Νέος Κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ εξελέγη ο καθηγητής Θεόδωρος Γιάγκου

8ο ΔΣΟΘ_449Μετά το πέρας της σημερινής εκλογικής διαδικασίας νέος Κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ εξελέγη ο Καθηγητής του Κανονικού Δικαίου του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας κ. Θεόδωρος Γιάγκου. Ο νέος Κοσμήτορας αναλαμβάνει καθήκοντα (για μια τριετία) από το ακαδημαϊκό έτος 2018-2019. Ο κ. Γιάγκου γεννήθηκε στη Βάσα Κοιλανίου Κύπρου το 1957. Είναι έγγαμος και πατέρας έξι παιδιών. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή του ΑΠΘ και το 1979 έλαβε το πτυχίο του με βαθμό «άριστα». Το 1991 ανακηρύχθηκε διδάκτορας του Τμήματος Ποιμαντικής του ΑΠΘ και λίγο αργότερα εξελέγη λέκτορας του ίδιου Τμήματος με γνωστικό αντικείμενο «Πηγές Κανονικού Δικαίου». Το 1996 εξελέγη Επίκουρος Καθηγητής, το 2002 Αναπληρωτής Καθηγητής και στη συνέχεια το 2007 Καθηγητής. Από το 2003 μέχρι σήμερα είναι μέλος της επιτροπής αναγνωρίσεως τίτλων πανεπιστημίων του εξωτερικού (ΔΟΑΤΑΠ) του κλάδου Θεολογίας. Διετέλεσε επίσης Πρόεδρος του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας κατά την περίοδο 2013-2015. Υπήρξε μέλος της συντακτικής επιτροπής του Nέου Καταστατικού Χάρτη της Κύπρου. Είναι Σύμβουλος του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων επί των Νομοκανονικών θεμάτων.  Είναι μέλος των Συνοδικών Επιτροπών της Εκκλησίας της Κύπρου: 1. Νομοκανονικών ζητημάτων 2. Λατρείας και 3. Θεολογικής Παιδείας και επιμορφώσεως του κλήρου.

Δείτε εδώ το αναλυτικό βιογραφικό του νέου Κοσμήτορα.

Κατηγορίες: ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Νέος Κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ εξελέγη ο καθηγητής Θεόδωρος Γιάγκου

Εκλογές για την ανάδειξη νέου Κοσμήτορα στη Θεολογική Σχολή του ΑΠΘ

Ekloges_3

Σήμερα Πέμπτη 21 Ιουνίου 2018 διεξάγεται η εκλογική διαδικασία για την ανάδειξη νέου Κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ για την επόμενη τριετία. Η ψηφοφορία διαρκεί από τις 11:00 έως τις 14:00 στην Αίθουσα Συνεδριάσεων του πρώτου ορόφου της Θεολογικής Σχολής. Υποψήφιοι για τη θέση του Κοσμήτορα είναι: ο Καθηγητής του Κανονικού Δικαίου του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας του ΑΠΘ κ. Θεόδωρος Γιάγκου και ο Καθηγητής της Εκκλησιαστικής Ιστορίας του ιδίου Τμήματος κ. Βασίλειος Κουκουσάς.

Ekloges_9

Κατηγορίες: ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Εκλογές για την ανάδειξη νέου Κοσμήτορα στη Θεολογική Σχολή του ΑΠΘ

«ΝΟΜΟΚΑΝΟΝΙΚΑ», Επιθεώρηση Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου, εκδ. Σάκκουλα, τεύχος 1/2018, σσ. 232

Του Δρ. Θεολογίας Α.Π.Θ. Χάρη Ανδρεόπουλου

ΝΟΜΟΚΑΝΟΝΙΚΑ 1, 2018, εξωφ.[81063]Με μελέτες επί επικαίρων θεμάτων, όπως η εκκλησιαστική πτυχή του «Μακεδονικού» ζητήματος, το μάθημα των Θρησκευτικών υπό το φως της πρόσφατης ακυρωτικής αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας για τα νέα προγράμματα σπουδών, με άρθρα επί ζητημάτων που αφορούν στις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας, καθώς και με την πλέον πρόσφατη νομολογία επί σειράς σημαντικών δικαστικών αποφάσεων που άπτονται ζητημάτων εκκλησιαστικής φύσεως, κυκλοφόρησε προσφάτως το νέο τεύχος (1/2018) των «Νομοκανονικών». Τα «Νομοκανονικά» είναι η εξαμηνιαία Επιθεώρηση που επιδιώκει να καλύψει δύο σύνθετους και δυσχερείς επιστημονικούς κλάδους, το Εκκλησιαστικό και το Κανονικό Δίκαιο, τόσο σε επίπεδο θεωρίας όσο και δικαστηριακής πράξεως. Αποτελούν το επιστημονικό όργανο της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου και απευθύνονται σε δικηγόρους, δικαστές, θεολόγους και σε ερευνητές επιστήμονες από τον χώρο των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών (ιστορικούς, κοινωνιολόγους, κ.λ.π.) οι οποίοι είτε εντρυφούν στο πεδίο των σχέσεων Πολιτείας–Εκκλησίας/θρησκευτικών κοινοτήτων, είτε ασχολούνται με θέματα της Εκκλησιαστικής Ιστορίας και δη της νεότερης. Εκδίδονται ανελλιπώς από τον Μάιο του 2002 και ήλθαν, σύμφωνα με την πρόθεση του ιδρυτού και Διευθυντού τους, ομοτίμου καθηγητού Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Ιωάννη Κονιδάρη, να καλύψουν την απουσία, που είχε από ικανού χρόνου καταστεί ευκρινώς ορατή, μιας περιοδικής εκδόσεως, η οποία να προάγει την επιστήμη στα ζητήματα του Εκκλησιαστικού και του Κανονικού Δικαίου και ευρύτερα τον δημόσιο διάλογο στα ζητήματα των σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας. Ζητήματα τα οποία εμφανίζονται στο προσκήνιο με αξιοζήλευτη περιοδικότητα αποτελώντας –το τελευταίο διάστημα όλο και συχνότερα, όλο και εντονότερα– θέμα «ημερησίας διατάξεως» στην ατζέντα του δημοσίου διαλόγου. Παραλλήλως, τα «Νομοκανονικά» φιλοδοξούν να αποτελέσουν το κατάλληλο εκείνο βήμα που θα επιτρέψει στις νέες επιστημονικές δυνάμεις του κλάδου να εμφανισθούν στο προσκήνιο και να δοκιμασθούν.

ΜΕΛΕΤΕΣ

Στο νέο τεύχος των «Νομοκανονικών» περιλαμβάνονται οι ακόλουθες μελέτες/άρθρα:

α) του θεολόγου καθηγητού Β/θμιας, Δρ. Θεολογίας του ΑΠΘ κ. Χαρ. Ανδρεόπουλου, με θέμα «Η σχισματική “Εκκλησία της Μακεδονίας”. Ιστορική και νομοκανονική προσέγγιση». Στη εκτενή μελέτη αναπτύσσεται λεπτομερώς η εκκλησιαστική πτυχή του «Μακεδονικού» ζητήματος σ΄ όλες τις επιμέρους ιστορικές φάσεις (1945 μέχρι σήμερα) και νομοκανονικές του διαστάσεις και παρατίθεται ολοκληρωμένη πρόταση για την εξεύρεση ιστορικά δίκαιης και εκκλησιολογικά ορθής επιλύσεως του προβλήματος επί τη βάσει της «Συμφωνίας του Νις», του 2002 (την οποία, σημειωτέον, μόλις προ ολίγων ημερών και συγκεκριμένα την 30η Μαϊου 2018, επανέφεραν στο τραπέζι των εκκλησιαστικών διαβουλεύσεων η σχισματική Εκκλησία και ο πρωθυπουργός της FYROM, με την υποβολή σχετικού αιτήματος προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο δια του οποίου ζητούν την επαναφορά της Εκκλησίας της χώρας τους στην κανονικότητα, υπό το όνομα της Αρχιεπισκοπής Αχρίδος),

β) του επίκουρου καθηγητού Διεθνούς Δικαίου της Νομικής Σχολής Θράκης Ιωάννη Κτιστάκι, ο οποίος με την υπό τον τίτλο «Τα Θρησκευτικά στα σχολεία: Προασπίζοντας τον πλουραλισμό στην εκπαίδευση μέσω Στρασβούργου (Με αφορμή τη Σ.τ.Ε. 660/2018 Ολομ.)» μελέτη του, προσεγγίζει κριτικά την απόφαση του Σ.τ.Ε. με την οποία ακυρώθηκε η υπουργική απόφαση για τα νέα προγράμματα του μαθήματος των Θρησκευτικών (ΜτΘ),

γ) του δικηγόρου, LL.M., ειδικού νομικού συμβούλου της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος κ. Θεοδ. Παπαγεωργίου, ο οποίος στη μελέτη του με θέμα «Μάθημα (θρησκευτικής) ταυτότητας ή μάθημα (διαθρησκειακού) διαλόγου;» αναλύει διεξοδικά και ερμηνεύει θετικά την ακυρωθείσα υπουργική απόφαση για το ΜτΘ (τη Σ.τ.Ε. 660/2018 Ολομ., της οποίας, σημειωτέον, ολόκληρο το κείμενο, ως εξεδόθη υπό του Σ.τ.Ε,  δημοσιεύεται στη στήλη «Νομολογία» του περιοδικού).

δ) του επίκουρου καθηγητού Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ Γεωργίου Ανδρουτσόπουλου ο οποίος πραγματευόμενος το θέμα «Η συσσωμάτωση της επικρατούσας Ορθόδοξης Εκκλησίας στην ελληνική έννομη τάξη: θεοϊδρυτος οργανισμός ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου;» επιχειρεί να δώσει απαντήσεις σε σειρά ζητημάτων που έχουν προβληματίσει την ελληνική νομική επιστήμη αναφορικώς με την υπόσταση της Εκκλησίας υπό τον διφυή αυτής χαρακτήρα, ήτοι ως θείου καθιδρύματος αφ΄ ενός και νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) αφ΄ ετέρου, και, τέλος,

ε) του επιτίμου καθηγητού της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Μιχ. Σταθόπουλου με θέμα «Τα ανθρώπινα δικαιώματα στα Συντάγματα του Ρήγα Φερραίου και της Επανάστασης υπό το φως των σύγχρονων αντιλήψεων», μελέτη μέσω της οποίας αναδεικνύονται ως άξιες εξάρσεως οι αρχές και οι αξίες από τα Συντάγματα του Ρήγα που αντιστοιχούν στο σύγχρονο πνεύμα προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το οποίο εκφράζεται στις ισχύουσες διεθνείς Συμβάσεις για ανθρώπινα δικαιώματα και ειδικά στον Χάρτη Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Στο ίδιο τεύχος παρουσιάζονται και αναλύονται σημαντικές δικαστικές αποφάσεις, όπως, η Σ.τ.Ε. 1318/2017 (Τμ. Γ΄) βάσει της οποίας έγινε δεκτή αίτηση ακυρώσεως αποφάσεως του αναπλ. Υπ. Αμύνης με την οποία είχε απορριφθεί αίτημα στρατευσίμου για υπαγωγή του στο καθεστώς των αντιρρησιών συνειδήσεως, καθώς το δικαστήριο έκρινε ότι η σύνθεση της Επιτροπής στην οποία στηρίχθηκε η προσβαλλομένη πράξη του Υπ. Αμύνης, δεν υπήρξε νόμιμη, διότι δεν υπήρξε ισότιμη συμμετοχή στρατιωτικών και καθηγητών Α.Ε.Ι. και ανέπεμψε την υπόθεση στη Διοίκηση για νέα κρίση (με σημείωση/σχόλιο επί της αποφάσεως της κ. Ζωής Καραμήτρου, Δρ. Νομικής-δικηγόρου). Επίσης, η Σ.τ.Ε. 2576/2017 (Τμ. Γ΄) με την οποία απερρίφθη αίτηση Μητροπολίτου δια της οποίας εζητείτο η ακύρωση της -επί τη βάσει της αρχής της κατ΄ ίσον αριθμό συμμετοχής από Μητροπολίτες της Παλαιάς Ελλάδος και Μητροπολίτες των Νέων Χωρών- πράξεως συγκροτήσεως της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου (Δ.Ι.Σ.). Ο αιτών Μητροπολίτης (Κ. και Α.) υποστήριξε ότι η αριθμητική αυτή ισότητα των Μητροπολιτών που εισάγει η σχετική διάταξη της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως (Π.Σ.Π.) του 1928 συνιστά παράβαση της αρχής της ισότητας και τούτο διότι εν όψει του ότι οι Μητροπόλεις της Παλαιάς Ελλάδος είναι περισσσότερες στον αριθμό από αυτές των Νέων Χωρών, οι Μητροπολίτες των πρώτων, καλούμενοι ως μέλη της Δ.Ι.Σ. εκ περιτροπής και κατά τα πρεσβεία της αρχιερωσύνης, μετέχουν στη Δ.Ι.Σ. λιγότερο συχνά από τους Μητροπολίτες των δεύτερων, κατ΄ ανεπίτρεπτη παράβαση της αρχής της ισότητας ως προς τη συμμετοχή των Μητροπολιτών στη συγκρότηση της Δ.Ι.Σ. Ωστόσο το προβαλλόμενο επιχείρημά του απερρίφθη ως αβάσιμο με το σκεπτικό ότι η εν λόγω Π.Σ.Π. ως συνταγματικώς κατοχυρωμένη δεν μπορεί να τροποποιηθεί και, άρα, θα πρέπει να εφαρμόζεται ως έχει, ανεξαρτήτως της τυχόν αντιθέσεώς της προς άλλες διατάξεις ή αρχές του Συντάγματος (ανάλυση-σχολιασμός υπό Γεωργίου Ιατρού, Δρ. Νομικής-δικηγόρου). Ακόμη δημοσιεύονται δικαστικές αποφάσεις περί επιβολής πειθαρχικών ποινών σε κληρικούς (Σ.τ.Ε. 2673, 2735/2017, 3385/2017, με σχόλιο Γ. Ανδρουτσόπουλου), μεταθέσεων εφημερίων (465/2017 Διοικ. Εφ. Θεσ/νίκης, με σχόλιο π. Βασιλείου Τρομπούκη, Ε.ΔΙ.Π. Νομικής Ε.Κ.Π.Α), σε ζητήματα κυριότητας και προσβασιμότητας για τους κτητορικούς ναούς (29/2015 Πρωτοδικείου Χίου), σε εργασιακά θέματα που ρυθμίζουν υποθέσεις διορισμού και καθεστώτος απασχολήσεως νεωκόρων (274/2017 Πρωτοδικείου Αθηνών, με σχόλιο Δημ. Κρεμπενιού, Δρ. Νομικής – δικηγόρου), κ.α.

Κατηγορίες: ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο «ΝΟΜΟΚΑΝΟΝΙΚΑ», Επιθεώρηση Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου, εκδ. Σάκκουλα, τεύχος 1/2018, σσ. 232

Διεξαγωγή 2ου Πανελληνίου Συνεδρίου Θεολόγων εκπαιδευτικών με διεθνή συμμετοχή

ΑΦΙΣΑΤο Τμήμα Θεολογίας ΑΠΘ και το Εργαστήριο Παιδαγωγικής του Τμήματος Θεολογίας Α.Π.Θ. σε συνεργασία με την Περιφερειακή Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Κεντρικής Μακεδονίας, προγραμματίζουν τη διοργάνωση του 2ου Πανελλήνιου Συνεδρίου Θεολόγων εκπαιδευτικών με διεθνή συμμετοχή στη Θεσσαλονίκη, στις 14-16 Σεπτεμβρίου 2018 με γενικό θέμα: «Προκλήσεις και προοπτικές της Θρησκευτικής Εκπαίδευσης στο σύγχρονο σχολείο». Απευθύνεται σε Εκπαιδευτικούς Πρωτοβάθμιας, Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, σε επιστήμονες των ΑΕΙ, ΑTΕΙ, σε προπτυχιακούς και μεταπτυχιακούς φοιτητές και φοιτήτριες, σε ερευνητές και ερευνήτριες, σε εκπροσώπους κυβερνητικών και μη φορέων.

Σκοπός του Συνεδρίου

Η παρουσίαση από εκπαιδευτικούς όλων των βαθμίδων και άλλους/ες ερευνητές και ερευνήτριες, μελετών και νέων προσεγγίσεων για το μάθημα των Θρησκευτικών, η κατάδειξη της ευαισθητοποίησης των εκπαιδευτικών σε θέματα εφαρμογής διδακτικών πρακτικών και εναλλακτικών προσεγγίσεων, η ανταλλαγή εμπειριών και γνώσεων από εκπαιδευτικούς της τάξης, ο γόνιμος προβληματισμός και ο δημιουργικός διάλογος στην εκπαιδευτική κοινότητα.

 Θεματικοί άξονες

Το περιεχόμενο των εισηγήσεων θα πρέπει να είναι σχετικό με τους παρακάτω άξονες:

  • Εκπαιδευτικές Πολιτικές και Προγράμματα Σπουδών της Θρησκευτικής Εκπαίδευσης
  • Διαπολιτισμικές και διαθρησκειακές διδακτικές προσεγγίσεις
  • Πρακτικές της Θρησκευτικής Εκπαίδευσης στη σχολική τάξη (καλές διδακτικές πρακτικές, χρήσης Τ.Π.Ε., βιωματικές προσεγγίσεις)
  • Θεωρητικές Προσεγγίσεις

Τόπος και Χρόνος

Το Συνέδριο θα πραγματοποιηθεί στις 14, 15 & 16 Σεπτεμβρίου 2018 στη Θεολογική Σχολή του Α.Π.Θ. στη Θεσσαλονίκη

Κρίσιμες ημερομηνίες-Παράταση υποβολής περιλήψεων και εργασιών

Οι εισηγητές και οι εισηγήτριες πρέπει να αποστείλουν τον τίτλο και την περίληψη της εισήγησής τους μέχρι τις 17.06.2018 και, εφόσον γίνει η αποδοχή από την Επιστημονική Επιτροπή, το πλήρες κείμενο της εργασίας ως τις  31.07.2018, για το οποίο θα αναρτηθούν οδηγίες στην ιστοσελίδα του συνεδρίου ώστε να συμπεριληφθεί στα πρακτικά του συνεδρίου.

Υποβολή περιλήψεων

Το συνέδριο θα φιλοξενήσει προφορικές ανακοινώσεις και Posters. Ο κάθε εισηγητής και η κάθε εισηγήτρια μπορεί να στείλει μέχρι δύο (2) εισηγήσεις/Posters.

Όσοι/ες επιθυμούν να συμμετάσχουν στο συνέδριο με την ιδιότητα του εισηγητή/τριας, οφείλουν να αποστείλουν περίληψη της εργασίας τους, το κείμενο της οποίας θα είναι  από 350 έως 450 λέξεις. Απαιτείται βιβλιογραφία στο τέλος της περίληψης, αλλά δεν θα περιλαμβάνεται στην καταμέτρηση των λέξεων. Η υποβολή της περίληψης θα γίνεται στη φόρμα του Δελτίου Περίληψης στον ιστοχώρο: www.synedrio2theologwn.kmaked.eu. Η εργασία, εφόσον γίνει η αποδοχή της περίληψης από την Επιστημονική Επιτροπή, θα κατατεθεί στην ηλεκτρονική διεύθυνση: synedrio2.theologwn@gmail.com με το όνομα/τα Συγγραφέα/ων.

Πληροφορίες  για το Συνέδριο και την υποβολή εργασιών-συμμετοχής, θα βρείτε στον ιστοχώρο:  www.synedrio2theologwn.kmaked.eu

Επικοινωνία: Πρασσά Χρύσα: 2310474855

                             Γαλαρνιώτη Όλγα: 2310474859

Email Συνεδρίου: synedrio2.theologwn@gmail.com

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Διεξαγωγή 2ου Πανελληνίου Συνεδρίου Θεολόγων εκπαιδευτικών με διεθνή συμμετοχή

Νίκος X. Μαγγιώρος, Το Περιουσιακό Δίκαιο της Καθολικής Εκκλησίας (De bonis Ecclesiae temporalibus). To πέμπτο βιβλίο του Κώδικα Κανονικού Δικαίου καν. 1254-1310, εκδόσεις Μπαρμπουνάκη, Θεσσαλονίκη 2018

Από τον Πρόλογο του βιβλίου

TO-PERIOUSIAKO-DIKAIOΗ μελέτη του δικαίου των διαφόρων χριστιανικών Εκκλησιών παρά τις εγγενείς δυσκολίες που παρουσιάζει ανοίγει νέους ορίζοντες στη γνώση και την κατανόηση των χριστιανικών παραδόσεων. Αναδεικνύει ποικίλες πλευρές της ζωής των χριστιανικών κοινοτήτων, οι οποίες συχνά, αν και τοπικά συνυπάρχουν, γνωρίζονται και επικοινωνούν ελάχιστα μεταξύ τους. Η διαδικασία διαμόρφωσης της θεσμικής τους οργάνωσης, οι αντιλήψεις τους για το ρόλο τους στη δημόσια σφαίρα, η σχέση τους με την πολιτική και το Κράτος είναι στοιχεία που διαγράφονται ανάγλυφα στο εσωτερικό τους δίκαιο και από τα οποία αναδεικνύεται π Βούλησή τους για μια οικουμενική επικοινωνία μεταξύ τους αλλά και με το σύγχρονο κόσμο με σκοπό την ενότητα και την καταλλαγή. Ο Κώδικας Κανονικού Δικαίου (CIC 1983) αποτελεί τον καρπό μιας συνολικότερης προσπάθειας ενσωμάτωσης της εκκλησιολογίας της Β” Συνόδου του Βατικανού στη θεωρία και στην πράξη του κανονικού δικαίου. Έτσι η «κανονική» ανανέωση αποτέλεσε αναπόσπαστο μέρος και επακόλουθο της θεολογικής και εκκλησιολογικής ανανέωσης. Η παρούσα εργασία είναι η πρώτη στην ελληνόφωνη Βιβλιογραφία που μελετά το Περιουσιακό Δίκαιο της Καθολικής Εκκλησίας. Φιλοδοξεί να φωτίσει ένα σχετικά άγνωστο, ακόμα και σε ακαδημαϊκό επίπεδο, γνωστικό πεδίο και συνάμα να αποτελέσει μια πρόταση ανοιχτή στον επιστημονικό διάλογο. Έχει ως σκοπό να προσφέρει στον αναγνώστη, ειδικό του δικαίου ή μη ένα κείμενο κατανοητό, το οποίο παράλληλα να αποδίδει όσο το δυνατό ορθότερα τη λατινική κανονική ορολογία. Επιπλέον ερμηνεύει και σχολιάζει τους κανόνες προσπαθώντας να διατηρήσει αναλλοίωτα το πνεύμα και την πρόθεση του νομοθέτη και να τονίσει τις ιδιαίτερες κανονικές και εκκλησιολογικές προϋποθέσεις γένεσης των σχετικών διατάξεων του ισχύοντα Κώδικα Κανονικού Δικαίου.

Κατηγορίες: ΒΙΒΛΙΑ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Νίκος X. Μαγγιώρος, Το Περιουσιακό Δίκαιο της Καθολικής Εκκλησίας (De bonis Ecclesiae temporalibus). To πέμπτο βιβλίο του Κώδικα Κανονικού Δικαίου καν. 1254-1310, εκδόσεις Μπαρμπουνάκη, Θεσσαλονίκη 2018

Η πέμπτη συνάντηση του Biblicum για το ακαδημαϊκό έτος 2017-2018

Biblicum 18Η πέμπτη και τελευταία συνάντηση του Biblicum το οποίο διοργανώνει ο Τομέας Βιβλικής Γραμματείας και Θρησκειολογίας του Τμήματος Θεολογίας Α.Π.Θ. με γενικό θέμα συζήτησης για το ακαδημαϊκό έτος 2017-2018 «Θρησκευτική ποικιλομορφία και Μονοθεϊσμός» θα πραγματοποιηθεί την Δευτέρα 18 Ιουνίου και ώρα 19:30 στο Παιδαγωγικό Εργαστήριο (ισόγειο Θεολογικής Σχολής). Εισηγήτρια θα είναι η Δρ. Θεολογίας κ. Ευανθία Αδαμτζίλογλου με θέμα «Ο ιουδαϊκός μονοθεϊσμός στη μεταιχμαλωσιακή πλουραλιστική εποχή και η βιβλική χριστολογία».

Κατηγορίες: ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Η πέμπτη συνάντηση του Biblicum για το ακαδημαϊκό έτος 2017-2018

Ἔγινε τό 1054 Μέγα Σχίσμα; Ὁ πάπας Παῦλος ὁ Στ΄ καί ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Ἀθηναγόρας αἵρουν τά Ἀναθέματα τοῦ 1054 καί προτείνουν λύση γιά τό παπικό πρωτεῖο ἐξουσίας

8ο ΔΣΟΘ_949

Ὁμιλία (ἐν περιλήψει) τοῦ Καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Graz Γρηγορίου Λαρεντζάκη στό Θεολογικό Συνέδριο μέ θέμα: Ὁ Ἀθηναγόρας καί ἡ Οἰκουμένη: 70 Χρόνια ἀπό τήν ἐκλογή τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα στόν Οίκουμενικό Θρόνο καί ἀπό τήν Ἵδρυση τοῦ Π.Σ.Ε.

Εὐχαρίστως συμμετέχω σήμερα στήν ἐκδήλωση αὐτή γιά τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη Ἀθηναγόρα, τόν ὁραματιστή καί πρωτεργάτη τῆς χριστιανικῆς καταλλαγῆς.[1]

Στήν σημερινή σύντομη ὁμιλία μου θά ἀναφερθῶ 1ον) στήν ἀξιολόγηση τῆς σημασίας τῶν ἀναθεμάτων αὐτῶν καθεαυτῶν καί τῶν συνεπειῶν τῆς «ἄρσεως» αὐτῶν καί 2ον) στίς συγκεκριμένες προτάσεις τῶν δύο Προκαθημένων τῶν Ἐκκλησιῶν μας, τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς καί τοῦ Σεπτοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Πατριαρχείου, τοῦ Πάπα Παύλου τοῦ ΣΤ΄ καί τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρου, γιά τήν ἀντιμετώπιση τοῦ ἀκανθώδους καί μεγαλύτερου οἰκουμενικοῦ προβλήματος τοῦ παπικοῦ πρωτείου ἐξουσίας. Νομίζω, ὅτι καί γιά τά δύο θέματα πρέπει νά ἀναθεωρηθοῦν διάφορες θέσεις, ἐάν πράγματι ἐπιθυμοῦμε τήν ἀποκατάσταση τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας. Ἀπό ὀρθοδόξου πλευρᾶς πρέπει νά λεχθεῖ, ὅτι εἶναι σκόπιμον νά ἐπανεκτιμηθεῖ καί νά ἀξιολογηθεῖ θετικά ἡ προσωπικότητα τοῦ Πάπα Παύλου τοῦ ΣΤ΄, ἀλλά καί ἡ συμβολή του γιά τήν ἀποκατάσταση τῆς κοινωνίας μεταξύ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν μας.

1ον) Τά ἀναθέματα τοῦ 1054

Α) Ὁ χαρακτήρας καί οἱ συνέπειές των

Θεωρῶ ἀναγκαῖον καί χρήσιμον νά ἐπαναφέρομε στήν μνήμη μας τί ἦταν αὐτά τά Ἀναθέματα τοῦ 1054.

Τά ἀναθέματα τότε, τόν Ἰούλιο τοῦ 1054 στήν Κωνσταντινούπολη, ἔγιναν μέσα σέ μιά ἤδη τεταμένη ἀτμόσφαιρα δυσπιστίας καί ἀποξενώσεως Ἡ Δύση ἀπεμακρύνθη καί σέ πολλά σημεῖα ἐλησμόνησε τήν κοινή θεολογική ἐκκλησιολογική καί θεσμική βάση Ἀνατολῆς καί Δύσεως. Ἐπίσης ἐξασθένησεν ὁ συνοδικός θεσμός καί στήν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης. Ἡ μεταρρυθμιστική κίνηση τοῦ Cluny ἔγινε μέ σκοπό τήν ἐνίσχυση τοῦ παπικοῦ κέντρου, γεγονός τό ὁποῖον ἔπαιξε σημαντικό ρόλο καί γιά τά γεγονότα τοῦ 1054 στήν Κωνσταντινούπολη.

Τί συνέβη, λοιπόν, τό 1054 μέ τά θλιβερά ἐκεῖνα γεγονότα στήν Κωνσταντινούπολη; Τήν ἐποχή ἐκείνη ζοῦν δύο δυναμικές προσωπικότητες στά ἐκκλησιαστικά κέντρα τῆς Δύσεως καί τῆς Ἀνατολῆς. Ὁ Πάπας Λέων Θ΄ στήν Ρώμη καί ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Μιχαήλ Κηρουλάριος.

Ἡ κάθοδος τῶν Νορμανδῶν ἀπό τήν βόρειο Ἰταλία ἀποτελεῖ κοινό κίνδυνο, γεγονός, τό ὁποῖον ἀπαιτεῖ κοινή δράση. Γιά τόν λόγο αὐτό στέλνει ὁ Πάπας μία ἀντιπροσωπεία στήν Κωνσταντινούπολη ὑπό τόν Καρδινάλιο Οὐμβέρτο τῆς Sylva Candida γιά διαπραγματεύσεις. Σκοπός τῆς ἀποστολῆς ἦταν ἡ βελτίωση τῶν σχέσεων τῶν δύο ἐκκλησιαστικῶν Κέντρων, ἀλλά καί ἡ ἐπίτευξη συμμαχίας μεταξύ τῆς Παλαιᾶς καί τῆς Νέας Ρώμης πρός ἀντιμετώπιση τῶν Νορμανδῶν καί ὄχι γιά νά ἐκτοξευθοῦν ἀναθέματα ἑκατέρωθεν.

8ο ΔΣΟΘ_23

Ὁ Ἀναθεματισμός τοῦ Καρδιναλίου Οὑμβέρτου ἀφοροῦσε ὁλόκληρη τήν Ἀνατολική Ἐκκλησία;

Ἡ τεταμένη κατάσταση, οἱ καχυποψίες καί ἡ θεολογική καί θεσμική ἀπομάκρυνση τῶν δύο ἐκκλησιαστικῶν κόσμων δέν ἀποτελοῦσαν τίς κατάλληλες συνθῆκες πρός ἐπιτυχία τῆς ἀποστολῆς. Στό κλίμα αὐτό καί κατόπιν διαφόρων παρεξηγήσεων ἔγραψεν ὁ Καρδινάλιος Οὑμβέρτος τόν ἀναθεματισμό κατά τοῦ Πατριάρχου Μιχαηλ Κηρουλαρίου καί τῶν συνεργατῶν του καί τόν κατέθεσε τήν 16ην Ἀπριλίου 1054 στήν Ἁγία Τράπεζα τῆς Ἁγίας Σοφίας. Τό κείμενο τοῦ Ἀναθεματισμοῦ εῑναι γραμμένο μέ οὐσιαστικά λάθη, τά ὁποῖα ἀποδεικνύουν τόσο τήν σύγχυση καί νευρικότητα τῆς καταστάσεως, ἀλλά καί τήν θεολογική καί ἱστορική ἄγνοια τοῦ Καρδιναλίου Οὑμβέρτου[2]. Μεταξύ ἄλλων π.χ. ἰσχυρίζεται ὅτι οἱ Ἀνατολικοί διέγραψαν τό Filioque ἀπό τό Σύμβολο τῆς Πίστεως[3].

Ὁ Καρδινάλιος δέν ἀναθεμάτισε ὅμως τήν Ἀνατολική Ἐκκλησία, ἀλλά συγκριμένα πρόσωπα. Οὔτε καί ὁ ἴδιος ὁ Καρδινάλιος Οὑμβέρτος θεώρησε τότε τήν πράξη του ὡς Ἀνάθεμα καί καταδίκη ὁλοκλήρου τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, ὅπως διαπιστώνει καί ὁ πρώην καθηγητής Josef Ratzinger, ὁ μετέπειτα Πάπας Ρώμης Βενέδικτος ΙΣΤ΄, στήν γνωστή ὁμιλία του στό Graz τό 1976, ὁ ὁποῖος μεταξύ ἄλλων τονίζει, ὅτι ὁ Καρδινάλιος Οὑμβέρτος στό ἴδιο κείμενο τοῦ Ἀναθεματισμοῦ, μέ τό ὁποῖο ἀναθεματίζει τόν Πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριο, χαρακτηρίζει τόν Αὐτοκράτορα καί τούς κατοίκους τῆς Κωνσταντινουπόλεως καλούς χριστιανούς (christianissimus), ἄν καί ἡ ἄποψή των γιά τό πρωτεῖο τοῦ Ρώμης δέν διέφερε πολύ ἀπό ἐκείνη τοῦ Πατριάρχου Κηρουλαρίου[4]. Ὁ αὐτοκράτορας μάλιστα ἦταν φιλικός ἀπέναντι στόν Καρδινάλιο, τόν ὁποῖον ἀποχαιρέτισε μέ τιμές καί στόν ὁποῖον ἔδωσε πολύτιμα δῶρα γιά τόν παπικό θρόνο.[5]

Ἐκτός τῶν ἀνωτέρω συζητεῖται πολύ ἔντονα, ὅτι ὁ Ἀναθεματισμός ἐκεῖνος ἦταν ἄκυρος, γιά πολλούς λόγους: 1ον  γιατί ἡ παπική Ἀντιπροσωπεία δέν εἶχε καμμία ἐντολή ἀπό τόν Πάπα νά ἀναθεματίσει κανέναν, ἀλλά νά βελτιώσει τίς σχέσεις Ἀνατολῆς καί Δύσεως καί νά ἐπιτύχει μία συμμαχία μεταξύ τοῦ Πάπα καί τῶν Βυζαντινῶν. Ἀντ’αὐτοῦ ὁδήγησε τήν ἀποστολή αὐτή σέ μιά καταστροφή, διαπιστώνει ὁ Franz Dvornik.[6] Ἄρα ἡ πράξη του μέ τόν Ἀναθεματισμό εὑρίσκετο ἐκτός ἐντολῆς. 2ον. Καί ἐάν εἶχε τέτοια ἐντολή, ὁ Ἀναθεματισμός ἦταν ἄκυρος, διότι ὁ Πάπας, ὁ ἐντολέας, ἦταν ἤδη νεκρός καί τό ἐγνώριζεν ὁ Καρδινάλιος, ὁ ὁποῖος, τονίζει Franz Dvornik, παρά τό ὅτι τό ἐγνώριζε προέβη στήν πράξη αὐτή[7]. Ὑπάρχει ἡ ἄποψη, ὅτι κατά τήν διάρκεια τῆς χηρείας τοῦ παπικοῦ θρόνου ἀδρανεῖ (ruht) τό παπικό πρωτεῖο, διαπιστώνει ὁ ρωμαιοκαθολικός κανονολόγος, καθηγητής τοῦ Πανεπιστημίου τoῦ Graz, Hugo Schwendenwein, παραπέμποντας καί στόν R. Metz.[8] Γιά τόν λόγο αὐτό τοῦ ἄκυρου ἤ ὄχι λόγω θανάτου τοῦ Πάπα διίστανται ὅμως οἱ ἀπόψεις καί μεταξύ τῶν δυτικῶν ἐρευνητῶν.[9]

Ποιά ἦταν ἡ ἄποψη τῶν ρωμαιοκαθολικῶν κατά τήν διάρκεια τῶν ἐργασιῶν τῆς προετοιμασίας τῆς «ἄρσεως» στήν Μικτή Ἐπιτροπή τό 1965; Ἡ ἄποψή των ἦταν, ὅτι δέν ὑφίστατο ἔγκυρον Ἀνάθεμα τοῦ Καρδιναλίου πρός τόν Πατριάρχην καί τούς συνεργάτες του. Γιά τόν λόγο αὐτό διαπιστώνει ὁ «διακεκριμένος ἐπιστήμων Καθολικός ἱερωμένος Μιχαήλ Μακκαρρόνε, μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀναφερόμενος στίς ἐργασίες τῆς μικτῆς προπαρασκευαστικῆς ἐπιτροπῆς», ὅπου ἔλαβε μέρος, τά ἀκόλουθα: «Αἱ ἐντατικαί συνομιλίαι ἐγένοντο μέ πνεῦμα ἐλευθερίας καί εἰλικρινείας, τό ὁποῖον ἐπέτρεψε νά συγκριθοῦν αἱ ἀμοιβαῖαι θέσεις καί νά ἐξετασθοῦν ὅλαι αἱ ἀπόψεις τοῦ ζητήματος συμφώνως πρός τήν ἱστορίαν καί τό Κανονικόν Δίκαιον. Αἱ ἐπιτροπαί δέν ἠθέλησαν νά εἰσέλθουν εἰς τό θέμα τῆς ἀξίας τῶν δύο ἀναθεμάτων διά τοῦτο οὐδέν ἐλέχθη περί ἐπανορθώσεως. Οὐδείς ὡμίλησε περί ἀκυρώσεως ἐν κανονικῇ ἐννοίᾳ, ἡ ὁποία θά προϋπέθετεν ὅτι τά ἀναθέματα θά ἦσαν ἐν ἐνεργείᾳ….»[10] Καί 3ον ἐάν ἀκόμη θά ἴσχυε κάποιος προσωπικός Ἀναθεματισμός, μέ αὐτόνομη καί αὐθαίρετη πρωτοβουλία τοῦ Καρδιναλίου κατά τοῦ Πατριάρχου, βάσει τῆς ρωμαιοκαθολικῆς ἀπόψεως, ἔπαυσε νά ἰσχύει ὁ Ἀναθεματισμός ἐκεῖνος μετά τόν θάνατο τοῦ ἀναθεματισθέντος, διότι αὐτός παραδίδεται στήν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ.[11] Ἄρα, καθώς ἀναφέρει καί ὁ Καρδινάλιος Alfons M. Stickler, ὁ ὁποῖος ἦταν μέλος τῆς ρωμαιοκαθολικῆς ἐπιτροπῆς γιά τήν «ἄρση» τῶν ἀναθεμάτων, ἡ ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία δέν εἶχε τίποτα νά ἄρη, βάσει τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου τῆς Ἐκκλησίας του. «Ἡ Ἐκκλησία δέν ἀσκεῖ δικαιοδοσία σέ νεκρούς[12].» Ἡ Ἐπιτροπή ἐδέχθη παρόλα ταῦτα τήν πρόταση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου γιά τήν «ἄρση»τῶν Ἀναθεμάτων, διότι για τό Πατριαρχεῖο αὐτά ἦσαν ἀκόμη στήν μνήμη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τήν ἐβάρυναν πολύ ἀρνητικά.

Καί στή μία περίπτωση καί τήν ἄλλη καί ἐάν ἀκόμη ἐπρόκειτο περί ἄκυρου Ἀναθεματισμοῦ, ἔχομεν ἀναθεματισμόν μόνον προσωπικόν καί ὄχι μιᾶς Ἐκκλησίας ἐναντίον μιᾶς ἄλλης Ἐκκλησίας. Στήν Κοινή Δήλωση τοῦ Πάπα Παύλου τοῦ ΣΤ΄καί τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρου τῆς 7ης Δεκεμβρίου 1965 γίνεται ἀποδεκτόν καί ἀπό τούς Ἀρχηγούς τῶν δύο Ἐκκλησιῶν τό συμπέρασμα τῶν ἐρευνῶν τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι δηλ. «αἱ καταδίκαι ἀνεφέροντο εἰς τά ὑπ’ ὄψιν πρόσωπα καί οὐχί εἰς Ἐκκλησίας, δέν ἀπεσκόπουν δέ εἰς τήν διακοπήν τῆς Ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μεταξύ τῶν ΘρόνωνΡώμης καί Κωνσταντινουπόλεως.»[13] Ὁ δέ Πάπας Παῦλος ὁ ΣΤ΄χαρακτηρίζει τά γεγονότα τοῦ 1054 στήν Κωνσταντινούπολη ὡς «ἀξιοθρήνητα ἐκεῖνα γεγονότα, ὧν ἕνεκα κατόπιν πολλῶν διχονοιῶν, ἐν ἔτει χιλιοστῷ πεντηκοστῷ τετάρτῳ, ἀνέκυψε σοβαρά διαφορά μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν Ρώμης καί Κωνσταντινουπόλεως…. Τοιαύτη δ’ ἐγένετο ἡ ἐν τῷ προκειμένῳ διαφορά, ὥστε οἱ ληγᾶτοι τοῦ Ποντίφηκος ἐδημοσίευσαν ἀπόφασιν ἀναθέματος κατά τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Μιχαήλ Κηρουλαρίου καί ἑτέρων δύο ἐκκλησιαστικῶν ἀνδρῶν. Οὗτος δέ καί ἡ αὐτοῦ Σύνοδος ἐπετίμησαν ἐκείνους ὁμοιοτρόπως.[14] Δέν χαρακτηρίζει, λοιπόν, ὁ Πάπας τά γεγονότα ἐκεῖνα τοῦ 1054 ὡς σχίσμα, οὔτε ὡς διακοπή τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας, ἀλλά ὡς «ἀξιοθρήνητα γεγονότα» καί ὡς «σοβαράν διαφοράν» μεταξύ Ρώμης καί Κωνσταντινουπόλεως, τ΄΄ον Ἀναθεματισμόν δέ τοῦ Πατριάρχου Μιχαήλ Κηρουλαρίου καί τῆς Συνόδου του κατά τοῦ Καρδιναλίου, ὡς «επιτίμηση» πρός τόν Καρδινάλιο!

Ὁ καθηγητής Βλάσιος Φειδᾶς διαπιστώνει μάλιστα, ὅτι ὁ Πατριάρχης Μιχαήλ Κηρουλάριος δέν ἐθεώρει κἄν τήν ἀντιπροσωπεία αὐτή τοῦ Πάπα Ρώμης ὡς γνήσια, ἀλλά τοῦ προσωπικοῦ του ἐχθροῦ Ἀργυροῦ. Καί τά γράμματα τοῦ Πάπα ἐθεώρει νόθα (PG 120, 741)[15].

D90_28

Ὁ Ἀναθεματισμός τοῦ Πατριάρχου Μιχαήλ Κηρουλαρίου ἀφοροῦσε ὁλόκληρη τήν Δυτική Ἐκκλησία;

Μετά καί ἀφοῦ ἀρνήθηκε ἡ παπική ἀντιπροσωπεία νά ἐπιστρέψει γιά νά ἐξομαλυνθεῖ ἡ σύγκρουση, ἀναθεμάτισε, τρόπον τινά σέ ἄμυνα καί ἡ Ἐνδημοῦσα Σύνοδος ὑπό τήν προεδρίαν τοῦ Πατριάρχου Μιχαήλ Κηρουλαρίου τήν 24η Ἰουλίου, «ἐπιτιμῶσα» τόν Καρδινάλιο καί τούς συγγράψαντες τόν Ἀναθεματισμό, χωρίς ὅμως νά ἀναθεματίσει τόν Πάπα, οὔτε νά θέση ἐκτός κοινωνίας τήν Δυτική Ἐκκλησία, «ἀποφυγοῦσα (ἡ Σύνοδος) νά ἐπεκτείνει ἀμέσως ἤ ἐμμέσως τό ἀνάθεμα καί εἰς τόν πάπαν ἤ νά συντάξῃ πρᾶξιν ἐπισήμου διακοπῆς τῶν σχέσεων τήν ὁποίαν νά κοινοποιήσῃ εἰς τήν Δυτικήν Ἐκκλησίαν, ἀκριβῶς διά νά ἀφεθῇ ἡ θύρα τῆς συνδιαλλαγῆς ἀνοικτή.»[16] Ὁ ἅγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως διαπιστώνει ἐπίσης γιά τόν Ἀναθεματισμό τοῦ Πατριάρχου Κηρουλαρίου κατά τοῦ Καρδιναλίου, ὅτι «οὔτε Οἰκουμενική συνεκροτήθη σύνοδος, οὔτε πολυπληθής ἦτο, οὔτε τόν πάπαν ἀνεθεμάτισεν, οὔτε οἱ πατριάρχαι βεβαιοῦται ὅτι ἐπεψηφίσαντο.»[17] Κατά τόν Βλάσιο Φειδᾶ ὁ Πατριάρχης μάλιστα ἐβιάστηκε μέ τήν καταδικαστική του πράξη καί εἶναι τῆς γνώμης, ὅτι προηγουμένως ἔπρεπε νά ἐπικοινωνήσει μέ τήν Ρώμη, πρᾶγμα τό ὁποῖο δέν ἔπραξε[18].

Οἱ Ἀναθεματισμοί τοῦ 1054 ἀποτελοῦν, ὡς ἐκ τούτου, τό ἀποτέλεσμα μιᾶς ἀποτυχημένης προσπάθειας συμφιλιώσεως καί συμμαχίας μεταξύ Ἀνατολῆς καί Δύσεως.

8ο ΔΣΟΘ_257

Ποιά ἀπήχηση εἶχαν τά Ἀναθέματα στήν Ἀνατολή καί τήν Δύση τότε καί μετά;

Γεγονός παραμένει, ὅτι τά Ἀναθέματα ἐκεῖνα τότε δέν εἶχαν συνειδητοποιηθεῖ ἀπό κανέναν ὡς τελεσίδικη πράξη ὁριστικοῦ σχίσματος μεταξύ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν Ἀνατολῆς καί Δύσεως, ὅπως δείχνουν καί οἱ ἔρευνες. Χαρακτηριστική εἶναι π.χ. ἡ ἀντίδραση τοῦ Πατριάρχου Ἀντιοχείας Πέτρου, ὁ ὁποῖος στήν ἀλληλογραφία του μέ τόν Πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριο συνιστοῦσε μετριοπάθεια πρός τούς Δυτικούς.: «XIV. Καλόν γάρ πρός τό καλοθελές ὁρῶντας ἡμᾶς καί μᾶλλον, ἔνθα μή Θεός ἤ πίστις τό κινδυνευόμενον, νεύειν ἀεί πρός τό εἰρηνικόν τε καί φιλάδελφον, ἀδελφοί γάρ καί ἡμῶν οὗτοι….μέγα γάρ κἄν παρ’ αὐτοῖς ἀσφαλῶς ἡ ζωαρχική τριάς ἀνακηρύττοιτο καί τό τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας κατά τήν ἡμετέραν δόξαν ἀνομολογεῖται μυστήριον.»[19] Ὁ Axel Bayer τονίζει, ὅτι «ἡ ἔρευνα γιά τό ἀνατολικό σχίσμα εἶναι σύμφωνη, ὅτι οἱ ἐκκλησιαστικές ἐντάσεις τοῦ 11ου αἰῶνος δέν ἄλλαξαν τήν πεποίθηση τῶν λαῶν ὅτι ὑπάρχει ἕνας κοινός χριστιανισμός.»[20] Ἐξετάζων δέ στήν μονογραφία του καί τήν στάση τῶν Παπῶν, διαδόχων τοῦ Λέοντος τοῦ Γ΄ καί μέ ἀναφορά καί στόν Georg Denzler, διαπιστώνει, ὅτι «κανείς ἀπό αὐτούς δέν ἀναφερόταν στήν σύγκρουση τοῦ 1054. Σχετικές ἀναφορές γιά τήν ἔναρξη τοῦ σχίσματος παρέμεναν γενικές, χωρίς νά ἀναφερθεῖ κάποια συγκεκριμένη ἡμερομηνία.»[21] Καί οἱ κανονολόγοι τῆς Δύσεως δέν ἀναφέρουν κἄν τά γεγονότα τοῦ 1054. Ἐπίσης διαπιστώνει ὁ Axel Bayer, ὅτι σέ κανένα ντοκουμέντο δέν ἀναφέρεται μάλιστα, ἐάν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Πάπα εἶχαν πληροφορηθεῖ γιά τόν ἀφορισμό τοῦ Πατριάρχου Μιχαήλ Κηρουλαρίου ἐναντίον των.[22] Καί ὁ Καρδινάλιος Alfons M. Stickler διαπιστώνει, ὅτι τόσον στήν Ἀνατολική ὅσον καί στήν Δυτική Ἐκκλησία δέν ὑπῆρχεν ἡ ἄποψη ὅτι μεταξύ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν τό 1054 ἐδημιουργήθη ὁριστικό σχίσμα.[23] Βέβαια κανείς δέν ἀρνεῖται, ὅτι εἶχαν ταραχθεῖ οἱ ἐκκλησιαστικές σχέσεις Ἀνατολῆς καί Δύσεως τήν ἐποχή ἐκείνη.

Ὁ καθηγητής Josef Ratzinger καί μετέπειτα Πάπας παραπέμπει καί στόν γνωστό ὀρθόδοξο θεολόγο, καθηγητή Johannes Meyendorff, ὁ ὁποῖος ἐξέτασε τά κείμενα ἐκεῖνα καί τά τῆς ἄρσεως τῶν Ἀναθεμάτων καί ἔχει καταλήξει στά ἴδια συμπεράσματα, δηλ. ὅτι ἡ πράξη ἐκείνη ἀπό ρωμαϊκῆς σκοπιᾶς δέν εἶχε ἀποκτήσει ποτέ ἐκκλησιαστικο-κανονική ἀξία καί ὅτι τελικά τό ἔτος 1054 δέν δύναται νά χαρακτηρισθῆ ὡς ἔτος τοῦ Σχίσματος.[24] Ὁ Βλάσιος Φειδᾶς ἀναφέρεται καί στή στάση τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Νικολάου τοῦ Γ΄ Γραμματικοῦ, μέ τήν ὁποία καταφαίνεται, ὅτι οἱ Ἀναθεματισμοί τοῦ 1054 δέν εἶχαν εἰσέλθει στή συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας[25].

Ὁπωσδήποτε ὅμως πρέπει νά διαπιστωθῆ, ὅτι καί κατά τούς μετέπειτα αἰῶνες καί πιό συγκεκριμένα σέ ὅλες τίς ἑνωτικές προσπάθειες εἴτε μεμονωμένων θεολόγων, κληρικῶν καί αὐτοκρατόρων, εἴτε συνοδικῶν διαδικασιῶν, ὅπως εἶναι π.χ. οἱ Σύνοδοι Λυῶνος, 1274, καί Φερράρας-Φλωρεντίας, 1438-1439, δέν ἀναφέρθηκαν οἱ Ἀναθεματισμοί αὐτοί τοῦ 1054 ὡς δημιουργοί ὁριστικοῦ Σχίσματος καί ποτέ δέν ἐζητήθη μία τυχόν «ἄρση» αὐτῶν ὡς ὅρος τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας ἤ ὡς ὅρος ἐνάρξεως τῶν διαφόρων θεολογικῶν διαλόγων, οἱ ὁποῖοι ἔγιναν κατά διαστήματα, ὅμως, ὡς γνωστόν, χωρίς θετικά ἀποτελέσματα.

Ἐνδιαφέροντα εἶναι καί ὅσα γράφονται, διορθώνοντας τίς παλαιότερες ἀπόψεις, καί εἰς τό συλλογικόν ἔργο περί τό θέμα τοῦ Σχίσματος τῶν δύο Ἐκκλησιῶν, τό ὁποῖο ἐξέδωσεν ὁ καθηγητής Θεόδωρος Νικολάου μαζί μέ τούς καθηγητές τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Μονάχου, τόν ρωμαιοκαθολικό Peter Neuner καί τόν εὐαγγελικό Gunther Wenz[26]. Ὁ Axel Bayer στήν εἰδική πραγματεία του μέ τόν τίτλο Spaltung der Christenheit. Das sogenannte Morgenländische Schisma von 1054, «Σχίσμα τοῦ Χριστιανισμοῦ. Τό οὕτως ἀποκαλούμενο Ἀνατολικό σχίσμα τοῦ 1054», ὅπου μέ τόν ὑπότιτλο αὐτό καταδεικνύει, ὅτι τό ἔτος 1054, μέ τά δυσάρεστα γεγονότα του, δέν εἶναι δυνατόν νά θεωρεῖται ὡς τό ἔτος τοῦ Σχίσματος τῆς Ἀνατολικῆς καί Δυτικῆς Ἐκκλησίας[27]. Τό βιβλίο αὐτό, τονίζει ὁ Franz Tinnefeld, ἀπέδειξε ὁριστικά, ὅτι τό 1054 ὑπῆρξε μόνον ἕνας σταθμός μεταξύ ἄλλων στήν ἱστορία τῆς ἀμοιβαίας ἀποξενώσεως τῶν δύο Ἐκκλησιῶν[28]. Καί ὁ Johannes Meyendorff χαρακτηρίζει τά γεγονότα τοῦ 1054 ὡς ἕνα ἐπεισόδιο μεταξύ Ρώμης καί Κωνσταντινουπόλεως[29]. Ὁ δέ ρωμαιοκαθολικός θεολόγος, καθηγητής Ernst Christoph Suttner ὁμιλεῖ γιά τόν Μύθο τοῦ Μεγάλου Σχίσματος τοῦ ἔτους 1054.[30] Μέ ἐπίμονη σαφήνεια τονίζει: «Τό 1054 δέν ὑπῆρξεν ἀναθεματισμός τῆς λατινικῆς κατά τῆς ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας καί κανείς ἀναθεματισμός τῆς ἑλληνικῆς κατά τῆς λατινικῆς Ἐκκλησίας. Μόνο σέ μεμονωμένα πρόσωπα ἀναφερόταν οἱ ἀναθεματισμοί.»[31] Καί ὁ Ἀριστείδης Πανώτης συμπεραίνει: «Ἑπομένως σφάλλονται ὅσοι ἀπό ἄγνοιαν ἤ ἀρνητική διάθεσιν ἰσχυρίζονται ὅτι διά τῆς ἐνδημούσης Συνόδου τελεσιδίκως καί ὁριστικῶς ἀπεκόπη ἡ Ρωμαϊκή Ἕδρα τῆς Ὀρθοδοξίας.[32]

Ὀρθῶς, λοιπόν, στήν Κοινή Δήλωση τῆς ἄρσεως τῶν Ἀναθεμάτων αὐτῶν τό 1965 τοποθετοῦνται τά Ἀναθέματα αὐτά μεταξύ τῶν ἀρνητικῶν γεγονότων, τά ὁποῖα προηγήθησαν καί μετά ἀκολούθησαν, «ἅτινα ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν διαφόρων παραγόντων, ἐν οἷς καὶ ἡ ἀμοιβαία ἔλλειψις κατανοήσεως καὶ ἐμπιστοσύνης, ὡδήγησαν τελικῶς εἰς τὴν πλήρη διάσπασιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας»[33].

8ο ΔΣΟΘ_360

Τά Ἀναθέματα τοῦ 1054 δημιούργησαν ὁριστικό Σχίσμα;

Συνεπῶς, ὁπωσδήποτε δέν ἔγινε μέ τούς Ἀναθεματισμούς ἐκείνους τοῦ 1054 τό ὁριστικόν Μέγα Σχίσμα οὕτε μεταξύ τῶν Θρόνων Ρώμης καί Κωνσταντινουπόλεως, ἀλλά προφανῶς καί κατ’ ἐπέκτασιν, οὔτε καί μεταξύ τῆς καθόλου Ἀνατολικῆς καί τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας ὡσάν πρίν ἀπό τό 1054 νά ὑπῆρχε πλήρης ἐκκλησιαστική κοινωνία καί μετά τό 1054 δηλ. τό δῆθεν μέγα καί ὁριστικόν σχίσμα, πλήρης διακοπή τῆς κοινωνίας καί πλήρης ἀπόρριψη καί τῆς ἐκκλησιαστικότητας ἑκατέρωθεν. Ἡ ἱστορική αὐτή πραγματικότητα πρέπει νά συνειδητοποιηθεῖ καί νά μήν χαρακτηρίζονται πλέον τά λυπηρά ἐκεῖνα γεγονότα τοῦ 1054 ὡς τό Μέγα ἤ τό ὁριστικό Σχίσμα μεταξύ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν, διότι ἁπλά δέν ἀνταποκρίνεται πρός τήν ἱστορική πραγματικότητα. Ἀπαιτεῖται, λοιπόν καί διόρθωση τῆς γλώσσας καί τῆς διατυπώσεως τῶν γεγονότων αὐτῶν καί στά συγγράμματα τά διδακτικά, ἀλλά καί σέ ὅλες τίς ἀναφορές γιά τά γεγονότα ἐκεῖνα σέ ἱστορικά ἤ καί σέ ἐπιστημονικά κείμενα καί ὁμιλίες. Ἑπομένως καί ὁ χωρισμός τῶν περιόδων τῆς Ἐκκλησιαστικῆς μας ἱστορίας μέ βάσει τό ἔτος 1054 μέ τόν χαρακτηρισμό «πρό τοῦ μεγάλου σχίσματος» καί «μετά τό μεγάλο σχίσμα» ἐξυπακούεται ὅτι δέν ἀνταποκρίνεται πρός τήν ἱστορικήν πραγματικότητα καί θά πρέπει νά διορθωθεῖ.

