Skip to content

Cinema Therapy

Αν έχει σχέση με το σινεμά και τις ταινίες, εδώ θα το βρείτε!

Archive

Tag: Κωμωδία

Robin_Williams_(6451536411)_(cropped)Ένα ήσυχο βράδυ Αυγούστου, πριν τρία χρόνια. Ήμουν έτοιμος να πέσω για ύπνο, όταν είπα να ρίξω μια τελευταία ματιά στο διαδίκτυο. Τότε είδα το νέο που με σημάδεψε: ο Ρόμπιν Γουίλιαμς είναι νεκρός.

Το πιο δύσκολο μέρος της όλης υπόθεσης ήταν να συνειδητοποιήσει κανείς ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος αυτοκτόνησε. «Πώς είναι δυνατόν;», αναρωτιόταν όλος ο κόσμος. Αυτός ο ηθοποιός, αυτός ο άνθρωπος που οι ατάκες και οι ρόλοι του γεμίζουν τον κόσμο με ελπίδα και αισιοδοξία, και φαινόταν ότι δεν προσποιούνταν, αλλά αυτά τα αισθήματα τα είχε μέσα στην καρδιά του. Κι όμως, αυτός ο άνθρωπος, για λόγους που δεν είναι του παρόντος, έβαλε τέλος στη ζωή του στις 11 Αυγούστου του 2014.

Στο άρθρο αυτό θα αναλύσουμε τρεις μόνο από τις ταινίες στις οποίες έπαιξε αυτός ο μεγάλος κωμικός και πραγματικά αποτελούν πηγή έμπνευσης, αισιοδοξίας και ελπίδας. Σ΄ αυτές τις ταινίες, ο Γουίλιαμς, ανεξάρτητα από το αν μας έκανε να γελάσουμε ή να κλάψουμε (πολύ συχνά και τα δύο), μας οδήγησε σίγουρα στη σκέψη πως η ζωή είναι ωραία.

Good Morning, Vietnam (1987)
Μαύρη κωμωδία, 120΄

Σκηνοθεσία: Barry Levinson
Σενάριο: Mitch Markowitz
Πρωταγωνιστούν: Robin Williams, Forest Whitaker, Bruno Kirby

Ένας ραδιοφωνικός εκφωνητής υπηρετεί τη θητεία του στον πόλεμο του Βιετνάμ, και με το αιχμηρό του χιούμορ γίνεται εξαιρετικά δημοφιλής στους αμερικανούς στρατιώτες, αλλά προκαλεί αντιδράσεις στους ανωτέρους του.

Να γυρίσεις μια πολύ καλή ταινία για τον εφιαλτικό, για τους Αμερικανούς, πόλεμο του Βιετνάμ είναι κάτι που έχουν επιχειρήσει πολλοί σκηνοθέτες στα χρόνια που πέρασαν (Ελαφοκυνηγός, Αποκάλυψη Τώρα, Platoon κλπ). Το να γυρίσεις μια έξοχη κωμωδία ωστόσο, δείχνοντας παράλληλα και το σοβαρό, απάνθρωπο πρόσωπο της υπόθεσης, είναι κάτι που ακόμα και ο βραβευμένος με Όσκαρ Barry Levinson (Rain Man) δε θα μπορούσε να πετύχει αν δεν είχε εξασφαλίσει το Ρόμπιν Γουίλιαμς στον πρωταγωνιστικό ρόλο, το ρόλο που τον καταξίωσε στο σινεμά. Ο Γουίλιαμς γεμίζει από το πρώτο λεπτό την οθόνη με το μπρίο, την ενέργεια, το πάθος, το χιούμορ και το ταλέντο του και, όπως συνηθίζει, είναι ξεκαρδιστικός και συγκινητικός την ίδια στιγμή (συχνά, μάλιστα, αυτοσχεδιάζει στις ατάκες του). Μια από τις καλύτερες πολεμικές σάτιρες όλων των εποχών, η ταινία ήταν το πρώτο μεγάλο δείγμα των ικανοτήτων του 36χρονου -τότε- κωμικού και του έδωσε τη δυνατότητα να κερδίσει ακόμα πιο σπουδαίους ρόλους από κει κι έπειτα.

Ο Κύκλος των Χαμένων Ποιητών (1989)
Δράμα, 128΄

Σκηνοθεσία: Peter Weir
Σενάριο: Tom Schulman
Πρωταγωνιστούν: Robin Williams, Robert Sean Leonard, Ethan Hawke

Ένας ιδεαλιστής καθηγητής προσλαμβάνεται σ΄ ένα συντηρητικό σχολείο του Vermont και προσπαθεί να πείσει τους μαθητές του να σκεφτούν με διαφορετικό τρόπο.

Ίσως η ταινία για την οποία θυμόμαστε περισσότερο το Ρόμπιν Γουίλιαμς, αν υπάρχει τέτοια. Ατάκες όπως «Carpe diem» και «Captain, my captain» έχουν γράψει ιστορία κι εξακολουθούν να προκαλούν ρίγη συγκίνησης όταν τις βλέπεις και τις ακούς. Ο Γουίλιαμς ακροβατεί ξανά μεταξύ κωμωδίας και δράματος, αν κι εδώ κλίνει σαφώς προς το δεύτερο, δεν είναι αστείος αλλά είναι ευχάριστος, γεμάτος ζεστασιά και παραδίδει μαθήματα ζωής. Κι αν το αποτέλεσμα δε δικαιώνει πάντα τον τρομερό καθηγητή John Keating, που υποδύεται ο Williams, οι εκφράσεις του, τα λόγια του, οι ενέργειες του ιδίου και των μαθητών του, με δική του παραίνεση, είναι πραγματικά μήνυμα ελπίδας και έμπνευσης. Η ταινία αυτή πραγματικά δε θα είχε ούτε τη μισή αξία της με οποιονδήποτε άλλο στη θέση του Γουίλιαμς, ο οποίος βρήκε ακριβώς το ρόλο που του ταίριαζε κι έγραψε ιστορία.

Ο Ξεχωριστός Γουίλ Χάντινγκ (1997)
Δράμα, 126΄

Σκηνοθεσία: Gus Van Sant
Σενάριο: Matt Damon & Ben Affleck
Πρωταγωνιστούν: Matt Damon, Ben Affleck, Robin Williams

Ένας νεαρός από τις φτωχογειτονιές της Βοστόνης αποτελεί κρυφή μαθηματική ιδιοφυία, αλλά χρειάζεται σωστή καθοδήγηση για να βάλει σε τάξη τη ζωή του και να εκμεταλλευτεί τις ικανότητές του.

Δύο άγνωστοι στους κινηματογραφικούς κύκλους της εποχής 25χρονοι, ο Matt Damon και ο Ben Affleck, αμφότεροι φυσικά μεγάλα αστέρια σήμερα, τάραξαν τα νερά και εντυπωσίασαν τους πάντες με την ταινία αυτή, στην οποία πρωταγωνιστούν και υπογράφουν και το σενάριο. Και πάλι, ωστόσο, τίποτα δε θα ήταν ίδιο χωρίς την παρουσία του Williams, που κέρδισε επιτέλους Όσκαρ ερμηνείας, έστω και Β΄ Ανδρικού, σε ακόμα ένα ρόλο που του ταιριάζει γάντι: αυτό του εναλλακτικού, ανθρώπινου ψυχαναλυτή-καθοδηγητή της ιδιαίτερης μαθηματικής ιδιοφυίας που υποδύεται ο Damon. O Williams μας μαθαίνει κι εδώ για την αξία των πραγμάτων στη ζωή και για τη σημασία του να χαίρεσαι και να διασκεδάζεις, είναι ξανά ταυτόχρονα σοβαρός κι αστείος, και με την εμπειρία του σιγοντάρει τέλεια τον ταλαντούχο πλην άπειρο, τότε, πρωταγωνιστή Matt Damon. Μια ακόμα πολύ συγκινητική, ανθρώπινη και διδακτική ταινία στην οποία ο Γουίλιαμς έβαλε απόλυτα τη σφραγίδα του, γεμίζοντάς μας συγκίνηση, ελπίδα και έμπνευση.

35-stars

Τα τελευταία χρόνια οι καλύτερες ταινίες στο χώρο της κωμωδίας έρχονται κατά πλειοψηφία από τη Γηραιά Ήπειρο και όχι από το Χόλιγουντ. Συνήθως οι Γάλλοι πρωτοστατούν στο είδος, φέτος όμως ήρθε ο Ιταλός Checco Zalone να μας παρουσιάσει μια πανέξυπνη σάτιρα της σύγχρονης κοινωνίας που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ελληνική.

cine_quo_vado_singoloΠού πάω, Θεέ μου; (Quo Vado, 2016)

Κωμωδία (σάτιρα), Ιταλία, 88 λεπτά

Σκηνοθεσία: Gennaro Nunziante
Σενάριο: Gennaro Nunziante & Checco Zalone
Πρωταγωνιστούν: Checco Zalone, Eleonora Giovanardi, Sonia Bergamasco, Ninni Bruschetta
Μπάτζετ: 11 εκατομμύρια $
Έσοδα: 73 εκατομμύρια $ (μέχρι 25/10/2016)

Ένας μόνιμος δημόσιος υπάλληλος από τη Νότια Ιταλία βρίσκεται αντιμέτωπος με την πολιτική συρρίκνωσης του δημοσίου που εφαρμόζει η νέα ιταλική κυβέρνηση. Ωστόσο, δεν είναι διατεθειμένος ν΄ αφήσει την υπερπολύτιμη θέση του τόσο εύκολα, παρά τις εκβιαστικές πρακτικές που υιοθετούνται εναντίον του, μέχρι τουλάχιστον να γνωρίσει τον έρωτα μαζί μ΄ έναν κόσμο πολύ διαφορετικό απ΄ αυτόν που ήξερε.

Ο Checco Zalone, λοιπόν, είναι ο απόλυτος Ιταλός (ή μήπως Έλληνας;) δημόσιος υπάλληλος. Γιος δημοσίου υπαλλήλου, είχε εξασφαλισμένη τη μόνιμη θέση στη δημόσια υπηρεσία του χωριού του στο νότο της χώρας, χωρίς να προσπαθήσει ιδιαίτερα ούτε να κερδίσει τη θέση, αλλά ούτε και στη δουλειά του όταν την απέκτησε. Βολεψάκιας, παιδί της μαμάς και ανοιχτός σε… δωροδοκίες, παρ΄ όλα αυτά καλοπροαίρετος και ανοιχτόκαρδος, βρέθηκε ξαφνικά σε μπελάδες όταν πέρασε ένας νέος νόμος που του έδωσε δύο επιλογές: να παραιτηθεί ή να μετατεθεί σε δυσμενή θέση. Με τον «εθνοπατέρα» που βόλεψε αυτόν κι άλλους εκατοντάδες στο δημόσιο να του υπενθυμίζει συνεχώς πως η θέση του είναι ιερή επιλέγει το δεύτερο, εξοργίζοντας την υπεύθυνη της διαδικασίας Δρ. Σιρόνι (Bergamasco) που τον στέλνει μέχρι και στο… Βόρειο Πόλο για να του αλλάξει γνώμη. Εκεί, όμως, ο Checco θα γνωρίσει τον έρωτα στο πρόσωπο μιας ερευνήτριας (Giovanardi), κατοίκου Νορβηγίας, κοσμογυρισμένης, με τρία παιδιά διαφορετικών πατεράδων και εθνοτήτων και τελείως διαφορετική λογική για τον κόσμο από τη δική του. Οι δύο διαφορετικές αντιλήψεις, που ουσιαστικά αντιστοιχούν στους βόρειους και τους νότιους της Ευρώπης, αντίστοιχα, δε θ΄ αργήσουν να έρθουν σε σύγκρουση στο μυαλό του Checco, που πρέπει κάποια στιγμή να αποφασίσει ποιος είναι και πώς θέλει να ζήσει. Έστω κι αν αυτή η στιγμή είναι όταν τον έχει συλλάβει μια… πολιτισμένη φυλή αφρικανών και ζητά να μάθει (μέσω flashback) την ιστορία της ζωής του.

Ο... πολυάσχολος δημόσιος υπάλληλος εν ώρα υπηρεσίας.

Ο… πολυάσχολος δημόσιος υπάλληλος εν ώρα υπηρεσίας.

