού συνασπισμού, ο οποίος θα απέκρουε τον τουρκικό κίνδυνο. Προϋπόθεση αυτού ήταν βέβαια η ένωση των Εκκλησιών. Έτσι, συγκλήθηκε το 1438, μέσα σε ατμόσφαιρα αγωνίας, η σύνοδος της Φερράρας – Φλωρεντίας. Οι εκπρόσωποι της ανατολικής Εκκλησίας δέχθηκαν, πιεζόμενοι κυρίως από τον αυτοκράτορα Ιωάννη Η’, ο οποίος ήθελε να λάβει βοήθεια από την Δύση και δεχόταν κάθε παραχώρηση, όλες σχεδόν τις απαιτήσεις των Δυτικών, όπως είναι το πρωτείο του πάπα και η διπλή εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, υπό τον όρο να διατηρήσουν τα εκκλησιαστικά τους έθιμα. Όταν η αντιπροσωπία επέστρεψε στην Ανατολή, έγινε δεκτή με δυσαρέσκεια. Ο αυτοκράτορας, κουρασμένος και απογοητευμένος, δεν επεχείρησε να επιβάλει τις αποφάσεις της συνόδου δια της βίας, παρά το γεγονός ότι επέβαλε ως πατριάρχες δύο φιλενωτικούς. Παραμένει βέβαια ένα ερώτημα περί του κατά πόσον  ο διχασμός των Βυζαντινών σε ενωτικούς και ανθενωτικούς  συνέβαλε στην τελική κατάρρευση της αυτοκρατορίας. Γεγονός είναι πάντως ότι κατά την πολιορκία οι ανθενωτικοί, όπως ο Λουκάς Νοταράς πολέμησαν, εξίσου όπως και οι υπόλοιποι, εναντίον των Τούρκων.

Σε κάθε περίπτωση, το 1442 ο πάπας Ευγένιος Δ’ κήρυξε σταυροφορία εναντίον των Τούρκων, η οποία όμως κινητοποίησε μόνο τους Ούγγρους, τους Πολωνούς και τις παραδουνάβιες βλαχικές ηγεμονίες. Οι σταυροφόροι συμμάχησαν με τον Τουρκομάνο εμίρη της Καραμανίας, ενώ στην Αλβανία επαναστάτησε ο Αλέξανδρος Καστριώτης ή Σκεντέρμπεης.  Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Ιωάννης Η’, υποτελής του Τούρκου σουλτάνου, άρχισε να διαπραγματεύεται με τους Ούγγρους. Ο Κωνσταντίνος συντονίζεται με τις εξελίξεις αυτές. Οχυρώνει για δεύτερη φορά τον Ισθμό της Κορίνθου, πράγμα που ενθουσίασε τον Βησσαρίωνα, ο οποίος του απέστειλε επιστολή που περιείχε πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για το Δεσποτάτο. Το ίδιο έτος (1444) καθώς η εκστρατεία των σταυροφόρων κατά των Τούρκων κινούνταν, μετά από κάποιες επιτυχίες προς την Θράκη, ο Κωνσταντίνος εισέβαλε στην Αττική, όπου και ανάγκασε τον δούκα Νέριο Β’ Ατζαγιώλη, υποτελή του Τούρκου σουλτάνου, να του πληρώσει φόρο υποτελείας. Κατέλαβε την Βοιωτία με την Θήβα, την Λοκρίδα και το Λιδορίκι, και προήλασε βορειότερα. Οι Βλάχοι της Πίνδου και οι Αρβανίτες της Δυτικής Στερεάς προσεχώρησαν στους Έλληνες, κατά τον ιστορικό Λαόνικο Χαλκοκονδύλη, έλαβαν από τον Δεσπότη του Μυστρά αξιωματικό ως διοικητή, και άρχισαν από κοινού τις επιδρομές εναντίον των Τούρκων της Θεσσαλίας και των εποίκων Γιουρούκων, ενώ κατά των Τούρκων εξεγέρθηκε και ο αυθέντης της Κεφαλληνίας Κάρολος Τόκκος, γυναικάδελφος του Κωνσταντίνου.

Η ελπίδες των αισιόδοξων πρώτων μηνών του έτους 1444 δεν επαληθεύθηκαν τελικώς. Στην αντίθετη περίπτωση, δεν θα είχαμε συγκεντρωθεί εμείς εδώ, τουλάχιστον όχι σήμερα. Οι σταυροφόροι, αφού είχαν πετύχει να κλείσουν μια συνθήκη ειρήνης με τον σουλτάνο Μουράτ Β’, η οποία περιόριζε σημαντικά την τουρκική κυριαρχία στην Χερσόνησο του Αίμου, σκέφθηκαν ότι θα μπορούσαν να επιτύχουν περισσότερα. Πέρασαν πάλι τον Δούναβη και προήλασαν προς τον νότο. Όμως ένα μέρος των συμμάχων, ικανοποιημένο από τη  συνθήκη, δεν ακολούθησε. Η σταυροφορία κατέληξε άδοξα το 1444 στην μάχη της Βάρνας, κατά την οποία οι σταυροφόροι, κυρίως Ούγγροι, ηττήθηκαν από τα στρατεύματα του Μουράτ Β’. Ο Κωνσταντίνος, ο οποίος και το επόμενο έτος συνέχισε τις επιθέσεις του κατά των Τούρκων, βρέθηκε το 1446 αντιμέτωπος με την τουρκική επίθεση. Ο σουλτάνος αξίωσε την καταστροφή του Εξαμιλίου. Ο Κωνσταντίνος αρνήθηκε. Τον Νοέμβριο όμως του ίδιου έτους οι Τούρκοι κατέλαβαν εξ εφόδου το τείχος και εισέβαλαν στην Πελοπόννησο, από όπου, μετά από εκτεταμένες λεηλασίες και καταστροφές, αποχώρησαν παίρνοντας μαζί τους μεγάλο αριθμό αιχμαλώτων. Αυτή υπήρξε και η κυριότερη προσπάθεια του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου να επιχειρήσει αντιμετώπιση των Οθωμανών, εντασσόμενος στο ευρύτερο πλαίσιο των διεθνών σχέσεων της νοτιοανατολικής Ευρώπης. Ο Κωνσταντίνος πίστευε στην συνεργασία των βαλκανικών δυνάμεων και στην δυνατότητα αντίστασης εναντίον των Τούρκων. Η πρόθεσή του να χρησιμοποιήσει κάθε ευκαιρία προκειμένου να δημιουργήσει ευνοϊκές συνθήκες αντίστασης έναντι των Οθωμανών δεν κάμφθηκε, μέχρι το τέλος. Το 1448 όμως, ο κύριος μοχλός της αντίστασης εναντίον των Τούρκων στα βόρεια Βαλκάνια, ο Ιωάννης Ουνυάδης, νικήθηκε από τον σουλτάνο στο Κοσσυφοπέδιο. Όταν ο Κωνσταντίνος ανέλαβε τον θρόνο η κατάσταση είχε καταστεί πλέον πολύ δυσμενής και από εσωτερικής πλευράς, καθώς η Ρωμαϊκή Έδρα επέμενε στην εφαρμογή των αποφάσεων της συνόδου της Φερράρας – Φλωρεντίας, ενώ οι ανθενωτικοί αντιδρούσαν.

Ενδεικτικές των διαφοροποιήσεων και των τάσεων εντός του βυζαντινού Ελληνισμού, είναι και οι τοποθετήσεις των ιστορικών της αλώσεως, ο καθένας από τους οποίους εκπροσωπεί και μία διαφορετική οπτική γωνία.

Παρατηρούμε λοιπόν ότι ο Γεώργιος Σφραντζής ήταν, αν και ο στενότερος συνεργάτης του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, ανθενωτικός. Μετά την άλωση, δεν ακολούθησε ούτε τον Δημήτριο Παλαιολόγο, ο οποίος προσεχώρησε στον σουλτάνο, ούτε και τον Θωμά Παλαιολόγο ο οποίος προσεχώρησε στον πάπα. Το πρώτο το εμπόδιζε η εθνική του συνείδηση, το δεύτερο η ορθόδοξη πίστη του[2]. Ο Σφραντζής, γνωρίζοντας τα πολιτικά πράγματα και βλέποντας την αθλιότητα των τελευταίων Παλαιολόγων, δεν αναμένει γρήγορη την ανάσταση του γένους. Ούτε και η κατάσταση της Δύσεως τον ενθαρρύνει να ελπίζει σε κάποια σταυροφορία για την απελευθέρωση των υποδούλων. Η θρησκευτική του αντίληψη ήταν πλησιέστερη στην λαϊκή, από ό,τι των υπολοίπων ιστορικών της αλώσεως. Ως εκ τούτου, εναποθέτει τις ελπίδες του για την λύση του δράματος του Ελληνισμού στον Θεό. Με το έργο του θρηνεί την πτώση του Βυζαντίου αλλά και συνδέει, μέσω αυτού, κατά τον Νικόλαο Τωμαδάκη, τον νεώτερο Ελληνισμό με τον αρχαίο, εξασφαλίζοντας έτσι το δίπτυχο, το οποίο θα αποτελέσει για τους λογίους αλλά και για τον απλό λαό την βάση της ιστορικής τους συνείδησης κατά τους χρόνους που έρχονταν.

Ο Σφραντζής επομένως, ως ο περισσότερο έμπειρος περί τα πολιτικά από τους τέσσερις ιστορικούς της αλώσεως, δεν περίμενε ταχεία απαλλαγή από τα δεινά. Ο Δούκας αντίθετα, πίστευε σε ένα χρησμό, ο οποίος κυκλοφορούσε την εποχή εκείνη, ότι οι δύο δυναστείες, των Οθωμανών και των Παλαιολόγων, θα ετελείωναν συγχρόνως, ανέμενε επομένως να δει το τέλος των κατακτητών. Είναι φιλενωτικός, για τον λόγο ότι πίστευε στην δυνατότητα και την πρόθεση των Δυτικών να βοηθήσουν το γένος, αλλά δεν είναι όργανο της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και είναι μετριοπαθής. Γι’ αυτό και η περιγραφή του για τα συμβάντα στην σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας αποβαίνει σε έπαινο του Μάρκου Ευγενικού, ο οποίος ηγήθηκε της ανθενωτικής μερίδος. Αυτός, όπως και οι υπόλοιποι, προβάλλει την εθνική του συνείδηση, στην μορφή την οποία καθώρισαν οι προσωπικές του προϋποθέσεις, και ελπίζει στην πτώση του εχθρού και στην εθνική αποκατάσταση.

