Τα πολιτιστικά μνημεία του οικισμού Κόνιτσας μέσα από τη ματιά των κοινωνικών δρώντων

2 Απριλίου 2017

Ο  Γεωργίου Ευθύμιος – Σπυρίδων φοιτητής Μηχανικός Χωροταξίας & Ανάπτυξης στη Πολυτεχνική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης, γράφει για τα μνημεία της Κόνιτσας

 

Η ξεχωριστή σημασία του πολιτιστικού πλούτου και η πολιτιστική κληρονομιά του οικιστικού συγκροτήματος της Κόνιτσας, με σκοπό την προστασία και ανάδειξη του στην περιοχή τονίζεται στη φοιτητική έρευνα  που έλαβε χώρα στα πλαίσια του καλοκαιρινού πανεπιστήμιου που διεξάγεται  κάθε χρόνο στην περιοχή. Από την έρευνα που πραγματοποιήθηκε με την καθοδήγηση αξιόλογων πανεπιστημιακών  καθηγητών ακολουθήθηκε  καθορισμένη μεθοδολογία που μέσω της παρατήρησης και ιεράρχησης των βασικών μνημείων της πολιτιστικής κληρονομιάς της Κόνιτσας προέκυψε η εξαγωγή ορισμένων αποτελεσμάτων. Το κεντρικό ερώτημα που αποτέλεσε πυξίδα στην έρευνα είναι… ποιες είναι οι στάσεις και οι αντιλήψεις των κοινωνικών δρώντων για τα βασικά μνημεία της Κόνιτσας.

Για την έρευνα το δείγμα ατόμων είναι από διαφορετικά οικονομικά και κοινωνικά στρώματα, επαγγέλματα όπως ελεύθεροι επαγγελματίες, δημόσιοι υπάλληλοι καθώς και μόνιμοι κάτοικοι της περιοχής, μετανάστες, τουρίστες.         Το δείγμα έγινε η προσπάθεια να είναι όσο παραπάνω αντιπροσωπευτικό για να αποτυπώνεται η συνολική εικόνα.    Η εφαρμογή βασίστηκε σε συνεντεύξεις, φωτογραφίες από πλήθος ατόμων.

Μετά από την εξαγωγή της έρευνας προέκυψαν τα βασικά μνημεία του οικιστικού συγκροτήματος της Κόνιτσας.

  • Το γεφύρι της Κόνιτσας
  • Το Τζαμί του Σουλεϊμάν Α΄
  • Δρακόλιμνη
  • Μονή Στομίου
  • Σπίτι Άγιος Παΐσιου
  • Οικιστικό συγκρότημα Χάμκως
  • Το φαράγγι του Αώου

Από τις συνεντεύξεις προέκυψαν ενδιαφέρον αποτελέσματα. Πρώτον το σύνολο του δείγματος συμφώνησε ότι το βασικότερο μνημείο είναι το τοξωτό γεφύρι της Κόνιτσας, το οποίο είναι ένα από τα μεγαλύτερα των Βαλκανίων.        Η αρχιτεκτονική του βασισμένη στην πέτρα και ο σχεδιασμός που είναι χαρακτηριστικό των ηπειρωτών μαστόρων,  προκαλεί εντύπωση στους τουρίστες που επισκέπτονται την περιοχή, λόγω της εξαιρετικής ομορφιάς του.              Επιπλέον στη γέφυρα είχε γίνει συντήρηση εργασία και προτάθηκε η ιδέα  από τους πολίτες για την κατασκευή περιπτέρου γεωργικών προϊόντων. Στην ερώτηση ποιο είναι το βασικότερο μνημείο  απάντησαν οι ερωτηθείς…

Οι προσωπικές μαρτυρίες των κατοίκων στην περιοχή  που τόνισαν «Το μνημείο της Χάμκως είναι σημαντικό δεν χρησιμοποιείται, παρόλο που είναι παλιό αρχοντικό. […]. Επιπλέον η εκδήλωση του Φεστιβάλ προσελκύει κόσμο αναλόγως τον καλλιτέχνη σημαντικές παρουσίες ήταν  ο Χατζής και ο Μάλαμας που  προσέλκυσαν κατοίκους απ΄ολη την Ήπειρο. Επιπλέον υπάρχει ο χώρος από το  «ΜΠΟΥΡΑΖΑΝΙ» που φιλοξενούνται άγρια ζώα και η Παναγία της Μολυβοσκέπαστης με πλούσια  ιστορία όπου η οροφή είναι μολύβι, εξ ου και η και Μολυβοσκέπαστη.