Ἐπίσης εἶναι ἀνάγκη νά σταματήσουν οἱ φανατικά ἐπηρεασμένες ἀπολογητικές καί πολεμικές ἑρμηνεῖες, καθώς ἐπίσης καί οἱ παραπληροφορήσεις, οἱ ὁποῖες παρατείνουν καί ἐμπεδώνουν τήν ἀρνητική αὐτή ἄποψη καί ἑδραιώνουν τήν ἀκοινωνησία. Καί τίθεται τό ἐρώτημα:

8ο ΔΣΟΘ_791

Ποιός εἶναι ὁ χρόνος τοῦ ὁριστικοῦ Μεγάλου Σχίσματος τῶν δύο Ἐκκλησιῶν; Ὑπάρχει συγκεκριμένη ἀναμφισβήτητη ἡμερομηνία, ἤ συγκεκριμένο γεγονός;

Καθώς φαίνεται ἀπό τίς ἔρευνες καί τήν ἱστορική πραγματικότητα τῶν σχέσεων Ἀνατολῆς καί Δύσεως, τό Μεγάλο αὐτό Σχίσμα δέν ἔγινε σέ μιά συγκεκριμένη στιγμή, οὔτε σέ μιά συγκεκριμένη ἡμερομηνία, γιά ἕνα συγκεκριμένο γεγονός, ἤ μέ μιά συγκεκριμένη νομοκανονική ἤ γενικώτερα ἐκκλησιαστική πράξη. Οὔτε τό 1054, ἀλλά οὔτε καί κάποια ἄλλη ἡμερομηνία μέ τόσο ἀπὀλυτο χαρακτῆρα. Ἀντιθέτως διαπιστώνεται, ὅτι ἡ ἀποξένωση τῶν δύο Ἐκκλησιῶν ἔγινε βαθμηδόν καί κατ’ ὀλίγον[34] σέ διάστημα ὄχι μόνο πολλῶν ἐτῶν, ἀλλά θά μποροῦσε νά λεχθῆ πολλῶν αἰώνων καί μάλιστα ὄχι μέ τόν ἴδιο τρόπο καί γιά τούς ἴδιους λόγους. Εἶναι δηλαδή γνωστόν καί ἱστορικά ἀναντίρρητον, ὅτι καί πρίν ἀπό τό 1054, δηλ. κατά τήν διάρκεια τῆς πρώτης χιλιετίας, δέν ὑπῆρχε πλήρης καί ἀδιάκοπος ἐκκλησιαστική ἀγάπη καί μυστηριακή κοινωνία τῶν Ἐκκλησιῶν Ἀνατολῆς καί Δύσεως, ἀλλά ἀρκετά ἐκκλησιαστικά προβλήματα καί διακοπή τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας.[35] Ὅμως καί πάλιν ἀποκαθίστατο ἡ ἐκκλησιαστική κοινωνία. Π.χ. κατά τήν ἐποχή τοῦ ἁγίου Φωτίου καί τοῦ Πάπα Ρώμης Νικολάου ὑπῆρξεν ὀξεία διάσταση καί διακοπή τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας Ἀνατολικῆς καί Δυτικῆς Ἐκκλησίας, ὅμως ἀποκαταστήθηκε ἡ πλήρης κοινωνία μάλιστα μέ συνοδική πράξη στήν ἑνωτική Σύνοδο τοῦ 879-880, στήν Κωνσταντινούπολη, ὑπό τήν προεδρία τοῦ Ἁγίου Φωτίου καί μέ τήν συμμετοχή καί συμφωνία τῶν παπικῶν ἀπεσταλμένων καί ἀποδοχή ἀπό τόν ἴδιο τόν Πάπα. Ὁ Πατριάρχης Φώτιος ἀπέθανε σέ πλήρη κοινωνία μέ τήν Δυτική Ἐκκλησία. Ἡ Σύνοδος αὐτή πρέπει νά ἀναγνωρισθεῖ ἀπό κοινοῦ καί ἀπό τήν Ἀνατολική, ἀλλά καί ἀπό τήν Δυτική Ἐκκλησία ὡς ἡ 8η Οἰκουμενική Σύνοδος τῶν Ἐκκλησιῶν μας. Ἄρα ἡ ἑνωτική αὐτή Σύνοδος δέν ἦταν «ἀντιπαπική» καί προφανῶς οὔτε καδίκασε τήν Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία!

Τό σύνολο τῆς κατά διαστήματα διακοπῆς τῆς κοινωνίας μεταξύ τῆς Ἀνατολικῆς καί Δυτικῆς Ἐκκλησίας κατά τήν πρώτη χιλιετία ἀνέρχεται, βάσει ἱστορικῶν ἐρευνῶν, σέ πάνω ἀπό 200 ἔτη, καθώς συμπεραίνουν δυτικοί καί ἀνατολικοί ἐρευνητές.[36]

Καί μετά τό 1054 δέν δημιουργήθηκε πλήρης καί ἀπόλυτη διακοπή τῆς ἐκκλησιαστικῆς καί μυστηριακῆς κοινωνίας μεταξύ Ἀνατολῆς καί Δύσεως. Ὑπάρχουν ἀδιαμφισβήτητα ἱστορικά γεγονότα καί πλεῖστες ὅσες περιπτώσεις πραγματοποιήσεως ἐκκλησιαστικῆς καί μυστηριακῆς κοινωνίας, τίς ὁποῖες θά ἔπρεπε νά ἐπαναφέρομε στήν μνήμη μας. Γιά τήν κατάσταση στά Ἱεροσόλυμα τήν ἐποχή μάλιστα τῶν Σταυροφόρων ἀναφέρει ὁ Χρυσόστομος Παπαδόπουλος τά ἑξῆς: «…ἀλλ’ ἐπειδή, καθ’ ὅν χρόνον ἐγκαθιδρύθησαν ἐν Ἱερουσαλήμ οἱ σταυτοφόροι, παρά τά ἐν Κ/πόλει συμβάντα τοῦ 1054, δέν εἶχε παντελῶς διακοπῆ ἡ ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μεταξύ Ἑλλήνων καί λατίνων, οἱ Ἕλληνες τῆς Ἱερουσαλήμ, κατά λατινικάς εἰδήσεις, συμπροσηύχοντο, ἐνίοτε, ἐν τῷ Ναῷ τῆς Ἀναστάσεως, ἄλλως τε ἐν αὐτῷ, κατά τάς αὐτάς εἰδήσεις, τ’ ἀναγνώσματα τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἐγίνοντο κατ’ ἀρχάς λατινιστί, ὑπό λατίνου, ὕστερον δ’ ἑλληνιστί, ὑπό ἕλληνος ἱερέως, χάριν τοῦ λαοῦ…»[37]

Οἱ διαπιστώσεις αὐτές ἔχουν μεγάλη σημασία τόσο γιά τήν ἑρμηνεία τῶν γεγονότων τότε, δηλαδή γιά τό τί συνέβη μέ τούς Ἀναθεματισμούς ἐκείνους τό 1054, ἀλλά καί τί ἐπετεύχθη μέ τήν «ἄρση» τῶν παλαιῶν αὐτῶν Ἀναθεμάτων τό 1965.

Διαπιστώνομε, λοιπόν, ἀλληλουχία γεγονότων θετικῶν ἤ ἀρνητικῶν, τά ὁποῖα ὁπωσδήποτε ἐπηρέαζαν καί τίς ἐκκλησιαστικές σχέσεις, ἀκόμη καί τήν ἀναγνώριση τοῦ βαπτίσματος ἤ ὄχι καί γενικώτερα τῶν Μυστηρίων ἑκατέρωθεν. Ὅμως, παρόλα ταῦτα, δέν ἔχαναν οἱ χριστιανοί τό συναίσθημα καί τήν πεποίθηση, ὅτι ἀνήκουν στήν ἴδια Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἔστω καί ἐάν εὑρίσκοντο σέ διάσταση, ἤ πολεμική, ἤ διακοπή τῆς κοινωνίας, ὅπως συμβαίνει πολλές φορές καί σέ μία οἰκογένεια μέ δραματικές συνέπειες, χωρίς νά ἐξαφανίζεται ἡ ἐξ αἵματος συγγένεια. Εἶναι ἀναγκαία, ἡ λεπτομερής καί ἀκριβής ἔρευνα καί ἔκθεση τῆς κοινῆς μας διαχρονικῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας τῶν σχέσεων τῶν Ἐκκλησιῶν μας, τῶν θετικῶν, ἀλλά καί τῶν ἀρνητικῶν γεγονότων κάτω ἀπό αὐτό τό πρῖσμα μέχρι καί σήμερα.

Καί τά δραματικά γεγονότα τῶν Σταυροφοριῶν μέ τά θλιβερά ἀποτελέσματα τῆς 4ης Σταυροφορίας τοῦ 1204 ἔπαιξαν μάλιστα πολύ πιό ἀρνητικό ρόλο γιά τήν ἀποξένωση τῶν δύο Ἐκκλησιῶν, ἀπό ὅτι τά λυπηρά γεγονότα τοῦ 1054. Ἡ δημιουργία τῆς διπλῆς ἱεραρχίας, μέ τήν τοποθέτηση τοῦ Λατίνου Πατριάρχου στήν Κωνσταντινούπολη, ἐνῶ ὁ γνήσιος Πατριάρχης ἦταν ἐξόριστος, καί ἡ τοποθέτηση μιᾶς λατινικῆς Ἱεραρχίας ἀπό τόν Πάπα Ἰννοκέντιο τόν Γ΄ σέ ὅλες τίς ἀνατολικές περιοχές, ὅπου εἶχαν ἐγκατασταθεῖ οἱ σταυροφόροι, μέ τίς διοικητικές γνωστές ἀξιώσεις κυριαρχίας καί ἐπιβολῆς μέ τόν ὅρκον ὑπακοῆς τῶν ἐντοπίων κληρικῶν εἰς τόν λατῖνο ἐπίσκοπο, ἀποτελεῖ κύριον σταθμόν ἀποξενώσεως καί ἐσωτερικοῦ τραυματισμοῦ, ὁ ὁποῖος δέν ἔχει ἐπουλωθεῖ μέχρι σήμερα.[38] Μέ τά γεγονότα αὐτά ὅμως δέν καθιερώθηκε θεολογικά ἤ ἐκκλησιαστικοκανονικά τό ὁριστικό Σχίσμα. Ἀκόμα καί γιά τήν ἀνώμαλη ἀντικανονική ἐξέλιξη τῶν Σταυροφοριῶν καί κυρίως τῆς 4ης, θεωρεῖ ὁ καθηγητής Erns Christoph Suttner, ὅτι καί μέ τήν τοποθέτηση τῶν Λατίνων ἐπισκόπων δέν ἀμφισβητήθηκε ἡ ἐκκλησιολογική ταυτότητα τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, οὔτε τό ἔγκυρον τῶν Μυστηρίων της καί συγκεκριμένα τοῦ Μυστηρίου Ἱερωσύνης, ἐφὀσον οἱ κληρικοί παρέμεναν στίς θέσεις των καί στίς ἐνορίες των μόνον μέ Λατῖνο ἐπίσκοπο, ὅ ὁποῖος ἦταν ἁρμόδιος γιά Ἕλληνες καί Λατίνους.[39]

Ἐκτός τούτου μέ τήν ἐντολή καί ἄδεια ὀρθοδόξων ἐπισκόπων ἀνελάμβαναν καί ἀργότερα δυτικοί κληρικοί καί ἐκκλησιαστικά διακονήματα καί γιά τούς ὀρθοδόξους, π.χ. ἱεροκηρύκων, ἐξομολόγων κ.λπ.

Ἀπό τό ἄλλο μέρος ἡ γενικώτερη θεολογική καί ἐκκλησιολογική ἐξέλιξη στήν Δυτική Ἐκκλησία ἐμεγένθυνε βαθμηδόν τήν ἀποξένωση τῶν δύο κόσμων, ἡ ὁποία κατάληξε στήν ἀκοινωνησία καί στό βιούμενο Μέγα Σχῖσμα.

Καί ὁ Πάπας Ρώμης Παῦλος ΣΤ΄ὁμολόγησεν, ὅτι ἡ Σύνοδος τῆς Λυῶνος τό 1274 γιά τήν ἀποκατάσταση τῆς ἑνότητος ἦταν ἐκ τῶν προτέρων καταδικασμένη σέ ἀποτυχία, διότι ἐκεῖ, χωρίς γνήσιο καί εἰλικρινῆ θεολογικό Διάλογο, ἔγινε ἡ προσπάθεια ἀπό τούς Δυτικούς νά ἐπιβάλουν στούς Ἀνατολικούς μονόπλευρα τίς ἐκκλησιολογικές των θέσεις, οἱ ὁποῖες εἶχαν ἐξελιχθεῖ στήν Δύση[40]. Καί ἡ Σύνοδος τῆς Φερράρας-Φλωρεντίας τό 1438-1439 κατέληξε τελικά, γιά διάφορους

λόγους, σέ ἀποτυχία καί παρέμεινε στή συνείδηση τῶν ὀρθοδόξων μέχρι σήμερα ὡς ψευδοσύνοδος[41]. Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος μάλιστα μεταφέρει τό σχίσμα τῶν δύο Ἐκκλησιῶν ἀκριβῶς στό γεγονός τῆς Συνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας τό 1438-1439.[42] Ὅμως στήν Σύνοδο ἐκείνη συμμετεῖχαν οἱ ἀνατολικοί καί οἱ δυτικοί συνοδικοί ὡς ἰσότιμα μέλη τῆς Ἀνατολικῆς καί Δυτικῆς Ἐκκλησίας καί διεξήχθη πράγματι σοβαρός Θεολογικός Διάλογος, στόν ὁποῖο τό μεγαλύτερο βάρος ἐσήκωσε στούς ὡμους του ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός. Δυστυχῶς χωρίς ἀποτελέσματα.Ὅμως: Ἡ Σύνοδος ἐκείνη ὑπῆρξεν μία «κοινή Σύνοδος», παρά τό ὅτι καί τότε, ὅπως καί τόν 19ο καί 20ο αἰῶνα μεταξύ τῶν Λατίνων καί τῶν Ἑλλήνων ἐντός τῆς Ἐκκλησίας ὑπῆρχαν βαθειά ἀποξένωση καί σοβαρές δογματικές διαφορές.

Ἡ ριζική ἀλλαγή τοῦ 20 αἰῶνα στίς σχέσεις τῶν δύο Ἐκκλησιῶν συνίσταται πράγματι σέ μιά ριζική ἀποξένωση καί ἀλλοτρίωση οὕτως ὥστε τότε, τόν 15ο αἰῶνα μποροῦσε νά πραγματοποιηθεῖ μιά κοινή Σύνοδος, παρά τίς ὑπάρχουσες διαφορές, ἐνῶ π.χ. στήν Β΄ Βατικανή Σύνοδο δέν μποροῦσαν νά συμμετέχουν καί ὀρθόδοξοι ἐπίσκοποι καί νά πραγματοποιήσουν μιά κοινή Σύνοδο, διαπιστώνει ὁ Ernst Christoph Suttner.[43] Καί συμπληρώνω καί ἐγώ, ἀσφαλῶς οὔτε θά μποροῦσε αὐτό νά συμβεῖ καί στήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στήν Κρήτη τό 2016, παρά τό ὅτι μεταξύ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν δέν ὑπάρχει ἐπίσημη καταδίκη. Γιά τόν λόγο αὐτό διερωτᾶτο καί ὁ Καθηγητής Γεώργιος Γαλίτης, τί θά κάνομε μέ τήν Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία ὅταν θά συγκαλέσει ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μία Πανορθόδοξη Σύνοδο;[44]

Τό 1553, ἄρχισε ἡ Ρώμη νά ἐφαρμόζει τήν θεωρία τῆς ὑποταγῆς τῶν ἐκπτώτων σχισματικῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Ἀνατολῆς[45]. Ἐξελίσσεται καί κυριαρχεῖ πλέον ἡ ἐκκλησιολογική καί σωτηριολογική ἀποκλειστικότητα καί μοναδικότητα τῆς Δυτικῆς καί πιό συγκεκριμένα τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας[46]. Τό 1622 ἱδρύεται ἡ Congregatio de Propaganda Fidei, μέ τήν ἐντολή τῆς ἱεραποστολῆς καί στήν Ἀνατολή καί τήν ἐπίτευξη τῆς ἐπιστροφῆς τῶν πεπτωκότων στή δῆθεν μοναδική καί πραγματική Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ γιά νά μπορέσουν νά τύχουν τῆς σωτηρίας των.[47] Τήν 5η Ἰουλίου τοῦ 1729 ἀπαγόρευσε ἡ Congregatio de Propaganda Fidei, ὄχι ὁ Πάπας, κάθε λειτουργική καί μυστηριακή κοινωνία μέ τούς Ὀρθοδόξους(Mansi 46, 99-104). Ἀποτελεῖ αὐτή ἡ ἀπαγόρευση τήν πραγματοποίηση τοῦ ὁριστικοῦ σχίσματος; Ἡ ἀντίδραση τῶν Ὀρθοδόξων πραγματοποιήθηκε 20 χρόνια ἀργότερα τό 1755 μέ τήν συνοδική ἀπόφαση τῆς μή ἀναγνωρίσεως τῶν Μυστηρίων τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας. Ὁ καθηγητής Ernst Christoph Suttner διαπιστώνει, ὅτι μόλις ἀπό τόν 18ο αἰῶνα ἀρχίζουν οἱ Ἐκκλησίες μας νά θεωροῦν ἑαυτές ὡς τίς μοναδικές Ἐκκλησίες τοῦ Χριστοῦ, μόνον καί ἀποκλειστικά ἐντός τῶν ὁποίων εἶναι δυνατή σωτηρία, ἐνῶ ἀρνοῦντο καί τήν ἐκκλησιαστικότητα τῆς ἄλλης ἑκατέρωθεν.[48] Μέχρι σήμερα ἀναγνωρίζεται τό Βάπτισμά των καί δέν ἐπαναλαβάνεται ὅταν ρωμαιοκαθολικοί ἐπιθυμοῦν νά γίνουν μέλη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἄρα ἀναγνωρίζεται τό Βάπτισμα αὐτῶν καί ἄλλα Μυστήρια. Ἐπ’ αὐτοῦ ἀπήντησε ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας τό 1903 στήν Ἐγκύκλιο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τοῦ 1902, τά ἑξῆς: «Πιστεύομεν ἐπί τήν εἰλικρίνειαν τῆς πίστεως αὐτῶν ( δηλ. τῶν Λατίνων καί τῶν διαμαρτυρομένων) εἰς τήν παναγίαν καί ζωαρχικήν Τριάδα, διό καί δεχόμεθα τό βάπτισμα τούτων τε καί ἐκείνων.» Γιά τήν ἀναγνώριση τῆς ἱερωσύνης καί τῆς ἀποστολικῆς Διαδοχῆς ἀνάφερε: «Τιμῶμεν τήν ἀποστολικήν διαδοχήν τῆς λατινικῆς ἱεραρχίας καί τούς εἰς τήν ἡμετέραν Ἐκκλησίαν ἐρχομένους ἐξ αὐτῆς κληρικούς παραδεχόμεθα ἐν τῷ ὅν φέρουσι βαθμῷ (ὡς παραδεχόμεθα καί τούς Ἀρμενίους, Κόπτας, Νεστοριανούς κλπ. τούς μή ἀπολέσαντας τήν ἀποστολικήν διαδοχήν).»[49] Οὐδείς λόγος περί αἱρέσεων! Καί ἡ Ἐκκλησία Μαυροβουνίου ἔδωσε ἀκριβῶς τήν ἴδια ἀπάντηση.[50] Τοῦτο σημαίνει, ὅτι ἡ πίστη στήν Ἁγία Τριάδα καί τό Βάπτισμα εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀποτελοῦν τό κύριο συστατικό στοιχεῖο τῆς ἀποκτήσεως τῆς χριστιανικῆς ταυτότητος ὑπαρξιακά καί ὄχι ἐπιφανειακά, δημιουργεῖται ἡ προϋπόθεση τῆς «ἐνδύσεως τοῦ Χριστοῦ» καί τῆς εἰσόδου στήν χριστιανική οἰκογένεια. Οἱ βαπτισθέντες χριστιανοί καθίστανται ὅμαιμοι. Καί εῑναι γνωστόν, ὅτι ἡ ἐξ αἵματος συγγένεια μιᾶς οἰκογενείας δέν καταστρέφεται σέ ὁποιαδήποτε δραματική καί ὀδυνηρά ἐξέλιξη καταντήσουν οἱ σχέσεις τῶν μελῶν της, ἀκόμη καί μέ φόνους! Τό 1969 ἀποφάσισε ἐπίσης ἡ Σύνοδος τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας καί ἐπέτρεψε τήν Μυστηριακή κοινωνία μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς, ἀπόφαση, τήν ὁποία ἀργότερα ἀνακάλεσε. Πάντως ἐπίσημη καταδίκη τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας δέν ὑπάρχει, καθώς τονίζουν ὁ καθηγητής Γεώργιος Γαλίτης καί Βλάσιος Φειδᾶς, ὁ ὁποῖος ἐπί λέξει τονίζει: «…οἱ ρωμαιοκαθολικοί, οἱ παλαιοκαθολικοί, οἱ ἀγγλικανοί καί οἱ προτεστάντες δέν ἔχουν καταδικασθεῖ ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας δι’ ἐπισήμου ἐκκλησιαστικῆς πράξεως ὡς αἱρετικοί, κατά προφανή ἐφαρμογήν τῆς ἀρχῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς οἰκονομίας καί ἐπ’ ἐλπίδι ἀποκαταστάσεως τῆς μετ’ αὐτῶν ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας, διό καί εἶναι ἀβάσιμοι οἱ ὑπό τινων ἀποδιδόμενοι εἰς αὐτούς χαρακτηρισμοί ὡς αἱρετικῶν, ἀφοῦ μόνον ἡ Ἐκκλησία δύναται νά χαρακτηρίζει δι’ ἐπισήμου ἐκκλησιαστικῆς πράξεως τά ἐκτός τῶν ὁρίων αὐτῆς χριστιανικά σώματα ὡς αἱρετικά ἤ ὡς σχισματικά.»[51] Τοῦτο σημαίνει, ὅτι ἡ πίστη στήν Ἁγία Τριάδα καί τό Βάπτισμα εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀποτελοῦν τό κύριο συστατικό στοιχεῖο τῆς ἀποκτήσεως τῆς χριστιανικῆς ταυτότητος ὑπαρξιακά καί ὄχι ἐπιφανειακά, δημιουργεῖται ἡ προϋπόθεση τῆς «ἐνδύσεως τοῦ Χριστοῦ» καί τῆς εἰσόδου στήν χριστιανική οἰκογένεια. Οἱ βαπτισθέντες χριστιανοί καθίστανται ὅμαιμοι. Καί εῑναι γνωστόν, ὅτι ἡ ἐξ αἵματος συγγένεια μιᾶς οἰκογενείας δέν καταστρέφεται σέ ὁποιαδήποτε δραματική καί ὀδυνηρά ἐξέλιξη καταντήσουν οἱ σχέσεις τῶν μελῶν της, ἀκόμη καί μέ φόνους!

Καί ἡ Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία δέν ἔχει καταδικάσει ἤ ἀναθεματίσει τήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία. Ἀπεναντίας ἡ Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία μέ τήν Β΄ Βατικανή Σύνοδο ἀναγνωρίζει τήν ἐκκλησιαστικότητα καθώς ἐπίσης καί τά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας. Τέλος πρέπει νά ἐπανεξετασθεῖ, ἐάν καί κατά πόσον σήμερα εἶναι δυνατόν νά χρησιμοποιοῦνται γενικά καί ἀδιάκριτα οἱ ὅροι αἵρεσις καί σχίσμα. Θεωρῶ ὅτι εἶναι ἀναγκαῖο καί δυνατόν νά ἀναθεωρήσομε τήν χρήση τῶν ὅρων αὐτῶν[52] καί νά χρησιμοποιοῦμε τόν χαρακτηρισμό ἑτερόδοξοι ἀδελφοί ἤ ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες, ἤ ἀκόμα καί τόν χαρακτηρισμό ἑτερόδοξες ἀδελφές Ἐκκλησίες, ἐφ’ ὅσον τά κοινά σημεῖα τῆς πίστεώς μας εἶναι πολύ περισσότερα ἀπό τίς διαφορές μας ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι σήμερα, οἱ ὁποῖες βέβαια διαφορές εἶναι σοβαρές καί πρέπει ἀπό κοινοῦ νά λυθοῦν. Ἐκτός τούτου τόν χαρακτηρισμό γιά τούς ἑτροδόξους «ἀδελφοί» καί «Ἐκκλησίες», ἤ καί «ἀδελφές ἐκκλησίες» ἔχουν χρησιμοποιήσει ἀρκετοί ὀρθόδοξοι Θεολόγοι, ἀρκετοί Ἰεράρχες καί ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας, Πανορθόδοξες Διασκέψεις, ἀλλά καί ἄλλες Ὀρθόδοξες Σύνοδοι καί τῆς Β΄ χιλιετίας, τίς ὁποῖες δέν θέλω ἐδῶ νά ἐπαναλάβω.[53]

8ο ΔΣΟΘ_361

Β) Ἡ «ἄρση» τῶν Ἀναθεμάτων καί ἡ σημασία της

Τήν 7ην Δεκεμβρίου 1965 ἔγινε ἡ ἐπίσημη τελετή τῆς «ἄρσεως» τῶν Ἀναθεμάτων συγχρόνως στό Βατικανό καί στό Φανάρι, ὅπου εὑρισκόταν οἱ Ἀντιπροσωπεῖες τῶν δύο Ἐκκλησιῶν μέ ἐνθουσιασμό καί δάκρυα στά μάτια.

Μετά τά ἀνωτέρω διερωτᾶται ὅμως κανείς, ποιά εἶναι ἡ σημασία τῆς «ἄρσεως» τῶν Ἀναθεμάτων; Πολλοί ἀνέμεναν τήν «ἄρση» καί τοῦ σχίσματος καί τήν ἀποκατάσταση τῆς πλήρους κοινωνίας. Τοῦτο προφανῶς δέν μποροῦσε οὔτε καί προβλεπόταν νά γίνει, διότι μέ τά Ἀναθέματα ἐκεῖνα δέν εἶχε δημιουργηθεῖ τό Σχίσμα. Ὅμως μέ τήν πρωτοβουλία αὐτή ἐκ μέρους τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου,[54] καί μέ τήν σύμφωνη ἐνέργεια καί τῆς Παλαιᾶς Ρώμης, ἐπραγματοποιήθη ἕνα τολμηρό βῆμα, τό ὁποῖο ἐδημιούργησε μιά νέα κατάσταση ἐκκινήσεως καί προόδου τῆς ἐπανασυναντήσεως καί ἐπαναδελφοποιήσεως τῶν δύο Ἐκκλησιῶν. Ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Χαλκηδόνος Μελίτων τονίζει στήν ὁμιλία του πρός τόν Πάπα Παῦλο τόν ΣΤ΄ τήν 7η Δεκεμβρίου 1965 στήν Ρώμη, ὅτι οἱ δύο Θρόνοι προέβησαν σ’ αὐτήν τήν πράξη «καταργοῦντες τό ἀπ’αὐτῶν προελθόν ἀνάθεμα, τό σύμβολο τοῦτο τοῦ σχίσματος, καί ἀντ’ αὐτοῦ ὑψοῦντες τήν ἀγάπην, σύμβολον τῆς ἐπανασυναντήσεως αὐτῶν.»[55] Τά Ἀναθέματα λοιπόν ἐκεῖνα εἶχαν γίνει πράγματι τό σύμβολο τοῦ σχίσματος, ὅπως τά ἐχαρακτήριζε καί ὁ Καθηγητής Joseph Ratzinger, ὁ μετέπειτα Πάπας Βενέδικτος ὁ ΙΣΤ΄, ὁ ὁποῖος διαπιστώνει, ὅτι ἡ πράξη αὐτή τῆς «ἄρσεως» τῶν Ἀναθεμάτων ἀποσκοποῦσε στήν ἀποκατάσταση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀγάπης μεταξύ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν.[56]

Ὁ τελικός σκοπός τῆς ἄρσεως αὐτῆς, καθώς ἐπίσης καί τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου γενικώτερα διατυπώνεται στήν Κοινή Δήλωση τοῦ Πάπα Παύλου τοῦ ΣΤ΄ καί τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρου τῆς 7ης Δεκεμβρίου 1965, δηλ. τῆς ἡμέρας τῆς «ἄρσεως» τῶν Ἀναθεμάτων: «…Ὁ Πάπας Παῦλος ὁ ΣΤ΄ καί ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας ὁ Α΄ μετά τῆς περί αὐτόν Συνόδου … Πραγματοποιοῦντες τήν χειρονομίαν ταύτην ἐλπίζουσιν, οὐχ ἦττον, ὅτι αὕτη ἔσται εὐάρεστος τῷ Θεῷ, ἑτοίμῳ ἵνα ἀφήσῃ ὅταν ἀφίεμεν ἀλλήλοις, καί ἐκτιμηθήσεται αὕτη ὑφ’ ὁλοκλήρου τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου, ἀλλ’ ἰδίᾳ ὑπό τοῦ συνόλου τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί ὡς πρόσκλησις πρός ἐπιδίωξιν, ἐν πνεύματι ἀμοιβαίας ἐμπιστοσύνης, ἐκτιμήσεως καί ἀγάπης, τοῦ διαλόγου, ὅστις ὁδηγήσει αὐτάς, Θεοῦ εὐδοκοῦντος, ἵνα ἐπαναβιώσωσιν, ἐπί μείζονι ὠφελείᾳ τῶν ψυχῶν καί πρός ἔλευσιν τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τήν πλήρη κοινωνίαν τῆς πίστεως, τῆς ἀδελφικῆς ὁμονοίας καί τῆς μυστηριακῆς ζωῆς, ἥτις ὑφίστατο μεταξύ αὐτῶν διαρκούσης τῆς πρώτης χιλιετηρίδος τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας.»[57]

Διαπιστώνομε, λοιπόν, ὅτι δέν πρόκειται πρώτιστα περί ἄρσεως ἤ ἀπαλείψεως ἤ ἀκυρώσεως ἑκατέρωθεν νομικῆς ἐκκλησιαστικῆς καταδίκης τῶν δύο Ἐκκλησιῶν, πρᾶγμα, τό ὁποῖον τότε δέν εἶχε συμβεῖ, ἀλλά περί δημιουργίας μιᾶς νέας ἐποχῆς τῆς καταλλαγῆς, τῆς ἀγάπης καί τῆς ποικιλοτρόπως βελτιώσεως τῶν ἀδελφικῶν σχέσεων, μέχρι καί τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς κοινῆς πίστεως καί τῆς μυστηριακῆς κοινωνίας τῶν δύο Ἐκκλησιῶν, ἡ ὁποία τό γε νῦν ἔχει διακοπεῖ καί εὑρισκόμεθα σέ κατάσταση ἀκοινωνησίας.[58] Ὁ Εὐάγγελος Θεοδώρου ἀξιολογώντας τήν «ἄρση» τῶν Ἀναθεμάτων στήν ὁμιλία του στό Graz τόν Ἰανουάριο τοῦ 1976. 10 χρόνια μετά τήν ἄρση τῶν Ἀναθεμάτων, διεπίστωσε τά ἑξῆς: «Κατά τήν προσωπική μου ἄποψη, μέ τήν πανηγυρική ἄρση τῶν Ἀναθεμάτων ἀποκατεστάθη δυνάμει ἡ πλήρης ἐκκλησιαστική κοινωνία μεταξύ τῆς Ὀρθοδόξου καί τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας. Μετά τήν ἀποκατάσταση τῆς ἀγάπης δέν ὑφίσταται οὐσιαστικός χωρισμός μεταξύ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν. Γιά τό λόγο αὐτό στό πλαίσιο τῆς νομίμου πλουραλιστικῆς ἑνότητος δέν ὑπάρχει κανένα ποιοτικό καί ἀντικειμενικό ἐμπόδιο γιά τήν μυστηριακή κοινωνία, τό ὁποῖον δέν εἶναι δυνατόν νά λυθεῖ.»[59] Καί ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Αὐστραλίας Στυλιανός τονίζει ὅτι «τό γεγονός αὐτό τῆς ἄρσεως τῆς Ἀναθεμάτων ἀποτελεῖ πράγματι θεολογικῶς καί ἐκκλησιολογικῶςτό ὕψιστο σημεῖο τοῦ Διαλόγου τῆς ἀγάπης.»[60]

Ἀλλά καί ἐάν ἀκόμη ἐθεωρεῖτο, ὅτι μέ τά Ἀναθέματα ἐκεῖνα τοῦ 1054 ὑπῆρχεν ἑκατέρωθεν νομοκανονική καταδίκη, μέ τήν «ἄρση» αὐτή τῶν Ἀναθεμάτων ἐξέλιπεν καί ἡ πράξις αὐτή, χωρίς βεβαίως νά ἀποκατασταθεῖ αὐτομάτως καί ἡ πλήρης μυστηριακή κοινωνία, διότι ὡς ἐλέχθη, μέ τά Ἀναθέματα ἐκεῖνα δέν διακόπηκε ἡ κοινωνία,. Ἀλλά καί ἐάν ὑπῆρχεν κανονικόν θέμα, διεπίστωσε ὁ Βλάσιος Φειδᾶς, ὅτι μέ τήν ἄρση αὐτή τῶν Ἀναθεμάτων ἤρθησαν τά κανονικά πλαίσια τῆς καταδίκης καί εὑρισκόμεθα πλέον σέ μία κατάσταση ἀκοινωνησίας μέχρι νά λυθοῦν καί οἱ ὑπάρχουσες δογματικές καί ἄλλες διαφορές.[61]

Ἐνδιαφέρον εἶναι ἐπίσης νά ἀναφερθεῖ, ὅτι ἔγινε ἀποδεκτός, ἑκατέρωθεν, καί ὁ τρόπος τῆς «ἄρσεως» αὐτῆς, δηλ. καί οἱ δύο Ἐκκλησίες ἀνεγνώρισαν ὡς ἰσοδύναμες καί ἔγκυρες τίς ἰδικές των διοικητικές δομές, «κατά τήν παράδοσιν καί τά ἔθιμα ἑκάστης»,[62] χωρίς νά ἀπαιτήσει ἡ μία ἀπό τήν ἄλλη κάτι τό ἰδιαίτερο, ἤ νά θέσει ὅρους γιά τήν διαδικασία τῆς ἐπιδιωκομένης πράξεως. Ἀπό τήν πλευράν της ἡ Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία ἐνεργεῖ διά τοῦ Πάπα, τό δέ Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον διά τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου μετά τῆς Συνόδου τοῦ Πατριαρχείου.

Συμπερασματικά μπορεῖ νά λεχθεῖ, ὅτι ὅποιον χαρακτῆρα, καί ἐάν εἶχαν τά Ἀναθέματα ἐκεῖνα τοῦ 1054, νομικόν ἤ ἐκκλησιαστικοκανονικόν χαρακτῆρα, μέ τήν κοινή αὐτή ἐπίσημη Πράξη τῶν δύο Ἐκκλησιῶν τῆς «ἄρσεώς» των, ἤρθησαν «ἀπό τῆς μνήμης καί ἐκ τοῦ μέσου τῆς Ἐκκλησίας» καί ἔπαυσαν πλέον νά θεωροῦνται «ὡς κώλυμα εἰς τήν ἐν ἀγάπῃ προσέγγισιν»[63] των Ἐκκλησιῶν μας. Ἀπομακρύνθηκε καί διεγράφη ἀπό τήν μνήμη καί τό μέσον τῆς Ἐκκλησίας κάθε ἴχνος ἀπό τά λυπηρά ἐκεῖνα γεγονότα τοῦ 1054 καί ἐάν ἀκόμη στή συνείδηση τῶν πιστῶν εἶχαν δημιουργήσει προβλήματα καί τείχη χωρισμοῦ. Οὔτε νομοκανονικόν σχίσμα, οὔτε ἐκκλησιολογική καταδίκη, οὔτε ἀποκοπή ἀπό τήν μυστηριακή κοινωνία τῶν δύο Ἐκκλησιῶν συνέβησαν τό 1054. Παρόλα ταῦτα, ὅλα τά δυσάρεστα γεγονότα ἐκεῖνα τοῦ 1054 παρεδόθησαν οἰκειοθελῶς καί ἐπισήμως καί ἀπό τίς δύο Ἐκκλησίες τήν 7ην Δεκεμβρίου 1965 στήν λήθη.

Τήν μεγίστην καί ἱστορικήν σημασίαν τῆς «ἄρσεως» τῶν Ἀναθεμάτων ἐκφράζουν πολύ ἔντονα καί οἱ ἑορτασμοί τῆς 10ετίας μετά τήν ἄρση τῶν Ἀναθεμάτων, οἱ ὁποῖοι ἔγιναν στήν Ρώμη, στήν Κωνσντινούπολη, στό Graz τῆς Αὐστρίας καί ἀλλαχοῦ. Τό ἀποκορύφωμα τῆς συνειδητοποιήσεως τῆς ἀλλαγῆς τῆς ἱστορίας, ἀπό τήν πολεμικήν πρός τήν ἀγάπην καί ἀναμφισβήτητη ἐπικύρωση τῆς εἰλικρινείας τοῦ Πάπα τῆς νέας στάσεως τῆς ‘Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας ὑπῆρξεν ὁ ἀσπασμός τῶν ποδῶν τοῦ Μητροπολίτου Χαλκηδόνος Μελίτωνος ἀπό τόν Πάπα Παῦλο τόν ΣΤ΄ στήν Σιξτίνεια Καπέλλα τήν 14η Δεκεμβρίου τοῦ 1975. Ἴσως μέ τήν χειρονομία του αὐτή ὁ Πάπας Παῦλος διόρθωσε τήν ἀπαίτηση τοῦ Πάπα Εὐγενίου τοῦ Δ΄, ὁ ὁποῖος ἀπαίτησε ἀπό τόν Πατριάρχη Ἰωσήφ τόν Β΄ τό 1438, εὑρισκόμενον ἤδη στήν Βενετία, ὅταν ἀφιχθεῖ στήν Φερράρα νά τοῦ ἀσπασθεῖ τόν πόδα καί βεβαίως τότε ἀρνήθηκε διαρρήδηνὁ Πατριάρχης, τονίσας: «Οὐκ ὀφείλω ἐγώ τοιοῦτον ἀσπασμόν, ἀλλ’ ἐπειδή ἀδελφοί ἐσμέν, δεῖ περιπτύξασθαι καί ἀσπάσασθαι ἀλλήλους ἀδελφικῶς.»[64]

Καί τίθεται τό ἐρώτημα: Τί συνέβη ὅμως μετά ταῦτα, μετά τήν «ἄρσιν» τῶν Ἀναθεμάτων; Ποιές εἶναι οἱ πραγματικές συνέπειες; Ἔχομε συνειδητοποιήσει αὐτήν τήν νέα πραγματικότητα; Ἔχομεν πράξει στίς Ἐκκλησίες μας ὅλα ἐκεῖνα ὅσα εἶναι ἀναγκαῖα γιά τήν σωστή πληροφόρηση τοῦ ποιμνίου μας καί γιά τήν πραγματοποίηση τοῦ ἀναμενομένου καί ἐπιδιωκομένου σκοποῦ, ὅπως τόν διετύπωσεν ὁ Πάπας Παῦλος ὁ ΣΤ΄καί ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Ἀθηναγόρας τότε στήν μνημονευθεῖσα Κοινή Δήλωσή των; Καί ποιοί ἔχουν καθῆκον καί εὐθύνην γιά τόν σκοπό αὐτό;

8ο ΔΣΟΘ_548

Ἡ Κοινή Διακήρυξη τοῦ Πάπα Βενεδίκτου ΙΣΤ΄ μέ τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαῖο

Τό ἐρώτημα αὐτό ἐπανῆλθε στήν ἄμεση ἐπικαιρότητα καί κατά τήν ἐπίσκεψη τοῦ Πάπα Βενεδίκτου τοῦ ΙΣΤ΄ στό Οἰκουμενικόn Πατριαρχεῖο, τήν 29η καί 30ή Νοεμβρίου 2006. Σχετικά μέ τήν ἄρση τῶν ἀναθεμάτων ἐτόνισαν ἀπό κοινοῦ ὁ Πάπας Βενέδικτος καί ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαῖος στήν Κοινή Διακήρυξή των τά ἑξῆς: «Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς σχέσεις μεταξὺ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης καὶ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, δὲν δυνάμεθα νὰ λησμονήσωμεν τὴν ἐπίσημον ἐκκλησιαστικὴν πρᾶξιν, δι’ ἧς παρεδόθησαν εἰς τὴν λήθην τὰ παλαιὰ ἀναθέματα, τὰ ὁποῖα ἐπηρέασαν ἀνὰ τοὺς αἰῶνας τὰς σχέσεις τῶν Ἐκκλησιῶν ἡμῶν κατὰ τρόπον ἀρνητικόν. Δὲν ἠντλήσαμεν εἰσέτι ἐκ τῆς πράξεως ταύτης πάσας τὰς θετικὰς συνεπείας, αἵτινες δύνανται νὰ προκύψουν ἐξ αὐτῆς διὰ τὴν πορείαν ἡμῶν πρὸς τὴν πλήρη ἑνότητα, πρὸς ἣν καλεῖται ἡ Μικτὴ Ἐπιτροπὴ τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου ὅπως προσφέρῃ μίαν σημαντικὴν συμβολήν. Προτρεπόμεθα τοὺς πιστοὺς ἡμῶν νὰ ἀναλάβουν ἐνεργὸν ρόλον εἰς τὴν διαδικασίαν ταύτην διὰ τῆς προσευχῆς καὶ διὰ σημαντικῶν ἐνεργειῶν.»

Δυστυχῶς ὅμως μέχρι καί σήμερα δέν ἔχουν πραγματοποιηθεῖ οἱ ἀπαραίτητες ἐνέργειες πρός τόν σκοπόν αὐτόν.

Καί ἀκριβῶς στό σημεῖο αὐτό ἐπιβάλλεται τό καθῆκον καί τῶν ἁρμοδίων διδασκάλων καί καθηγητῶν τῶν Θεολογικῶν μας Σχολῶν, ὅπως ἀφοῦ συνειδητοποιήσουν οἱ ἴδιοι τό γεγονός καί τή βαρύτητα τοῦ γεγονότος αὐτοῦ, ἐνημερώσουν καταλλήλως ὅλους τούς ὑφισταμένους των καί ὅλους τούς διδασκομένους των γιά νά ἐπιτευχθῆ ὄχι μόνο μία ἀντικειμενική καί πλήρης ἐνημέρωση, ἀλλά καί παρότρυνση πρός γενική συνειδητοποίηση (Rezeptio) καί συγκεκριμένες ἐνέργειες μέ σοβαρότητα καί συνέπειες. Καί τό σημερινό συνέδριο ἀποτελεῖ μιά πολύτιμη συμβολή πρός τόν σκοπό αὐτό.

2ον ) Παπικόν πρωτεῖον

Ἡ πλήρης κοινωνία δέν εἶναι δυνατόν, λοιπόν, νά πραγματοποιηθεῖ, ἐάν δέν λυθοῦν καί τά σοβαρά δογματικά καί ἄλλα προβλήματα, τά ὁποῖα ἀκόμη ὑπάρχουν. Καί ἀναμφιβόλως ἕνα ἀπό τά δυσκολώτερα εἶναι καί τό πρωτεῖο ἐξουσίας τοῦ Πάπα Ρώμης.

Γιά τόν λόγο αὐτό ἐπιθυμῶ ἐδῶ νά ἀναφέρω ἀκροθιγῶς τό πρόβλημα αὐτό καί πῶς τό ἀντιμετωπίζουν ὁ Πάπας Παῦλος ὁ ΣΤ΄ καί ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Ἀθηναγόρας. Ὑπάρχουν θετικές προοπτικές καί ἐξελίξεις;

Τό θέμα εἶναι εὐρύτατο καί πολύπλοκο.[65] Σήμερα καί τώρα θά ἀναφερθῶ μόνο στήν ἐπίσκεψη τοῦ Πάπα Παύλου τοῦ Στ’ στήν Κωνσταντινούπολη τήν 25η Ἰουλίου 1967, διότι θέλω νά ὑπενθυμίσω ὅσα ἐλέχθησαν γιά τό πρωτεῖο ἐξουσίας τοῦ Πάπα Ρώμης ἐκεῖ καί τότε καί τά ὁποῖα ἀποδεικνύουν 1ον ὅτι ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Ἀθηναγόρας ἦταν πιστός τηρητής τῆς ὀρθοδόξου διδασκαλίας καί παραδόσεως καί ὅτι ἔλεγε μέ θάρρος καί τόλμη τή γνώμη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας γιά τό πρωτεῖο τοῦ Ἑπισκόπου Ρώμης εὐθέως καί μπροστά στούς Πάπες καί 2ον ὅτι ὁ Πάπας Παῦλος ὁ ΣΤ΄, ἔκανε ἐκεῖ στήν Κωνσταντινούπολη τήν ἴδια ἡμέρα ἐνώπιον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου καί ἐνώπιον ὁλοκλήρου τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου μία βαρυσήμαντη πρόταση γιά τήν λύση τοῦ προβλήματος, ἡ ὁποία δυστυχῶς δέν ἔχει ἀξιολογηθεῖ ὅσον θά ἔπρεπε γιά νά λυθεῖ τό ἀκανθῶδες αὐτό πρόβλημα.

Ἡ πρώτη ἐπίσκεψη ἑνός Πάπα στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο μετά ἀπό αἰῶνες ἀποξενώσεως (25 Ἰουλίου 1967)

Ὁ Πάπας ἐπισκέφθηκε σκόπιμα πρῶτος τόν Οἰκουμενικόν Πατριάρχη Ἀθηναγόρα στήν Κωνσντινούπολη γιά νά τοῦ δώσει τή δυνατότητα νά πραγματοποιήσει τήν ἤδη γνωστή του ἐπιθυμία, δηλ. νά ἐπισκεφθεῖ τόν Πάπα στή Ρώμη ὡς ἀντεπίσκεψη. Καί μέ τήν ἀπόφαση αὐτή ὁ Πάπας δέν τηρεῖ, ἀλλά ὑπερβαίνει τό πρωτόκολλο! Πρωτεύει τό θέμα τῆς καταλλαγῆς καί τῆς ἑνότητος μέ τήν Ὀρθοδοξία καί γιά τόν σκοπό αὐτό πρέπει νά εὑρίσκονται καί νέοι ἄβατοι, ἀλλά χρήσιμοι δρόμοι. Τό ἴδιο ἔτος, τό 1967, εἶχε ὁμολογήσει δημόσια ὁ Πάπας Παῦλος ὁ Στ΄ στή Ρώμη, ὅτι τό Παπικό πρωτεῖο εἶναι τό μεγαλύτερο ἐμπόδιο στήν πορεία πρός τήν ἑνότητα τῶν Ἐκκλησιῶν.[66] Ἐάν, λοιπον, ἀξιολογηθοῦν τά κείμενα τῆς συναντήσεως αὐτῆς σωστά καί ἐάν χρησιμοποιηθοῦν κατάλληλα καί ἀπό τίς Ἐπιτροπές τοῦ ἐπισήμου Θεολογικοῦ Διαλόγου, θά εἶναι ἡ συμβολή των πολύ θετική, διότι τά κείμενα καί τῶν δύο Ἀρχηγῶν τῶν δύο Ἐκκλησιῶν δείχνουν πνεῦμα ἀλληλοσεβασμοῦ καί ἀλληλοεκτιμήσεως, χωρίς τάσεις ὑπεροχῆς καί ἐπιβολῆς ἰσχύος, ἐξαρτήσεως καί ὑποταγῆς.

Ὁ σκοπός τῆς ἐπισκέψεως τοῦ Πάπα διατυπώνεται σέ ἕνα Μήνυμα πρός τόν Πατριάρχην Ἀθηναγόραν, τό ὁποῖον ἐπέδόθη στόν Πατριάρχη πρός τῆς ἐπισκέψεως τοῦ Πάπα. Ὁ σκοπός ἦταν: «ἵνα ἐνισχύσῃ τούς δεσμούς τῆς πίστεως, τῆς ἀγάπης καί τῆς φιλίας» πού συνδέουν τόν Πάπα καί τόν Πατριάρχη. Γιά τόν λόγο αὐτό προτείνει ἐπίσης ὁ Πάπας νά ἀρχίσει ἡ μελέτη γιά τόν τρόπο ἀποκαταστάσεως τῆς «πλήρους κοινωνίας μεταξύ τῆς Ὀρθοδόξου καί τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ὑπό τήν καθοδήγησιν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἐν τῇ προθέσει πραγματοποιήσεως τῆς ἐντολῆς τοῦ Χριστοῦ περί τῆς ἀγάπης ἐν τῇ ἑνότητι καί τῇ ἀληθείᾳ». Διαπιστώνομε, ὅτι ὁ Πάπας δέν ὁμιλεῖ πλέον περί «ἐπιστροφῆς» τῶν Ὀρθοδόξων στήν Καθολική Ἐκκλησία, οὕτε περί τῆς δημιουργίας μιᾶς ποίμνης ὑπό τόν ἕνα ποιμένα, ὑπό τήν ἡγεσίαν τοῦ Πάπα. Ἡ πλήρης ἑνότης θά γίνει ἐν ἀγάπῃ καί ἂληθείᾳ.

Ἐπίσης ἔχομε καί ἕνα τελείως νέο στοιχεῖο γιά τόν τρόπο καί τή μέθοδο, πού πρέπει νά ἀκολουθηθοῦν γιά τήν πραγματοποίηση τῆς θελήσεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ πρός ἀποκατάσταση τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος. Ὁ Πάπας δέν ἀπαιτεῖ, δέν ὑπαγορεύει οὔτε κἄν ὑπονοεῖ τόν τρόπο, οὔτε θέτει ὅρους: «Παρακαλεῖ ὅθεν τόν Πατριάρχην Ἀθηναγόραν, ἵνα εὐαρεστηθῇ καί ὑποδείξῃ Αὐτῷ ποῖοι εἶναι, κατά τήν γνώμην Αὐτοῦ, οἱ καλλίτεροι τρόποι, ἵνα καταντήσωμεν ἐν πιστότητι πρός ἕνα σκοπόν τόσον δυσχερῆ, ἀλλά ἁγιώτατον.» Ἀναμένει, λοιπόν, ὁ Πάπας καί παρακαλεῖ τόν Οἰκουμενικόν Πατριάρχην Ἀθηναγόρα γιά τίς προτάσεις καί τίς συμβουλές του, μέ ποιό τρόπο θά ἐπιτευχθεῖ ἡ ἑνότητα, χωρίς καμμία προκατάληψη ἤ προαπόφαση γιά τήν πορεία αὐτή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Διαλόγου.[67]. Ἡ ἐπιθυμία, λοιπόν, τοῦ Πάπα εἶναι ξεκάθαρη, καθώς ἐπίσης καί ὁ σκοπός: Ἡ ἀποκατάσταση τῆς πλήρους κοινωνίας τῶν Ἐκκλησιῶν μας ἐν ἀγάπῃ καί ἀληθείᾳ. Αὐτό τό ἐπαναλαμβάνει ὁ Πάπας καί ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Ἀθηναγόρας συνεχῶς, ἄνευ περισπασμῶν καί μέ τήν ἔντονη ἐπιθυμία πρός ἀποκατάσταση τῆς πλήρους κοινωνίας στό ἀποκορύφωμά της καί στήν πληρότητά της μέ τό ἐπιθυμητό συλλείτουργο, τό ὁποῖο τελικά καί δυστυχῶς δέν πραγματοποιήθηκε.

Η ἐπίσκεψη τοῦ Πάπα Παύλου τοῦ ΣΤ΄ πραγματοποιήθηκε τήν 25η Ἰουλίου 1967. Μετά τήν ὑποδοχή στό ἀεροδρόμιο, ὁ Πάπας μεταβαίνει στήν Ἁγία Σοφία, ὅπου γονατιστός προσεύχεται καί ἐκφράζει τήν εὐχή: «Θά ἔπρεπε ὁ ναός αὐτός νά ξαναγίνει αὐτό πού ἦταν.»[68] Τό ἀπόγευμα τῆς ἴδια ἡμέρας μεταβαίνουν στό Φανάρι, τήν ἕδρα τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Πατριαρχείου, στόν ἱερό Ναό τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ὅπου τελεῖται Δοξολογία. Ἐκεῖ ὁ Διάκος ἀναφωνεῖ, μεταξύ ἄλλων: «Ἔτι δεόμεθα ὑπέρ τοῦ Ἁγιωτάτου Πάπα Ρώμης καί τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καί Πατριάρχου ἡμῶν…» Μετά τήν Δοξολογία  καί τό «Πάτερ ἡμῶν» ἀπό κοινοῦ, ἀκολούθησαν οἱ ὁμιλίες.
8ο ΔΣΟΘ_334

Ἡ ὁμιλία τοῦ Πάπα Παύλου τοῦ ΣΤ΄στήν Κωνσταντινούπολη

Ὁ Πάπας προσφωνεῖ: «Ἀδελφέ, λίαν ἀγαπητέ ἐν Χριστῷ». Τονίζει, ὅτι καί τώρα εὑρίσκεται στήν Κωνσταντινούπολη ὡς προσκυνητής στούς χώρους ἐκείνους, ὅπου συγκλήθηκαν καί οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι καί «ἔδωσαν εἰς τήν πίστιν ἡμῶν ἔκφρασιν, ἧς ὁ πλοῦτος καί τό περιεχόμενον, καί ἐν ταῖς ἡμέραις ἡμῶν εἰσέτι, τροφοδοτοῦσιν ἁπάντων τῶν χριστιανῶν τήν πίστιν καί τήν ἐν ἀγάπῃ θεώρησιν.» Ὁ τονισμός τῆς μεγίστης σημασίας τῶν τεσσάρων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, Νικαία, Κωνσταντινουπόλεως, Ἐφέσου καί Χαλκηδόνος, γιά τό περιεχόμενον τῆς πίστεως ὅλων τῶν χριστιανῶν μέχρι καί σήμερον, ἀποτελεῖ ἐπίσης μίαν ἀναγνώριση καί ἐκτίμηση καί τοῦ συνοδικοῦ θεσμοῦ τῆς κοινῆς μας Ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας, ἀλλά καί τῆς σημασίας των ἀποφάσεων τῶν Συνόδων ἐκείνων γιά τό περιεχόμενον τῆς κοινῆς μας πίστεως μέχρι σήμερον.

Μέ ἐκφράσεις πίστεως, ἐλπίδος καί ἀγάπης ἐκφράζει ὁ Πάπας Παῦλος τόν ἐνθουσιασμόν του καί τήν ἱκανοποίησίν του γιά τήν ἐκ νέου συνάντησή του μέ τόν Οἰκουμενικόν Πατριάρχην Ἀθηναγόραν καί διαπιστώνει μέ ἐνθουσιασμόν, ὅτι διά τοῦ τρόπου αὐτοῦ τῆς ἐν ἀγάπη συναντήσεώς μας «ἀνακαλύπτομεν ἔτι μᾶλλον τήν βαθεῖαν ταυτότητα τῆς ἡμετέρας πίστεως, τά δέ σημεῖα, ἐφ’ ὧν εἰσέτι διϊστάμεθα, δέν πρέπεπι νά ἐμποδίσωσιν ἡμᾶς, ἵνα ἀντιληφθῶμεν τήν βαθεῖαν ταύτην ἑνότητα.» Στα βασικά σημεῖα τῆς πίστεως ἀπαιτεῖται ἑνότης, χωρίς ὅμως νά παρεμποδίζεται καί ἡ πολυμορφία στήν ἔκφραση καί στήν ποιμαντική τῆς αὐτῆς πίστεως, ὡς ἔπραξαν καί μεγάλοι καί ἅγιοι Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας μας, ὡς εἶναι ὁ ἅγιος Ἰλάριος, ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος, ὁ Μέγας Βασίλειος καί ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, τούς ὁποίους ἀναφέρει ὁ Πάπας, γνωρίζων τήνν ὀρθήν πατερικήν παράδοσιν. Ἐπί λέξει τονίζει ὁ Πάπας: «Ἐάν ἡ ἑνότης πίστεως ἀπαιτεῖται διά τήν πλήρη κοινωνίαν, ἡ ποικιλία τῶν ἐθίμων δέν ἀποτελεῖ ἐμπόδιον δι’ αὐτήν.» Ἡ ἀρχή αὐτή ἀποτελεῖ καί τήν ἄποψη καί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας ἀπό τήν ἐποχή τῶν μεγάλων Πατέρων μέχρι σήμερα.[69] Ἄλλωστε αὐτό συμφωνήθηκε καί ἀποφασίσθηκε καί στήν Σύνοδο τῆς Κωνσταντινουπόλεως τό 879/880 ὑπό τήν προεδρία τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Φωτίου καί μέ τήν σύμφωνον γνώμην καί τοῦ Πάπα Ρώμης Νικολάου. Ἀναγκαία προϋπόθεση τῆς πλήρους κοινωνίας, χωρίς καμμία ἀμφιβολία, εἶναι ἡ: Ἑνότης πίστεως! Τόν ὅρον αὐτόν «ἑνότης πίστεως ἐν ἀγάπῃ», τόν τονίζουν συνεχῶς καί οἱ δύο Ἀρχηγοί τῶν Ἐκκλησιῶν μας γιά νά μήν ὑπάρξει καμμία παρεξήγηση, ὅτι δῆθεν ἐπιθυμοῦν τήν ἀποκατάση τῆς κοινωνίας χωρίς τήν ἑνότητα τῆς πίστεως, ἤ μέ ὑποβιβασμό καί ἔκπτωση τῆς πίστεώς μας.

Τί ἀνέφερεν ὅμως ὁ Πάπας Παῦλος ὁ ΣΤ΄συγκεκριμένα γιά τό θέμα, τό ὁποῖο ἐδῶ μᾶς ἐνιαφέρει ἄμεσα, δηλ. γιά τό παπικό πρωτεῖον ἐξουσίας;

Στήν ὁμιλία ἐκείνη διαπιστώνομεν, ὅτι ὁ Πάπας εἶναι ἀνυπόμονος γιά τήν προώθηση ὅλων τῶν μέσων πρός πραγματοποίηση τῆς πλήρους κοινωνίας.

Στή συνέχεια προτρέπει ὁ Πάπας τούς Ἀρχηγούς καί τίς Ἱεραρχίες τῶν δύο Ἐκκλησιῶν νά πράξουν τά πάντα γιά νά ἐπισπεύσουν τήν ἡμέρα τῆς πλήρους κοινωνίας. Καί γνωρίζει ὁ Πάπας, τό εἶχε δηλώσει ἄλλωστε ἐισήμως, ὅτι ἡ ἀπαίτηση τοῦ παγκοσμίου πρωτείου ἐξουσίας ἐκ μέρους τοῦ Πάπα εἶναι τό μεγαλύτερο ἐμπόδιο γιά τήν ἀποκατάσταση τῆς κοινωνίας. Γιά τόν λόγο αὐτό καί μέ κάθε εἰλικρίνεια καί τόλμη διατυπώνει μία πρόταση διορθωτική ὡς πρός τίς δικαιοδοσίες τῶν Ἀρχηγῶν καί τῶν Ἱεραρχιῶν τῶν δύο Ἐκκλησιῶν, ἡ ὁποία δυστυχῶς ἔμεινεν ἐν πολλοῖς ἀπαρατήρητος: «Ὀφείλουσιν οὗτοι (δηλ. οἱ Ἀρχηγοί καί οἱ Ἰεράρχες τῶν δύο Ἐκκλησιῶν) νά πράξωσι τοῦτο, (δηλ. νά προχωρήσουν πρός ἀποκατάσταση τῆς πλήρους κοινωνίας, πῶς;) ἀναγνωρίζοντες καί σεβόμενοι ἀλλήλους ὡς ποιμένας τῆς ἐμπεπιστευμένης εἰς αὐτούς μερίδος τοῦ ποιμνίου τοῦ Χριστοῦ, μεριμνῶντες περί τῆς συνοχῆς καί τῆς αὐξήσεως τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ καί ἀποφεύγοντες πᾶν ὅ,τι θά ἠδύνατο νά διασκορπίσῃ αὐτόν ἤ νά ἐπιφέρῃ σύγχυσιν εἰς τάς τάξεις αὐτοῦ.» Ὁ Πάπας εἶναι εὐθύς καί σαφής. Ἀπορρίπτει τό παγκόσμιον πρωτεῖον ἐξουσίας καί προτείνει ποιμαντικήν εὐθύνη γιά τήν ἐμπεπιστευμένη μερίδα τοῦ ποιμνίου τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Πάπας ὁμιλεῖ μέ βάση τίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί τή δομή τῆς Ἐκκλησίας σέ συγκεκριμένες αὐτόνομες διοικητικές περιοχές, σέ συγκεκριμένες «μερίδες τοῦ ποιμνίου τοῦ Χριστοῦ.» Κανείς ὑπερτονισμός, λοιπόν, καί καμμία ἀναφορά σέ κάποιο ἀποκλειστικό καί παγκόσμιο πρωτεῖον ἐξουσίας τοῦ Πάπα γιά ὁλόκληρη τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καί καμμία ἀπαίτηση γιά ὑποταγή καί ὑπακοή ὡς ὅρων γιά τήν πραγματοποίηση τῆς πλήρους κοινωνίας! Οἱ ἀπαιτήσεις αὐτές ἀνήκουν στό παρελθόν, στήν σκοτεινή περίοδο τῶν σχέσεων τῶν δύο Ἐκκλησιῶν μας. Ἡ νέα διατύπωση τοῦ Πάπα εἶναι σαφέστατη καί ἀπό ὀρθοδόξου πλευρᾶς ἀποδεκτή. «Ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ ζωτικός χῶρος, ὁ ἀπαραίτητος διά τήν αὔξησιν τῆς πίστεως καί ἡ ἐν τῇ πίστει κοινωνία εἶναι ὁ ὅρος τῆς πλήρους ἐκδηλώσεως τῆς ἀγάπης, τῆς ἐκφραζομένης ἐν τῇ συλλειτουργίᾳ.» Αὐτοί εἶναι οἱ ὅροι, τούς ὁποίους θέτει καί ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία. Ὡς κύριος σκοπός παραμένει ἡ ἐκπλήρωση τοῦ θελήματος Αὐτοῦ, «εἰς ὅ πάντα τά λοιπά δέον ὅπως ὑπαχθῶσιν ἤ θυσιασθῶσιν.»[70] Ποιά εῑναι αὐτά τά «λοιπά πάντα», τά ὁποῖα πρέπει νά ὑπαχθῶσιν καί νά θυσιασθῶσιν» στόν κοινό σκοπό τῆς πλήρους κοινωνίας; Ὁ Πάπας εἶναι σαφέστατος: ἀσφαλῶς ἀναφέρεται καί στήν ἀπαίτηση γιά τό παγκόσμιο πρωτεῖο ἐξουσίας. Μάλιστα ὁ ἴδιος ὁ Πάπας Παῦλος ὁ ΣΤ΄σέ ἄλλη περίπτωση προέβη στήν διαφοροποίση τῶν Συνόδων τῆς Ἐκκλησίας του: Ἀπό τό 1974 δέν ὁμιλεῖ πλέον γιά 21 Οἰκουμενικές Συνόδους τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά γιά τίς κοινές Οἰκουμενικές Συνόδους τῆς πρώτης χιλιετίας καί γιά τίς Γενικές Συνόδους τῆς Δύσεως, δηλ. τῆς Ἐκκλησίας του. Ἡ διαφοροποίηση αὐτή ἔχει τεράστιες ἐκκλησιολογικές συνέπειες, ἀλλά καί πιό συγκεκριμένα καί γιά τό παγκόσμιο πρωτεῖο ἐξουσίας τοῦ Πάπα, ἐφ’ ὅσον ἡ διαφοροποίηση αὐτή ἀφορᾶ καί τήν Α΄ Βατικανή Σύνοδο, στήν ὁποία ἀποφασίσθηκε τό Δόγμα τοῦ Παπικοῦ Πρωτείου καί ἀλαθήτου. Ρωμαιοκαθολικοί θεολόγοι διαπιστώνουν, ὅτι μετά ἀπό αὐτήν τήν διαφοροποίηση τοῦ Πάπα Παύλου τοῦ ΣΤ¨εἶναι ἀναγκαία καί ἡ ἐπανεξέταση τοῦ χαρακτῆρα ὅλων τῶν Συνόδων τῆς δευτέρας χιλιετίας τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας καί τῶν ἀποφάσεών των καί πιό συγκεκριμένα καί τῆς Α΄ Βατικανῆς Συνόδου, ἡ ὁποία μᾶς ἀφορᾶ ἐδῶ ἄμεσα λόγω τοῦ Παπικοῦ πρωτείου.[71]

Γιατί δέν γνωστοποιοῦνται ἀρκούντως, γιατί δέν ἀξιολογοῦνται ὅσον πρέπει καί δέν ἐφαρμόζονται αὐτές οἱ συγκεκριμένες προτάσεις τοῦ Πάπα Παύλου τοῦ ΣΤ΄ ἀπό τούς ἁρμόδιους καί ἀπό τίς ἁρμόδιες Ἐπιτροπές; Ἐάν βέβαια θέλομε πράγματι τήν ἀποκατάσταση τῆς πλήρους ἑνότητος καί κοινωνίας τῶν Ἐκκλησιῶν μας! Ἀπολογητικές τοποθετήσεις καί περίπλοκες διοργανωτικές κινήσεις καί ἐκκλησιαστικοπολιτικές προσπάθειες ἀπό ὁρισμένους καί ἀπό ὁρισμένες Ἐκκλησίες, ἀκόμα καί στό πλαίσιο τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου, δέν ὠφελοῦν κανένα, ἀλλά ζημιώνουν καί παρεμποδίζουν τήν πρόοδον καί ἐπιβραδύνουν τήν πορείαν πρός τόν τελικόν σκοπόν τῆς πλήρους κοινωνίας. Ἐπίσης νομίζω, ὅτι δέν χρειάζονται ἄλλες ἔρευνες περί τό θέμα τῆς θέσεως καί τοῦ ρόλου τοῦ Πάπα στήν καθόλου Ἐκκλησία. Ἔχουν ἐρευνηθεῖ τά πάντα καί ἀπό ὅλες τίς πλευρές. Ἔχουν γραφεῖ τόσα πολλά, ὥστε εἶναι ἀδύνατον ἀκόμη καί νά συγκεντρώσομε τήν ὑπάρχουσα βιβλιογραφία γιά τό θέμα αὐτό, τό ὁποῖο ἔχομε κάνει τόσο πολύπλοκο. Ἀπαιτεῖται μόνον καί ἀπό τίς δύο πλευρές ἀποδοχή τῶν ὁρίων τῆς ποιμαντικῆς εὐθύνης καί ἐξουσίας εἰς τό μέρος τοῦ ποιμνίου τῆς Ἐκκλησίας, ἐφ’ ᾧ ἐτάχθη ἕκαστος. Καί ἐπ’ αὐτοῦ ἔχει ὁ Πάπας Παῦλος ὁ Στ’ ἀπόλυτα δίκαιον: ἐφ’ ᾧ ἐτάχθη ἕκαστος. Γιά τά κοινά προβλήματα ὑπάρχει ὁ ἀρχαιότατος συνοδικός θεσμός.

Καί οἱ Διάδοχοι τοῦ Πάπα Παύλου τοῦ ΣΤ΄ Ἰωάννης Παῦλος ὁ Β΄, Βενέδικτος ὁ ΙΣΤ καί ὁ Φραγκῖσκος γνωρίζουν τό μέγα πρόβλημα τοῦ παπικοῦ πρωτείου καί ἔχουν δηλώσει ὅτι πρέπει νά ἐξετασθεῖ αὐτό ἀπό κοινοῦ, σέ οἰκουμενική συνεργασία γιά νά βρεθεῖ λύση, τήν ὁποία θά ἀποδέχεται καί ἡ μία καί ἡ ἄλλη πλευρά. Πρέπει νά ἐνισχυθεῖ ὁ συνοδικός θεσμός στήν Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία γιά νά διευκολυνθεῖ περισσότερο ἡ προώθηση τῶν σχέσεων μέ τήν Ὀρθόδοξοξη Ἐκκλησία, ἐτόνισεν ὁ νῦν Πάπας Φραγκῖσκος. Ὅλα αὐτά χρήζουν πράγματι συγκεκριμένης μελέτης, ἀλλά καί σταδιακῆς ἐφαρμογῆς στήν ζωή τῶν Ἐκκλησιῶν μας, γιά νά μήν παραμένουν μόνον ἐλπιδοφόρα λόγια.[72]

Ἡ ἀντιφώνηση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρου

Ἡ ὁμιλία τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρου χαρακτηρίζεται ἀπό τό ἴδιο πνεῦμα ἀγάπης καί καταλλαγῆς, ἀλλά καί δίδει συγκεκριμένες ἀπαντήσεις στά συγκεκριμένα σημεῖα τῆς ὁμιλίας τοῦ Πάπα: «Ἁγιώτατε καί λίαν ἀγαπητέ ἐν Χριστῷ ἀδελφέ» εἶναι καί ἡ προσφώνηση τοῦ Πατριάρχου. Οἱ διμερεῖς σχέσεις δέν πρέπει νά ἀπομονώνονται καί νά ἀπολυτοποιοῦνται καί νά ἀποκόπτουν ἤ νά ἀγνοοῦν τήν ὕπαρξη καί τῶν ἄλλων Ἐκκλησιῶν. «Ὡς εὖ παρέστης ἀδελφέ ἅγιε, τοῦ Πέτρου διάδοχε καί τοῦ Παύλου ὁμώνυμε καί ὁμότροπε, ἀγάπης καί ἑνότητος καί εἰρήνης ἄγγελε.» [73] Πῶς θά μποροῦσε νά εἶχε προσφωνήσει ὁ Πατριάρχης τόν Πάπα καλύτερα ἤ πιό ἐγκάρδια, ἐάν εἶχε πραγματοποιηθεῖ ἡ πλήρης κοινωνία;

Μετά τήν ἔκφραση εὐγνωμοσύνης πρός τόν Θεόν γιά ὅλα τά πραγματοποιηθέντα θετικά βήματα, προβαίνει ὁ Πατριάρχης στήν διατύπωση τῆς ἀκραιφνοῦς ὀρθοδόξου ἀπόψεως περί τοῦ Πρωτείου καί τῆς θέσεως τοῦ Πάπα Ρώμης στήν καθόλου Ἐκκλησίαν: «Καί ἰδού ἔχομεν, παρά πᾶσαν κατ’ ἄνθρωπον προσδοκίαν, ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν τόν τῆς Ρώμης Ἐπίσκοπον, τόν καί πρῶτον τῇ τιμῇ ἐν ἡμῖν, ‚τόν τῆς ἀγάπης προκαθήμενον‘ (Ἰγνατίου Ἀντιοχ. Ἐπιστολή πρός Ρωμαίους, Πρόλογος, Π.Ε. 5, 801)[74] Ὁ Πάπας εἶναι ὁ πρῶτος στήν τιμή ὄχι στήν ἐξουσία γιά τήν καθόλου Ἐκκλησία, ὅπως ἀκριβῶς ἐδιδάσκετο καί ἐβιοῦτο καί στήν ἀρχαία Ἐκκλησία! Παράλληλη ἡ διατύπωση τοῦ Πάπα καί τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. Καί ὁ Πατριάρχης εἶναι σαφής καί δέν χωρεῖ καμμία παρερμηνεία. Πρόσωπον πρός πρόσωπον διατυπώνει εὐθαρσῶς τήν ὀρθόδοξη ἄποψη ὁ μεγάλος ἐκεῖνος Οἰκουμενικός Πατριάρχης. Ἡ Ὀρθοδοξία δέν δέχεται οὔτε ἀναγνωρίζει κάποιο παγκόσμιον πρωτεῖον ἐξουσίας τοῦ Πάπα γιά ὅλη τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ἡ διατύπωση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου συναινετική πρός τήν διατύπωση τοῦ Πάπα. Μέ αὐτές τίς διατυπώσεις ἐκφράζεται συμφωνία ὡς πρός τό βασικόν τοῦτο θέμα. Καί στούς ρωμαιοκαθολικούς κύκλους ἐσχολιάσθηκε ἡ διατύπωση τοῦ Πατριάρχου θετικά, μάλιστα μέ τήν διαπίστωση, ὅτι αὐτή ἀνταποκρίνεται «στήν διδασκαλία καί πρακτική τοῦ παπικοῦ Πρωτείου τῆς πρώτης χιλιετίας καί πέραν τούτου δέν πρέπει νά ἀπαιτήσει ἡ Ρώμη ἀπό τήν Ὀρθοδοξία,» ὅπως διαπίστωσε ὁ τότε καθηγητής Joseph Ratzinger, ὁ μετέπειτα Καρδινάλιος, Πρόεδρος τῆς Glaubenskongregation, τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς ἐπί τῆς Πίστεως καί μετέπειτα Πάπας Ρώμης μέ τό ὄνομα Βενέδικτος ὁ ΙΣΤ΄[75]

Ποῦ εὑρίσκουν οἱ πολέμιοι τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρου τά περί ἀναγνωρίσεως τοῦ παγκοσμίου πρωτείου ἐξουσίας τοῦ Πάπα; Καί τά περί προθέσεως ὑποταγῆς τῆς Ὀρθοδοξίας στόν Πάπα; Γιατί παραπληροφοροῦνται οἱ πιστοί μας ἀπό ὁρισμένους ὑπεύθυνους ἀνεύθυνους πανεπιστημιακούς δασκάλους καί ἐπισκοπικούς ποιμενάρχες;

Στήν συνέχεια τῆς ὁμιλίας του ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας συγκεκριμενοποιεῖ τόν σκοπόν καί τό τέλος τῶν οἰκουμενικῶν προσπαθειῶν καί τοῦτο εἶναι: «ἀποβλέπομεν πρός τήν τῶν πάντων ἕνωσιν, πρός τήν πλήρη κοινωνίαν τῆς ἀγάπης καί τῆς πίστεως, ἐν τῇ συλλειτουργίᾳ τοῦ κοινοῦ Ποτηρίου τοῦ Χριστοῦ.»[76] Γιά τήν πραγματοποίηση ὅμως τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ, τονίζει ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας εἶναι ἀνάγκη «ἐν παγκαθολικῇ καί πανορθοδόξῃ ἑτοιμασία καί συνειδήσει καί βουλῇ, ἐκφραζομένῃ ἐν τῇ ἀποφάνσει τῶν ἑκατέρωθεν Ἱεραρχιῶν, τοῦ Κλήρου καί τῶν Πιστῶν, ὧν ἡ φωνή ἐν τοῖς παροῦσι καιροῖς πολύτιμός ἐστιν ἡμῖν ὁδηγός καί παραμυθία.»[77]

Ἐδῶ ἐπιθυμῶ ἐπίσης μόνον νά ἀναφέρω, ὅτι ὁ Πάπας Παῦλος ὁ ΣΤ΄ παρέδωσε ἕνα βαρυσήμαντο Κείμενο στόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη Ἀθηναγόρα, τήν Βούλλα Anno Ineunte, τό ὁποῖο ἀναγνώστηκε τό βράδυ τῆς 25ης Ἰουλίου 1967 στόν ρωμαιοκαθολικό Καθεδρικό Ναό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στήν Κωνσταντινούπολη ἀπό τόν τότε ἐπίσκοπο Willebrands παρουσίᾳ τοῦ Πατριάρχου. Στό Κείμενο αὐτό διατυπώνει ὁ Πάπας μία Ἐκκλησιολογία τῆς κοινωνίας τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, τονίζει τήν ἐγκυρότητα τῶν Μυστηρίων τῶν δύο Ἐκκλησιῶν, τίς ὁποῖες ἀποκαλεῖ «ἀδελφές Ἐκκλησίες»[78] καί διαπιστώνει ὅτι ἥδη ὑπάρχει μεταξύ αὐτῶν μία κοινωνία, ἔστω καί ἀτελής. Συνιστᾶ ἐπίσης τήν συνεπή ἐκπαίδευση τῶν θεολόγων καί τοῦ Κλήρου τῶν Ἐκκλησιῶν μας καί δηλώνει, ὅτι θά πράξει κάθε τί τό δυνατόν, «ἵνα ἐπιταχυνθῇ ἡ ἡμέρα ἐν ᾗ ἥ τε Ἐκκλησία τῆς Δύσεως καί ἡ τῆς Ἀνατολῆς θά ἀποκαταστήσωσι τελείαν μετ’ ἀλλήλων κοινωνίαν.»[79] Εἰναι σκόπιμο καί χρήσιμο νά ἐρευνηθεῖ καί τό Κείμενο αὐτό μέ ἐπιμέλεια καί συνέπεια.[80]

Βέβαια ἡ ἐφαρμογή ὅλων δέν εἶναι τόσο εὔκολη, οὔτε καί ἀπό ὅλους στό Βατικανό ἐπιθυμητή. Παρ’ ὅλα ταῦτα μέ τή συμπεριφορά τοῦ Πάπα καί μέ τά κείμενα τῆς συναντήσεως αὐτῆς ἔχουν δημιουργηθεῖ σέ ἕνα παποκεντρικό οἰκοδόμημα τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας ὁρατές ρωγμές στήν Β΄χιλιετία μέ τεράστιες ἐκκλησιολογικές καί οἰκουμενικές συνέπειες.

Ὅμως δέν εἶναι δυνατόν καί δέν ἐπιτρέπεται νά τίς ἀγνοοῦμε ἤ νά τίς ὑποτιμοῦμε.

Τούς δρόμους αὐτούς ἀκολουθοῦν καί οἱ διάδοχοί των μέχρι καί τούς σημερινούς Προκαθημένους τῶν Ἐκκλησιῶν μας, τοῦ Πάπα Ρώμης Φραγκίσκου μέ τίς αἰφνιδιαστικές δραστηριότητές του καί τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Πατριάρχου Βαρθολομαίου, τούς ὁποίους πρέπει νά ἀκολουθοῦμε καί νά ἐνισχύομε μέ ὅλες μας τίς δυνάμεις. Καί ἐπαναλαμβάνω, τό ἔργο τῶν Θεολογικῶν μας Σχολῶν εἶναι σημαντικό καί ἀναντικατάστατο καί γιά τό ὁποῖο πρέπει νά εὐχαριστήσουμε θερμά μηδέ ἐξαιρουμένης καί τῆς παρούσης ἐκδηλώσεως μνήμης καί τιμῆς. Εὐχαριστῶ!

D90_54

[1] Γιά τό γενικό θέμα πρβλ. Γρηγορίου Λαρεντζάκη, Τό καθῆκον τῆς Ὀρθοδοξίας γιά καταλλαγή καί ἑνότητα. Ἐξελίξεις καί προοπτικές σέ μεγάλα θέματα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Διαλόγου, Θεσσαλονίκη 2014.

[2] W. de Vries, Orthodoxie und Katholizismus, 63.: „Der Kardinal behandelte freilich den Patriarchen als seinen Untergebenen, genau wie irgendeinen abendländischen Bischof, wolte ihn zur Rechenschaft ziehen und seine Vergehen untersuchen. So verkannte er vollständig die wirkliche Situation in Konstantinopel“.

[3] Franz Dvornik, Byzanz und der römische Primat, 159f.: „Die von Humbert verfaßte Exkommunikationsbulle zeigt deutlich, in welchem Umfang die Mentalität der römischen Kirche unter dem Einflub der Reformbewegung sich gewandelt hatte und wie wenig die Männer dieser Bewegung von der Kirche des Ostens und ihren Gebräuchen und Gewohnheiten begriffen hatten. Humbert wollte in ihr die Spuren aller groben Häresien entdecken, er warf ihr simonistische Umtriebe vor –obwohl die Simonie nicht im Osten, sondern in der Kirche des Westens in höchster Blüte stand–, er verurteilte ihre verehelichten Priester, ihre Bärte und ihre langen Haare, und er beschuldigte die Byzantiner sogar, das Filioque im Credo gestrichen zu haben, wodurch er seine Unwissenheit auf dem Gebiet der Kirchengeschichte bewies“.

[4] Joseph Ratzinger, Prognosen für die Zukunft des Ökumenismus, in: Ökumenisches Forum 1 (1977)36: „Immerhin hat noch im Jahr 1054 Humbert von Silva Candida in derselben Bulle, in der er den Patriarchen Kerullarios exkommunizierte und damit das Schisma zwischen Ost und West einleitete, Kaiser und Bürger von Konstantinopel als, sehr christlich und rechtgläubig bezeichnet, obgleich deren Vorstellung vom römischen Primat sicher von der des Kerullarios weit weniger unterschieden worden war…“

[5] Πρβλ. Axel Bayer, Spaltung der Christenheit. Das sogenannte Morgenländische Schisma von 1054. (Beiheft zum Archiv für Kulturgeschichte, 53), Köln Weimar Wien 2002.

[6] Franz Dvornik, Byzanz und der römische Primat, 161: “So endete die Gesandtschaft, die einen Bündnisvertrag zwischen Byzanz und dem Papsttum zustande bringen sollte, in einem tragischen Bruch. Die Legaten, vor allem Humbert, waren im höchsten Maß dafür verantwortlich.“

[7] Franz Dvornik, Byzanz und der römische Primat: „Da verlor Humbert die Geduld und schrieb, obwohl er vom Tod des Papstes erfahren hatte, seinen berühmten Brief, in dem er gegen den Patriarchen die Exkommunikation aussprach, legte ihn auf den Altar der Hagia Sophia nieder und verließ die Stadt (16. Juli 1054)“.

[8] Hugo Schwendenwein, Das neue Kirchenrecht. Gesamtdarstellung, Graz Wien Köln 1983, 558, Anm. 32.

[9] Πρβλ. Axel Bayer, Spaltung der Christenheit. Das sogenannte Morgenländische Schisma von 1054. (Beiheft zum Archiv für Kulturgeschichte, 53), Köln Weimar Wien 2002, 99, μέ παραπομπές στούς ὑπέρ καί κατά.

[10] Τό κείμενο στό Π. Γρηγορίου, Πορεία πρός τήν ἑνότητα, τόμος Β΄, Ἀθῆναι 1978, 21.

[11] Πρβλ. Peter Neuner, Die Tilgung des Bannes (1965) und ihre theologische Relevanz. Ein ökumenischer Versuch aus römisch-katholischer Sicht, in: Das Schisma zwischen Ost- und Westkirche. 950 bzw. 800 Jahre danach (1054 und 1204), Herausgegeben von Theodor Nikolaou, in Zusammenarbeit mit Peter Neuner und Gunther Wenz, 191.

[12] Alsons M. Kardinal Stickler, Die Beziehungen zwischen West-  und Ostkirche im Lichte der Quellen, in: Ein Laboratorium für die Einheit. 25 Jahre PRO ORIENTE, hg. im Auftrag der Stiftung Pro Oriente, Wien, von Rudolf Kirchschläger und Alfred Stirnemann, Innsbruck-Wien1989, 173: „Die Kirche hat über Tote keine Jurisdiktion mehr: sie kann höchstens nachträglich für den irdischen Folgenbereich absolvieren…“

[13] Τόμος Ἀγάπης, 127, σελ. 281. Πρβλ. Axel Bayer, Spaltung der Christenheit. Das sogenannte Morgenländische Schisma von 1054. (Beiheftzum Archiv für Kulturgeschichte, 53), Köln Weimar Wien 2002, 104: „Die Bannsprüche richteten sich nicht gegen den jeweils anderen Teil der Christenheit, sondern nur gegen eine definierte Gruppe von Personen.Ein Bruch zwischen den Kirchen war nicht intendiert.“

[14] Εἰς διηνεκή τοῦ πράγματος ἀνάμνησιν, Τόμος Ἀγάπης, 128, 287.

[15] Vlassios Phidas, Anathema und Schisma-Folgen der Aufhebung der Anathemata, in: Auf dem Weg zur Einhgeit des Glaubens, Koinonia-Erstes ekklesiologisches Kolloquium zwischen orthodoxen und römisch-katholischen Theologen, veranstaltet vom Stiftungsfonds PRO ORIENTE in Zusammenarbeit mit dem Orthodoxen Zentrum des Ökumenischen Patriarchates, Chambésy, und dem Sekretariat für die Einheit der Christen, Rom. Referate und Protokolle, Wien-Lainz, 1-7. April 1974, hg. im Auftrag des Stiftungsfonds PRO ORIENTE, Wien, Innsbruck-Wien, München 1976, 93.

[16] Ἀριστείδου Πανώτη, Ἡ ἄρσις τῶν Ἀναθεμάτων μεταξύ Ρώμης καί Κωνσταντινουπόλεως. Ἀπό τήν πολεμικήν εἰς τόν Διάλογον, ἐν:Ὀρθόδοξος Παρουσία, Τόμ. Β΄, Τεῦχος 7&8, 1965,

[17] Νεκταρίου Κεφαλᾶ, Μελέτη ἱστορική περί τῶν αἰτίων τοῦ σχίσματος, τ. Β΄, 33, 34, 79 ἑξ.

[18] Vlassios Phidas, Anathema und Schisma, Ὅπ. π.

[19] Πρβλ. τά κείμενα τῶν ἐπιστολῶν στό: Μεθοδίου Γ. Φούγια, Ἀρχιεπισκόπου πρ. Θυατείρων καί Μεγάλης Βρεταννίας, Μητροπολίτου Πισιδίας, Ἡ ἐκκλησιαστική ἀντιπαράθεσις Ἑλλήνων καί Λατίνων ἀπό τῆς ἐποχῆς τοῦ Μεγάλου Φωτίου μέχρι τῆς Συνόδου τῆς Φλωρεντίας (858-1439), ἔκδ. Β΄, Ἀθήνα 1994, 240: «XVII. Καί ἴδε, τιμιώτατε δέσποτα, ὅπως τά πολλά τῶν παρά τοῖς ἡμετέροις πεπλημμελημένων περιφρονοῦντες, ἤ καί παραθεωροῦντες ἐμμελέστερον σπερμολογοῦμεν καί πολυπραγμονοῦμεν τά ἀλλότρια»,  σελ. 241. «XXI.Καί παρακαλῶ καί ἱκετεύω καί δέομαι καί νοερῶς τῶν σῶν ἁγίων ἐφάπτομαι ποδῶν, ἵνα τοῦ ἄγαν άκριβοῦς ἡ θεοειδής ἐνδοῦσα μακαριότης σου συνέλθῃ τοῖς πράγμασι. Δέος γάρ μήποτε ράψαι τό διερρωγός βουλομένη χεῖρον τό σχίσμα ποιήσῃ καί τό καταπεπτωκός ἀνορθῶσαι σπουδάζουσα μείζονα τήν πτῶσιν ἐργάζηται. Σκόπησον δέ, εἰ μή φανερῶς ἐντεῦθεν ἤγουν ἐκ τῆς μακρᾶς ταύτης διαστάσεως καί διχονοίας καί τοῦ τῆς καθ’ ἡμᾶς ἁγίας ἐκκλησίας τόν μέγαν τοῦτον καί πρῶτον καί ἀποστολικόν θρόνον ἀπορραγῆναι συνέβη πᾶσαν ἐν τῷ βίῳ κακίαν πληθυνθῆναι καί σύμπαντα κόσμον ἔχειν κακῶς καί ὅπως αἱ βασιλεῖαι πάσης τῆς γῆς τεταραγμέναι εἰσί καί πανταχοῦ θρῆνος καί οὐαί πολύ καί λιμοί καί λοιμοί (κα΄) συνεχεῖς κατά χώραν καί πόλιν καί οὐδαμῇ οὐδαμῶς ὡς ἐπί πάντα τά ἡμέτερα εὐοδοῦνται στρατόπεδα.» «XXV. Παρακαλῶν παρακαλέσαι τήν σήν ἡγιασμένην ψυχήν. Καί πεῖσαι, μετριώτερόν τε καί συγκαταβατικώτερον συνελθεῖν σε τοῖς πράγμασι, καί μᾶλλον, οῠ μή ἐστι θεός, ὡς ἔφθην εἰπών, τό περιφρονούμενον.» Πρβλ. καί PG 120, 800.

[20] Axel Bayer, Spaltung der Christenheit., 5.

[21] Axel Bayer, Spaltung der Christenheit, 109: „Keiner von ihnen berührte den Konflikt von 1054. Etwaige Angaben über den Beginn der Spaltung blieben vielmehr allgemein, ohne dass ein Zeitpunkt genannt wurde. Rom sah die die beiden Bannflüche offensichtlich als die Eskalation einer Auseinandersetzung an, die ein Schisma nicht begründete. Dass die Kanonisten über die Ereignisse von 1054 schwiegen stzeht mit einer solchen Erklärung in Einklang.“

[22] Axel Bayer, Spaltung der Christenheit. 109, σημ. 23.

[23] Alfons M. Kardinal Stickler, Die Beziehungen zwischen West, 171ἑξ.: Οἱ Πάπες, οἱ διάδοχοι τοῦ Πάπα Λέοντος τοῦ ΙΙΙ.“….fühlten sich in keiner Weise in eine Schisma mit dem Orient verwickelt. Die Bannbullen der beiden Gegner sprechen nie von den beiden Kirchen und schon gar nicht vom Papst, was übrigens ganz bewußt und gewollt vermieden wurden.“

[24] Johannes Meyendorf, Schwesterkirchen-Ekklesiologische Folgerungern aus dem Tomas Agapis, in: Auf dem Weg zur Einheit des Glaubens, hg. v. Pro Oriente, Innsbruch-Wien-München 1976, 42.

[25] Vlassios Phidas, Anathema und Schisma, 96.

[26] Das Schisma zwischen Ost- und Westkirche, 950 bzw. 800 Jahre danach (1054 und 1204), Herausgegeben von Theodor Nikolaou in Zusammenarbeit mit Peter Neuner und Gunther Wenz, Beiträge aus dem Zentrum für Ökumenische Forschung München, Bd. 2, Verlag Lit, Münster 2004.

[27] Axel Bayer, Spaltung der Christenheit. Das sogenannte morgenländische Schisma von 1054, Köln-Weimar-Wien 2002.

[28] Franz Tinnefeld, Die Ereignisse von 1054 und ihre Bedeutung für das Schisma zwischen Ost- und Westkirche, in: Das Schisma zwischen Ost- und Westkirche. 950 bzw. 800 Jahre danach (1054 und 1204), Herausgegeben von Theodor Nikolaou, in Zusammenarbeit mit Peter Neuner und Gunther Wenz, 13.

[29] Johannes Meyendorf, Die orthodoxe Kirche gestern und heute, Salzburg 1963, 64: «Zwischenfall zwischen Rom und Konstantinopel».

[30] Ernst Christoph Suttner, Der Mythos vom, Groben Schisma im Jahr 1054. Zum Verhältnis zwischen den Kirchen lateinischer und byzantnischer Tradition vor und nach dem angeblichen Wendepunkt, in. Catholica 58(2004) 105-114. Ὁ Βλάσιος Φειδᾶς τονίζει μάλιστα ὅτι τό Σχίσμα μεταξύ τῶν δύο ἐκκλησιῶν ἐπραγματοποιήθηκε πολύ πρίν ὅταν Ὁ Πάπας Σέργιος προσέθεσε τό Filioque εἰς τό Σύμβολο τῆς Πίστεως. Vlassiow Pheidas, Anathema und Schisma, 92.

[31] Ernst Christoph Suttner, Das wechselvolle Verhältnis zwischen den Kirchen des Ostens und des Westens im Laufe der Kirchengeschichte, Verlag „Der Christliche Osten“, Würzburg 19972,48: „1054 gab es keine Exkommunikation der lateinischen gegen die griechische Kirche und keine solche der griechischen gegen die lateinische Kirche. Nur auf einzelne Persönlichkeiten bezogen sich die Exkommunikationsbullen von 1054.“

[32] Ἀριστείδου Πανώτη, ¨Η ἄρσις τῶν Ἀναθεμάτων μεταξύ Ρώμης καί Κωνσταντινουπόλεως. Ἀπό τήν πολεμικήν εἰς τόν Διάλογον, ἐν:Ὀρθόδοξος Παρουσία, Τόμ. Β΄, Τεῦχος 7&8, 1965, 283.

[33] Τό κείμενο: Π. Γρηγορίου, Πορεία πρός τήν ἑνότητα, τόμος Β΄, Ἀθῆναι 1978, 35.

[34] Πρβλ. καί Athanasios Vletsis, Die „Aufhebung“ des Schismas im Jahre 1965 aus orthodoxer Sicht, in: Das Schisma zwischen Ost- und Westkirche, 950 bzw. 800 Jahre danach (1054 und 1204), Herausgegeben von Theodor Nikolaou in Zusammenarbeit mit Peter Neuner und Gunther Wenz, 160ἑξ.

[35] Ἐνδιαφέρουσα εἶναι καί ἡ ἀπαρίθμησις τῶν σχισμάτων τῶν Ἐκκλησιῶν κατά τήν πρώτην χιλιετίαν, ὅπως τήν ἐκθέτει ὁ Νικήτας Χαρτοφύλαξ τοῦ Νικαέως, Κατά ποίους καιρούς καί διά ποία αἰτιάματα ἐσχίσθη ἀπό τῆς ἘκκλησίαςΚωνσταντινουπόλεως ἡ τῶν Ρωμαίων Ἐκκλησία, PG 120, 713ἑξ.

[36] Πρβλ. Yves Congar, Zerrissene Christenheit, Wien 1959, S. 111. Ἀριστείδου Πανώτη, Ἡ ἄρσις τῶν Ἀναθεμάτων μεταξύ Ρώμης καί Κωνσταντινουπόλεως. Ἀπό τήν πολεμικήν εἰς τόν Διάλογον, ἐν:Ὀρθόδοξος Παρουσία, Τόμ. Β΄, Τεῦχος 7&8, 1965, 277 μέ τίς σχετικές μαρτυρίες.

[37] Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν, Ἱσορία τῆς Ἐκκλησίας Ἱεροσολύμων, ἔκδ. Δευτέρα, ἐν Ἀθήναις 1970, 425.

[38] Grigorios Larentzakis, Der 4. Kreuzzug und die Einheit der Kirchen, in: Salzburger Theologische Zeitschrift 8 (2004) 137-149.

[39] Ernst Christoph Suttner, Das wechselvolle Verhältnis zwischen den Kirchen des Ostens und des Westens, 50 ἑξ.

[40] Τό κείμενο τοῦ Πάπα γερμανιστί: 20 Jahre Ökumenismus, hg. v. Pro Oriente, Innsbruck-Wien 1984, 132.

[41] Grigorios Larentzakis, Ferrara -Florenz im Urteil heutigen Orthodoxie, in: Annuarium Historiae Conciliorum 22(1990) 199-218. Τοῦ Ἰδίου, Ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός καί ἡ ἑνότητα τῶν Ἐκκλησιῶν Ἀνατολῆς καί Δύσεως, Κατερίνη 1999.

[42] Νεκταρίου Κεφαλᾶ, Μελέτη ἱστορική περί τῶν αἰτίων τοῦ σχίσματος, τ. Β΄, 79.

[43] Ernst Christoph Suttner, Das wechselvolle Verhältnis zwischen den Kirchen des Ostens und des Westens im Laufe der Kirchengeschichte, Verlag „Der Christliche Osten“, Würzburg 19972, 61: „…Damals aber feierte man das gemeinsame Konzil trotz dieser Unterschiede.“

[44] Γεωργίου Γαλίτη, Παρατηρήσεις ἐπί τοῦ καταλόγου θεμάτων τῆς μελλούσης Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Ἐκκλησία 1, 15 (1976) 400.

[45] W. de Vries, Die «nationalen Kirchen» des Nahen Ostens und das «Uniatenproblem», in: Handuch der Ostkirchenkunde, hg. v. E. v. Ivanka, J. Tyciak, P. Wiertz, D¸sseldorf 1971, 207. „Wir haben hier also noch genau die Geisteshaltung wie im Mittelalter: Das Ideal wäre die absolute Einheitlichkeit im Ritus und in den Gebräuchen, aber man ist bereit, Konzessionen zu machen und die Verschiedenheit, weil es eben nicht anders geht, in Gottes Namen zu tolerieren. Die Ostkirche, die sich hier der universalen Kirche eingliedert, wird also nicht mehr als eine dem lateinischen Westen gleichberechtigte Teilkirche verstanden, die organisch zum ganzen gehört, sondern der lateinische Westen setzt sich selbst mit der universalen Kirche gleich und möchte den Osten in die so uniformierte Gesamtkirche hinein absorbieren. Da dies nicht restlos durchzuf¸hren ist, betrachtet man ihn als ein Anhängsel an die Kirche, dessen Eigenart toleriert wird“.

[46] Ernst Christoph Suttner, Der Mythos vom, Groflen Schisma im Jahr 1054, 108. „In den Jahrzehnten vor der Brester Union von 1595/96 hatten in Polen bestimmte Jesuiten, darunter ihr führender Theologe Petrus Skarga, begonnen, je länger desto deutlicher zu lehren, dass es für die Christen nach Gottes heiligen Willen unabdingbar sei und für sie sogar ein Heilserfordernis darstelle, unter der Obhut des obersten Hirten von Rom, des Nachfolgers Petri, zu stehen. Die wirkliche Befahigung der nicht auf Rom bezogenen östlichen Kirchen zum Dienst für das Heil der Seelen wurde von ihnen infrage gestellt“.

[47] W. de Vries, Die «nationalen Kirchen» des Nahen Ostens und das «Uniatenproblem», ὅπ. π.

[48] Ernst Christoph Suttner, Das wechselvolle Verhältnis zwischen den Kirchen des Ostens und des Westens, 92 ἑξῆς.

[49] Ἡ περί τῶν σχέσεων τῶν Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί περί ἄλλων γενικῶν ζητημάτων Πατριαρχική καί Συνοδική Ἐγκύκλιος τοῦ 1902. Αἱ εἰς αὐτήν Ἀπαντήσεις τῶν Ἁγίων Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί ἡ Ἀνταπάντησις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, Ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐκ τοῦ Πατριαρχικοῦ Τυπογραφείου 1904, 27 ἑξ.

[50] Ἡ περί τῶν σχέσεων τῶν Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων, 66.

[51] Βλασίου Φειδᾶ,  Τό ζήτημα τῆς συμπροσευχῆς μετά τῶν ἑτεροδόξων κατά τούς ἱερούς κανόνας, ἐν Γρηγορίου Λαρεντζάκη, Κων. Σκουτέρη, Βλ. Φειδᾶ, Ἡ συμπροσευχή μέ τούς ἑτεροδόξους κατά τήν ὀρθόδοξη θεολογική Παράδοση, Θεσσαλονίκη 2011, 143.

[52] Γρηγορίου Λαρεντζάκη, Αἵρεση καί σχίσμα. Τό ἴδιο, ἐν. Σύναξη, Τεῦχος 143, 2017, 5-18.

[53] Μεταξύ ἄλλων, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός, ὁ ἅγιος Φιλόθεος ὁ Κόκκινος, ὁ ἅγιος Νεκτάριος κ.ἄ.Ἡ Σύνοδος τοῦ 1404 στήν Κύπρο ὑπό τήν προεδρία Ἰωσήφ Βρυενίου, ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος Κωνσταντινουπόλεως τό 1484, ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ἱερεμίας ὁ Β΄συνοδικῶς ἀποφανόμενος, ἡ Σύνοδος Κωνσταντινουπόλεως τοῦ 1848. Πρβλ. Θεοδώρου Γιάγκου, http://www.amen.gr/article/ptyxes-pou-aposiopithikan-ston-dimosio-dialogo-peri-tis-agias-kai-megalis-synodou-a-meros. Πρβλ. καί Γρηγορίου Λαρεντζάκη, Ἐκκλησία καί Ἐκκλησίες, Σέ σχέση μέ τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Μαρτυρία, Ἱ. Μητρόπολις Κυδωνίας καί Ἀποκορώνου, Χανιά, Μάϊος-Ἰούνιος , 2016 Τεῦχος 36, 81-92. Καί http://www.amen.gr/article/ekklisia-kai-ekklisies

[54] Χρυσοστόμου Κωνσταντινίδου, Μητροπολίτου Μύρων, μετέπειτα Γέροντος Ἐφέσου, Ὀρθόδοξοι Κατόψεις, τόμος τρίτος, 181 ἑξ.

[55] Τόμος Ἀγάπης, Νρ. 130, σελ. 296.

[56] Joseph Ratzinger, Anathema–Schisma. Die ekklesiologischen Folgerungen der Aufhebung der Anathemata, in:  Koinonia – Erstes ekklesiologisches Kolloquium zwischen orthodoxen und römisch-katholischen Theologen, veranstaltet vom Stiftungsfonds PRO ORIENTE in Zusammenarbeit mit dem Orthodoxen Zentrum des Ökumenischen Patriarchats, Chambésy, und dem Sekretariat für die Einheit der Christen, Rom, hg. im Auftrag des Stiftungsfonds PRO ORIENTE, Wien, Innsbruck – Wien – München 1976, 104f.

[57] Τόμος Ἀγάπης, 127, σελ. 283. Πρβλ. καί τήν ὁμιλίαν τοῦ Μητροπολίτου Χαλκηδόνος Μελίτωνος πρός τήν Παπικήν ἀντιπροσωπείαν τήν 22 Νοεμβρίου 1965. Τόμος Ἀγάπης 122, σελ. 264: «Ὡς πρός τόν τελικόν τοῦτον σκοπόν (ἡ πραγματοποίησις τοῦ θείου θελήματος «Ἵνα ἕν ὦσιν»), ἡ Πρᾶξις αὕτη (δηλ. τῆς ἄρσεως») ἀποτελεῖ ἕν νέον θετικόν καί σπουδαῖον ἱστορικόν βῆμα, διότι, ἀντί τοῦ συμβόλου τῆς ἔχθρας καί τῆς διαιρέσεως, ὑψώνει τό σύμβολον τῆς ἀγάπης καί τῆς προσεγγίσεως, γίνεται ἀπαρχή ἐπανορθώσεως καί ἄλλων ἱστορικῶν σφαλμάτων, ἑδραιώνει τήν ἐμπιστοσύνην, δημιουργεῖ πρόσφορον ψυχολογικόν παράγοντα, παρασκευάζει καταλλήλους συνθήκας πρός ἐξέτασιν τῶν διαφορῶν καί πρό παντός δίδει οὕτω περισσοτέραν θέσιν εἰς τήν ἐπενέργειαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀπό τῆς ἀπόψεως ταύτης ἡ ὀφελιμότης τῆς Πράξεως ἐπεκτείνεται ἐφ’ ὅλου τοῦ σώματος τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.» Πρβλ. καί Evangelos Theodorou, Prognosen für die Zukunft des Ökumenismus, in: Ökumenisches Forum 1 (1977) 28: «Κατά τήν προσωπική μου ἄποψη, μέ τήν πανηγυρική ἄρση τῶν Ἀναθεμάτων ἀποκατεστάθη δυνάμει ἡ πλήρης ἐκκλησιαστική κοινωνία μεταξύ τῆς Ὀρθοδόξου καί τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας. Μετά τήν ἀποκατάσταση τῆς ἀγάπης δέν ὑφίσταται οὐσιαστικός χωρισμός μεταξύ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν. Γιά τό λόγο αὐτό στό πλαίσιο τῆς νομίμου πλουραλιστικῆς ἑνότητος δέν ὑπάρχει κανένα ποιοτικό καί ἀντικειμενικό ἐμπόδιο γιά τήν μυστηριακή κοινωνία, τό ὁποῖον δέν εἶναι δυνατόν νά λυθεῖ.»

[58] Πρβλ. καί τήν ὁμιλίαν τοῦ Μητροπολίτου Χαλκηδόνος Μελίτωνος πρός τήν Παπικήν ἀντιπροσωπείαν τήν 22 Νοεμβρίου 1965. Τόμος Ἀγάπης 122, σελ. 264: «Ὡς πρός τόν τελικόν τοῦτον σκοπόν (ἡ πραγματοποίησις τοῦ θείου θελήματος «Ἵνα ἕν ὦσιν»), ἡ Πρᾶξις αὕτη (δηλ. τῆς ἄρσεως») ἀποτελεῖ ἕν νέον θετικόν καί σπουδαῖον ἱστορικόν βῆμα, διότι, ἀντί τοῦ συμβόλου τῆς ἔχθρας καί τῆς διαιρέσεως, ὑψώνει τό σύμβολον τῆς ἀγάπης καί τῆς προσεγγίσεως, γίνεται ἀπαρχή ἐπανορθώσεως καί ἄλλων ἱστορικῶν σφαλμάτων, ἑδραιώνει τήν ἐμπιστοσύνην, δημιουργεῖ πρόσφορον ψυχολογικόν παράγοντα, παρασκευάζει καταλλήλους συνθήκας πρός ἐξέτασιν τῶν διαφορῶν καί πρό παντός δίδει οὕτω περισσοτέραν θέσιν εἰς τήν ἐπενέργειαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀπό τῆς ἀπόψεως ταύτης ἡ ὀφελιμότης τῆς Πράξεως ἐπεκτείνεται ἐφ’ ὅλου τοῦ σώματος τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.»

[59] Evangelos Theodorou, Prognosen für die Zukunft des Ökumenismus, in: Ökumenisches Forum 1 (1977) 28.

[60] Stylianos Harkianakis, Erzbischof von Australien, Der offizielle Dialog zwischen der römisch-katholischen und der orthodoxen Kirche, in: Glaube, Wissen, Zukunft, hg. v. A. Kolb, Graz, Wien, Köln, 1987, 49.

[61] Vlassios Phidas, Anathema und Schisma- Folgen der Aufhebung der Anathemata, 100: „… wurde durch die Aufhebung der Anathemata sozusagen die kanonische Entscheidung aufgehoben und das endgültige Schisma von Ost und West in eine schismatische Situation gewandelt, die der Wiederherstellung der Einheit der Kirche im rechten Glauben, in der heiligen Eucharistie und in der Liebe durch die Aufthebung der Differenzen im Dogma, in der kanonischen Ordnung und im liturgischen Leben harrt“.

[62] Τόμος Ἀγάπης, 122, σελ. 262.

[63] Πρβλ. Κοινή Δήλωσις, ἐν: Τόμος Ἀγάπης, 122, σελ. 281.

[64] Μᾶρκος Εὐγενικός, Συλβέστρου Συροπούλου, Ἀπομνημονεύματα V, 28, ἔκδ. ὑπό V. Laurent, Les  „memoires“ du Grand Ecclésiarque de l´ Eglise de Constantinople Sylvestre Syropoulos sur le concile de Florence (1438-1439) Vol. IX (Concilium Florentinum Documenta et Scriptores. Editum Consilio et Impensis Pontificii Instituti Orientalium Studiorum), Rom 1971, 230. Πρβλ. Γρηγορίου Λαρεντζάκη, Ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός καί ἡ ἑνότητα τῶν Ἐκκλησιῶν ’Ανατολῆς καί Δύσεως, Κατερίνη 1999, 61.

[65] Πρβλ. Γρηγορίου Λαρεντζάκη,  http://www.amen.gr/article/to-zitima-tou-proteiou-tou-papa-romis

[66] Ὁμιλία τοῦ Πάπα Παύλου του ΣΤ΄στήν ἐτήσια συνέλευση τῆς Γραμματείας γιά τήν ἑνότητα τῶν χριστιανῶν(28. Ἀπριλίου 1967), in: The Secretariat for Promoting Christian Unity. Vatican. City. Information Service 2(1967)4f.

[67] «Ἡ ἐπίσκεψις αὐτή οὐδεμίαν ἀπόφασιν προϋποθέτει, ἀλλά θέλει μόνον νά εἶναι μία ἔνδειξις τῆς ἀγάπης καί τοῦ σεβασμοῦ, τόν ὁποῖον ὁ ἐπίσκοπος τῆς Ρώμης καί Ἀρχηγός τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας τρέφει πρός τόν μέγαν καί σεβάσμιον Πατριάρχην.»Ἐν: Τόμος Ἀγάπης, Vatican-Phanar (1958ß 1970), Rome–Istanbul 1971, 369ἑξ.

[68] Ἀριστείδη Πανώτη, Παῦλος ΣΤ΄-Ἀθηναγόρας ὁ Α΄. Εἰρηνοποιοί, Ἀθῆναι 1971, 202.

[69] Πρβλ. Grigorios Larentzakis, Vielfalt in der Einheit aus der Sicht der orthodoxen Kirche. Versuch einer Selbstdarstellung, in: Ökumenisches Forum 8 (1985) 65-87.

[70] Ἐν: Τόμος Ἀγάπης372-377.

[71] Πρβλ. περισσότερα στό: Grigorios Larentzaklis, Konziliarität und Kirchengemeinschaft. Papst Paul VI. und die Konzilien der römisch-katholischen Kirche. Zukunftsüberlegungen, in: Reinhard Meßner/Rudolf Pranzl (Hg.) Haec sacrosancta synodus. Konzils- und kirchengeschichtliche Beiträge, Verlag Friedrich Pustet Regensburg 2006, 285-316.

[72] Πρβλ. πρβλ. Γρηγορίου Λαρεντζάκη, Τό καθῆκον τῆς Ὀρθοδοξίας γιά καταλλαγή καί ἑνότητα. 328 ἑξ.

[73] Ἐν Τόμος Ἀγάπης, 173, 378.

[74] Ἐν: Τόμος Ἀγάπης, 380.

[75] Ὁ καθηγητής τοῦ Regensburg, Joseph Ratzinger καί μετέπειτα Πάπας Ρώμης Βενέδικτος ὁ ΙΣΤ΄ π.χ. συμφώνησε μέ τήν πρόταση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα σέ δύο διαλέξεις του στήν Αὐστρία, μία στή Βιέννη τόν Ἀπρίλιο τοῦ 1974 καί ἄλλη, πιό συγκεκριμένη, τόν Ἰανουάριο τοῦ 1976 στή Θεολογική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Graz τῆς Αὐστρίας σέ μιά ἐκδήλωση 10 χρόνια μετά τήν ἄρση τῶν Ἀναθεμάτων, ὅπου εἶπε τά ἑξῆς: «Ἡ Ρώμη δέν πρέπει νά ζητήσει ἀπό τήν Ἀνατολή τίποτα περισσότερο γιά τή διδασκαλία περί πρωτείου ἀπό ἐκεῖνο, τό ὁποῖον ἐδιδάσκετο καί ἐβιοῦτο τήν πρώτη χιλιετία. Καί ὅταν ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας τήν 25/7/1967, κατά τήν ἐπίσκεψη τοῦ Πάπα στό Φανάρι, τόν ἐχαρακτήριζε ὡς Διάδοχο τοῦ Πέτρου, ὡς τόν πρῶτο μεταξύ ἡμῶν τῇ τιμῇ, τόν προκαθήμενο τῆς ἀγάπης, εὑρίσκεται στό στόμα τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἡγέτη, δηλ. τοῦ Πατριάρχη, τό κύριο περιεχόμενο τῆς διδασκαλίας περί πρωτείου τῆς πρώτης χιλιετίας καί περισσότερο ἀπὀ αὐτό δέν πρέπει νά ἀπαιτήσῃ ἡ Ρώμη.» Joseph Ratzinger, Prognosen für die Zukunft des Ökumenismus, in: Ökumenisches Forum 11(1976)36f.: «Rom muß vom Osten nicht mehr an Primatslehre fordern, als auch im ersten Jahrtausend formuliert und gelebt wurde. Wenn Patriarch Athenagoras am 25.7.1967 beim Besuch des Papstes im Phanar diesen als Nachfolger Petri, als den ersten an Ehre unter uns, den Vorsitzenden der Liebe, benannte, findet sich im Mund dieses großen Kirchenführers der wesentliche Gehalt der Primatsaussagen des ersten Jahrtausends, und mehr muß Rom nicht verlangen». Δυστυχῶς δέν μπόρεσε ὁ Καθηγητής Joseph Ratzinger νά ἐφορμώσει ὅσα εἶπε στό Graz ὅταν ἦταν στήν Ρώμη ὡς Πάπας Βενέδικτος ὁ ΙΣΤ΄. Τά ἄφησε κληρονομιά στούς Διαδόχους του, καί ἐλπίζομε.

[76] Τόμος Ἀγάπης, ὅπ. π.

[77] Τόμος Ἀγάπης, ὅπ. π.

[78] Πρβλ. Will Cohen, „The Concept of ‚Sister Churches‘ In Catholic-Orthodox Relations since Vatican II“ («Studia Oecumenica Friburgensia»=SOF 67) Münster 2016.

[79] Τόμος Ἀγάπης, 176, 387ἑξ.

[80] Μία σημαντικήν ἀξιολόγηση τοῦ Κειμένου αὐτοῦ ἔκανε ὁ Emmanuel Lanne OSB, Schwesterkirchen–Ekklesiologische Aspekte des Tomos Agapiw, in: PRO ORIENTE, Auf dem weg zur Einheit des Glaubens. Koinonia-Erstes ekklesiologisches Kolloquium zwischen orthodoxen und römisch-katholischen Theologen, veranstaltet vom Stiftungsfonds PRO ORIENTE in Zusammenarbeit mit Orthodoxen Zentrum des Ökumenischen Patriarhats, Chambésy, und dem Sekretariat für die Einheit der Christen, Rom. Referate und Protokolle, Innsbruck–Wien–München1976, 54-82. Γενικά ὁ Emmanuel Lanne εἶναι τῆς γνώμης, ὅτι μετά τίς δηλώσεις καί στό κείμενο αὐτό καί μέ τήν γενική συμπεριφορά τοῦ Πάπα Παύλου πρός τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν εἶναι δυνατή ἡ πραγματοποίηση τῆς πλήρους κοινωνίας ἄμεσα, παρά τίς ὑπάρχουσες διαφορές, διότι ἀκόμη καί οἱ ἀποφάσεις τῆς Α΄ Βατικανῆς Συνόδου θά πρέπει ἀπό κοινοῦ νά ἐπανεξετασθοῦν.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ἔγινε τό 1054 Μέγα Σχίσμα; Ὁ πάπας Παῦλος ὁ Στ΄ καί ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Ἀθηναγόρας αἵρουν τά Ἀναθέματα τοῦ 1054 καί προτείνουν λύση γιά τό παπικό πρωτεῖο ἐξουσίας

Οι απόφοιτοι της Θεολογικής Σχολής του Τιμίου Σταυρού της Βοστόνης για 18η φορά στο ΑΠΘ παρακολουθούν εντατικό πρόγραμμα ελληνικής γλώσσας και πολιτισμού στη Θεσσαλονίκη

HOLY CROSS 2018

Για 18η φορά πραγματοποιείται και φέτος (4-23 Ιουνίου) στο Τμήμα Θεολογίας του Α.Π.Θ. εντατικό πρόγραμμα ελληνικής γλώσσας διάρκειας 3 εβδομάδων και 60 ωρών με αποδέκτες 25 αποφοίτους από τη Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού της Βοστόνης, που συμπληρώνεται από εκπαιδευτικές εκδρομές στα μνημεία του πολιτισμού της περιοχής. Το πρόγραμμα που συντονίζεται από την Καθηγήτρια κ. Δήμητρα Κούκουρα και εντάσσεται στο πλαίσιο των διμερών ακαδημαϊκών σχέσεων του ΑΠΘ με τη Θεολογική Σχολή της Βοστόνης, εγκαινιάστηκε το 2001 με πρωτοβουλία του Γέροντος Αρχιεπισκόπου Αμερικής κ. Δημητρίου και του τότε Κοσμήτορα Καθηγητή π. Εμμανουήλ Κλάψη και τη σύμφωνη γνώμη της Συγκλήτου του ΑΠΘ. Συνεχίζεται μέχρι σήμερα με την ευγενή υποστήριξη  χορηγού από την Ομογένεια των Η.Π.Α. και ενθαρρυντικά αποτελέσματα. Οι σπουδαστές, πριν φτάσουν στη Θεσσαλονίκη, επισκέφτηκαν τους Αγίους Τόπους, απέδωσαν τον προσήκοντα σεβασμό στον Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο στο Φανάρι και επισκέφτηκαν την Ιερά Μονή της Αγίας Τριάδος στη Χάλκη και Μονές του Αγιωνύμου Όρους. Στη Θεολογική Σχολή του Α.Π.Θ. ο Κοσμήτορας Καθηγητής κ. Μιλτιάδης Κωνσταντίνου απευθυνόμενος στους φιλοξενούμενους σπουδαστές στο παρεκκλήσι της Σχολής, ανάμεσα στα άλλα,  αναφέρθηκε στα προβλήματα των Θεολογικών Σχολών στην Ελλάδα με την πληθώρα των αποφοίτων και την αδυναμία επαγγελματικής απορρόφησής τους, ενώ ο Πρόεδρος του Τμήματος Θεολογίας  Καθηγητής κ. Παναγιώτης Σκαλτσής, εξήγησε το λειτουργικό πρόγραμμα της Σχολής. Η επίσημη συνάντηση των σπουδαστών με καθηγητές της Σχολής την 11η Ιουνίου, ημέρα των ονομαστηρίων του Οικουμενικού Πατριάρχη, σφραγίστηκε με το τροπάριο του Αποστόλου Βαρθολομαίου και τη φήμη του Οικουμενικού Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίου από τις καλλικέλαδες φωνές των σπουδαστών, υπό τη διεύθυνση του συνοδού τους Καθηγητή της Βυζαντινής Μουσικής κ. Γραμμένου Καράνου.

Κατηγορίες: ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Οι απόφοιτοι της Θεολογικής Σχολής του Τιμίου Σταυρού της Βοστόνης για 18η φορά στο ΑΠΘ παρακολουθούν εντατικό πρόγραμμα ελληνικής γλώσσας και πολιτισμού στη Θεσσαλονίκη

Φώτιος Σωτ. Ιωαννίδης, Κυπριανός Καρχηδόνας, De Lapsis-Οι Πεπτωκότες, Εισαγωγή-Κείμενο-Μετάφραση-Σχόλια, Acta Varia Academica 23, εκδόσεις Ostracon, Θεσσαλονόκη 2018

Από την Εισαγωγή του βιβλίου

CyprianΗ θυσία των μαρτύρων, το θάρρος των ομολογητών, η αίτηση επιστροφής των πεπτωκότων στους κόλπους της Εκκλησίας, ο τρόπος επανένταξής τους στο σώμα της και η στάση των πνευματικών της ταγών απέναντι στο πρόβλημα αποτελούν τα θέματα που πραγματεύεται το σύγγραμμα. Το έργο αποτελεί γνήσια συγγραφή του αγίου Κυπριανού και στην τελική του μορφή γράφτηκε το καλοκαίρι του έτους 251. Ο Κυπριανός δε φαίνεται να ήταν ένας αδικαιολόγητα σκληρός πνευματικός ηγέτης. Μάλλον κινήθηκε μεταξύ της αυστηρότητας, με την έννοια τήρησης της ακρίβειας, και της επιείκειας.  Η αυστηρότητά του προς τους lapsi συμφωνούσε με την άποψή του για τις εντολές της Αγίας Γραφής. Ο Θεός θα ζητήσει μετάνοια. Η ντροπή και η εξιλέωση θα μπορούσαν να κερδίσουν τη χάρη του Θεού. Εύκολος δρόμος για την απόκτηση της χάρης δεν υπήρχε στη θεολογία του, παρά μόνο η κερδισμένη χάρη θα μπορούσε να ξεκλειδώσει τις πόρτες της σωτηρίας. Συνειδητοποίησε ότι ο νόμος του Θεού μίλησε επίσης και για το έλεος. Σε μίμηση της συμπάθειας του Χριστού προς τους ακολούθους του, ο Κυπριανός προσευχήθηκε θερμά για την πνευματική προκοπή των lapsi. Σε αντίθεση με την άκαμπτη θέση τού Νοβατιανού, ο Κυπριανός προβάλλει ότι η συμπόνια και η συγχώρεση ήταν οι μόνες πηγές της ελπίδας. Ο Κυπριανός εστίασε τόσο στην ουσία όσο και στο μυστήριο της ενότητας της Εκκλησίας μέσω του μυστηρίου της θείας ευχαριστίας και της ενανθρωπήσεως του Χριστού. Το μυστήριο της θείας ευχαριστίας φανερώνει την πραγματικότητα του Θεού. Είναι το μυστήριο που καθρεφτίζει την Εκκλησία ως μυστήριο ενότητας (sacramentum unitatis), μιας και η ενότητα αυτή πραγματώνεται στη θεία κοινωνία. Ο ίδιος αναφέρθηκε επίσης στην Εκκλησία ως το μυστήριο της θείας ομοφωνίας, το μυστήριο της πίστης, το μυστήριο του Χριστού και το μυστήριο της θείας παράδοσης. Στο επίκεντρο όλων αυτών ήταν η διεισδυτική συνειδητοποίηση ότι η πνευματική ζωή είναι μυστηριακή. Συνεπάγεται την πανταχού παρούσα πραγματικότητα της δράσης του Θεού και της ανθρώπινης ανταπόκρισης. Η θεία ευχαριστία προετοιμάζει για την τελική της ανόρθωση την ανθρώπινη ύπαρξη, ενώ το sacramentum Christi αποκαλύπτει το σχέδιο του Θεού για τη λύτρωση του λαού Του.

Κατηγορίες: ΒΙΒΛΙΑ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Φώτιος Σωτ. Ιωαννίδης, Κυπριανός Καρχηδόνας, De Lapsis-Οι Πεπτωκότες, Εισαγωγή-Κείμενο-Μετάφραση-Σχόλια, Acta Varia Academica 23, εκδόσεις Ostracon, Θεσσαλονόκη 2018

Φώτιος Σωτ. Ιωαννίδης, Αμβρόσιος Μεδιολάνων, De Paenitentia-Περί Μετανοίας, Εισαγωγή-Κείμενο-Μετάφραση-Σχόλια, Acta Varia Academica 22, εκδόσεις Ostracon, Θεσσαλονίκη 2018

Από την Εισαγωγή του βιβλίου

AmbroseΟ Αμβρόσιος αντιμετωπίζει την αμαρτία με την κάθετη και οριζόντια διάστασή της και τις αντίστοιχες συνέπειές της. Δηλαδή όχι μόνον ως απομάκρυνση του ανθρώπου από τον Θεό, αλλά και από την οικογενειακή θαλπωρή που του προσφέρει η Εκκλησία με τη χάρη των Μυστηρίων της. Η Εκκλησία, ασκώντας το μεσολαβητικό της ρόλο, προσεύχεται στον Θεό για την ίαση του αμαρτωλού και την επανένταξή του στην οικογένεια των πιστών. Δε δείχνει τη σκληρότητα που επιδεικνύει η αίρεση προς τον αμαρτωλό. Ανακουφίζει τον πόνο που προκαλεί στον άνθρωπο η αμαρτία όχι μόνο με την παρακίνηση για μετάνοια και την καλλιέργεια της ελπίδας για συγχώρεση, αλλά και με την πραγματοποίησή της. Συγχωρεί το μετανοημένο μέσω της αγιοπνευματικής δύναμης και εξουσίας, που ο Ίδιος ο Κύριος χορήγησε στους Αποστόλους Του κι εκείνοι τη μεταβίβασαν στους ιερείς. Ο άγιος τονίζει τον εκκλησιολογικό και ευχαριστιακό χαρακτήρα της μετανοίας, αφού η προσέλευση στη θεία ευχαριστία προϋποθέτει τη συμφιλίωση με τον Θεό και την Εκκλησία Του. Αυτή, άλλωστε, είναι και η συνείδηση της αρχαίας Εκκλησίας κατά τη δημόσια μετάνοια. Η αμαρτία δημοσιοποιείται, γιατί εκτός από την προσβολή του θείου Νόμου συνιστά και προσβολή του σεβασμού και της αγάπης του πλησίον. Ο Αμβρόσιος, όμως, καθιστά σαφή και την εσχατολογική προοπτική της μετανοίας, αφού ο μεταμελημένος εισέρχεται με το γαμήλιο ένδυμά του στο βασιλικό οίκο και παρακάθεται ως συνδαιτυμόνας στη βασιλική τράπεζα. Η μετάνοια ανοίγει τις πύλες της βασιλείας των ουρανών.

Κατηγορίες: ΒΙΒΛΙΑ | Ετικέτες: | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Φώτιος Σωτ. Ιωαννίδης, Αμβρόσιος Μεδιολάνων, De Paenitentia-Περί Μετανοίας, Εισαγωγή-Κείμενο-Μετάφραση-Σχόλια, Acta Varia Academica 22, εκδόσεις Ostracon, Θεσσαλονίκη 2018

Δήμητρα Κούκουρα, «Τίς λαλήσει τάς δυναστείας τοῦ Κυρίου» και πώς;

8ο ΔΣΟΘ_600

Η εισήγηση της Καθηγήτριας του Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ στο 8ο Διεθνές Συνέδριο Ορθοδόξου Θεολογίας

H απορία του ψαλμωδού για τον κήρυκα των έργων του Θεού παραμένει πάντοτε επίκαιρη: «ποιος ποτέ θα μπορέσει υμνήσει επάξια τη θαυμαστή δύναμη του Κυρίου, ώστε να ακουστούν οι ύμνοι που του ταιράζουν;» Πολύ περισσότερο ισχύει, όταν πρόκειται για το μέγα μυστήριο της ευσεβείας και τον λόγο τον του Σταυρού, που εξακολουθεί να αποτελεί και σκάνδαλο και μωρία. Στην απάντησή του ο ψαλμωδός επικεντρώνεται στο ήθος του ομιλητή και στην ανάγκη για τη διαρκή του ετοιμότητα να τηρεί τις εντολές του Θεού με ανάλογες πράξεις.

Η γνωστή εντολή του Ιησού στους μαθητές του πριν από την Ανάληψή του «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη..» είναι σαφής και διαχρονική. Η μεταφορά της χαρμόσυνης είδησης της εν Χριστώ σωτηρίας ισχύει και για όλους τους μαθητές των μαθητών έως της συντελείας των αιώνων.

Βεβαίως η εντολή άρχισε να εκτελείται από την ημέρα της Πεντηκοστής μέχρι και σήμερα. Όμως δεν αρκεί όση προσπάθεια και αν έχει γίνει, γιατί υπάρχουν δισεκατομμύρια ανθρώπων στη γη που δεν έχουν ποτέ ακούσει για «τήν ἐν ἡμῖν ἐλπίδα». Και κανείς δεν τους έχει πει ότι ο Θεός δεν είναι χαμένος κάπου στο άπειρο αδιάφορος για τον πόνο των ανθρώπων, αλλά ότι είναι άνθρωπος όπως εμείς και συγχρόνως θεός αθάνατος που μας ανασύρει από τον θάνατο και μας χαρίζει τη ζωή και την ανάσταση.

Στα κείμενα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου ανακεφαλαιώνεται ο θεμελιώδης στόχος της ορθόδοξης μαρτυρίας:

«Μετέχοντες τῆς Θείας Εὐχαριστίαςκαί προσευχόμενοι ἐν τῇ ἱερᾷ Συνάξει ὑπέρ τῆς Οἰκουμένης, καλούμεθα νά συνεχίζωμεν την «λειτουργίαν μετά τήν Λειτουργίαν» καί νά δίδωμεν τήν μαρτυρίαν περί τῆς ἀληθείας τῆς πίστεως ἡμῶν ἐνώπιον Θεοῦ καί ἀνθρώπων, μοιραζόμενοι τάς δωρεάς τοῦ Θεοῦ μεθ’ ὁλοκλήρου τῆς ἀνθρωπότητος…(Εγκύκλιος Συνόδου).

8ο ΔΣΟΘ_381

H Εκκλησία μοιράζεται τον θησαυρό της, αυτό που είναι και αυτό που έχει: «ἡ Ἐκ­κλη­σί­α δέν ζεῖ γι­ά τόν ἑ­αυ­τό της. Με­τα­δί­δει τή μαρ­τυ­ρί­α τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου τῆς χά­ρι­τος καί τῆς ἀ­λη­θεί­ας καί προ­σφέ­ρει σέ ὅ­λη τήν οἰ­κου­μέ­νη τά δῶ­ρα τοῦ Θε­οῦ: τήν ἀ­γά­πη, τήν εἰ­ρή­νη, τήν δι­και­ο­σύ­νη, τήν κα­ταλ­λα­γή, τήν δύ­να­μη τοῦ Σταυ­ροῦ καί τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως καί τήν προσ­δο­κί­α τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τος.(Μήνυμα Συνόδου).

Ο ευαγγελισμός και ο επανευαγγελισμός αποτελούν επιτακτικό χρέος για όλα τα μέλη της Εκκλησίας, κλήρο και λαό, εφόσον μαζί αποτελούν το εκκλησιαστικό πλήρωμα και οφείλουν να απευθύνονται σε ποικίλους αποδέκτες:

 α) σε εκείνους που δεν έχουν  ακούσει ποτέ το ευαγγέλιο της χάριτος και της αληθείας, β) σε εκείνους που έχουν γίνει μέλη της με το βάπτισμα αλλά έχουν απομακρυνθεί από τη ζωή της και δεν συνεργούν στην ανακαινιστική χάρη του Αγίου Πνεύματος και γ) οπωσδήποτε στα συνειδητά εκκλησιαστικά πληρώματα, με στόχο όχι μόνον την πνευματική τους οικοδομή αλλά και την καλλιέργεια του χρέους της μαρτυρίας.

Παρ’ όλα αυτά ο ευαγγελισμός των εθνών δεν αποτελεί πάντοτε  πρωταρχική μέριμνα των τοπικών μας εκκλησιών. Ο επανευαγγελισμός εκείνων που έχουν αποκοπεί από τη ζωή της Εκκλησίας δεν είναι συστηματικός και στα κηρύγματα παρακλήσεως και πνευματικής οικοδομής ο θησαυρός της πίστεως σπάνια τονίζεται ως αγαθό που πρέπει να πολλαπλασιαστεί. Και έτσι η ορθόδοξη ζώσα παράδοση μετατρέπεται σε μουσειακό είδος. Και εμείς αρκούμαστε όταν έρχονται κοντά μας να τον θαυμάσουν οι λιγοστοί υποψιασμένοι ανάμεσα στα δισεκατομμύρια που αναζητούν την αλήθεια και απαντήσεις για το κακό που περίσσευσε στις σύγχρονες κοινωνίες.

Οι προτροπές της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου είναι αφυπνιστικές. Χρειάζεται όμως και η ανάλογη ανταπόκριση με σύνεση, σχεδιασμό και υπευθυνότητα. Προ πάντων με βαθειά πίστη.

Προς το παρόν, ο εφησυχασμός που παρατηρείται στα μέλη της Ορθόδοξης Εκκλησίας, που συνήθως κυμαίνονται με ακαθόριστα κριτήρια από 200 σε 350 εκατομμύρια πιστούς, δημιουργεί αισθητό ιεραποστολικό κενό.

Οι διαπιστώσεις που προέρχονται από τα ορμητικά χριστιανικά ρεύματα που ξεκινούν από το Νότιο Ημισφαίριο για να κηρύξουν το ευαγγέλιο σε όλη τη γη δεν είναι αβάσιμες. Στηρίζονται στην παρατήρηση και τα μετρήσιμα δεδομένα.

Επισημαίνουν πως κάθε Κυριακή οι ίδιοι αριθμούν πολυπληθή εκκλησιάσματα, ενώ οι παραδοσιακές χριστιανικές εκκλησίες ολιγάριθμους πιστούς. Οι ευκτήριοι οίκοι τους πολλαπλασιάζονται παντού, ενώ στον Βορρά και ιδιαίτερα στην Ευρώπη μεγαλοπρεπείς Καθεδρικοί ναοί εκποιούνται και αλλάζουν χρήση.

8ο ΔΣΟΘ_532

Η τραγική ειρωνεία είναι ότι επαναλαμβάνεται το ίδιο φαινόμενο «ιεροσυλίας» χώρων λατρείας, που είχε επιτελεσθεί από τα ολοκληρωτικά καθεστώτα του 20ου αιώνα. Όμως, τώρα, με τη βούληση ιστορικών τοπικών εκκλησιών καθαγιασμένοι χώροι από την τέλεση των ιερών μυστηρίων  μετατρέπονται σε πανάκριβους χώρους εστίασης και φιλοξενίας. Ευτυχώς όχι σε μηχανουργεία ή στάβλους, όπως συνέβη στις χώρες των αθεϊστικών καθεστώτων.

Παράλληλα προβάλλεται το αδιαμφισβήτητο επιχείρημα ότι το κέντρο της χριστιανικής βαρύτητας έχει πλέον μετακινηθεί στον Νότο, το κείμενο της Αγίας Γραφής μεταφράζεται και διαδίδεται με ραγδαίους ρυθμούς στις γλώσσες και τις διαλέκτους της Νοτίου Αμερικής, Αφρικής, Ασίας Ωκεανίας και σε πολλαπλά αντίτυπα. Στα δικά μας περιβάλλοντα συνηθέστερα είναι γνωστή μόνον από τα αναγνώσματα της Κυριακής.

Χωρίς αμφιβολία, τα μέλη των πολυδαίδαλων παραποτάμων που προέκυψαν από το ρεύμα της Μεταρρύθμισης αυξάνουν διαρκώς και η εντολή του Κυρίου προς τους μαθητές του και τους μαθητές των μαθητών του «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά ἔθνη» αποτελεί κύρια συνιστώσα της χριστιανικής τους ταυτότητας.

Όσοι εκπρόσωποι Ορθοδόξων τοπικών εκκλησιών συμμετέχουν σε παγκόσμια συνέδρια ιεραποστολής ή άλλες παγκόσμιες συναντήσεις με όλες ανεξαιρέτως τις χριστιανικές παραδόσεις, όπου είναι παρόντες και οι Evangelicals και οι Pentecostals με τα εκατοντάδες εκατομμύρια πιστών στους κόλπους τους, προβληματίζονται αρκετά για το θέμα που μας απασχολεί. Τα ερεθίσματα που λαμβάνουν, αν δεν οδηγήσουν σε μία επιπόλαιη απόρριψη αυτών που δεν είναι όπως εμείς, μπορούν να προκαλέσουν μία γόνιμη  αυτοκριτική και αφύπνιση του Ορθοδόξου χρέους. Διότι, συχνά, όταν υπάρχει η δυνατότητα σύγκρισης, ουσιαστικές παραλείψεις, που έχουν γίνει συνήθεια και τείνουν να εξελιχθούν σε τρόπο ζωής, γίνονται περισσότερο αντιληπτές.

Η πρώτη εντύπωση είναι ο ένθερμος ιεραποστολικός ζήλος, ανύπαρκτος σε τέτοιο βαθμό στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Βεβαίως οι δικές μας απορίες είναι εύλογες για την εκκλησιολογία, τη συστηματική θεολογία, τη σωτηριολογία, η αγιολογία κ.ο.κ. Ωστόσο, όλοι  ομολογούν πίστη στην Αγία Γραφή και στο Σύμβολο των Αποστόλων ή της Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως, έχουν βαθειά γνώση της Γραφής και τη δική τους πνευματική πορεία προς τον Χριστό (faith story) στον Χριστό.Tο κήρυγμά τους διατυπώνεται με ελκυστικούς εκφραστικούς τρόπους, διέπεται από αγωνιστικό φρόνημα και στοχεύει στην απαλλαγή από τα δεινά που καταδυναστεύουν τις σύγχρονες ανθρώπινες κοινωνίες.

Το δεύτερο σχόλιο είναι ο απεριόριστος γεωγραφικός τους ορίζοντας. Εξαπλώνονται παντού. Δεν διστάζουν να διεισδύσουν σε περιοχές που μπορεί ακόμη και να διαταράξουν την εύθραυστη ειρηνική συνύπαρξη πολυπληθών θρησκευτικών κοινοτήτων: π.χ στην Ινδία όπου η μεταστροφή μουσουλμάνων στον χριστιανισμό είναι θέμα αποστασίας που προκαλεί αντίποινα εναντίον όλων ανεξαιρέτως των χριστιανικών κοινοτήτων. Η πολυδιάσπαση των χριστιανικών παραδόσεων είναι άγνωστη στους οπαδούς του Κορανίου. Εκεί ισχύουν μόνο οι βασικές διχοτομίες: πιστός-άπιστος, Μωάμεθ-Χριστός και αυτοί που υφίστανται την τιμωρία είναι οι πιστοί όλως των Χριστιανικών παραδόσεων αδιακρίτως.

Εκείνο όμως που αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον για την Ορθόδοξη Εκκλησία είναι ο ζήλος τους να διαδώσουν το Ευαγγέλιο και στην Ευρώπη με τις χριστιανικές καταβολές που ανάγονται στους ίδιους τους Αποστόλους. Η πρώτη αντίδραση των Ορθοδόξων είναι ότι ασκούν προσηλυτισμό. Όμως η πραγματικότητα δεν είναι τόσο απλή. Διότι ο επανευαγγελισμός είναι κοινή αγωνία όλων των ευρωπαϊκών εκκλησιών της Ορθοδόξου μη εξαιρουμένης, ενώ η πληθυσμιακή σύνθεση της γηραιάς Ηπείρου έχει σημαντικά αλλάξει. Και ενώ οι Εκκλησίες στην Ευρώπη χαρακτηρίζουν τις ιεραποστολικές εκστρατείες που  ξεκινούν από την Κορέα, τη Νιγηρία, τη Βραζιλία και άλλες χώρες του Νότου ως προσηλυτισμό, οι ποικίλοι εισαγόμενοι ιεροκήρυκες υποστηρίζουν ότι το καθήκον του ευαγγελισμού είναι κοινό και κανείς δεν μπορεί να τους απαγορεύσει να το επιτελέσουν. Ακόμη περισσότερο κανείς δεν μπορεί να τους απαγορεύσει να διαποιμάνουν τους πολυπληθείς οικονομικούς πρόσφυγες που έχουν καταφύγει στην Ευρώπη από τον Νότο.

8ο ΔΣΟΘ_369

Εκτός από τη συνεπή υπακοή στην εντολή του Χριστού για τον ευαγγελισμό των Εθνών, αυτός ο ζήλος ίσως να δικαιολογείται και από την άγνοια της εκκλησιαστικής ιστορίας, εφόσον για αρκετούς ακόμη και ο Λούθηρος είναι άγνωστος. Άρα δεν έχουν δυσκολία να στείλουν ιεραποστόλους στις Σλαβόφωνες χώρες για να ευαγγελιστούν τον Χριστό, εφόσον αγνοούν το έργο των Θεσσαλονικέων ιεραποστόλων Κυρίλλου και Μεθοδίου πριν από 11 αιώνες. Αλλά και με την ίδια ευκολία έρχονται και στη Θεσσαλονίκη να φέρουν τα «καλά νέα», χωρίς να συνειδητοποιούν ότι ο Απ. Παύλος τους πρόλαβε πριν από 20 περίπου αιώνες.

Παρόλα αυτά ο αντίλογός τους  δεν είναι αβάσιμος: δεν έχει σημασία αν κάποια φορά κηρύχτηκε το Ευαγγέλιο και η πίστη των Χριστιανών αποτυπώθηκε σε μνημεία του πολιτισμού. Τώρα τί γίνεται;

Στην Ευρώπη ο συστηματικός διωγμός από τα αθεϊστικά καθεστώτα του 20ου αιώνα άφησε πίσω του 3-4 γενιές αγεώργητες, οι οποίες, όταν έπεσαν τα τείχη του ολοκληρωτισμού, με πολλή δύσκολα συνδέθηκαν πάλι με τη ζωή της εκκλησιάς. Προφανείς αιτίες ανάμεσα σε άλλες τα ευδαιμονιστικά δυτικά πρότυπα ζωής που κυριάρχησαν και η απουσία σύγχρονων τρόπων ποιμαντικής προσέγγισης. Παράλληλα η αυτονόμηση του ορθού λόγου και ο υπερτονισμός της μοναδικότητάς για την εύρεση της αλήθειας από τον Διαφωτισμό οδήγησε άλλοτε στην περιφρόνηση και άλλοτε στην αδιαφορία για τη χριστιανική πίστη.

Στα μάτια των δυναμικών ιεραποστόλων η Ευρώπη προβάλλεται ως μία προκλητική terra missionis, εφόσον πλέον είναι πολυπολιτισμική με πληθώρα προσφύγων, οικονομικών μεταναστών και άλλων μετακινούμενων εργαζομένων ή σπουδαστών.

Και το ερώτημα είναι εμείς οι Ορθόδοξοι τί κάνουμε; Εάν Χριστιανοί νεώτερων παραδόσεων έρχονται στον Βορρά να διαδώσουν το Ευαγγέλιο σε μία ελεύθερη κοινωνία διακίνησης θρησκευτικών πεποιθήσεων οι Ορθόδοξοι τί κάνουμε;

Προφανώς οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε το χρέος που πρωτίστως υπογράμμισε η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος όχι μόνο γιατί η «κλοπή των προβάτων» από ξένους στην περιοχή, όπως συχνά τονίζεται στα κείμενα κατά του προσηλυτισμού, είναι μία πραγματικότητα, αλλά γιατί αυτή είναι η αποστολή της Εκκλησίας μας.

Το επόμενο ερώτημα είναι: με ποιον τρόπο θα επιτελέσουμε το χρέος μας;  Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Ίσως χρειάζεται να ξεκινήσει με μία έντιμη αυτοκριτική από τους ποιμένες και τους διδασκάλους, κληρικούς και λαϊκούς και σοβαρό ποιμαντικό σχεδιασμό σε σχέση με το σύγχρονο κοινωνικό και πολιτιστικό περιβάλλον. Άλλωστε η σωστή ποιμαντική αναδεικνύει κληρικούς και λαϊκούς στελέχη της Εκκλησίας και για τον επανευαγγελισμό και  για τον ευαγγελισμό. Για το μερίδιο  της ακαδημαϊκής κοινότητας θα μπορούσαμε να επισημάνουμε ανάμεσα στα πολλά τα εξής:

-εάν είναι αλήθεια πώς οι άνθρωποι, αν δεν ακούσουν, δεν θα πιστέψουν, που σημαίνει ότι η Εκκλησία οφείλει να αρθρώσει τον λόγο της, στις Θεολογικές μας Σχολές σπανιότατα διδάσκεται αυτόνομα η Ομιλητική με όλες τις παραμέτρους της επικοινωνίας, που είναι τόσο απαραίτητη για την εποχή μας. Συχνά το γνωστικό της πεδίο εκλαμβάνεται ως ενασχόληση με πρακτικές οδηγίες που θα διευκολύνουν το κήρυγμα για τη λειτουργία της Κυριακής. Όμως η ομιλητική διαδικασία είναι πολύ πιο σύνθετη και πολλοί παράγοντες εμπλέκονται. Η μεταφορά του μηνύματος του ευαγγελίου στην ποικιλία των αποδεκτών, εντός ή εκτός του ιερού ναού, στη γειτονιά μας που χώρεσε πλέον όλον τον κόσμο ή στις άκρες της γης, δια ζώσης ή με τη χρήση των ποικίλων μέσων επικοινωνίας, δεν είναι πλέον απλή υπόθεση Χρειάζονται όλοι οι θεολόγοι μας να διδάσκονται την τέχνη της επικοινωνίας διότι και ευαγγελισμός και ο επανευαγγελισμός είναι κοινή υπόθεση κληρικών και λαϊκών, ανδρών και γυναικών, στελεχών της Εκκλησίας.

– στα προγράμματα των θεολογικών μας Σχολών εκτός από  την Ομιλητική που σποραδικά απαντά ως παράρτημα κάποιου άλλου μαθήματος της Πρακτικής Θεολογίας η Ιεραποστολική εξίσου σπάνια διδάσκεται.

8ο ΔΣΟΘ_530

Μετά την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο καθ’ οδόν προς μία δεύτερη τον 21ο αιώνα η ακαδημαϊκή θεολογία έχει να συνδράμει στο έργο της Εκκλησίας με την έρευνα των πηγών και την παράλληλη σπουδή της σύγχρονης αναζήτησης. Η Θεολογία είναι πρωτίστως πνευματική εμπειρία της παρουσίας του ζώντος θεού, που αποτυπώνεται στη ζωή και τa έργα των πιστών μέσα στην κοινωνία. Η ακαδημαϊκή θεολογία περιγράφει με παραδεκτές μεθοδολογίες την παρουσία των χριστιανών μέσα στον κόσμο και διαλέγεται μαζί του για να του μεταφέρει με δικούς του κώδικες επικοινωνίας το μέγα μυστήριο της πίστεως. Σημασία έχει το μήνυμα, το αναλλοίωτο περιεχόμενό του και ο τρόπος που μεταδίδεται σε κάθε πολιτιστικό περιβάλλον.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Δήμητρα Κούκουρα, «Τίς λαλήσει τάς δυναστείας τοῦ Κυρίου» και πώς;

Κυριακούλα Παπαδημητρίου, Αναλύοντας σημειωτικά την Αποστολική Σύνοδο κατά τις πληροφορίες της Καινής Διαθήκης. Αναφορές και σχέσεις με την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο

8ο_1045

Η εισήγηση της εψηφισμένης Καθηγήτριας του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας ΑΠΘ στο 8ο Διεθνές Συνέδριο Ορθοδόξου Θεολογίας

Το κύριο ερώτημα, στο οποίο προτίθεται να απαντήσει η εργασία μας είναι: Με ποιόν τρόπο η πρώτη σύνοδος της Εκκλησίας, η Αποστολική Σύνοδος του 48 μ.Χ. στα Ιεροσόλυμα, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πρότυπο για την πρόσφατη Αγία και Μεγάλη Σύνοδο των Ορθοδόξων; Μέχρι τώρα γίνονται συνήθως αναφορές και συσχετισμοί με τις Οικουμενικές Συνόδους της βυζαντινής εποχής, για εύλογους, βέβαια, λόγους. Ωστόσο, θεωρούμε ότι είναι σημαντικό να προσβλέψουμε στην αρχέγονη και αρχική, πρώτη παράδοση της συνοδικής πράξης της Εκκλησίας, που είναι αποθησαυρισμένη στις σελίδες της Καινής Διαθήκης, αφού εκείνη η παράδοση αποτελεί το θεμέλιο της πίστεως της Εκκλησίας. Οπωσδήποτε, οι συγκυρίες των αποστολικών χρόνων είναι διαφορετικές, αλλά οι πυρηνικές ιδιότητες πρέπει να διατηρούνται σταθερές σε θεσμούς που επικαλούνται κοινή καταγωγή, διάδοχη εξέλιξη και αδιάλειπτη συνέχεια.

Προκειμένου να διερευνήσουμε και να αναδείξουμε αυτές τις πυρηνικές σταθερές, θα χρησιμοποιήσουμε εργαλεία από τη σύγχρονη μέθοδο της σημειωτικής ανάλυσης, καθόσον θεωρούμε ότι αυτή προσφέρει έναν κατάλληλο και αξιόπιστο τρόπο, για να αποκωδικοποιήσουμε τα πρωτότυπα μηνύματα και να τα μεταφράσουμε στον κώδικα της εποχής μας, να διακρίνουμε τα ουσιώδη του περιεχομένου τους, που παραμένουν ως πρότυπα, και να αναγνωρίσουμε τους τύπους και τις εκφράσεις τους  που λειτουργούν ως σύμβολα. Μία τέτοια προσέγγιση σημαίνει ότι βλέπουμε τις αφηγήσεις για την Αποστολική Σύνοδο συνολικά, αλλά και στα επιμέρους, ως σημεία, δηλαδή ως κόμβους νοημάτων που εκπέμπονται και εκπέμπουν σήματα επικοινωνίας μεταξύ κειμένου και αναγνωστών, δημιουργώντας ένα δίκτυο σχέσεων. Καθώς δεν είναι δυνατόν να παρουσιάσουμε εδώ και να αναπτύξουμε τη σημειωτική ορολογία[1], θα αναφερόμαστε σ’ αυτήν καθ’ ὁδόν της ερμηνείας μας.

Μέσα στην Καινή Διαθήκη έχουμε δύο διηγήσεις για την Αποστολική Σύνοδο: μία από τον απόστολο Παύλο στην προς Γαλάτας Επιστολή του, κεφ. 2:1-10, και δεύτερη από τον ευαγγελιστή Λουκά στις Πράξεις των Αποστόλων, κεφ. 15:1-35. Αν και υπάρχουν κάποιες φωνές στην έρευνα, οι οποίες αμφισβητούν την ταύτιση αυτών των δύο διηγήσεων[2], εν τούτοις υπερισχύει η συναίνεση των πολλών ότι οι διηγήσεις αφορούν στο ίδιο γεγονός της Αποστολικής Συνόδου. Τούτο είναι σημαντικό, καθόσον η μία διήγηση συμπληρώνει, ακόμη και επεξηγεί την άλλη εναλλακτικά, ώστε να μην περιοριζόμαστε σε μία μονόπλευρη οπτική του γεγονότος. Μάλιστα, η αλληλοσυμπλήρωση και περιχώρηση των εικόνων, που προσφέρονται από τα δύο κείμενα, δεν αφορά μόνο στο πεδίο των ιστορικών γεγονότων ή των καθέκαστα περιστατικών, αλλά αφορά και στο πεδίο των διαπροσωπικών σχέσεων και των συναισθηματικών καταστάσεων, καθόσον η μεν διήγηση των Πράξεων δίνεται από την πλευρά ενός εξωτερικού αντικειμενικού αφηγητή, η δε διήγηση της προς Γαλάτας Επιστολής γίνεται από τον κύριο πρωταγωνιστή της υπόθεσης, που μιλά υποκειμενικά και συμμετέχει συναισθηματικά.

Για λόγους οικονομίας χρόνου, στην παρούσα εισήγηση θα επιμείνουμε στη διήγηση των Πράξεων, η οποία είναι πληρέστερη και ολιστικότερη, ανατρέχοντας όπου δει στην άλλη διήγηση της προς Γαλάτας Επιστολής. Παραθέτουμε το κείμενο, όπου έχουμε επισημάνει με διάφορα χρώματα τα σημεία που σχολιάζουμε και όπου θα χρειαστεί να ανατρέχουμε καθ’ ὅλη τη διάρκεια του σχολιασμού μας:

8ο ΔΣΟΘ_1048

Πραξ.15:1-35:

1 Καί τινες κατελθόντες ἀπὸ τῆς Ἰουδαίας ἐδίδασκον τοὺς ἀδελφοὺς ὅτι, ἐὰν μὴ περιτμηθῆτε τῷ ἔθει τῷ Μωϋσέως, οὐ δύνασθε σωθῆναι.

2 γενομένης δὲ στάσεως καὶ ζητήσεως οὐκ ὀλίγης τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Βαρναβᾷ πρὸς αὐτούς, ἔταξαν ἀναβαίνειν Παῦλον καὶ Βαρναβᾶν καί τινας ἄλλους ἐξ αὐτῶν πρὸς τοὺς ἀποστόλους καὶ πρεσβυτέρους εἰς Ἰερουσαλὴμ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου.

3 Οἱ μὲν οὖν προπεμφθέντες ὑπὸ τῆς ἐκκλησίας διήρχοντο τήν τε Φοινίκην καὶ Σαμάρειαν ἐκδιηγούμενοι τὴν ἐπιστροφὴν τῶν ἐθνῶν καὶ ἐποίουν χαρὰν μεγάλην πᾶσιν τοῖς ἀδελφοῖς.

4 παραγενόμενοι δὲ εἰς Ἰερουσαλὴμ παρεδέχθησαν ἀπὸ τῆς ἐκκλησίας καὶ τῶν ἀποστόλων καὶ τῶν πρεσβυτέρων, ἀνήγγειλάν τε ὅσα ὁ θεὸς ἐποίησεν μετ’ αὐτῶν.

5 Ἐξανέστησαν δέ τινες τῶν ἀπὸ τῆς αἱρέσεως τῶν Φαρισαίων πεπιστευκότες λέγοντες ὅτι δεῖ περιτέμνειν αὐτοὺς παραγγέλλειν τε τηρεῖν τὸν νόμον Μωϋσέως.

6 Συνήχθησάν τε οἱ ἀπόστολοι καὶ οἱ πρεσβύτεροι ἰδεῖν περὶ τοῦ λόγου τούτου.

7 Πολλῆς δὲ ζητήσεως γενομένης ἀναστὰς Πέτρος εἶπεν πρὸς αὐτούς·

…….

11 ἀλλὰ διὰ τῆς χάριτος τοῦ κυρίου Ἰησοῦ πιστεύομεν σωθῆναι καθ’ ὃν τρόπον κἀκεῖνοι.

12 Ἐσίγησεν δὲ πᾶν τὸ πλῆθος καὶ ἤκουον Βαρναβᾶ καὶ Παύλου ἐξηγουμένων ὅσα ἐποίησεν ὁ θεὸς σημεῖα καὶ τέρατα ἐν τοῖς ἔθνεσιν δι’ αὐτῶν.

13 Μετὰ δὲ τὸ σιγῆσαι αὐτοὺς ἀπεκρίθη Ἰάκωβος λέγων·

………….

19 διὸ ἐγὼ κρίνω μὴ παρενοχλεῖν τοῖς ἀπὸ τῶν ἐθνῶν ἐπιστρέφουσιν ἐπὶ τὸν θεόν, 20ἀλλ’ ἐπιστεῖλαι αὐτοῖς τοῦ ἀπέχεσθαι τῶν ἀλισγημάτων τῶν εἰδώλων καὶ τῆς πορνείας καὶ τοῦ πνικτοῦ καὶ τοῦ αἵματος.

………….

22 Τότε ἔδοξεν τοῖς ἀποστόλοις καὶ τοῖς πρεσβυτέροις σὺν ὅλῃ τῇ ἐκκλησίᾳ ἐκλεξαμένους ἄνδρας ἐξ αὐτῶν πέμψαι εἰς Ἀντιόχειαν σὺν τῷ Παύλῳ καὶ Βαρναβᾷ, Ἰούδαν τὸν καλούμενον Βαρσαββᾶν καὶ Σιλᾶν, ἄνδρας ἡγουμένους ἐν τοῖς ἀδελφοῖς,

23 γράψαντες διὰ χειρὸς αὐτῶν·

Οἱ ἀπόστολοι καὶ οἱ πρεσβύτεροι ἀδελφοὶ τοῖς κατὰ τὴν Ἀντιόχειαν καὶ Συρίαν καὶ Κιλικίαν ἀδελφοῖς τοῖς ἐξ ἐθνῶν χαίρειν. 24Ἐπειδὴ ἠκούσαμεν ὅτι τινὲς ἐξ ἡμῶν [ἐξελθόντες] ἐτάραξαν ὑμᾶς λόγοις ἀνασκευάζοντες τὰς ψυχὰς ὑμῶν οἷς οὐ διεστειλάμεθα, 25ἔδοξεν ἡμῖν γενομένοις ὁμοθυμαδὸν ἐκλεξαμένοις ἄνδρας πέμψαι πρὸς ὑμᾶς σὺν τοῖς ἀγαπητοῖς ἡμῶν Βαρναβᾷ καὶ Παύλῳ, 26ἀνθρώποις παραδεδωκόσιν τὰς ψυχὰς αὐτῶν ὑπὲρ τοῦ ὀνόματος τοῦ κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. 27ἀπεστάλκαμεν οὖν Ἰούδαν καὶ Σιλᾶν καὶ αὐτοὺς διὰ λόγου ἀπαγγέλλοντας τὰ αὐτά.

28 ἔδοξεν γὰρ τῷ πνεύματι τῷ ἁγίῳ καὶ ἡμῖν μηδὲν πλέον ἐπιτίθεσθαι ὑμῖν βάρος πλὴν τούτων τῶν ἐπάναγκες, 29ἀπέχεσθαι εἰδωλοθύτων καὶ αἵματος καὶ πνικτῶν καὶ πορνείας, ἐξ ὧν διατηροῦντες ἑαυτοὺς εὖ πράξετε. Ἔρρωσθε.

30 Οἱ μὲν οὖν ἀπολυθέντες κατῆλθον εἰς Ἀντιόχειαν, καὶ συναγαγόντες τὸ πλῆθος ἐπέδωκαν τὴν ἐπιστολήν.

31 ἀναγνόντες δὲ ἐχάρησαν ἐπὶ τῇ παρακλήσει.

32 Ἰούδας τε καὶ Σιλᾶς καὶ αὐτοὶ προφῆται ὄντες διὰ λόγου πολλοῦ παρεκάλεσαν τοὺς ἀδελφοὺς καὶ ἐπεστήριξαν, 33ποιήσαντες δὲ χρόνον ἀπελύθησαν μετ’ εἰρήνης ἀπὸ τῶν ἀδελφῶν πρὸς τοὺς ἀποστείλαντας αὐτούς.

35 Παῦλος δὲ καὶ Βαρναβᾶς διέτριβον ἐν Ἀντιοχείᾳ διδάσκοντες καὶ εὐαγγελιζόμενοι μετὰ καὶ ἑτέρων πολλῶν τὸν λόγον τοῦ κυρίου.

8ο ΔΣΟΘ_1044

Σύμφωνα με τον Greimas[3], στον οποίο οφείλουμε τη θεωρία της σημειωτικής ανάλυσης των κειμένων, κάθε κείμενο, δηλαδή κάθε αφήγηση που έχει έναν συνεχή λόγο, μπορεί να εκληφθεί ως μία πρόταση, όπου κάποιος κάνει κάτι, ωσάν να εκτυλίσσεται ένα θεατρικό έργο. Υπάρχει δηλαδή, μία δομή που χτίζεται από δράσεις, τις οποίες επιτελούν οι δρώντες, όπως καλούνται οι διάφορους ρόλοι μέσα στην αφήγηση. Επιπλέον, κατά τον Greimas, σε κάθε κείμενο μπορούμε να διακρίνουμε μία εσωτερική διαδικασία μετάβασης από ένα επίπεδο κατάστασης σε άλλο επίπεδο, μία διαδικασία μεταμορφώσεων, που συμβαίνουν ἐπί τῇ βάσει μιας σχέσεως υποκειμένου–αντικειμένου, και οδηγούν από το συγκεκριμένο στο αφηρημένο και από το απλό στο πολύπλοκο. Η διαδικασία αυτή ονομάζεται γενετική διαδρομή και παρουσιάζει τη γένεση του νοήματος του κειμένου από το επίπεδο του περιεχομένου του, δηλαδή από το επίπεδο των ιδεών του, μέχρι το επίπεδο της έκφρασής του, που είναι το επίπεδο της γλωσσικής διατύπωσης, αλλά και της πραγμάτωσης αυτών των ιδεών.

Πάνω σ’ αυτόν τον καμβά, ο οποίος, σημειωτέον, ολοκληρώνεται με ένα πυκνό πλέγμα πολλαπλών σχέσεων, που δεν μπορούμε να εκθέσουμε ἐπί τοῦ παρόντος, θέτουμε την αφήγηση των Πράξεων για την Αποστολική Σύνοδο, με σκοπό να αναδείξουμε εκείνα τα σημεία, που είναι φορείς των ουσιαστικών και διαχρονικών μηνυμάτων. Για τη σημειωτική ανάλυσή της θα ακολουθήσουμε την αντίστροφη σειρά της παραγωγής του νοήματος, δηλαδή της γενετικής διαδρομής, αρχίζοντας από το επίπεδο του λόγου, τη σύνταξη δηλαδή και τη σημασιολογία της γλωσσικής διατύπωσης του κειμένου, και διεισδύοντας σταδιακά στα βαθύτερα επίπεδα της σημασιολογίας των ιδεών της αφήγησης[4].

Προσέχοντας στα συντακτικά υποκείμενα του λόγου, τα οποία με τις ενέργειές τους επιφέρουν τις σημαντικές αλλαγές στην πορεία της αφήγησης, εντοπίζουμε τους δρώντες, δηλαδή τους διάφορους ρόλους μέσα στην αφήγηση, οι οποίοι διακρίνονται ανά δύο σε συνδυασμένα ζεύγη δραστών. Δράστες καλούνται τα κατονομαζόμενα (ονοματικοποιημένα), συγκεκριμένα, υποκείμενα (και όχι αφηρημένα οι ρόλοι) τα οποία δεν είναι μόνο φυσικά πρόσωπα, αλλά μπορεί να είναι και αξίες που προκαλούν δράση, όπως π.χ. το ευαγγέλιο.

Αφού εντοπίσουμε καθέκαστα τους δράστες και τους ρόλους τους, καταλήγουμε στα εξής τρία ζεύγη: Το πρώτο ζεύγος δραστών αποτελείται από έναν συλλογικό δράστη, τους αποστόλους της Αντιοχείας (με κίτρινο χρώμα), και από το αντικείμενο αξίας, για το οποίο αγωνίζονται οι απόστολοι, τον ευαγγελισμό των εθνών ή το οικουμενικό ευαγγέλιο (με μωβ). Το δεύτερο ζεύγος αποτελείται από ένα συλλογικό πάλι, αλλά ευρύτερα περιεκτικό δράστη, την εκκλησία, η οποία εμφανίζεται υπό τρεις εκδοχές: η εκκλησία της Αντιοχείας, η εκκλησία της Ιερουσαλήμ, η οποία αναφέρεται μαζί με τους αποστόλους και πρεσβυτέρους, ως ηγέτες αυτής αλλά και όλων των αδελφών, και η ὅλη εκκλησία, η οποία συμπεριλαμβάνει την εκκλησία της Ιερουσαλήμ μαζί με τους αποστόλους της Αντιοχείας και αναφέρεται στο τελικό και καίριο σημείο της αφήγησης μαζί με το Πνεύμα το άγιο, το οποίο μάλιστα μνημονεύεται πρώτο στη σειρά (με κόκκινο). Το δεύτερο μέλος του ζεύγους αυτού αποτελούν οι απόστολοι της Αντιοχείας, Παύλος και Βαρνάβας, και μερικοί άλλοι (με κίτρινο), οι οποίοι δέχονται εντολές (εντολοδόχοι) τόσο από την εκκλησία της Αντιοχείας, όσο και από την όλη εκκλησία της Ιερουσαλήμ (εντολοδότες), σχετικές με το αντικείμενο αξίας, το οικουμενικό ευαγγέλιο. Το τρίτο ζεύγος αποτελείται από τον Βαρνάβα και Παύλο (με αντίστροφη σειρά τώρα), που είναι οι μοχλοί της όλης κίνησης μέσα στην αφήγηση και οι βοηθοί του όλου αγώνα για το ευαγγέλιο (με κίτρινο), και από μερικούς από την αίρεση των Φαρισαίων, οι οποίοι είναι οι αντίπαλοι. που μάχονται τους αποστόλους και υπονομεύουν το οικουμενικό ευαγγέλιο (με γκρί).

Με την παραπάνω κατηγοριοποίηση έχει χαραχθεί το πεδίο των γεγονότων της Αποστολικής Συνόδου και έχει καταστεί σαφής ο ρόλος κάθε μετόχου και μετέχοντος σε αυτήν. Έχουν, επίσης, καθορισθεί τα θέματα, τα οποία είναι ως προς τους αποστόλους και πρεσβυτέρους η σύνοδος, η συζήτηση και η απόφαση∙ ως προς την εκκλησία η σύναξη, η κοινή εμπειρία και η ομοφροσύνη (ὁμοθυμαδόν), τα οποία όλα σηματοδοτούν την ενότητα∙ και ως προς τους Παύλο και Βαρνάβα, η ειδική αποστολή και μαρτυρία προς την οικουμένη.

Περαιτέρω, ενδιαφέρουσα είναι η διάσταση του χώρου αλλά και του χρόνου, για τα οποία μας πληροφορεί ο λόγος του κειμένου. Οι χρονικές ενδείξεις προσδίδουν στην αφήγηση τα γνωρίσματα της ιστορικότητας. Ορίζονται κυρίως με τους γραμματικούς χρόνους των ρημάτων (αόριστοι, παρατατικοί, συντελεσμένοι) και με τις επιρρηματικές προτάσεις της σύνταξης του λόγου (χρονικές, αιτιολογικές, τελικές, υποθετικές), ενώ υπάρχουν μόνο δύο επιρρήματα, σαφή και εμφατικά: το τότε (στιχ. 22) και το ὁμοθυμαδόν (στίχ. 24), που σηματοδοτούν το κέντρο της ιστορίας και την αρχή της αντίστροφης κίνησης, της επιστροφής. Με τη χρονική διαδοχή αναδεικνύονται τα αίτια της Συνόδου, που είναι η διδασκαλία των ιουδαΐζόντων χριστιανών, και υποδεικνύεται η στιγμή της τελικής πράξης,.

Οι αναφορές στον χώρο είναι πλούσιες. Η ιστορία αρχίζει στην Ιουδαία, από όπου μετακινείται στην Αντιόχεια. Από εκεί η υπόθεση, αφού περάσει από τη Φοινίκη και τη Σαμάρεια, επανέρχεται στην Ιουδαία, και συγκεκριμένα στην Ιερουσαλήμ, για να καταλήξει και πάλι στην Αντιόχεια. Με τις ονομασίες περιγράφεται όλος ο χώρος του μέχρι τότε ευαγγελισμού, που δίνεται, με μία κυκλική παρουσίαση. Προβάλλονται δύο κέντρα, από τα οποία το ένα, η Ιερουσαλήμ, καθίσταται ο χώρος που χωρίζει αλλά και ενώνει ως προς το ζήτημα, ενώ το άλλο, η Αντιόχεια, αναδεικνύεται ο χώρος όπου αρχίζει και τελειώνει το πρόβλημα. Επιπλέον, προβάλλει ως διάσταση χώρου (με τη χρήση προθέσεων που κυριολεκτούνται για τον τόπο, των ἀπὸ και διά αντίστοιχα), ο χώρος της αἱρέσεως των Φαρισαίων σε αντιδιαστολή με τον χώρο της χάριτος του Ιησού Χριστού. Αλλά το πιο αξιοσημείωτο για την υπόθεση είναι ότι παρουσιάζεται ο χώρος των εθνών (με την πρόθεση τόπου ἐν) ἐν τοῖς ἔθνεσιν ως ο χώρος όπου δρα το Πνεύμα το άγιο σημεῖα καὶ τέρατα (στιχ. 12): με άλλα λόγια, παρουσιάζεται ως εκκλησία. Κατά ταύτα, η εκκλησία, που σηματοδοτείται ακριβώς από την παρουσία του Πνεύματος, εγκαθίσταται στα έθνη.

Τα θέματα που κυριαρχούν σ’ αυτή την χρονοποίηση και χωροποίηση της αφήγησης είναι αφενός η «διαφυγή» και η μετάβαση των αποστόλων στον τόπο του κινδύνου, όπου επιβάλλεται να έλθουν αντιμέτωποι με το πρόβλημα και να το λύσουν, και αφετέρου η αναγνώριση του χώρου της εκκλησίας ανάμεσα στα έθνη. Οι Παύλος και Βαρνάβας, απόστολοι των εθνών, διαφεύγουν, χρονικά και χωρικά, μακριά από την ασφάλεια της Αντιόχειας και πηγαίνουν στον χώρο όπου δημιουργήθηκε η αταξία, για να αποκαταστήσουν την τάξη. Στην Ιερουσαλήμ της Ιουδαίας τίθεται το ζήτημα «οικουμενικό ή ιουδαϊκό ευαγγέλιο;» και η χάρις του Ιησού Χριστού ορίζεται ως ο νέος χώρος του λαού του Θεού, δηλαδή η εκκλησία, που δεν διαχωρίζει Ιουδαίους και εθνικούς.

Προχωρώντας από το επίπεδο του λόγου στο επίπεδο της αφηγηματικής ανάλυσης, διαπιστώνουμε ότι η ιστορία, η οποία πραγματοποιείται με τα στοιχεία που παραθέσαμε μέχρι στιγμής, αρχίζει με μία διαταραχή και με μία έλλειψη (γενομένης στάσεως καὶ ζητήσεως). Η ευφορία, που επικρατούσε στην εκκλησία, διαταράσσεται από τους ισχυρισμούς των ιουδαϊζόντων χριστιανών από την Ιερουσαλήμ ότι για τη σωτηρία δεν αρκεί το ευαγγέλιο του Χριστού, αλλά χρειάζεται και η περιτομή. Κατ’ αυτόν τον τρόπο προσδίδεται ένας πολεμικός χαρακτήρας στην αφήγηση και οι δράστες εμπλέκονται σε δύο λειτουργίες: στη λειτουργία μιας συμφωνίας και στη λειτουργία μιας δοκιμασίας.

Η εκκλησία της Αντιοχείας αναθέτει στους αποστόλους (ἔταξαν ἀναβαίνειν Παῦλον καὶ Βαρναβᾶν καί τινας ἄλλους ἐξ αὐτῶν, στίχ. 2) την εύρεση της λύσης στο ζήτημα που ανέκυψε, ώστε να διασαφηνισθεί το ευαγγέλιο προς τα έθνη και να επανέλθει η ενότητα και η ειρήνη. Οι απόστολοι συμφωνούν και ξεκινούν την αποστολή τους με ένα ταξίδι προς την Ιερουσαλήμ. Η δεύτερη λειτουργία, της δοκιμασίας, παρουσιάζει κατ’ αρχήν δύο φάσεις. Κατά την πρώτη, που καλείται προσδιοριστική δοκιμασία, οι απόστολοι πρέπει να εφοδιασθούν με τη δυνατότητα να ολοκληρώσουν την αποστολή τους, και συγκεκριμένα με τις αποδείξεις ότι το κήρυγμά τους προς τα έθνη ισχύει. Τη δυνατότητα αυτή (τροπική ικανότητα) δίνουν στους αποστόλους οι αδελφοί, τους οποίους συναντούν κατά τη διέλευση από τη Φοινίκη και τη Σαμάρεια, δύο επαρχίες κατ’ εξοχήν εθνικές, και οι οποίοι επιδοκιμάζουν και επιχαίρουν για τον ευαγγελισμό των εθνών (ἐκδιηγούμενοι τὴν ἐπιστροφὴν τῶν ἐθνῶν καὶ ἐποίουν χαρὰν μεγάλην πᾶσιν τοῖς ἀδελφοῖς, στίχ. 3). Η χαρά όλων πηγάζει από την κοινή εμπειρία της εκκλησίας (πᾶσιν τοῖς ἀδελφοῖς), είναι απόρροια μεγάλων γεγονότων του Πνεύματος, όπως η μετάνοια και η επιστροφή, δηλαδή το βάπτισμα (ἐκδιηγούμενοι τὴν ἐπιστροφὴν τῶν ἐθνῶν καὶ ἐποίουν χαρὰν μεγάλην), και αποτελεί το πνευματικό βίωμα, το οποίο καθίσταται, όπως θα δούμε στη συνέχεια, το ισχυρότερο επιχείρημα στα χέρια των αποστόλων.

Στην Ιερουσαλήμ εκτυλίσσεται η δεύτερη φάση της λειτουργίας της δοκιμασίας, η κύρια δοκιμασία, κατά την οποία οι δύο πλευρές παρουσιάζουν τα όπλα τους και κονταροχτυπιούνται: οι απόστολοι των εθνών καταθέτουν ὅσα ὁ θεὸς ἐποίησεν μετ’ αὐτῶν (στίχ. 4), δηλαδή την πνευματική εμπειρία της εκκλησίας, την οποία αναφέραμε, ενώ οι ιουδαΐζοντες χριστιανοί τους ισχυρισμούς τους ὅτι δεῖ περιτέμνειν αὐτοὺς παραγγέλλειν τε τηρεῖν τὸν νόμον Μωϋσέως (στίχ. 5). Ακολουθεί μία κρίσιμη συζήτηση μεταξύ των αποστόλων και πρεσβυτέρων αυτή τη φορά (χωρίς το πλήθος της εκκλησίας), όπου για τρίτη φορά οι απόστολοι των εθνών, Παύλος και Βαρνάβας, καταθέτουν τα επιχειρήματά τους, ὅσα ἐποίησεν ὁ θεὸς σημεῖα καὶ τέρατα ἐν τοῖς ἔθνεσιν δι’ αὐτῶν (στίχ. 12), δηλαδή την πνευματική εμπειρία της εκκλησίας των εθνών και των ίδιων.  Καθοριστικοί είναι οι λόγοι των ηγετικών αποστόλων Πέτρου και Ιακώβου, οι οποίοι προβάλλουν τα ίδια επιχειρήματα της προσωπικής και εκκλησιαστικής εμπειρίας για την επιστροφή των εθνών: ο Πέτρος επικαλείται το βάπτισμα του εθνικού εκατόνταρχου Κορνήλιου και ο Ιάκωβος επικαλείται τη μαρτυρία των γραφών της Παλαιάς Διαθήκης για τη μεταστροφή των εθνικών σε λαό του Θεού. Μετά ταύτα συμφωνούν όλοι (οι απόστολοι και οι πρεσβύτεροι και όλη η εκκλησία), και εκδίδεται η απόφαση, στην οποία συμμαρτυρεί το άγιο Πνεύμα, ως ο αληθινός, αν και «μυστικός», ηγεμών της εκκλησίας (Ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι και ἡμῖν, στίχ. 28).

Με τις παραπάνω λειτουργίες, εκπληρώνεται η αρχική συμφωνία και αποστολή της πρώτης λειτουργίας, εξαλείφεται ο λόγος της ταραχής και αποκαθίσταται η ειρήνη και η ενότητα της εκκλησίας.

Έχει γίνει σταδιακά φανερό και έχει ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος της αφήγησης ότι το κύριο θέμα της είναι αυτό που αποκαλέσαμε οικουμενικότητα του ευαγγελίου, κήρυγμα προς όλα τα έθνη και την οικουμένη χωρίς διακρίσεις υπέρ του ιουδαϊκού λαού. Το θέμα αυτό συνδέεται με βαθύτερα θέματα της αφήγησης, τα οποία είναι η ομοφροσύνη, η ειρήνη και η ενότητα μέσα στην εκκλησία. Αξιοπρόσεκτο είναι ότι η ανάδειξη αυτών των θεμελιωδών αξιών γίνεται μέσα από αντιθέσεις και συγκρούσεις, των Παύλου και Βαρνάβα με τους ιουδαΐζοντες χριστιανούς, αλλά και μέσω αλληλοσυμπληρώσεων και ολοκληρώσεων μεταξύ των τοπικών εκκλησιών, της Αντιόχειας και της Ιερουσαλήμ, και μεταξύ των επιφανών ηγετών αλλά και της όλης εκκλησίας.

Οι θεμελιώδεις αξίες, που αναδύονται μέσα από το κείμενο, δομούν το λεγόμενο σημειωτικό τετράγωνο, που επεξεργάσθηκαν οι σημειωτιστές από το λογικό τετράγωνο του Αριστοτέλη. Πάνω σ’ αυτό προβάλλεται ένα σύνολο σημαινομένων, το οποίο διέπεται βασικά από τις σχέσεις εναντίωσης και συμπλήρωσης και απαρτίζει τη σημασιολογία του κειμένου. Στην περίπτωσή μας έχει ως εξής:

11

οικουμενικότητα εναντίον αποκλειστικότητας = οι ιουδαΐζοντες

οικουμενικότητα συν μη αποκλειστικότητα = οι χριστιανοί

αποκλειστικότητα συν μη οικουμενικότητα = οι Ιουδαίοι

μη αποκλειστικότητα αλλά και μη οικουμενικότητα = οι διπρόσωποι, όπως οι Πέτρος και Βαρνάβας και άλλοι Ιουδαίοι αργότερα στην Αντιόχεια, που παρασύρθηκαν σε «υπόκριση», κατά το Γαλ. 2:11-14

Η σημειωτική ανάλυση που προηγήθηκε καθιστά ευκρινή τη διαπίστωση ότι υπάρχουν ουσιώδεις αναφορές και σχέσεις της Αποστολικής Συνόδου, η οποία οφείλει να λειτουργεί ως πρότυπο κάθε συνόδου, mutatis mutandis των ιστορικοκοινωνικών συμβεβηκότων κάθε φορά, με την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο των ημερών μας. Ομοιότητες υπάρχουν βασικά στα εξής:

α) Ως προς τα ζητούμενα της ομοφροσύνης και της ενότητας της εκκλησίας σχετικά με προβλήματα της εποχής μας, τα οποία και σήμερα διαταράσσουν την ειρήνη της εκκλησίας είτε κατά τόπους είτε ευρύτερα, ορισμένα από τα οποία επιδίωξε η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος να επιλύσει.

8ο ΔΣΟΘ_1049

β) Ως προς τις θεμελιώδεις αξίες της οικουμενικότητας του ευαγγελίου, το οποίο οφείλει να σπάει τις κάθε είδους αποκλειστικότητες (φυλετικές ή πολιτισμικές ή εθιμικές), που ταλανίζουν τον σύγχρονο κόσμο και να πορεύεται με βάση την κοινή εμπειρία της εκκλησίας γύρω από το κοινό τραπέζι και το κοινό ευαγγέλιο, συμβάλλοντας στη χαρά των αδελφών. Με αυτό το πνεύμα, η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος αντιμετώπισε τον εθνοφυλετισμό, τον θρησκευτικό φανατισμό, αλλά και τις επιμέρους ιδιαιτερότητες των εκκλησιών, αναγνωρίζοντας σε κάθε περίπτωση τη διακριτική ευχέρεια των τοπικών ποιμένων.

Δεν θα αναφερθούμε, λόγω των περιορισμών του παρόντος, σε μία ποικιλία άλλων θεμάτων, όπου η θεόπνευστη αφήγηση των Πράξεων για την Αποστολική Σύνοδο παρέχει σημαινόμενα, που διαφαίνονται και εκδηλώνονται και στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο.

Δεν θα εθελοτυφλήσουμε, όμως, προς τις αντιδράσεις και τις αντιστάσεις, που εκδηλώθηκαν προς την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο, διότι και ως προς αυτές υπάρχει αναφορά και συσχέτιση με την Αποστολική Σύνοδο. Αλλά εδώ, θα πρέπει να επικαλεσθούμε τη δεύτερη αφήγηση της Αποστολικής Συνόδου, που βρίσκεται στην προς Γαλάτας Επιστολή.

Από τον συγγραφέα της, απόστολο Παύλο, πληροφορούμαστε ότι μετά την Αποστολική Σύνοδο κάποιοι από τους ιουδαΐζοντες χριστιανούς δεν συμμορφώθηκαν και δεν υπάκουσαν στο δόγμα της Συνόδου, αλλά άρχισαν να ακολουθούν κατά πόδας τον απόστολο και να υπονομεύουν το έργο του με συκοφαντίες, με επίκληση της υποστήριξης τους δήθεν από τους άλλους αποστόλους, και με επιχειρηματολογία μάλιστα από τις Γραφές, θέτοντας σε κίνδυνο τους πιστούς. Με όρους της Σημειωτικής, ο απόστολος αντιμετωπίζει πάλι μία δοκιμασία για την οικουμενική αξία του ευαγγελίου, την οποία πρεσβεύει. Πρόκειται για μία τρίτη φάση της λειτουργίας της δοκιμασίας, η οποία καλείται δοξαστική δοκιμασία, διότι ο πρωταγωνιστής κερδίζει για δεύτερη φορά την υπόθεση, αναγνωρίζεται το έργο του και δοξάζεται πλέον χωρίς καμμία αμφισβήτηση.

Τη νίκη αυτή επέτυχε ο Παύλος με την επιστολή του προς Γαλάτας, με την οποία αποστόμωσε τους αντιπάλους του και ξεκαθάρισε μια για πάντα τα οικουμενικά γνωρίσματα του νέου λαού του Θεού, των χριστιανών. Η δοκιμασία της αμφισβήτησης, που αντιμετωπίζει η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος, είναι η ευκαιρία να αποτελέσει τη δοξαστική δοκιμασία της, η οποία θα καταδείξει την προσφορά της στην εκκλησία και στον σύγχρονο κόσμο. Αλλά αυτό απαιτεί προσδοκία και ευθύνη όλων μας.

8ο_1042

[1] Για μία εμπεριστατωμένη, συστηματική και κατανοητή εισαγωγή στη θεωρία της Σημειωτικής βλ. Αλεξάνδρου Φ. Λαγοπούλου και Κάριν Boklund-Λαγοπούλου, Θεωρία της Σημειωτικής. Η παράδοση του Ferdinand de Saussure, Αθήνα: εκδ. Πατάκη, 2016.

[2] Βλ. Κυριακούλας Παπαδημητρίου, Προς Γαλάτας. Ο καινούργιος λαός του Θεού, Θεσσαλονίκη: Ostracon, 2018, 54 ε.ε. Ορισμένοι ερμηνευτές ισχυρίζονται ότι τα Πράξ. 11:27-30∙ 12:25 αναφέρονται στην επίσκεψη του Παύλου στην Ιερουσαλήμ για την αποστολική σύνοδο και αντιστοιχούν με το Γαλ. 2:1-10, αλλά οι θέσεις τους ανασκευάζονται.

[3] Βλ. την ολοκληρωμένη σημειωτική θεωρία του στο έργο Algirdas Julien Greimas et Joseph Courtés, miotique: Dictionnaire raisonné de la théorie du langage, Paris: Hachette, 1979.

[4] Για τη μεθοδολογία βλ. Αλεξάνδρου Φ. Λαγοπούλου και Κάριν Boklund-Λαγοπούλου, Θεωρία της Σημειωτικής, 117 ε.ε., όπου και ένα παράδειγμα από το έργο της Karin Boklund-Lagopoulou, «The Life of Saint Alexius: Structure and Function of a Medieval Popular Narrative», Semiotica 49, 3, 4: 243-281.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Κυριακούλα Παπαδημητρίου, Αναλύοντας σημειωτικά την Αποστολική Σύνοδο κατά τις πληροφορίες της Καινής Διαθήκης. Αναφορές και σχέσεις με την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο

Ἡ ἀνάγκη τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων σύμφωνα μέ τίς ἀποφάσεις τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (Κρήτη, Ἰούνιος 2016)

8ο ΔΣΟΘ_950

Γρηγορίου Λαρεντζάκη, Καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Graz, Ἄρχοντος Μέγα Πρωτονοταρίου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου

Ὁμιλία (ἐν περιλήψει) στό 8ο Διεθνές Συνέδριο Ορθοδόξου Θεολογίας

Τό γεγονός τῆς συγκλήσεως καί πραγματοποιήσεως τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀποτελεῖ ἕνα μέγιστο ἱστορικό γεγονός ὄχι μόνον γιά τήν Ὀρθοδοξία, ἀλλά καί γιά ὁλόκληρο τόν χριστιανισμό, τόν ὁποῖο δέν ἀφορᾶ μόνον ἔμμεσα, ἀλλά καί ἄμεσα. Εἰσαγωγικά ἐπιθυμῶ νά τονίσω, ὅτι ἡ Σύνοδος αὐτή ἔχει πανορθόδοξο χαρακτῆρα καί ἀποτελεῖ τήν ὕψιστη δυνατή αὐθεντία ὁλοκλήρου τῆς Ὀρθοδοξίας σήμερον, ἀνεξαρτήτως ἀπό τό γεγονός ὅτι δέν συμμετεῖχαν οἰκειοθελῶς καί ἀδικαιολογήτως 4 Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, οἱ ὁποῖες ὅμως εἶχαν συμφωνήσει καί προσυπογράψει τίς ἀποφάσεις γιά τήν σύγκλησή της, ἀλλά καί τά σχέδια τῶν Κειμένων τῶν ἀποφάσεών της. Ἐκτός τούτου, καί στίς Οἰκουμενικές Συνόδους τῆς πρώτης χιλιετίας δέν συμμετεῖχαν ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι τῆς Ἐκκλησίας, οὔτε καί ὅλες οἱ Ἐκκλησίες.

Τό θέμα τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων δέν ἀποτελεῖ μόνον ἕνα θεολογικό ἀξίωμα καί μία ἐκκλησιαστική ὑπόθεση οἰκουμενικοῦ χαρακτῆρος. Ἡ ἀνάγκη τοῦ Διαλόγου γενικά ἀποτελεῖ καί βασικό τρόπο συμβιώσεως τῶν ἀνθρώπων, ἀνεξαρτήτως πολιτικῆς, ἐκκλησιαστικῆς, οἰκονομικῆς, φιλοσοφικῆς ἤ ὁποιασδήποτε ἄλλης μορφῆς τῆς ζωῆς των. Ἡ ζωἠ τῶν ἀνθρώπων γενικά ἔχει διαλογικό καί κοινωνικό χαρακτῆρα, χωρίς τόν ὁποῖο δέν εἶναι δυνατή ἡ ζωή. Ἡ ἀναγκαιότητα αὐτή δέν διαπιστώνεται μόνον ὅταν ὑπάρχουν ἐντάσεις, προβλήματα καί συγκρούσεις μεταξύ τῶν ἀνθρώπων, ἤ τῶν λαῶν, ἤ τῶν κρατῶν. Γενικώτερα, ὅλα τά στάδια τῆς ζωῆς καί ὅλες οἱ μορφές τῆς ζωῆς δέν εἶναι δυνατόν νά πραγματοποιηθοῦν χωρἰς τόν εἰλικρινή καί ἀντικειμενικό διάλογο πρόσωπο πρός πρόσωπον.

Ὡς ἐκ τούτου, ἡ ἀνάγκη τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων μεταξύ τῶν χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν ἀποτελεῖ βασικό ὑπαρξιακό στοιχεῖο τοῦ βίου αὐτῶν, ἀλλά καί τῆς ἀντιμετωπίσεως τῶν πολλαπλῶν προβλημάτων καί προκλήσεων, ἐνώπιον τῶν ὁποίων εὑρίσκονται οἱ χριστιανοί καί κυρίως στήν κρίσιμη συγκυρία τῆς ἐποχῆς μας παγκοσμίως.

Ἐκτός τῆς κοινωνικῆς αὐτῆς καί πολιτικῆς ἀναγκαιότητος, βασική ἀνάγκη καί ὑποχρέωση δημιουργεῖ ἡ ἐπιθυμία καί ἐντολή τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦπρός ἀποκατάσταση τῆς πλήρους ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας, «ἵνα πάντες ἕν ὦσιν».

Τό καθῆκον καί τήν ἀναγκαιότητα αὐτή ἀνεγνώριζε πάντα ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἀπ’ ἀρχαιοτάτων χρόνων, ἀλλά καί ἡ καθόλου Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μέχρι σήμερον, ἡ ὁποία, ἀκριβῶς γιά τόν λόγο αὐτό, ὅπως ἀναφέρεται καί στίς ἀποφάσεις τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Κρήτης δέν προσεύχεται μόνον ἀδιαλείπτως ὑπέρ τῆς καταλλαγῆς καί ἑνότητος τῶν Ἐκκλησιῶν, ἀλλά ἀνέλαβε ἀπό μακροῦ χρόνου σοβαρές καί ἀποτελεσματικές πρωτοβουλίες ἐντός τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου πρός ἐπίτευξη τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ.[1] Ὡς ἐκ τούτου ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία στήν Οἰκουμενική Κίνηση δέν εἶναι φιλοξενούμενη καμμιᾶς Ἐκκλησίας καί καμμιᾶς Οἰκουμενικῆς Ὀργανώσεως, διότι οἱ Ὀργανισμοί αὐτοί εἶναι καί δικοί της Ὀργανισμοί, καθότι εἶναι καί συνιδρύτρια Ἐκκλησία ἀπ’ ἀρχῆς.

Δηλαδή ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος δέν ἀνακάλυψε κάτι τό νέο, δέν ἀποφάσισε τήν ἔναρξη ἐκ τοῦ μηδενός τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τίς ἄλλες Ἐκκλησίες, ἤ τήν ἀπαρχήν τῆς συμμετοχῆς της σέ κάποια ὑπάρχουσα Οἰκουμενική Ὀργάνωση, ἀλλά ἐπικύρωσε μιά ἀναγκαία καί πρό πολλοῦ ἐφαρμοζομένη πράξη καί πλούσια δραστηριότητά της μέ ἤδη πολλά θετικά ἀποτελέσματα. Τό γεγονός αὐτό τῆς πανορθοδόξου ἐπικυρώσεως ἔχει μεγίστη σημασία, διότι δέν εἶναι δυνατόν πλέον νά θεωρεῖται ἡ συμμετοχή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στό ἱερόν ἔργον τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος καί ἡ διεξαγωγή τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων ὡς μία μεμονωμένη καί αὐθαίρετη τρόπον τινά πρωτοβουλία ὁρισμένων προσώπων ἤ ὁρισμένων μόνον τοπικῶν Ἐκκλησιῶν. Ἡ ἐνασχόληση αὐτή ἔχει πλέον, μετά τίς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης, πανορθόδοξα κατοχυρωμένη καί ἐπικυρωμένη ἀναγκαιότητα καί πανορθόδοξο κῦρος. Τοῦτο ἔχει ἀσφαλῶς καί ἐκκλησιαστικές καί κανονικές συνέπειες καί γιά ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπιμένουν στήν ἀρνητική των στάση ἤ ἀκόμη καί ἀντικανονικά καταφέρονται κατά τῆς Συνόδου αὐτῆς καθ’ ἑαυτήν καί τῶν ἀποφάσεών της.

8ο ΔΣΟΘ_539

Ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης καί οἱ Παρατηρητές τῶν μή ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν

Εὐθύς ἐξ ἀρχῆς ἀπέδειξε ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ὅτι τό αἴτημα τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος σέ διαλογική συνεργασία μέ τίς ἄλλες μή ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ἀποτελεῖ ἕνα ἀπό τά σημαντικά μελήματά της μέ τήν πανορθόδοξη ἀπόφαση νά μήν ἀγνοήσει τίς Ἐκκλησίες αὐτές, ἀλλά νά καλέσει Παρατηρητές ἐκπροσώπους αὐτῶν ἐπισήμως. Τήν ἀπόφαση αὐτή ὑπέγραψαν ἀνεξαιρέτως ὅλες καί οἱ 14 Αὐτοκέφαλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες διά τῶν Προκαθήμενῶν των ἤ διά τῶν ἐκπροσώπων αὐτῶν ἰδιοχείρως, κατά τήν Ἱεράν Σύναξή των τήν 27ην Ἰανουαρίου 2016 στό Σαμπεζύ τῆς Ἑλβετίας.

Ἔχει μεγάλη σημασία, μέ ἀναμφίβολες συνέπειες τό γεγονός, ὅτι ὁ ὑπογεγραμμένος Κατάλογος τῶν προσκληθησομένων Παρατηρητῶν εἶναι σαφής καί σχετικά μέ τόν χαρακτηρισμό τῶν ἐκπροσώπων Ἐκκλησιῶν. Δηλ. ἡ ἐκπροσώπηση ἀφορᾶ Ἐκκλησίες ἤ Οἰκουμενικούς Ὀργανισμούς Ἐκκλησιῶν, χωρίς καμμία ἐπιφυλακτική ἤ περιοριστική ἑρμηνεία. Ἐκάλεσαν ἐκπροσώπους Ἐκκλησιῶν καί ὄχι αἱρέσεων ἤ σχισμάτων, διότι σήμερον δέν εἶναι ὀρθόν νά χαρακτηρίζονται οἱ Ἐκκλησίες αὐτές αἱρέσεις ἤ σχίσματα, παρά τό ὅτι de facto ὑπάρχει ἀκόμη μυστηριακή ἀκοινωνησία.[2]

Ὀρθότερο χαρακτηρισμό αὐτῶν θεωρῶ, Ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες ἤ ἀκόμη καί Ἑτερόδοξες Ἀδελφές Ἐκκλησίες. Καί μέ ποιά αἰτιολογία; Διότι μέ τά λυπηρά γεγονότα καί μέ τούς Ἀναθεματισμούς τοῦ 1054 προφανῶς καί δέν ἐδημιουργήθη Μέγα καί ὁριστικό Σχίσμα μεταξύ τῆς Ἀνατολικῆς καί τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας, δεδομένου ὅτι δέν καταδικάσθηκαν ἑκατέρωθεν Ἐκκλησίες. Μάλιστα μετά τούς Ἀναθεματισμούς αὐτούς ὁ Πατριάρχης Ἀντιοχείας Πέτρος ἀπαντῶντας πρός τόν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μιχαήλ Κηρουλάριο τοῦ συνιστᾶ μετριοφροσύνη γιά νά μή μεγενθυνθεῖ τό χάσμα μεταξύ τῶν Θρόνων Κωνσταντνουπόλεως καί Ρώμης καί μεταξύ τῶν πιστῶν τῆς Ἀνατολῆς καί τῆς Δύσεως, διότι καί αὐτοί εῑναι «ἀδελφοί»μας[3]: Καί ὁ ἅγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως διαπιστώνει ἐπίσης γιά τόν Ἀναθεματισμό τοῦ Πατριάρχου Κηρουλαρίου κατά τοῦ Καρδιναλίου, ὅτι «οὔτε Οἰκουμενική συνεκροτήθη σύνοδος, οὔτε πολυπληθής ἦτο, οὔτε τόν πάπαν ἀνεθεμάτισεν, οὔτε οἱ πατριάρχαι βεβαιοῦται ὅτι ἐπεψηφίσαντο.»[4] Ἀργότερα θά χαρακηρίσει καί ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός[5] τόν 15ο αἰῶνα τήν Δυτική Ἐκκλησία ὄχι ἁπλῶς Ἐκκλησία, ἀλλά «ἀδελφή Ἐκκλησία».[6] Καί ἀπευθυνόμενος τότε προσωπικά στόν Πάπα Ρώμης Εὐγένιο ἀνέφερε τά ἑξῆς: «Διά τοῦτο ἐξήγηρε σέ τόν τῶν ἱερέων αὐτοῦ πρωτεύοντα πρός τήν ἡμετέραν ταυτηνί κλῆσιν… Ἄρ’ οὐ προφανῶς ταῦτα Θεοῦ δυνάμει καί κρίσει γεγένηται, καί τό πέρας ὁποῖον ἔσται καλόν καί Θεῷ φίλον, ἐντεῦθεν ἤδη προοιμιάζεται;»»[7] Ὄχι μόνον δέν ἀπορρίπτει τήν ἐκκλησιαστική ταυτότητα καί τήν ἱερωσύνη (ἀρχιερωσύνη) τοῦ Πάπα, ἀλλά τόν ἀποκαλεῖ «τῶν ἱερέων αὐτοῦ (τοῦ Χριστοῦ) πρωτεύοντα» καί «ἁγιώτατον πάτερ» καί τόν προτρέπτει καί παρακαλεῖ «ὑπόδεξαι τά σά τέκνα μακρόθεν ἐξ ἀνατολῶν ἥκοντα. περίπτυξαι τούς ἐκ μακροῦ διεστώτας τοῦ χρόνου, πρός τάς σάς καταφυγόντας ἀγκάλας[8] Τί θά συνέβαινε σήμερα, ἐάν κάποιος Μητροπολίτης ἐπαναλάμβανε στόν σημερινό Πάπα Ρώμης ὅσα εἶπε ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός τότε στόν τότε Πάπα Ρώμης; Καί ὁ Πατριάρχης Ἰωσήφ Β΄ ἐχαρακτήριζε τόν πάπα Εὐγένιο τόν Δ΄ ἀδελφό,[9] παρά τίς σοβαρές θεολογικές καί δογματικές διαφορές, τίς ὁποῖες ἀσφαλῶς καί ἐγνώριζαν. Παρόμοιοι χαρακτηρισμοί ὑπάρχουν μέχρι σήμερα πάμπολλοι, ἐάν ἀναγνώσει κανείς προσεκτικά τά ἀνταλλαγέντα κείμενα, (ἀλληλογραφία, ὁμιλίες, Δηλώσεις κ.λπ.) τῶν τελευταίων δεκαετιῶν Ἀρχηγῶν καί ἐκπροσώπων τῶν διαφόρων Ἐκκλησιῶν, Ὀρθοδόξων καί μή. Μεταξύ ἄλλων ἀναφέρω καί τήν ἄκρως ἀνδιαφέρουσα διαπίστωση τοῦ Πάπα Φραγκίσκου καί τοῦ Πατριάρχου Μόσχας Κυρίλλου στήν Κούβα στήν κοινή Δήλωσή των κατά τήν συνάντησή των ἐκεῖ τήν 12ην Φεβρουαρίου 2016: «Δέν εἴμαστε ἀνταγωνιστές, ἀλλά ἀδελφοί στήν πίστη».

Ἄρα ὁ χαρακτηρισμός τῶν μή ὀρθοδόξων καί σέ ἀκοινωνησία μέ τήν Ἐκκλησίαν μας εὑρισκομένων Ἐκκλησιῶν ὡς Ἑτεροδόξων Ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν δέν εἶναι ξένος καί ἄγνωστος στην Ἰστορία τῆς Ἐκκλησίας μας.

8ο ΔΣΟΘ_880

Οἱ ἐκπρόσωποι τῶν Ἐκκλησιῶν αὐτῶν καί τῶν Οἰκουμενικῶν Ὀργανισμῶν τῶν Ἐκκλησιῶν αὐτῶν ἦσαν:

Ἐκ τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας ὁ Καρδινάλιος Dr. Kurt Koch, Πρόεδρος τοῦ Παπικοῦ Συμβουλίου προωθήσεως τῆς Χριστιανικῆς Ἑνότητος καί ὁ Ἐπίσκοπος Farell Brian.

Ἐκ τῆς Ἀρμενικῆς Ἐκκλησίας, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Gomidas Ohanian, ἐκ τοῦ Καθολικοσάτου τῆς Κιλικίας καί ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Yesnik Petrossian, Mother See of Holy Etchmiadzin.

Ἐκ τοῦ Κοπτορθοδόξου Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας Αἰγύπτου ὁ Ἐπίσκοπος Ἑλλάδος Παῦλος.

Ἐκ τῆς Ἀγγλικανικῆς Ἐκκλησίας ὁ Ἐπίσκοπος Jonathan Goodall.

Ἐκ τῆς Παλαιοκαθολικῆς Ἑνώσεως τῆς Οὐτρέχτης ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Joris Verkamen.

Ἐκ τῆς Παγκοσμίου Λουθηρανικῆς Ὁμοσπονδίας ὁ Ἐπίσκοπος Munib Younan.

Ἐκ τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιῶν ὁ Γενικός Γραμματεύς Αἰδεσιμ. Fykse Olav Tveit.

Ὁ Διευθυντής τῆς Ἐπιτροπῆς Πίστις καί Τάξις τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν, ὁ Αἰδεσιμ. Dr. Odair Pedroso.

Ἐκ τοῦ Συμβουλίου Εὐρωπαϊκῶν Ἐκκλησιῶν ὁ Πρόεδρος, ὁ Ἐπίσκοπος Christopher Hill.

Ἐκ τοῦ Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν Μέσης Ἀνατολῆς, ὁ Αἰδεσιμ. Mihael Tzalah.

Ἐκ τῆς Εὐαγγελικῆς Ἐκκλησίας τῆς Γερμανίας ὁ Πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου αὐτῆς, Ἐπίσκοπος Dr. Heinrich Bedford-Strohm.

Στήν καταληκτήρια Θεία Λειτουργία στόν Ἱερό Ναό τῶν Ἁγίων Πέτρου καί Παύλου στά Χανιά εἶχε προσκληθεῖ καί παρευρέθη καί ὁ Ρωμαιοκαθολικός Ἐπίσκοπος Σύρου, Θήρας καί Ἀποστολικός Τοποτηρητής τῆς Καθολικῆς Ἐπισκοπῆς Κρήτης Πέτρος Στεφάνου.

Ἡ παρουσία τῶν Παρατηρητῶν ἐκ τῶν Ἑτεροδόξων Ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν ὑπῆρξεν στούς χώρους τῆς Συνόδου κατά τήν ἐναρκτήρια καί καταληκτήρια συνεδρίαση πολύ αἰσθητή. Οἱ πλούσιες ἐμπειρίες των κατά τίς ἐπισκέψεις τῶν Μητροπόλεων Κρήτης καί τίς συναντήσεις μέ τούς οἰκείους Μητροπολῖτες, οἱ ὁποῖοι τούς ἐπεφύλαξαν ἐγκάρδια καί ἀβραμιαία φιλοξενεία, ὑπῆρξαν ἀντικατοπτρισμός τοῦ ζωντανοῦ οἰκουμενικοῦ πνεύματος τῆς Ἐκκλησίας μας μέ αἰσιόδοξες προοπτικές γιά τό μέλλον. Ὁμιλῶ ἀπό προσωπικήν πεῖραν, καθότι εἶχα τήν τιμή καί τήν χαρά νά συνοδεύω τούς Παρατηρητάς ἐπισήμως καί ἐκμέρους τῆς Συνόδου. Κατά τήν ἄποψή μου, θά μποροῦσαν οἱ Παρατηρητές νά ἔχουν πιό ἔντονη ἐπικοινωνία μέ τούς Συνοδικούς καί περισσότερες δυνατότητες παρακολουθήσεως καί τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου. Πολλά τῶν προβλημάτων μας εἶναι καί παραμένουν κοινά προβλήματα. Ἐλπίζω ὅτι σέ μελλοντικές συνοδικές συνάξεις ἡ παρουσία καί ἡ συνεργασία μέ Παρατηρητές Ἑτεροδόξων Ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν θά εἶναι περισσότερες καί ἐντατικώτερες, ἄχρι καιροῦ, ὅταν, Θεοῦ εὐδοκοῦντος, μπορέσουν οἱ Χριστιανικές Ἐκκλησίες νά ὑπερβοῦν τά ὑπάρχοντα προβλήματα καί νά συγκαλέσουν μίαν Οἰκουμενικήν Σύνοδον ὁλοκλήρου τοῦ Χριστιανισμοῦ.

Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Κρήτης ἐπικυρώνει τήν μακροχρόνια οἰκουμενική δραστηριότητα τῆς Ὀρθοδοξίας

Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Κρήτης ἐπικύρωσε, λοιπόν, τήν μακροχρόνια πράξη καί δραστηριότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός συνέχιση τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου μέ τίς Ἐτερόδοξες Ἀδελφές Ἐκκλησίες. Κακῶς λοιπόν καί ὅλως ἀνιστόρητα βάλλουν ὁρισμένοι ὑπερορθόδοξοι κατά τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ ὅρου Ἐκκλησία γιά τίς μή ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες καί μέ τήν διορθωμένη διατύπωση τοῦ τελικοῦ Κειμένου τῆς Συνόδου, τό ὁποῖο ὁμιλεῖ πλέον περί «τῆς ἱστορικῆς ὀνομασίας τῶν μή ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν»(6). Ἡ ὀνομασία προϋποθέτει προφανῶς καί τήν ὕπαρξή των, δεδομένου ὅτι, ὅ,τι δέν ὑπάρχει δέν εἶναι δυνατόν κἄν νά ἐξονομασθεῖ![10] Μέ τήν ἀλλαγή, λοιπόν, αὐτήν δέν ἄλλαξε τίποτα ἐπί τῆς οὐσίας τῆς ὑπάρξεώς των. Παρόλα ταῦτα ἡ ἀλλαγή αὐτή ἔγινε, κατά τήν γνώμην μου, καλοπροαίρετα, μόνον κατ’ οἰκονομίαν, γιά νά ἀποφευχθοῦν ἐπιζήμιες συγκρούσεις ἐντός τῆς Ἐκκλησίας, χωρίς νά ἀπορρίπτεται ἡ ἐκκλησιαστικότητα τῶν ἑτεροδόξων Ἐκκλησιῶν, ἡ ὁποία ὅμως πρέπει νά διαλευκανθεῖ περισσότερον, ὅπως ἀναφέρει καί ἡ Σύνοδος.[11] Καί ὁ ἅγιος Βασίλειος οἰκονομῶν τήν πραγματικότητα τῆς ἐποχῆς του δέν ὀνόμασε τό Ἅγιον Πνεῦμα Θεόν, οὔτε καί ἡ Β΄ Οἰκουμενική Σύνοδος στό Σύμβολο τῆς Πίστεως. Ἀμφισβητεῖ ὅμως κανείς τήν ὀρθοδοξίαν τοῦ ἁγίου Βασιλείου ἤ τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου;

Τό κύριο Κείμενο γιά τό θέμα τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τίς Ἑτερόδοξες Ἀδελφές Ἐκκλησίες εἶναι: «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», τό ὁποῖο ὅμως πρέπει νά συνεξετάζεται καί μέ τά ἄλλα Κείμενα τῆς Συνόδου πρός καλυτέραν κατανόηση. Ἐπίσης πρέπει νά λαμβάνεται ὑπ’ὄψιν καί ἡ προϊστορία τῶν Κειμένων, κυρίως ὅμως ἡ πράξη τῆς Ἐκκλησίας ἀνά τούς αἰῶνας, ἡ ὁποία καί ἑρμηνεύει τά Κείμενα, διότι πρῶτα ἔγινε ἡ πράξη καί μετά ἀκολούθησε ἡ θεωρία, ὅπως συμβαίνει καί στήν καθόλου ζωή διαχρονικά.

8ο ΔΣΟΘ_141

Ἡ ἀνάγκη τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων, ὁ χαρακτήρας των, ἡ σημασία των καί ὁ σκοπός των

Ως ἐκ τούτου ἡ ἀνάγκη τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων εἶναι προφανής, δεδομένου, ὅτι ὅταν δέν γίνονται Διάλογοι, θεωροῦν πολλοί ὅτι τά προβλήματα εἶναι πολλά καί ἄλυτα. Ὅμως ὅταν γίνονται οἱ διάλογοι μέ ἀντικειμενικότητα καί ἀλληλοεκτίμηση καί «νουνεχῶς» ἀκούει ὁ ἕνας τόν ἄλλον, τότε διαπιστώνεται πολλές φορές, ὅτι τά προβλήματα εἶναι ὀλιγώτερα καί ὄχι ἄλυτα, τονίζει καί ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός, ὁ ὑπέρμαχος στηρικτής τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου μέ τήν Δυτικήν «ἀδελφήν Ἐκκλησίαν», ὅπως τήν χαρακτήριζε.[12]

Πρώτη καί ἀπαραίτητη προϋπόθεση τῆς διεξαγωγῆς καί ἐπιτυχίας τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων εἶναι ἡ εἰλικρινής θέληση ὅλων πρός ἐπίλυση τῶν ὑπαρχόντων προβλημάτων καί καταλλαγή, ἀλλά καί πραγματοποίηση τῆς πλήρους κοινωνίας μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν. Ἐάν δέν θέλομε τήν ἀποκατάσταση τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας, ματαιοπονοῦμε ἀδίκως!

Οἱ Θεολογικοί Διάλογοι πρέπει νά γίνονται μέ άγάπην ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους, τονίζει ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός.[13] Συνιστῶ συνειδητά καί ἐπίμονα νά μελετήσομε καί νά μιμηθοῦμε τήν θετική στάση τοῦ ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ πρός τόν Θεολογικόν Διάλογον, ἀλλά καί τήν μέθοδο, τήν ὁποία ἐφάρμοσε. Εἶμαι βέβαιος ὅτι θά ὠφεληθοῦμε τά μέγιστα ὅλοι, ἀσφαλῶς καί οἱ ἀρνητές τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, οἱ ὁποῖοι κακῶς τόν ἐπικαλοῦνται. Ἐάν δέν μιμηθοῦν τό παράδειγμά του ὑπέρ τῶν Οἰκουμενικῶν Διαλόγων, τότε νά σταματήσουν νά ἐπικαλοῦνται καί νά καπηλεύονται τό ὄνομά του ἀνιστόριτα, χαρακτηρίζοντάς τον ὡς «ἀντιοικουμενιστήν». Εὐχομαι καί ὁ ἱερός Ναός τοῦ Ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ, ὁ ὁποῖος ἐγκαινιάσθηκε τήν 13η  Μαΐου 2018 στά Κάτω Πατήσια στήν Ἀθήνα νά βοηθήσει στήν καταλλαγή τῶν Ἐκκλησιῶν, ὅπως καί ὁ τιμώμενος στόν Ναό Ἅγιος Μᾶρκος. Καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος εἰς τό κατά ἀνομοίων ἔργον του προτρέπει: «Μή τοίνυν πρός ἐκείνους ἀγριαίνωμεν, μηδέ θυμόν προβαλλώμεθα, ἀλλά μετά ἐπιεικείας αὐτοῖς διαλεγώμεθα. οὐδέν γάρ ἐπιεικείας καί πραότητος ἰσχυρότερον»[14].

Οἱ Διάλογοι πρέπει νά γίνονται «ἐπί ἴσοις ὅροις», ὅπως ἀποφάσισε ἡ 2η Πανορθόδοξη Διάσκεψη τῆς Ρόδου. Τό αὐτό ἀποφάσισε καί ἡ Β΄ Βατικανή Σύνοδος τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας par cum pari agat στό περί Οἰκουμενισμοῦ Διάταγμά της.

Ἡ Σύνοδος δέν ἐγκρίνει τούς Θεολογικούς Διαλόγους ἐν λευκῷ. Προτείνει συστηματική μέθοδο καί αὐστηρά κριτήρια. Συνεπής πρός αὐτά, τονίζει, ὅτι «Οἱ διμερεῖς καί πολυμερεῖς θεολογικοί διάλογοι δέον ὅπως ὑπόκεινται εἰς πανορθοδόξους περιοδικάς ἀξιολογήσεις.»(9). Ὅπου ὑπάρχει ἐπιτυχία νά συνεχίζονται. ὅπου ὑπάρχουν διαπιστώσεις λανθασμένης μεθόδου καί πλημμελῶν ἀποτελεσμάτων νά ἀναζητεῖται διόρθωση τῶν λαθῶν καί βελτίωση τῆς μεθόδου. Δέν εἶναι δυνατόν, ἐάν ὑπάρχουν λάθη καί σχετικές ἀποτυχίες νά ζητεῖται ἡ παντελής κατάργηση τῶν Διαλόγων. Ἐάν ὑπάρχουν ἀνίκανοι καί ἀποτυχημένοι δάσκαλοι, δέν εἶναι δυνατόν νά ἀπαιτεῖται ἡ κατάργηση τῶν σχολείων!

Οἱ Θεολογικοί Διάλογοι δέν ἔχουν αὐτοσκοπό καί ὡς ἐκ τούτου δέν ἐπιτρέπεται νά διαιωνίζονται ἄσκοπα. Πρέπει νά ἀσχολοῦνται μέ συγκεκριμένα θέματα, τά ὁποῖα πρέπει νά ἀντιμετωπίζουν ἀπό κοινοῦ πρός ὅσον τό δυνατόν καλύτερη καί συντομώτερη ἐπίλυση. Μέ τούς ἀντικειμενικούς Διαλόγους ἀφενός εἶναι δυνατόν, 1ον νά ἀρθοῦν ὑπάρχουσες τυχόν παρεξηγήσεις,[15] 2ον νά διαπιστώνονται τά ὑπάρχοντα κοινά σημεῖα τῆς πίστεως καί κυρίως ἡ κοινότης τοῦ ἰδίου φρονήματος, ἔστω καί μέ διαφορετική διατύπωση,[16] ἀφετέρου δέ 3ον νά ἐρευνοῦνται ὑπάρχοντα σοβαρά θεολογικά καί ἐκκλησιαστικά προβλήματα, τά ὁποῖα ὅμως παρεμποδίζουν ἀκόμη τήν πραγματοποίηση τῆς πλήρους κοινωνίας, γιά νά εὑρεθεῖ κοινή λύση τῶν προβλημάτων αὐτῶν καί νά ἀποκατασταθεῖ ἡ ἀλήθεια καί ἡ πλήρης κοινωνία ἐντός τῆς Ἐκκλησίας καί 4ον σύμφωνα μέ τήν ἀπόφαση τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, στήν παράγραφο 20 τοῦ Κειμένου «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον»: «Αἱ προοπτικαί τῶν θεολογικῶν διαλόγων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μετά τοῦ λοιποῦ χριστιανικοῦ κόσμου προσδιορίζονται πάντοτε ἐπί τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας καί τῶν κανονικῶν κριτηρίων τῆς ἤδη διαμεμορφωμένης ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως.» Αὐτή εῑναι ἡ παράδοσή μας καί ἡ στάση τῶν Μεγάλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι διαχρονικά ἐτόνιζαν: «Οὐ γάρ νικῆσαι ζητοῦμεν, ἀλλά προσλαβεῖν ἀδελφούς, ὧν τῷ χωρισμῷ σπαρασσόμεθα», καθώς τονίζει καί προτρέπει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός[17]. Τούς Μεγάλους Πατέρας ἀκολουθοῦσε καί ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός, ὁ ὁποῖος τονίζει: «Ἡμεῖς, ὦ φίλοι πατέρες, οὐκ ἀντιλέγειν ἀλλήλοις ἁπλῶς οὐδέ τά παρ’ ἀλλήλων λεγόμενα ἀνατρέπειν συνεληλύθαμεν. Τοῦτο γάρ φιλοτιμίας ἔχεται μᾶλλον ἤ τῆς πρός ἀλήθειαν φερούσης ὁδοῦ. ἀλλ’ ἵνα, κοινῇ συζητοῦντες ἕκαστον τῶν ἀνακυπτόντων εἰς μέσον καί μετά πάσης ἀκριβείας εἰρηνικῶς τε καί ἁπλῶς καί φιλικῶς αὐτό ἐξετάσαντες, οὕτω τά ἑξῆς περαίνομεν, ἄχρις ἄν ἐπί τό κοινῇ ζητούμενον ἀμφότεροι τέλος καταντήσωμεν, ὅπερ ἐστίν ἡ τῆς ἀληθείας εὕρεσις.»[18]

Οἱ Θεολογικοί Διάλογοι δέν ἔχουν μόνον θεωρητικόν χαρακτῆρα, ἀλλά καί ὑπαρξιακόν καί ἀποβλέπουν στήν πορεία πρός ἐφαρμογή τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας στήν ζωή τῶν ἀνθρώπων. Ἄρα πρόκειται καί γιά ἕναν βιωματικό Διάλογο ἤ Διάλογο ζωῆς, ἐφόσον μάλιστα εἶναι ἀναγκασμένοι πολλοί πιστοί διαφόρων Ἐκκλησιῶν νά συμβιώνουν στόν ἴδιο γεωγραφικό χῶρο καί μάλιστα ὡς μειονότητες σέ μή χριστιανικό πολιτικό καί θρησκευτικό περιβάλλον. Ἡ ὀδυνηρή καί αἱματόφυρτη κατάσταση τοῦ χριστιανισμοῦ στήν ἐμπόλεμη Μέση Ἀνατολή ἀποτελεῖ ἐξόφθαλμη μαρτυρία.

8ο ΔΣΟΘ_583

Οἱ Θεολογικοί Διάλογοι πρέπει ἐπίσης νά ἔχουν καί ποιμαντικόν χαρακτῆρα καί νά ἀντιμετωπίζουν τίς ἑκάστοτε νέες προκλήσεις καί τά καθημερινά προβλήματα τῶν πιστῶν στήν κοινωνική των ζωή. Νέα προβλήματα, ἄγνωστα στό παρελθόν, ἀπαιτοῦν νέες συλλογικές καί συνοδικές λύσεις. Ἡ Ἐκκλησία διαλεγομένη δέν εἶναι μόνον τηρητής τοῦ παρελθόντος, οὔτε ὁ φύλακας ἑνός μουσείου, ἀλλά καί ὁ ὑπεύθυνος διαχειριστής τοῦ παρόντος καί ὁ ὁραματιστής τοῦ μέλλοντος ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Τό Ἅγιον Πνεῦμα ἐνήργησε στό παρελθόν, ἐνεργεῖ στό παρόν καί θά ἐνεργεῖ καί στό μέλλον. Ἀναφέρω ἕνα παράδειγμα ἀπό τά νεώτερα κοινά ποιμαντικά προβλήματα, τούς ἤδη πολυπλυθεῖς Μικτούς Γάμους μέ ἀρκετές σοβαρές συνέπειες στήν γενικώτερη θρησκευτική ζωή τῶν οἰκογενειῶν των. Ἀναγκαία καί τά μάλα ὠφέλιμη ἡ ἐφαρμογή τῆς ἐκκλησιαστικῆς Οἰκονομίας, ὅπως ὅρισε καί ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος στό περί Γάμου ἀποφασισθέν Κείμενό της. Δέν ὑπάρχει ἐκκλησιολογική αἰτιολογία παραμελήσεως τοῦ ζωτικοῦ τούτου προβλήματος, πρᾶγμα τό ὁποῖον ἰσχύει καί γιά ἄλλα ἐπίκαιρα καί ζωτικά προβλήματα, π.χ. καί γιά τό θέμα τῶν μεταμοσχεύσεων κ.λπ.

Σοβαροτάτη προϋπόθεση τοῦ περιεχομένου καί τοῦ χαρακτῆρος τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων πρἐπει νά εἶναι ἡ διαπίστωση, ὅτι δέν ὑπάρχει ἐπίσημη καί ἀνωτάτη τελεσίδικη καταδίκη οὔτε ἀναθεματισμός τῶν Ἐκκλησιῶν ἑκατέρωθεν, ἐφόσον, καθώς ἐλέχθη, οὔτε τό 1054, οὔτε σέ κάποια ἄλλη ἡμερομηνία ἐπραγματοποιήθη Μέγα καί ὁριστικό Σχίσμα. Ἄρα οἱ Θεολογικοί Διάλογοι δέν διεξάγονται μεταξύ κατηγόρων καί κατηγορουμένων, ἀλλά μέ ἀλληλοσεβασμό καί μέ πνεῦμα ἀμοιβαίας ἀγάπης «ἐπί ἴσοις ὅροις».

Προφανῶς δέν ἀμφιβάλλει κανείς οὔτε διαπραγματευόμεθα τήν ἀπόλυτη ἐκκλησιολογική μας ταυτότητα, ὅμως μέ ποιά ἐκκλησιολογική καί κανονική αἰτιολόγηση θεωροῦνται οἱ ἐτερόδοξοι ἐκτός Ἐκκλησίας, μάλιστα καί ἐκτός Θείας Χάριτος(!) καί ποιός ἤ ποιά ἐκκλησιαστική συνοδική Ἀρχή καί Αὐθεντία καί πότε ἀποφάσισε τελεσιδίκως, ὅτι ὅλες οἱ ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες ἀπώλεσαν ἀκόμα καί τόν χαρακτηρισμό Ἐκκλησία; Τέτοια ἀπόφαση δέν ὑπάρχει. Δικαίως, λοιπόν διερωτᾶται καί ὁ καθηγητής Γεώργιος Γαλίτης ἤδη ἀπό τό 1976: «Πῶς θά ἀντιμετωπίσωμεν ἐν τῇ πράξει τό γεγονός, ὅτι οἱ ρωμαιοκαθολικοί δέν ἔχουν ἐπισήμως καί δι’ ἀποφάσεως Οἰκουμενικῆς Συνόδου καταδικασθῆ καί χωρισθῆ ἀπό τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας;…»[19] Καί συνεχίζει: «Καί ἐάν πράξωμεν οὕτω μέ τούς ρωμαιοαθολικούς, τί θά πράξωμεν μέ τούς Ἀγγλικανούς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἐπισκοπᾶτον; ἤ μέ τούς Σουηδούς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἐπισκόπους μέ ἀποστολικήν διαδοχήν, δέν γνωρίζουν ὅμως τήν ἱερωσύνην ὡς μυστήριον; ἤ μέ τούς διαμαρτυρομένουςα; … Δικαιοῦται δέ ἤ οὔ, νά ἀποκλεισθῇ τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀποστολική ἤ ἁπλῶς τοπική τις Ἐκκλησία, ἔχουσα μάλιστα ἐπισκόπους μέ ἀποστολικήν διαδοχήν, μή ἀποκοπεῖσα δέ τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας δυνάμει ἀποφάσεως οἰκουμενικῆς Συνόδου;»[20]

Ὁ Βλάσιος Φειδᾶς διαπιστώνει τά ἑξῆς: «…οἱ ρωμαιοκαθολικοί, οἱ παλαιοκαθολικοί, οἱ ἀγγλικανοί καί οἱ προτεστάντες δέν ἔχουν καταδικασθεῖ ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας δι’ ἐπισήμου ἐκκλησιαστικῆς πράξεως ὡς αἱρετικοί, κατά προφανή ἐφαρμογήν τῆς ἀρχῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς οἰκονομίας καί ἐπ’ ἐλπίδι ἀποκαταστάσεως τῆς μετ’ αὐτῶν ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας, διό καί εἶναι ἀβάσιμοι οἱ ὑπό τινων ἀποδιδόμενοι εἰς αὐτούς χαρακτηρισμοί ὡς αἱρετικῶν, ἀφοῦ μόνον ἡ Ἐκκλησία δύναται νά χαρακτηρίζει δι’ ἐπισήμου ἐκκλησιαστικῆς πράξεως τά ἐκτός τῶν ὁρίων αὐτῆς χριστιανικά σώματα ὡς αἱρετικά ἤ ὡς σχισματικά.»[21] Ἡ αὐθαίρετη ἀπόρριψη τοῦ χαρακτηρισμοῦ «Ἐκκλησίαι» γιά τούς ἑτεροδόξους ἀποτελεῖ νεωτερισμόν καί νεολογισμόν καί ὡς ἐκ τούτου δέν εἶναι δυνατόν νά γίνει ἀποδεκτή. Ἡ μακραίωνη καί συνεχής πράξη στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δίδει τήν ὀρθή ἀπάντηση.

Μέ πλήρη πεποίθηση καί λογική συνέπεια τῆς ἱστορικῆς πραγματικότητος, θεωρῶ ὡς ἐκ τούτου ἀναγκαῖον νά συνειδητοποιήσομεν, ὅτι οἱ Θεολογικοί Διάλογοι δέν διεξάγονται μεταξύ ἀποξενωμένων καί τελείως ἀλλοτρίων Ἐκκλησιῶν, ἀλλά μεταξύ χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν, οἱ ὁποῖες «μποροῦν νά νοηθοῦν ὡς ἐκφράσεις ἐκκλησιαστικῆς πραγματικότητας, ἀκόμη καί ἄν ἡ πλήρης εὐχαριστιακή κοινωνία δέν εἶναι ἀκόμη δυνατή», συμπεραίνει ὁ Paul Meyendorff, βασιζόμενος σέ μιά «βαπτισματική ἐκκλησιολογία, ἡ ὁποία θεωρεῖ τήν Ἐκκλησία ὡς βασισμένη στό Βάπτισμα τῶν μελῶν της … ἕνα σωστό Βάπτισμα στό ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος.»[22] Ἐνδιαφέρουσα εἶναι π.χ. ἡ ἑρμηνεία τοῦ ὅρου αἱρετικός, τήν ὁποίαν δίδει ὁ Θεόδωρος Στουδίτης ἀκολουθώντας τόν Μέγα Βασίλειον: «…ὅτι αἱρετικούς ὁ ἀποστολικός κανών ἐκείνους ἔφη, τούς μή εἰς ὄνομα Πατρός καί Υἱοῦ καί Ἁγίου Πνεύματος βαπτισθέντας ἤ βαπτίζοντας. Καί τοῦτο ἐκ θείας φωνῆς τοῦ Μεγάλου Βασιλείου διδασκόμεθα…»[23] Αὐτός ὁ ὁρισμός θά πρέπει νά εἶναι καί γιά μᾶς σήμερα καθοριστικός καί γιά τόν χαρακτηρισμό τῶν Ἑτεροδόξων Ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν. Γιά τό κῦρος τοῦ Βαπτίσματος τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν καί τῶν Διαμαρτυρομένων ἀπήντησεν καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας τό 1903 στήν Ἐγκύκλιο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τοῦ 1902, τά ἑξῆς: «Πιστεύομεν ἐπί τήν εἰλικρίνειαν τῆς πίστεως αὐτῶν (δηλ. τῶν Λατίνων καί τῶν διαμαρτυρομένων) εἰς τήν παναγίαν καί ζωαρχικήν Τριάδα, διό καί δεχόμεθα τό βάπτισμα τούτων τε καί ἐκείνων.» Γιά τήν ἀναγνώριση τῆς ἱερωσύνης καί τῆς ἀποστολικῆς Διαδοχῆς ἀνάφερε: «Τιμῶμεν τήν ἀποστολικήν διαδοχήν τῆς λατινικῆς ἱεραρχίας καί τούς εἰς τήν ἡμετέραν Ἐκκλησίαν ἐρχομένους ἐξ αὐτῆς κληρικούς παραδεχόμεθα ἐν τῷ ὅν φέρουσι βαθμῷ (ὡς παραδεχόμεθα καί τούς Ἀρμενίους, Κόπτας, Νεστοριανούς κλπ. τούς μή ἀπολέσαντας τήν ἀποστολικήν διαδοχήν).»[24] Παρομοίως ἀπήντησαν καί οἱ ἄλλες Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες ἤδη πρίν πάνω ἀπό ἑκατόν χρόνια!

Οἱ Θεολογικοί Διάλογοι διαξάγονται δηλαδή μεταξύ χριστιανκῶν Ἐκκλησιῶν μέ «ἐκκλησιαστική πραγματικότητα», ἐντός τῆς μιᾶς Ἐκκλησίας ἐν εὐρυτέρᾳ ἐννοίᾳ, γιά νά λυθοῦν τά ἐντός τῆς Ἐκκλησίας δημιουργηθέντα θεολογικά, δογματικά, ἐκκλησιολογικά καί κανονικά προβλήματα, στά ὁποῖα ὀφείλεται ἡ ὑπάρχουσα ἀκοινωνησία μεταξύ τῶν μελὼν τοῦ Σώματος τῆς Μιᾶς Ἐκκλησίας δηλ. καί μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν αὐτῶν, ἐφόσον δέν ἔχουν δημιουργηθεῖ ἀκόμα οἱ ἀναγκαῖες προϋποθέσεις.

8ο ΔΣΟΘ_781

Καί διευκρινίζω: Ἐντός τῆς Μιᾶς Ἐκκλησίας, ὡσάν ἐντός «ἑνός τεράστιου Ναοῦ μέ πολλά ἐσωτερικά παρεκκλήσια, τά ὁποῖα εἶναι μεταξύ των εἴτε μέ μεσότοιχους εἴτε μέ κιγκλιδώματα χωρισμένα, χωρίς ὅμως ὁ χωρισμός αὐτός νά φθάνει μέχρι τήν ὀροφή, ἀπό ὅπου ὅλοι ἔχουν πρόσβαση πρός τόν οὐρανό», ὅπως τονίζει ὁ Ἰωάννης Καρμίρης, παραπέμπων καί στόν Μητροπολίτη Κιέβου Πλάτωνα;[25] Ἤ ὡσάν ἐντός ἑνός πλοίου, τῆς νηός Ἐκκλησίας, στό ὁποῖο εὑρίσκονται ὅλες οἱ Ἐκκλησίες καί κατευθύνονται ἐν κύμμασι καί κινδύνοις, ἤ ἐνίοτε καί ἐν γαλήνῃ καί νηνεμίᾳ πρός τόν τελικό σκοπό, στά Ἔσχατα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἐπ’ αὐτοῦ καί ὁ καθηγητής Λεωνίδας Φιλιππίδης, ἀναφερόμενος στήν «χριστιανική συνείδηση τῶν πρώτων χριστιανικῶν χρόνων», ὁμοιάζει τήν Ἐκκλησίαν «πρός ὁλκάδα, ἤτοι πρός ναῦν, πρός πλοῖον, πρός σκάφος» καί τονίζει: « Κυβερνήτης τοῦ πλοίου ὁ Χριστός. Πλήρωμα τοῦ πλοίου πάντες οἱ χριστιανοί οἱ τῆς χθές, οἱ τῆς σήμερον, οἱ καί τῆς αὔριον….Ἐπί δέκα περίπου αἰῶνας τό πλήρωμα ΤΗΣ ὁλκάδος ταύτης, ΤΗΣ Ἐκκλησίας, ἦτο ἡνωμένον διά τῆς ἐν Χριστῷ ἀγάπης, καίτοι μεταξύ τῶν μελῶν του ὑπῆρχον καί ἀνεφύοντο διαφωνίαι ὡς πρός τά θέματα πίστεως καί διοικήσεως….Ἀλλ’ ἀπό τοῦ δεκάτου περίπου αἰῶνος.καί ὠξύνθησαν αἱ διαφωνίαι… ἐριστικαί διαθέσεις καί βαρύταται ἐκφράσεις ἀπό καταψυγεισῶν καρδιῶν ἐξοτονώθησαν εἰς κεραυνίους ἐκρήξεις μέ φυσικόν πλέον ἐπακολούθημα τήν διάσπασιν τῆς ἀρχικῆς ἑνότητος τοῦ πληρώματος εἰς δύο ὁμάδας.

Ἀλλά καί ἡ διάσπασις αὕτη ΤΟΥ πληρώματος ΤΗΣ Ἐκκλησίας συνέβη ἐντός αὐτῆς, ἐντός τῆς ὁλκάδας, ἐντός τοῦ ἀρχικοῦ πλοίου, ἐντός τῆς αὐτῆς ΜΙΑΣ πάντοτε Ἐκκλησίας.

Ἕν μέρος τότε ΤΟΥ πληρώματος αὐτῆς συνεσπειρώθη εἰς τό ἕν ἄκρον τοῦ πλοίου..καί ἕν μέρος ΤΟΥ πληρώματος αὐτῆς-τό ὑπόλοιπον-συνεσπειρώθη εἰς τό ἄλλο ἄκρον τοῦ πλοίου: ἀνατολική ὁμάς ΤΗΣ Ἐκκλησίας, δυτική ὁμάς ΤΗΣ αὐτῆς Ἐκκλησίας. ἀλλά, καί πάλιν, τό ὅλον πλήρωμα, καίπερ διεσπασμένον εἰς ἀλληλοαφοριζόμενα μέρη, εὑρίσκετο πάντοτε ἐντός τοῦ αὐτοῦ πλοίου-ἐντός ΤΗΣ ΜΙΑΣ Ἐκκλησίας.»[26] Ἐάν, λοιπόν, δέν συνεργασθεῖ ὁλόκληρο τό πλήρωμα τοῦ πλοίου τῆς Μιᾶς Ἐκκλησίας ὑπάρχει ὁ κίνδυνος στίς κρίσιμες ἐποχές πού διερχόμαστε καί στίς ἰσχυρές τρικυμίες καί καταιγίδες, στίς ὁποῖες ζοῦμε, νά βυθισθεῖ καί νά καταποντισθεῖ τό πλοῖο. Καί τότε αὐτό τό βύθισμα θά ἀφορᾶ ὁπωσδήποτε ὁλόκληρο τόν χριστιανισμό!

Ἡ μία αὐτή Ἐκκλησία εὑρίσκεται, λοιπον, παρά τάς διασπάσεις καί τά τραύματα, πολλάκις τά αἱματηρά, σέ ἕνα σύνολο, ἐντός μιᾶς πραγματικότητος ὡσάν ἐντός μιᾶς φυσιολογικῆς οἰκογενείας, τῆς ὁποίας τά μέλη εὑρίσκονται μεταξύ των σέ ἁρμονία καί ἀγάπη, ἀλλά ὄχι σπάνια σέ ἐντάσεις καί συγκρούσεις καί σέ ἐγκληματική διάσταση ἀλληλοεξοντώσεων, χωρίς ὅμως ποτέ νά χάσουν τήν ἐξ αἵματος συγγένειαν. Ἔτσι καί τά διεστῶτα μέλη τῆς Μιᾶς Ἐκκλησίας ἀνήκουν παρ’ ὅλα ταῦτα, παρά τίςς θεολογικές καί δογματικές διαφορές σέ μίαν, δηλ. τήν χριστιανικήν οἰκογένεια, χωρίς νά χάσουν τήν ἐξ αἵματος συγγένειαν αὐτῶν, τήν ὁποίαν ἀποκτοῦν ἀμεταβλήτως διά τοῦ ἑνός καί ἀνεπανάληπτου Βαπτίσματος εἰς τό ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Οἰ Ἐκκλησίες αὐτές δέν εἶναι, ὡς ἐκ τούτου «πρός ἀλλήλας ξέναι καί ἀλλότριαι», ἀλλά «συγγενεῖς καί οἰκεῖαι ἐν Χριστῷ.»[27]

Βάσει αὐτῆς τῆς πραγματικότητος, διαπιστώνει ὁ Καρμίρης, «δέν ἐδίστασε τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον νά ἀπευθύνῃ τό περίφημον διάγγελμα αὐτοῦ τοῦ ἔτους 1920 «πρός τάς ἁπανταχοῦ Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, χαρακτηρίσαν τάς χριστιανικάς Ὁμολογίας ὡς «Ἐκκλησίας» καί τονίσαν «ὅτι ἐπιβάλλεται ἵνα ἀναζωπυρωθῇ καί ἐνισχυθῇ πρό παντός ἡ ἀγάπη μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν, μή λογιζομένων ἀλλήλας ὡς ξένας καί ἀλλοτρίας, ἀλλ’ ὡς συγγενεῖς καί οἰκείας ἐν Χριστῷ καί «συγκληρονόμους καί συσσώμους τῆς ἐπαγγελίας τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ Χριστῷ (Ἐφεσ. 3,6).»[28] Κατ’ ἀκολουθίαν, τονίζει ὁ Ἰωάννης Καρμίρης: «Πάντες οἱ χριστιανοί λογίζονται ὅτι ἀνήκουσιν εἰς τήν ἐν εὐρυτάτῃ ἐννοίᾳ Ἐκκλησίαν, νοουμένην καί οὖσαν τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τό ὁποῖον εἶναι ἕν, ἄρα δέ καί ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία, ὡς ὁρίζει αὐτήν τό ἱερόν Σύμβολον τῆς πίστεως Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως. Τῷ ὄντι… εἶναι προφανές, ὅτι καί οἱ ἑτερόδοξοι ἀνήκουσιν εἰς τήν μίαν ἡνωμένην οὐσιωδῶς Ἐκκλησίαν του, ἐν ᾗ δύνανται νά τύχωσι τῆς σωτηρίας»[29] Ἄρα καί πάλιν τονίζω, τά προβλήματά μας εἶναι κοινά καί ὀφείλομεν ἐντός τῆς μιᾶς Ἐκκλησίας διαλεγόμενοι νά τά λύσομε. Δέν φέρω γλαύκας εἰς Ἀθήνας, ἀλλά ἐπαναφέρω στήν μνήμη μας τήν ἀρχαίαν καί πατερική Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ ὁποία ἰσχύει μέχρι σήμερον, μακράν τῶν προκαταλήψεων καί τοῦ μίσους.

8ο ΔΣΟΘ_616

Ἔτσι ἀλλάζει τελείως ἡ ἐκκλησιολογική προοπτική καί συνειδητοποιεῖται περισσότερον τό κοινό καθῆκον καί ἡ κοινή ἀδιαμφισβήτητη εὐθύνη ὅλων τῶν Ἐκκλησιῶν καί ὅλων τῶν χριστιανῶν, τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας.

Στά Κείμενα τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου γίνεται ἀναφορά καί στήν ἀναγκαιότητα τοῦ Διαθρησκειακοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου, ἀλλά καί τοῦ Διαλόγου μέ ὅλους τούς ἀνθρώπους καλῆς θελήσεως[30] πρός ἀντιμετώπιση τῶν πολλαπλῶν κοινωνικῶν, πολιτικῶν, οἰκονομικῶν καί οἰκολογικῶν προβλημάτων στίς σύγχρονες δύσκολες καιρικές συγκυρίες πρός προστασία τῆς ἀξιοπρέπειας τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, πρός εἰρηνικήν συνύπαρξη τῶν λαῶν καί πρός διαφύλαξη καί προστασία τῆς Δημιουργίας τοῦ Θεοῦ. «Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία θεωρεῖ σημαντικόν ὅπως ὅλοι οἱ Χριστιανοί, ἐμπνεόμενοι ὑπό τῶν κοινῶν θεμελιωδῶν ἀρχῶν τοῦ Εὐαγγελίου, προσπαθήσωμεν νά δώσωμεν εἰς τά ἀκανθώδη προβλήματα τοῦ συγχρόνου κόσμου, μίαν ὁλοπρόθυμον καί ἀλληλέγγυον ἀπάντησιν, βασιζομένην εἰς τό πρότυπον τοῦ ἐν Χριστῷ καινοῦ ἀνθρώπου.»[31]

Γιά τήν ἐπιτυχή ἔκβαση τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων ὅλων τῶν διαστάσεων εἶναι ἀπόλυτα χρήσιμος καί ὁ Διάλογος μεταξύ τῶν Θεολογικῶν μας Σχολῶν,[32] ἡ δημιουργία «ἀδελφῶν» Θεολογικῶν Σχολῶν, ἀνταλλαγή καθηγητῶν καί φοιτητῶν. Κοινά συνέδρια, κοινές ἐκδόσεις κλπ. Ἐπίσης συνεργασία καί διαλογικές πρωτοβουλίες σχολείων καί διδασκάλων τῶν θρησκευτικῶν, συνεργασία καί κοινές ἑορταστικές ἐκδηλώσεις ἐφημεριακῶν ἐνοριῶν καί Ἐπισκοπῶν καί Μητροπόλεων θά δημιουργήσουν αἴσθημα κοινῆς κληρονομιᾶς, ἀμοιβαίας ἐμπιστοσύνης, ἀλλά καί κοινῆς εὐθύνης γιά τό παρόν καί τό μέλλον τῶν Ἐκκλησιῶν μας, «ὥστε «σύμψυχοι, τό ἕν φρονοῦντες» (Φιλ. β΄ 2-3), νά χωρήσωμεν μετά τοῦ Παύλου ἐπί τά πρόσω «τά μέν ὀπίσω ἐπιλανθανόμενοι τοῖς δέ ἔμπροσθεν ἐπεκτεινόμενοι» (Φιλ. γ΄ 14), καθώς ἐτόνισεν ὁ Παναγιώτατος Οἰκουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαῖος προσφωνώντας τόν Πάπα Ρώμης Φραγκῖσκον τήν 30ήν Νοεμβρίου 2014 στήν Κωνστανινούπολη στήν ἕδρα τοῦ σεπτοῦ μας Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Τό παρόν καί τό μέλλον ἀνήκουν στίς κοινές περιοχές ἀναγκαίας φροντίδας καί δραστηριότητος τῶν Ἐκκλησιῶν μας.

Ὅ,τι γίνεται ἀποδεκτόν εἶναι δυνατόν, κατόπιν συμφωνίας καί ἐφ’ ὅσον δέν παραγκωνίζονται βασικές Ἀρχές καί κεντρικά σημεῖα τῆς πίστεώς μας, ὅπου τοῦτο εἶναι δυνατόν, νά ἐφαρμόζεται ἄμεσα καί στήν πράξη. Ὡς ἐκ τούτου οἱ Θεολογικοί Διάλογοι δέν πρέπει νά παραμένουν μόνον στά δογματικά θέματα, ἀλλά νά ἐπεξεργάζονται καί πρακτικά θέματα τῆς καθημερινῆς ζωῆς.

8ο ΔΣΟΘ_251

Παρά τό ὅτι ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος καί κατά τήν προετοιμασία της στά τελευταῖα χρόνια πρίν ἀπό τήν σύγκλησή της δέχθηκε κατ’ ἐπανάληψη ἀντιοικουμενικές ἐπιθέσεις καί προσπάθησε, ὡς ἐκ τούτου, νά τηρήσει συντηρητικώτερη στάση καί χωρίς νά προβεῖ σέ λεπτομερεῖς ἀπαντήσεις καί ρυθμίσεις σέ διάφορα θέματα, ἐν τούτοις οἱ ἀποφάσεις της εἶναι σαφεῖς καί ὑπέρ τῆς συνεχίσεως τοῦ ἱεροῦ ἔργου τῆς καταλλαγῆς, τῆς συνεχίσεως τῶν Θεολογικῶν Οἰκουμενικῶν Διαλόγων ἀφ’ ἑνός μέν γιά νά πληροφορηθοῦν οἱ ἑτερόδοξοι καλύτερα τά τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, ἀφ’ ἑτέρου ὅμως γιά νά προωθηθεῖ καί τελικά νά ἐπιτευχθεῖ καί ὁ τελικός σκοπός, δηλαδή ἡ πραγματοποίηση τῆς πλήρους ἐκκλησιαστικῆς καί μυστηριακῆς κοινωνίας μεταξύ τῶν χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν ἐντός τοῦ ἑνός Σώματος τῆς Μίας Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, καθώς τονίζει καί ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης: «Εἶναι εὐνόητον ὅτι κατά τήν διεξαγωγήν τῶν θεολογικῶν διαλόγων κοινός πάντων σκοπός εἶναι ἡ τελική ἀποκατάστασις τῆς ἐν τῇ ὀρθῇ πίστει καί τῇ ἀγάπῃ ἑνότητος.»[33] Ἀκριβῶς γιά τό ἔργο αὐτό εἴμεθα εὐγνώμονες πρός τόν Τριαδικό Θεό καί σέ ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συνέβαλαν στήν σύγκληση καί πραγματοποίηση τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου στήν Κρήτη καί πρώτιστα στόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαῖο, ὁ ὁποῖος μέ σύνεση καί τόλμη δέν ἐδίστασε νά προχωρήση στήν ἐφαρμογή τῆς πανορθόδοξης ἀποφάσεως, δηλ. στήν σύγκληση καί διεκπεραίωση τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Ὁ δρόμος εἶναι ἀνοικτός καί δέν ἀπομένει παρά νά ἀναλάβομε τίς εὐθῦνες μας ὅλοι πρός ἐφαρμογή τῶν ἀποφασισθέντων. Ἡ ἐντολή τοῦ Χριστοῦ εἶναι σαφής καί δέν ἔχομε καμμία ἐναλλακτική λύση ἀπό τήν συνέχιση τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων τῆς καταλλαγῆς, ὅπως ἀκούραστα ἐπαναλαμβάνει καί ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαῖος. Ἐπιθυμῶ καί ἐδῶ νά ἐπαναλάβω μία εἰλικρινή διαπίστωση τοῦ Ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ, τοῦ συνειδητοῦ καί τολμηροῦ ἐργάτου τῆς καταλλαγῆς, ὅταν ἀπευθύνεται πρός τόν Πάπα: «Οὐ γάρ ἀνέχεται ἡ κεφαλή Χριστός ὁ Θεός ἐφεστάναι διῃρημένῳ τῷ σώματι…»[34] Καί καταλήγω μέ τήν ὀδυνηρή ἐρώτηση τοῦ ἴδιου ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ: «Μέχρι τίνος οἱ τοῦ αὐτοῦ Χριστοῦ καί τῆς αὐτῆς πίστεως βάλλομεν ἀλλήλους καί κατατέμνομεν; Μέχρι τίνος οἱ τῆς αὐτῆς Τριάδος προσκυνηταί δάκνομεν ἀλλήλους καί κατεσθίομεν, ἕως ἄν ὑπ’ ἀλλήλων ἀναλωθῶμεν καί ὑπό τῶν ἔξωθεν ἐχθρῶν εἰς τό μή εἶναι χωρήσωμεν;»[35]

Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Κρήτης ἔδωσε τήν ὀρθήν ἀπάντηση, τήν ὁποία πρέπει νά σεβαστοῦμε καί νά πραγματοποιήσομε ὅλοι. «Δεόμεθα ὅπως οἱ Χριστιανοί ἐργασθῶσιν ἀπό κοινοῦ, ὥστε νά ἀποβῇ ἐγγύς ἡ ἡμέρα, καθ’ ἥν ὁ Κύριος θά ἐκπληρώσῃ τήν ἐλπίδα τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί ‘γενήσεται μία ποίμνη, εἷς ποιμήν’ (Ἰω. 10,16)»[36]

Ἡ προσευχή αὐτή τῆς Συνόδου στό τέλος τοῦ Κειμένου περί τῶν Σχέσεων τῆς Ὀρθοδοξίας μέ τίς ἄλλες Ἐκκλησίες εἶναι καί προσευχή μας καί ἐλπίδα μας καί πεποίθησή μας.

8ο ΔΣΟΘ_957

[1] Τό σχετικό Κείμενο τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου εἶναι: «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον». Ἡ ἀναφορά ἐδῶ στήν παρ. 4. «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἀδιαλείπτως προσευχομένη «ὑπέρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως», ἐκαλλιέργει πάντοτε διάλογον μετά τῶν ἐξ αὐτῆς διεστώτων, τῶν ἐγγύς καί τῶν μακράν, ἐπρωτοστάτησε μάλιστα εἰς τήν σύγχρονον ἀναζήτησιν ὁδῶν καί τρόπων τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς ἑνότητος τῶν εἰς Χριστόν πιστευόντων, μετέσχε τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως ἀπό τῆς ἐμφανίσεως αὐτῆς καί συνετέλεσεν εἰς τήν διαμόρφωσιν καί περαιτέρω ἐξέλιξιν αὐτῆς».

[2] Πρβλ. Γρηγορίου Λαρεντζάκη, Αἵρεση καί σχίσμα, http://www.amen.gr/article/airesi-kai-sxisma. Τό ἴδιο, ἐν. Σύναξη, Τεῦχος 143, 2017, 5-18.

[3] «XIV. Καλόν γάρ πρός τό καλοθελές ὁρῶντας ἡμᾶς καί μᾶλλον, ἔνθα μή Θεός ἤ πίστις τό κινδυνευόμενον, νεύειν ἀεί πρός τό εἰρηνικόν τε καί φιλάδελφον, ἀδελφοί γάρ καί ἡμῶν οὖτοι.» Πρβλ. τά κείμενα τῶν ἐπιστολῶν στό: Μεθοδίου Γ. Φούγια, Ἀρχιεπισκόπου πρ. Θυατείρων καί Μεγάλης Βρεταννίας, Μητροπολίτου Πισιδίας, Ἡ ἐκκλησιαστική ἀντιπαράθεσις Ἑλλήνων καί Λατίνων ἀπό τῆς ἐποχῆς τοῦ Μεγάλου Φωτίου μέχρι τῆς Συνόδου τῆς Φλωρεντίας (858-1439), ἔκδ. Β΄, Ἀθήνα 1994, 240: «XVII. Καί ἴδε, τιμιώτατε δέσποτα, ὅπως τά πολλά τῶν παρά τοῖς ἡμετέροις πεπλημμελημένων περιφρονοῦντες, ἤ καί παραθεωροῦντες ἐμμελέστερον σπερμολογοῦμεν καί πολυπραγμονοῦμεν τά ἀλλότρια.», σελ. 241. «XXI. Καί παρακαλῶ καί ἱκετεύω καί δέομαι καί νοερῶς τῶν σῶν ἁγίων ἐφάπτομαι ποδῶν, ἵνα τοῦ ἄγαν άκριβοῦς ἡ θεοειδής ἐνδοῦσα μακαριότης σου συνέλθῃ τοῖς πράγμασι. Δέος γάρ μήποτε ράψαι τό διερρωγός βουλομένη χεῖρον τό σχίσμα ποιήσῃ καί τό καταπεπτωκός ἀνορθῶσαι σπουδάζουσα μείζονα τήν πτῶσιν ἐργάζηται. Σκόπησον δέ, εἰ μή φανερῶς ἐντεῦθεν ἤγουν ἐκ τῆς μακρᾶς ταύτης διαστάσεως καί διχονοίας καί τοῦ τῆς καθ’ ἡμᾶς ἁγίας ἐκκλησίας τόν μέγαν τοῦτον καί πρῶτον καί ἀποστολικόν θρόνον ἀπορραγῆναι συνέβη πᾶσαν ἐν τῷ βίῳ κακίαν πληθυνθῆναι καί σύμπαντα κόσμον ἔχειν κακῶς καί ὅπως αἱ βασιλεῖαι πάσης τῆς γῆς τεταραγμέναι εἰσί καί πανταχοῦ θρῆνος καί οὐαί πολύ καί λιμοί καί λοιμοί (κα΄) συνεχεῖς κατά χώραν καί πόλιν καί οὐδαμῇ οὐδαμῶς ὡς ἐπί πάντα τά ἡμέτερα εὐοδοῦνται στρατόπεδα.» «XXV. Παρακαλῶν παρακαλέσαι τήν σήν ἡγιασμένην ψυχήν. Καί πεῖσαι, μετριώτερόν τε καί συγκαταβατικώτερον συνελθεῖν σε τοῖς πράγμασι, καί μᾶλλον, οῠ μή ἐστι θεός, ὡς ἔφθην εἰπών, τό περιφρονούμενον». Πρβλ. καί PG 120, 800.

[4] Νεκταρίου Κεφαλᾶ, Μελέτη ἱστορική περί τῶν αἰτίων τοῦ σχίσματος, τ. Β΄, 33, 34, 79 ἑξ.

[5] Τήν Κυριακή 13η Μαΐου 2018 ἔγιναν τά ἐγκαίνια τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ στά Κάτω Πατήσια στήν Ἀθήνα ἀπό τόν Ἐπίσκοπο Ἀνδρούσης κ. Κωνστάντιο.

[6] AG σ. 52. Πρβλ. Γρηγορίου Λαρεντζάκη, Ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός καί ἡ ἑνότητα τῶν Ἐκκλησιῶν Ἀνατολῆς καί Δύσεως, Κατερίνη 1999, 59 καί σημ. 76.

[7] Μάρκου Εὐγενικοῦ, Τῷ μακαριωτάτῳ πάπᾳ τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης, Μάρκος ἐπίσκοπος τῆς ἐν Ἐφέσῳ τῶν πιστῶν παροικίας, ἐν: SFÂNTUL MARCU EVGHENICUL, Ὁ Ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικός, OPERE Τά εὑρισκόμενα ἅπαντα, Vol. I, Precuvantâre de P.S. Lucian, Episcopul Caransebeşuluiu…Coordinator: Cristian Chivu, Editura Pateres 2009, 197 ἑξ.

[8] Ὅπ. παρ.

[9] Μᾶρκος Εὐγενικός, Συλβέστρου Συροπούλου, Ἀπομνημονεύματα V, 28, ἔκδ. ὑπό V. Laurent, Les  „memoires“ du Grand Ecclésiarque de l´ Eglise de Constantinople Sylvestre Syropoulos sur le concile de Florence (1438-1439) Vol. IX (Concilium Florentinum Documenta et Scriptores. Editum Consilio et Impensis Pontificii Instituti Orientalium Studiorum), Rom 1971, 230. Πρβλ. Γρηγορίου Λαρεντζάκη, Ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός καί ἡ ἑνότητα τῶν Ἐκκλησιῶν ’Ανατολῆς καί Δύσεως, 61.

[10] Τό θέμα Ἐκκλησία καί Ἐκκλησίες ἔχω ἐπεξεργασθεῖ καί ἀλλοῦ. Πρβλ. Γρηγορίου Λαρεντζάκη, Ἐκκλησία καί Ἐκκλησίες. Σέ σχέση μέ τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, http://www.amen.gr/article/ekklisia-kai-ekklisies·Πρβλ. καί Στυλιανοῦ Τσομπανίδη, Ἐκκλησία καί Ἐκκλησίες. Ἡ θέση τῶν ἄλλων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν στήν ἐκκλησιολογική αὐτοσυνειδησία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στό πλαίσιο τοῦ οἰκουμενικοῦ διαλόγου, Ἀθήνα 2013.

[11] «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον». Παρ. 6 «Παρά ταῦτα, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀποδέχεται τήν ἱστορικήν ὀνομασίαν τῶν μή εὑρισκομένων ἐν κοινωνίᾳ μετ’ αὐτῆς ἄλλων ἑτεροδόξων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν, ἀλλά πιστεύει ὅτι αἱ πρός ταύτας σχέσεις αὐτῆς πρέπει νά στηρίζωνται ἐπί τῆς ὑπ’ αὐτῶν ὅσον ἔνεστι ταχυτέρας καί ἀντικειμενικωτέρας ἀποσαφηνίσεως τοῦ ὅλου ἐκκλησιολογικοῦ θέματος.» ὡς ἐκ τούτου καταφαίνεται καί πάλιν ἡ ἀναγκαιότης τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου.

[12] «ὅτε διίστανται τινές ἀλλήλων καί οὐ χωροῦσι πρός λόγους, δοκεῖ μεῖζον εἶναι καί ἡ μεταξύ τούτων διαφορά.ὅτε δ’ εἰς λόγους συνέλθωσι καί ἑκάτερον μέρος νουνεχῶς ἀκροάσηται τά παρ’ ἑκατέρου λεγόμενα, εὑρίσκεται πολλάκις ὀλίγη ἡ τούτων διαφορά.» Μᾶρκος Εὐγενικός, Συλβέστρου Συροπούλου, Ἀπομνημονεύματα V, 28, ἔκδ. ὑπό V. Laurent, Les  „memoires“ du Grand Ecclésiarque de l´ Eglise de Constantinople Sylvestre Syropoulos sur le concile de Florence (1438-1439) Vol. IX (Concilium Florentinum Documenta et Scriptores. Editum Consilio et Impensis Pontificii Instituti Orientalium Studiorum), Rom 1971, 282.

[13] «Χρή μετά ἀγάπης τούς λόγους ποιεῖσθαι, ἐπεί καί περί εἰρήνης ἐστίν ὁ λόγος καί ταύτην κατέλιπεν ὁ Κύριος ἡμῖν ὥσπερ τινά κλῆρον….καί ἀπ’ ἀρχῆς ἄχρι τέλους τῶν λόγων τήν ἀγάπην τηρεῖν.» Μᾶρκος Εὐγενικός, Συλβέστρου Συροπούλου, Ἀπομνημονεύματα, VI, 27, σελ. 326.

[14] Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Περί άκαταλήπτου, ἀπόντος τοῦ ἐπισκόπου, πρός ἀνομοίους, λόγ. 1, 6, PG 48, 708. Πρβλ. καί Ἰωάννου Καρμίρη, Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐν Διαλόγῳ μετά τῶν ἑτεροδόξων, Ἀθῆναι 1975, 12 ἑξ.

[15] Ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος γράφει πρός τούς Ἀντιοχεῖς: «Ἀλλά καί περί τῆς κατά σάρκα οἰκονομίας τοῦ Σωτῆρος, ἐπειδή καί περί τούτου ἐδόκουν φιλονικεῖν τινές πρός ἀλλήλους, ἀνεκρίναμεν καί τούτους κἀκείνους. Καί ἅπερ ὡμολόγουν οὗτοι συνετίθεντο κἀκεῖνοι, ὅτι … Ἐξ ὧν καί πάντα τά ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ οὕτω νοοῦντες, τό αὐτό φρονεῖν περί τῆς σαρκώσεως καί ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου διεβεβαιώσαντο.» Μ. Ἀθανασίου,Τόμος πρός Ἀντιοχεῖς, 7, PG 26, 804 ἑξ. ΒΕΠ 31, 127.

[16] Πρβλ. Γρηγορίου Ναζιανζηνοῦ, Λόγος 43, 68,Εἰς τόν Μέγαν Βασίλειον, PG 36, 588C: «Αὐτοῖς μέν γάρ οὐδεμίαν εἶναι ζημίαν, ὑπαλλατομένων μικρόν τῶν λέξεων, καί φωναῖς ἄλλαις τό ἴσον διδασκομένοις. Οὐδέ γάρ ἐν ρήμασιν ἡμῖν εἶναι τήν σωτηρίαν μᾶλλον ἤ πράγμασιν».

[17] Γρηγορίου Ναζιανζηνοῦ, Λόγος 41, Εἰς τήν Πεντηκοστήν, 8, PG 36, 440Β.

[18] Μᾶρκος Εὐγενικός,AG 187. Πρβλ. περισσότερα: Γρηγορίου Λαρεντζάκη, Ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός καί ἡ ἑνότητα τῶν Ἐκκλησιῶν Ἀνατολῆς καί Δύσεως, Κατερίνη 1999.

[19] Γεωργίου Γαλίτη, Παρατηρήσεις ἐπί τοῦ καταλόγου θεμάτων τῆς μελλούσης Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Ἐκκλησία 1, 15 (1976) 400.

[20] Γεωργίου Γαλίτη, Παρατηρήσεις, ὅπ. παρ. 400.

[21] Βλασίου Φειδᾶ,  Τό ζήτημα τῆς συμπροσευχῆς μετά τῶν ἑτεροδόξων κατά τούς ἱερούς κανόνας, ἐν Γρηγορίου Λαρεντζάκη, Κων. Σκουτέρη, Βλ. Φειδᾶ, Ἡ συμπροσευχή μέ τούς ἑτεροδόξους κατά τήν ὀρθόδοξη θεολογική Παράδοση, Θεσσαλονίκη 2011, 143.

[22] Paul Meyendorff, Τό Μυστήριο τῆς Φιλοξενίας. Ἡ σπουδαιότητα τῆς βαπτισματικῆς Ἐκκλησιολογίας, Θεολογία, 88(2017)19. Ἐνδιαφέρουσα εἶναι ἡ διαπίστωσή του, ὅτι τό Βάπτισμα, τό τελούμενο ἔξω ἀπό τά κανονικά ὅρια τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας δέν ἔχει ἀξία γιά ἐκείνους πού προσέρχονται στήν Ὀρθοδοξία μόνον κατ’ οἰκονομίαν, ἐπειδή τοῦ δίδεται ἡ ἀξία ἀπό τήν ἀξία τοῦ ἐπισκόπου, ἀλλά διότι ἡ Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει αὐτό πού εἶναι ἀληθινό καί αὐθεντικό -ἔργο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος – ἔξω ἀπό τά κανονικά της ὅρια, γνωρίζοντας βέβαια, ὅτι «δέν ὑπάρχει σαφής συναίνεση ἐπί τοῦ θέματος αὐτοῦ στήν Ὀρθοδοξία σήμερα».

[23] Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολή 40, PG 991052D. Πρβλ. καί Θεοδώρου Ξ. Γιάγκου, Ἡ συμπροσευχή μέ τούς ἑτεροδόξους. Ὀρθόδοξη Θεολογία καί Οἰκουμενικός διάλογος, 2004, 150. Πρβλ. καί Βασιλείου Τσίγκου, Ἐκκλησιολογικές θέσεις τοῦ ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, Αὐθεντία καί πρωτεῖο, Θεσσαλονίκη 1999, 114, σημ.3.

[24] Ἡ περί τῶν σχέσεων τῶν Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί περί ἄλλων γενικῶν ζητημάτων Πατριαρχική καί Συνοδική Ἐγκύκλιος τοῦ 1902. Αἱ εἰς αὐτήν Ἀπαντήσεις τῶν Ἁγίων Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί ἡ Ἀνταπάντησις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, Ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐκ τοῦ Πατριαρχικοῦ Τυπογραφείου 1904, 27 ἑξ.

[25] Ἰωάννου Καρμίρη, Ὀρθόδοξος Ἐκκλησιολογία, Ἀθῆναι 1973, 242, σημ. 2.

[26] Λεωνίδου Ἰω. Φιλιππίδου, Ἡ ἀπό παλαιᾶς καί νέας Ρώμης κίνησις πρός ἐπάνοδον τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ εἰς τήν ἀρχικήν ἑνότητα, Ἀθῆναι 1970, 9ἑξ. Ὁλόκληρη ἡ ἐργασία αὐτή εἶναι ἄξια μελέτης.

[27] Ἐγκύκλιος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τοῦ 1920.

[28] Ἰωάννου Καρμίρη, Ὀρθόδοξος Ἐκκλησιολογία, 242.

[29] Ἰωάννου Καρμίρη, Ἡ σωτηρία τῶν ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας ἀνθρώπων τοῦ Θεοῦ, Ἀνάτυπον ἐκ τῶν Πρακτικῶν τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, τόμ. 56, Ἀθῆναι 1981, 404 ἑξ.

8ο ΔΣΟΘ_117

[30] Πρβλ. «Ἡ ἀποστολή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς τόν σύγχρονον κόσμον. συμβολή τς ρθοδόξου κκλησίας ες πικράτησιν τς ερήνης, τς δικαιοσύνης,τς λευθερίας, τς δελφοσύνης καί τς γάπης μεταξύ τν λαν, καί ρσιν τν φυλετικν καί λοιπν διακρίσεων: 3-4:«Ὡς προϋπόθεσις μιᾶς εὐρυτέρας ἐν προκειμένῳ συνεργασίας δύναται νά χρησιμεύσῃ ἡ κοινή ἀποδοχή τῆς ὑψίστης ἀξίας τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου. Αἱ κατά τόπους Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι εἶναι δυνατόν νά συμβάλουν εἰς τήν διαθρησκειακήν συνεννόησιν καί συνεργασίαν διά τήν εἰρηνικήν συνύπαρξιν καί κοινωνικήν συμβίωσιν τῶν λαῶν, χωρίς τοῦτο νά συνεπάγεται οἱονδήποτε θρησκευτικόν συγκρητισμόν.Ἔχομεν τήν πεποίθησιν ὅτι ὡς«Θεο συνεργοί» (Α’ Κορ. γ’, 9), δυνάμεθα νά προχωρήσωμεν εἰς τήν διακονίαν ταύτην ἀπό κοινοῦ μεθ’ ὅλων τῶν ἀνθρώπων καλῆς θελήσεως, τῶν ἀγαπώντων τήν κατά Θεόν εἰρήνην, ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς ἀνθρωπίνης κοινωνίας ἐπί τοπικοῦ, ἐθνικοῦ καί διεθνοῦς ἐπιπέδου. Ἡ διακονία αὐτή εἶναι ἐντολή Θεοῦ (Ματθ. ε’, 9). Πρβλ. Grigorios Larentzakis, Einheit der Menschheit – Grundvoraussetzung für das Zusammenleben im multireligiösen Kontext. Patristische und aktuelle orthodoxe Perspektiven, in: Patristica et Oecumenica, Festschrift für Wolfgang A. Bienert, hg. von Peter Gemeinhardt und Uwe Kühneweg, Marburg 2004, 211-237. Καί Grigorios Larentzakis, Die Orthodoxe Kirche. Ihr Leben und ihr Glaube, 3. Auflage, Lit Verlag, Wien, Münster 2012, 205 ἑξ.

[31] «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον». (24). Πρβλ. στό Μήνυμα τῆς Συνόδου, 4 καί στήν Ἐγκύκλιο 17 και 18.

[32] Πρβλ. Γρηγορίου Λαρεντζάκη, Οι Θεολογικοί Διάλογοι και ο ρόλος των Θεολογικών Σχολών στην Οικουμένη του 21ου αιώνα. Στό: Ο Οικουμενικός Διάλογος στόν 21ο αιώνα, Πραγματικότητες-Προκλήσεις-Προοπτικές, Τιμητικό Αφιέρωμα στον Ομότιμο Καθηγητή Πέτρο Βασιλειάδη, Επιμέλεια Ι. Πέτρου, Στ. Τσομπανίδη, Μ. Γκουτζιούδη, Θεσσαλονίκη 2013, 133-159.

[33] «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» 12.

[34] Μάρκου Εὐγενικοῦ, Τῷ μακαριωτάτῳ πάπᾳ τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης, Μάρκος ἐπίσκοπος τῆς ἐν Ἐφέσῳ τῶν πιστῶν παροικίας, ἐν: SFÂNTUL MARCU EVGHENICUL, Ὁ Ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικός, OPERE Τά εὑρισκόμενα ἅπαντα, Vol. I, Precuvantâre de P.S. Lucian, Episcopul Caransebeşuluiu…Coordinator: Cristian Chivu, Editura Pateres 2009, 197 ἑξ.

[35] Ὅπ. παρ.

[36] «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» 24.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ἡ ἀνάγκη τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων σύμφωνα μέ τίς ἀποφάσεις τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (Κρήτη, Ἰούνιος 2016)

Αλέξανδρος Παπαδερός, Ιδιονομία της Οικονομίας

8ο ΔΣΟΘ_670

Εισήγηση στο 8ο Διεθνές Συνέδριο Ορθοδόξου Θεολογίας

Ευχαριστώ, κ. Πρόεδρε, για την ευγενική υποδοχή.

Εὐχαριστῶ τόν φίλο Κοσμήτορα κ. Μιλτιάδη Κωνσταντίνου καί τά ἀγαπητά μέλη τῆς Ὀργανωτικῆς Ἐπιτροπῆς γιά τήν πρόσκληση συμμετοχῆς στό παρόν σημαντικό συνέδριο καί ἀνάπτυξης μιᾶς 20σάλεπτης ὁμιλίας, ὅπως ἦταν ἡ ἀρχική πρόταση. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἀκαδημία Κρήτης εὐλογήθηκε νά φιλοξενήσει τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο, γεγονός τό ὁποῖον αἰσθάνθηκα καί χαρακτήρισα ὡς τῆς Κρήτης Δεύτερη Μεγάλη Πεντηκοστή (βλπ. Πράξ. 2, 11), δικαίως νομίζω.

Ἦταν  ὅμως Πεντηκοστῆς ἑορτή γιά ὅλη  τήν Ἐκκλησία καί ὡς τέτοια εὐλογία θά ἔπρεπε νά εἶχε ἑορτασθεῖ ἀπό τό σύνολο τῶν Ὀρθοδόξων. Ἡ εἰσήγησή μου ἀναφέρεται στήν ΕΓΚΥΚΛΕΙΟ τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου καί συγκεκριμένα στήν ἑνότητα VI, ὅπου διαβάζουμε τά  ἀκόλουθα: “Ἡ Ἐκκλησία ἀντιτίθεται εἰς τήν προκλητικήν ἀπειλήν διά τόν σύγχρονον ἄνθρωπον καί τάς πολιτιστικάς παραδόσεις τῶν λαῶν, τήν ὁποίαν ἐμπερικλείει ἡ παγκοσμιοποίησις καί ἡ ἀρχή τῆς «ἰδιονομίας τῆς οἰκονομίας» …… προτείνει δέ μίαν βιώσιμον οἰκονομίαν, τεθεμελιωμένην εἰς τάς ἀρχάς τοῦ Εὐαγγελίου.” Ἐπειδή φἐρω τήν εὐθύνη για την πρόταση, νά συμπεριλάβει ἡ Σύνοδος στίς διασκέψεις Αὐτῆς καί τή θεωρία της ΙΔΙΟΝΟΜΙΑΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ, ὅπως καί ἔπραξε, καί ἐπιπλέον ἐπειδή στά καθ” ἡμᾶς δέν φαίνεται νά ἔχει τύχει ἰδιαίτερης προσοχῆς ἡ θεωρία αὐτή, ἔκρινα χρέος μου νά ἀξιοποιήσω τήν εὐκαιρία τοῦ παρόντος συνεδρίου, προκειμένου νά δοθοῦν, ἔστω καί συνοπτικά, ὁρισμένες πληροφορίες καί νά ἐπισημανθοῦν προβληματισμοί σχετικοί με τη θεωρία αὐτή, χρήσιμοι ἐνδεχομένως καί γιά τή διαμόρφωση  ἑνός νέου ὁράματος γιά τό μέλλον τῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας, σύμφωνα μέ τήν ἐπιθυμία τῶν ὀργανωτῶν τοῦ Συνεδρίου.

8ο ΔΣΟΘ_673

Μέ τόν ὅρο ΙΔΙΟΝΟΜΙΑ έχω μεταφράσει τόν γερμανικό Eigengesetzlichkeit, ὁ ὁποῖος άποδίδεται στήν αγγλική γλώσσα ὡς autonomy–αὐτονομία. Ἰδιονομία  καί αὐτονομία δέν εἶναι μέν ταυτόσημες ἔννοιες, ἀλλά καί στήν ἀγγλική ἀπόδοση τῶν κειμένων τῆς Συνόδου αυτός ὁ ορος χρησιμοποιεῖται και προφανῶς δέν ἔχουμε ἄλλη ἐπιλογή.

Παράδειγμα: Σε πρόσφατη ομιλία του στην Άγκυρα ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κύριος Βαρθολομαίος, μιλώντας στά Αγγλικά, ἀναφέρθηκε, μεταξύ ἄλλων, στήν περί Ἰδιονομίας ἀπόφανση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου καί εἶπε: “It is not possible for the European Union to merely exist as a plan of uniform economic politics and economic development, based on the principle of “autonomy of the economy”. Τά προβλήματα, μέ τά ὁποῖα συνδέεται ἡ Ἰδιονομία, εἶναι πολλά καί, μέ διάφορες διατυπώσεις, ἀνατρέχουν στό βάθος τῶν αἰώνων. Δέν θά παρασυρθοῦμε ὅμως τώρα σέ γλωσσολογικές καί ἱστορικές ἀναλύσεις, καθώς αὐτό πού μᾶς ἐνδιαφέρει, ἐδῶ καί τώρα, εἶναι, στόν ἐλάχιστο χρόνο που διαθέτουμε, νά σχολιάσουμε, επί τροχάδην, τή σχέση τῆς ΙΔΙΟΝΟΜΙΑΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ μέ τό “μυστήριον τῆς ἀνομίας” (Β΄ Θεσ. 2,7) πού ἐνεργεῖται στό χῶρο τῆς οἰκονομίας παγκοσμίως, μέ ἰλιγγιωδῶς ἐπιταχυνόμενη ἐπέκταση, ἔνταση καί σκληροκαρδία καί μέ ὁμόρρυθμη ἑδραίωση τῆς παγκοσμιοποίησης, ὅπως ἐπισημαίνει ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος. Οἱ τάσεις, οἱ ἐξελίξεις καί ἡ πρόσφατη κρίση τῆς οἰκονομικῆς κατάστασης στή χώρα μας καί γενικότερα στόν κόσμο, μέ τίς τρομακτικές ἀντιθέσεις μεταξύ σκανδαλώδους πλουτισμοῦ καί ζοφώδους πενίας ἐπαναφέρουν στήν ἐπικαιρότητα μέ αὐξανόμενη ὀξύτητα τό ἐρώτημα: Οἰκονομία μέ ἤ χωρίς ἠθικές ἀρχές καί ἀξίες; Ὅσο περίεργο καί ἄν ἀκούγεται, ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι τό ἐρώτημα δέν τίθεται ἀπό λαούς ὑπανάπτυκτων χωρῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν μάθει νά ζοῦν μέ περιορισμένες ἐλπίδες – ὅσοι καί ὅσο ζοῦν! Τίθεται, μέ αὐξανόμενη ἀγωνία μάλιστα, σέ βιομηχανικά ὑπερανεπτυγμένες χῶρες τῆς Εὐρώπης κυρίως, τῆς Βόρειας Ἀμερικῆς καί σέ λίγες χῶρες τῶν ἄλλων ἠπείρων. Ἰδίως σέ χῶρες τῆς Ἀσίας, οἱ ὁποῖες  ἐπιβάλλουν ἤδη τούς δικούς τους ρυθμούς στήν παγκόσμια οἰκονομία.

8ο ΔΣΟΘ_447

Στό ἐρώτημα, λοιπόν, Οἰκονομία μέ ἤ χωρίς ἠθικές ἀρχές καί ἀξίες, οἱ ὀπαδοί τῆς ΙΔΙΟΝΟΜΙΑΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ἀπαντοῦν χωρίς συστολή: Ἡ Οἰκονομία διέπεται ἀπό δικούς της νόμους καί κανόνες, γραπτούς ἤ ἄγραφωους, ἱερούς ἤ καί ἀνίερους, ἀναγνωρισμένους ἤ μή. Νόμους πού δέν ὑποτάσσονται σέ ἐξουσίες, ἔστω καί ἄν αὐτές θεωροῦνται ὑπέρτερες, οὔτε ὑπακούουν σέ κανόνες Ἠθικῆς καί ἀξίες φιλοσοφικῆς ἔμπνευσης, θρησκευτικῆς ἐπιταγῆς, πολιτικής ἀξίωσης ἤ ἄλλης   σκοπιμότητας. Διότι, ἔτσι λέγουν καί πράττουν: Ὑπέρτατο πάντων εἶναι τό συμφέρον τῆς Οἰκονομίας, δηλαδή τό  κέρδος! Αἰτιολογία: Μόνον ἡ ὀμαλή λειτουργία τῆς Οἰκονομίας διασφαλίζει τήν κοινωνική εἰρήνη, εὐημερία καί προκοπή. Ἐρώτημα: Πότε θεωρεῖται ὀμαλή ἡ λειτουργία τῆς Οἰκονομίας; Ἀπάντηση τῆς θεωρίας τῆς Ἰδιονομίας: Ὅταν εἶναι ἀνεμπόδιστη ἡ ἐπιδίωξη καί ἀσφαλής ἡ ἐπίτευξη τοῦ κέρδους. Αὐτός εἶναι ὁ σκοπός, πού, κατ” ἐξοχήν στό χῶρο τῆς Οίκονομίας, “ἁγιάζει τά μέσα”, ἔστω καί ἄν ἐξαγοράζει συνειδήσεις, διαφθείρει ἀνθρώπους καί θεσμούς. Ἀκόμη καί τόν ἱερό θεσμό τῆς δικαιοσύνης. Ἡ ὁποία, ἔτσι λέγεται, ἀκριβῶς γι” αὐτό δέν στέλνει ὅσους ἔπρεπε στή φυλακή, καθώς ἀποδεικνύονται διεθνῶς ἀνεπαρκή τά ὅποια μέτρα θωράκισης ἀπό τίς πλεκτάνες τῆς διαφθορᾶς. Λοιπόν, ἡ ἐπικυριαρχία τοῦ Οἰκονομικοῦ ἐπί τοῦ Θεσμικοῦ, τῆς Δικαιοσύνης π.χ., θριαμβεύει. Θά μποροῦσε λοιπόν νά πεῖ κανείς, πώς ἡ ἀνθρωπότητα ὁλόκληρη ὑποκλίνεται πλέον ἀναγκαστικά στήν τυραννία τοῦ Μαμωνά τῆς ἀδικίας (Λουκ. 16,9).

Τά προβλήματα, στά ὁποῖα μόνον ἀκροθιγῶς ἀναφερθήκαμε, καταδεικνύουν σαφῶς, πόσον εὔστοχη καί δικαιολογημένη ὑπῆρξε ἡ ταυτόχρονη ἀναφορά τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου στήν Ἰδιονομία τῆς Οἰκονομίας καί στήν Παγκοσμιοποίηση ὡς μιά, τρόπον τινά, δι” ἀλληλοπεριχωρήσεως σύγχρονη δοκιμασία ὁλόκληρης πιά τῆς ἀνθρωπόητας.

Ἄν ἀνοίξετε τό Λεξικό  θά πρσέξετε ὅτι πρίν ἀπό τή λέξη ἀδηφάγος τίθεται ἡ λέξη Άδης! Γράφει ὁ Μἐγας Βασίλειος: “Ὁ ἅδῃς οὐκ εἶπεν, Ἀρκεῖ, οὐδὲ ὁ πλεονέκτης εἶπἐ ποτε, Ἀρκεῖ.”

Προσοχή ὅμως, παρακαλῶ: Θά ἦταν παρανόηση μεγάλη, ἄν ἀπό τά λεχθέντα ἐν σπουδῇ, προκύψει τό συμπέρασμα, ὅτι ὁλόκληρος ὁ κόσμος πού ἀσχολεῖται μέ τήν Οἰκονομία ὑποτάσσεται στήν Ἰδιονομία! Ἀπελθέτω ἀπ” ἐμοῦ ἡ βλασφημία! Δέν λείπουν, εὐτυχῶς, οἱ παράγοντες τῆς Οἰκονομίας, οἱ ὁποῖοι, καίτοι δέν ἀκολουθοῦν τίς ἀξιώσεις τῆς Ἰδιονομίας, καί οἱ ἴδιοι εὐημεροῦν καί  τούς πένητες δέν ἀντιπαρέρχονται. Οὔτε εἶναι ὅλων τῶν χωρῶν ὅλοι οἱ σχετικοί μέ τήν οἰκονομία νόμοι διαρκῶς καί παντελῶς ἀνεφάρμοστοι.

Μιλοῦμε γιά τή θεωρία τῆς Ἰδιονομίας, τήν ὁποία καλῶς συνέδεσε ἡ Σύνοδος μέ τήν παγκοσμιοποίηση, ἐπισημαίνοντας τους κινδύνους πού ἐμπεριέχει αὐτός ὁ δεσμός καί ἀντιπροτείνοντας ὡς πυξίδα τόν Κυριακόν λόγον «οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος» (Λουκ. δ’, 4), μέ τή διευκρίνηση ὅτι “ἡ Ἐκκλησία δέν συνδέει τήν πρόοδον τοῦ ἀνθρωπίνου γένους μέ μόνην τήν ἄνοδον τοῦ βιοτικοῦ ἐπιπέδου ἤ μέ τήν οἰκονομικήν ἀνάπτυξιν εἰς βάρος τῶν πνευματικῶν ἀξιῶν.”

Καί μιά παρατήρηση, ὡς ἐκ περισσοῦ φαντάζομαι:

Ἡ Εγκύκλειος τῆς Συνόδου ἀποτελεῖ ἕνα εἶδος σύνοψης τῶν βασικῶν κειμένων, στά ὁποῖα καί κυρίως στό περί τῆς ἀποστολῆς τῆς Ἐκκλησίας ἐν τῷ κόσμῳ γίνονται ἐκτενέστερες ἀναφορές στα προβλήματα πού ἀναφέραμε.

8ο ΔΣΟΘ_669

Τελειώνοντας, επιτρέψατε, παρακαλῶ, νά ἀνταποκριθῶ μέ λίγες σκέψεις στην ἐπαινετή ἐπιθυμία τῶν ὀργανωτῶν τοῦ Συνεδρίου, νά ἐπικαλεσθοῦν τή συνδρομή τῶν συνέδρων στήν ἐπισήμανση ζωτικῶν προτεραιοτήτων τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας στό ἄμεσο καί στό ἀνθρωπίνως ὁρατό μέλλον.

Ἀντιπαρέρχομαι, ὡς αὐτονόητο, τό πρῶτο μέλημα, δηλαδή τήν ὑποχρέωσή μας, τῶν Ὀρθοδόξων θεολόγων, νά συνδράμουμε τήν πρόσληψη τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου ἀπό τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας. Αυτή είναι μιά ζωτικῆς σημασίας ποιμαντική ὑποχρέωση, ἡ ὁποία, καίτοι εἶναι στενότατα  συνδεδεμένη μέ τό συνοδικό λειτούργημα, ἐλάχιστα φαίνεται νά ἀπασχολεῖ τή διοίκηση τῶν Ἐκκλησιῶν μας. Δυστυχῶς! Ἀπό τή σκοπιά τῆς εἰσήγησής μου περιορίζομαι στίς ἀκόλουθες προτεραιότητες:

1) Κρίσεις καί ἐπικρίσεις τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν πορεία τῆς Οἰκονομίας, τοπικά καί παγκόσμια, μποροῦν νά εἶναι πειστικές καί ἐπωφελεῖς μόνον  ἐφ” ὅσον οἱ  ἡγεσίες της καί οἱ πιστοί της  ἐνθυμούμεθα ὅτι ὁ Κύριός μας δέν εἶχε “ποῦ τήν κεφαλήν κλίνῃ” (Ματθ. 8,20) καί ἄν τά οἰκονομικά τῆς Ἐκκλησίας εἶναι  ἀπαλλαγμένα ἀπό σκιές!

2) Ἡ θεολογική ἐπιστήμη ὀφείλει νά ἀναδείξει τό μέγεθος καί τήν ἐπικινδυνότητα τῆς ο ὐ τ ο π ί α ς, ὅτι σέ ἕναν κόσμο τῆς σημερινῆς καί μάλιστα τῆς ραγδαίως αὐξανόμενης πλουραλιστικῆς δυναμικῆς, ὁποιαδήποτε Ἐκκλησία θά εἶναι πλέον σέ θέση νά ἐκπληρώνει θεαρέστως τήν ἀποστολή της μ ό ν η, χωρίς τακτική καί ἐπιμελῶς ἑτοιμασμένη πανορθόδοξη συνοδική διαβούλευση, πειθαρχία στό Κανονικό Δίκαιο καί ἀγαπητική συναλληλία, συνεργασία καί συνενόηση στό πνεῦμα καί μέ τά κριτήρια τῆς Μακροδιακονίας, στά εὐρύτερα πλαίσια τῆς Λειτουργικῆς Διακονίας, ὅπως ἔχω παλαιότερα προτείνει.

8ο ΔΣΟΘ_445

3) Tό πλαίσιο πού ἔχει ὁρίσει ἡ  Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος γιά τίς σχέσεις μας μέ ἄλλες χριστιανικές Ἐκκλησίες εὐνοεῖ τήν ἀναγκαία πλέον συνεργασία στήν ἀπό κοινοῦ μαρτυρία χριστιανικῶν άρχῶν καί ἀξιῶν πρός ἀντίσταση στήν πολλαπλή δολιότητα καί φθορά. Μόλις π.χ. τήν περασμένη Πέμπτη, 17 Μαΐου, δημοσιεύθηκε σημαντικό κείμενο τοῦ Βατικανοῦ, τό ὁποῖο καλεῖ σέ “Περισσότερο ἔλεγχο τῶν Ἀγορῶν καί περισσότερη Ηθική στίς χρηματιστηριακές ὑποθέσεις.” (Mehr Marktkontrolle und mehr Ethik im Geldwesen). Δέν θά εἶχε καλύτερες προοπτικές ἕνα τέτοιο κείμενο,  ἄν ἦταν μιά εὐρύτερη χριστιανική  ἔκκληση;

Ἡ εἴσοδος τῆς Ἑλλάδας στήν τότε Κοινή Ἀγορά χαιρετίσθηκε ὡς εἴσοδος τῆς Φιλοκαλίας στήν Εὐρώπη. Ἡ ἔνταξη καί ἄλλων κατά παράδοση ὀρθοδόξων χωρῶν στήν Εὐρωπαϊκή Ἔνωση καί ἡ ἀναμενόμενη προσθήκη περισσοτέρων, εἶναι ἀνάγκη νά συνοδευθεί ἀπό τή θεολογική ἐπιστήμη καί τή διαλογική θεώρηση ὁρισμένων εἰδικῶν ζητημάτων, ὅπως εἶναι π.χ. σημαντικές προβλέψεις τῆς Συνθήκης τῆς Λισαβόνας, με αναφορά στο ερώτημα, κατά πόσον τηρήθηκαν οι εκεί αναγραφόμενες πρόνοιες καί δεσμεύσεις, προκειμένου νά στηριχθοῦν οι χώρες και οι λαοί-θύματα της πρόσφατης οἰκονομικής κρίσης.

8ο ΔΣΟΘ_735

5) Σκέψεις καί προτάσεις, οἱ ὁποῖες κατατίθενται στό συνέδριο, εὔχομαι νά ὁδηγήσουν τόσο σέ στενή συνεργασία τοῦ συνόλου τῶν Ὀρθοδόξων Θεολογικῶν Σχολῶν καί συγγενῶν Ἱδρυμάτων, ὅσο καί στήν ἐπανεξέταση τῆς δομῆς, τῶν προτεραιοτήτων καί τῆς στελέχωσης τῶν Σχολῶν, μέ κριτήριο τά νέα δεδομένα καί τίς ἀνάγκες πού προκύπτουν. Η Ορθόδοξη Θεολογία, προσλαμβάνοντας δημιουργικά τά μηνύματα καί τούς προβληματισμούς τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, ὀφείλει  νά στηρίζει τή Διοικούσα Ἐκκλησία μέ ἀσφαλεῖς, δηλαδή μέ πιστές στήν εὐαγγελική καί ἁγιοπατερική μας παράδοση ἀπαντήσεις στίς ἑκάστοτε ἐμφανιζόμενες ἀνάγκες καί  προκλήσεις  σέ έναν πλουραλιστικό καί διαρκῶς μεταβαλλόμενο  κόσμο.

Σᾶς εὐχαριστῶ!

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Αλέξανδρος Παπαδερός, Ιδιονομία της Οικονομίας

Η Ορθόδοξη Εκκλησία εν διαλόγω. Η διαλογική ταυτότητα της Εκκλησίας και η αποστολή της στον σύγχρονο κόσμο

8ο ΔΣΟΘ_755

Η εισήγηση του Επίκουρου Καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας ΕΚΠΑ Σταύρου Γιαγκάζογλου στο 8ο Διεθνές Συνέδριο Ορθοδόξου Θεολογίας

«Καὶ ὁ λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, καὶ

ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς

παρὰ πατρός, πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας»

Ἰωάννου 1,14

Η ενσάρκωση του Θεού και Λόγου αποτελεί το κέντρο και την καρδιά της ευαγγελικής πίστεως της Εκκλησίας. Ο Θεός Λόγος σαρκούμενος είναι ο μόνος θεολόγος, αυτός δηλαδή που αποκαλύπτει στον κόσμο και στον άνθρωπο την περί Θεού αλήθεια ως κοινωνία και ως σχέση μαζί του. Ολόκληρη η θεία οικονομία και αποκάλυψη εκδιπλώνεται σταδιακά στην κτίση και στην ιστορία ως ζωντανός διάλογος του Θεού με τον άνθρωπο. Η χριστοκεντρική αυτή εμπειρία και διδασκαλία της Εκκλησίας αποτελεί τη βάση της διαλογικής ταυτότητας και αποστολής της προς τον κόσμο.

Ο Θεός δημιουργεί τον κόσμο και τον άνθρωπο από αγάπη και ελευθερία. Η ίδια η πράξη της δημιουργίας είναι ένας διάλογος του άκτιστου Θεού με τον κτιστό κόσμο του, ο οποίος καλείται εκ του μη όντος να υπάρχει σε διαρκή σχέση με τον Θεό. Ο Τριαδικός Θεός εμφανίζεται διαλεγόμενος να προβαίνει στη δημιουργία κατ’ εξοχήν  του ανθρώπου, ο οποίος πλάθεται δια του Υιού και Λόγου κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν της δικής του υπάρξεως. Σε όλα τα όντα και ιδιαίτερα στον άνθρωπο ο Θεός εναποθέτει τους λόγους τους, δηλαδή το νόημα και τον σκοπό της ύπαρξης και τελείωσής τους μέσα σε μια προοπτική σταδιακής ανάπτυξης, καλλιέργειας και ολοκλήρωσης, δηλαδή μιας διαρκούς πορείας και κίνησης προς τα έσχατα. Εξαρχής, ο διάλογος ως κοινωνία και σχέση με τον Θεό χαρακτηρίζει την πλάση του κόσμου και του ανθρώπου. Αλλά και μετά την πτώση ο Θεός συνεχίζει να διαλέγεται με την ανθρωπότητα και να ενεργεί στην κτίση και στην ιστορία. Η Παλαιά Διαθήκη αποτυπώνει τον συναρπαστικό αυτό διάλογο μεταξύ Θεού και ανθρώπου, ο οποίος κορυφώνεται εν τέλει με «το απ’ αιώνος απόκρυφον και αγγέλοις άγνωστον μυστήριον» της ενσαρκώσεως του Υιού και Λόγου του Θεού. Η ενσάρκωση του Λόγου φέρνει σε κοινωνία και διαλεκτική σχέση τη θεία με την ανθρώπινη φύση. Εν Χριστώ η ανθρωπότητα υπάρχει ανακαινισμένη από τη φθορά και τον θάνατο, επειδή ακριβώς υφίσταται πλέον σε μια διαλεκτική σχέση και ένωση με την άκτιστη θεότητα. Ο εν Χριστώ διάλογος κτιστού και ακτίστου, ο οποίος απαράμιλλα αποτυπώθηκε στο δόγμα της Χαλκηδόνας, δεν έμεινε στο επίπεδο μιας υψηλής οντολογίας ή μεταφυσικής διδασκαλίας, αλλά σαρκώθηκε μέχρι τις πιο καθημερινές εκφράσεις της επί γης οικονομίας του Θεανθρώπου. Ο Χριστός σαρκώνεται, διδάσκει, ενεργεί, μεταμορφώνεται, συνομιλεί, σταυρώνεται, ανασταίνεται και δοξάζεται  μέσα από τον διάλογο θεότητας και ανθρωπότητας. Δια του Αγίου Πνεύματος ο εν Χριστώ αυτός διάλογος επεκτείνεται στο σώμα της Εκκλησίας, στο οποίο ο Χριστός ως κεφαλή έλκει και ενσωματώνει τους πολλούς, αλλά και τη δημιουργία ολόκληρη στη νέα ζωή που ξεπήδησε από τον Σταυρό και την Ανάστασή του. Ο διάλογος θεότητας και ανθρωπότητας μεταφέρεται πλέον στο αναστημένο σώμα του Χριστού που είναι η Εκκλησία, η οποία πορεύεται εν διαλόγω στην κτίση και στην ιστορία καθ’ οδόν προς τη Βασιλεία, προσλαμβάνοντας και διαρκώς ανακαινίζοντας εν Πνεύματι «τα πάντα και εν πάσιν» (Κολ. 3,11). Ο διαλογικός αυτός τρόπος της πίστεως, της λατρείας και της ζωής στην αρχαία Εκκλησία σαρκώνεται ανάγλυφα και παραστατικά στην Αγία Γραφή της. Εδώ ο Λόγος γίνεται κυριολεκτικά διάλογος. Η μαρτυρία και η έκφραση της πίστεως της Εκκλησίας συνιστά πάντοτε διάλογο με τον πολιτισμό και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα κάθε εποχής.

8ο ΔΣΟΘ_585

Η Αγία Γραφή δεν είναι ιερή και θεόπνευστη βίβλος, επειδή κείται υπεράνω της ιστορίας, καθιδρύοντας ένας είδος «βιβλιακής θρησκείας» με επίκεντρο το γράμμα των κειμένων της, ανεξάρτητα από το ιστορικό πλαίσιο της ανθρώπινης παρουσίας και δράσης, ανεξάρτητα από την ιστορική, προσωπική και εμπειρική σχέση Θεού, κόσμου και ανθρώπου. Αντίθετα, η συναφειακότητα και η πολιτισμική έκφραση αφορά κατά κάποιο τρόπο την ιστορική σάρκα και την έκφραση της χριστιανικής πίστης. Δίχως αναφορά και σχέση προς τον πολιτισμό των ανθρώπων, τη συνάντηση και τη συνεισφορά συγκεκριμένων λαών και παραδόσεων, θα παρέμενε το λιγότερο μια μυθολογική και κοσμολογική αφήγηση χωρίς ιστορική επενέργεια και νοηματοδότηση. Η Βίβλος είναι κατά μια έννοια η πρόσληψη του διαλόγου των ανθρώπινων πολιτισμών και η μετάπλασή τους σε διάλογο και σε πολιτισμό, σε κοινωνία και σχέση, Θεού, κόσμου και ανθρώπου. Τα βιβλικά κείμενα όχι μόνο στο πρωτότυπό τους, αλλά και σε κάθε γλώσσα στην οποία μεταφράζονται, ερμηνεύονται ή κηρύσσονται, σαρκώνουν εκ νέου αυτόν τον διάλογο Θεού και ανθρώπου. Το γεγονός αυτό συνιστά τη λεγόμενη πρόσληψη των πολιτισμών από το Ευαγγέλιο, κάτι που δεν έχει συντελεστεί άπαξ δια παντός, αλλά διαρκώς πραγματώνεται στην ιεραποστολική και προφητική λειτουργία της Εκκλησίας καθ’ οδόν προς τα έσχατα της Βασιλείας. Η Αγία Γραφή από τη Γένεση μέχρι την Αποκάλυψη αφηγείται το σώμα μιας ενιαίας ιστορίας, στην οποία υπάρχει αρχή, αδιάκοπη πορεία και εξέλιξη. Συνάμα τα πάντα τείνουν προς ένα τέλος, το οποίο είναι διαρκώς ανοικτό και στο οποίο καλείται ο κόσμος και ο άνθρωπος να ενσωματωθεί με τη δυναμική της βιβλικής αποκαλυπτικής προφητείας, με τη δυναμική των εσχάτων. Ο Θεός Λόγος «πολυμερώς και πολυτρόπως» (Εβρ. 1,1) μίλησε στην Παλαιά Διαθήκη και μολονότι ενανθρώπησε «ἐφάπαξ» (Εβρ. 7,279,12), έκτοτε διαρκώς αποκαλύπτεται και ενεργεί στην ιστορία. Αυτό σημαίνει ότι η Αγία Γραφή για την Εκκλησία είναι ένα ανοικτό και όχι ένα κλειστό βιβλίο, με την έννοια ότι δεν περιγράφει αιώνιες ή μεταφυσικές αλήθειες αλλά καταγράφει και αφηγείται την «ιστορία» των σχέσεων Θεού και ανθρώπου, μέχρις ότου το γεγονός της ενανθρώπησης –«μέχρις οὗ μορφωθῇ Χριστὸς»– να εισχωρήσει παντού στην κτίση και στην ιστορία, μέχρι ο Χριστός να γίνει «τὰ πάντα καὶ ἐν πᾶσι» (Α΄ Κορ. 15,28). Και αυτή η ιστορία, η οποία συνεχίζεται ακόμη στο σώμα της Εκκλησίας, δεν ιχνηλατεί απλώς τον συναρπαστικό διάλογο Θεού και ανθρώπου, αλλά αποκαλύπτει συνάμα και την έσχατη αλήθεια για την ύπαρξη του ανθρώπου και του κόσμου.

Μια καίρια και βασική πτυχή της πολιτισμικής αυτής διάστασης της Αγίας Γραφής αφορά τη συνάντηση, τον διάλογο, τη σύγκρουση, την αλληλοδιείσδυση και, τελικά, τη σύνθεση μεταξύ Ελληνισμού και Χριστιανισμού. Πρόκειται για τη συνάντηση δύο θεμελιωδών πολιτισμικών μεγεθών που διαμόρφωσε την ιστορική φυσιογνωμία ενός ευρύτατου γεωπολιτικού χώρου, πέρα από τη μεσογειακή ζώνη της ελιάς και της αμπέλου. Γιατί ολόκληρη η Ευρώπη αποβαίνει σταδιακά μια χριστιανική περιοχή κατ’ εξοχήν. Η Ορθοδοξία, ο βυζαντινός πολιτισμός, ο σλαβικός κόσμος, αλλά και η ιδιοπροσωπία του Νέου Ελληνισμού σμιλεύτηκαν μέσα από τη γόνιμη σύνθεση Ελληνισμού και Χριστιανισμού. Η καθοριστική αυτή συνάντηση προσέφερε τις βάσεις για την ιδιαίτερη ανάπτυξη και πορεία του Χριστιανισμού στη Δυτική Ευρώπη μέσα από τις μεγάλες χριστιανικές παραδόσεις του Ρωμαιοκαθολικισμού και του Προτεσταντισμού. Ο λεγόμενος Δυτικός κόσμος και πολιτισμός επηρεάσθηκε καίρια, ενώ το Ισλάμ δεν υπήρξε ολότελα αμέτοχο από τη συνάντηση αυτή. Όπως άλλοτε, έτσι και στις μέρες μας, η  Ευρώπη εμπεριέχει τις δύο αυτές ιδρυτικές συνιστώσες για την οικοδόμηση του σύγχρονου ευρωπαϊκού πολιτισμού. Κατά μία άποψη, ακόμη και η νεωτερικότητα και η ουδετεροθρησκεία είναι παντελώς ανερμήνευτες δίχως τις συνιστώσες αυτές, παρά τις περί του αντιθέτου διακηρύξεις.

Ασφαλώς, ο διάλογος αυτός δεν σημαίνει ότι η Εκκλησία προσλαμβάνει τα πάντα κατά τη συνάντησή της με τους πολιτισμούς, αλλά ότι προσλαμβάνει κριτικά και μεταμορφώνει καινοτομώντας τα ονόματα και τα πράγματα, εμβαπτίζοντάς τα στην εν Χριστώ πίστη, εμπειρία και ζωή της. Πέρα από την αρχαιοελληνική φιλοσοφία, το ίδιο συνέβη και με τις διάφορες μορφές της τέχνης, με τις γλώσσες, με τη λογοτεχνία, με τη λειτουργική της έκφραση. Η γλώσσα της θεολογίας και της λατρείας, η θεολογία και η τέχνη της εικόνας, όπως και κάθε μορφή εκκλησιαστικής τέχνης και ποίησης παραμένει ανερμήνευτη δίχως τον διάλογο θεολογίας και πολιτισμού. Η ίδια η ζωή της εκκλησιαστικής κοινότητας υφίσταται πάντοτε σε διαλεκτική σχέση και αλληλεπίδραση με το ευρύτερο κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον. Τα πάντα στην Εκκλησία προσλαμβάνονται εν διαλόγω και νοηματοδοτούνται εν Χριστώ ως μια νέα σάρκωση του Λόγου στις επίγειες πραγματικότητες του ανθρώπινου βίου και πολιτισμού.

Αλλά και η ίδια η εσωτερική ζωή της Εκκλησίας κινείται πάντοτε στο πλαίσιο του διαλόγου. Η προσευχή και η λατρεία της, ιδιαίτερα δε η Θεία Ευχαριστία συνιστά κατ’ εξοχήν διάλογο του ανθρώπου με τον Θεό, στον οποίο δεν ανακεφαλαιώνεται παραστατικά και βιώνεται λειτουργικά απλώς η οικονομία του Θεανθρώπου, αλλά επιτελείται μυστηριακά εν Πνεύματι η εκ νέου κένωση και συγκατάβαση του Λόγου στην Εκκλησία, δηλαδή μετέχεται κατά πρόληψιν και η μέλλουσα υιοθεσία, η πρόσληψη και μεταμόρφωση του κόσμου ως εμπειρία των εσχάτων. Τα δόγματα της Εκκλησίας, το τριαδολογικό, το χριστολογικό, το πνευματολογικό κ.λπ., ενέχουν τόσο στον μύχιο θεολογικό πυρήνα τους όσο και στις ποιμαντικές, υπαρξιακές και σωτηριολογικές συνέπειές τους σαφέστατα διαλογικό χαρακτήρα. Ενότητα, προσωπική ετερότητα και αλληλοπεριχώρηση της θείας ζωής διακρίνει τα πρόσωπα του Τριαδικού Θεού. Η δε ζωή, το πολίτευμα και το ήθος της Εκκλησίας αποσκοπεί «εις εκείνην την ενότητα ήτις κέκτηται διδάσκαλον την Αγίαν Τριάδα»[1]. Στο χριστολογικό δόγμα πραγματώνεται η διαλεκτική ένωση της θείας και της ανθρώπινης φύσεως, η αντίδοση των ιδιωμάτων εκάστης φύσεως και η θέωση της εν Χριστώ ανθρωπότητας, γεγονός που συνιστά τον λόγο υπάρξεως της Εκκλησίας και του μυστηρίου της σωτηρίας.

8ο ΔΣΟΘ_647

Η ποιμαντική της Εκκλησίας διακονείται πάντοτε στο πλαίσιο ενός υπαρξιακού διαλόγου με επίκεντρο τη μετάνοια και την ελευθερία του ήθους, υπερβαίνοντας τη δικανική ή κανονιστική κατίσχυση απρόσωπων νόμων, τύπων και διατάξεων. Η αντιμετώπιση των αιρέσεων και των σχισμάτων ως υψηλή μέριμνα για τη διαρκώς ανανεούμενη  ενότητα της Εκκλησίας γίνεται με βάση τον διάλογο. Ειδικά για τα προβλήματα αυτά η Εκκλησία ήδη από την αποστολική της περίοδο εξέφρασε και ανέπτυξε τον λεγόμενο συνοδικό θεσμό σε όλα τα ζητήματα που σχετίζονται με την πίστη, τη λατρεία και τη ζωή της. Η πατερική γραμματεία, ο τρόπος λειτουργίας του συνοδικού συστήματος, η συνοδική διατύπωση των δογμάτων της πίστεως και γενικότερα η έγνοια της αρχαίας Εκκλησίας διασώζει και οικονομεί ορθοδόξως την αλήθεια και ενότητά της πάντοτε μέσω του διαλόγου, των σχέσεων και της επικοινωνίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο μαρτυρείται ο τιτάνιος αγώνας και η υψηλή εκκλησιολογική σημασία που αποδίδει η Ορθόδοξη Παράδοση στη διαλογική ταυτότητα της Εκκλησίας.

Το νόημα και ο προορισμός του ανθρώπινου πολιτισμού δεν είναι άσχετο προς το νόημα και τον τελικό προορισμό του ανθρώπου και της ιστορίας του. Κατά την ορθόδοξη θεολογία, όταν ο πολιτισμός σε μια πορεία δημιουργικότητας εμπνέεται από την ενέργεια του Θεού στην κτίση και στην ιστορία, ο άνθρωπος αποκαθίσταται στον ιδιαίτερα κρίσιμο και αποφασιστικό ρόλο του εντός της δημιουργίας, γίνεται η προσδοκία και η όντως ελπίδα του κόσμου. Εδώ ακριβώς θεμελιώνεται ο διάλογος θεολογίας και πολιτισμού ως μία διαρκής πρόσληψη και ευχαριστιακή μεταμόρφωση της ζωής του ανθρώπου, «για να ζήσει ο κόσμος». «Χρειαζόμαστε θεολογία του πολιτισμού», κατά τη ρήση του π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, προκειμένου να  κάνουμε λόγο όχι μόνο για τη σχέση Θεού και ιστορίας, αλλά και για τις πρακτικές καθημερινές μας επιλογές και αποφάσεις. Η παράδοση και ο πολιτισμός της Ορθοδοξίας δεν αναπτύχθηκαν με βάση κάποιαν ανυπέρβλητη διελκυστίνδα μεταξύ ιερού και βέβηλου, αλλά συμπεριέλαβαν ολόκληρη τη δημιουργία, την καθημερινότητα και την ιστορία του ανθρώπου. Η διήκουσα αρχή και ο τρόπος της εκκλησιαστικής ζωής υπήρξε πάντοτε η ευχαριστιακή πρόσληψη και η μεταμόρφωση των έργων του ανθρώπου.

8ο ΔΣΟΘ_713

Ο διάλογος της Εκκλησίας με τον σύγχρονο κόσμο και πολιτισμό δεν είναι κάποια πολυτέλεια αλλά ανάγκη κρίσιμη για την αποστολή και διακονία της. Ιδιαίτερα στις μέρες μας, ύστερα από τη διαίρεση και τα σχίσματα του χριστιανικού κόσμου, τη μετάβαση στη νεωτερικότητα και τη ραγδαία εξάπλωση της εκκοσμίκευσης[2] μόλις είναι ανάγκη να επισημάνουμε ότι οι χριστιανικές Εκκλησίες δεν είναι πλέον ο ενεργός παράγοντας της ιστορίας, αλλά ο παθητικός και δίχως επιρροή θεατής των μεγάλων αλλαγών και των κοσμοϊστορικών γεγονότων. Οι κοινωνικές και οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις, η απελευθέρωση και η χειραφέτηση των λαών και των κοινωνικών τάξεων, η καταστροφική δράση του εθνικισμού και του ολοκληρωτισμού, η τεχνολογική πρόοδος, ο καταναλωτικός μηδενισμός και η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, η νέα τάξη πραγμάτων, κ.λπ. πραγματώνονται από παράγοντες του παρόντος κόσμου, αποκομμένους ή και αντίθετους προς τη χριστιανική πίστη. Στις μέρες μας, οι ιστορικές Εκκλησίες, οφείλουν να εμπνεύσουν την ελπίδα και να ανα-μεταστρέψουν δημιουργικά τον κόσμο προς την πίστη, και όχι να αγωνίζονται απλώς να διαιωνίσουν τη θεσμική τους παρουσία ή να διασώσουν έναν καταποντιζόμενο πολιτισμό του παρελθόντος, όσο υψηλός και ανυπέρβλητος θεωρείται ότι υπήρξε. Ο πειρασμός ενός συντελεσμένου χριστιανικού πολιτισμού του παρελθόντος εξάπαντος λειτουργεί ως τροχοπέδη στην εσχατολογική πορεία και προοπτική της Εκκλησίας.

Στην εποχή μας, όσο ποτέ ίσως άλλοτε, προβάλλει η ευθύνη της χριστιανικής θεολογίας να διαλεχθεί δημιουργικά, όπως είχε πράξει με δυναμικό τρόπο ο Απόστολος των Εθνών Παύλος, με την πολιτιστική ποικιλομορφία του σύγχρονου κόσμου. Θα πρέπει, ασφαλώς, να συνειδητοποιήσουμε ότι η πολυπολιτισμική και πλουραλιστική κοινωνία αποτελεί ήδη το ευρύτερο πλαίσιο για όλες τις χριστιανικές εκκλησίες και θεολογικές παραδόσεις. Ο Θεός της Ορθόδοξης Παράδοσης δεν ταυτίζεται με έναν και μοναδικό πολιτισμό, αλλά σαρκώνεται μέσα σε κάθε ανθρώπινο πολιτισμό. Αν ο πολιτισμός συνιστά σάρκωση της αλήθειας της Εκκλησίας μέσα στην ιστορία, δεν χρειάζεται εξάπαντος να αποβαίνει νάρθηκας και σαρκοφάγος αυτής της αλήθειας, μονοπωλώντας την πολιτιστική έκφρασή της στο διηνεκές. Η Εκκλησία δεν αντλεί το είναι της από πολιτιστικές πραγματικότητες του παρελθόντος, αλλά από τα έσχατα της ιστορίας, από τη σχέση της με τη Βασιλεία. Τούτο σημαίνει ακριβώς ότι η Εκκλησία δεν είναι ανάγκη να στρέφεται μονοσήμαντα στο παρελθόν από ένα είδος πολιτιστικής αυτάρκειας ή αναβάπτισης με τα κεκτημένα και μεγαλειώδη αλλοτινών εποχών. Ούτε, ασφαλώς, να επιδεικνύει, λόγω θεολογικής αφασίας, πότε εσωστρέφεια και αμηχανία, πότε αμυντική ή πολεμική διάθεση απέναντι στις νέες πολιτισμικές και κοινωνικές πραγματικότητες, αλλά χρειάζεται να διαλέγεται γόνιμα και δημιουργικά με το εκάστοτε  παρόν, εξαιτίας ακριβώς της εσχατολογικής της προοπτικής. Ο πρόσκαιρος και μεταβατικός χαρακτήρας της ιστορίας δεν αφήνει περιθώρια στην Εκκλησία να ταυτίζει το όραμά της για τη νέα πολιτεία του Θεού, του ανθρώπου και του κόσμου, με μια συγκεκριμένη έκφραση συλλογικότητας π.χ. τη χριστιανική αυτοκρατορία, το χριστιανικό έθνος ή κράτος, τη συγκεκριμένη φυλετική, γλωσσική ή πολιτιστική ιδιαιτερότητα κ.λπ. Η εμπειρία της αρχέγονης Εκκλησίας, η οποία, ενώ μάτωνε με τους διωγμούς, ζύμωσε πολιτισμούς και λαούς, φανερώνει ότι μία ορθή θεολογική προσέγγιση του πολιτισμού είναι σε τελευταία ανάλυση η προφητική πραγμάτωση της εσχατολογικής προοπτικής της Εκκλησίας. Η σύγχρονη Ορθοδοξία οφείλει να ξεπεράσει κάθε επαρχιακό πνεύμα και κλειστοφοβική νοοτροπία και να επανεύρει ως βασικά χαρακτηριστικά της την οικουμενικότητα και τον γνήσιο κοσμοπολιτισμό της.

8ο ΔΣΟΘ_751

Αν ο διάλογος με τον σύγχρονο κόσμο και πολιτισμό ανήκει στις προτεραιότητες της ποιμαντικής διακονίας της Εκκλησίας, ο θεολογικός διάλογος της Ορθοδοξίας με τις άλλες χριστιανικές παραδόσεις της Δύσεως είναι μια θεμελιώδης εκκλησιολογική ευθύνη και αποστολή της Εκκλησίας μας, η οποία θεωρεί τον εαυτό της ως κληρονόμο και συνεχιστή της αδιαίρετης Παράδοσης της αρχαίας Εκκλησίας και γι’ αυτό την «μίαν, αγίαν, καθολικήν και αποστολικήν Εκκλησίαν»[3]. Ο σύγχρονος διαχριστιανικός διάλογος δεν είναι μια νεωτερική ανάγκη της εποχής μας αλλά συνιστά και οφείλει να συνιστά την ιδιαίτερα ευαίσθητη αποστολή της Ορθόδοξης Εκκλησίας και θεολογίας ως μαρτυρία αλλά και διακονία της ενότητας της Εκκλησίας. Την ανάγκη αυτή προφητικά διαπίστωσε η Ορθόδοξη Εκκλησία ήδη από τις αρχές του 20ο αιώνα, πολύ πριν οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι στον ευρωπαϊκό χώρο την καταστήσουν ορατή και επιβεβλημένη. Για τον λόγο αυτό συμμετείχε και διακόνησε εμπνευσμένα ως πρωτοπόρος στην υπόθεση της οικουμενικής κίνησης[4], καθώς επίσης και στην εργώδη προσπάθεια των διμερών διαλόγων με τις αρχαίες Προχαλκηδόνιες Ανατολικές Εκκλησίες, με τον Ρωμαιοκαθολικισμό και με τον Προτεσταντισμό. Προς την κατεύθυνση αυτή ενεργοποίησε και τον ενδο-ορθόδοξο διάλογο, ο οποίος κατέληξε μετά από μια μακρά προσυνοδική διαδικασία στην πραγματοποίηση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας το 2016. Στα κείμενα και στις αποφάσεις της εν λόγω συνόδου τόσο ο διαχριστιανικός-θεολογικός διάλογος όσο και ο διάλογος με τον σύγχρονο κόσμο και πολιτισμό επαναβεβαιώνονται και αποκτούν τη διορθόδοξη, συνοδική και θεολογική τεκμηρίωσή τους.

Εν τούτοις, με πρόσχημα τη διάσωση της Ορθοδοξίας από την αίρεση, από την ετερόδοξη Δύση και τον οικουμενισμό, δήθεν χαρισματικοί κληρικοί, μοναχοί και λαϊκοί αναλαμβάνουν ρόλο αστυνόμου και εισαγγελέα της Εκκλησίας. Με σύνθημα τη φερόμενη ως καταστατική αντίθεση της Ορθοδοξίας προς τη Δύση και τον οικουμενισμό, με τη σχεδόν παλαιοημερολογίτικη αντιπαλότητα προς ο,τιδήποτε ή οποιονδήποτε εκφράζει ενδιαφέρον για την οικουμενική κίνηση ή διαλέγεται με τα προβλήματα του σύγχρονου κόσμου, η τάση αυτή αποβαίνει, ως μη ώφειλε, το βατικάνειο Defensor Fidei και η αληθής καθέδρα της καθαρεύουσας και ακραιφνούς Ορθοδοξίας[5]. Αν η τάση αυτή δεν επηρέαζε και ορισμένα ρεύματα ή ακόμη και συνόδους των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών, θα αποτελούσε απλώς μια γραφική αντιμοντερνιστική κίνηση, όπως ακριβώς συμβαίνει με τα ποικίλα φονταμενταλιστικά ρεύματα που εμφάνισε η εποχή μας. Η κίνηση αυτή εκφράζει ένα είδος νεορθόδοξου σχολαστικισμού ή φονταμενταλισμού, ο οποίος συνθηματολογεί εν ονόματι των πατερικών κειμένων και της Ορθόδοξης Παράδοσης έναντι της Δύσεως συλλήβδην. Πρόκειται για μια ψευδομόρφωση της πατερικής Παράδοσης, στην οποία προβάλλεται η νομική απολυτοποίηση και η δικανική εκδοχή των εκκλησιαστικών κανόνων και του γράμματος των πατερικών κειμένων. Η Ορθοδοξία εκλαμβάνεται ως άτεγκτη «κανονική» ακρίβεια και προσήλωση στο γράμμα του πατερικού λόγου, με άμεσο αποτέλεσμα την ιδεολογικοποίηση και τη μετατροπή της από τρόπο ζωής σε ηχηρό φονταμενταλιστικό σύνθημα.

Ωστόσο, η Εκκλησία και η θεολογία δεν υφίστανται για τον εαυτό τους ή απλώς για τον ορθόδοξο λαό, αλλά για τη διακονία και τη σωτηρία του σύμπαντος κόσμου, γι’ αυτό και η Ορθόδοξη Εκκλησία δέεται σε κάθε Θεία Ευχαριστία «ὑπέρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως». Αυτό σημαίνει ότι η πορεία προς τον διάλογο αλλά και η ίδια η λειτουργία εντός του διαλόγου δεν πρέπει να χαρακτηρίζεται από τη νοοτροπία ή την ιδεολογία περί αποκλειστικότητας και ιδιοκτησιακής ή κληρονομικής αντίληψης της αλήθειας. Η ορθόδοξη θεολογία δεν αποτελεί μια μεταφυσική και άσαρκη διδαχή για τη ζωή του κόσμου και του ανθρώπου. Έχοντας στο επίκεντρο της πλούσιας θεολογικής Παράδοσής της την οντολογία και το ήθος του προσώπου[6] με καίριες υπαρξιακές συνέπειες, δεν συμμερίζεται τα φιλοσοφικά και θεολογικά συστήματα που τέθηκαν στο περιθώριο από τις ραγδαίες εξελίξεις κατά τη νεωτερική φάση του δυτικού πολιτισμού. Στην εποχή της εκκοσμίκευσης η ορθόδοξη θεολογία κομίζει μια τελείως διαφορετική πρόταση ζωής από εκείνη που κληροδότησε στον σύγχρονο κόσμο η μεσαιωνική θρησκευτική παράδοση της Δύσης. Το οντολογικό περιεχόμενο της θεολογικής έννοιας του προσώπου και το ευχαριστιακό της ήθος είναι ανάγκη να επεκταθούν με έναν πρωτότυπο και δημιουργικό τρόπο στο επίπεδο της ανθρωπολογίας, για να νοηματοδοτήσουν στέρεα την απόλυτη αξία του ανθρώπινου προσώπου εντός του κόσμου και της ιστορίας. Η θεολογική προσέγγιση της ετερότητας μπορεί να εμπνεύσει έναν πολιτισμό του προσώπου, να απεγκλωβίσει τα ανθρώπινα δικαιώματα από την ατομοκεντρική και χρησιμοθηρική κατοχύρωσή τους, συνδέοντας τα με το ήθος της κοινωνίας και της ελευθερίας ενός άλλου κοινωνιοκεντρικού πολιτισμού. Η νοηματοδότηση, όμως, του ανθρώπινου βίου, πέρα από το ασφυκτικό πλαίσιο του πρακτικού μηδενισμού και του καταναλωτικού ευδαιμονισμού της σύγχρονης κοινωνίας, προϋποθέτει έναν γνήσιο και απροκατάληπτο διάλογο της θεολογίας με τις κατακτήσεις, τις γνήσιες αναζητήσεις και τα αδιέξοδα της νεωτερικότητας. Το μέλλον της Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν είναι η μουσειακή συντήρηση ενός ένδοξου παρελθόντος, αλλά ο απροκατάληπτος διάλογος και οι ανοικτοί ορίζοντες με τον κόσμο και με τον πολιτισμό καθ’ οδόν προς τα έσχατα της Βασιλείας.

Αν είναι αλήθεια ότι κινούμαστε ταχύτατα προς θρησκευτικά πλουραλιστικές κοινωνίες, τότε ένα από τα βασικά προβλήματα, τα οποία θα αντιμετωπίσει στο προσεχές μέλλον η Εκκλησία, θα είναι η πολιτισμική πρόσληψη και η σχέση της με την κατάσταση που ήδη διαμορφώνεται. Άλλωστε, η ίδια η εκκλησιαστική πίστη νοηματοδοτήθηκε κατά το παρελθόν ποικιλοτρόπως μέσα από την καταλυτική επίδραση διαφόρων πολιτισμικών συνθηκών. Στο νέο περιβάλλον του πλουραλισμού, η χριστιανική θεολογία καλείται να διαλεχθεί δημιουργικά με την πολιτιστική και θρησκευτική ποικιλομορφία του σύγχρονου κόσμου. Οφείλει να επανεύρει την αληθινή οικουμενικότητα και ανεκτικότητά της, για να προσπεράσει τη μισαλλοδοξία και τον φανατισμό. Το ήθος του διαλόγου πρέπει να διαποτίζει κάθε ενέργεια και δράση της. Ο φανατικός είναι εκείνος που σφιχταγκαλιάζει την αλήθεια τόσο πολύ, ώστε τελικά την πνίγει. Η αλήθεια, λοιπόν, δεν είναι ανάγκη να εκλαμβάνεται ως δογματισμός και αποκλειστικότητα, αλλά ως ερμηνευτική πρόταση και δυνατότητα να προσέλθει σε διάλογο και σχέση με τον άλλον. Ο κίνδυνος που απειλεί τη γνήσια θρησκευτική ζωή σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης δεν είναι άλλος από τον φανατισμό και τη μισαλλοδοξία. Στην εποχή μας, όσο ποτέ ίσως άλλοτε, προβάλλει η ευθύνη της χριστιανικής θεολογίας να διαλεχθεί δημιουργικά, όπως είχε πράξει με δυναμικό τρόπο ο απόστολος των εθνών Παύλος, με τον πολύπτυχο και πολυθρησκευτικό κόσμο μας. Θα πρέπει, ασφαλώς, να συνειδητοποιήσουμε ότι η πολυπολιτισμική κοινωνία αποτελεί ήδη το ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο για όλες σχεδόν τις χριστιανικές Εκκλησίες και θεολογικές παραδόσεις. Η ορθόδοξη θεολογία ιδιαίτερα, που έχει μιαν άλλη παράδοση στην ιστορική της διαδρομή και δεν βαρύνεται με μιαν «ιμπεριαλιστική σχεδόν καταγραφή της ιστορίας της ιεραποστολής», όπως συνέβη στη χριστιανική Δύση, μπορεί να συνεργαστεί δημιουργικά και να προσανατολίσει προς μία παγκοσμιότητα που θα σέβεται τη διαφορά και την πολιτισμική ετερότητα[7]. Συνάμα, μπορεί να κατανοήσει και αυτή ότι «η αλήθεια δεν αποδεικνύει τον εαυτό της θριαμβολογώντας βερμπαλιστικά πάνω στις άλλες αλήθειες…». Ο Θεός της Ορθόδοξης Παράδοσης δεν ταυτίζεται με έναν και μοναδικό πολιτισμό, αλλά σαρκώνεται μέσα σε κάθε ανθρώπινο πολιτισμό. Για τον λόγο αυτό είναι ανάγκη στους θεολογικούς διαλόγους να εφαρμόζεται πάντοτε η διάκριση μεταξύ του αναλλοίωτου και μη αναγώγιμου πυρήνα της εκκλησιαστικής πίστεως και όλων των άλλων στοιχείων που αναφέρονται στην ιστορική και πολιτισμική συνάφεια των κατά τόπους εκκλησιαστικών ή χριστιανικών παραδόσεων και τα οποία είναι δυνατό να αλλάζουν και να μεταβάλλονται μέσα στον χώρο και στον χρόνο. Η θεολογία ως η προφητική συνείδηση και κριτική ευαισθησία της Εκκλησίας μπορεί να προσφέρει τις θεμελιώδεις επιστημονικές προϋποθέσεις, ώστε να γίνεται διάκριση κάθε φορά μεταξύ του θεολογικά έσχατου και σημαντικού και εκείνου που μπορεί να μεταβάλλεται μορφολογικά ως πολιτισμικός συντελεστής της θεολογικής έκφρασης. Δίχως τη θεολογική αυτή συνειδητοποίηση, η πολιτισμική πρόσληψη του Ευαγγελίου αλλά και οι ίδιοι οι θεολογικοί διάλογοι των χριστιανικών παραδόσεων διακινδυνεύουν να αποβούν ένα πολύ επισφαλές εγχείρημα.

Κατά τον Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα[8], η πολιτισμική πρόσληψη είναι μια απαίτηση του δόγματος της ενανθρώπησης. Διά της Εκκλησίας ο Χριστός εισέρχεται συνεχώς και πλήρως σε κάθε πολιτισμό. Δεν εξαγιάζει και δεν επικυρώνει έναν συγκεκριμένο πολιτισμό, καλώντας έτσι όλους τους άλλους πολιτισμούς να ασπαστούν τον συγκεκριμένο αυτό πολιτισμό. Άλλωστε, δεν μπορεί να υπάρξει χριστιανικός πολιτισμός που να εφαρμόζεται στο όνομα του Χριστού. Εκείνο, όμως, που μπορεί να υπάρξει είναι η επιτυχημένη και κριτική πολιτισμική πρόσληψη του Ευαγγελίου. Μια τέτοια πολιτισμική πρόσληψη μπορεί και πρέπει να περιλαμβάνει όλες τις μορφές ενός δεδομένου πολιτισμού, αρκεί να διατηρούνται οι βασικές και κρίσιμες διαστάσεις της εκκλησιαστικής πίστης. Στο τέλος της νεωτερικότητας και στο κατώφλι ενός νέου πολιτισμού η Εκκλησία, εφόσον θέλει να αποφύγει την περιθωριοποίησή της, οφείλει να διαδραματίσει πρωτεύοντα ρόλο σε ένα σοβαρό διάλογο, παρουσιάζοντας εναλλακτική πρόταση για τη διαμόρφωση και νοηματοδότηση του σύγχρονου κόσμου και πολιτισμού. Η μαρτυρία και η διακονία της Εκκλησίας οφείλει να γίνεται πάντοτε στον δημόσιο χώρο[9] και όχι στην ιδιωτική λεγόμενη σφαίρα της ζωής των ανθρώπων. Το αντίθετο συνιστά παραίτηση από την ευχαριστιακή ταυτότητα και κοινωνία της Εκκλησίας ως κοινότητας που πορεύεται στην ιστορία και καθ’ οδόν προλαμβάνει και μαρτυρεί τα έσχατα της Βασιλείας. Στο πλαίσιο αυτό του δημόσιου χαρακτήρα της μαρτυρίας της, η Εκκλησία έχει ευθύνη να ανταποκριθεί κριτικά στις σύγχρονες προκλήσεις των αρνητικών δομών της παγκοσμιοποίησης, της οικολογικής κρίσης, των εφαρμογών της βιοτεχνολογίας στη ζωή του κόσμου και του ανθρώπου, προβάλλοντας το όραμα μιας άλλης οικουμένης αυθεντικών σχέσεων κοινωνίας και αλληλεγγύης. Η χριστιανική μαρτυρία οφείλει να είναι πρώτιστα «διακονία της καταλλαγής», έμπρακτη οικολογική ευαισθησία, αγώνας και αγωνία για κοινωνική δικαιοσύνη και διατήρηση της ακεραιότητας της δημιουργίας[10].

8ο ΔΣΟΘ_587

Η συμμετοχή της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην οικουμενική κίνηση είναι ανάγκη να γίνει ουσιαστικότερη και αυθεντικότερη. Με την ανανεωτική έμπνευση του Αγίου Πνεύματος χρειάζεται να περάσει από την αμυντική ή ωφελιμιστική στάση του παρελθόντος σε μια νέα φάση ανοικτού και γνήσιου διαλόγου, όπου ο θησαυρός της Παράδοσης και του εκκλησιαστικού παρελθόντος δεν θα παρουσιάζεται ως άλλοθι της ιστορικής ακινησίας και ενδοστρέφειας, αλλά ως αυθεντική διάνοιξη προς μια κριτική και διαλεκτική πρόσληψη των νέων προκλήσεων και ως δυνατότητα μεταμόρφωσης των πραγμάτων και των νέων συνθηκών προς τα έσχατα της Βασιλείας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία μετά την πρόσφατη εμπειρία από τη συμμετοχή της στην οικουμενική κίνηση και ιδιαίτερα στους διμερείς θεολογικούς διαλόγους και μετά από την Αγία και Μεγάλη Σύνοδό της[11], η οποία προσανατολίζει σταθερά την οικουμενική και θεολογική αποστολή της, οφείλει να σκεφθεί εκ νέου και να αναθεωρήσει στην πράξη την όλη αντίληψη και στάση της έναντι του διαχριστιανικού διαλόγου. Η απροθυμία, η αμφιθυμία και η καχυποψία έναντι της οικουμενικής κίνησης, αλλά και ο εκ των υστέρων τορπιλισμός των θεολογικών διαλόγων από ορισμένες τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες φανερώνουν έλλειψη θεολογικού και εκκλησιολογικού ήθους. Η Ορθόδοξη Εκκλησία και θεολογία χρειάζεται ακόμη να συζητήσει τα αίτια της έλλειψης γνήσιου οικουμενικού πνεύματος και να ξαναδεί κριτικά το πρόβλημα της αυτάρκειας, της ενδοστρέφειας, του αντιδυτικισμού και του εθνοκεντρισμού που αναζωπυρώνεται σε πολλές κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες. Είναι ανάγκη να αναθεωρήσει τη μεθοδολογία της, να άρει τη σιωπή και την έλλειψη ενημέρωσης του πληρώματός της για την πορεία και τα τεκταινόμενα του διαλόγου[12]. Παράλληλα, χρειάζεται να διερευνήσει νέους τρόπους για την κοινή και συντονισμένη διορθόδοξη έκφραση και συμμετοχή της στην οικουμενική κίνηση. Τέλος, είναι ανάγκη να έχει κοινή και ενιαία γραμμή ιδιαίτερα και συγκεκριμένα ως προς την αποδοχή στην πράξη των κοινών ή συμπεφωνημένων κειμένων των διμερών θεολογικών διαλόγων που από κοινού διεξάγει με άλλες χριστιανικές παραδόσεις και ομολογίες.

Κλείνοντας την εισήγησή μας, προτείνω να θυμηθούμε την παρακαταθήκη που μας κληρονόμησε ο π. Γεώργιος Φλωρόσκυ, για να διαπιστώσουμε πόσο προφητική και αναγκαία είναι και σήμερα η προτροπή του: «Ο σκοπός ενθουσιάζει περισσότερο από την κληρονομιά. Και ο στόχος του σύγχρονου ορθόδοξου θεολόγου είναι πολύπλοκος και τεράστιος. Πρέπει πολύ να μαθητεύσει πριν ακόμη μπορέσει να μιλήσει με αυθεντία. Και πάνω απ’ όλα πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι οφείλει να μιλήσει σε οικουμενικό ακροατήριο. Δεν μπορεί να κλειστεί στο καβούκι κάποιας τοπικής παράδοσης –επειδή ακριβώς η Ορθόδοξη, δηλαδή η πατερική παράδοση, δεν είναι τοπική παράδοση αλλά βασικά οικουμενική. Και πρέπει να χρησιμοποιήσει όλες του τις ικανότητες για να εκφράσει με τέτοιο τρόπο το οικουμενικό μήνυμα των Πατέρων, με τρόπο που να διασφαλίζεται η οικουμενική και η πραγματικά παγκόσμια αποδοχή του. Είναι προφανές ότι αυτό δεν επιτυγχάνεται με δουλική επανάληψη του πατερικού γράμματος, ούτε βέβαια και με κάποιο βιβλικό φονταμενταλισμό. Γιατί η δουλικότητα είναι άσχετη τόσο προς τους Πατέρες όσο και προς τη Βίβλο. Οι πατέρες ήταν τολμηροί και θαρραλέοι αναζητητές της θείας αλήθειας. Το να ακολουθήσουμε τα βήματά τους σημαίνει να ανοίξουμε νέους δρόμους, αλλά μόνο μέσα στο πεδίο που εκείνοι βάδισαν»[13].

8ο ΔΣΟΘ_628

The Orthodox Church in dialogue. The dialogical being of the Church and its mission in the contemporary world

Stavros Yangazoglou, Assistant Professor of the Department of Theology of the National and Kapodistrian University of Athens

Abstract

The incarnation of the Word of God is at the core of the evangelical faith of the Church. This christocentric experience and teaching of the Church constitutes the basis of its dialogical being and mission to the world. At the outset, this dialogue with God, understood as communion and relationship, defines the creation itself of the world and man. The dialogue between created and uncreated in Christ did not remain at the level of a high ontological or metaphysical speculation, but it was embodied in the most daily expressions of the earthly life and work of the God-Man. Christ is incarnated, teaches, acts, is transformed, discusses, is crucified, resurrected, and glorified through this dialogue between divinity and humanity. By the Holy Spirit, this dialogue in Christ extends to the body of the Church in which Christ as its head draws and embodies both the many, and the whole creation in the new life that sprang from the Cross and His Resurrection. This dialogical understanding of faith, worship and life in the primitive Church is clearly manifested in the Bible. Here, the Word literally becomes a dialogue. The witness and expression of the faith of the Church always constitutes a dialogue with the culture and the surrounding atmosphere of each age. Without any reference and relation to the human cultures, and to the encounter and contribution of particular peoples and traditions, the Bible would remain a mythological and cosmological narrative, without any historical effect and meaning. The Bible, in a sense, assumes the dialogue of human cultures and transforms them into a dialogue and culture, in communion and relationship, between God, world and man. And this history, still going on in the body of the Church, does not just describe the exciting dialogue of God and human being, but it also manifests the ultimate truth about the being of man and the world. A key and essential aspect of this cultural dimension of the Bible concerns the encounter, dialogue, conflict, interpenetration and, ultimately, the synthesis between Hellenism and Christianity. Orthodoxy, the Byzantine culture, the Slavic world, and the self-image of New Hellenism were sculpted through the fertile synthesis of Hellenism and Christianity. This decisive meeting provided the basis for the particular development of Christianity in Western Europe through the great Christian traditions of Roman Catholicism and Protestantism. Undoubtedly, this dialogue does not mean that the Church assumes everything in its encounter with the diverse cultures, but that it critically assumes and transforms by innovating names and things, immersing them in Christ’s faith, experience and life. Apart from ancient Greek philosophy, the same has happened with the different forms of art, with languages, literature, with its liturgical expression. The language of theology and worship, the theology and art of the image, as well as any form of ecclesiastical art and poetry, cannot be interpreted without the dialogue of theology and culture. This dialogue points to the titanic effort and the high ecclesiological significance attributed by the Orthodox Tradition to the dialogical being of the Church. The meaning and the goal of human culture is not irrelevant to the meaning and the ultimate destiny of human being and its history. In Orthodox theology, when a culture in its course of creativity is inspired by God’s energy in creation and history, the human being is restored to its crucial and decisive role within creation, by becoming the expectation and indeed the hope of the world. This is where the dialogue of theology and culture is founded on, continuously assuming and eucharistically transforming the human life; “for the life of the world.”

The dialogue of the Church with the contemporary world and culture is not a luxury but a crucial necessity for its mission and diakonia. At the same time, contemporary inter-Christian dialogue is not just a modern quest of our time, but it constitutes the highly sensitive mission of the Orthodox Church and theology as a witness to and service of the unity of the Church. The future of the Orthodox Church must go beyond any archaeological preservation of a glorious past, to an unprejudiced dialogue and open horizon with the world and culture in via to the eschata of the Kingdom. The participation of the Orthodox Church in the Ecumenical Movement needs to become more substantial and authentic. By the renewing breeze of the Holy Spirit, the Church needs to move from a defensive or utilitarian attitude of the past to a new phase of an open and genuine dialogue where the treasure of Tradition and ecclesiastical past will not be presented as an alibi for historical indifference and self-reference, but as an authentic openness to a critical and dialectical reception of the new challenges and as a possibility of transforming the realities and the new conditions towards the eschata of the Kingdom.

8ο ΔΣΟΘ_652

[1] Αββά Ισαάκ του Σύρου, Λόγοι ασκητικοί ΚΒ΄, κριτική έκδοση Μάρκελλου Πιράρ, Ιερά Μονή Ιβήρων, Άγιον Όρος 2012, σ. 420.

[2] Βλ. το άρθρο ΣΤ’,9 της Απόφασης της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, «Η αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας  εις τον σύγχρονο κόσμον»: «Εἰς τήν πορείαν, ἥν διανύει ἡ Ἐκκλησία, κηρύττουσα καί ἀσκοῦσα τήν σωτήριον ἀποστολήν αὐτῆς διά τήν ἀνθρωπότητα, ὁλοέν καί τακτικώτερον ἔρχεται ἀντιμέτωπος μετά τῶν ἐκφάνσεων τῆς ἐκκοσμικεύσεως. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καλεῖται νά ἐπαναδιατυπώσῃ καί φανερώσῃ τήν προφητικήν μαρτυρίαν της εἰς τόν κόσμον, στηριζομένη εἰς τήν ἐμπειρίαν τῆς πίστεως, ὑπενθυμίζουσα ἐν ταὐτῷ καί τήν πραγματικήν ἀποστολήν αὐτῆς, διά τῆς καταγγελίας τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ καί τῆς καλλιεργείας συνειδήσεως ἑνότητος εἰς τό ποίμνιον αὐτῆς. Οὕτω, διανοίγεται εὐρύ πεδίον δι’ αὐτήν, δεδομένου ὅτι ὡς οὐσιαστικόν στοιχεῖον τῆς ἐκκλησιολογικῆς της διδασκαλίας προβάλλει εἰς τόν διεσπασμένον κόσμον τήν εὐχαριστιακήν κοινωνίαν καί ἑνότητα».

[3] Βλ. το άρθρο 1 της Απόφασης της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον»: «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, οὖσα ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἐν τῇ βαθείᾳ ἐκκλησιαστικῇ αὐτοσυνειδησίᾳ αὐτῆς πιστεύει ἀκραδάντως ὅτι κατέχει κυρίαν θέσιν εἰς τήν ὑπόθεσιν τῆς προωθήσεως τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος ἐντός τοῦ συγχρόνου κόσμου».

[4] Βλ. το άρθρο 4 της Απόφασης της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον»: «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἀδιαλείπτως προσευχομένη «ὑπέρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως», ἐκαλλιέργει πάντοτε διάλογον μετά τῶν ἐξ αὐτῆς διεστώτων, τῶν ἐγγύς καί τῶν μακράν, ἐπρωτοστάτησε μάλιστα εἰς τήν σύγχρονον ἀναζήτησιν ὁδῶν καί τρόπων τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς ἑνότητος τῶν εἰς Χριστόν πιστευόντων, μετέσχε τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως ἀπό τῆς ἐμφανίσεως αὐτῆς καί συνετέλεσεν εἰς τήν διαμόρφωσιν καί περαιτέρω ἐξέλιξιν αὐτῆς. Ἄλλωστε, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία χάρις εἰς τό διακρῖνον αὐτήν οἰκουμενικόν καί φιλάνθρωπον πνεῦμα, θεοκελεύστως αἰτούμενον «πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α’ Τιμ. 2, 4), ἀείποτε ἠγωνίσθη ὑπέρ ἀποκαταστάσεως τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος. Διό,  ρθόδοξος συμμετοχή ες τήν κίνησιν πρός ποκατάστασιν τς νότητος μετά τν λλων Χριστιανν ν τ Μι, γί, Καθολικ καί ποστολικ κκλησί οὐδόλως τυγχάνει ξένη πρός τήν φύσιν καί τήν ἱστορίαν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλ’ ἀποτελεῖ συνεπῆ ἔκφρασιν τῆς ἀποστολικῆς πίστεως καί παραδόσεως, ἐντός νέων ἱστορικῶν συνθηκῶν».

[5] Βλ. το άρθρο 22 της Απόφασης της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον»: «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία θεωρεῖ καταδικαστέαν πᾶσαν διάσπασιν τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας, ὑπό ἀτόμων ἤ ὁμάδων, ἐπί προφάσει τηρήσεως ἤ δῆθεν προασπίσεως τῆς γνησίας Ὀρθοδοξίας. Ὡς μαρτυρεῖ ἡ ὅλη ζωή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ διατήρησις τῆς γνησίας ὀρθοδόξου πίστεως διασφαλίζεται μόνον διά τοῦ συνοδικοῦ συστήματος, τό ὁποῖον ἀνέκαθεν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἀπετέλει τήν ἀνωτάτην αὐθεντίαν ἐπί θεμάτων πίστεως καί κανονικῶν διατάξεων (κανών 6 τῆς Β’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου)».

[6] Βλ. το άρθρο Α’ 3, της Απόφασης της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, «Η αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας εις τον σύγχρονο κόσμον»: «Ὡς προϋπόθεσις μιᾶς εὐρυτέρας ἐν προκειμένῳ συνεργασίας δύναται νά χρησιμεύσῃ ἡ κοινή ἀποδοχή τῆς ὑψίστης ἀξίας τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου. Αἱ κατά τόπους Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι εἶναι δυνατόν νά συμβάλουν εἰς τήν διαθρησκειακήν συνεννόησιν καί συνεργασίαν διά τήν εἰρηνικήν συνύπαρξιν καί κοινωνικήν συμβίωσιν τῶν λαῶν, χωρίς τοῦτο νά συνεπάγεται οἱονδήποτε θρησκευτικόν συγκρητισμόν».

[7] Βλ. την Απόφαση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, «Η αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας εις τον σύγχρονο κόσμον»: «Ἡ μεταφορά τοῦ μηνύματος τοῦ Εὐαγγελίου συμφώνως πρός τήν τελευταίαν ἐντολήν τοῦ Χριστοῦ «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τ θνη, βαπτίζοντες ατος ες τ νομα το Πατρός κα το Υο κα το γίου Πνεύματος, διδάσκοντες ατος τηρεν πάντα σα νετειλάμην μν» (Ματθ. κη’, 19), ἀποτελεῖ διαχρονικήν ἀποστολήν τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἀποστολή αὐτή πρέπει νά ἐκπληροῦται ὄχι ἐπιθετικῶς ἤ διά διαφόρων μορφῶν προσηλυτισμοῦ, ἀλλά ἐν ἀγάπῃ, ταπεινοφροσύνῃ καί σεβασμῷ πρός τήν ταυτότητα ἑκάστου ἀνθρώπου καί τήν πολιτιστικήν ἰδιαιτερότητα ἑκάστου λαοῦ. Εἰς τήν ἱεραποστολικήν αὐτήν προσπάθειαν ὀφείλουν νά συμβάλλουν πᾶσαι αἱ Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι».

[8] Βλ. το καίριο θεολογικά άρθρο του με τίτλο, «Τα σπουδαιότερα ζητήματα για την αποστολή της Εκκλησίας στη νέα χιλιετία», Ευθύνη 445/2009, σ. 1-4.

[9] Βλ. το άρθρο Ε’, 3 της Απόφασης της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, «Η αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας  εις τον σύγχρονο κόσμον»: «Ἡ Ἐκκλησία ἔχει δικαίωμα ἵνα διακηρύττῃ τήν μαρτυρίαν τῆς διδασκαλίας της εἰς τόν δημόσιον χῶρον».

[10] Βλ. τα άρθρα της ενότητας ΣΤ΄«Ἡ ἀποστολή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὡς μαρτυρία ἀγάπης ἐν διακονίᾳ», της Απόφασης της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, «Η αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας  εις τον σύγχρονο κόσμον».

[11] Βλ. το καταληκτικό άρθρο 24 της Απόφασης της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον»: «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἔχει συνείδησιν τοῦ γεγονότος, ὅτι ἡ κίνησις πρός ἀποκατάστασιν τῆς ἑνότητος τῶν Χριστιανῶν λαμβάνει νέας μορφάς, ἵνα ἀνταποκριθῇ εἰς τάς νέας συνθήκας καί ἀντιμετωπίσῃ τάς νέας προκλήσεις τοῦ συγχρόνου κόσμου. Εἶναι ἀπαραίτητος ἡ συνέχισις τῆς μαρτυρίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς τόν διῃρημένον χριστιανικόν κόσμον ἐπί τῇ βάσει τῆς ἀποστολικῆς παραδόσεως καί πίστεώς της».

[12] Βλ. το άρθρο 9 της Απόφασης της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον»:  «Ἡ κατά τήν διεξαγωγήν τῶν θεολογικῶν διαλόγων ἀκολουθουμένη μεθοδολογία ἀποσκοπεῖ εἴς τε τήν λύσιν τῶν παραδεδομένων θεολογικῶν διαφορῶν ἤ τῶν τυχόν νέων διαφοροποιήσεων καί εἰς τήν ἀναζήτησιν τῶν κοινῶν στοιχείων τῆς χριστιανικῆς πίστεως, προϋποθέτει δέ τήν σχετικήν πληροφόρησιν τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας ἐπί τῶν διαφόρων ἐξελίξεων τῶν διαλόγων. Ἐν περιπτώσει ἀδυναμίας ὑπερβάσεως συγκεκριμένης τινός θεολογικῆς διαφορᾶς ὁ θεολογικός διάλογος δύναται νά συνεχίζηται, καταγραφομένης τῆς διαπιστωθείσης ἐπί τοῦ συγκεκριμένου θέματος θεολογικῆς διαφωνίας καί ἀνακοινουμένης τῆς διαφωνίας ταύτης πρός πάσας τάς κατά τόπους Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας διά τά ἐφεξῆς δέοντα γενέσθαι».

[13] Βλ. π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, «Η κληρονομιά και ο σκοπός της Ορθόδοξης Θεολογίας», Θεολογία 4/2010, σ. 28.

Κατηγορίες: ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ ΑΡΘΡΑ | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Η Ορθόδοξη Εκκλησία εν διαλόγω. Η διαλογική ταυτότητα της Εκκλησίας και η αποστολή της στον σύγχρονο κόσμο

Ορθοδοξία και Οικουμένη στον 21ο αιώνα: Η “εκκλησιολογική πρόκληση” μετά την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας στην Κρήτη (2016)

8ο ΔΣΟΘ_999

Η εισήγηση του Αναπληρωτή Καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ Στυλιανού Τσομπανίδη στο 8ο Διεθνές Συνέδριο Ορθοδόξου Θεολογίας

«Οδηγούμενοι από το Πνεύμα πρέπει να αναζητούμε όχι τις δυσκολίες στις δυνατότητες, αλλά κυρίως τις δυνατότητες στις δυσκολίες της προσέγγισής μας»

(Μητρ. Ανδριανουπόλεως Δαμασκηνός Παπανδρέου)

«Η Οικουμενική Κίνηση είναι… το μέγιστο και πολυτιμότατο εκκλησιαστικό κεκτημένο του περασμένου αιώνα∙ η δε τήρηση, η εμβάθυνση, ο εμπλουτισμός και η στερέωσή του συνιστούν το κυρίως οφειλόμενο των χριστιανών, πρώτιστα των ηγετών και ποιμένων αυτών, καθώς και των πάσης φύσεως θεολογικών Σχολών και Ιδρυμάτων κατά τον τρέχοντα 21ο αιώνα». Τα παραπάνω λόγια του Αλέξανδρου Παπαδερού, προσώπου καταξιωμένου μέσα από την πολύχρονη δράση του στον οικουμενικό διάλογο, δηλώνουν ακριβώς αυτό που αποτέλεσε και το έργο της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθόδοξης Εκκλησίας όσον αφορά στο οικουμενικό καθήκον. Περιλαμβάνεται δε στους βασικούς στόχους του 8ου Συνεδρίου Ορθοδόξου Θεολογίας.

8ο ΔΣΟΘ_947

Α΄

Η απόφαση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου στην Κρήτη για τις «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» (στο εξής θα αναφέρεται και ως «εκκλησιολογικό κείμενο») είναι ιστορική και σημαντική, γιατί:

-επισήμως επικυρώνει και εμπεδώνει, υπό την επιτυχή προεδρία του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου και παρά τους ομολογιακούς παροξυσμούς ορισμένων παραδοσιαρχικών κύκλων και τα πυκνά «σύννεφα» που μαζεύτηκαν πάνω από την Oικουμενική Κίνηση τελευταία 25 χρόνια, τη βούληση της συνέχισης της ενεργού συμμετοχής της στην Οικουμενική Κίνηση, καθώς επίσης και την υποχρέωση της Ορθοδοξίας να διαλέγεται με τον «άλλον», με ανθρώπους άλλων πολιτισμών και άλλων θρησκευτικών πεποιθήσεων.

-δεν υιοθετεί, παρά τις ανάλογες προτάσεις, το μοντέλο της «οικουμενικότητας της επιστροφής» στους διαλόγους και προσκαλεί τους άλλους χριστιανούς, όπως έκανε πάντοτε, να τοποθετηθούν στην καθολική προοπτική που είχε η Εκκλησία κατά την πρώτη χιλιετία. Αντιλαμβάνεται, δηλαδή, την επιστροφή ως επισυναγωγή όλων των χριστιανών στην ενιαία πίστη των αποστόλων, των Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων.

-όχι μόνο αποφεύγει να κατατάξει τη Χριστιανοσύνη σε αιρετικές και σχισματικές κοινότητες που απειλούν την Ορθοδοξία, αλλά και υπενθυμίζει ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία πρωτοστάτησε στη σύγχρονη αναζήτηση της ενότητας μαζί τους και ότι μετείχε στην Οικουμενική Κίνηση αφού αυτή, όπως δηλώνεται ρητά, «οὐδόλως τυγχάνει ξένη πρός τήν φύσιν καί την ἱστορίαν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλ’ ἀποτελεῖ συνεπῆ ἔκφρασιν τῆς ἀποστολικῆς πίστεως καί παραδόσεως, ἐντός νέων ἱστορικῶν συνθηκῶν» («Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας…», §4).

-κατέδειξε ότι η συνέχιση και ανάπτυξη των σχέσεων με τον λοιπό χριστιανικό κόσμο μέσω του διαλόγου ενισχύεται από την προσευχή προς τον Χριστό: «Δεόμεθα ὅπως οἱ Χριστιανοί ἐργασθῶσιν ἀπό κοινοῦ, ὥστε νά ἀποβῇ ἐγγύς ἡ ἡμέρα, καθ’ ἥν ὁ Κύριος θά ἐκπληρώσῃ τήν ἐλπίδα τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί ‘γενήσεται μία ποίμνη, εἷς ποιμήν’ (Ἰω. 10,16)» («Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας…», τελική φράση).

Είναι σίγουρο ότι στη Σύνοδο ψηλαφείται καθαρά η Ορθοδοξία που είναι διαλεγόμενη και προσφέρεται. Διαβάζοντας κανείς τις αποφάσεις της Συνόδου αντιλαμβάνεται ότι ο διάλογος ανήκει στην ταυτότητα και την ουσία της Εκκλησίας. Αυτή είναι η ευθύνη της Ορθοδοξίας μέσα στο χώρο και το χρόνο («Μήνυμα», §12) και περιγράφεται ως μαρτυρία εν διαλόγω («Εγκύκλιος», §20). Ως θεμέλιό της έχει τη μεγάλη αλήθεια ότι η Εκκλησία δεν ζει για τον εαυτό της («Εγκύκλιος», Πρόλογος, πρβλ. «Μήνυμα», Πρόλογος και Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου, «Εισηγητική ομιλία»). Αυτή η οπτική συμβαδίζει με την κατανόηση του διαλόγου όχι μόνο ως διαλογικής μαρτυρίας αλλά και ως λειτουργικής διακονίας, ως «λειτουργίας μετά τη Λειτουργία» («Εγκύκλιος», §6, «Μήνυμα» §2), υπογραμμίζοντας την κοινωνικοηθική και ποιμαντική του αναγκαιότητα και προεκτάσεις.

8ο ΔΣΟΘ_678

Β΄

Ενώ όμως η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος αποτελεί ένα μεγάλο βήμα ως προς την εδραίωση του οικουμενικού διαλόγου, το βήμα αυτό έμεινε μετέωρο. Δεν μπόρεσε να εξηγήσει σε αυτούς με τους οποίους διαλέγεται πώς βιώνει η Ορθοδοξία τη σχέση της μαζί τους και τι είναι αυτοί για την Ορθοδοξία. Το ζήτημα αυτό αποτελεί τη λεγόμενη «εκκλησιολογική πρόκληση». Υπάρχει ένα έλλειμμα, όχι ως προς την κατανόηση της αυτοσυνειδησίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αλλά ως προς το πώς την υποστηρίζει, πράγμα που επηρεάζει τη θεώρηση της εκκλησιαστικής κατάστασης των χριστιανών με τους οποίους εδώ και πολλές δεκαετίες διαλέγεται. Το θέμα αυτό προκάλεσε τις περισσότερες και πιο έντονες συζητήσεις πριν και κατά τη διάρκεια των εργασιών της Συνόδου και είναι σίγουρο ότι θα συνεχίσει να απασχολεί και τη μετασυνοδική πορεία.

Εβδομήντα χρόνια μετά από την επίσημη έναρξη της Οικουμενικής Κίνησης αποδεικνύεται ότι η εκκλησιολογική θεώρηση την άλλων χριστιανικών Ομολογιών είναι ένα άλυτο πρόβλημα και ας ρωτήθηκαν ξανά οι Ορθόδοξοι από την Ειδική Επιτροπή του ΠΣΕ πριν από περίπου 15 χρόνια, με ένα συγκεκριμένο ερώτημα που άγγιζε το εκκλησιολογικό τους νεύρο: «Υπάρχει χώρος για άλλες Εκκλησίες στην ορθόδοξη εκκλησιολογία; Πώς μπορεί να περιγραφεί αυτός ο χώρος και τα όριά του;».

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο ήδη από τη δεκαετία του 1990, αναφερόμενο στην «εκκλησιολογική πρόκληση» μπροστά στην οποία θέτει τις Εκκλησίες η συμμετοχή τους στην Οικουμενική Κίνηση και η ύπαρξη του ΠΣΕ ως «κοινωνίας Εκκλησιών», είχε επισημάνει την ανάγκη να διευκρινίσουν οι Εκκλησίες-μέλη την έννοια και την έκταση της κοινωνίας που βιώνουν στο Συμβούλιο, καθώς επίσης και την εκκλησιολογική σημασία της κοινωνίας, που είναι ο στόχος του Συμβουλίου και όχι μία δεδομένη πραγματικότητα. Μέσα στις κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες και μεταξύ τους υπάρχει ασυμφωνία και οι τοποθετήσεις είναι αμφιταλαντευόμενες και ασυνεπείς, με αρνητικότατα αποτελέσματα όχι μόνο στην κατάθεση μαρτυρίας προς τον έξω κόσμο αλλά και στη συμφωνία με τα ίδια τα λόγια και τις πράξεις τους.

Μετά από πολλά χρόνια διαλόγου και επαφών έχει καταστεί σαφές, το επιβεβαίωσαν επίσης τα γεγονότα και ο προβληματισμός πριν και μετά τη Σύνοδο, ότι για να επιτευχθεί πρόοδος στην πορεία για πλήρη και αμοιβαία αναγνώριση και κοινωνία, πρέπει οι Εκκλησίες να απαντήσουν στο ερώτημα πώς κατανοούν και υποστηρίζουν την εκκλησιαστική τους ταυτότητα και πώς θεωρούν την εκκλησιαστική κατάσταση άλλων Εκκλησιών και άλλων χριστιανών. Γι’ αυτό είναι επιτακτική ανάγκη και οφείλει σύνολη η Ορθοδοξία να δώσει μια απάντηση στους άλλους αλλά και στον ίδιο τον εαυτό της.

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό επηρεάζει αναμφισβήτητα όχι μόνο τον τρόπο με τον οποίο σχετίζονται οι Ορθόδοξες Εκκλησίες με τις άλλες Εκκλησίες, αλλά και την κατανόηση της αναγκαιότητας του στόχου της Οικουμενικής Κίνησης και τη συμμετοχή τους σε αυτή, όπως επίσης και τη μέθοδο που πρέπει να ακολουθηθεί από τους χριστιανούς για την αποκατάσταση της εκκλησιαστικής ενότητας. Ακόμη, από την απάντηση του ερωτήματος αυτού, καθορίζεται ουσιαστικά και ο τρόπος με τον οποίο οι Εκκλησίες αντιμετωπίζουν τις άλλες θρησκείες και φαίνεται κατά πόσο η Ορθοδοξία επιθυμεί το διάλογο και τη συνεργασία όχι μόνο με τους εκκλησιαστικούς και τους θρησκευτικούς, αλλά και με κοινωνικούς εταίρους για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της ειρήνης και της  δικαιοσύνης. Αφορά δηλαδή στην όλη παρουσία και μαρτυρία της Εκκλησίας στον κόσμο.

Πριν από τη Σύνοδο υπήρχε συμφωνία σε πανορθόδοξο επίπεδο στο ότι πρέπει να ξεκινήσει μια διαδικασία μελέτης του καυτού αυτού θέματος, προκειμένου να εξασφαλιστεί μεγαλύτερη σαφήνεια και συμφωνία, λαμβανομένων υπόψη και των προκλήσεων που αντιμετωπίζουν οι Εκκλησίες μέσα σε ένα πλουραλιστικό και πολυθρησκευτικό περιβάλλον.

Εξάλλου, από την αρχή της προσυνοδικής πορείας είχε τεθεί ως στόχος, για την καλή διεξαγωγή του διαλόγου και για μια ουσιαστική ορθόδοξη συμβολή στην υπόθεση της χριστιανικής ενότητας, να αποσαφηνιστούν οι εκκλησιολογικές αρχές και η εκκλησιολογική βάση της Ορθόδοξης Εκκλησίας αναφορικά με τη συμμετοχή της στην Οικουμενική Κίνηση.

Η Σύνοδος όχι μόνο δεν έλυσε το πρόβλημα, αλλά πήγε κατά κάποιον τρόπο και πιο πίσω από την πιο ε­πί­ση­μη, έως τη σύγκλησή της, σε πα­νορ­θό­δο­ξο ε­πί­πε­δο τοποθέτηση για το ζήτημα της σχέσης της Ορθόδοξης Εκκλησίας προς τα εκτός των ορίων αυτής υφιστάμενα χριστιανικά σώματα που έγινε το 1986 στην Γ΄ Προσυνοδική Διάσκεψη με τα κείμενα «Ορθόδοξη Εκκλησία και Οικουμενική Κίνηση» και «Σχέ­σεις της Ορ­θό­δο­ξης Εκ­κλη­σί­ας προς τον λοι­πόν χρι­στι­α­νι­κόν κό­σμον».

Η Γ΄ Προσυνοδική ήταν αυτή που ασχολήθηκε πολύ σοβαρά με το επίμαχο θέμα αν οι ετερόδοξοι μπορούν να ονομαστούν Εκκλησίες. Μετά από έναν γόνιμο προβληματισμό η Διάσκεψη δήλωσε ομόφωνα: «Η Ορ­θό­δο­ξος Εκ­κλη­σί­α, ως ού­σα η μί­α, α­γί­α, κα­θο­λι­κή και α­πο­στο­λι­κή Εκ­κλη­σί­α, έ­χει πλή­ρη συ­νεί­δη­σιν της ευ­θύ­νης αυ­τής δια την ε­νό­τη­τα του χρι­στι­α­νι­κού κό­σμου, α­να­γνω­ρί­ζει την πραγ­μα­τι­κήν ύ­παρ­ξιν ό­λων των χρι­στι­α­νι­κών Εκ­κλη­σι­ών και Ομο­λο­γι­ών» («Σχέ­σεις της Ορ­θό­δο­ξης Εκ­κλη­σί­ας…», §2).

Η συγκεκριμένη παράγραφος μαζί με την 1η παράγραφο του κειμένου-απόφαση «Ορθόδοξη Εκκλησία και Οικουμενική Κίνηση» που αναφέρει ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει τη βαθιά πεποίθηση και την εκκλησιαστική αυτοσυνειδησία ότι «αποτελεί τον φορέα» και δίνει μαρτυρία της πίστεως και της παραδόσεως της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας αποτέλεσαν την πιο βαθιά εκκλησιολογική θεμελίωση της ορθόδοξης συμμετοχής στην Οικουμενική Κίνηση που είχε γίνει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Βεβαίως, δεν έδινε ευθεία και τελειωτική απάντηση στο ερώτημα, όμως, εξέφραζε μια ολόκληρη εποχή κατά την οποία η ορθόδοξη εκκλησιολογία είχε αποκτήσει έναν δυναμικό χαρακτήρα και είχε αφήσει πίσω της την ομολογιακή και ιδρυματική  αντίληψη της Εκκλησίας, η οποία διακατέχεται από την απόλυτη σιγουριά για την ύπαρξη ήδη από τώρα της «ecclesia triumphans».

Όπως είναι γνωστό τα δύο κείμενα-αποφάσεις του 1986 δεν έφτασαν αυτούσια στη Σύνοδο. Μετά από έντονες συζητήσεις και πολλές προταθείσες τροπολογίες στο λεγόμενο εκκλησιολογικό κείμενο που έγινε αποδεκτό και υπεγράφη από τη μεγάλη πλειοψηφία των μελών της Συνόδου απαλείφθηκε ο όρος «Εκκλησίαι» (πρβλ. π.χ. §§19, 20 και 21)[1] για τον χαρακτηρισμό των άλλων χριστιανικών ολοτήτων και εταίρων στον οικουμενικό διάλογο και η φράση στην επίμαχη παράγραφο 6 έγινε: «ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀποδέχεται [αντί: αναγνωρίζει] τήν ἱστορικήν ὀνομασίαν [αντί: ύπαρξιν] τῶν μή εὑρισκομένων ἐν κοινωνίᾳ μετ’ αὐτῆς ἄλλων [προστέθηκε] ἑτεροδόξων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν» (η υπογράμμιση δική μου). Η εγκριθείσα αυτή φράση θεωρήθηκε ασαφής και ανοικτή σε ποικίλες ερμηνείες.

8ο ΔΣΟΘ_375

Ένας αισιόδοξος αναγνώστης με οικουμενική προοπτική θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι η φράση αυτή εκφράζει αυτό που χρόνια ορθόδοξοι κληρικοί και ιεράρχες πράττουν στην Οικουμενική Κίνηση. Χρησιμοποιούν τη λέξη ως τεχνικό όρο, «εν τω κοινώ λόγω», συμβατικά και κατ’ οικονομίαν, για να δηλώσουν την αναντίρρητη ύπαρξη μέσα στο χριστιανικό κόσμο άλλων Εκκλησιών και Ομολογιών, χωρίς αυτό να σημαίνει αναγνώριση της ορθότητας της πίστης τους. Τελικά, ίσως εκφράζει αυτό που είναι ξεκάθαρο από τα πρώτα βήματα της οικουμενικής προσπάθειας, ότι δηλαδή η Ορθοδοξία «απορρίπτει τη σχετικιστική θέση εκείνων που θα θεωρούσαν όλες τις Εκκλησίες ως εξίσου έγκυρες εκφράσεις της μιας αόρατης Εκκλησίας, καθώς και την ανελαστική στάση εκείνων που αρνούνται το δικαίωμα σε οποιεσδήποτε άλλες εκτός από τη δική τους Εκκλησία να αυτοαποκαλούνται Εκκλησίες του Χριστού»

Από την άλλη πλευρά, εάν διαβάσει κανείς τη φράση μαζί με άλλες προτάσεις που προστέθηκαν ή τροποποιήθηκαν, δηλαδή μέσα στην όλη συνάφεια του κειμένου, εύκολα μπορεί να διαπιστώσει ότι η φράση υπονοεί κάποιου είδους εκκλησιολογική αποκλειστικότητα με σκοπό να καθησυχάσει τις ανησυχίες των αντιδρώντων εντός των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών για τους συνεχιζόμενους διμερείς και πολυμερείς θεολογικούς διαλόγους.

Πάντως, όπως και αν θεωρηθεί η τροποποίηση στην παράγραφο 6, το ερώτημα για το πώς εκλαμβάνονται οι ετερόδοξοι από την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο, καθώς και ο βαθμός της σχέσης τους με την Ορθόδοξη Εκκλησία παραμένουν αδιευκρίνιστα. Ακόμη και σήμερα δεν έχουν παύσει οι αμφίρροπες ερμηνείες, αξιολογήσεις και αναφορές στο θέμα αυτό, όπως είχαν οραματιστεί οι πρωτεργάτες της προσυνοδικής πορείας, και δεν έχει εκλείψει και ο «διχασμός» σε «συντηρητικούς» και «νεωτεριστές», σε «παραδοσιακούς» και «οικουμενιστές», σε «πλειοδότες» και «μειοδότες» της ορθοδοξίας, σε πιστούς και σε λιγότερο πιστούς στην Εκκλησία και στη διδασκαλία της. Ισχύει στο ακέραιο η προτροπή, ήδη από τη δεκαετία του ’80, του «Πατριάρχη των Διαλόγων» του Παρθένιου του Γ΄ (του μακαριστού Πάπα και Πατριάρχη Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής): «Χρειάζεται να πούμε ειλικρινά, με θάρρος και τόλμη, και στους εαυτούς μας και σε όσους διαλέγονται μαζί μας, πώς τους βλέπομε, πώς τους νοιώθουμε, τι είναι για μας. Παραδεχόμεθα ότι είναι και αυτοί Εκκλησία; Δεν χρειάζεται η απάντησις να είναι ‘ήξεις αφήξεις’, ίσως, εάν, και τα παρόμοια. Είναι έξω από την Εκκλησίαν; Είναι μέσα εις την Εκκλησίαν; Να το πούμε ολοκάθαρα. Δεν χρειάζεται να μας πουν οι άλλοι τι σκέπτονται για μας. Για μας η αλήθεια και η αγάπη ζητεί να πούμε εμείς ποια στάση έχομε, και πώς τους βλέπομε, χωρίς φόβο και πάθος. Η απάντηση θα βοηθήση τον διάλογο, είτε είναι θετική, είτε είναι αρνητική».

Επιστρέφοντας τώρα στη κριτική των κειμένων και για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι, αξίζει να σημειώσουμε ότι ο αναγνώστης πολύ εύκολα διακρίνει έναν απολογητικό τόνο στην εναγώνια προσπάθεια της Συνόδου να κατασιγαστούν οι πολλές και έντονες, καλόπιστες ή κακόπιστες, ανησυχίες όσων αντιδρούν στους διαλόγους με τη συνεχή διαβεβαίωση και στο εκκλησιολογικό κείμενο και στο «Μήνυμα» και «στην «Εγκύκλιο» ότι οι διάλογοι δεν αποτελούν συμβιβασμό σε ζητήματα πίστεως.

Επίσης, ο πλεοναστικός και τραχύς τρόπος έκφρασης της προσθήκης στην παράγραφο 21 του εκκλησιολογικού κειμένου ότι όσον αφορά στα θεολογικά κείμενα των οικουμενικών διαλόγων «ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία διατηρεῖ ἐπιφυλάξεις διά κεφαλαιώδη ζητήματα πίστεως καί τάξεως, διότι αἱ μή Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι καί Ὁμολογίαι παρεξέκλιναν ἐκ τῆς ἀληθοῦς πίστεως τῆς μιᾶς, ἁγίας, καθολικῆς καί ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας» (η υπογράμμιση δική μου), μπορεί να κατανοηθεί, όχι εσφαλμένα, ως παραχώρηση προς τους αντιπάλους του οικουμενικού διαλόγου εντός της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Εάν η πρόταση διαβαστεί μαζί με εκφράσεις όπως λόγου χάρη: η Ορθόδοξη Εκκλησία «επιδεικνύει ευαισθησίαν έναντι εκείνων, οι οποίοι διέκοψαν την μετ’ αυτής κοινωνίαν» («Εγκύκλιος» §20), δημιουργείται η εντύπωση ότι οι χωρισμοί οφείλονται αποκλειστικά σε λάθη των άλλων που απομακρύνθηκαν. Έτσι, υποστηρίζεται ένα είδος πατερναλισμού, επάρκειας και «αυτάρκειας καθολικότητας», νοοτροπίας ξένης προς τη δυναμική εκκλησιολογία που ανέπτυξε η Ορθοδοξία από την έναρξη της προσυνοδικής πορείας τη δεκαετία του 1960. Η εντύπωση αυτή επιτείνεται από την επαναλαμβανόμενη στα κείμενα επωδό περί «μαρτυρίας της Ορθοδοξίας», η οποία κατανοείται ως μία μονόδρομη κίνηση προς τα έξω, χωρίς ετοιμότητα αντίδοσης, αλληλοπλουτισμού και αλληλοπεριχώρησης. Αυτό το πνεύμα δεν έχει καμία σχέση με τις δηλώσεις π.χ. της Α΄ Προσυνοδικής Πανορθόδοξης Διάσκεψης στο Σαμπεζύ το 1976 που υπογράμμιζαν ότι η μαρτυρία της Ορθοδοξίας είναι «διπλής ωφελείας», είναι μετάδοση και λήψη.

8ο ΔΣΟΘ_430

Γ΄

Παρ’ όλα αυτά η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος ανοίγει μεγάλες δυνατότητες για την αντιμετώπιση της εκκλησιολογικής πρόκλησης που έχει να αντιμετωπίσει η Ορθοδοξία κατά τη μετασυνοδική πορεία.

1. Είναι ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτο το γεγονός ότι στο πρώτο κεφάλαιο της «Εγκυκλίου» που καταπιάνεται με την Εκκλησιολογία και σκιαγραφεί σε γενικές γραμμές πώς αυτοκατανοείται σήμερα η Ορθόδοξη Εκκλησία υπάρχει η διατύπωση: «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, πιστή εἰς τήν ὁμόφωνον ταύτην ἀποστολικήν παράδοσιν καί μυστηριακήν ἐμπειρίαν, ἀποτελεῖ τήν αὐθεντικήν συνέχειαν τῆς μιᾶς, ἁγίας, καθολικῆς καί ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ὡς αὕτη ὁμολογεῖται εἰς το Σύμβολον τῆς πίστεως καί βεβαιοῦται διά τῆς διδασκαλίας τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας» (πρβλ. «Μήνυμα» §1, η υπογράμμιση δική μου).

Η έκφραση «αυθεντική συνέχεια» υπερβαίνει την αποκλειστική, ομολογιακή αυτοσυνειδησία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι αυτή η επιλογή της έκφρασης, χωρίς να υπερτιμάται, κινείται στην κατεύθυνση της Γ΄ Προσυνοδικής και θα μπορούσε να αποτελέσει ένα βήμα για την αποσαφήνιση του όλου εκκλησιολογικού θέματος. Με την έκφραση «αποτελεί την αυθεντική συνέχεια» -«αποτελεί τον φορέα» ανέφερε η Γ΄ Προσυνοδική- η θεμελιώδης αξίωση της Ορθόδοξης Εκκλησίας ότι ταυτίζεται με τη Μία, αληθινή Εκκλησία γίνεται πιο ευρύχωρη μην εμποδίζοντας την αποδοχή της πραγματικότητας ότι και άλλα μέλη μπορούν να προβάλλουν την κοινή αυτοσυνειδησία ότι συνεχίζουν να είναι μέλη της Εκκλησίας.

Αυτή η αντίληψη στηρίζεται στη βασική εκκλησιολογική θέση ότι η Εκκλησία του Χριστού στη φάση της επί γης στράτευσης έχει την αλήθεια «εν οστρακίνοις σκεύεσιν» (Β΄ Κορ. 4,7), δεν κατέχει την αλήθεια, αλλά μετέχει σε αυτή. Αφήνει δε ουσιαστικά περιθώρια για σοβαρή αντίδοση και αμοιβαίο εμπλουτισμό. Στην πρόταση αυτή εντοπίζονται οι δύο βασικές όψεις της Ορθόδοξης Εκκλησιολογίας εναρμονισμένες επιτυχώς. Κινείται στη διαλεκτική της αυστηρότητας της «ακρίβειας» και στην ευαισθησία της «οικονομίας», στη διάκριση των ορίων της Εκκλησίας σε κανονικά και χαρισματικά, που δεν συμπίπτουν πάντοτε.

2. Η Ορθόδοξη Εκκλησία, δίνοντας χώρο στον «άλλο» και κάνοντας καθ’ όλη τη διάρκεια της οικουμενικής πορείας χρήση του όρου «Εκκλησία» ως τεχνικού όρου, συμβατικά και κατ’ οικονομίαν ζει με την ελπίδα ότι τα στοιχεία της αλήθειας ή τα «εκκλησιαστικά στοιχεία» («elementa ecclesiae») που αναγνωρίζει τώρα στις άλλες Εκκλησίες θα οδηγήσουν στην αναγνώριση της όλης αλήθειας και στην ενότητα που θα βασίζεται πάνω σε αυτή την αλήθεια. Αυτό είναι σύμφωνο με τις εκκλησιολογικές προϋποθέσεις της γνωστής «Δήλωσης του Τορόντο» (1950), η οποία θεωρείται από την Ορθόδοξη Εκκλησία ως «βασικός χάρτης» και προϋπόθεση για τη συνεχή συμμετοχή τους στο Συμβούλιο, όπως επιβεβαιώθηκε και στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο («Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας…», §19).

Σε σχέση με αυτό,

3. είναι άκρως θετικό το γεγονός ότι οι Ορθόδοξες Εκκλησίες αντιλαμβάνονται σήμερα πως στα πλαίσια του εκκλησιολογικού διαλόγου της Επιτροπής «Πίστη και Τάξη» έχει διανυθεί πολύς δρόμος και ότι είναι αξιόλογη η σύγκλιση που παρατηρείται στην πορεία από το Κείμενο της Λίμα (ή ΒΕΜ=Baptism, Eucharist, Ministry) έως το πρόσφατο κείμενο «Εκκλησία: προς ένα κοινό όραμα». Γι’ αυτό και στο κείμενο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» αναφέρεται ρητά -παρά τις επιφυλάξεις σε κεφαλαιώδη ζητήματα πίστης και τάξης-  ότι εκτιμώνται θετικά τα θεολογικά κείμενα της Επιτροπής «Πίστη και Τάξη» και θεωρούνται ότι αποτελούν αξιόλογο βήμα στην Οικουμενική Κίνηση για την προσέγγιση των χριστιανών (§21).

Μέσα σε αυτή τη νέα οικουμενική πραγματικότητα λοιπόν δημιουργούνται νέες δυνατότητες για την Ορθόδοξη Εκκλησία προκειμένου να προχωρήσει πιο πέρα από τον λεγόμενο «εκκλησιολογικό αγνωστικισμό», που πρεσβεύει: «γνωρίζουμε πού είναι η Εκκλησία, δεν μπορούμε όμως να πούμε πού δεν είναι η Εκκλησία» και να γίνει πιο «καταφατική» σε σχέση με το ερώτημα πώς βλέπει το εκκλησιολογικό status των Χριστιανών που βρίσκονται εκτός των κανονικών ορίων της Ορθοδοξίας.

Παρ’ ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν αναγνωρίζει εαυτήν στην πίστη και την πράξη των άλλων Εκκλησιών ούτε σχετικοποιεί τα υφιστάμενα όρια και τις διαφορές, δεν παραβλέπει ότι ο βαθμός της αμοιβαίας αναγνώρισης που υπάρχει σήμερα επιτρέπει στις Εκκλησίες, χωρίς να εξαλείφουν τα εμπόδια, να απαντούν μαζί σε μεγάλο αριθμό οικουμενικών ερωτήσεων. Αυτό γίνεται αντιληπτό από τη Σύνοδο, γι’ αυτό πολύ σωστά στο εκκλησιολογικό κείμενο αναφέρεται ότι οι σχέσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας προς τις άλλες ετερόδοξες Εκκλησίες και Ομολογίες πρέπει νά στηρίζονται στην όσο το δυνατό ταχύτερη καί αντικειμενικότερη αποσαφήνιση τοῦ ὅλου ἐκκλησιολογικοῦ θέματος (§6). Θα ήταν ιδιαίτερα σημαντικό και αποτελεσματικό εάν η Ορθόδοξη Εκκλησία κατέβαλε προσπάθεια συνεννόησης και ερχόταν ακόμη πιο κοντά με τις πλησιέστερα σε αυτήν Εκκλησίες, με αυτές στις οποίες αναγνωρίζει περισσότερα στοιχεία της αληθούς Εκκλησίας του Χριστού, πράγμα που θα διευκόλυνε τη γενική πορεία προς την ενότητα των Εκκλησιών στο μέλλον. Αυτή η μέθοδος είναι παλιά και έχει προταθεί από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο προέτρεπε δια στόματος του καθηγητή Αμ. Αλιβιζάτου ήδη το 1920 να καταβληθεί προσπάθεια ώστε να συρραφθούν «πρώτα τα προς άλληλα συγγενή και πλησιέστερα τεμάχια τού ποτε αράφου χιτώνος του Χριστού».

4. Για μια πιο συγκεκριμένη απάντηση στο ερώτημα πώς βλέπει η Ορθόδοξη Εκκλησία τις άλλες Εκκλησίες και Ομολογίες μπορεί κατά τη μετασυνοδική πορεία να χρησιμεύσει εκτός από την ερμηνεία της περιγραφής της αυτοσυνειδησίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας ως «αυθεντικής συνέχειας» της Una Sancta και η ερμηνεία της παραγράφου 20 του εκκλησιολογικού κειμένου: «αἱ προοπτικαί τῶν θεολογικῶν διαλόγων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μετά τοῦ λοιποῦ χριστιανικοῦ κόσμου προσδιορίζονται πάντοτε ἐπί τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας καί τῶν κανονικῶν κριτηρίων τῆς ἤδη διαμεμορφωμένης ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως».

Χρειάζεται να αναζητηθεί ο «νους» και ο σκοπός της προγενέστερης κανονικής παράδοσης και να γίνει αναλογική κατ’ οικονομίαν εφαρμογή του πνεύματος των κανόνων μέσα στη νέα πραγματικότητα της σύγχρονης Οικουμενικής Κίνησης, των ειρηνικών διαλόγων και των θετικών καρπών τους. Για την αναλογική εφαρμογή του πνεύματος κανόνων πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να ληφθεί σήμερα υπόψη ότι ο λοιπός χριστιανικός κόσμος ούτε τις βαρύτατες κακοδοξίες των αιρετικών της εποχής των Οικουμενικών Συνόδων ασπάζεται, ούτε εχθρικώς προς την Ορθόδοξη Εκκλησία διάκειται, ούτε προσηλυτισμό ασκεί, ούτε έχει καταδικαστεί συνοδικά. Έχει μάλιστα ιδιαίτερη σημασία ότι τα μέλη τους βαπτίζονται στο όνομα της Αγίας Τριάδας. Το εκκλησιολογικό κείμενο δίνει αφορμή για τη σκέψη ότι η αναλογική εφαρμογή του πνεύματος κανόνων -όπως οι 7 της Β΄ και 95 της Πενθέκτης Οικουμενικών Συνόδων, που αναφέρονται στην παράγραφο 20 της Ε΄ Προσυνοδικής, καθώς και στην αγγλική και ρωσική διατύπωση του κειμένου-απόφαση της Συνόδου- στη νέα πραγματικότητα της σύγχρονης Οικουμενικής Κίνησης και των ειρηνικών διαλόγων, συνεπάγεται την αναγνώριση του «υποστατού» ή και του «εγκύρου» του Βαπτίσματος. Η σκέψη αυτή αποφεύγεται και ας έχει προβληθεί το βάπτισμα από τη Γενική Συνέλευση του ΠΣΕ στο Πόρτο Αλέγκρε ως βα­σι­κό εκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κό κρι­τή­ριο για μία συνεπή θεολογική προσέγγιση του ζητήματος της ενότητας της Εκκλησίας και για μία υπεύθυνη και παραδεκτή σύγκλιση των εκκλησιολογιών. Αυτό είχε συζητηθεί άλλωστε και σε ενδοορθόδοξο πλαίσιο στη Διάσκεψη της Σόφιας το 1981, η οποία κατέθεσε για πρώτη φορά κωδικοποιημένα τα ορθόδοξα αιτήματα (desiderata) και ζητούσε να συμπεριληφθεί το βάπτισμα στη «Βάση» του ΠΣΕ ή τουλάχιστον στα κριτήρια για την αποδοχή νέων μελών. Πάντως η αμοιβαία αναγνώριση του βαπτίσματος θα είχε σημαντικές συνέπειες για τη θεώρηση της εκκλησιαστικής κατάστασης άλλων Εκκλησιών και άλλων Χριστιανών. Θα εξάλειφε ένα θεμελιώδες εμπόδιο στην πορεία προς την ενότητα. Βεβαίως, δεν θα σήμαινε ακόμη ότι υπάρχει πλήρης ενότητα στην πίστη, προϋπόθεση μεγάλης σημασίας για την αποκατάσταση της κοινωνίας στο ποτήριο της Ευχαριστίας.

5. Εκτός από τα παραπάνω ευαίσθητα θεολογικά-δογματικά θέματα στην εκκλησιολογικό πρόκληση ανήκει επίσης η αντιμετώπιση του σοβαρότατου κινδύνου από την αναρρίπιση του φονταμενταλισμού εντός της Ορθόδοξης Εκκλησίας, με κύριο χαρακτηριστικό τον αντιοικουμενισμό, καθώς και της συνακόλουθης ευθύνης της να περιφρουρήσει την ενότητά της, προλαμβάνοντας αυτούς που καραδοκούν να καταφέρουν πλήγματα στο σώμα της. Πολύ σωστά η Σύνοδος προβάλει το σοβαρό αυτό πρόβλημα και το καταδικάζει («Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας…», §22, πρβλ. «Εγκύκλιο». §17, «Μήνυμα», §4). Η ομόφωνη καταδίκη από τη Αγία και Μεγάλη Σύνοδο των σεκταριστικών αντι-οικουμενικών ομάδων καταδεικνύει όχι μόνο την επιβεβαίωση για τη συνέχιση της ενεργού συμμετοχής της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Οικουμενική Κίνηση αλλά και τη βούληση να μην επιτρέψει τη μετατροπή της από «καθολική» και «κατά την οικουμένην» Εκκλησία που είναι, σε μία εσωστρεφή και αυτάρεσκη ομάδα, σε ένα «γκέτο» στο περιθώριο της ιστορίας, ξένου προς τους αγωνιώδεις προβληματισμούς του σύγχρονου κόσμου και αδιάφορου να δείξει σε αυτόν το αληθινό μήνυμα του Ευαγγελίου.

8ο ΔΣΟΘ_545

Το θέμα αυτό, που αποτελεί από τις πιο σοβαρές προκλήσεις που πρέπει να αντιμετωπίσει σύνολη η Ορθοδοξία, συνδέεται με την έλλειψη επαρκούς και απροκατάληπτης ενημέρωσης του πληρώματος της Εκκλησίας, κλήρου και λαού, για τα ζητήματα της Οικουμενικής Κίνησης. Επανειλημμένα έχει επισημανθεί σε διορθόδοξο επίπεδο ότι οποιαδήποτε προσπάθεια αναζήτησης της χριστιανικής ενότητας και καταλλαγής δεν θα έχει αποτελέσματα, εάν δεν ξεκινάει από τη «βάση». Η συμβολή της Ορθόδοξης Εκκλησίας στο οικουμενικό όραμα μπορεί να διαρθρωθεί και να εκπληρωθεί μόνο όταν αυτή συμμετέχει στη «βάση». Η συμμετοχή της μάλιστα θα ήταν περισσότερο αποτελεσματική εάν δινόταν μεγαλύτερη προσοχή στον καταρτισμό κληρικών και λαϊκών, ανδρών και γυναικών, στα οικουμενικά θέματα. Η παράκαμψη μεγάλου μέρους του λαού και του κλήρου και η έλλειψη ενημέρωσής του είναι οι κυριότεροι λόγοι που οδηγούν στην αδιαφορία και την άρνηση της Οικουμενικής Κίνησης. Σε αυτό οφείλεται και η παράλυση κάθε προσπάθειας για δράση και εφαρμογή αυτών που αποφασίζονται. Είναι ευκαιρία κατά τη μετασυνοδική πορεία να αλλάξουν τα πράγματα και να γίνουν αυτοδιορθωτικές κινήσεις και στο θέμα αυτό.

Γενικό συμπέρασμα: στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο επαληθεύτηκε η άποψη ότι «η Ορθόδοξη Εκκλησία βρίσκεται σε μια δυναμική εκκλησιολογική διαδικασία» και ότι «η θεολογία περί Εκκλησίας ευρίσκεται ακόμη ‘im Werden’», όπως έλεγε ο πρύτανης της ορθόδοξης θεολογίας του 20ού αιώνα π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ. Για να αντιμετωπίσει η Ορθόδοξη Εκκλησία την «εκκλησιολογική πρόκληση» κατά τον 21ο αιώνα οφείλει να βαδίσει στο δρόμο που άνοιξε η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος και να συνεχίσει την πορεία προς την ανακαίνισή της, προς μια συνεχή εμβάθυνση στην ουσία της Ορθοδοξίας. Οι Ορθόδοξοι οφείλουν να θυμηθούν την πρώτη προϋπόθεση για μια αξιόπιστη μαρτυρία στο σύγχρονη οικουμένη που οι ίδιοι με άλλη ευκαιρία έχουν επισημάνει, ότι δηλαδή «πρέπει να μεταστρέφονται με ολοένα και περισσότερη πληρότητα στην πίστη τους και σε μια ζωή που να ανταποκρίνεται στην κλήση του Θεού: ‘ίνα πάντες έν ώσιν’ (Ιω 17,21)». Ή όπως με απαράμιλλο τρόπο υπογραμμίστηκε στην Έκθεση της Διορθοδόξου Συσκέψεως Ορθοδόξων και Ορθοδόξων μη Χαλκηδονίων Εκκλησιών (Σαμπεζύ, 1991): «… μία ηυξημένη Ορθόδοξος συμμετοχή εις την οικουμενικήν αναζήτησιν της ενότητος των Χριστιανών εις τρόπον ώστε η μαρτυρία ημών προς τον κόσμον να αποβή αξιόπιστος, απαιτεί μίαν αδιάκοπον μεταστροφήν των Ορθοδόξων προς μίαν συνεχώς εξαγνιζομένην Ορθοδοξίαν».

8ο ΔΣΟΘ_1033

[1] Είναι σημαντικό εδώ να σημειωθεί, λαμβάνοντας υπόψη και τις σημαντικές παρατηρήσεις του καθηγητή Γ. Μαρτζέλου στο άρθρο του «Το κείμενο της Ε΄ Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως για τις ‘Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον’ και η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος», ότι για να κατασιγάσουν οι ακραίες φωνές που ακούγονταν μέσα στα πλαίσια των τοπικών αυτοκεφάλων Εκκλησιών σχετικά με τον χαρακτηρισμό των ετεροδόξων χριστιανικών κοινοτήτων ως «ετεροδόξων Εκκλησιών και Ομολογιών» σε διάφορα σημεία όπου γινόταν λόγος για άλλες χριστιανικές «Εκκλησίες και Ομολογίες», η φράση αυτή διαγράφηκε. Αντ’ αυτής γίνεται πλέον λόγος στο εκκλησιολογικό κείμενο για  «λοιπούς χριστιανούς» (§6), για «όσους πιστεύουν εις τον Κύριον Ιησούν Χριστόν ως Θεόν και Σωτήρα» (§19) και για «λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» (§20). Παρόμοιες τοποθετήσεις συναντώνται και στο «Μήνυμα» και στην «Εγκύκλιο». Έτσι, δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα σχετικά με το πλαίσιο των σχέσεων της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τον λοιπό χριστιανικό κόσμο, γιατί δίνεται η  εντύπωση ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία διαλέγεται θεολογικά με τους χριστιανούς ως μεμονωμένα άτομα και όχι με τις ετερόδοξες Εκκλησίες και Ομολογίες. Αυτό φανερώνει ότι δεν ελήφθησαν σοβαρά υπόψη ούτε τα παραδείγματα προγενεστέρων μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας που αντιμετώπισαν παρόμοιας φύσεως προβλήματα, αναφερόμενοι σε Χριστιανούς αποκομμένους από την κοινωνία της «μιας, αγίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας», ούτε η διαχρονικώς πάγια χρήση του όρου στα πλαίσια της Οικουμενικής Κίνησης, ούτε η μακρόχρονη κυοφορία του εν λόγω κειμένου που αφορά στις σχέσεις με τον λοιπό χριστιανικό κόσμο επί μία περίπου πεντηκονταετία.

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ορθοδοξία και Οικουμένη στον 21ο αιώνα: Η “εκκλησιολογική πρόκληση” μετά την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας στην Κρήτη (2016)

Χρήστος Αραμπατζής, Ο χριστιανικός κόσμος τον 20ο αιώνα και οι άγιοι της Ορθοδόξου Εκκλησίας

8ο ΔΣΟΘ_945

Η εισήγηση του Καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ στο 8ο Διεθνές Συνέδριο Ορθοδόξου Θεολογίας

Στη σύγχρονη ιστορία της Ορθόδοξης Εκκλησίας το γεγονός που σημάδεψε τη συνοδική της παρέμβαση στο σύγχρονο κόσμο ήταν η επονομαζόμενη Αγία και Μεγάλη Σύνοδος που έλαβε χώρα στην Κρήτη το 2016.

Έκτοτε και μέχρι σήμερα ποικίλες απόψεις και γνώμες έχουν εκφραστεί για την ταυτότητα, την έκφραση της αυτοσυνειδησίας της Εκκλησίας, για τα νομοκανονικά ζητήματα που προέκυψαν, για την πιστότητά της στην παράδοση των αγίων κοκ.

Πολλά θέματα από όσα προαναφέρθηκαν νομίζω ότι συζητήθηκαν από τους εισηγητές αυτού του Συνεδρίου και οι προτάσεις και αξιολογήσεις που κατατέθηκαν σίγουρα θα απασχολήσουν τους πνευματικούς μας ταγούς.

Η δική μας συμβολή θα περιοριστεί στην ανακοίνωση των πρώτων συμπερασμάτων ενός ερευνητικού προγράμματος που τρέχει εδώ και ένα χρόνο και το οποίο έχει ως θέμα «Ορθόδοξη πατερική παράδοση και σύγχρονος κόσμος».

Μια από τις ενότητες του προγράμματος αφορά τα συμπεράσματα, τις αποφάσεις και το μήνυμα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Κρήτης.

Στόχος της έρευνας είναι να διαπιστώσει κειμενικά το πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτά διατυπώθηκαν και τη σχέση τους με τη προγενέστερη και σύγχρονη αγιοπνευματική παράδοση των αγίων της Εκκλησίας.

Η όλη μεθοδολογία μας στηρίζεται στην αυτονόητη παραδοχή, ότι οι άγιοι της Εκκλησίας αποτελούν και επιτελούν με τη ζωή και το έργο τους σημεία φανέρωσης του απολυτρωτικού έργου του Χριστού μέσα στο εκάστοτε ιστορικό παρόν.

Αυτοί είναι οι κατεξοχήν εκφραστές της εν Χριστώ ζωής και αυτή την έκφραση ζωής καταθέτουν εν ταπεινώσει και με διάκριση πάντοτε μέσα στην Εκκλησία για τη σωτηρία του κόσμου.

Η βασικότερη λοιπόν επιχειρηματολογία εναντίον της Συνόδου, όπως εκφράστηκε στους κόλπους της Εκκλησίας από φωνές επισκόπων, ηγουμένων, μοναχών, διαμαρτυρίες ομάδων, χριστιανικών σωματείων είναι ότι οι αποφάσεις της για τη στάση της Ορθόδοξης Εκκλησίας έναντι του υπόλοιπου χριστιανικού κόσμου, ο οποίος βρίσκεται εκτός της μυστηριακής κοινωνίας με την Ορθόδοξη Εκκλησία,  λανθάνουν, είναι εκτός της ζωντανής αγιοπνευματικής παράδοσης της Ορθόδοξης Εκκλησίας και είναι προσδιοριστικές αιρέσεως.

Η προβολή αυτών των επιχειρημάτων συνεκδοχικά οδήγησε σε μια άνευ προηγουμένου επίθεση μοναχών, ηγουμένων, μητροπολιτών και απλών πιστών εναντίον των συμμετασχόντων στη Σύνοδο και ειδικότερα του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των προκαθημένων των αυτοκεφάλων Εκκλησιών που συνέταξαν και προσυπέγραψαν το τελικό κείμενο.

Η όλη εξέλιξη και η συνέχιση των αντιδράσεων, που καταλήγουν συχνά σε ύβρεις, μας προβλημάτισε όταν αναλύσαμε τα επιχειρήματα τους, τα οποία κατά την άποψή τους στηρίζονται στην ζωντανή παράδοση των Πατέρων και αγίων της Εκκλησίας.

Αναζητώντας να εντοπίσουμε με επιστημονική μεθοδολογία που βρίσκεται η αλήθεια και που η συκοφαντία, αναγκαστήκαμε να περιέλθουμε των κειμένων της Συνόδου, ειδικά για το παραπάνω θέμα και να εξετάσουμε ποια είναι τα κριτήρια σύνταξης και ποιες οι θεολογικές αναγνώσεις των εκάστοτε διατυπώσεων. (Η μεθοδολογία αυτή εδράζεται στον Μ. Αθανάσιο και κατόπιν εμπλουτίστηκε από τους επόμενους πατέρες).

Σε ένα δεύτερο επίπεδο εργασθήκαμε πάνω στα κείμενα των αγίων του 20ου αιώνα για να εντοπίσουμε πιθανές σχέσεις, νοηματικές και λεκτικές συνάφειες ή αντιθέσεις, συνέχειες και ασυνέχειες.

8ο ΔΣΟΘ_930

Προκαταρκτικές μεθοδολογικές επεξηγήσεις

Πριν προχωρήσουμε στην καθαυτό ανάλυση θεωρούμε σκόπιμο να εκθέσουμε μερικές σκέψεις μας που προέκυψαν από την μακροχρόνια σπουδή της πατερικής μας παράδοσης.

Πρώτα από όλα θα αναφερθούμε στην συνοδική διαδικασία και την πρόσληψή της μέσα στα κείμενα των αγίων της Ορθοδόξου Εκκλησίας, και μόνο αυτών.

  1. Στη ζωή της Εκκλησίας, στο ιστορικό σώμα του Χριστού η συνοδική διαδικασία εκτιμήθηκε αρχικά ως μαρτυρία ενότητας των μελών της και κατόπιν ως ασφαλής τρόπος πιστοποίησης και επιβεβαίωσης της αληθούς πίστης, ως συνεχή και αδιάλειπτη εμπειρία της εν Χριστώ ζωής μέσα στη θεόσδοτη χάρη και κοινωνία του Αγίου Πνεύματος.
  2. Αυτή η εμπειρία της ζωής εκφράζεται και φανερώνεται όχι μέσα σε θεσμικές δομές αλλά μέσα στα πρόσωπα, τη ζωή και το έργο των αγίων, αποτυπωμένη στα μνημεία του λόγου και στη λατρευτική πράξη της Εκκλησίας.

Αυτή η έκφραση και φανέρωση είναι ο πρωθύστερος υπομνηματισμός όλων όσων κάθε Σύνοδος που αναγνωρίζεται ως αληθής επισημειώνει και καταθέτει συνοπτικά ως πίστη και αλήθεια της Εκκλησίας.

Το φαινόμενο αυτό είναι επαναλαμβανόμενο σε όλες τις περιπτώσεις που η Εκκλησία αναγκάστηκε από εξωτερικές συνθήκες να διατυπώσει και να περιγράψει την εμπειρία της ως σώμα Χριστού πορευόμενο μέσα στην Ιστορία. Να σας αναφέρω ως παράδειγμα την Β΄ Οικουμενική Σύνοδο και τον πρωθύστερο υπομνηματισμό της από τους Καππαδόκες, την Στ΄ Οικουμενική Σύνοδο και τον πρωθύστερο υπομνηματισμό της από τον Μάξιμο τον Ομολογητή, την Ζ΄ οικουμενική και τον πρωθύστερο υπομνηματισμό της από τον Ιωάννη Δαμασκηνό, τις ησυχαστικές συνόδους και τον πρωθύστερο υπομνηματισμό τους από τον Γρηγόριο Παλαμά κ.ο.κ.

8ο ΔΣΟΘ_986

Τα δύο ενδεικτικά θέματα προς διερεύνηση

Με βάση την παραπάνω απόφανση συνεξετάσαμε την Εγκύκλιο της Συνόδου και όλα όσα αποτελούν έγκυρη μαρτυρία της ζωής των αγίων του 20ου αι. και πιθανόν υπομνηματίζουν πρωθύστερα το κείμενό της.

Σκοπός μας ήταν να δούμε αν το περιεχόμενο βρίσκεται σε συνέχεια της ζωής και της μαρτυρίας των αγίων του 20ου αι. ή αποτελεί περίπτωση ασυνέχειας.

Στην Εγκύκλιο Σύνοδο λοιπόν της Κρήτης διαπιστώσαμε ότι αποτυπώθηκε όλος ο προγενέστερος υπομνηματισμός των αγίων του 20ου αιώνα, οι οποίοι ως ζωντανά μέλη του σώματος του Χριστού αποκάλυψαν το μυστήριο της εν Χριστώ ζωής μέσα στην δική μας ιστορική πραγματικότητα.

Αρχής γενομένης από το συγγραφικό έργο του αγίου Νεκταρίου, όπου ο όρος “αδελφές Εκκλησίες” χρησιμοποιείται ευρύτατα για να δηλώσει την ελπίδα και την προοπτική της ενότητας του Χριστιανικού κόσμου, η έρευνα φτάνει μέχρι τους αγίους Ιάκωβο Τσαλίκη, άγιο Πορφύριο και άγιο Παΐσιο, οι οποίοι στα αυθεντικά τους κείμενα και με τη στάση τους δείχνουν απόλυτα προσηλωμένοι και συστοιχισμένοι στο πνευματικό κέντρο της Ορθόδοξης Εκκλησίας, το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την ποιμαντική του αποστολή έναντι των «διεστώτων» χριστιανών.

Σε μια παράλληλη έρευνα μελετήθηκαν και τα κείμενα σύγχρονων οσιακών γεροντικών μορφών, τους οποίους βαθύτατα ευλαβούνται οι Ορθόδο­ξοι όλης της Οικουμένης και το έργο τους αναγνωρίζεται και επιδοκιμάζεται από την Εκκλησία.

Παρενθετικά θα ήθελα να πω ότι η διείσδυση της πνευματικότητας που αποπνέει συλλογικά ο σύγχρονος λόγος των μορφών αυτών είναι το κύριο ανάχωμα στις φονταμενταλιστικές ακραίες τάσεις που εκπροσωπούν διάφοροι κύκλοι.

Από το σύνολο των 12 ζητημάτων της Εγκυκλίου της Συνόδου στη σημερινή ανακοίνωση θα περιοριστούμε σε δύο, τα οποία αφορούν τόσο τη φύση της ίδιας της Εκκλησίας όσο και την αποστολή της μέσα στον κόσμο και  είναι βαθύτατα ριζωμένα στο Χριστολογικό δόγμα.

8ο ΔΣΟΘ_994

Το πρώτο αφορά στην «καθολικότητα και ενότητα», όροι πολυχρησιμοποιημένοι, τους οποίους μια οσιακή μορφή της ρουμανικής ορθόδοξης Εκκλησίας, ο π. Δημήτριος Στανιλοάε, εμβαθύνει και συνεχώς αναλύει, με τρόπο που αποτυπώνεται εναργώς στο κείμενο της Εγκυκλίου, σε πολλαπλά σημεία, ειδικά αυτά που αφορούν τον σύγχρονο πολιτισμό, την ανάπτυξη του ανθρώπου και την κοινωνική του εξέλιξη. Βασικός άξονας πραγμάτευσης των όρων αυτών από τον π. Δημήτριο Στανιλοάε είναι κατανόηση της ενότητας της Εκκλησίας στην μυστηριακή πράξη (θεία Ευχαριστία) και αγιοπνευματική ζωή (εμπειρία της άκτιστης ζωής του θεού από τους αγίους), όπως περιγράφονται στην προσευχή και λατρεία της Εκκλησίας. Αν και ο όρος που χρησιμοποιεί ο π. Δημήτριος, «ανοιχτή καθολικότητα», δεν χρησιμοποιείται στο κείμενο της Συνόδου, όλες οι διασαφήσεις που τον υπομνηματίζουν στα κείμενα του π. Δημητρίου συμπεριλήφθηκαν στα κείμενα της. Παράλληλα θα πρέπει να σημειώσουμε ότι οι εισαγωγικές διατυπώσεις προέρχονται από κείμενα του αρχιεπισκόπου Αλβανίας κ. Αναστασίου.

Η θέση της Συνόδου για το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας είναι ακραιφνώς πατερική καθώς στο μυστήριο της θείας ευχαριστίας πιστοποιείται η ενότητα της ζωής του Χριστού εντός μας και μόνο ν αυτ αληθεύει η ταυτότητά μας ως μέλη Του.

Γι᾽ αυτό και όπως σημειώνεται στα κείμενα των αγίων και επαναλαμβάνεται στην Εγκύκλιο η ενότητα της Εκκλησίας είναι απαραίτητη προϋπόθεση της σωτηρίας και της αναπτύξεως του ανθρώπου και αυτή η ενότητα οφείλεται, κατά πρώτο λόγο, στο Πνεύμα του Χριστού και εκδηλώνεται εν ελευθερία, «ούσα ενότητα κοινότητας εν Αγίω Πνεύματι, της οποίας η εξωτερική ενότητα είναι μόνο μια αντανάκλαση της εσωτερικής».

Αυτή η ενότητα είναι το όργανο της αγάπης του Θεού για τον κόσμο και τους ανθρώπους και οφείλει να ενδυναμωθεί η ίδια και να κινητοποιήσει τον κόσμο στην κατεύθυνση  αυτής της αγάπης.

Μεταφέροντας τον υπομνηματισμό της παραπάνω θέσης από τον άγιο Πορφύριο σημειώνουμε: Η ενότητα με τους άλλους δεν είναι κάτι άλλο από την ενότητά μας με τον Χριστό. Ενωμένοι με τον Χριστό, ένα με τον Χριστό, είμαστε ενωμένοι με όλους τους άλλους, ακόμα και με όσους αγνοούν τον Χριστό. Ο Χριστός είναι η Βασιλεία και ο επίγειος Παράδεισος.

Έτσι η σωτηρία ταυτίζεται με την θετική απάντηση του ανθρώπου στην αγαπητική κλήση του Υιού του Θεού προς τον καθένα να τον αγαπήσει υπακούοντας, τηρώντας και εκτελώντας με απόλυτη εμπιστοσύνη το θείο θέλημά Tου. Η ασκητική απάρνηση του «εγώ» και των βεβαιοτήτων μας είναι το πρώτο ζητούμενο τόσο στην παράδοση των αγίων όσο και στο κείμενο της Εγκυκλίου. Κανένα συνοδικό κείμενο του 20ου αιώνα δεν αποτύπωσε τόσο έντονα και τόσο ευδιάκριτα τον λόγο των αγίων του αιώνα μας έναντι του ατομοκεντρισμού, της εγωλατρείας και του δικαιωματισμού ως παράγωγα της εκκοσμίκευσης.

Η Εκκλησία κατ’  αυτόν τον τρόπο γίνεται το όργανο της αγάπης του Θεού προς τον κόσμο, εκφράζουσα όχι μόνο το σκοπό που προσέφερε ο Θεός στον κόσμο δια της Εκκλησίας, αλλά επίσης και τη μέθοδο, διά της οποίας εργάζεται ο Θεός χρησιμοποιώντας εντός του κόσμου την Εκκλησία, η οποία είναι πάντοτε η αγάπη, η αφοσιωμένη και εύχρηστος ταπείνωση, η «εκδηλουμένη διά της αυτοθυσίας της αγιότητας».

Η πραγματική αγάπη φανερώνει τον Χριστό ανάμεσά μας γιατί αυτός είναι ο αυτουργός της αγάπης, ο ενεργών την αγάπη και άρα ο «εμφαίνων» την Παρουσία Του ανάμεσά μας.

Έτσι η Εκκλησία γίνεται το έργο της Σωτηρίας που επιτελεί ο Χριστός μέσα στην ιστορία και έχει τον Χριστό διαφανή στη ζωή της και στα μέλη της κατά το μέτρο της αγάπης τους προς αυτόν και της αγάπης και διακονίας προς τους άλλους. Όπως σημειώνει ο άγιος Πορφύριος κάθε φορά που ξεχωρίζουμε τους εαυτούς μας δεν είμαστε χριστιανοί.

8ο ΔΣΟΘ_1029

«Είμαστε ένα ακόμη και με τους ανθρώπους που δεν είναι κοντά στην Εκκλησία. Είναι μακριά από άγνοια. Να κάνουμε προσευχή, ο Θεός να τους φωτίσει και να τους αλλάξει, να έλθουν κι αυτοί στον Χριστό. Εμείς τα βλέπομε ανθρώπινα, κινούμαστε μ’ άλλον τρόπο και νομίζομε ότι αγαπάμε τον Χριστό. Ο Χριστός, όμως, ο οποίος «βρέχει επί δικαίους και αδίκους» μας λέγει: «Αγαπάτε τους εχθρούς υμών». Να ευχόμαστε να είμαστε όλοι μαζί, όλοι μαζί στον Θεό. Τότε, αν το ζούμε αυτό, θα έχομε τα ανάλογα αποτελέσματα, θα είμαστε όλοι αγαπημένοι και ενωμένοι».

Η παραπάνω διατύπωση του αγίου του 20ου αι. αποτελεί εμβάθυνση της ευχής της λειτουργίας «αυτούς καί λλήλους καί πσαν τήν ζωήν μν Χριστ τ Θε παραθώμεθα» και ως προσευχή αποκτά έναν ενοποιητικό ρόλο αφού ο προσευχόμενος εν τέλει είναι ο ίδιος ο Χριστός. Αυτή η προσευχή αληθεύει κυρίως στα πρόσωπα των αγίων, οι οποίοι εν Χριστώ ενώνονται με όλο τον κόσμο και έτσι η Εκκλησία γίνεται το «εγώ» των προσευχών όλων των συνειδητών όντων.

Αυτή η υπόμνηση είναι και η απάντηση στο δεύτερο ζήτημα που αναφέρεται στον ίδιο τον Χριστό, στην εκδίπλωση της ζωής και του σωτηριώδους έργου του μέσα στην ιστορία για όλα τα όντα και «τον κόσμο άπαντα».

Η αρχή αυτής της ιστορικής διεργασίας αποτυπώνεται εναργώς στην πρόταση του Αρχιεπισκόπου Αλβανίας κ. Αναστασίου που πέρασε αυτολεξεί στις αποφάσεις της συνόδου αναφορικά με την ιεραποστολή και τον επανευαγγελισμό, τον αναβαπτισμό του κόσμου στη ζωή του Θεανθρώπου.

Η ιεραποστολή και ο ευαγγελισμός, εκλαμβάνονται ως χρέος και κλήση της Ορθόδοξης Εκκλησίας  προς τον άνθρωπο του 21ου αιώνα, οποιασδήποτε φυλής, πολιτισμού και θρησκευτικής παράδοσης. Είναι μια κλήση ώστε να γνωρίσει τον ζώντα Χριστό, αρνούμενος το αυτάρεσκο «εγώ» του, την ίδια τη βεβαιότητα του εαυτού του και μόνο έτσι να θελήσει να καταθέσει την πρόθεση και προαίρεσή του να αγαπήσει τον Χριστό, εμπιστευόμενος όλα τα άλλα στην θεία Πρόνοιά του.

Για τη ζωντανή πνευματική παράδοση των αγίων του 20ου αιώνα η Εκκλησία είναι ο μεταμορφωμένος εν Χριστώ κόσμος ή ένας κόσμος που έχει προορισμό την μεταμόρφωση.

Σ’ αυτόν τον κόσμο δεν υπάρχει κανείς εσωτερικός χωρισμός παρόντος-παρελθόντος και μέλλοντος, αλλά μόνο η ενοποιός δύναμη του Πνεύματος που πληροί τα όντα και τα καλεί αυτοπροαίρετα να μετάσχουν ἐν ελευθερίᾳ στη θεία ζωή.

8ο ΔΣΟΘ_1025

Ο ίδιος ο Χριστός είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο οικοδομείται η Εκκλησία, αυτός είναι η πηγή της εξάπλωσης της θείας ζωής από το θεωμένο σώμα Του στους αποδεχομένους τη δεσποτεία Του. Γι᾽ αυτό και η Εκκλησία εκλαμβάνεται ως το εργαστήριο «όπου πραγματοποιείται η βαθμιαία αφομοίωση των ανθρώπων από τον Χριστό».  Γι’  αυτό και η ιεραποστολή και ο ευαγγελισμός δεν είναι τίποτε άλλο παρά μαρτυρία -λόγος οικοδομής και έμπρακτη αποκάλυψη της εσωτερικής ζωής του Χριστού εντός μας. Αυτή ήταν και είναι πάντοτε η αιτία του μαρτυρικού τέλους των μαρτύρων ή του οσιακού τέλους των αγίων της Εκκλησίας, «καθώς στη διαφανή ζωή των αγίων αποκαλύπτεται ο ίδιος ο Χριστός και συνάμα το ιστορικό του σώμα, με τις εκάστοτε πολιτισμικές και θρησκευτικές ιδιαιτερότητες». Ο λαός του Θεού δεν είναι μια ανιστορική οντότητα αλλά είναι ριζωμένος στο έδαφος του πολιτισμού και της ιστορίας.

Θα κλείσω την εισήγησή μου με μια επιστημονική διαπίστωση από τη μελέτη της πατερικής γραμματείας και τα κριτήρια της ερμηνείας της Παράδοσης. Η εμπειρία της ζωής του Χριστού κάνει τους αγίους να αποτελούν σημεία θεοφάνειας. Γι’ αυτό και στο μήνυμα της Συνόδου επισημαίνεται με ευκρίνεια ότι η πρόγευση της Καινής κτίσης, του μεταμορφωμένου κόσμου, βιώνεται μέσα στην Εκκλησία στα πρόσωπα των αγίων, οι οποίοι ως ακόλουθοι του Χριστού, ως ζωντανά μέλη του σώματός Του υποδεικνύουν την οδό της σωτηρίας, ως σκεύη εκλογής.

Αυτοί είναι που μέσα από τη χάρη του Θεού και την στερέωση του θελήματός τους πέτυχαν την κάθαρση, τον φωτισμό και την αυτογνωσία και έτσι κέρδισαν την κοινωνία και τη ζωντανή σχέση με τον Χριστό. Αυτοί είναι οι γνωρίζοντες την αλήθεια του ανθρώπου και της ομοιώσεώς του με τον Θεό. Μαζί τους και δι᾽ αυτών προσεύχεται στην καθημερινή της προσευχή η Εκκλησία. Αυτοί είναι οι διαχρονικοί φορείς και εκφραστές του Αγίου Πνεύματος μέσα στην Εκκλησία, είναι οι εν Χριστώ ζώντες στο εκάστοτε παρόν, το φωτεινό και ενεργό μυστήριο της παρουσίας τους Θεού που κοινωνείται και διαχέεται σε όλο το σώμα του Χριστού σε κάθε εποχή και σε κάθε τόπο. Στα έργα τους και τη ζωή τους περιγράφεται με τον καλύτερο και ορθότερο τρόπο τόσο το θέλημα του Θεού, όσο και η πορεία του ανθρώπου προς αυτόν.

Αυτή η σωτήρια πορεία, μυριάδες φορές μνημονευόμενη στα κείμενα των οσίων του 20ου αι., με την οποία στηλιτεύεται η εκκοσμίκευση και ο ευδαιμονιστικός ατομοκεντρισμός, αποτυπώνεται με τόση σαφήνεια στις αποφάσεις της Συνόδου. Ο λόγος της δεν είναι στηλιτευτικός, αλλά εμπεριέχει τον λόγο της διακρίσεως και της αγάπης των αγίων, γι”  αυτό και λειτουργεί ως μαρτυρία της αλήθειας αλλά και ως κλήση για τη γεύση της από όλους τους ανθρώπους.

8ο ΔΣΟΘ_944

Εν τέλει τα οποιαδήποτε νομοκανονικά ζητήματα και οι εσωτερικές προστριβές που απασχολούν και θα απασχολούν την εκκλησιαστική ζωή είναι κατά τη γνώμη μου πάντα δευτερεύοντα σε σχέση με τον σωτηριώδη λόγο που εκφράσθηκε στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης, η οποία παρέμεινε στοιχούμενη τοις αγίοις. Όπως σχεδόν συνέβη και σε κάθε προηγούμενη σύνοδο, ακόμη και Οικουμενική!

Κατηγορίες: ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΙΔΕΣ | Ετικέτες: , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Χρήστος Αραμπατζής, Ο χριστιανικός κόσμος τον 20ο αιώνα και οι άγιοι της Ορθοδόξου Εκκλησίας