Ο Κριτόβουλος ο Ίμβριος, ανέλαβε την πρωτοβουλία, μετά την άλωση, να διαπραγματευθεί με τον Μωάμεθ, ώστε να αποφύγει η πατρίδα του Ίμβρος την λεηλασία και τον εξανδραποδισμό, και δήλωσε υποταγή στον σουλτάνο. Οπωσδήποτε, προσανατολίσθηκε προς την συνεργασία με τον κατακτητή, χωρίς όμως και να είναι διατεθειμένος να απεμπολήσει την εθνική και θρησκευτική του ταυτότητα. Γι’ αυτό άλλωστε και επιδοκιμάζει την αντίσταση της Πόλης και την θυσία του τελευταίου αυτοκράτορα, ο οποίος επέλεξε να πεθάνει μαζί με την πατρίδα και τους υπηκόους του, όπως χαρακτηριστικά γράφει, προφανώς υπονοώντας ότι αυτή η σκληρή και επώδυνη απόφαση έσωζε την τιμή του γένους. Όπως έχει παρατηρηθεί άλλωστε, η ίδια η πρόθεσή του να ιστορήσει τα κατορθώματα του Μωάμεθ σε αττική γλώσσα και μιμούμενος τον Θουκυδίδη, δεν ήταν παρά η προσπάθειά του να αντεπεξέλθει έναντι της ωμής βίας, με τα όπλα του πολιτιστικού εκείνου προτύπου προς το οποίο ο ίδιος έτεινε, του αρχαίου ελληνικού κόσμου.

Ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης, τέλος, παρακολουθεί την αλματώδη ανάπτυξη της δύναμης των Οθωμανών και δίνει στο Βυζάντιο τον ρόλο του μεγαλύτερου αντιπάλου του Ισλάμ. Ο ίδιος, ξεκαθαρίζει το ζήτημα της καταγωγής των κατοίκων της Ελλάδος και της Μ. Ασίας, για τους οποίους και  δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει το όνομα Έλληνες, με το οποίο άλλωστε χαρακτηρίζει και τους Βυζαντινούς αυτοκράτορες των τελευταίων αιώνων. Δεν είναι, σύμφωνα με τον Απόστολο Βακαλόπουλο, η αρχαιολατρία, η οποία οδηγεί τον συγγραφέα προς αυτή την κατεύθυνση. Ο Χαλκοκονδύλης έχει προ οφθαλμών την πραγματική κατάσταση του ελληνισμού της εποχής του και μέσα στο σκοτάδι της δουλείας οραματίζεται ένα νέο ελληνικό βασίλειο, όπου οι Έλληνες θα διοικούνται στο εσωτερικό κατά τον καλλίτερο τρόπο, σύμφωνα με τα έθιμά τους, ενώ έναντι των άλλων θα πολιτεύονται κατά τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο. Υπήρχε άλλωστε σ’ αυτούς τους ζοφερούς χρόνους και ένα σημείο αισιοδοξίας: Ήταν η προαναφερθείσα αναγέννηση των ελληνικών σπουδών και η διάδοση του ελληνικού πολιτισμού και της γλώσσας στη Δύση.

Η ανανέωση αυτή της χρήσης του ελληνικού ονόματος δεν ήταν βέβαια κάτι καινοφανές, αφού απαντάται ήδη κατά τον 13ο αιώνα στο Κράτος της Νικαίας. Θα πρέπει να σημειώσουμε εξάλλου, ότι η ανάλογη συνείδηση της καταγωγής ουδέποτε είχε εκλείψει κατά την βυζαντινή περίοδο. Όμως, ακριβώς κατά την εποχή της τελικής κατάρρευσης της κρατικής υπόστασης του Βυζαντίου, αναδεικνύεται με μεγαλύτερη ένταση το ζήτημα της ιστορικής συνείδησης και της συνέχειας του έθνους, από την αρχαιότητα και εξής. Αυτό ισχύει και για τους ηγέτες της ανθενωτικής μερίδος όπως ο Γεννάδιος Σχολάριος, ο οποίος μιλά για το γένος των Ελλήνων, και ο Ιωσήφ Βρυέννιος. Επομένως, στο ζήτημα αυτό, υπήρχε κοινή, κατά το μάλλον ή ήττον, αντίληψη, πέραν των διαφοροποιήσεων κατά τα άλλα.

Επομένως οι λόγιοι των χρόνων αυτών, χρησιμοποιούν περισσότερο από ό,τι οι παλαιότεροι το αρχαίο όνομα για να μιλήσουν για τους Βυζαντινούς ως Έλληνες και για τον τελευταίο αυτοκράτορα, ως βασιλέα των Ελλήνων. Αναφέρω εδώ, επιπλέον των προηγουμένων, ως παραδείγματα, τον Ιωάννη Αργυρόπουλο και τον Μιχαήλ Αποστόλη. Γενικά κατά την εποχή του Κωνσταντίνου γενικεύεται η χρήση του ελληνικού ονόματος αντί του γραικικού ή του ρωμαϊκού. Ο Γεώργιος Γεμιστός τονίζει προς τον Μανουήλ Παλαιολόγο ότι οι άνθρωποι των οποίων ηγείται είναι «Ἕλληνες τὸ γένος ὥς ἥ τε φωνὴ καὶ ἡ πάτριος παιδεία μαρτυρεῖ», ενώ ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης απαιτεί να αντικατασταθεί πλήρως η ρωμαϊκή με την ελληνική εθνική προσηγορία. Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος ονομάζει τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο «βασιλέα τῶν Ἑλλήνων», πρόμαχο της ελευθερίας των οποίων τον θεωρεί.

Το ότι ο Κωνσταντίνος έμεινε έως τέλους σταθερός στην απόφασή του να υπερασπισθεί την πόλη, συνιστά μία επιλογή η οποία επεσφράγισε το μεγαλείο του Βυζαντίου με ένα τέλος ανάλογης δραματικότητος.

Ο ήρωας της ήττας του 1453, αλλά και συνολικά των ζοφερών εκείνων χρόνων, πέρασε στον μύθο. Η αποκαλυπτική γραμματεία αλλά και οι μύθοι του Μεσαίωνα είχαν γνωρίσει και άλλους βασιλιάδες που περίμεναν τις περιστάσεις για να τους καλέσει ο λαός τους, επειδή θα τους είχε ανάγκη. Αν ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος έγινε ο μαρμαρωμένος βασιλιάς, ήταν διότι μια αρχαία ελληνική παράδοση ήθελε οι ημίθεοι να απεικονίζονται σε αγάλματα.

Το Βυζάντιο, κύριος φορέας του οποίου ήταν ο βυζαντινός Ελληνισμός, είχε επί μία χιλιετία διαφυλάξει την πνευματική κληρονομία της αρχαιότητος, δημιουργώντας ταυτόχρονα την δική του πολιτιστική σύνθεση, ως του πρώτου χριστιανικού κράτους. Με την σύνθεση αυτή είχε ακτινοβολήσει ως το κυρίαρχο πολιτιστικό και κρατικό πρότυπο, επηρεάζοντας την εξέλιξη και διαμόρφωση της υπόλοιπης χριστιανικής Ευρώπης. Το Βυζάντιο υπό την έννοια αυτή απετέλεσε την πρώτη Ευρώπη. Ταυτόχρονα προστάτευε την Δύση έναντι ισχυρών εξωτερικών εχθρών, στην Μεσόγειο, την Εγγύς Ανατολή και την νοτιοανατολική Ευρώπη.

Κατά τα έσχατα χρόνια της ελεύθερης ύπαρξής του, ο βυζαντινός Ελληνισμός επιβεβαίωσε τον ρόλο του αυτόν, προστατεύοντας για μία ακόμη φορά την Δύση, επί έναν αιώνα, έναντι των Οθωμανών, ενώ κατόρθωσε, παρά τις τραγικές περιστάσεις, να ακτινοβολήσει εκ νέου πολιτιστικά προς τα έξω.

Με την άλωση, η όλη διαμάχη μεταξύ ενωτικών και ανθενωτικών στερήθηκε πλέον αντικειμένου. Η πίστη στην Ορθοδοξία κατέστη η μόνη επιλογή που θα συνέβαλλε στην επιβίωση του γένους. Η Εκκλησία, ως ο θεσμός που κατόρθωσε, με απώλειες βέβαια, να επιβιώσει, ανέλαβε, τον εθναρχικό της ρόλο, ο οποίος περιελάμβανε και την οργάνωση της παιδείας. Παράλληλα, ο Ελληνισμός οργανώνεται, βασιζόμενος σε δομές που είχε από καιρό διαμορφώσει, οι οποίες όμως αποκτούν πλέον πρωτεύουσα σημασία, και αυτές βέβαια είναι οι κοινοτικές. Πραγματοποιώντας σε πρώτη φάση μια κοινωνική και πολιτιστική αναδίπλωση, που σκοπό είχε την επιβίωση, προετοίμαζε την επόμενη περίοδο της ανάκαμψης και της επιστροφής.

Κυρίες και κύριοι,

Η παρούσα τελετή, είναι βέβαια ένα μνημόσυνο για τους γενναίους μαχητές του 1453, αλλά και για όλους εκείνους, οι οποίοι διεξήγαγαν τους τελευταίους αγώνες υπέρ της ελευθερίας.

Η θυσία τους συμβολίζει την αρραγή ενότητα και συνέχεια του βυζαντινού με τον νεώτερο Ελληνισμό.

[1]. Ἀ. Ἀγγέλου, «Ὁ Γεννάδιος Σχολάριος και ἡ ἅλωση», Εὐ. Χρυσός, Ἡ ἅλωση τῆς πόλης, Ἀθήνα 1994, 103.

[2]. Γ. Πρίντζιπας, «Οἱ ἱστορικοί τῆς ἁλώσεως», Εὐ. Χρυσός, όπ. π., 72 ε.

Κατηγορίες: ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Κωνσταντίνος Χρήστου, Ο ελληνισμός κατά τις παραμονές της αλώσεως

Σεμινάριο με θέμα: «Στα ίχνη του Αποστόλου Παύλου στους Φιλίππους, Θεσσαλονίκη, Βέροια» (Blockseminar: «Auf die Spuren des Apostels Paulus in Philippi, Thessaloniki, Veroia»)

Αφίσα ΣεμιναρίουΟ Τομέας Βιβλικής Γραμματείας και Θρησκειολογίας του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ και η Ορθόδοξη Θεολογική Σχολή του Ludwig Maximilians Universität München πραγματοποιούν υπό την αιγίδα των Kαθηγητών Χαράλαμπου Ατματζίδη και Konstantinos Nikolakopoulos Σεμινάριο (Blockseminar) με θέμα: «Στα ίχνη του Αποστόλου Παύλου στους Φιλίππους, Θεσσαλονίκη, Βέροια» («Auf die Spuren des Apostels Paulus in Philippi, Thessaloniki, Veroia»), από 2 έως 6 Ιουνίου 2017. Στο σεμινάριο θα μετέχουν οι Καθηγήτριες κ. Δήμητρα Κούκουρα και Γλυκερία Χατζούλη, ο Καθηγητής κ. Μόσχος Γκουτζιούδης, ο Διδάκτορας Θεολογίας κ. Βασίλειος Δερμετζόγλου και φοιτητές και φοιτήτριες των δύο Σχολών. Οι συμμετέχοντες στο Σεμινάριο θα γίνουν δεκτοί από τον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας κ. Παντελεήμονα, τον Θεοφιλέστατο Επίσκοπο Αμορίου και Ηγούμενο της Ι. Σ. Μονής Βλατάδων κ. Νικηφόρο, τον Κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ κ. Μιλτιάδη Κωνσταντίνου και τον Πρόεδρο του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ κ. Παναγιώτη Σκαλτσή. Επίσης οι συμμετέχοντες στο Σεμινάριο θα επισκεφτούν τους αρχαιολογικούς χώρους των Φιλίππων, της  Θεσσαλονίκης και της Βέροιας.

Κατηγορίες: ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Σεμινάριο με θέμα: «Στα ίχνη του Αποστόλου Παύλου στους Φιλίππους, Θεσσαλονίκη, Βέροια» (Blockseminar: «Auf die Spuren des Apostels Paulus in Philippi, Thessaloniki, Veroia»)

Έβδομη και τελευταία συνάντηση των μελών του Biblicum για το ακαδημαϊκό έτος 2016-2017

biblicum-2016Η έβδομη και τελευταία συνάντηση των μελών του Biblicum για το ακαδημαϊκό έτος 2016-2017 θα γίνει τη Δευτέρα 29 Μαΐου και ώρα 19.30 στην αίθουσα του Βιβλικού Μουσείου στον 3ο όροφο της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ. Εισηγητές θα είναι ο Πρόεδρος του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ, καθηγητής κ. Παναγιώτης Σκαλτσής και η καθηγήτρια του ίδιου Τμήματος κ. Άννα Κόλτσιου. Τα θέματα που θα εισηγηθούν αντίστοιχα  είναι «Η λειτουργική μεταρρύθμιση του Λουθήρου» και «Ο Λούθηρος και ο ουμανιστικός του περίγυρος».

Κατηγορίες: ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Έβδομη και τελευταία συνάντηση των μελών του Biblicum για το ακαδημαϊκό έτος 2016-2017

Επιστημονική Ημερίδα «Ο Αγιορείτης Ιεροψάλτης Διακο-Διονύσης Φιρφιρής»

FirfirisΣτο πλαίσιο των «Εκδηλώσεων Θεολογικού Λόγου και Τέχνης» το Τμήμα Θεολογίας διοργανώνει Επιστημονική Ημερίδα με θέμα «Ο Αγιορείτης Ιεροψάλτης Διακο-Διονύσης Φιρφιρής». Η Εκδήλωση, που πραγματοποιείται σε συνεργασία με το Δήμο «Αριστοτέλης» Χαλκιδικής, θα γίνει την Πέμπτη 25 Μαΐου 2017, στο Α΄Αμφιθέατρο της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ και ώρες 6 – 9 μ.μ. Μουσικολόγοι και ψάλτες που γνώρισαν τον από την Μεγάλη Παναγιά Χαλκιδικής καταγόμενο Διακο-Διονύση Φιρφιρή θα μιλήσουν για την ψαλτική παράδοση του Αγίου Όρους και για την μαθητεία τους κοντά στο σπουδαίο αγιορείτη μοναχό και εξέχουσα φυσιογνωμία της ψαλτικής τέχνης.

Δείτε εδώ το αναυλυτικό πρόγραμμα.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Επιστημονική Ημερίδα «Ο Αγιορείτης Ιεροψάλτης Διακο-Διονύσης Φιρφιρής»

Γιώργος Σταυρόπουλος-Γιουσπάσογλου, Ἡ σημασία τοῦ ἐπισκόπου γιὰ τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὸν Κλήμεντα Ρώμης

Σμύρνη_33

Η εισήγηση του Λέκτορα του Τμήματος Θεολογίας του ΕΚΠΑ στο Γ’ Διεθνές Αγιολογικό Συνέδριο με θέμα: «Οἱ ἀποστολικοί πατέρες καί ἡ ἐποχή τους» που έγινε στη Σμύρνη

Στὶς πρῶτες λέξεις τοῦ χαιρετισμοῦ τῆς Ἐπιστολῆς πρὸς Κορινθίους πληροφορούμαστε ὅτι «ἡ ἐκκλησία τοῦ θεοῦ ἡ παροικοῦσα Ῥώμην» ἀπευθύνεται στὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία «παροικεῖ» στὴν Κόρινθο. Πρόκειται δηλαδὴ γιὰ μία Ἐπιστολὴ ποὺ μία Ἐκκλησία, αὐτὴ τῆς Ρώμης, ἀποστέλλει σὲ μία ἄλλη Ἐκκλησία, ἐκείνη τῆς Κορίνθου. Ἂν καὶ ἡ ἀναφορὰ στὴν τοπικότητα σχετικοποιεῖται ἀπὸ τὴν ἔννοια τῆς προσωρινῆς μόνο ἐγκατάστασης, καθὼς οἱ χριστιανοὶ εἶναι πάροικοι, ξένοι καὶ παρεπίδημοι σὲ τοῦτον τὸν κόσμο (Α΄ Πέτρ., 1, 1. Βλ. Ἑβρ. 13, 14), ὡστόσο εἶναι καὶ τὸ μόνο στοιχεῖο ποὺ προσφέρει ρητῶς ἡ ἴδια ἡ Ἐπιστολὴ γιὰ τὴν ταυτότητα τοῦ ἀποστολέα καὶ τοῦ παραλήπτη. Δὲν πρόκειται ἑπομένως γιὰ προσωπικὴ ἐπιστολὴ ἀλλὰ γιὰ Ἐπιστολὴ ποὺ μία τοπικὴ ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα στέλνει σὲ μία ἄλλη τοπικὴ ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα. Ἀρχαῖες μαρτυρίες πάντως, ὅπως ὁ Εὐσέβιος Καισαρείας (Ἐκκλ. Ἱστ. 3, 16, 1˙  3, 38, 1), ἀναφέρουν τὸν Κλήμη Ρώμης ὡς συντάκτη τῆς ἐν λόγω Ἐπιστολῆς[1]. Ποιός εἶναι ὅμως ὁ Κλήμης; Εἶναι ὁ θεληματικὸς ἐπίσκοπος Ρώμης, ὁ ὁποῖος δυναμικὰ ἐπεμβαίνει στὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα μιᾶς ἄλλης Ἐκκλησίας, προκειμένου νὰ ἀποσοβήσει τὸν κίνδυνο ποὺ ἀπειλεῖ τοὺς χριστιανοὺς τῆς Κορίνθου; Εἶναι ὁ ἰσχυρὸς ἐκεῖνος ἐπίσκοπος ποὺ ἐκφράζει τὴν αὐτοσυνειδησία τῆς Ἐκκλησίας του σὲ μία πρώιμη ἐποχὴ γιὰ τὴν ἐπιβολὴ τοῦ ἡγεμονικοῦ ρόλου τῆς Ρώμης σὲ ὁλάκερη τὴ χριστιανοσύνη, ὅπως ἔχουν ὑποστηρίξει ὁρισμένοι ἐρευνητές[2]; Ἐκφράζει ὁ Κλήμης δηλαδὴ ἤδη ἀπὸ τὸ 95 ἢ 96 μ.Χ., πιθανὸ ἔτος σύνταξης τῆς Ἐπιστολῆς,  τὴ συνείδηση ἢ τὴ διεκδίκηση τοῦ πρωτείου μὲ τὴν ἀνάμιξή του στὰ ζητήματα τῆς κρίσης ἐκείνης ποὺ ξέσπασε στὴν μακρινὴ Κόρινθο;

Ἡ ἄποψη αὐτὴ δὲν φαίνεται νὰ εὐνοεῖται ἀπὸ τὰ πορίσματα τῆς σύγχρονης ἔρευνας. Εἶναι πιθανὸν ὁ Κλήμης ποὺ φέρεται ὡς συντάκτης τῆς Ἐπιστολῆς νὰ εἶναι ὁ γραμματέας ἐκεῖνος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης τὸν ὁποῖο ἀκριβῶς μνημονεύει μία ὑπαινικτικὴ καὶ σύντομη φράση ἀπὸ τὸν Ποιμένα τοῦ Ἑρμᾶ: «γράψεις οὖν δύο βιβλαρίδια, καὶ πέμψεις ἓν Κλήμεντι καὶ ἓν Γραπτῇ. πέμψει οὖν Κλήμης εἰς τὰς ἔξω πόλεις, ἐκείνῳ γὰρ ἐπιτέτραπται»[3]. Τὸ «ἐπιτέτραπται», σύμφωνα μὲ τὸν Allen Brent, ὑποδηλώνει τὴν εὐθύνη ποὺ ἔχει ἀνατεθεῖ σὲ ἕναν πρεσβύτερο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης νὰ γράφει ἐπιστολὲς ἐξ ὀνόματος ὅλης τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας τῆς πρωτεύουσας καὶ μέσω αὐτῶν νὰ ἔρχεται σὲ ἐπαφὴ καὶ νὰ διατηρεῖ ἐπικοινωνία μὲ τὶς ἐξωτερικές, τὶς ἐκτὸς Ρώμης, τοπικὲς Ἐκκλησίες[4]. Στὰ χρόνια ποὺ γράφεται ἡ Ἐπιστολὴ πρὸς Κορινθίους δὲν ἔχει ἀκόμη ἐμφανισθεῖ ὁ θεσμὸς τοῦ ἑνὸς καὶ μόνο ἐπισκόπου γιὰ κάθε τοπικὴ Ἐκκλησία, γιὰ κάθε πόλη. Στὸν Ἰγνάτιο τὸν Θεοφόρο ἄλλωστε, στὶς πρῶτες δεκαετίες τοῦ δεύτερου αἰώνα, θὰ συναντήσουμε τὴν πρώτη θεολογικὴ περιγραφὴ τοῦ ἐπισκόπου  ὡς μόνου προεστῶτος ὅλης τῆς τοπικῆς Έκκλησίας, κάτω ἀπὸ τὴν πνευματικὴ δικαιοδοσία τοῦ ὁποίου τίθενται οἱ πρεσβύτεροι.  Στὴ Ρώμη τῶν χρόνων ἐκείνων κατὰ τοὺς ὁποίους ζεῖ ὁ Κλήμης δὲν ἔχει ἀκόμη διαμορφωθεῖ ὁ θεσμὸς τοῦ μοναρχικοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος. Κατὰ τὸν Brent μάλιστα ὁ θεσμὸς τοῦ λεγόμενου «μονάρχη – ἐπισκόπου» (monarchbishop) δὲν ἔχει ἀναδυθεῖ στὸν ὁρίζοντα τῆς ἱστορίας οὔτε καν στὴν πολὺ μεταγενέστερη ἐποχὴ τῆς ἀντιπαράθεσης τοῦ Ἱππολύτου μὲ τὸν Κάλλιστο, ἀρχὲς πιὰ τοῦ τρίτου  αἰώνα. Κατὰ τὸν Brent ἡ ἀντιπαράθεση τοῦ Ἱππολύτου μὲ τὸν Κάλλιστο δὲν ἦταν παρὰ ἡ ἔνταση στὶς σχέσεις δύο ἀδελφῶν κοινοτήτων μὲ προεστῶτες ἡ καθεμία ἰσότιμους μεταξύ τους πρεσβυτέρους-προϊσταμένους, καὶ ὄχι ἡ ὑποτιθέμενη κατὰ ἀναχρονισμὸ σχέση ἑνὸς ἐπισκόπου Ρώμης, τοῦ πάπα Καλλίστου, μὲ τὸν ἐπικεφαλῆς μιᾶς σχισματικῆς κοινότητας, τὸν ἀντίπαπα  Ἱππόλυτο[5]. Ἄλλοι μελετητὲς τοποθετοῦν τὴν ἐμφάνιση στὴ Ρώμη τοῦ μοναρχικοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος στὰ μέσα τοῦ δεύτερου αἰώνα, ὥστε τὸ ἀργότερο στὰ χρόνια τοῦ Βίκτωρα, στὰ τέλη τοῦ δεύτερου αἰώνα, νὰ εἶναι ἑδραιωμένος πιὰ στὴ Ρώμη ὁ θεσμὸς τοῦ μοναρχικοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος[6]. Πάντως, ὅποτε καὶ νὰ ἐμφανίστηκε ὁ ἐν λόγω θεσμός, στὰ χρόνια ποὺ ὁ Κλήμης ἔγραφε πρὸς τὴν Ἐκκλησία τῆς Κορίνθου, δὲν ὑπῆρχε ἀκόμη ἡ συγκεντρωτικὴ ἐξουσία τοῦ ἐπισκόπου καὶ οἱ ὅροι ἐπίσκοπος καὶ πρεσβύτερος ἦσαν ἰσοδύναμοι, ὅπως στὴν καινοδιαθηκικὴ γραμματεία. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης ἦταν μὶα Ἐκκλησία ποὺ ζοῦσε σὲ κατακόμβες. Ἦταν μιὰ Ἐκκλησία ποὺ συναθροιζόταν σὲ οἴκους γιὰ τὴν τέλεση τῆς θείας Εὐχαριστίας. Τὰ ἀρχαιολογικὰ δεδομένα ὑποδηλώνουν ὅτι σὲ αὐτὲς τὶς κατ’ οἶκον συνάξεις δὲν θὰ συγκεντρώνονταν περισσότεροι ἀπὸ πενήντα περίπου ἄνθρωποι[7]. Ἑπομένως οἱ ἰδιαίτερες ἱστορικὲς συνθῆκες τῆς περιόδου ἐκείνης εὐνοοῦσαν τὴν ἐμφάνιση καὶ συνύπαρξη πολλῶν τέτοιων διάσπαρτων στὴν πόλη συνάξεων-κοινοτήτων ποὺ εἶχαν συνείδηση ὅτι συναποτελοῦν τὴ μία καὶ ἑνιαία Ἐκκλησία τοῦ τόπου, ὅπως φαίνεται καὶ ἀπὸ τὴν Ἐπιστολὴ πρὸς Κορινθίους, ἀλλὰ ποὺ καθεμία εἶχε δικό της προϊστάμενο, δικό της πρεσβύτερο-ἐπίσκοπο. Ἡ συνείδηση τῆς ἐκκλησιολογικῆς ἑνότητας τῶν κοινοτήτων-συνάξεων ποὺ δὲν ἦσαν ἁπλῶς μία χαλαρή «συνομοσπονδία» κοινοτήτων, ἀλλὰ ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ σῶμα, μία Ἐκκλησία, καταδεικνυόταν ἀπὸ τὴν κατ’ ἔθος ἀνταλλαγὴ τοῦ frumentum[8]. Ἡ  ἀνταλλαγὴ τοῦ frumentum, ἡ ὁποία ἀργότερα θὰ διατηρηθεῖ ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο, γιὰ νὰ δηλώνει τὴν ἑνότητά του μὲ τοὺς πρεσβυτέρους τῆς ἐπισκοπικῆς του δικαιοδοσίας, σὲ πρώιμη φάση γινόταν μεταξὺ τῶν ἰσότιμων πρεσβυτέρων-ἐπισκόπων αἰσθητοποιώντας τὴν ἐκκλησιαστικὴ καὶ μυστηριακὴ ἑνότητα τῶν κοινοτήτων-συνάξεων στὶς ὁποῖες ἐκεῖνοι προΐσταντο.

Αλάτσατα_11

Ὁ Κλήμης, λοιπόν, εἶναι πρεσβύτερος-ἐπίσκοπος ποὺ γράφει ἐξ ὀνόματος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης πρὸς τὴν Ἐκκλησία τῆς Κορίνθου. Ἔχει τὴν αὐξημένη εὐθύνη τῆς σύνταξης Ἐπιστολῶν πρὸς ἐξωτερικὲς Ἐκκλησίες καὶ τὴν εὐθύνη τῆς  ἐπικοινωνίας μαζί τους. Ἡ παρακολούθηση μέσα ἀπὸ τὶς πηγὲς τῆς διεύρυνσης τοῦ ρόλου τοῦ πρεσβύτερου-γραμματέα μὲ τὴν ἐκ μέρους του ἀνάληψη καὶ τῆς εὐθύνης γιὰ τὴν ἀποστολὴ ἐλεημοσυνῶν πρὸς ἄλλες ἐνδεεῖς κοινότητες ἐκτὸς Ρώμης[9], εἶναι ἕνα δύσκολο καὶ γενικὰ ἀμφιλεγόμενο ζήτημα γιὰ τοὺς ἐρευνητές. Τὸ βέβαιο εἶναι ὅτι ἡ ἀνάδειξη ἑνὸς ἀπὸ τοὺς πρεσβυτέρους σὲ ἀποκλειστικὸ ἐπίσκοπο, στὴν ἐξουσία τοῦ ὁποίου θὰ ὑπήγοντο οἱ ἄλλοι πρεσβύτεροι, ἦταν ἀργὴ καὶ μακροχρόνια διαδικασία ἀνέλιξης. Ἡ διστακτικότητα τῆς ἀπόδοσης τοῦ ὀνόματος «ἐπίσκοπος» ἀποκλειστικὰ σὲ ἕναν πρεσβύτερο εἶναι αἰσθητὴ ἀκόμη καὶ στὸν Ἰγνάτιο τὸν Θεοφόρο. Ὁ Ἰγνάτιος, προσφωνώντας τὸν Πολύκαρπο ὡς «ἐπίσκοπον ἐκκλησίας Σμυρναίων» στὴν Ἐπιστολὴ ποὺ τοῦ ἔγραψε, αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη νὰ προσθέσει ἀμέσως τὴν χαρακτηριστικὴ φράση «μᾶλλον ἐπεσκοπημένῳ ὑπὸ Θεοῦ Πατρὸς καὶ Ἰησοῦ Χριστοῦ»[10]. Ὁ Κλήμης τῆς Ἐπιστολῆς εἶναι βέβαια ἀκόμη τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἕνας πρεσβύτερος-ἐπίσκοπος ἰσότιμος μὲ τοὺς ἄλλους ἀδελφοὺς πρεσβυτέρους τῆς Ρώμης, ἐπιφορτισμένος ὡστόσο μὲ τὴν ἰδιαίτερη εὐθύνη καὶ ἐξαιρετικὴ τιμὴ νὰ συντάσσει καὶ νὰ ἀποστέλλει ἐπιστολὲς ἐξ ὀνόματος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης πρὸς τὶς ἔξω Ἐκκλησίες διατηρώντας ἐπικοινωνία μαζί τους. Δὲν ἀποκλείεται ὅμως νὰ εἶναι, ὅπως ὑποστηρίζει ὁ Βλ. Φειδᾶς, ὄχι μόνο πρεσβύτερος ἀλλὰ καὶ προφήτης[11]. Ἂν ὁ Κλήμης τῆς Ἐπιστολῆς εἶναι ὁ Κλήμης ἐκεῖνος ποὺ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μνηνονεύει καὶ ἐπαινεῖ ὡς συνεργάτη του στὴν Πρὸς Φιλιππησίους (4, 3), τότε πράγματι ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ ἕναν μαθητὴ τῶν ἀποστόλων, ἕναν συνεργὸ τοῦ Παύλου. Ἀνῆκε δηλαδὴ στὴν τάξη τῶν προφητῶν ποὺ ἀντλοῦσαν τὴν ἐξαιρετικὴ αὐθεντία τους ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς Ἀποστόλους. Ὁ τίτλος «προφήτης» χρησιμοποιήθηκε γιὰ ὅσους ἐπέλεξε τὸ Ἅγιο Πνεύμα πρὸς συνέχιση τοῦ ἀποστολικοῦ ἔργου ὑπὸ τὴν ἐποπτεία τῶν Ἀποστόλων. Ἐνῶ οἱ Ἀπόστολοι διέθεταν οἰκουμενικὴ αὐθεντία στὴν ἄσκηση τοῦ ἀποστολικοῦ ἔργου, λόγω τοῦ ἀνεπανάληπτου προνομίου τῆς ἐπιλογῆς τους ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο, οἱ «προφῆτες» ἀσκοῦσαν τὸ ἔργο αὐτὸ κατ’ ἐντολὴν τῶν Ἀποστόλων σὲ συγκεκριμένη γεωγραφικὴ περιφέρεια. Ἔτσι στὸν Τιμόθεο ἀνέθεσε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀποστολικὴ δράση σὲ συγκεκριμένες περιοχές, ἐνῶ ὁ Τίτος δρᾶ κατ’ ἐντολὴν τοῦ Παύλου στὴν Κρήτη γιὰ νὰ στηρίξει τὶς ἐκεῖ ἐκκλησίες καὶ νὰ ἐγκαταστήσει «κατά πόλεις πρεσβυτέρους» (Τίτ. 1, 5). Παρεμφερεῖς ἀποστολὲς ἀνατέθηκαν στὸν Τίτο στὴ Δαλματία (Β΄ Τιμ. 4, 10), στὸν Τυχικὸ στὴν Ἀσία (Β΄ Τιμ. 4, 12), στὸν Κρήσκη στὴ Γαλατία  (Β΄ Τιμ. 4, 10), στὸν Τιμόθεο στὴ Μακεδονία (Φιλιππ. 2, 19 κ.ἕξ.), στὸν Ἀρτεμᾶ στὴν Κρήτη (Τίτ. 3, 12), στὸν Ἔραστο στὴν Ἀχαΐα (Β΄ Τίμ. 4, 20) κ.ο.κ. Οἱ «διὰ προφητείας» χειροτονούμενοι ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους μαθητὲς ὡς οἱ δοκιμασμένοι καὶ ἐπιλεγμένοι ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα συνεργοὶ καὶ αὐτήκοοι μάρτυρες τῶν αὐτοπτῶν μαρτύρων τῆς Ἀναστάσεως ἀπέκτησαν μεγίστη αὐθεντία στὴν Ἐκκλησία καὶ κατατάσσονταν ὡς «προφῆτες» ἀμέσως μετὰ τοὺς Ἀποστόλους[12]. Ἰδιαίτερα μετὰ τὸν θάνατο τῶν Ἀποστόλων ἡ αὐθεντία τῶν συνεργῶν τους, τῶν «προφητῶν» ἦταν μοναδική. Στὴ Διδαχὴ τῶν Ἀποστόλων παρακολουθοῦμε πῶς στὴν πρώιμη μεταποστολικὴ ἐποχή, στὶς ἀρχὲς τοῦ δεύτερου πιὰ αἰώνα, οἱ περιοδεύοντες ἀκόμη «προφῆτες» ἀσκοῦν τὸ ἀποστολικὸ ἔργο τους σὲ μία εὐρύτερη περιοχὴ ἀλλὰ λόγω γήρατος ἐγκαθίστανται σὲ ἕναν τόπο, μία πόλη, ὅπου ἀσκοῦν ἀρχιερατικὰ καθήκοντα ὡς «ἐπίσκοποι» σὲ μία  μόνιμη ἕδρα, ὡς φορεῖς καὶ ἐκφραστὲς τῆς ἀποστολικῆς αὐθεντίας σὲ ἕνα συγκεκριμένο ἐκκλησιαστικὸ κέντρο[13]. Ἡ ἀποστολικὴ αὐθεντία συνδεδεμένη πιὰ μὲ μία συγκεκριμένη ἕδρα κληροδοτήθηκε στοὺς διαδόχους τῶν προφητῶν ἐπισκόπους. Ἡ ἀνάδειξη αὐτὴ τῆς θέσης καὶ τοῦ ρόλου τῶν «προφητῶν» στὴν πρώιμη μεταποστολικὴ περίοδο διευκολύνει τὴν ἱστορικὴ κατανόηση τοῦ τρόπου σύνδεσης τῆς ἀποστολικῆς αὐθεντίας μὲ τὸν ἕνα ἐπίσκοπο τῆς θεολογικῆς περιγραφῆς τοῦ Ἰγνατίου καὶ σχετικοποιεῖ τὴν ὑποτιθέμενη ἀντίθεση μεταξὺ χαρισματούχων προφητῶν καὶ ἐγκαθιδρυμένου ἱερατείου, ἀφοῦ οἱ «προφῆτες» ἱερουργοῦσαν καὶ μάλιστα μετὰ τὴν ἐγκατάστασή τους λόγω γήρατος σὲ ἕναν τόπο ἐντάσσονταν ὡς «ἀρχιερεῖς» στὸ ἱερατεῖο μιᾶς τοπικῆς Ἐκκλησίας καὶ προΐσταντο μάλιστα τῶν ἄλλων πρεσβυτέρων στὴν εὐχαριστιακὴ σύναξη. Ἡ ἑλκυστικὴ εἰκασία ὅτι ὁ Κλήμης ἦταν «προφήτης» προϋποθέτει τὴν ὄχι πάντως ἀπὸ ὅλους ἀποδεκτὴ ταύτιση τοῦ Κλήμη τῆς Ἐπιστολῆς μὲ τὸν Κλήμη τῆς Πρὸς Φιλιππησίους.

Κιρκιντζές_44

Ὅπως καὶ νὰ ἔχουν τὰ πράγματα ὁ Κλήμης, εἴτε ὡς ἐπισκοπῶν «προφήτης» ἐγκατεστημένος πιὰ στὴ Ρώμη[14], εἴτε ὡς πρεσβύτερος-ἐπίσκοπος, ἰσότιμος μὲ τοὺς ἄλλους πρεσβυτέρους τῆς ρωμαϊκῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ μὲ τὸ ἐπιπλέον ἐξαιρετικὸ προνόμιο τῆς μέσω ἀλληλογραφίας ἐπικοινωνίας μὲ τὶς ἔξω Ἐκκλησίες, συντάσσει περὶ τὸ 96 μ.Χ. Ἐπιστολὴ γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει μία μείζονα ἐκκλησιαστικὴ κρίση ποὺ θέτει σὲ κίνδυνο τὴν ἴδια τὴν ὕπαρξη καὶ ἐπιβίωση μιᾶς μακρινῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας, ἐκείνης τῆς Κορίνθου. Ἡ φύση τῆς συνταρακτικῆς κρίσης καὶ ἡ γενεσιουργὸς αἰτία της παραμένουν στὸ σκοτεινὸ ἡμίφως τῆς ἱστορίας, καθὼς ἡ Ἐπιστολὴ δὲν μᾶς προσφέρει ἐπαρκῆ στοιχεῖα. Φαίνεται ὡστόσο ἀπὸ τὰ ὅσα σχετικὰ διαβάζουμε στὴν Ἐπιστολὴ ὅτι λίγα πρόσωπα, γεμάτα ἔπαρση καὶ ἐριστικότητα, ἀπομάκρυναν βίαια κάποιους («ἐνίους») ἀπὸ τοὺς πρεσβυτέρους τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κορίνθου[15]. Ἡ ἄδικη αὐτὴ ἀπομάκρυνση μερικῶν ἀπὸ τοὺς πρεσβυτέρους τῆς Κορίνθου χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὸν ἐπιστολογράφο ὡς «στάσις»[16], ὡς σοβαρότατος κίνδυνος καὶ ἀπειλὴ γιὰ τὴν «ὁμόνοια»[17], τὴ συνοχὴ καὶ ἐπιβίωση τῆς χριστιανικῆς κοινότητας τῆς Κορίνθου. Πρόκειται ἄραγε γιὰ τὴ φημολογούμενη ἀπὸ προτεστάντες κυρίως μελετητὲς ρήξη μεταξὺ ἐγκαθιδρυμένου ἱερατείου καὶ χαρισματούχων[18]; Ἂν ὅμως ἦταν ἔτσι, γιατί ἀπομακρύνθηκαν βίαια μερικοὶ ἀπὸ τοὺς πρεσβυτέρους καὶ ὄχι ὅλοι; Στὴν προηγούμενη πάντως σύντομη ἀναφορά μας στὸ ρόλο καὶ τὴ θέση τῶν «προφητῶν» τῆς ἀποστολικῆς καὶ πρώιμης μεταποστολικῆς περιόδου διαπιστώσαμε ὅτι ἡ ὑποτιθέμενη ἐξ ὁρισμοῦ ἀκραία ἀνταγωνιστικὴ σχέση μεταξὺ χαρισματούχων «προφητῶν» καὶ ἐγκαθιδρυμένου τοπικοῦ ἱερατείου δὲν ὑφίσταται, ἀφοῦ καὶ οἱ «προφῆτες» ἱερουργοῦσαν  καὶ κάποια στιγμὴ μάλιστα  ἐντάσσονταν στὸ τοπικὸ ἱερατεῖο. Ὁ συντάκτης τῆς Ἐπιστολῆς συσχετίζει ὁ ἴδιος τὴν παροῦσα κρίση μὲ τὴν περίεργη ἐκείνη σχισματικὴ κατάσταση μὲ τὶς μερίδες τοῦ Ἀπολλώ, τοῦ Κηφᾶ, τοῦ Χριστοῦ, ποὺ περιγράφει καὶ κατακρίνει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὴν Α΄ Πρὸς Κορινθίους[19]. Ὅμως ὁ συσχετισμὸς αὐτὸς μὲ μία ἄλλη κρίση πενήντα περίπου χρόνια πρὶν δὲν μᾶς βοηθᾶ νὰ κατανοήσουμε τὴ φύση τῆς νέας κρίσης, τὸν ἰδιαίτερο χαρακτήρα καὶ τὰ συγκεκεριμένα προβλήματα τῆς σχισματικῆς κατάστασης ποὺ ὁ Κλήμης ἀντιμετωπίζει. Εἶναι ὡστόσο ὡς πρὸς τὴ φύση τοῦ προβλήματος ἀξιοπρόσεκτη στὴν Ἐπιστολὴ πρὸς Κορινθίους τοῦ Κλήμη ἡ ἐξαιρετικὴ σημασία ποὺ ἐκεῖνος ἀπέδιδε στὸν ὀφειλόμενο πρὸς τοὺς πρεσβυτέρους σεβασμό. Ἡ καίρια αὐτὴ καὶ τόσο καθοριστικὴ σημασία τοῦ ἐπιβαλλόμενου σεβασμοῦ πρὸς τοὺς πρεσβυτέρους-ἐπισκόπους, δηλαδὴ πρὸς τοὺς προϊσταμένους τῶν λατρευτικῶν καὶ εὐχαριστιακῶν συνάξεων τοῦ σὲ οἴκους συναγομένου ἐκκλησιάσματος, ἂν καὶ δὲν τεκμηριώνεται θεολογικὰ μὲ τὴ βαθύτητα τῆς θεολογικῆς περιγραφῆς περὶ ἐπισκόπου τοῦ Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου[20], ὡστόσο τονίζεται ἐμφατικά. Ὁ Κλήμης δηλαδὴ προβάλλει ἀνάγλυφα ἀκριβῶς ὡς προαπαιτούμενο γιὰ τὴ διασφάλιση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας τὸ κρίσιμο θέμα καὶ ἐπιτακτικὸ αἴτημα τοῦ ὀφειλόμενου σεβασμοῦ πρὸς τοὺς πρεσβυτέρους. Ὁ σεβασμὸς αὐτὸς ἐπιβάλλει τὴν ἄμεση ἀποκατάσταση τῶν πρεσβυτέρων ἐκείνων ποὺ βίαια καὶ ἄδικα ἐκδιώχθηκαν. Ἡ εὐθύνη γιὰ τὴν ἄμεση ἀποκατάστασή τους βαραίνει ὁλόκληρη τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα καὶ ὄχι μόνο τοὺς λίγους ἐκείνους ἀρχηγοὺς τῆς στάσης, τοὺς ὑποκινητὲς τοῦ σχίσματος. Γράφει ὁ Κλήμης χαρακτηριστικά: «Τοὺς…λειτουργήσαντας ἀμέμπτως τῷ ποιμνίῳ τοῦ Χριστοῦ μετὰ ταπεινοφροσύνης, ἡσύχως καὶ ἀβαναύσως, μεμαρτυρημένους τε πολλοῖς χρόνοις ὑπὸ πάντων, τούτους οὐ δικαίως νομίζομεν ἀποβάλλεσθαι τῆς λειτουργίας. ἁμαρτία γὰρ οὐ μικρὰ ἡμῖν ἔσται, ἐὰν τοὺς ἀμέμπτως καὶ ὁσίως προσενεγκόντας τὰ δῶρα  τῆς ἐπισκοπῆς ἀποβάλωμεν» (44, 3-4). Οἱ πρεσβύτεροι αὐτοὶ ἔχουν ἀναλάβει τὸ ἔργο τῆς «ἐπισκοπῆς», ὅπως σημειώνει στὴ συνάφεια ὁ ἐπιστολογράφος μας[21], διότι τοὺς τὸ ἀνέθεσαν εἴτε οἱ ἴδιοι οἱ Ἀπόστολοι εἴτε οἱ συνεργάτες τῶν Ἀποστόλων. Τὸ λειτούργημα, λοιπόν, τῶν πρεσβυτέρων-ἐπισκόπων τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας ἔχει ἀποστολικὴ προέλευση καὶ θεμελίωση. Ὁ λειτουργικός τους ρόλος τῆς «προσφορᾶς τῶν δώρων» στὴν Εὐχαριστία[22] εἶναι θεμελιώδους σημασίας γιὰ τὴ συνοχὴ τῆς χριστιανικῆς κοινότητας τῆς Κορίνθου, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴ διασφάλιση τῆς ἑνότητας τῆς ἀπανταχοῦ τῆς γῆς Ἐκκλησίας. Τὴ σημασία τῆς γενικῆς ἀποδοχῆς καὶ ἀναγνώρισης τοῦ ρόλου τῶν πρεσβυτέρων-ἐπισκόπων, παρὰ τὶς λογῆς ἀμφισβητήσεις ὁρισμένων κύκλων, γιὰ τὴ διατήρηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας σὲ οἰκουμενικὴ διάσταση καὶ προοπτικὴ ὡς ἑνότητας τοῦ ἑνὸς καὶ μόνου σώματος τοῦ Χριστοῦ ὑπαινίσσεται ἡ διατύπωση «ἁμαρτία γὰρ οὐ μικρὰ ἡμῖν ἔσται», ὅπου ἡ δοτική «ἡμῖν» τίθεται σὲ πρῶτο πληθυντικὸ πρόσωπο. Χωρὶς τὴν ἀπὸ ὅλους τοὺς χριστιανοὺς ἀναγνώριση τοῦ θεσμοῦ τῶν πρεσβυτέρων-ἐπισκόπων τίθεται ἐν ἀμφιβόλω καὶ τελικὰ ἀπεμπολεῖται ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἡ χριστιανικὴ κοινότητα χάνει τὴν οὐσιαστική της αὐτοσυνειδησία καὶ ταυτότητα ὡς ἕνα σῶμα, ἐκφυλίζεται καὶ κατακερματίζεται σὲ ἀντιμαχόμενες φατρίες. Τὴ σημασία τοῦ ἐπισκόπου (καὶ τῶν πρεσβυτέρων) γιὰ τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας θὰ ἀναδείξει ἀργότερα περαιτέρω ὁ Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος. Ὁ Κλήμης ὅμως ἔκανε τὸ πρῶτο σημαντικὸ βῆμα πρὸς τὴν κατεύθυνση αὐτή, χαρίζοντάς μας τὴν εὐκαιρία νὰ δοῦμε, ἔστω καὶ φευγαλέα, τὴ ζωὴ τῶν πρώτων χριστιανῶν, τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας στὰ τέλη τοῦ πρώτου αἰώνα.

Έφεσος_288

[1] Βλ. B.E. Bowe, A Church in crisis, Fortress Press, Minneapolis, 1988, σσ. 1-2.

[2] Βλ. J. Quasten, Patrologia, I primi due secoli (II-III), Casa Editrice Marietti, Genova, 2002, τόμ. Ι, σ. 49: «L’epistola di Clemente ha una grandissima importanza anche per un’altra questione dogmatica, quella del primato della Chiesa romana, di cui reca una prova inequivocabile. Che essa non contenga nessuna affermazione categorica del primato, è un fatto innegabile. Lo scrittore non dice in nessun luogo espressamente che il suo intervento vincola ed obbliga giuridicamente la comunità cristiana di Corinto. Tuttavia, l’esistenza stessa dell’epistola costituisce una testimonianza di alto valore per l’autorità del vescovo di Roma. La Chiesa di Roma parla a quella di Corinto come un superiore a un suddito». Βλ. ἐπίσης B.E. Bowe, ἔνθἀνωτ., σ. 3.

[3] Ὅρασις 2, 4, 3. Βλ. B.E. Bowe, ἔνθἀνωτ, σ. 2. Βλ. ἐπίσης Κ. Μπόνη, Κλήμεντος Ρώμης Ἐπιστολὴ Α΄ πρὸς Κορινθίους (ΕἰσαγωγήΚείμενονΣχόλια), Ἀθῆναι, 1973, σσ. 60-61: «Ἀναμφιβόλως ὅ τε Κλήμης καὶ ἡ Γραπτὴ πρέπει νὰ ἦσαν δύο διακεκριμέναι καὶ ἑπομένως γνωσταὶ πᾶσι τοῖς χριστιανοῖς τῆς Ρώμης προσωπικότητες. Τοῦτο πιστοῦται καὶ ἐκ τοῦ ὅτι ὁ Ἑρμᾶς δὲν αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην νὰ προσθέσῃ λόγους τινὰς διασαφητικοὺς περὶ τῶν δύο τούτων προσώπων». Τὸ βιβλιαράκι περιεῖχε ἐντολὴ μετανοίας καὶ ἀνακοίνωση ἐπικείμενου διωγμοῦ ποὺ ἡ Ἐκκλησία «ὑπὸ τὴν μορφὴν πρεσβύτιδος γυναικός» παρέδωσε ὡς μήνυμα τὸ ὁποῖο ὁ Ἑρμᾶς ὄφειλε νὰ μεταβιβάσει καὶ νὰ ἀναγνώσει στὴ χριστιανικὴ κοινότητα τῆς Ρώμης παρουσίᾳ τῶν «πρεσβυτέρων τῶν προϊσταμένων τῆς Ἐκκλησίας». Βλ. Al. Brent, Hippolytus and the Roman Church in the Third Century, Communities in Tension before the Emerge of a Monarch-Bishop, E.J. Brill, Leiden, 1995, σ. 411: «We see here a picture of presbyters who preside over different congregations (πρεσβυτέρων τῶν προϊσταμένων τῆς ἐκκλησίας) meeting to hear read out a book addressed to the church as a whole. We see also the figure of Clement who has the entrusted task or ministry (ἐκείνῳ γὰρ ἐπίτετραπται) of writing to external churches on behalf of the Roman community». Ὁ Ἑρμᾶς διαβάζει τό «βιβλαρίδιόν» του, ἐνῶ οἱ συνηγμένοι πιστοὶ καὶ οἱ πρεσβύτεροι τὸν ἀκοῦνε. Τοῦ ἰδίου, ἔνθἀνωτ., σ. 431: «Hermas reads his βιβλαρίδιον εἰς ταύτην τὴν πόλιν, μετὰ τῶν πρεσβυτέρων τῶν προϊσταμένων τῆς ἐκκλησίας, in what Lampe rightly describes as “an dieser Stelle die Presbyter als Auditorium versammelt”». Βλ. P. Lampe, Die stadtrömischen Christen in den beiden Jahrhunderten (Wissenschaftliche Untersuchungen zum Neuen Testament), Mohr Siebeck, Tübingen, 1989, σ. 338.

[4] Al. Brent, ἔνθ’ ἀνωτ., σσ. 431-432.

[5] Ἔνθ’ ἀνωτ., σσ. 398-457.

[6] Βλ. P. Lampe, ἔνθἀνωτ., σ. 340.

[7] Βλ. B.E. Bowe, ἔνθἀνωτ, σ. 14, ὅπου καὶ σχετικὴ βιβλιογραφία.

[8] Βλ. Al. Brent, ἔνθ’ ἀνωτ., σσ. 414-415˙ 428.

[9] Βλ. Ἔνθ’ ἀνωτ., σ. 432.

[10] Βλ. Βλ. Φειδᾶ, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, τόμ. Α΄, Ἀθῆναι, 1992, σ. 102.

[11] Ἔνθ΄ ἀνωτ., σσ. 78-80 καὶ 109-113.

[12] Ἔνθ΄ ἀνωτ., σ. 70.

[13] Ἔνθ΄ ἀνωτ., σσ. 71-78.

[14] Τὴν ἄποψη αὐτὴ συμμερίζεται καὶ ὁ Ν. Νικολαΐδης, βλ. Ἀποστολικοὶ Πατέρες, Γραμματολογικὴ καὶ Θεολογικὴ προσέγγιση, Ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη, 2009, σσ. 64-65.

[15] Βλ. Κλήμεντος Ρώμης, Πρὸς Κορινθίους, 44, 6: «ὁρῶμεν γάρ ὅτι ἐνίους ὑμεῖς μετηγάγετε καλῶς πολιτευομένους ἐκ τῆς ἀμέμπτως αὐτοῖς τετιμημένης λειτουργίας».

[16] Βλ. B.E. Bowe, σσ. 26-31.

[17] Ἔνθ’ ἀνωτ., σσ. 61-73.

[18] Βλ. J. Fuellenbach, Ecclesiastical Office and the Primacy of Rome. An Evaluation of Recent Theological Discussion of First Clement, The Catholic University of America Press, Washington, 1980, σ. 5. W. Bauer, Orthodoxy and Heresy in Earliest Christianity, Edited by R. Kraft and G. Krodel, Fortress Press, Philadelphia, 1971, σ. 99. B.E. Bowe, ἔνθἀνωτ., σσ. 20 καὶ 95. Πρβλ. R. Knopf, Die apostolischen Väter. Die Zwei Clemensbriefe (Handbuch zum Neuen Testament), Mohr Siebeck, Tübingen, 1920, σσ. 130-131, ὅπου ἀπαντᾶ ἡ ἄποψη ὅτι οἱ στασιαστὲς τῆς Κορίνθου ἦσαν πλανόδιοι χαρισματούχοι, ὅπως αὐτοὶ τῆς Διδαχῆς.

[19] Βλ. B.E. Bowe, ἔνθἀνωτ., σσ. 11-12.

[20] Βλ. Ἰ. Ζηζιούλα, ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας ἐν τῇ θείᾳ Εὐχαριστίᾳ καὶ τῷ Ἐπισκόπῳ κατὰ τοὺς τρεῖς πρώτους αἰώνας, Δευτέρα Ἔκδοσις, Ἐκδ. Γρηγόρη, Ἀθήνα, 2009, σσ. 87-110.

[21] Βλ. Κλήμεντος Ρώμης, Πρὸς Κορινθίους, 44: «Καὶ οἱ ἀπόστολοι ἡμῶν ἔγνωσαν διὰ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅτι ἔρις ἔσται περὶ τοῦ ὀνόματος τῆς ἐπισκοπῆς. Διὰ ταύτην οὖν τὴν αἰτίαν πρόγνωσιν εἰληφότες τελείαν κατέστησαν τοὺς προειρημένους, καὶ μεταξὺ ἐπινομὴν δεδώκασιν, ὅπως, ἐὰν κοιμηθῶσιν, διαδέξωνται ἕτεροι δεδοκιμασμένοι ἄνδρες τὴν λειτουργίαν αὐτῶν. Τοὺς οὖν κατασταθέντας ὑπ’ ἐκείνων ἢ μεταξὺ ὑφ’ ἑτέρων ἐλλογίμων ἀνδρῶν συνευδοκησάσης τῆς ἐκκλησίας πάσης, καὶ λειτουργήσαντας ἀμέμπτως τῷ ποιμνίῳ τοῦ Χριστοῦ μετὰ ταπεινοφροσύνης ἡσύχως καὶ ἀβαναύσως, μεμαρτυρημένους τε πολλοῖς χρόνοις ὑπὸ πάντων, τούτους οὐ δικαίως νομίζομεν ἀποβάλλεσθαι τῆς λειτουργίας. ἁμαρτία γὰρ οὐ μικρὰ ἡμῖν ἔσται, ἐὰν τοὺς ἀμέμπτως καὶ ὁσίως προσενεγκόντας τὰ δῶρα τῆς ἐπισκοπῆς ἀποβάλωμεν. μακάριοι οἱ προοδοιπορήσαντες πρεσβύτεροι, οἵτινες ἔγκαρπον καὶ τελείαν ἔσχον τὴν ἀνάλυσιν˙ οὐ γὰρ εὐλαβοῦνται, μή τις αὐτοὺς μεταστήσῃ ἀπὸ τοῦ ἱδρυμένου αὐτοῖς τόπου. ὁρῶμεν γάρ, ὅτι ἐνίους ὑμεῖς μετηγάγετε καλῶς πολιτευομένους ἐκ τῆς ἀμέμπτως αὐτοῖς τετιμημένης λειτουργίας». Γιὰ τὴν ἑρμηνεία τοῦ χωρίου αὐτοῦ, βλ. Βλ. Φειδᾶ, ἔνθἀνωτ., σσ. 91-101, καθὼς καὶ B.E. Bowe, ἔνθἀνωτ., σσ. 147-152.

[22] Πρβλ. B.E. Bowe, ἔνθἀνωτ., σσ. 151-152, ὅπου παρουσιάζεται (μὲ σχετικὴ βιβλιογραφία) ἡ ἄποψη ὅτι ἡ λειτουργία τῶν πρεσβυτέρων καὶ δὴ ἡ ἐκ μέρους τους «προσφορὰ τῶν δώρων», ὅπως περιγράφεται στὸ προαναφερόμενο χωρίο, δὲν ἀφορᾶ ἀποκλειστικὰ στὴν τέλεση τῆς Εὐχαριστίας, ἀλλὰ ἐμπερικλείει καὶ ἄλλα ἱερατικὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα σχετίζονται μὲ τὶς ἀπὸ κοινοῦ προσευχές, τὶς ἐλεημοσύνες, τὶς περίφημες «ἀγάπες», δηλαδὴ τὰ κοινὰ ἐκεῖνα γεύματα τῆς πρωτοχριστιανικῆς κοινότητας κ.λπ.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Γιώργος Σταυρόπουλος-Γιουσπάσογλου, Ἡ σημασία τοῦ ἐπισκόπου γιὰ τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὸν Κλήμεντα Ρώμης

Μελίτων Μπέλλος, Σπουδή στο κηρυγματικό έργο του Γέροντος Χαλκηδόνος Μελίτωνος Χατζή, εκδόσεις Μπαρμπουνάκη, Θεσσαλονίκη 2017

Από τον πρόλογο του βιβλίου

ΜελίτωνΤο έργο το οποίο κατέλειπε ο Χαλκηδόνος Μελίτων διακατέχεται από στοιχεία τα οποία ανευρίσκονται σε παλαιότερα εκκλησιαστικά ομιλητικά κείμενα και ακολουθούν την μακραίωνη ρητορική παράδοση της Εκκλησίας όπως αυτή διαμορφώθηκε από τους Μεγάλους Πατέρες και Διδασκάλους όλων των ιστορικών περιόδων. Συνεχιστής της ομιλητικής παραδόσεως της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, κατέλειπε ικανό αριθμό κηρυγμάτων, ομιλιών και εγκυκλίων που εκφωνήθηκαν η εστάλησαν σε Ιερούς Ναούς των επαρχιών που ποίμανε ως Μητροπολίτης αλλά, και ως Πρόεδρος Διορθοδόξων και Οικουμενικών συναντήσεων. Στην παρούσα μελέτη εξετάζουμε τα «κηρύγματα» καθώς και τις «ποιμαντικές εγκυκλίους». Είναι κείμενα στα οποία ο μελετητής διαπιστώνει το υγιές θεολογικό υπόβαθρο της σκέψης του Χαλκηδόνος, την θύραθεν παιδεία, και κυρίως το ρωμαλέο εκκλησιαστικό φρόνημα, που είναι η βαθειά πίστη, η αφοσίωση στην Εκκλησία και στην συνέχεια της, αλλά και η ταύτιση της υπάρξεως του με την Εκκλησία και ειδικότερα το Οικουμενικό Πατριαρχείο το οποίο με αυταπάρνηση διακόνησε σε όλη την ζωή. Τα κείμενα που εξετάζονται στοχεύουν στο να προβάλλουν μεταξύ άλλων, την πνευματική ωριμότητα του ευφυούς θεολογικού νου, του Μελίτωνα, που αληθεύει Πατερικά, μυώντας και διερμηνεύοντας στον πιστό το σωτηριολογικό γεγονός της εν Χριστώ ζωής. Τα κηρύγματα απευθύνονται σε εκκλησιαζόμενους στη Πόλη, στον Π. Πατριαρχικό Ναό, κάποια στον Ι. Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών και αλλού, ενώ οι εκδοθείσες Εγκύκλιοι, στο πολύπαθο ποίμνιο της Ιεράς Μητροπόλεως Ίμβρου και Τενέδου, την οποία με άοκνη ποιμαντική ευαισθησία διακόνησε κατά τα πρώτα χρόνια της Αρχιερατείας του ο μετέπειτα Χαλκηδόνος Μελίτων. Η βαθιά γνώση της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης από την μία και από την άλλη, η Εκκλησία ως το απόλυτο μέγεθος σωτηρίας, αποτελούν τους σταθερούς άξονες που η σκέψη του Μελίτωνα κινείται. Η περιδιάβαση μας στη δεινότητα του λόγου του, προφυλάσσει εκπλήξεις με τη συνδυαστική δόμηση του κηρύγματος που για τον Μητροπολίτη είναι διάλογος άμβωνος και στασιδίου ,δηλαδή προσωπική σχέση και όχι απλή ακουστική ικανοποίηση «ἐκ τοῦ πάθους καὶ τῆς εὐφράδειας τοῦ ὁμιλητῆ». Τα ομιλητικά κείμενα του Χαλκηδόνος αποπνέουν πολιτισμό αύρας λεπτής που δίχως να εκπίπτουν σε ψυχωφέλιμες πνευματικές εμπειρίες, συμβάλλουν στην ανάδειξη του θεολογικού λόγου και της πεμπτουσίας της Ορθοδοξίας. Αποτελούν διδαχή ομιλητικής συνέπειας από «διδάσκαλον ἀποστολικόν καὶ προφητικόν ὡς ὁ ἐπίσκοπος τῆς ἐν (Χαλκηδόνι) καθολικῆς Ἐκκλησίας». Ο Πατερικός του λόγος όσο μπόρεσε, απέτρεψε ή θεράπευσε πλάνες και καθηλώσεις με το μπόλιασμα του χριστιανικού μηνύματος με την κλασική Ελληνική παιδεία. Η ανάγλυφη θεολογική σκέψη του Μητροπολίτου που αναδύεται από τα Κηρύγματα και τις Εγκυκλίους, καθιστούν τη μαρτυρία του ευαγγελίου αυθεντική που λειτουργεί μόνο ως υπαινιγμός πραγμάτων που κρύπτονται, χωρίς όμως να αποσιωπούνται. Είναι ο λόγος ενός Ιεράρχη που αναλαμβάνει εκουσίως την αναζήτηση του ανθρωπίνου προσώπου και της σύνολης ζωής του και την εκκλησιάζει. Η αυτοσυνειδησία του ως Επισκόπου του που «Ἴδιον ποεῖν τε καὶ διδάσκειν καὶ παραινῇ τὸ ἑαυτοῦ ποίμνιον καὶ ὑπομιμνήσκῃ αὐτό τὰ πρὸς τὸν Θεόν καθήκοντα» του επιβάλει να δημιουργεί κηρυγματικό λόγο εμπιστοσύνης, ελπίδας οικειότητας, ελευθερίας και ειρήνης, στο εκκλησίασμα του. «Ἡ ἑλληνική καὶ θεολογική του παιδεία, ἡ ὁποία ἠκτινοβόλει εἰς ὅλην τὴν ἐκκλησιαστικήν διακονίαν» τον κατατάσσει στην χορεία των νεοτέρων Θεολόγων της Εκκλησίας που με την διδαχή του, μεταβάλει τον ρητορικό μονόλογο χτίζει γέφυρες και βγάζει από την απομόνωση την ανθρώπινη σκέψη.

* Το βιβλίο είναι αφιερωμένο στον Οικουμενικό Πατριάρχη για τα 25 χρόνια πατριαρχείας του.

Περιεχόμενα

Πρόλογος

Εισαγωγή

Α. Μητροπολίτης Γέρων Χαλκηδόνος Μελίτων Χατζής (1913-1989)

  1. Τα πρώτα του χρόνια και το περιρρέον πολιτιστικό και εκκλησιαστικό περιβάλλον
  1. Μέγας Πρωτοσύγκελλος (1947-1950)
  2. Μητροπολίτης Ίμβρου και Τενέδου (1950-1963)
  3. Μητροπολίτης Ηλιουπόλεως και Θείρων (1963-1966)
  4. Μητροπολίτης Γέρων Χαλκηδόνος(1966-1989)

Β. Κύρια χαρακτηριστικά του ομιλητικού έργου του Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος Μελίτωνα

  1. Γενικές διαπιστώσεις
  2. Θεολογικές εκφάνσεις και Ποιμαντική
  3. Οικουμενικό Πατριαρχείο και Εκκλησία

3.1 Η διακονία της ενότητας των Ορθοδόξων Εκκλησιών

3.2 Οικουμενική αποστολή

  1. Ανθρωπολογική προοπτική

Γ. Επεξεργασία ομιλητικών κειμένων

Ι. ΚΗΡΥΓΜΑΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

  1. «Ιδού ο Νυμφίος Έρχεται»(1955)
  2. «Λόγος εις την Κυριακήν της Σαμαρείτιδος
  3. «Ο λόγος της σιγής»
  4. «Κατηγορώ την υποκρισίαν. Λόγος εις την Κυριακήν της Τυρινής
  5. «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται»
  6. «Χριστώ συνεσταύρωμαι»
  7. «Ομιλία κατά την Κυριακήν του Ζακχαίου»
  8. «Ομιλία κατά την ακολουθίαν του Νυμφίου»
  9. «Αγάπη και μετάνοια»
  10. «Ο Εσταυρωμένος εις την Μεγάλην Εκκλησίαν»
  11. «Ο Πατριαρχικός Επιτάφιος»
  12. «Φως και Ανάστασις. Η προσφορά της Μεγάλης Εκκλησίας»
  13. «Λόγος τη Ε” Κυριακή των Νηστειών»
  14. «Αναρχία, τρομοκρατία, αεροπειρατία και Εκκλησία»

ΙΙ. ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΗΣ ΕΓΚΥΚΛΙΟΙ

  1. «Εγκύκλιος επί τη ενάρξει της ποιμαντορίας αυτού ως Μητροπολίτου Ίμβρου και Τενέδου»
  2. «Εγκύκλιος επί τω καθαγιασμώ του Αγίου Μύρου»
  3. «Εγκύκλιος ποιμαντορική επί τω Πάσχα 1951″
  4. «Εγκύκλιος επί τη προσέχει λειτουργία της εν Παναγία Κοινοτικής Σχολής»
  5. «Εγκύκλιος επί τη συπληρώσει 1500 ετών από της συγκλήσεως της Δ” εν Χαλκηδόνι Οικουμενικής Συνόδου»
  6. «Εγκύκλιος ποιμαντορική επί τοις Χριστουγέννοις 1951″
  7. «Εγκύκλιος ποιμαντορική επί τω Πάσχα 1952″
  8. «Εγκύκλιος ποιμαντορική επί τω Πάσχα 1953″
  9. «Εγκύκλιος ποιμαντορική επί τοις Χριστουγένοις 1953″
  10. «Εγκύκλιος ποιμαντορική επί τω Πάσχα 1954″
  11. «Εγκύκλιος ποιμαντορική επί τοις Χριστουγέννοις 1954″
  12. «Εγκύκλιος ποιμαντορική επί τω Πάσχα 1955″
  13. «Εγκύκλιος ποιμαντορική επί τω Πάσχα 1956″
  14. «Εγκύκλιος ποιμαντορική επί τοις Χριστουγέννοις 1956″
  15. » Εγκύκλιος ποιμαντορική επί τω Πάσχα 1957″
  16. «Εγκύκλιος ποιμαντορική επί τω Πάσχα 1958″
  17. «Εγκύκλιος ποιμαντορική επί τοις Χριστουγέννοις 1958″
  18. «Εγκύκλιος ποιμαντορική επί τω Πάσχα 1959″
  19. «Εγκύκλιος ποιμαντορική επί τοις Χριστουγέννοις 1959″
  20. «Εγκύκλιος ποιμαντορική επί τω Πάσχα 1960″
  21. «Εγκύκλιος ποιμαντορική επί τοις Χριστουγέννοις 1960″
  22. «Εγκύκλιος ποιμαντορική επί τω Πάσχα 1961″
  23. «Εγκύκλιος ποιμαντορική επί τω Πάσχα 1962″
  24. «Εγύκλιος ποιμαντορική τοις Χριστουγέννοις 1962″
  25. «Εγκύκλιος ποιμαντορική επί τω Πάσχα 1967″

Γενικά συμπεράσματα

Βιβλιογραφία

Conclusion

Κατηγορίες: ΒΙΒΛΙΑ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Μελίτων Μπέλλος, Σπουδή στο κηρυγματικό έργο του Γέροντος Χαλκηδόνος Μελίτωνος Χατζή, εκδόσεις Μπαρμπουνάκη, Θεσσαλονίκη 2017