Το καλοκαιρινό πανεπιστήμιο που διεξάχθηκε σε συνεργασία του Δήμου Κόνιτσας και του Πανεπιστήμιου Ιωαννίνων έδωσε την ευκαιρία να συνυπάρξουν αρμονικά φοιτητές από την Βραζιλία, την Κίνα, την Ινδία και την Ευρώπη με τους κατοίκους της περιοχής. Οι φοιτητές γνώρισαν την ηπειρώτικη τέχνη, μαγεύτηκαν από τον φυσικό πλούτο της περιοχής, διασκέδασαν στα τοπικά πανηγύρια υπό τους ήχους της παραδοσιακής μουσικής. Μάλιστα υπήρχαν άτομα από την άλλη άκρη της γης που εξέφρασαν ενδιαφέρον να ασχοληθούν ερευνητικά με τα ηπειρώτικα τραγούδια.

Η επιτυχία του καλοκαιρινού πανεπιστημίου είναι σημαντική και ελπίζουμε η φετινή διεξαγωγή του καλοκαιρινού πανεπιστημίου να ακολουθήσει την ίδια ρότα με την τα προηγούμενα χρόνια. Αυτής της  ανταλλαγής απόψεων, της  γνωριμίας φοιτητών του εξωτερικού με την Ήπειρο, την προσπάθεια ενότητας της επιστημονικής έρευνας και πρακτικής για την αξιοποίηση της ιστορικότητας και της πολιτιστικής αξίας της περιοχής, τον προσδιορισμό του βασικού αναπτυξιακού χαρακτήρα της Κόνιτσας που οι συγκεκριμένες δράσεις τονώνουν και ζωντανεύουν την καθημερινή ζωή και φυσικά την διασκέδαση σε τοπικά χώρια στους ήχους του ηπειρώτικου κλαρίνου.

3 Ιανουαρίου 2017

ΧΤΙΖΟΝΤΑΣ ΓΕΦΥΡΕΣ ΦΙΛΙΑΣ ΣΤΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ

3 Ιανουαρίου 2017

Η Πολεοδομική ιστορία των βαλκανικών πόλεων στο πέρασμα από τον 19ο στον 20ο αιώνα

3 Ιανουαρίου 2017

Η Χαρτογραφία σε έναν κόσμο που αλλάζει

3 Ιανουαρίου 2017

60 χρόνια Πολυτεχνική Σχολή Α.Π.Θ.: Μελλοντικοί μηχανικοί εν δράσει…

Υπο τη ματιά των ιστορικών εξελίξεων στη χερσονήσου του Αίμου μια σύνοψη των πολεοδομικών χαρακτηριστικών στη Σερβία και Βουλγαρία στις αρχές του 20ου αιώνα έως σήμερα.

10 Απριλίου 2016

Ο 20ός αιώνας βρήκε τις βαλκανικές χώρες να ανταγωνίζονται και να συγκρούονται μεταξύ τους για το μοίρασμα των εδαφών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (ιδιαίτερα τη Μακεδονία) προσπαθώντας να εκμεταλλευτούν το πολυεθνικό πληθυσμό της περιοχής προβάλλοντας η καθεμιά τις μεγαλοϊδεατικές βλέψεις της. Οι Βαλκανικοί και ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος δεν άφησαν τα περιθώρια στις χώρες αυτές για ανάπτυξη. Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου το 1913 (έθεσε τέλος στο Β΄ Βαλκανικό  Πόλεμο) και  η Συνθήκη του Νεϊγύ το 1919  (έθεσε τέλος στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο) επιχείρησαν να θέσουν τέλος στα εθνικιστικά κινήματα και στη συνεχή μετακίνηση των συνόρων στην περιοχή των Βαλκανίων (Διβάνη 2000: 54-55, 58-59).

Στο Βελιγράδι υπήρχε μέχρι το 1914 μια συνεχής ροή μεταναστών, οι οποίοι δεν ενδιαφέρονταν για το σχεδιασμό των σπιτιών, αλλά να καλύψουν εύκολα και γρήγορα την ανάγκη για στέγαση. Κατά την περίοδο, ωστόσο, του Μεσοπολέμου, αναπτύχθηκε στο Βασίλειο της Σερβίας νομοθεσία σχετικά με την αστική ανάπτυξη. Σύμφωνα με την νομοθετική πράξη του 1931, κάθε δήμος όφειλε να έχει κανονισμούς σχετικά με τις κατασκευές κτιρίων, σύμφωνα με τους οποίους έπρεπε να  δηλώνεται ο ανώτατος αριθμός ορόφων, το ύψος των κτιρίων, ενώ έπρεπε να υπάρχει και πρόβλεψη για ζητήματα υγιεινής, τις ζώνες κατοίκησης. Η νομοθετική αυτή ρύθμιση καθόριζε και τη δημιουργία εθνικών πάρκων και ιστορικών μνημείων (Obradović, Mitković 2012, 320).

Η αστική ανάπτυξη έγινε ακόμη πιο επιτακτική μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον βομβαρδισμό του Βελιγραδίου. Η επικράτηση του σοσιαλισμού και η δημιουργία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας μετέτρεψε το Βελιγράδι σε σημαντικό βιομηχανικό κέντρο. Οι νέες βιομηχανικές συνθήκες συνοδεύτηκαν από την ανάπτυξη της πολεοδομίας και της αστικής αρχιτεκτονικής. Το μεγάλο κέντρο είχε ανάγκη και τις αντίστοιχες υποδομές για μαζική εγκατάσταση και διευκόλυνση των εργατών. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι οι «πύργοι κατοικίας» ή όπως επικράτησε στις σοσιαλιστικές χώρες «σπίτια-κοινότητες», δηλαδή μεγάλα πανομοιότυπα συγκροτήματα διαμερισμάτων, που στην πλειοψηφία τους είναι προκατασκευασμένα.[1] Στους ορόφους εκτός από τα διαμερίσματα της κάθε οικογένειας υπήρχαν χώροι για τις συλλογικές ανάγκες των ενοίκων (κουζίνα, μπάνιο). Ο νέος τρόπος κατασκευής αφενός ικανοποιούσε τις ανάγκες στέγασης, αφετέρου, δημιουργούσε μια αίσθηση κοινότητας και αλληλεξάρτησης όσων έμεναν εκεί (Obradović, Mitković 2012).

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό στοιχείο της σοσιαλιστική πολεοδομίας ήταν η δημιουργίας μεγάλης κλίμακας δημόσιων χώρων, από πάρκα μέχρι πλατείες για παρελάσεις και άλλες εκδηλώσεις. Η κατασκευή τέτοιων χώρων ευνοούνταν από το γεγονός πως όλη η γη ήταν κρατική, επομένως δεν ανέκυπταν ζητήματα αποζημιώσεων για απαλλοτριώσεις ιδιωτικών οικημάτων και οικοπέδων (Szelenyi, 1996).

Η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, η ανάδειξη νέων κρατών και ο εμφύλιος πόλεμος τη δεκαετία του 1990 με τους βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ είχε ως αποτέλεσμα να καταστραφούν αρκετά κτίρια, ενώ άλλα να παραμένουν μέχρι και σήμερα εγκαταλειμμένα με τα σημάδια από τον πόλεμο να τονίζουν τη σύγχρονη ιστορία της πόλης.

Το πέρασμα στον 20ό αιώνα βρήκε τη Βουλγαρία, όπως και τα υπόλοιπα Βαλκανικά Κράτη στη δίνη των εθνικιστικών συγκρούσεων. Μάλιστα, το γεγονός πως και στο Β΄ Βαλκανικό και στον Α΄ Παγκόσμιο ήταν στο πλευρό των ηττημένων είχε ως συνέπεια το Βουλγαρικό κράτος να υποστεί εδαφικές απώλειες και να δεχτεί ένα μεγάλο αριθμό προσφύγων, ενώ αρκετοί Τούρκοι είχαν φύγει από τη χώρα. Μάλιστα, η Βουλγαρία είχε προχωρήσει στην καταστροφή των σπιτιών των Τούρκων στην Σόφια. Αυτή η κίνηση συμβόλιζε ένα νέο αρχιτεκτονικό ξεκίνημα για την πόλη (Yerolympos 1996, 45).