Δύο είναι οι βασικοί άξονες του ευφάνταστου αυτού σεναρίου, προσαρμοσμένου τέλεια στη σύγχρονη πραγματικότητα. Ο ένας είναι η αντίθεση Βορρά-Νότου σε όλα τα επίπεδα. Στην οικονομική ανάπτυξη, στην κοινωνική πρόοδο, στις αντιλήψεις για το γάμο, τα παιδιά και την κοινωνία γενικότερα, στις καθημερινές συνήθειες, στη διασκέδαση, ακόμα και στο κλίμα… Πανέξυπνα η ταινία κατορθώνει να ισορροπήσει μεταξύ των δύο αυτών διαφορετικών κόσμων, προβάλλοντας αποκαλυπτικά -και πάνω απ΄ όλα, με χιούμορ- τα θετικά και τα αρνητικά των μεν και των δε. Παρ΄ ότι, εξάλλου, ο Checco ανήκει σε μια κάστα ανθρώπων που συχνά κατηγορούμε εδώ στο νότο, το έργο τον παρουσιάζει με τέτοιο τρόπο που δε σ΄ αφήνει άλλη επιλογή παρά να ταυτιστείς και να εξερευνήσεις μαζί του τον κόσμο από τα μάτια όλων των λαών που απεικονίζονται.

prwinoΟ δεύτερος άξονας, κωμωδία έχουμε άλλωστε, είναι το ακραίο χιούμορ και η υπερβολή που δίνει αυτό τον ανάλαφρο και αστείο τόνο στην ταινία. Οι αντιθέσεις που περιέγραψα πριν εκτίθενται μ΄ έναν εμφανώς πιο ακραίο τρόπο απ΄ ότι είναι στην πραγματικότητα, έχοντας προφανώς στόχο να δώσουν κωμικό τόνο τόσο στα θετικά όσο και στα αρνητικά στοιχεία της κοινωνίας. Οι χαρακτήρες, οι συνήθειές τους, οι απολαυστικοί μεταξύ τους διάλογοι (πολλά λογοπαίγνια στα ιταλικά), ο τρόπος λήψης αποφάσεων που διαθέτουν έχουν έντονο το στοιχείο της υπερβολής, δημιουργώντας κάτι που παραπέμπει στο κλασικό λεκτικό slapstick παλαιότερων αλλά και σύγχρονων ταινιών (ιδιαίτερες ομοιότητες εντοπίζονται με την έξοχη πρόσφατη γαλλική κωμωδία Τι Σου Κάναμε, Θεέ μου; (2014)). Όλα για τη σάτιρα, λοιπόν, αλλά χωρίς να χάνεται η εύστοχη κοινωνική κριτική και το αληθοφανές της πλοκής.

Ως Έλληνες καθαρά τώρα, η ταινία αυτή αποδεικνύει πραγματικά πως με τους Ιταλούς, ιδιαίτερα τους νότιους, είμαστε «Una faccia una razza» (κι ας είναι 28 Οκτωβρίου σήμερα!), και η ταινία θα μπορούσε κάλλιστα να διαδραματίζεται στη χώρα μας αντί για τη γειτονική. Αυτό μας ταυτίζει ακόμη περισσότερο με το κωμικό στιλ του Zalone, γεμάτο μπρίο, φαντασία και ενέργεια. Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για μια πολύ καλή και απίστευτα επίκαιρη κωμωδία, που μας κάνει να «γελάμε με τα χάλια μας» (όχι μόνο της Ελλάδας και του νότου, αλλά του πλανήτη γενικότερα). Κι επειδή τώρα τελευταία βρισκόμαστε ομαδικώς στα χάλια μας, καλό είναι κάποιος να μας κάνει τουλάχιστον να γελάμε μ΄ αυτά.

Η αγάπη μας για το τρελό παρεάκι των Monty Python είναι γνωστή. Για τις ημέρες αυτές του Πάσχα σας έχουμε 3-4 σκηνές από την… πασχαλινή κωμωδία τους Life of Brian.

Καλό Πάσχα με υγεία, ευτυχία και… πολύ φαϊ σε όλους! :)

1. Ο Πόντιος Πιλάτος των Monty Python μπορεί να μην πλένει τα χέρια του, αλλά έχει προβλήματα στην ομιλία, στην πειθαρχία των στρατιωτών του και… φίλους με περίεργα ονόματα.

2. Στα πλαίσια μιας έρευνας των Ρωμαίων για κακοποιά στοιχεία, ο εκατόνταρχος βρίσκει χρόνο να συζητήσει με τον ιδιοκτήτη του σπιτιού περί… τρόπων θανάτωσης. Και έχουν μια άκρως εποικοδομητική διαφωνία.

3. Οι Ρωμαίοι υπάλληλοι που είναι υπεύθυνοι για την καταμέτρηση όσων πρόκειται να σταυρωθούν είναι λίγο παράξενοι. Ο ένας έχει προφορά Άγγλου τζέντλεμαν, ο άλλος είναι βραδύγλωσσος και ο τρίτος… δεν υπάρχουν λόγια.

4. Always look on the bright side of life/death…

3,5 Stars

Σε μια εποχή που οι κατασκοπικού τύπου σάτιρες/κωμωδίες έχουν γίνει της μόδας (βλέπε Kingsman, o έμπειρος Guy Ritchie αναβιώνει μια τηλεοπτική σειρά της MGM από το 1964, σε μια απολαυστική και ενδιαφέρουσα περιπέτεια εποχής.

The_Man_from_U.N.C.L.E._posterΧώρα και έτος παραγωγής: ΗΠΑ/Ηνωμένο Βασίλειο, 2015
Διάρκεια: 116΄
Σκηνοθεσία: Guy Ritchie
Πρωταγωνιστούν: Henry Cavill, Armie Hammer, Alicia Vikander, Hugh Grant

Εν μέσω Ψυχρού Πολέμου, ένας Αμερικανός και ένας Σοβιετικός κατάσκοπος, καθώς και οι αντίστοιχες υπηρεσίες CIA και KGB, αναγκάζονται να συνεργαστούν προκειμένου να ανατρέψουν τα σχέδια μιας ομάδας συνωμοτών που απειλεί τον πλανήτη με την κατασκευή και χρήση ενός πανίσχυρου πυρηνικού όπλου.

Το να αποφασίσεις να πάρεις μια τηλεοπτική σειρά 50 ετών και να την μετατρέψεις σε franchise ταινιών είναι λίγο ρίσκο, αλλά όταν δίνεις τα «κλειδιά» στον ειδικό σε τέτοιες αποστολές Guy Ritchie (Δυο Καπνισμένες Κάνες, Σέρλοκ Χολμς κ.α.), το ρίσκο αυτό ελαττώνεται. Όπως και οι προηγούμενες ταινίες του, έτσι κι αυτή συνδυάζει δράση, πιστολίδι και έξυπνο χιούμορ, με τους Cavill και Hammer να κλέβουν την παράσταση.

Ο Cavill, ερχόμενος με φόρα ως Σούπερμαν, υποδύεται έναν κυνικό και υπερβολικά επιδέξιο με τα χέρια πράκτορα της CIA που αναλαμβάνει να μεταφέρει την κόρη ενός πυρηνικού επιστήμονα (Vikander) από το Ανατολικό στο Δυτικό Βερολίνο. Ο επιστήμονας αυτός όμως έχει εξαφανιστεί, και θεωρείται πως βρίσκεται στα χέρια του θείου της κοπέλας και πως ο τελευταίος μαζί με ένα ραδιούργο αντρόγυνο Ιταλών (Luca Calvani και Elizabeth Debicki) τον υποχρεώνουν να φτιάξει ένα πανίσχυρο πυρηνικό όπλο. Μπροστά στην παγκόσμια απειλή, CIA και KGB αναγκάζονται να συνεργαστούν, με τους Ρώσους να στέλνουν έναν ικανότατο αλλά πεισματάρη πράκτορα (Hammer) μαζί με τον Αμερικανό πράκτορα και την κόρη του επιστήμονα για να εξαρθρώσουν τη σπείρα.

uncleΚαι μόνο η συνύπαρξη του Αμερικανού με το Ρώσο πράκτορα σε μια εποχή που οι χώρες τους βρίσκονταν πρακτικά σε εμπόλεμη κατάσταση εξασφαλίζει το χιούμορ που προανέφερα. Καυστικά σχόλια, εύστοχες ατάκες και παράξενες συμπεριφορές είναι στο ρεπερτόριο των Cavill και Hammer, με τους χαρακτήρες τους όμως τελικά να έρχονται πιο κοντά αφού συχνά ο ένας σώζει τη ζωή του άλλου. Από τις υπόλοιπες ερμηνείες ξεχωρίζει αυτή της Debicki στο ρόλο της σατανικής πλην γοητευτικής γυναίκας που βρίσκεται πίσω από την οργάνωση που απειλεί τον πλανήτη.

Το πανέξυπνο σενάριο που έγραψε ο Ritchie με τον Lionel Wigram και περιλαμβάνει, εκτός από χιούμορ, συναρπαστικές εναλλαγές και ανατροπές σε καθηλώνει στη θέση σου καθ΄όλη τη διάρκεια της ταινίας και αποτελεί το μεγάλο ατού της. Ο Ritchie φυσικά παίρνει πολύ καλό βαθμό και στη σκηνοθεσία, με μερικές σκηνές καταδίωξης να ανεβάζουν την αδρεναλίνη, ενώ η μουσική υπόκρουση στις σκηνές αυτές, αλλά και γενικότερα στη διάρκεια του έργου, είναι σχεδόν πάντα πετυχημένη.

Το φινάλε της ταινίας προϊδεάζει άμεσα για σίκουελ, και θα μας εκπλήξει πάρα πολύ αν αυτό δεν είναι έτοιμο στο σύντομο μέλλον. Η ταινία δεν αποτέλεσε τρομερή εισπρακτική επιτυχία αλλά έβγαλε άνετα το μπάτζετ της, ενώ Cavill και Hammer δείχνουν να έχουν την απαιτούμενη χημεία μεταξύ τους και να έχουν ταυτιστεί με τους ρόλους τους. Συνολικά, μια πολύ ικανοποιητική ταινία, ιδανική αν θέλετε να περάσετε ευχάριστα το χρόνο σας βλέποντας κάτι ταυτόχρονα αστείο και ενδιαφέρον.

3 Stars

Ο περισσότερος κόσμος έχει πάει διακοπές, αλλά εμείς είμαστε πιστοί στο καθήκον μας (ή απλώς δε μπορούμε να πάμε κι εμείς!). Η τελευταία ταινία του Αλ Πατσίνο με τίτλο Danny Collins, μια ταινία που αδίκως πέρασε στα ψιλά του κινηματογραφικού καλοκαιριού, είναι το θέμα αυτής της κριτικής.

Danny_Collins_Official_PosterΧώρα και έτος παραγωγής: ΗΠΑ, 2015
Διάρκεια: 106′
Είδος: Δραματική κωμωδία
Σκηνοθεσία: Dan Fogelman
Πρωταγωνιστούν: Al Pacino, Annette Bening, Jennifer Garner, Bobby Cannavale, Christopher Plummer
Mπάτζετ: 10 εκατομμύρια $
Έσοδα στο box-office: 7,5 εκατομμύρια $ (μέχρι σήμερα)

Ένας ηλικιωμένος ροκ σταρ (Πατσίνο) αποφασίζει να αλλάξει τη ζωή του όταν ανακαλύπτει ένα γράμμα που του είχε στείλει πριν 40 χρόνια ο μεγάλος Τζον Λένον.

Η πρώτη μου αντίδραση όταν έμαθα ότι γυρίστηκε καινούρια ταινία με πρωταγωνιστή τον Πατσίνο ήταν «καλά, ακόμα παίζει αυτός;». Και μάλλον δεν ήμουν ο μόνος. Όχι φυσικά πως δε συμπαθώ τον Πατσίνο, αντιθέτως έχω πολλάκις εκφράσει τη γνώμη μου πως πρόκειται για έναν από τους καλύτερους ηθοποιούς των τελευταίων 40-50 χρόνων. Αυτό που δεν περίμενα, όμως, είναι να δω τον 75χρονο πλέον Πατσίνο να παίζει σαν… 40άρης – έχοντας όμως πλήρη επίγνωση της ηλικίας του – χωρίς να έχει χάσει ίχνος όχι μόνο από το ταλέντο του, αλλά και από την ενέργεια και τη φρεσκάδα που τον χαρακτήρισαν στις μεγάλες ερμηνείες του.

Ο αειθαλής Αλ Πατσίνο ενσαρκώνει τον εκκεντρικό 70άρη ροκ σταρ Ντάνι Κόλινς.

Ο αειθαλής Αλ Πατσίνο ενσαρκώνει τον εκκεντρικό 70άρη ροκ σταρ Ντάνι Κόλινς.

Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή. Είναι προφανές πως ο ρόλος του Ντάνι Κόλινς, που ερμηνεύει ο Πατσίνο, ήταν εξαρχής κομμένος και ραμμένος στα μέτρα του. Ένας ηλικιωμένος ροκ σταρ που ζει έξαλλα με πολλά λεφτά, ναρκωτικά και πολύ μικρότερες γυναίκες συνειδητοποιεί πως δεν κάνει τίποτα ουσιαστικό με τη ζωή του, και αποφασίζει να ταξιδέψει μέχρι το New Jersey για να γνωρίσει τον οικογενειάρχη πια γιο του (Cannavale), τον οποίο δε γνώρισε ποτέ και ο οποίος, ενώ αρχικά τον απεχθάνεται, σταδιακά θα εκτιμήσει την αλλαγή του πατέρα του και ο ένας θα βοηθήσει τον άλλο. Κι επειδή Πατσίνο χωρίς λίγο χιούμορ δε γίνεται, ο Ντάνι επιλέγει ως τόπο διαμονής του το τοπικό Χίλτον, όπου θα διεκδικήσει επίμονα το ενδιαφέρον της – πιο κοντινής ηλικιακά – διευθύντριας του ξενοδοχείου (Bening), βοηθώντας ταυτόχρονα και το υπόλοιπο προσωπικό, με τον τρόπο του φυσικά…

Απ” την παρουσία του Πατσίνο λοιπόν και μόνο, και το έξυπνο και ανάλαφρο – αν και ουδόλως ευφάνταστο ή πρωτότυπο – σενάριο του πρωτάρη σκηνοθέτη Dan Fogelman, η ταινία βλέπεται ευχάριστα. Αυτό που την ανεβάζει ένα επίπεδο ακόμη όμως, είναι οι έξοχοι ηθοποιοί που πλαισιώνουν τον 75χρονο σταρ. Μια φρέσκια και ευχάριστη Annette Bening, που στα 57 της χρόνια δείχνει να μην έχει χάσει τη σπιρτάδα της, κι ο αναγεννημένος… νέος (στα 86 του παρακαλώ, πρόσφατα βραβευμένος με Όσκαρ) Christopher Plummer αποδεικνύουν, μαζί με τον Πατσίνο, πως μια ταινία δε χρειάζεται να σφύζει από νιάτα για να είναι ευχάριστη. Περιμέναμε περισσότερα από την Jennifer Garner στο ρόλο της νύφης του Πατσίνο, ικανοποιητικός αλλά χωρίς να κάνει τη διαφορά ο Cannavale στο ρόλο του συζύγου της και αποξενωμένου γιου του πρωταγωνιστή. Δεδομένης και της απειρίας του σκηνοθέτη-σεναριογράφου, οι ηθοποιοί ήταν αυτοί που έπρεπε να κάνουν τη διαφορά, και σε γενικές γραμμές το κατάφεραν. Πολύ καλή επίσης η ισορροπία της ταινίας μεταξύ χιούμορ και συγκίνησης, με εξαίρεση κάποιες μελοδραματικές παρεκκλίσεις στο φινάλε.

Ο Dan Fogelman έκατσε για πρώτη φορά στην καρέκλα του σκηνοθέτη, με αρκετή επιτυχία.

Ο Dan Fogelman έκατσε για πρώτη φορά στην καρέκλα του σκηνοθέτη, με αρκετή επιτυχία.

Συνολικά, όταν κάποιος σε λίγα χρόνια θα κοιτάζει τη φιλμογραφία του Αλ Πατσίνο, δύσκολα θα σταματήσει στον Danny Collins όταν θα δει τόσα και τόσα αριστουργήματα που μας έχει χαρίσει ο μεγάλος αυτός ηθοποιός (και από τα οποία το έργο αντιγράφει αρκετά τόσο στο σενάριο όσο και στο υποκριτικό στιλ). Καλό θα ήταν να ρίξει μια ματιά όμως, για να δει πόσο καλά μπορεί να παίξει ο άνθρωπος αυτός έχοντας μπει για τα καλά στην 8η δεκαετία της ζωής του, και μάλιστα χωρίς να είναι υποχρεωτικά… γέρος (θα μπορούσαμε να πούμε πως θυμίζει κάτι από Τζακ Νίκολσον στο Κάλλιο Αργά Παρά Αργότερα, καθώς και από τον εαυτό του στο Άρωμα Γυναίκας). Η ταινία δεν πρόκειται να διεκδικήσει βραβεία ούτε να κερδίσει τις καρδιές του κοινού – κάτι που αποδείχθηκε από την αποτυχία της στο box office – αλλά πιστεύω πως αξίζει περισσότερης προσοχής από την ελάχιστη που έλαβε. Όσο για το νεαρό σκηνοθέτη και σεναριογράφο Dan Fogelman, ακόμη δεν έχει φτάσει σε υψηλό επίπεδο αλλά, με μια καλή έμπνευση και το σωστό καστ να τον πλαισιώνει, έχει δυνατότητες για πολύ αξιόλογα πράγματα. Εμείς κρατάμε τη χαριτωμένη αυτή πρώτη ταινία του, και ελπίζουμε σε ακόμη καλύτερες παραγωγές στο μέλλον…

Με αφορμή την επικείμενη κυκλοφορία της 53ης (!) ταινίας του Γούντι Άλεν με τίτλο Irrational Man, το Cinema Therapy θυμάται τις 5 τελευταίες ταινίες του αειθαλή δημιουργού, που όλες επίσης κυκλοφόρησαν καλοκαίρι.

Ο Άλεν στην ταινία To Rome with Love, την τελευταία μέχρι σήμερα που εμφανίζεται ως ηθοποιός.

Ο Άλεν στην ταινία To Rome with Love, την τελευταία μέχρι σήμερα που εμφανίζεται ως ηθοποιός.

Το σύστημα «κάθε χρόνο μια ταινία» που εφαρμόζει εδώ και αρκετά χρόνια ο Άλεν έχει αποδεχθεί άκρως αποτελεσματικό (εφόσον αντέχει την πίεση, φυσικά) και έχει δημιουργήσει μια ετήσια ρουτίνα εδώ και τουλάχιστον 5 χρόνια. Κάθε χρόνο, δηλαδή, ξέρουμε πως η καινούρια ταινία του Άλεν θα παίξει πρώτη φορά το Μάιο στις Κάννες, θα προβληθεί στις ΗΠΑ κατά τον Ιούλιο, στην Ελλάδα λίγο μετά, θα συγκεντρώσει καλύτερες κριτικές στην Ευρώπη απ΄ ότι στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού και ίσως διεκδικήσει και κανένα Όσκαρ τον επόμενο Φεβρουάριο. Αυτός είναι κι ένας λόγος που διαλέξαμε να σας παρουσιάσουμε τις πέντε τελευταίες ταινίες του, καθώς από το 2010 κι έπειτα είναι που ο Άλεν ακολουθεί κάθε χρόνο την ίδια γραμμή, στο παρελθόν είχε επιχειρήσει διάφορα. Ο σημαντικότερος λόγος, όμως, είναι πως από το 2010 και μετά το στιλ του Άλεν άλλαξε, μετά τις επιτυχίες του στα τέλη των 2000’s (Match Point, Scoop, Vicky Christina Barcelona) και παραμένει ίδιο από τότε: ανάλαφρο, νοσταλγικό και συνήθως με μια έντονη δόση ρομαντισμού. Κάθε ταινία είναι γυρισμένη σε διαφορετική πόλη (Λονδίνο, Παρίσι, Ρώμη, Σαν Φρανσίσκο, Νότια Γαλλία) και αναδεικνύει τις ομορφιές της, ενώ οι διάλογοι έχουν γίνει αρκετά πιο ήρεμοι συγκριτικά με τους φρενήρεις ρυθμούς που ακολουθούσαν σε παλαιότερες ταινίες του δημιουργού. Φυσικά, όμως, αυτές οι 5 ταινίες μόνο ίδιες δεν είναι. Θα το διαπιστώσετε κι εσείς στις γραμμές που ακολουθούν…

Για το συνολικό έργο και τις σπουδαιότερες ταινίες του μεγάλου Γούντι Άλεν μπορείτε να συμβουλευτείτε το εκτενές αφιέρωμα που είχαμε γράψει παλαιότερα.

Θα συναντήσεις έναν ψηλό, μελαχρινό άγνωστο (You Will Meet a Tall Dark Stranger, 2010)

2 Stars

220px-You_will_meet_a_tall_dark_stranger_ver3Διάρκεια: 100΄
Είδος: Κωμωδία, δράμα
Πρωταγωνιστούν: Antonio Banderas, Josh Brolin, Naomi Watts, Anthony Hopkins
Υπόθεση: Οι γονείς της Σάλι (Watts) χωρίζουν όταν ο πατέρας της (Hopkins) περνά κρίση ηλικίας και παντρεύεται μια πόρνη πολυτελείας. Η Σάλι αντιμετωπίζει προβλήματα τώρα και με το δικό της γάμο, ενώ κι άλλες ιστορίες αναπτύσσονται παράλληλα.

Με τον Ψηλό Μελαχρινό Άγνωστο ο Άλεν αποφάσισε να κόψει τους δικούς του δεσμούς με την κερδοφόρο για τον ίδιο δεκαετία του 2000, γυρίζοντας για τέταρτη και τελευταία φορά μέχρι σήμερα την ταινία του στο Λονδίνο και χρησιμοποιώντας ένα ενδιαφέρον ensemble cast με παράλληλες ιστορίες να αναπτύσσονται έχοντας όλες όμως ως συνδετικό κρίκο μια αστική οικογένεια. Η προσπάθειά του όμως δυστυχώς κατέληξε σε αποτυχία, καθώς η ταινία αδυνατεί να προκαλέσει γέλιο, συγκίνηση, δράση ή οτιδήποτε άλλο υποτίθεται πως πρέπει να προκαλεί μια καλή ταινία. Μένουν μόνο οι ικανοποιητικές ερμηνείες κυρίως από τους Hopkins και Watts και ορισμένες σεναριακές εκλάμψεις-ανατροπές από πλευράς Άλεν, που αδυνατούν να διασώσουν το μέτριο και αδιάφορο σύνολο. Η τελευταία (μέχρι στιγμής, τουλάχιστον) αποτυχία του δημιουργού.

Μεσάνυχτα στο Παρίσι (Midnight in Paris, 2011)

4 Stars

215px-Midnight_in_Paris_PosterΔιάρκεια: 94΄
Είδος: Ρομαντική κομεντί, φαντασίας
Πρωταγωνιστούν: Owen Wilson, Adrien Brody, Rachel McAdams, Marion Cotillard, Kathy Bates
Υπόθεση: Ένας μάλλον απογοητευμένος Αμερικάνος συγγραφέας ταξιδεύει με τη μνηστή του στο Παρίσι, όπου μυστηριωδώς μεταφέρεται κάθε βράδυ στη δεκαετία του 1920 και γνωρίζει διάσημα πρόσωπα της εποχής.

Το ιδανικό «ριμπάουντ» για τον Άλεν μετά την προηγούμενη αποτυχία του, με μια ταινία που κυριολεκτικά τα έχει όλα και δικαίως τιμήθηκε με Όσκαρ Πρωτότυπου Σεναρίου. Εξαιρετικές εμπνεύσεις από τον Άλεν, άκρως νοσταλγική και όμορφη σκηνοθεσία που αναδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο τα αξιοθέατα της μαγευτικής Πόλης του Φωτός στις αρχές του 20ού αιώνα, στη δεκαετία του 1920 και στο σήμερα, και ικανοποιητικές ερμηνείες από ακόμη ένα ensemble cast με έξοχους ηθοποιούς (ίσως μπορούσε καλύτερα ο πρωταγωνιστής Owen Wilson). Το γεγονός πως η τότε πρώτη κυρία της Γαλλίας Carla Bruni δέχτηκε να παίξει ένα μικρό ρόλο στην ταινία αποδεικνύει την επιρροή του σκηνοθέτη στο καλλιτεχνικό και όχι μόνο στερέωμα. Μάλλον η καλύτερη ταινία του στην τελευταία δεκαετία.

Στη Ρώμη με Αγάπη (To Rome with Love, 2012)

3 Stars

220px-To_rome_with_love_ver2Διάρκεια: 112΄
Είδος: Ρομαντική κωμωδία
Πρωταγωνιστούν: Alec Baldwin, Woody Allen, Penelope Cruz, Roberto Benigni, Jesse Eisenberg
Υπόθεση: Διαφορετικές ιστορίες αναπτύσσονται ανάμεσα σε τουρίστες και κατοίκους στην πόλη της Ρώμης, συχνά με μια νότα «ρεαλιστικής μαγείας».

Είδαμε πως ο Γούντι είχε μια αγάπη για τις ταινίες με ensemble cast, χωρίς κεντρικό πρωταγωνιστή και με κύριο στόχο να περάσει ένα κοινό νόημα μέσα από διαφορετικές ιστορίες. Αυτό ακριβώς είναι το Στη Ρώμη με Αγάπη, μια ταινία χωρίς κεντρικό χαρακτήρα, χωρίς ιδιαίτερη συνοχή αλλά με έναν χαλαρό και ανάλαφρο ρυθμό που δίχως αμφιβολία είναι τουλάχιστον ευχάριστος. Η συμμετοχή του ίδιου του Άλεν στο καστ κρίνεται ενδιαφέρουσα, ο Ρομπέρτο Μπενίνι φροντίζει να σκορπίσει γέλιο σχεδόν σε κάθε σκηνή που εμφανίζεται, πολύ καλός και ο γνωστός ως… Mark Zuckerberg (από το φιλμ The Social Network) Jesse Eisenberg, αλλά και οι παλιές καραβάνες Alec Baldwin και Penelope Cruz. Πραγματικός πρωταγωνιστής του έργου όμως δεν είναι άλλος από την ίδια την Αιώνια Πόλη, που αντικατοπτρίζει την αγάπη του Άλεν να σκηνοθετεί κάθε ταινία σε διαφορετικό μέρος και να αναδεικνύει τις ομορφιές του, καθώς και από αυτή τη ρεαλιστική μαγεία που ανέφερα προηγουμένως (επεξήγηση του όρου εδώ) που καλείσαι να αφεθείς να σε συναρπάσει. Μια ωραία ταινία, γυρισμένη καθαρά σε Ευρωπαϊκό στιλ, γι΄ αυτό ίσως και δεν άρεσε στις ΗΠΑ.

Σε μια από τις πιο αστείες σκηνές της ταινίας, ο χαρακτήρας του Μπενίνι διαπιστώνει πως για αδιευκρίνιστο λόγο όλοι νομίζουν πως είναι ο διάσημος… Leopoldo Pisanello, με ξεκαρδιστικές συνέπειες.

Θλιμμένη Τζάσμιν (Blue Jasmine, 2013)

3,5 Stars

220px-Blue_Jasmine_posterΔιάρκεια: 99΄
Είδος: Ρομαντικό δράμα
Πρωταγωνιστούν: Cate Blanchett, Sally Hawkins, Alec Baldwin
Υπόθεση: Μια κοσμική Νεοϋορκέζα αναγκάζεται να καταφύγει στην απλοϊκή αδερφή της στο Σαν Φρανσίσκο, αλλά η συμβίωση με την τελευταία και τον μάλλον άξεστο αρραβωνιαστικό της μόνο εύκολη δε θα αποδειχτεί.

Λονδίνο, Παρίσι, Ρώμη, σαν πολύ δεν περιπλανήθηκε ο Άλεν; Επιστροφή στις ρίζες λοιπόν, αν και η συγκεκριμένη ταινία είναι γυρισμένη όχι στην αγαπημένη του Νέα Υόρκη αλλά στη δυτική ακτή και το Σαν Φρανσίσκο. Για να γίνει ακόμα πιο «αμερικάνικη» η Θλιμμένη Τζάσμιν, ο Άλεν επέλεξε να προσαρμόσει στα δεδομένα του, αλλά και αυτά της σύγχρονης εποχής, ένα απ΄ τα λαμπρότερα διαμάντια της αμερικανικής τέχνης, το θρυλικό Λεωφορείον ο Πόθος του Τενεσί Γουίλιαμς. Το μεγάλο του κατόρθωμα, όμως, είναι πως κατάφερε να δημιουργήσει ένα πολύ πιο ευχάριστο, ανάλαφρο και μερικές φορές κωμικό έργο χωρίς να αλλοιώσει σε μεγάλο βαθμό τις αρχές και το νόημα του αριστουργήματος του Γουίλιαμς, που δεν πιστεύω πως θα ενοχλούνταν αν ζούσε κι έβλεπε την ταινία. Ειδικά όταν θα έβλεπε την εκπληκτική ερμηνεία της Κέιτ Μπλάνσετ (που βραβεύτηκε με Όσκαρ) που ενσάρκωσε τη σύγχρονη έκδοση της Blanche Dubois μ΄ έναν τρόπο που θα ζήλευε και η αυθεντική κινηματογραφική Blanche Βίβιαν Λι (που επίσης είχε κερδίσει Όσκαρ για την ερμηνεία της). Με την ταινία αυτή, ο Άλεν απλά απέδειξε πως ό,τι και να ΄χει στα χέρια του, μπορεί να το μετατρέψει σε κάτι που και αξιόλογο θα είναι και θα φέρει την προσωπική του σφραγίδα.

Μαγεία στο Σεληνόφως (Magic in the Moonlight, 2014)

3 Stars

Magic_in_the_Moonlight_posterΔιάρκεια: 97΄
Είδος: Ρομαντική κομεντί
Πρωταγωνιστούν: Colin Firth, Emma Stone, Hamish Linklater
Υπόθεση: Ένας ρεαλιστής ταχυδακτυλουργός έρχεται στη Νότια Γαλλία της δεκαετίας του ’20 για να ξεσκεπάσει μια νεαρή κοπέλα που παρουσιάζεται ως μέντιουμ, αλλά σύντομα θα δυσκολευτεί να ξεχωρίσει τη μαγεία από την πραγματικότητα.

Επιστρέφοντας στην Ευρώπη, στη δεκαετία του ’20 και τις μαγευτικές ακτές της Κυανής Ακτής, ο Άλεν απέδειξε με την ταινία του αυτή αυτό που έθεσα προηγουμένως, ότι δηλαδή μπορεί να φτιάξει μια αξιόλογη ταινία με οποιοδήποτε υλικό. Εδώ, πάντως, δυσκόλεψε πολύ τον εαυτό του, επιλέγοντας να… γεμίσει το έργο με όλα τα ρομαντικο-ανάλαφρα κλισέ που υπάρχουν, αφήνοντας λίγα περιθώρια για ανατροπές (με εξαίρεση το φινάλε) και δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για μια γλυκανάλατη… ανοησία. Κι όμως, κατάφερε απ΄ όλο αυτό να φτιάξει μια άκρως ευχάριστη και χαριτωμένη ταινία, βασιζόμενος στους εξαιρετικούς πρωταγωνιστές Colin Firth και Emma Stone και στις δικές του σκηνοθετικές και σεναριακές «πινελιές». Το μήνυμα του Άλεν, που το ΄χουμε δει και σ΄ άλλα έργα του, είναι πως δεν έχει σημασία αν υπάρχει μαγεία και θαύματα ή όχι στον κόσμο μας, σημασία έχει πως μπορούμε και πρέπει να τα φτιάξουμε εμείς. Η αιώνια μάχη μεταξύ ρεαλισμού και ιδεαλισμού καταλήγει χωρίς νικητή (είπαμε, ο Γούντι χρησιμοποιεί «μαγικό ρεαλισμό») και το αποτέλεσμα σ΄ αφήνει μ΄ ένα πλατύ χαμόγελο, όποια κι αν είναι η δική σου πεποίθηση.

Η αφίσα της νέας ταινίας του Γούντι Άλεν

Η αφίσα της νέας ταινίας του Γούντι Άλεν

Τι να περιμένουμε λοιπόν από τη νέα ταινία του Γούντι Άλεν; Οι πρώτες κριτικές είναι μάλλον ανάμικτες, αλλά σίγουρα έχουμε στα χέρια μας μια πιο σοβαρή ταινία από τις προηγούμενες, με αρκετό μυστήριο και χωρίς εντυπωσιακά πλάνα από μεγάλες πόλεις (η ταινία γυρίστηκε στην ταπεινή πόλη Νιούπορτ του Rhode Island). Με πρωταγωνιστές την Έμα Στόουν, που τείνει στα 27 της να εξελιχθεί σε νέα μούσα του Άλεν, και τον ικανότατο Χοακίν Φίνιξ, και φυσικά την υπογραφή του αειθαλή δημιουργού σε σκηνοθεσία και σενάριο, προϋποθέσεις υπάρχουν. Δε νομίζω ότι κανείς περιμένει να δει κάποιο αριστούργημα όταν κυκλοφορήσει η ταινία, αλλά πιθανότατα θα είναι, για άλλη μια φορά, ένας ωραίος τρόπος να περάσεις 96 λεπτά από τη ζωή σου. Θα το μάθουμε σίγουρα από τις 27 Αυγούστου…

3,5 Stars

Υπήρχε περίπτωση να πάμε διακοπές, ως σοβαρή και επαγγελματική συντακτική ομάδα του Cinema Therapy, και να δούμε μόνο μία ταινία; Φυσικά και όχι! Σας έχουμε και δεύτερη ανάλυση λοιπόν, αυτή τη φορά μιας πολύ αξιόλογης κωμωδίας που κυκλοφόρησε πριν λίγους μόλις μήνες.

2015_Focus_film_posterΧώρα και έτος παραγωγής: ΗΠΑ, 2015
Διάρκεια: 104′
Είδος: Ρομαντική κωμωδία, μυστηρίου
Σκηνοθεσία: Glenn Ficarra & John Requa
Πρωταγωνιστούν: Will Smith, Margot Robbie, Rodrigo Santoro
Μπάτζετ: 50,1 εκατομμύρια $
Έσοδα στο box office (μέχρι σήμερα): 154 εκατομμύρια $

Ένας επαγγελματίας απατεώνας έχει σχεδιάσει λεπτομερώς μια μεγάλη επιχείρηση στο Μπουένος Άιρες, αλλά η εμφάνιση μιας μοιραίας γυναίκας της οποίας υπήρξε μέντορας πριν εγκαταλείψει τρία χρόνια πριν απειλεί τα σχέδιά του.

Όπως και ο Νυχτερινός Ανταποκριτής, τον οποίο αναλύσαμε πρόσφατα, η ταινία των όχι και τόσο καταξιωμένων σκηνοθετών Ficarra και Requa βασίζεται σε δύο στοιχεία: το πανέξυπνο, πρωτότυπο, απρόβλεπτο σενάριο (το οποίο και εδώ υπογράφουν οι ίδιοι οι σκηνοθέτες) και τις ερμηνείες των πρωταγωνιστών (στη συγκεκριμένη περίπτωση, κυρίως του Smith και λιγότερο της Robbie). Αποτέλεσμα αυτών είναι μια ευχάριστη και γεμάτη χιούμορ αλλά και σασπένς κωμωδία, με σοβαρές και αστείες σκηνές να εναλλάσσονται πριν προλάβεις να το καταλάβεις, όπως περίπου και στο επιτυχημένο φετινό spy-film Kingsman.

Οι απατεώνες Nicky (Smith) και Jess (Robbie) κρατούν στα χέρια τους δυο εισιτήρια του Superbowl της Νέας Ορλεάνης

Οι απατεώνες Nicky (Smith) και Jess (Robbie) κρατούν στα χέρια τους δυο εισιτήρια του Superbowl της Νέας Ορλεάνης

Ας μιλήσουμε λίγο για το σενάριο. Θα μπορούσαμε να το αναλύσουμε συγκρίνοντάς το με άλλες ταινίες των οποίων δείχνει να χρησιμοποιεί κομμάτια για να φτιάξει το «παζλ», ένα πολύ επιτυχημένο παζλ, όπως αναφέραμε προηγουμένως. Κατ΄ αρχήν, για την παρουσία της πανέμορφης, πλην περιορισμένων υποκριτικών δυνατοτήτων, Margot Robbie και μόνο, το μυαλό μας πάει αμέσως στο Λύκο της Wall Street (2013). Η εκθαμβωτική 25χρονη Αυστραλέζα δεν είναι όμως η μοναδική ομοιότητα μεταξύ του έργου του Σκορτσέζε και του Focus, καθώς υπάρχει κι ακόμα ένας πολύ παρόμοιος χαρακτήρας. Όπως τότε, έτσι κι εδώ, ο καλύτερος φίλος του πρωταγωνιστή (ο οποίος έχει ή θέλει να αποκτήσει σχέση με τη Robbie) είναι ένας μάλλον εύσωμος, φαλλοκράτης, κάφρος, ίσως και γλοιώδης τύπος (στο Λύκο ο Jonah Hill, εδώ ο Adrian Martinez). Το τελευταίο τέταρτο της ταινίας θυμίζει έντονα το γουέστερν Maverick (1994) με τους Μελ Γκίμπσον και Τζόντι Φόστερ, τόσο στο στήσιμο όσο και στις ανατροπές, αλλά δε θα αποκαλύψω περισσότερα γιατί θα αποτελεί spoiler. Για τους πιο ψαγμένους κινηματογραφικά, τέλος, ομοιότητες εντοπίζονται μεταξύ του φιλμ και του κλασικού φιλμ νουάρ Gilda (1946), όσο κι αν ακούγεται περίεργο. Ένας γοητευτικός άνδρας και μια μοιραία γυναίκα, μετά από ένα μυστηριώδες παρελθόν στις ΗΠΑ, ξανασυναντιούνται τυχαία (;) στο Μπουένος Άιρες υπό πολύ παρόμοιες συνθήκες. Σύμπτωση; Μας είναι αδιάφορο. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι πως το σενάριο είναι εξαιρετικά στημένο, με σωστή αναλογία χιούμορ, δράσης και σασπένς.

_85C7769.dng

Πάμε και στις ερμηνείες τώρα. Το ταλέντο του Will Smith, ιδιαίτερα στην κωμωδία, δε χρειαζόταν να δούμε αυτήν την ταινία για να το μάθουμε. Από την κωμική σειρά Ο Πρίγκιπας του Bel Air μέχρι τη συμμετοχή του σε πιο σοβαρές ταινίες όπως Το Κυνήγι της Ευτυχίας, ο 47χρονος έγχρωμος ηθοποιός μας έχει αποδείξει την ευρεία γκάμα ρόλων στους οποίους μπορεί να αποδώσει με πειστικό και ευχάριστο τρόπο, και το ίδιο κάνει κι εδώ. Γοητευτικός, αστείος, ικανότατος, πανέξυπνος, άλλες φορές ψυχρός και κυνικός και άλλοτε ρομαντικός και μυστηριώδης, ακόμη και ευάλωτος. Πολύ δυνατή ερμηνεία από τον Smith, ανεβάζει αρκετά το επίπεδο του έργου. Στο πλευρό του η Margot Robbie, που θεωρήθηκε το «next big thing» μετά το Λύκο της Wall Street, μας επιδεικνύει την τρομερή ομορφιά της με μια ερμηνεία αρκετά ανάλαφρη. Δε μπορεί να επωμιστεί το ρόλο της femme fatale, αλλά ίσως και να μη χρειαζόταν. Δεν έχει σε καμιά περίπτωση οσκαρικές δυνατότητες, αλλά μπορεί να γίνει μια πολύ καλή ηθοποιός σε παρόμοιους ρόλους. Το υπόλοιπο καστ κάνει καλά τη δουλειά του, ιδιαίτερα ο Adrian Martinez που αναφέραμε πριν αλλά και η έκπληξη του τελευταίου μισάωρου, ο Gerald McRaney, ο χαρακτήρας του οποίου και οι ανατροπές που μας επιφυλάσσει κερδίζουν τις εντυπώσεις στο φινάλε.

Σαν femme fatale μιας άλλης εποχής, η Jess (Robbie) επανεμφανίζεται με επιβλητικό τρόπο στη ζωή του Nicky (Smith), στο Μπουένος Άιρες

Σαν femme fatale μιας άλλης εποχής, η Jess (Robbie) επανεμφανίζεται με επιβλητικό τρόπο στη ζωή του Nicky (Smith), στο Μπουένος Άιρες

Φυσικά, η ταινία έχει και τις αδυναμίες της. Η πρώτη είναι η μάλλον άνευρη και αδιάφορη σκηνοθεσία των Ficarra και Requa, που με λίγες εξαιρέσεις αδυνατούν να εκμεταλλευτούν στο έπακρο τις δυνατότητες του σεναρίου που οι ίδιοι έγραψαν. Δε φαίνεται κακή η σκηνοθεσία – και δεν είναι – αλλά αδυνατεί να προσθέσει το δικό της μερίδιο στην επιτυχία της ταινίας. Μια δεύτερη αδυναμία είναι πως μερικές φορές η ταινία ακροβατεί επικίνδυνα μεταξύ σοβαρού και αστείου, με το θεατή να αδυνατεί να ξεχωρίσει το χιούμορ απ΄ την πραγματικότητα, καθώς καλείται να μεταπηδήσει γρήγορα απ΄ τη μια κατάσταση στην άλλη. Όταν βλέπεις την ταινία μπορεί και να σου φανεί ξεκαρδιστικό και ευχάριστο, αλλά γι΄ αυτό χρειάζεται μεγάλη παρακολούθηση, αλλιώς μπορεί να χαθείς.

Ψιλά γράμματα, βέβαια. Συνολικά, το έργο υπερέβη κατά πολύ τις προσδοκίες που είχα πριν πάω να το δω, όταν και περίμενα – στην καλύτερη περίπτωση – μια ευχάριστη χαζοκωμωδία. Έγινε πολύ καλή δουλειά, όμως, και έχουμε μπροστά μας μια ταινία γεμάτη ανατροπές, ατάκες που «έγραψαν», και αποκαλύψεις που σε αφήνουν με ανοιχτό το στόμα, τουλάχιστον μέχρι να έρθουν νέες αποκαλύψεις που ακυρώνουν τις προηγούμενες… Ειδικά τώρα που είναι καλοκαίρι, και το κινηματογραφικό μας γούστο γίνεται αναπόφευκτα πιο ανάλαφρο, η ταινία μοιάζει ένας υπέροχος τρόπος να περάσετε 104 λεπτά από τη ζωή σας. Ειδικά με (καλή) παρέα…

Ελάχιστοι άνθρωποι επηρέασαν τόσο την πορεία της έβδομης τέχνης όσο ο Γούντι Άλεν, ένας άνθρωπος που έχει σκηνοθετήσει 45 ταινίες, ενώ έχει συμμετάσχει σε πολλές ακόμη ως σεναριογράφος, ηθοποιός και παραγωγός. Η καριέρα του καλύπτει έξι δεκαετίες, και στο συγκεκριμένο αφιέρωμα θα σας παρουσιάσουμε μια χαρακτηριστική ταινία από κάθε δεκαετία, για να πάρετε μια μικρή γεύση για το σύνολο του έργου αυτού του τεράστιου δημιουργού.

Ωραίο πάντως, δεν τον λες...

Ωραίο πάντως, δεν τον λες…

Ο Allan Stewart Konigsberg (ναι, αυτό είναι το πραγματικό του όνομα!) γεννήθηκε το 1935 στη Νέα Υόρκη, μια πόλη την οποία αγαπά ακόμη και σήμερα όσο τίποτε άλλο, και εκεί διαδραματίζεται η πλειοψηφία των ταινιών του. Τη δεκαετία του 1950 ξεκίνησε να γράφει κωμικά γκαγκ για το θέατρο και την τηλεόραση, ενώ στη συνέχεια ήταν αρκετά επιτυχημένος στη stand up κωμωδία, χάρη στα έξυπνα παιχνίδια με τις λέξεις και την επικοινωνία του με το κοινό. Η πρώτη του επαφή με το σινεμά ήρθε το 1965, όταν και έγραψε το σενάριο για την κωμωδία What’s New Pussycat, με τον Peter Sellers. Απογοητευμένος από τον τρόπο που το σενάριο του πήρε σάρκα και οστά, αποφάσισε να σκηνοθετεί από εκεί και πέρα τις ταινίες των οποίων θα έγραφε τα σενάρια, όποτε τουλάχιστον αυτό ήταν δυνατό, και άρχισε το 1966 με την πρώτη ταινία του ως σκηνοθέτης, με τίτλο What’s Up, Tiger Lily?. Στα τέλη των 60΄s ο Allen εκμεταλλεύτηκε την κατάργηση της χολιγουντιανής λογοκρισίας και το θρίαμβο του αντισυμβατικού Νέου Χόλιγουντ για να δημιουργήσει μια σειρά κωμωδιών με άναρχους διαλόγους, συχνά με θέματα-ταμπού όπως το σεξ και ο θάνατος, με ταινίες όπως Ζητείται Εγκέφαλος για Ληστεία (1969), Bananas (1971) και Ο Ειρηνοποιός (1975), η τελευταία με τη μόνιμη συνεργάτιδά του τα επόμενα χρόνια Diane Keaton. Η πρώτη του συνεργασία με την τελευταία είναι η πρώτη ταινία που ο Allen έδειξε την αγάπη του για τη Χρυσή Εποχή του Χόλιγουντ, και το σινεμά γενικότερα, και είχε τίτλο Play it Again, Sam (από τη διάσημη ατάκα της Καζαμπλάνκα, γύρω από την οποία περιστρέφεται το φιλμ). Στα τέλη των 70΄s ο Allen με τη Diane Keaton γύρισαν δυο απ΄ τις πιο επιτυχημένες ρομαντικές κομεντί όλων των εποχών, το Νευρικό Εραστή (Όσκαρ Σκηνοθεσίας για τον Allen, 1977) και το Μανχάταν (1979). Κάπου εκεί ξεκίνησε και η συνήθεια του Allen να γυρίζει «μια ταινία τη χρονιά», που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Η δεκαετία του ΄80 ήταν επίσης επιτυχημένη για τον Allen, με επιτυχίες όπως Το Πορφυρό Ρόδο του Καϊρου (1985), Hannah and Her Sisters (1986) και Crimes and Misdeamenors (1989), όλες με τη νέα μούσα του, Mia Farrow. Η εποχή της κωμωδίας αποτελούσε παρελθόν για το δημιουργό και όλες οι προαναφερθείσες ταινίες είναι περισσότερο σοβαρές και δραματικές, αν και μια δόση ανάλαφρου και συνάμα πικρού χιούμορ πάντα υπάρχει. Η δεκαετία του ΄90 και οι αρχές του 21ου αιώνα ήταν μάλλον η λιγότερο επιτυχημένη εποχή στην καριέρα του Allen, ο οποίος δοκίμασε την τύχη του στην κωμωδία (Ακαταμάχητη Αφροδίτη, 1995), στα δράματα (Celebrity, 1998), ακόμη και στο μιούζικαλ (Όλοι Λένε Σ΄ Αγαπώ, 1996), αλλά ακόμη και οι πιο ποιοτικές ταινίες του ήταν σχετικά μέτριες μπροστά στο προηγούμενο έργο του. Δεν άργησε όμως να βρει τη φόρμα του, με τρεις εξαιρετικές ταινίες στα μέσα και τέλη των 2000΄s, όλες με τη Σκάρλετ Γιόχανσον: Match Point (2005), ίσως η πιο σοβαρή και «σκοτεινή» ταινία του, Scoop (2006), μια κωμωδία που θυμίζει τα πρώτα του βήματα και Vicky, Christina, Barcelona (2008), μια ταινία που αναδεικνύει τις ομορφιές της Ισπανίας, αλλά και της Γιόχανσον μαζί με την Πενέλοπε Κρουζ. Ασταμάτητος και ακούραστος συνεχίζει να γυρίζει ταινίες, και η πιο επιτυχημένη του τα τελευταία χρόνια ήταν τα Μεσάνυχτα στο Παρίσι (2011), μια από τις πολλές νοσταλγικές ταινίες του, που του χάρισε το τέταρτο συνολικά Όσκαρ. Λόγω της μεγάλης παραγωγικότητάς του, δύσκολα θα βρεις άλλον δημιουργό να μας έχει χαρίσει τόσες επιτυχίες, και από πολλά διαφορετικά είδη (παρότι τα μοτίβα του γενικά επαναλαμβάνονται). Μόλις έξι από αυτές θα παρουσιάσουμε εδώ (μία από κάθε δεκαετία), αλλά διαλέξαμε αυτές που θεωρήσαμε αντιπροσωπευτικές, και θα σας κάνουν να «μπείτε στο νόημα» του τι ακριβώς σημαίνει μια ταινία του Γούντι Άλεν. Αν υπάρχει τέτοιο…

Σκηνοθέτης όλων των παρακάτω ταινιών είναι ο Woody Allen, εκτός αν αναφέρεται διαφορετικά.

Ζητείται Εγκέφαλος για Ληστεία (Take the Money and Run, 1969)

4s

220px-Original_movie_poster_for_the_film_Take_the_Money_and_Run

Διάρκεια: 85΄
Είδος: Κωμωδία
Πρωταγωνιστούν: Woody Allen, Janet Margolin, Louise Lasser
Υπόθεση: Η ζωή και το έργο ενός ατζαμή και αδέξιου ληστή τραπεζών (και όχι μόνο).

Όπως ήδη αναφέραμε, τα πρώτα βήματα του Allen έγιναν στην κωμωδία, και συγκεκριμένα σ΄ ένα καθαρά δικό του είδος κωμωδίας, που συνδύαζε το visual χιούμορ των κινουμένων σχεδίων με τους παράδοξα παλαβούς διαλόγους (είναι παράδοξα παλαβοί, γιατί, σε αντίθεση μ΄ αυτούς δημιουργών όπως ο Mel Brooks και οι Monty Python, φαίνεται αρχικά να έχουν λογική, μέχρι που σιγά σιγά συνειδητοποιείς πως δε βγαίνει νόημα). Η καλύτερη κωμωδία τέτοιου είδους που έφτιαξε είναι τούτη δω, με τον ίδιο να πρωταγωνιστεί στο ρόλο ενός επίδοξου ληστή, κυρίως τραπεζών, που μπαινοβγαίνει στις φυλακές και ζει μέσα στον κίνδυνο, αλλά, ενώ όλοι τον θεωρούν ικανότατο και επιτήδειο, στην πραγματικότητα είναι τελείως ανίδεος και ατζαμής. Η αφήγηση γίνεται σε στιλ ψευδο-ντοκιμαντέρ (mockumentary), με τους υποτιθέμενους γονείς του ήρωα να φορούν ψεύτικα μουστάκια και γυαλιά γιατί ντρέπονται για το γιο τους, έναν ψυχίατρο να προσπαθεί να αναλύσει το χαρακτήρα λέγοντας ασυναρτησίες (γνωστό μοτίβο στις ταινίες του Allen η σάτιρα προς τους ψυχαναλυτές) και πάει λέγοντας… Αν και δεν το πιάνεις με την πρώτη, ο Allen αποτίει κι εδώ φόρο τιμής σε crime films της κλασικής περιόδου, όπως I Am a Fugitive from a Chain Gang (1932), The Wrong Man (1956) και The Defiant Ones (1958). Το χιούμορ και οι διάλογοι είναι ιδιαίτερα αιχμηροί και ακραίοι, και όσοι δεν αρέσκονται σ΄ αυτό θα βρουν την ταινία κουραστική. Κατά τη γνώμη μου, πάντως, είναι η πρώτη μεγάλη επιτυχία του Allen, κι ένα καλό δείγμα ενός δημιουργού στην περίοδο της νιότης του, με άναρχο στιλ και ξέφρενους ρυθμούς.

Σε μια σκηνή που, μεταξύ άλλων, αποτίει φόρο τιμής – και ταυτόχρονα σατιρίζει – ένα κεντρικό μοτίβο του θρίλερ The Wrong Man του Άλφρεντ Χίτσκοκ, ο ήρωάς μας προσπαθεί να ληστέψει μια τράπεζα, αλλά καταλήγει να συλληφθεί επειδή το σημείωμα του ήταν τελείως… ανορθόγραφο!

Manhattan (1979)

3_5s

220px-Manhattan-poster01

Διάρκεια: 96΄
Είδος: Ρομαντική κομεντί, δράμα
Πρωταγωνιστούν: Woody Allen, Diane Keaton, Michael Murphy, Meryl Streep, Mariel Hemingway
Υπόθεση: Ένας χωρισμένος 40άρης, που εργάζεται γράφοντας σενάρια για την τηλεόραση, βλέπει τη ζωή του να γίνεται άνω-κάτω, όταν, ενώ τα έχει με μια 17χρονη, ερωτεύεται τη – σαφώς μεγαλύτερη – ερωμένη του καλύτερού του φίλου.

Η εποχή που ο Allen γύριζε άναρχες κωμωδίες κράτησε μέχρι τα μέσα των 70΄s, όταν και ο ταλαντούχος δημιουργός το γύρισε στο… ρομάντζο, θέτοντας ως κεντρικό σημείο της πλοκής των έργων του τον έρωτα και τις σχέσεις, με το δικό του τρόπο φυσικά. Όχι πείτε μου, ποιος άλλος μπορούσε να δημιουργήσει μια τόσο… ανώμαλη ερωτική ιστορία, με έναν 40άρη (που τον υποδύεται ο ίδιος) να τα έχει με μια 17χρονη και να θέλει να την παρατήσει για τη σχεδόν συνομήλικη ερωμένη του κολλητού του; Συνήθως το αντίθετο γίνεται, έτσι δεν είναι; Η ταινία είναι μια ιδέα σκοτεινότερη και πιο δραματική απ΄ τον παρόμοιο – και άκρως επιτυχημένο – Νευρικό Εραστή (θυμηθείτε αν θέλετε και μια ανάλυσή μας για το συγκεκριμένο έργο), αν και ο τελευταίος έχει εμφανώς πιο συγκροτημένο σενάριο και λογικότερους χαρακτήρες (όσο λογικοί μπορεί να είναι, αφού τους έφτιαξε ο Γούντι Άλεν…). Η χημεία μεταξύ Allen και Keaton είναι εξαιρετική, ακριβώς όπως και στο προαναφερθέν φιλμ, με το οποίο το Μανχάταν έχει πάρα πολλά κοινά. Οι κουφοί διάλογοι, ακόμη κι όταν η κατάσταση δείχνει σοβαρότατη, κάνουν και πάλι την εμφάνισή τους, το χιούμορ υπάρχει όποτε χρειάζεται για να ελαφρύνει την κατάσταση, γενικώς η ώρα κυλάει ευχάριστα για το θεατή. Μέχρι εκεί βέβαια, κατά τ΄ άλλα ο Allen έχει γυρίσει και καλύτερα, και προσωπική μου άποψη είναι πως οι καθαρά ρομαντικές ταινίες δεν είναι το φόρτε του. Το φιλμ φυσικά είναι άρτια δομημένο και πολύ αξιόλογο, τυπικό δείγμα της δουλειάς του Γούντι στα τέλη των 70΄s και στις αρχές της επόμενης δεκαετίας.

Το Πορφυρό Ρόδο του Καϊρου (The Purple Rose of Cairo, 1985)

4_5s

220px-Rosa-purpura-do-cairo-poster02

Διάρκεια: 82΄
Είδος: Ρομαντική κομεντί, φαντασίας
Πρωταγωνιστούν: Mia Farrow, Jeff Daniels, Danny Aiello
Υπόθεση: Στο Νιου Τζέρσεϊ της δεκαετίας του 1930, ένας κινηματογραφικός χαρακτήρας «δραπετεύει» από τη μεγάλη οθόνη και «εισβάλλει» στην πραγματική ζωή.

Δε θα διαφωνήσω αν κάποιος μου πει ότι αυτή η ταινία δεν του αρέσει. Για την ακρίβεια, δεν υπάρχει πρακτικά κανένας λόγος να σ΄ αρέσει αυτή η ταινία εκτός αν αγαπάς τον κινηματογράφο, και πιστεύεις στη δύναμη που ασκεί στους ανθρώπους. Εντάξει, η απόδοση από τον Άλεν της αμερικανικής κοινωνίας του ΄30, αμέσως μετά το κραχ, είναι ενδιαφέρουσα, η ερμηνεία της – τότε μούσας του – Mia Farrow εξαιρετική, αλλά τίποτα δεν έχει αξία στην ταινία πέρα απ΄ το θέμα της. Αν δε μπορείς να ταυτιστείς με την αφελή και αδαή ηρωίδα που υποδύεται η Farrow και η οποία, μην έχοντας τίποτα να την κάνει να χαρεί στη ζωή της, γίνεται φανατική οπαδός του σινεμά, και συγκεκριμένα της ταινίας Το Πορφυρό Ρόδο του Καϊρου (δεν υπάρχει φυσικά αυτή η ταινία, αλλά από εκεί πήρε το όνομά της η πραγματική), μέχρι να δει τον ήρωα της – ψεύτικης – ταινίας να βγαίνει απ΄ την οθόνη και να της μιλάει, δε μπορείς να απολαύσεις αυτό το έργο. Όχι, δεν είμαι αθεράπευτα ρομαντικός, ούτε πιστεύω πως ό,τι συμβαίνει στις ταινίες μπορεί να συμβεί στ΄ αλήθεια, κάθε άλλο. Αυτή η ταινία όμως είναι μια κατάθεση ψυχής για κάθε άνθρωπο που έχει πάθος με την έβδομη τέχνη, που πιστεύει στη μαγεία της, στο πώς μπορεί να σε παρασύρει και να σε μεταφέρει – προσωρινά έστω, όπως συμβαίνει τελικά και στην ηρωίδα μας – σ΄ έναν κόσμο που, ενώ ουσιαστικά εμπνέεται απ΄ το δικό μας, τον πεζό και τετριμμένο, έχει μια απίστευτη δύναμη. Μερικές φορές, για να είσαι ευτυχισμένος, πρέπει να είσαι τόσο αφελής όσο η ηρωίδα του έργου, κι ας βλέπεις τη λογική να αντιτίθεται με τις πράξεις σου. Ακολούθησε το πάθος σου, μας λέει ο Άλεν με το απίστευτης δύναμης αυτό έργο. Αυτός, τουλάχιστον, το έκανε…

Το φινάλε της ταινίας, με την ηρωίδα να τα έχει χάσει όλα. Όλα; Όλα, εκτός από τη μεγάλη αγάπη της. Ικανό να λυγίσει και πέτρες (αρκεί να τους αρέσει ο κινηματογράφος!)

Όλοι Λένε Σ΄ Αγαπώ (Everyone Says I Love You, 1996)

3_5s

220px-Everyone_Says_I_Love_You_Poster

Διάρκεια: 101΄
Είδος: Μιούζικαλ, κωμωδία, ρομαντική
Πρωταγωνιστούν: Edward Norton, Drew Barrymore, Liv Tyler, Julia Roberts, Natalie Portman, Goldie Hawn, Tim Roth, Woody Allen
Υπόθεση: Παράλληλες ιστορίες εξελίσσονται στη Νέα Υόρκη, το Παρίσι και τη Βενετία με κεντρική αυτήν μιας Νεοϋορκέζας που προσπαθεί να προωθήσει το γάμο του πατέρα της με μια πολύ όμορφη γυναίκα, τη στιγμή που η ετεροθαλής αδερφή της αρραβωνιάζεται.

Τόσες ταινίες που έχει γυρίσει ο Άλεν, έχει δοκιμάσει τα πάντα. Γιατί να μη δοκιμάσει κι ένα μιούζικαλ (με ensemble cast αστέρων, εκ των οποίων οι περισσότεροι είχαν ελάχιστη εμπειρία στο χορό και το τραγούδι), κάτι μεταξύ ενός φόρου τιμής στα κλασικά μουσικοχορευτικά φιλμ με τους Fred Astaire και Ginger Rogers και μιας σάτιρας στις ίδιες ταινίες, με μεγάλη δόση αυτοσαρκασμού; Πρωτότυπο το πείραμα, που περιλάμβανε πολλά μεγάλα ονόματα (Norton, Barrymore, Roberts, Hawn και μια 15χρονη Portman) που, εκτός από το πρώτο μιούζικαλ του Άλεν, αποτέλεσε και μια απ΄ τις πρώτες ταινίες που ο ιδιοφυής δημιουργός αποδεικνύει την αγάπη του για την Ευρώπη και τις ιδιαίτερες ομορφιές πόλεων όπως το Παρίσι και η Βενετία (συν τη Νέα Υόρκη, φυσικά, αλλά αυτό το ξέραμε). Από κει και πέρα ο Άλεν γύρισε πολλές ταινίες στην Ευρώπη και έζησε στη Βαρκελώνη για αρκετά χρόνια. Φυσικά, από την ταινία δε λείπουν οι γνωστοί αλλοπρόσαλλοι διάλογοι, ιστορίες αγάπης δίχως λογική και αιτία, και μουσικοχορευτικά νούμερα όπου ο Άλεν με το καστ της ταινίας διακωμωδούν πάνω απ΄ όλα… τους εαυτούς τους. Σίγουρα όχι η καλύτερή του, αλλά αξιαγάπητη και πρωτότυπη, ειδικά σε μια δεκαετία όπου ο Άλεν δε γύρισε και τις μεγαλύτερες επιτυχίες…

Ένα από τα νούμερα που λέγαμε, με τη συμμετοχή και του ίδιου του Allen…

Match Point (2005)

3_5s

215px-MatchPointPoster

Διάρκεια: 124΄
Είδος: Ρομαντικό δράμα, θρίλερ
Πρωταγωνιστούν: Jonathan Rhys Meyers, Scarlett Johansson, Emily Mortimer, Matthew Goode, Brian Cox
Υπόθεση: Σε μια κρίσιμη καμπή της ζωής του, ένας πρώην τενίστας ερωτεύεται μια femme fatale, που διατηρεί δεσμό μ΄ έναν καλό του φίλου που πρόκειται να γίνει και κουνιάδος του.

Από το Όλοι Λένε Σ΄ Αγαπώ κι έπειτα, τα έργα του Άλεν άρχισαν να γίνονται μια ιδέα σκοτεινότερα, και καταφανώς πιο πικρά και απαισιόδοξα. Λίγοι όμως μπορούσαν να προβλέψουν πως αυτός ο άνθρωπος θα μπορούσε να γυρίσει ένα νεο-νουάρ με τα όλα του, και μάλιστα αυτό να αποτελέσει μια μεγάλη επιτυχία που θα αναγεννούσε την καριέρα του. Όλα τα στοιχεία του νουάρ υπάρχουν: ένας επιτυχημένος αλλά ανικανοποίητος άνδρας ερωτεύεται κόντρα σε κάθε λογική μια μοιραία γυναίκα κι όλα αρχίζουν να φαντάζουν ένα παράξενο όνειρο, με τον ίδιο να παρασύρεται σ΄ έναν σκοτεινό κόσμο που δεν απέχει και πολύ από το έγκλημα. Φυσικά, η ταινία δεν είναι τόσο απαισιόδοξη και φαταλιστική όσο ένα κλασικό νουάρ, είναι όμως όσο πιο κοντά στο συγκεκριμένο είδος μπορεί να φτάσει ο Άλεν. Τοποθετημένη, παραδόξως, στην Αγγλία, η ταινία αποτέλεσε την πρώτη μεγάλη επιτυχία του Άλεν μετά από χρόνια, καταξίωσε οριστικά τη νέα – και ακαταμάχητη – μούσα του, Σκάρλετ Γιόχανσον, και απέδειξε για άλλη μια φορά πως τούτος εδώ ο ταλαντούχος σκηνοθέτης, σεναριογράφος, παραγωγός και ενίοτε ηθοποιός μπορεί να δοκιμάσει τα πάντα, και να είναι και καλός. Η φήμη της ταινίας παραμένει σε υψηλά επίπεδα, και πράγματι το έργο είναι ένα εξαίρετο δείγμα σύγχρονου φιλμ νουάρ. Ναι, ο Άλεν το κατάφερε και αυτό…

Οι κανόνες του παιχνιδιού, όποιο κι αν είναι αυτό…

Μεσάνυχτα στο Παρίσι (Midnight in Paris, 2011)

4s

215px-Midnight_in_Paris_Poster

Διάρκεια: 94΄
Είδος: Ρομαντική κομεντί, φαντασίας
Πρωταγωνιστούν: Owen Wilson, Rachel McAdams, Kurt Fuller, Marion Cotillard, Carla Bruni
Υπόθεση: Ενώ βρίσκεται σε ταξίδι στο Παρίσι με την αρραβωνιαστικιά του, ένας σεναριογράφος, γεμάτος νοσταλγία, βλέπει τον εαυτό του να μεταφέρεται μυστηριωδώς στη δεκαετία του 1920 κάθε βράδυ τα μεσάνυχτα, και να επιστρέφει το επόμενο πρωί.

Στο Πορφυρό Ρόδο του Καϊρου, ο Άλεν ένωσε τον πραγματικό κόσμο με αυτόν της μεγάλης οθόνης. Εδώ ενώνει δύο (και προς το τέλος, και περισσότερους) πραγματικούς κόσμους μιας άλλης εποχής: το παρόν, στο οποίο ζει ο ήρωάς μας, και το ένδοξο, γι΄ αυτόν τουλάχιστον, παρελθόν. Στόχος του και στις δυο περιπτώσεις να καταδείξει την επιθυμία του ανθρώπου να ξεφύγει απ΄ την πεζή πραγματικότητα και να εισέλθει στον κόσμο που ο καθένας θεωρεί ιδανικό, είτε είναι οι ταινίες, είτε το Παρίσι του 1900 ή του 1920, είτε οτιδήποτε άλλο. Ο ήρωάς μας, τον οποίο κάλλιστα θα μπορούσε να υποδύεται ο Άλεν αν ήταν κάποια χρόνια νεότερος, είναι ένας συγγραφέας που φαίνεται ευτυχισμένος, με μια καλή αρραβωνιαστικιά και τα σχετικά, αλλά δεν είναι: την πραγματική ευτυχία τη βρίσκει όταν ταξιδεύει μ΄ ένα παράξενο ταξί στα Roaring Twenties, στην εποχή που το Παρίσι κοσμούσαν προσωπικότητες όπως ο Fitzgerald, o Picasso και ο Hemingway, τους οποίους και γνωρίζει. Στην πιο γλυκιά του ταινία εδώ και μια εικοσαετία (γενικότερα, μετά το Match Point το στιλ του Άλεν έχει γίνει πολύ πιο ανάλαφρο, με λίγες εξαιρέσεις), ο Άλεν μας δίνει και πάλι το μήνυμα πως όταν βρούμε κάτι που το αγαπάμε πραγματικά, πρέπει να το κυνηγάμε όσο παράλογο κι αν φαίνεται. Φυσικά δε μπορούμε να ταξιδέψουμε στο χρόνο, ούτε να περάσουμε στην οθόνη, μπορούμε όμως να προσεγγίζουμε τα όνειρα και τα πάθη μας μ΄ όποιον τρόπο μπορούμε, και όχι να τα καταπιέζουμε προκειμένου να είμαστε «συμβατοί» μ΄ αυτό που η κοινωνία θεωρεί σωστό. Συμφωνείτε ή όχι, η θέση αυτή του Άλεν έγινε η αφορμή για να γυρίσει ακόμη μια έξοχη ταινία (και να βραβευτεί ξανά με Όσκαρ Σεναρίου), και αυτό αρκεί. Και είναι ακόμη μόνο 80 ετών…

Πάρτε μια ιδέα από το πρωτοφανές ταξίδι του ήρωα στο παρελθόν.

Έχει κανένα σκοπό να αποσυρθεί ο Woody Allen; Φυσικά όχι! Η νέα του ταινία, με τίτλο Irrational Man και πρωταγωνιστές τους Χοακίν Φίνιξ και Έμα Στόουν (η τελευταία τείνει να εξελιχθεί σε νέα μούσα του, μετά και την περσινή Μαγεία στο Σεληνόφως) έκανε πρεμιέρα στις Κάννες, και αναμένεται μέσα στο καλοκαίρι να κυκλοφορήσει στις μεγαλύτερες αγορές. Ταυτόχρονα, ο Άλεν ετοιμάζει ακόμη μια ταινία που θα κυκλοφορήσει το 2016, ενώ γράφει και το σενάριο για μια τηλεοπτική σειρά που αναμένεται να ξεκινήσει την ίδια χρονιά! Να ΄ναι καλά ο άνθρωπος και θα τον… υποστούμε πολλά χρόνια ακόμη. Ήδη μας έχει χαρίσει αρκετές επιτυχίες, οπότε, για να κλείσουμε, πάρτε ένα Top 10 για να τον θυμάστε!

Το πιο «δικό μας» αφιέρωμα στη σύντομη ιστορία του Cinema Therapy φτάνει στο δεύτερο και τελευταίο μέρος του! Θέμα του, ακόμη έξι ελληνικές ταινίες (των τελευταίων 40 χρόνων, αυτή τη φορά) που έγραψαν τη δική τους ιστορία και ανέδειξαν τον ελληνικό κινηματογράφο εντός και εκτός συνόρων!

Ρόδα, Τσάντα και Κοπάνα (1982)

3s

Ροδα τσαντα και κοπανα

Είδος: Κωμωδία
Διάρκεια: 93΄
Σκηνοθεσία: Όμηρος Ευστρατιάδης
Πρωταγωνιστούν: Σταμάτης Γαρδέλης, Στιβ Ντούζος, Μίμης Φωτόπουλος, Νίκος Ρίζος, Βίνα Ασίκη
Υπόθεση: Ο Λυκειάρχης και οι καθηγητές ενός ιδιωτικού σχολείου προσπαθούν να χαλιναγωγήσει μία ομάδα ατίθασων μαθητών που πηγαίνουν στο σχολείο μόνο για πλάκα.

Μια στιγμή… Τι δουλειά έχει τούτη δω η σαχλή, αν και ευχάριστη, φαρσοκωμωδία μπροστά στα «διαμάντια» του σινεμά που παρουσιάζουμε σ΄ αυτό το αφιέρωμα; Δυστυχώς ή ευτυχώς, μεγάλη, καθώς αντιπροσωπεύει ένα τεράστιο πλήθος ταινιών που σημάδεψαν μια ολόκληρη εποχή: τα 80΄s. Μια ολόκληρη γενιά μεγάλωσε με τις αθυροστομίες, το κάφρικο χιούμορ και την… ποζεριά της εποχής από νέους ηθοποιούς όπως ο Στάθης Ψάλτης, ο Σταμάτης Γαρδέλης και ο Σωτήρης Μουστάκας. Ατάλαντοι δεν ήταν οι συγκεκριμένοι άνθρωποι, γεγονός που αποδεικνύεται εύκολα αν σκεφτούμε πως όποτε βρήκαν την ευκαιρία (ένα καλό σενάριο στα χέρια τους, με λίγα λόγια) κατάφεραν να προκαλέσουν αρκετό γέλιο. Η πλειοψηφία των βιντεοταινιών αυτών, στις οποίες συχνά συμμετείχαν και – γερασμένοι πια – ηθοποιοί της Χρυσής Εποχής – είναι τόσο κρύες και χυδαίες που απλά δε βλέπονται, αλλά μερικές έχουν την πλάκα τους, και μια απ΄ αυτές είναι αυτή που παρουσιάζουμε. Η πετυχημένη μίξη παλιών και νέων αστεριών, η αντιγραφή αστείων και γκαγκ από αντίστοιχες αμερικανικές και βρετανικές κωμωδίες (Porky’s, Benny Hill Show), μαζί μ΄ ένα σενάριο τυπικό της εποχής του, δημιουργούν μια ταινία που και ευχάριστα βλέπεται, για όποιον δεν προσβάλλεται από το κάπως ακραίο χιούμορ της, και σημαντική θέση κατέχει στην ιστορία του ελληνικού σινεμά, καθώς αποτελεί έναν από τους «βασιλιάδες» της περίφημης βιντεοκωμωδίας των 80΄s.

Ένα τυπικό παράδειγμα για το χιούμορ της ταινίας…

Λούφα και Παραλλαγή (1984)

4s

Loafing_and_camouflage

Είδος: Κωμωδία
Διάρκεια: 99΄
Σκηνοθεσία: Νίκος Περάκης
Πρωταγωνιστούν: Νίκος Καλογερόπουλος, Γιώργος Κιμούλης, Τάκης Σπυριδάκης, Σταύρος Ξενίδης, Γιάννης Χατζηγιάννης
Υπόθεση: Οι περιπέτειες μιας ομάδας φαντάρων που υπηρετούν τη θητεία τους στην τηλεόραση των Ενόπλων Δυνάμεων, ακριβώς πριν και κατά τη διάρκεια της Χούντας.

Ακόμη μια κωμωδία των 80΄s, με τελείως διαφορετικό στιλ, ωστόσο, και εμφανώς μεγαλύτερη αξία από την προηγούμενη. Το χιούμορ εδώ δεν είναι κάφρικο και χυδαίο (τουλάχιστον όχι πολύ), αλλά καυστικό, αιχμηρό και εμφανώς πολιτικό. Ο σκηνοθέτης του έργου Νίκος Περάκης δημιούργησε μια ολόκληρη σχολή για κωμωδίες που εξακολουθεί να παράγει επιτυχίες (και αποτυχίες) μέχρι σήμερα, με βασικούς εκφραστές τον ίδιο (Άρπα Κόλλα, Βίος και Πολιτεία, καθώς και τα δύο σίκουελ της ταινίας που παρουσιάζουμε) και το συγγραφικό δίδυμο των Ρέππα-Παπαθανασίου (Το Κλάμα Βγήκε απ΄ τον Παράδεισο, Safe Sex, Αυστηρώς Κατάλληλο). Μια απλοϊκή αλλά πανέξυπνη κωμωδία, που στηριγμένη στην απλή φόρμα της, τη σάτιρα και τους παράλογους διάλογους, έγινε μια από τις μεγαλύτερες εμπορικές – και όχι μόνο – επιτυχίες του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου. Κάθε κωμωδία του είδους (και πιστέψτε με, είναι πολλές) που γυρίστηκε από κει κι έπειτα έχει δανειστεί, συνειδητά ή ασυνείδητα, στοιχεία από το ευφυές τούτο έργο του Περάκη. Εκτός των άλλων, η ταινία είναι ένα σπάνιο παράδειγμα σάτιρας και διακωμώδησης από εμάς τους Έλληνες της ίδιας μας της ιστορίας, και συγκεκριμένα μιας απ΄ τις πιο σκοτεινές περιόδους της, της επταετούς δικτατορίας του 1967-1974. Εκτός από χιούμορ, δηλαδή, ο Περάκης παραδίδει, με το δικό του αιχμηρό τρόπο, και μαθήματα δημοκρατίας. Τι άλλο θέλετε;

«Ο πατέρας μου έχει ζώα, κύριε Λοχαγέ…». Μια από τις πιο χαρακτηριστικές φράσεις στη σύγχρονη ιστορία της ελληνικής κωμωδίας, και η αποστομωτική απάντηση.

Το Βλέμμα του Οδυσσέα (1995)
Μεγάλο Βραβείο Κριτικής Επιτροπής, Φεστιβάλ Καννών, 1995

3s

Βλεμμα Οδυσσεα

Είδος: Δράμα
Διάρκεια: 176΄
Σκηνοθεσία: Θεόδωρος Αγγελόπουλος
Πρωταγωνιστούν: Harvey Keitel, Maia Morgensten, Γιώργος Μιχαλακόπουλος, Θανάσης Βέγγος
Υπόθεση: Ένας Έλληνας σκηνοθέτης που ζει στις Ηνωμένες Πολιτείες επιστρέφει στα μέρη του για να εντοπίσει τρεις χαμένες μπομπίνες φιλμ από τις αρχές του 20ού αιώνα.

Από τις κάφρικες κωμωδίες και το αιχμηρό χιούμορ περνάμε κάπως απότομα στη «βαριά κουλτούρα», που ακούει στο όνομα Θεόδωρος Αγγελόπουλος. Ίσως ο πιο γνωστός στο εξωτερικό Έλληνας σκηνοθέτης, που ακολούθησε πιστά τα βήματα μεγάλων Ευρωπαίων και άλλων δημιουργών όπως ο Γάλλος Jean Renoir, οι Ιταλοί Roberto Rossellini και Federico Fellini και, κυρίως, ο Ιάπωνος Ακίρα Κουροσάβα, κάτι που δικαιολογεί και το γεγονός πως οι ταινίες του είναι πολύ δημοφιλείς στη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου. Στο Βλέμμα του Οδυσσέα, μια χαρακτηριστικά αργή και πρωτοποριακή ταινία του μεγάλου δημιουργού, ο Αγγελόπουλος κατάφερε να εξασφαλίσει τις υπηρεσίες του Harvey Keitel, ενός ηθοποιού που μόλις είχε πρωταγωνιστήσει (ως ο φοβερός και τρομερός Γουλφ) σε μια ταινία όπως το Pulp Fiction, καθώς και του τιτάνα του ελληνικού σινεμά Θανάση Βέγγου. Η παρουσία τέτοιων ηθοποιών ανέβασε αμέσως το επίπεδο του φιλμ, που αποτελεί έναν ύμνο στα Βαλκάνια και την ομορφιά τους, καθώς και στα πρώτα «τυφλά» βήματα του κινηματογράφου στις αρχές του περασμένου αιώνα. Το να αντέξεις για 3 ώρες να παρακολουθήσεις την ταινία χωρίς να… χασμουρηθείς, απαιτεί πραγματικά μεγάλη προσπάθεια. Αυτό δε σημαίνει πως το έργο, όπως και όλες οι ταινίες του Αγγελόπουλου, δεν έχει τεράστια ιστορική αξία και, με επιτυχίες όπως το βραβείο που απέσπασε στις Κάννες, δεν τιμά τον ελληνικό κινηματογράφο. Τουλάχιστον, σε αντίθεση με πιο πρόσφατους σκηνοθέτες που προσπαθούν να τον μιμηθούν, και για τους οποίους θα μιλήσουμε λίγο αργότερα, ο αείμνηστος Αγγελόπουλος είχε αρκετό ταλέντο, ποιότητα και αγάπη για την τέχνη που υπηρετούσε.

«Ξέρεις κάτι; Η Ελλάδα πεθαίνει. Πεθαίνουμε σα λαός. Κάναμε τον κύκλο μας, δεν ξέρω πόσες χιλιάδες χρόνια, ανάμεσα σε σπασμένες πέτρες και αγάλματα. Και πεθαίνουμε…. Αλλά αν είναι να πεθάνει η Ελλάδα, να πεθάνει γρήγορα. Γιατί η αγωνία κρατάει πολύ και κάνει πολύ θόρυβο…». Και μόνο αυτή η ατάκα, διά στόματος του μεγάλου Θανάση Βέγγου, προσδίδει ξεχωριστή αξία στο έργο.

Πολίτικη Κουζίνα (2003)

4s

Politikikouzina1

Είδος: Δράμα, κωμωδία, ιστορική
Διάρκεια: 108΄
Σκηνοθεσία: Τάσος Μπουλμέτης
Πρωταγωνιστούν: Γιώργος Χωραφάς, Ιεροκλής Μιχαηλίδης, Ρένια Λουιζίδου, Στέλιος Μάινας
Υπόθεση: Ένας καθηγητής αστροφυσικής ταξιδεύει από την Αθήνα στη γενέτειρά του, Κωνσταντινούπολη, για να συναντήσει τον παππού του, τον οποίο έχει να δει από την παιδική του ηλικία. Οι αναμνήσεις από τις πρώτες εμπειρίες του εκεί δε θα αργήσουν να τον πλημμυρίσουν.

Στη γενική μιζέρια που έχει κατακλύσει το ελληνικό σινεμά τον 21ο αιώνα, που και που ξεπροβάλλουν κάτι τέτοιες πραγματικά όμορφες ταινίες και σε γεμίζουν ελπίδα. Το βιωματικό έργο του Κωνσταντινουπολίτη Τάσου Μπουλμέτη είναι ένας εξαιρετικός συνδυασμός δράματος και κωμωδίας, με ιστορικές αναφορές για την παραδοσιακή ελληνική κοινωνία και τις ασταθείς ελληνοτουρκικές σχέσεις, εμπλουτισμένο φυσικά με τα… μπαχαρικά της πολίτικης κουζίνας και την εξαίσια μουσική της Ευανθίας Ρεμπούτσικα. Πρωτοκλασάτοι ηθοποιοί, έξυπνη σκηνοθεσία και, φυσικά, ένα σενάριο που γεμίζει τον (Έλληνα) θεατή με νοσταλγία, συγκίνηση και τον αφήνει μ΄ ένα μεγάλο χαμόγελο στο τέλος. Η λέξη πολίτικη γράφεται με κεφαλαία γράμματα στον τίτλο της ταινίας, ώστε να μπορεί να παρερμηνευθεί και ως πολιτική, καθώς η τελευταία διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στα γεγονότα της ταινίας. Μια γλυκόπικρη αλλά τελικά αισιόδοξη ταινία, σημείωσε εισπρακτική επιτυχία, απέσπασε 8 βραβεία στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και αποτέλεσε την ελληνική επιλογή για το Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας, χωρίς, δυστυχώς, να προταθεί. Αριστούργημα δεν είναι, είναι όμως χωρίς αμφιβολία μια «όαση» στην «έρημο» που διανύει ο ελληνικός κινηματογράφος τα τελευταία χρόνια. Η συχνή προβολή της στην τηλεόραση ενισχύει τη φήμη και τη δημοτικότητά της, που όσο υπάρχουν Έλληνες, θα παραμένει σε υψηλά επίπεδα.

Ένα μικρό δείγμα της εξαιρετικής ποιότητας της μουσικής επένδυσης της ταινίας, με την υπογραφή της Ευανθίας Ρεμπούτσικα.

Νύφες (2004)

3s

150px-Nyfes

Είδος: Δράμα εποχής
Διάρκεια: 135΄
Σκηνοθεσία: Παντελής Βούλγαρης
Πρωταγωνιστούν: Damien Lewis, Βικτώρια Χαραλαμπίδου, Andrea Ferrol, Εύη Σαουλίδου
Υπόθεση: Το ταξίδι 700 γυναικών, Ελληνίδων, Τουρκάλων, Ρωσίδων, από την Κωνσταντινούπολη προς τη Νέα Υόρκη, όπου θα συναντήσουν τους άντρες που πρόκειται να παντρευτούν, και ο έρωτας μεταξύ μίας από αυτές τις γυναίκες και ενός αμερικανού φωτογράφου.

Ένα χρόνο μετά την Πολίτικη Κουζίνα, ο αναγνωρισμένος – εντός και εκτός συνόρων – σκηνοθέτης Παντελής Βούλγαρης (Ψυχή Βαθιά, Μικρά Αγγλία) προσπάθησε να εκμεταλλευτεί το θετικό για τον ελληνικό κινηματογράφο μομέντουμ και να δημιουργήσει μια ανάλογη επιτυχία, βασισμένη στην ελληνική ιστορία και τη σχέση της με τον παγκόσμιο πολιτισμό. Η ταινία του βέβαια ήταν πολύ πιο «βαριά» και απαισιόδοξη (όπως όλες οι δικές του) από αυτήν του Τάσου Μπουλμέτη, και είναι σαφές πως ο Βούλγαρης ακολουθεί σε αρκετά σημεία το δρόμο που χάραξε ο Αγγελόπουλος (αργή πλοκή, λεπτομερής ανάλυση των χαρακτήρων, ένα (υπερατλαντικό στην περίπτωσή μας) ταξίδι ως μέσο αφήγησης). Ο Βούλγαρης πέτυχε το «κόλπο γκρόσο» εξασφαλίζοντας την παρουσία του μεγάλου Μάρτιν Σκορτσέζε στην επιμέλεια της παραγωγής, χρησιμοποίησε γνωστούς ηθοποιούς αλλά όχι μεγάλα ονόματα, και ήλπιζε να δημιουργήσει μια μεγάλη ταινία. Το έργο του τελικά κρίθηκε (και είναι) αρκετά αξιόλογο, σημειώνοντας εισπρακτική επιτυχία και αποσπώντας θετικές κριτικές για την ηθογραφία των χαρακτήρων και το νοσταλγικό στιλ του Βούλγαρη. Φάνηκε, όμως, ταυτόχρονα, πως δεν αξιοποίησε πλήρως τις δυνατότητές του, καθώς κουράζει σε πολλά σημεία του το θεατή και αδυνατεί συχνά να διατηρήσει μια συνοχή στην πλοκή του, προσπαθώντας να αφηγηθεί ταυτόχρονα πολλές διαφορετικές ιστορίες (ο έρωτας των δύο ετερόκλητων κεντρικών χαρακτήρων, οι Ρωσίδες που πιστεύουν ότι ταξιδεύουν για να παντρευτούν ενώ στην πραγματικότητα θα οδηγηθούν στην πορνεία, τα όνειρα και οι ελπίδες που έχουν οι νύφες για τους άγνωστους γαμπρούς τους). Μια ταινία που καταδεικνύει εύστοχα τη θέση της γυναίκας στην ανατολική Ευρώπη της δεκαετίας του ΄20, καθώς και το «αμερικανικό όνειρο» που έδινε ελπίδα σε όποιον περνούσε τον Ατλαντικό. Αξιοπρεπής η προσπάθεια του Βούλγαρη, ενδεικτικό δείγμα του ταλέντου του αλλά, όπως και στα υπόλοιπα έργα του, μάλλον μπορούσε και καλύτερα…

Κυνόδοντας (2009)
Υποψήφιο για Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας, 2010

250px-Dogtooth

Είδος: Δράμα
Διάρκεια: 94΄
Σκηνοθεσία: Γιώργος Λάνθιμος
Πρωταγωνιστούν: Χρήστος Στέργιογλου, Μισέλ Βάλεϊ, Αγγελική Παπούλια, Χρήστος Πασσαλής
Υπόθεση: Τρεις έφηβοι ζουν απομονωμένοι και κλεισμένοι στο σπίτι τους, επειδή οι υπερπροστατευτικοί, ψυχοπαθείς γονείς τους πιστεύουν ότι πρέπει να βγουν έξω μόνο όταν τους πέσει ο κυνόδοντας…

Αν ζούσαμε σ΄ έναν λογικό κόσμο, η ταινία αυτή, στο παρόν blog τουλάχιστον, θα μπορούσε να βρίσκεται μόνο σ΄ ένα αφιέρωμα, κι αυτό θα ήταν «οι χειρότερες ταινίες όλων των εποχών». Για λόγους που δε γνωρίζω όμως, τούτη η… προσβολή της τέχνης του Γιώργου Λάνθιμου βραβεύτηκε πολλάκις εντός και εκτός συνόρων, κι έφτασε να είναι υποψήφια για Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας! Γιατί ρε παιδιά; Χάθηκαν οι ταινίες; Τι σας άρεσε δηλαδή; Το σενάριο, που θέλει έναν πατέρα να κλείνει τα παιδιά του στο σπίτι, να τους λέει ότι οι γάτες είναι τέρατα και δεν ξέρω εγώ τι άλλο, να τα βασανίζει και να τους κάνει να θέτουν σκοπό της ζωής τους… να τους πέσει ο κυνόδοντας; Τη σκηνοθεσία του Λάνθιμου, που ακόμη και οι πιο εκκεντρικοί Δανοί σκηνοθέτες (Thomas Vinterberg, Lars von Trier), που προσπαθούν έτσι ώστε τα έργα τους να φαίνονται ερασιτεχνικά γυρισμένα, δε θα μπορούσαν να προσεγγίσουν σε ατέλεια και (με την κακή έννοια) απλοϊκότητα; Τις ερμηνείες δε θα τις κρίνω καν, τι να κάνουν οι καημένοι οι ηθοποιοί με τις ανωμαλίες που τους υποχρεώνει να ερμηνεύσουν ο σκηνοθέτης… Η επιτυχία της ταινίας βασίζεται, θεωρητικά, στο γεγονός ότι προσεγγίζει στο στιλ πρωτοποριακούς avant-garde σκηνοθέτες όπως ο Αγγελόπουλος, οι Δανοί που αναφέραμε πριν ή ο Πολωνός Krzysztof Kieslowski. Αυτοί, ωστόσο, ποτέ δεν έφτασαν σε τέτοια όρια διαστροφής και ανωμαλίας (ακόμη και οι ταινίες του Τρίερ φαντάζουν φυσιολογικές μπροστά σε τούτο δω), ενώ κατέχουν και μια αδιαμφισβήτητη ποιότητα στην παραγωγή και υλοποίηση των έργων τους. Μπορεί να μη σ΄ αρέσουν δηλαδή (ή και να σ΄ αρέσουν, βέβαια), αλλά τουλάχιστον παραδέχεσαι την προσπάθεια! Εδώ, όλα μοιάζουν ένα σκηνικό αηδίας, αποστροφής και αποκρουστικότητας. Γούστα είναι αυτά, το ξέρω, αλλά η ταινία αποτελεί μια προσβολή στην ανθρώπινη νοημοσύνη, και ο μόνος λόγος που βρίσκεται στη λίστα είναι πως με τις απροσδόκητες επιτυχίες της αναδείχθηκε σε μια απ΄ τις πιο σημαντικές ελληνικές ταινίες των τελευταίων ετών. Τώρα γιατί και πώς, ένας Θεός ξέρει…

Y.Γ. Αν παραξενευτήκατε που δεν είδατε αστέρια στην παρουσίαση της ταινίας, υπήρχε λόγος…

Πάρτε μια γεύση… παράνοιας, στο βίντεο που ακολουθεί

Επειδή θα ήταν άδικο προς τον ελληνικό κινηματογράφο να κλείσουμε μ΄ αυτό το μάλλον αχαρακτήριστο έργο, ορίστε μερικά «honorable mentions».

Ο Μεθύστακας (1950) του Γιώργου Τζαβέλλα
Ποτέ την Κυριακή (1960) του Ζυλ Ντασέν (Όσκαρ Τραγουδιού, 1960)
Τα Κόκκινα Φανάρια (1963) του Βασίλη Γεωργιάδη (υποψήφια για Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας, 1964)
Της Κακομοίρας (1963) (γνωστή και ως Ο Μπακαλόγατος) του Ντίνου Κατσουρίδη
Λόλα (1964) του Ντίνου Δημόπουλου (είναι πολλά τα λεφτά, Άρη)
Ο Μελισσοκόμος (1986) του Θεόδωρου Αγγελόπουλου
Το Κλάμα Βγήκε απ΄ τον Παράδεισο (2001) των Μιχάλη Ρέππα – Θανάση Παπαθανασίου
Ελ Γκρέκο (2007) του Γιάννη Σμαραγδή
Ψυχή Βαθιά (2009) του Παντελή Βούλγαρη

Και για το τέλος, ένα βίντεο με αξέχαστες (κωμικές, κυρίως) ατάκες από τον ελληνικό κινηματογράφο που αγαπήσαμε και αγαπάμε, με την ελπίδα πως θα ανθήσει κι άλλο και θα συνεχίσει να μας κάνει περήφανους εντός και εκτός συνόρων! :)

Για το επόμενο ευχάριστο διάλειμμά μας θα γυρίσουμε το χρόνο αρκετά πίσω. Συγκεκριμένα στο 1933, και σε μια σκηνή με την υπογραφή των τρομερών κωμικών αδερφών Μαρξ, που ενέπνευσε δεκάδες παρόμοιες στα χρόνια που ακολούθησαν.

Οι αδερφοί Μαρξ: Πάνω αριστερά ο Zeppo, δεξιά ο Groucho. Κάτω αριστερά ο Chico, δεξιά ο Harpo.

Οι αδερφοί Μαρξ: Πάνω αριστερά ο Zeppo, δεξιά ο Groucho. Κάτω αριστερά ο Chico, δεξιά ο Harpo.

Οι αδερφοί Μαρξ (Chico, Harpo, Groucho & αρχικά και ο Zeppo) ήταν μια από τις πιο επιτυχημένες κωμικές ομάδες στην Αμερική του μεσοπολέμου, με επιτυχημένες εμφανίσεις στο θέατρο, τον κινηματογράφο και (αργότερα) την τηλεόραση. Μάλλον η πιο επιτυχημένη κινηματογραφική κωμωδία τους είναι η αναρχική Σούπα Πάπιας (1933), μια ταινία που καθιέρωσε κωμικές τεχνικές όπως το παράλογο σενάριο, οι κοφτοί παρανοϊκοί διάλογοι και το visual humor μ΄ έναν τρόπο που ξέφευγε από το καθιερωμένο την εποχή slapstick. Στη διάσημη σκηνή που παραθέτουμε εδώ, ο πρόεδρος ενός κράτους (Groucho) βρίσκεται σ΄ ένα σπίτι όπου βρίσκονται στρατηγικής σημασίας έγγραφα, τα οποία έχουν στο μάτι δυο κατάσκοποι του εχθρού (Harpo και Chico). Οι τελευταίοι έχουν μεταμφιεστεί ακριβώς όπως αυτός, και όταν ο Groucho σπάσει κατά λάθος έναν καθρέφτη, έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο με έναν απ΄ αυτούς. Ο τελευταίος δεν έχει άλλη επιλογή από το να… υποδυθεί το καθρέφτισμα του Groucho. Το τι ακολουθεί δεν περιγράφεται με λόγια…

Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων