3. Το Ομολογιακό Μάθημα των Θρησκευτικών στη Γερμανία – 11.11.2016

Αθ. Στογιαννίδης, Mirjam Schambeck

Tην Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2016, στο Β’ Αμφιθέατρο της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ και στο πλαίσιο των παραδόσεων του μαθήματος “Παιδαγωγικές Θεωρίες Μάθησης και Αγωγής – Β’ Μέρος (Θεωρίες της Αγωγής και της Παιδείας), η κα. Prof. Dr. Mirjam Schambeck sf, Καθηγήτρια Θρησκευτικής Παιδαγωγικής του Πανεπιστημίου του Freiburg (Albert-Ludwigs-Universität Freiburg) πραγματοποίησε εισήγηση επιχειρώντας μία σύγχρονη προσέγγιση στο γερμανικό μοντέλο του Ομολογιακού Μαθήματος των Θρησκευτικών. Η εισήγηση έγινε στη γερμανική γλώσσα, ενώ διανεμήθηκε σε όλους τους συμμετέχοντες μετάφραση στα ελληνικά, την οποίαν επιμελήθηκε ο Επικ. Καθηγητής Σχολικής Παιδαγωγικής και Διδακτικής Μεθοδολογίας του Μαθήματος των Θρησκευτικών στο Τμήμα Θεολογίας ΑΠΘ κ. Αθ. Στογιαννίδης, ο οποίος και συντόνισε τη συζήτηση που ακολούθησε.

Η εισηγήτρια ξεκίνησε την πραγμάτευση του θέματός της θέτοντας αρχικά τα εξής ερωτήματα: Ποιο είναι το προφίλ που θα πρέπει να έχει η Θρησκευτική Εκπαίδευση στο δημόσιο σχολείο; Πώς λοιπόν θα πρέπει να διαμορφωθεί το προφίλ αυτό; Μπορεί άραγε να παραμείνει ένα είδος Κατήχησης, δηλ. το Μάθημα των Θρησκευτικών να γίνει ένας χώρος εκμάθησης και καλλιέργειας της πίστης και της θρησκευτικής ζωής των μαθητών – είτε πρόκειται για την χριστιανική, είτε για την εβραϊκή, είτε για την ισλαμική; Ή μήπως – και εδώ έρχεται μία συμπληρωματική πρόταση – θα πρέπει η Θρησκευτική Εκπαίδευση στο σχολείο να περιοριστεί σ’ ένα μάθημα πληροφόρησης σχετικά με τις θρησκείες; Δηλ. αφενός μεν, να παρέχονται πληροφορίες για τις θρησκείες, αφετέρου δε, το θρησκευτικό φαινόμενο να αποτελεί αντικείμενο διδασκαλίας εκ των έξω, στηριζόμενη στην προοπτική ενός εξωτερικού παρατηρητή και ενός τρίτου προσώπου;

Η κα. Schambeck έκανε λόγο για έναν τρίτο δρόμο, ο οποίος αποκλίνει από τις δύο παραπάνω δυνατότητες, και τον οποίον ονομάζει «Μάθημα των Θρησκευτικών με συγκεκριμένη ερμηνευτική προοπτική» (positioneller Religionsunterricht)· δηλ. πρόκειται για αυτό που ονομάζεται στη Γερμανία ως «Ομολογιακό Μάθημα των Θρησκευτικών». Το μάθημα αυτό:

1. Δεν αποτελεί ένα μοντέλο που περιορίζει τη διαδικασία της μάθησης μέσα στο πλαίσιο της θρησκείας (learning in religion) – δηλ. δεν θέτει ως κύριο στόχο την εκμάθηση της θρησκείας μήτε και την καλλιέργεια της θρησκευτικής ζωής των μαθητών. Το μοντέλο που υποστηρίζω, διαθέτει όμως, κάποια άλλα αντίστοιχα δομικά στοιχεία. Τι ακριβώς εννοώ: Η προσέγγιση αυτή του Μαθήματος των Θρησκευτικών, η οποία στηρίζεται στην προσφορά συγκεκριμένων θέσεων ως σημείου προσανατολισμού (positioneller Ansatz des Religionsunterrichts), ακόμα και όταν στη Γερμανία φέρει την ονομασία «Ομολογιακό Μάθημα των Θρησκευτικών» (konfessioneller Religionsunterricht), δεν είναι ταυτόσημη με εκείνο το μοντέλο το οποίο στην αγγλική και αμερικανική βιβλιογραφία ονομάζεται «ομολογιακή προσέγγιση» (confessional approach). Και τούτο διότι η ομολογιακή προσέγγιση (confessional approach) είναι κατά βάση Κατήχηση εντός του σχολείου. Από την άλλη πλευρά, το λεγόμενο Μάθημα των Θρησκευτικών με συγκεκριμένη ερμηνευτική προοπτική (positioneller Religionsunterricht) αντιλαμβάνεται πλήρως το γεγονός, ότι η Κατήχηση μέσα στο σχολείο δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη της το πλαίσιο και τις προϋποθέσεις πάνω στις οποίες βασίζεται το εκπαιδευτικό έργο του σχολείου. Σκοπός ενός κατηχητικού Μαθήματος των Θρησκευτικών είναι η ένταξη των μαθητών μέσα σ’ ένα συγκεκριμένο θρησκευτικό περιβάλλον και η αντίστοιχη καλλιέργεια της θρησκευτικής τους ζωής· αυτός ο σκοπός όμως έρχεται σε αντίθεση με την αρχή της ουδετερότητας του σχολείου, καθώς και με το δικαίωμα της ανεξιθρησκείας, σύμφωνα με το οποίο κανείς δεν επιτρέπεται να εξαναγκάζεται να οικειωθεί μία συγκεκριμένη θρησκεία. Επίσης, ακόμα και η δυνατότητα απαλλαγής από ένα τέτοιο μάθημα – π.χ. μέσω της εισαγωγής άλλων μαθημάτων που αντικαθιστούν ως εναλλακτική επιλογή το Μάθημα των Θρησκευτικών – δεν θα μπορούσε να επιλύσει το πρόβλημα αυτό. Άλλωστε, η Θρησκευτική Εκπαίδευση στο σχολείο θα πρέπει κατά πρώτο λόγο να αποδεικνύει, ότι διαθέτει ένα παιδαγωγικό θεωρητικό υπόβαθρο, δηλ. θα πρέπει να είναι σε θέση να καταδείξει για ποιον λόγο και με ποιον τρόπο το Μάθημα των Θρησκευτικών μπορεί να αποτελέσει σημαντική συμβολή στην καλλιέργεια και ανάπτυξη της (γενικής) παιδείας των μαθητών. Στις μετανεωτερικές κοινωνίες, στις οποίες, όπως έγινε φανερό πρωτύτερα, η θρησκεία έχει γίνει ένα πλουραλιστικό φαινόμενο, το Μάθημα των Θρησκευτικών δεν πρέπει να περιορίζεται στο να διοργανώνει θρησκευτικές λατρευτικές εκδηλώσεις μέσα στο σχολείο.

2. Το «Μάθημα των Θρησκευτικών με συγκεκριμένη ερμηνευτική προοπτική» (positioneller Religionsunterricht) δεν είναι μοντέλο, το οποίο επικεντρώνεται αποκλειστικά και μόνο στη «μάθηση για τη θρησκεία» (learning about religion). Αυτό σημαίνει ότι δεν ταυτίζεται με εκείνο το μοντέλο, που αποσκοπεί μόνο στην παροχή πληροφοριών για τη θρησκεία και που θέτει ως σκοπό να ενημερωθούν οι μαθητές για το θρησκευτικό φαινόμενο (religious literacy). Ωστόσο, διαθέτει αντίστοιχα δομικά στοιχεία, μιας και στοχεύει, μεταξύ των άλλων, στον θρησκευτικό εγγραμματισμό των μαθητών (religious literacy), όπως άλλωστε κάτι ανάλογο επιδιώκει και εκείνο το μοντέλο που απλώς πληροφορεί για τη θρησκεία (religionskundlicher Religionsunterricht).

3. Δεν είναι ένα μοντέλο, το οποίο ξεκινά από την υπόθεση, ότι μπορούμε να προσεγγίσουμε όλες τις θρησκείες ξεκινώντας από ένα ανεξάρτητο μεταθεωρητικό σημείο αναφοράς. Με το σκεπτικό αυτό διαφοροποιείται από τη λεγόμενη πολυθρησκευτική προσέγγιση (multi-faith-approach), η οποία θεμελιώνεται στη θέση, πως ο ένας και ο αυτός εκπαιδευτικός μπορεί να παρουσιάσει στους μαθητές όλες τις θρησκείες με την ίδια αποτελεσματικότητα και επιτυχία, και μάλιστα αναλύοντας όλα τα ιδιαίτερα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την κάθε μία. Το «Μάθημα των Θρησκευτικών με συγκεκριμένη ερμηνευτική προοπτική» (positioneller Religionsunterricht) συντάσσεται, όμως, με τον σκοπό της πολυθρησκευτικής προσέγγισης, που υποστηρίζει ότι οι θρησκείες θα πρέπει στο πλαίσιο της διδασκαλίας να προσεγγίζονται με τέτοιον τρόπο, ώστε οι μαθητές διαλεγόμενοι κριτικά με το θρησκευτικό φαινόμενο, να μπορούν να αντιλαμβάνονται και να επεξεργάζονται καλύτερα τα ερωτήματα για την ίδια τους τη ζωή, δηλ. να μπορούν να μαθαίνουν «από τη θρησκεία» (from religion).

4. Εάν το «Μάθημα των Θρησκευτικών με συγκεκριμένη ερμηνευτική προοπτική» (positioneller Religionsunterricht) έχει αντίστοιχα δομικά στοιχεία: α. με την ομολογιακή προσέγγιση (confessional approach), και με άρα με τον μοντέλο στο οποίο η διαδικασία της μάθησης εστιάζεται μέσα στο πλαίσιο της θρησκείας (learning in religion)· β. με το μάθημα που πληροφορεί για τη θρησκεία (religionskundlicher Religionsunterricht) και άρα με το μοντέλο που επικεντρώνεται αποκλειστικά και μόνο στη «μάθηση για τη θρησκεία» (learning about religion)· γ. με την πολυθρησκευτική προσέγγιση (multi-faith-approach), και μάλιστα σε σχέση με το μοντέλο στο οποίο οι μαθητές μαθαίνουν «από τη θρησκεία» (learning from religion) αλλά και «μέσω της θρησκείας» (learning trough religion), τότε η ειδοποιός διαφορά και το ιδιαίτερο στοιχείο που χαρακτηρίζει το «Μάθημα των Θρησκευτικών με συγκεκριμένη ερμηνευτική προοπτική» (positioneller Religionsunterricht) είναι το εξής: Το θρησκευτικό φαινόμενο ως αντικείμενο διδασκαλίας εξετάζεται μέσα από την οπτική γωνία μίας ορισμένης, συγκεκριμένης θρησκευτικής παράδοσης· το μοντέλο αυτό προτάσσει την επιλογή αυτή, επειδή έχει ως σημείο αφετηρίας την ερμηνευτικής φύσεως προϋπόθεση, ότι ως ανθρώπινες υπάρξεις γεννιόμαστε και αναπτυσσόμαστε μέσα σ’ έναν συγκεκριμένο τόπο και σ’ έναν συγκεκριμένο χρόνο, έχοντας δεθεί με τον τόπο και τον χρόνο αυτό· συνεπώς δεν μπορούμε να διαθέτουμε ένα σημείο αναφοράς εκτός της ιστορίας, το οποίο θα μας επέτρεπε να εξετάσουμε ως ανεξάρτητοι και αντικειμενικοί παρατηρητές το θρησκευτικό φαινόμενο.

Το Μάθημα των Θρησκευτικών με συγκεκριμένη ερμηνευτική προοπτική (positioneller Religionsunterricht), επιλέγει, απεναντίας, ένα μετριοπαθές και νηφάλιο σημείο αφετηρίας, το οποίο αποδίδει περισσότερη βαρύτητα στην ιδιοπροσωπεία. Το μοντέλο αυτό αναγνωρίζει τη συνάφεια και τις πολιτισμικές εξαρτήσεις με τις οποίες συνδέεται ένας συγκεκριμένος τρόπος σκέψης, και άρα, αναγνωρίζει την ιδιαίτερη προοπτική μέσα από την οποία ερμηνεύονται κάθε φορά τα πράγματα. Με την έννοια αυτή, το να μιλά κανείς για τη θρησκεία, σημαίνει ότι μιλά κανείς μέσα από μία συγκεκριμένη θρησκευτική παράδοση, δηλ. μέσα από μία θρησκεία στην οποία μπορεί κανείς να εκφραστεί σε πρώτο πρόσωπο – εάν βέβαια η ενασχόλησή του με τη θρησκεία δεν είναι μόνο θρησκειολογικής ή κοινωνιολογικής φύσεως.

Για να διαβάσετε την εισήγηση

της κας. Mirjam Schambeck sf, κάντε κλικ ΕΔΩ

Τα σχόλια έχουν κλείσει.