Τα σχέδια της αστικής ανάπτυξης για τη Σόφια και τις υπόλοιπες πόλεις της Βουλγαρίας υπήρχαν από τα τέλη του 19ου αιώνα (και προέβλεπαν ευθύγραμμους δρόμους, εμπορικά κέντρα, πέντε κεντρικούς λεωφόρους που θα όριζαν ένα μνημειώδες χώρο στο κέντρο της πρωτεύουσας). Ωστόσο εξαιτίας της έλλειψης χρημάτων και των πολεμικών συγκρούσεων, τα σχέδια αυτά δεν εφαρμόστηκαν (Yerolympos 1996, 47-48).

Στα μέσα της δεκαετίας του 1940 εγκαθιδρύθηκε η λαϊκή δημοκρατία και η Βουλγαρία προσδέθηκε στη σφαίρα επιρροής της Σοβιετικής Ένωσης. Ακολουθήθηκε και εδώ η σοσιαλιστική πολεοδομία που περιγράψαμε παραπάνω για την περίπτωση του Βελιγραδίου. Αν και υπήρχαν διαφορές στον τρόπο διακυβέρνησης της κάθε σοσιαλιστικής χώρας, υπήρχαν ορισμένα κοινά στοιχεία ως προς την δόμηση και την αρχιτεκτονική των πόλεων. Σε αντίθεση με τις καπιταλιστικές πρωτεύουσες που είχαν προάστια γύρω τους, οι σοσιαλιστικές πόλεις παρουσίαζαν περιορισμένη αποκέντρωση. Και στη Σόφια υπήρχαν τα μεγάλα και πυκνοκατοικημένα συγκροτήματα κατοικιών, στα οποία έμεναν οι εργάτες του βιομηχανικού τομέα (Hirt 2006, 466). Στο κέντρο της πόλης υπήρχαν φαρδιοί δρόμοι και μεγάλα πάρκα με πιο χαρακτηριστικό το Εθνικό Παλάτι Πολιτισμού, ένα τεράστιο πολυλειτουργικό χώρο πολιτισμού, που είχε ως στόχο να προωθεί το σοσιαλιστικό καθεστώς. Οι περισσότερες σοσιαλιστικές χώρες, άλλωστε, διακοσμούνταν από μνημειώδη γλυπτά που παρίσταναν είτε τους ηγέτες της εκάστοτε χώρας είτε εικόνες του σοσιαλιστή εργάτη και αγρότη.

Μετά την αλλαγή του πολιτεύματος το 1989 οι πόλεις σταδιακά χάνουν τα σοσιαλιστικά χαρακτηριστικά τους και υιοθετούν τα καπιταλιστικά στοιχεία των δυτικοευρωπαϊκών πόλεων, όπως η ανάπτυξη του τριτογενή τομέα με τις λιανικές επιχειρήσεις, τις καταναλωτικές υπηρεσίες και τον τουρισμό (Hirt 2006, 466-467). Η Βουλγαρία, δεν αντιμετώπισε τα εσωτερικά προβλήματα της Γιουγκοσλαβίας που αναφέραμε προηγουμένως. Το μεγαλύτερο ποσοστό γης και οικημάτων αποκρατικοποιήθηκε και πέρασε στα χέρια ιδιωτών. Αποτέλεσμα αυτής της αλλαγής ήταν η ανεξέλεγκτη άνοδος της τιμής και οι συγκρούσεις γύρω από τα περιουσιακά και ιδιοκτησιακά δικαιώματα.

Μέχρι τις αρχές του 1990 το κέντρο της πόλης ήταν ένα Αρτ νουβό συγκρότημα, μείγμα δημόσιων κτιρίων, καταστημάτων και μοντέρνων σπιτιών. Γύρω από αυτό εκτείνονταν τα σπίτια της ανώτερης τάξης και πιο πέρα οι εργατικές εστίες. Ωστόσο μετά το 1990 παρατηρήθηκε μια αύξηση του πληθυσμού στα περίχωρα της πόλης. Η πρωτεύουσα και τα χωριά γύρω από αυτήν άρχισαν να «πλησιάζουν», θολώνοντας τα όρια ανάμεσά τους (Hirt 2006, 469). Οι πληθυσμοί που μετοικούν, εγκαθίστανται όχι πια σε πολυόροφα κτίρια, αλλά σε μικρά σπίτια που χωρούν μια ή δυο οικογένειες. Αλλά και τα συγκροτήματα κατοικιών που κατασκευάζονται τώρα δεν ακολουθούν τη σοσιαλιστική κλίμακα, καθώς οι αλλαγές στον πολιτικό τομέα και στην οικονομία της αγοράς επηρέασαν τον ιδιωτικό τομέα που χαρακτηρίζεται από έλλειψη κεφαλαίου. Επιπλέον, και η αρχιτεκτονική των νέων κτιρίων αλλάζει· παρατηρούνται πολυεπίπεδες οροφές, διαδοχή βεράντας και μπαλκονιού και πιο λαμπρά χρώματα. Αλλά και στο κέντρο της πόλης μπορεί κανείς να εντοπίσει νεοανεγειρθέντα ξενοδοχεία και καζίνο με γοτθικά τόξα και ιωνικούς κίονες δίπλα σε ιστορικά κτίρια. Ο ρυθμός της αποκέντρωσης επιταχύνθηκε μετά το 1998, όταν οι μεγάλες επιχειρήσεις (όπως οι αυτοκινητοβιομηχανίες) μεταφέρθηκαν από την πρωτεύουσα στην περιφέρεια. Για την ικανοποίηση των αναγκών των νέων κατοίκων δημιουργήθηκαν σε αυτές τις περιοχές εμπορικά κέντρα (Hirt 2006, 478- 480, 470-471). Αρκετά από τα αγάλματα της σοσιαλιστικής περιόδου (όπως το μαυσωλείο του ηγέτη Δημητρώφ) αντικαταστάθηκαν από μεγάλους κήπους ή άλλα αγάλματα μικρότερης κλίμακας. Τέλος, ένα μεγάλο μέρος των πράσινων χώρων ιδιωτικοποιήθηκε και είτε ανοικοδομήθηκε είτε μετατράπηκε σε πάρκινγκ ή σε καταστήματα (Hirt 2006, 474-476).

 

[1] Αυτός ο τύπος κατοικίας ήταν δημοφιλής στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, αλλά και στις φάμπρικες της βόρειας και κεντρικής Ευρώπης.

 

 

Κοινωνικοί μετασχηματισμοί στη Θεσσαλονική και πολεοδομικά χαρακτηριστικά στο μεταίχμιο του 19ου αιώνα

10 Απριλίου 2016

Πλήθος κοινωνικών, ταξικών εξεγέρσεων, κινημάτων, πολέμων, έλαβαν χώρα στη Θεσσαλονίκη από την εποχή της ίδρυσής της το 315 π.χ έως τα μέσα του 19ου αιώνα επηρεάζοντας την πολεοδομική της εξέλιξη και μορφή της.

Η έξαρση των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων στα Βαλκάνια και η αποδυνάμωση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, επιδράσανε τη Θεσσαλονίκη, όπου σε συνδυασμό με τις πυρκαγιές, τις επιδημίες, την ανασφάλεια την εγκατάλειψη, την μείωση του πληθυσμού την οικονομική εξαθλίωση, την πίεση των ελληνικών πληθυσμών να μη συμμετέχουν στους εθνικο-απελευθερωτικούς αγώνες των νοτίων περιοχών περιχαράκωσαν την πόλη μέσα στα τείχη της.

Καθοριστικό ρόλο στην ρυμοτομία στην ανάπλαση του χώρου της πόλης, και αργότερα στην πολεοδομική εξέλιξη της Θεσσαλονίκης διαδραμάτισαν οι πυρκαγιές που συνέβησαν τα έτη 1545,1610,1620, καθώς και η καταστροφική πυρκαγιά του 1890, καταστρέφοντας μεγάλο τμήμα του κέντρου της πόλης.
Μετά την πυρκαγιά του 1620 νέες χωρικές ανακατατάξεις λαμβάνουν χώρα στην πόλη η οποίες διατηρήθηκανε μέχρι το 1850.

Συγκεκριμένα η κατανομή του πληθυσμού συγκροτήθηκε με βάση την εθνική και θρησκευτική προέλευση των κατοίκων. Οι συνοικίες είναι αμιγείς, με τους μουσουλμάνους να διαμένουν στην Άνω Πόλη, τους ορθοδόξους να κατοικούν σε διάφορες περιοχές κατά μήκος της Εγνατίας οδού, γύρω από την Μονή Βαλτάδων, τον Βαρδάρη, την Μητρόπολή, τους Εβραίους να κατοικούν κοντά στη θάλασσα κάτω από την Εγνατία οδό. Η περιοχή γύρω από την εκκλησία του Αγίου Μηνά λόγω της εγκατάστασης προξένων και ευρωπαίων εμπόρων παίρνει την ονομασία «Φραγκομαχαλάς»
Σε αυτό το πρίσμα ξεκίνησε ο εκσυγχρονισμός και η «δυτικοποίηση της Θεσσαλονίκης προς το τέλος της τέταρτης δεκαετίας του 19ου αιώνα, λόγω και των γενικών δυτικών μεταρρυθμίσεων του Tanzimat που ξεκίνησαν από το 1839.
Τα γεγονότα συντέλεσαν στην αύξηση του πληθυσμού, από 40.000 κατοίκους το 1840, σε 120.000 το 1895. Επιπλέον τα κατασκευαστικά έργα στο τομέα μεταφορών από το 1869 έως το 1896 συνδέσαν η πόλη σιδηροδρομικά, με τη Δυτική Μακεδονία το Μοναστήρι , τα Σκόπια , το Βελιγράδι, τη Βόρεια Ευρώπη και με την Ανατολική Μακεδονία , τη Θράκη και την Κωνσταντινούπολη. Η σύνδεση της είναι σημαντική, για το λόγο ότι η πόλη αποτέλεσε δίοδο στη θάλασσα για τα υπόλοιπα Βαλκάνια κυρίως για το Βελιγράδι κα τη Σόφια, συντελώντας ως το Alter ego της Κωνσταντινούπολης στις επιβατικές μεταφορές πλοίων και στην εξαγωγή προϊόντων.
Ο εξωραϊσμός της πόλης ξεκίνησε το 1869 με τη εγκαθίδρυση δημοτικών αρχών με αρμοδιότητες πολεοδομικής φύσεως, ενώ θεσπίστηκανε οι πρώτοι πολεοδομικοί κανονισμοί. Την ίδια χρονιά κατεδαφίστηκε το παραθαλάσσιο τείχου, ενώ μια σειρά επεμβάσεων που περιλαμβάνουν χαράξεις, διανοίξεις, δημιουργία αρτηριών και οδών, κατασκευή δημοσίων κτηρίων, τραπεζών, νοσοκομείων, σχολείων αναμορφώσαν και εκσυγχρονίσαν την πόλη.
Σημειώνεται ότι η πρώτη οργανωμένη συνοικία που ανοικοδομείται και αναγκάζει την Οθωμανική διοίκηση να προχωρήσει σε τοπογράφηση της περιοχής είναι η ανατολική περιοχή της Θεσσαλονίκης. Εντυπωσιακά και μεγαλεπήβολα κτίρια, βίλες και κατοικίες εύπορων Ελλήνων, Τούρκων, Εβραίων, Αρμενίων και δυτικοευρωπαίων, η οποία ξεπερνάει τότε εθνικές και θρησκευτικές ομογενείς περιοχές – γειτονιές της παλιάς Θεσσαλονίκης.
Η «δυτικοποίηση” της Θεσσαλονίκης έχει επιτευχθεί, η προσέγγιση με τη Δύση και με τις κοινωνικοοικονομικές απαιτήσεις για καπιταλιστική ανάπτυξη, συγκεντρώνοντας στην πόλη υπηρεσίες, εμπόριο, κατανάλωση και εργατικό δυναμικό.

Βιβλιογραφία
Βακαλόπουλος Κ, 1978 Χριστιανικές συνοικίες της Θεσσαλονίκης στα μέσα του 19ου αιώνα, Μακεδονικά.
Γερολύμπου Α.1995 Η ανοικοδόμηση της Θεσσαλονίκης μετά την πυρκαγιά του 1917 .Ένα ορόσημο στην ιστορία της πόλης και στην ανάπτυξη της Ελληνικής Πολεοδομίας , Θεσσαλονίκη.
Ριζάλ Π (Ιωσήφ Νεχαμά) 1917 Θεσσαλονίκη : H Περιπόθητη Πόλη.

Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων