Skip to content

Cinema Therapy

Αν έχει σχέση με το σινεμά και τις ταινίες, εδώ θα το βρείτε!

Archive

Tag: Κλασικός Κινηματογράφος

life-of-brian_1374284cΜεγάλη Εβδομάδα διανύουμε, κι ακόμη κι οι ταινίες και σειρές που προβάλλονται στην τηλεόραση (για χιλιοστή φορά) κινούνται σε θρησκευτικούς ρυθμούς. Στο κλίμα αυτό, για άλλη μια φορά, είπαμε να θυμηθούμε κάποιες επικές σκηνές θρησκευτικού περιεχομένου από κλασικές και πιο σύγχρονες ταινίες. Επίσης, να ευχηθούμε σε όλους Καλό Πάσχα και Καλή Ανάσταση, όπου κι αν είστε, και προσοχή μην κάτσει βαρύ το αρνί!

Ο Μωυσής διαχωρίζει την Ερυθρά θάλασσα (Οι Δέκα Εντολές, 1956)

Αν και, κρίνοντας με τα σύγχρονα δεδομένα, η τεχνολογία και τα εφέ που χρησιμοποιούνται στην εν λόγω σκηνή μοιάζουν αστεία, εκείνη την εποχή το έπος του Cecil B. de Mille αποτελούσε ό,τι πιο φαντασμαγορικό είχε εμφανιστεί στην οθόνη. Στην πιο αξιομνημόνευτη σκηνή της ταινίας, ο Μωυσής (Charlton Heston) γλιτώνει εαυτόν και το λαό του από το μένος των Αιγυπτίων κάνοντας κάτι πολύ απλό: χωρίζει τη θάλασσα στα δύο μέχρι να περάσουν οι δικοί του.

Αρματοδρομία όπως λέμε… Φόρμουλα 1 (Μπεν Χουρ, 1959)

Ακόμη ένα θρησκευτικό έπος των 50΄s, πάλι με ήρωα τον Heston στο ρόλο του Μπεν Χουρ, με σκηνοθέτη τον William Wyler, η ταινία κέρδισε τον αξιοσέβαστο αριθμό-ρεκόρ των 11 Όσκαρ και σημείωσε τεράστια επιτυχία. Στην επική και πιο καλογυρισμένη σκηνή της, ο Μπεν Χουρ αντιμετωπίζει μετά από πολλή προσπάθεια τον ορκισμένο εχθρό του, το Ρωμαίο Μεσάλα, σε αγώνα αρματοδρομίας δίχως νόμους και κανόνες…

Η Ανάσταση του Λαζάρου (Ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ, 1977)

Στο πολύωρο τηλεοπτικό έπος του Τζεφιρέλι που προβάλλεται επί δεκαετίες από τον ΑΝΤ1, είναι πολύ δύσκολο να απομονώσουμε μία σκηνή για να παρουσιάσουμε, καθώς οι μεγάλες στιγμές είναι πολλές. Διαλέξαμε την ανάσταση του Λαζάρου, με τον «καταραμένο» Robert Powell να υποδύεται τον Ιησού και να δίνει ρέστα για άλλη μια φορά.

Always look on the bright side of life (Life of Brian, 1979)

Την ταινία αυτή δε θα τη χαρακτηρίζαμε ακριβώς θρησκευτική και κατανυκτική, αλλά έχει μια ξεχωριστή θέση στο είδος. Οι Monty Python «κεντάνε» παρουσιάζοντας την ιστορία του Brian, ενός Εβραίου στα χρόνια του Ιησού που είχε, άθελά του, παράλληλη πορεία με τον τελευταίο, και, δυστυχώς, το ίδιο τέλος. Ανεξάρτητα με το αν κάποιος είναι θρήσκος ή όχι, μια σταύρωση δύσκολα μπορεί να είναι αστεία, αλλά η τρελοπαρέα των Βρετανών κωμικών το καταφέρνει και αυτό, και με μια μουσική νότα…

Η Σταύρωση του Ιησού με υπογραφή Μελ Γκίμπσον (Τα Πάθη του Χριστού, 2004)

Αν εξαιρέσουμε τους Monty Python, οι σκηνές που απεικονίζουν σταύρωση είναι συνήθως σκληρές, αλλά η συγκεκριμένη είναι ειδικά για… γερά στομάχια. Ο Μελ Γκίμπσον παρουσίασε την πίο βίαιη, ρεαλιστική και άκρως αμφιλεγόμενη (κατηγορήθηκε, μεταξύ άλλων, για αντισημιτισμό) απεικόνιση των τελευταίων ημερών του Ιησού, δημιουργώντας μια ξεχωριστή ταινία που, είτε αρέσει είτε όχι σε κάποιον, μένει στη μνήμη σου για πολλούς λόγους. Αξίζει να σημειωθεί πως τα Πάθη ήταν η πιο εμπορική «ακατάλληλη» (σήμανση R) ταινία όλων των εποχών μέχρι πέρσι, όταν μια πολύ διαφορετική ταινία (Deadpool) την ξεπέρασε. Η σκηνή που ακολουθεί εξηγεί, εν μέρει, το γιατί.

Μπακαλόγατος-Zήκος-έγχρωμοςΠριν δυο εβδομάδες, προβλήθηκε για… χιλιοστή φορά από τον ΑΝΤ1 η αγαπημένη κλασική ελληνική κωμωδία Της Κακομοίρας, σημειώνοντας ασυνήθιστα υψηλή τηλεθέαση. Ποια ήταν η διαφορά; Η ανεπανάληπτη φιγούρα του «Ζήκου» είχε αποκτήσει χρώμα με τη χρήση νέων τεχνολογιών. Όπως ήταν φυσικό, το γεγονός άνοιξε για ακόμη μια φορά το αμφιλεγόμενο ζήτημα της εγχρωμοποίησης ασπρόμαυρων ταινιών.

Στην Ελλάδα η εγχρωμοποίηση είναι καθαρά σύγχρονο φαινόμενο, με την πρώτη ταινία που υποβλήθηκε με επιτυχία στη συγκεκριμένη διαδικασία να είναι ακόμη μια κλασική ταινία της χρυσής εποχής των 60΄s, Η Δε Γυνή να Φοβήται τον Άνδρα, μόλις πέρσι. Αυτό όμως δεν ισχύει γενικότερα, καθώς στις ΗΠΑ η διαδικασία είχε ξεκινήσει στα χρόνια ακόμη του αναλογικού φιλμ, στη δεκαετία του 1980, παράλληλα με την έλευση της βιντεοκασέτας. Η κωμωδία Topper (1937) του μπροστάρη της διαδικασίας εγχρωμοποίησης Hal Roach με τον Cary Grant ήταν η πρώτη που κυκλοφόρησε μ΄ αυτό τον τρόπο το 1983. Η εταιρία «Colorization Inc.» ανέλαβε την εγχρωμοποίηση δεκάδων ασπρόμαυρων ταινιών του κλασικού Χόλιγουντ, όπως η Καζαμπλάνκα και το It’s a Wonderful Life, χρησιμοποιώντας μεν υπολογιστές αλλά με πρωτόγονες για σήμερα δυνατότητες, μέχρι περίπου τα τέλη της δεκαετίας του ΄80 όταν η τεχνική σταμάτησε προσωρινά λόγω αφενός της κριτικής πολλών μεγάλων ονομάτων της τέχνης, όπως ο Τζορτζ Λούκας και ο Γούντι Άλεν, και αφετέρου της κακής ποιότητας στη μεταφορά των χρωμάτων, που έκανε τις ταινίες να μοιάζουν ολότελα ψεύτικες.

Με την έλευση του 21ου αιώνα, ωστόσο, υπήρξε αναβίωση του ενδιαφέροντος με αφορμή την εισβολή του DVD στην αγορά και την εφεύρεση νέων, ψηφιακών πια, μεθόδων που έκαναν πιο εύκολη, φθηνή και πειστική τη διαδικασία. Επίσης, πολλοί από τους συντελεστές των παλιών ταινιών που είχαν εκφράσει αντιρρήσεις δε βρίσκονταν πλέον στη ζωή και η νέα γενιά έδειχνε πιο φιλική προς την εγχρωμοποίηση. Παρ΄ όλα αυτά, στην Αμερική και την Ευρώπη δε γίνονται πια συχνά εγχρωμοποιήσεις, κι ένας λόγος είναι πως οι περισσότερες δημοφιλείς ασπρόμαυρες ταινίες με δικαίωμα εγχρωμοποίησης (γιατί κάποιοι σκηνοθέτες και παραγωγοί έχουν κινηθεί νομικά εναντίον της χρήσης της τεχνικής σε ταινίες τους) έχουν ήδη υποβληθεί στη διαδικασία. Στην Ελλάδα, όμως, η διαδικασία μόλις ξεκίνησε και δείχνει να έχει αρκετή δημοτικότητα.

Παρακάτω βλέπουμε μια σκηνή από την ασπρόμαυρη ταινία Η Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών σε δύο διαφορετικές έγχρωμες εκδόσεις της, το 1986 και το 2004. Η διαφορά στην ποιότητα, εμφανής.

Night_of_the_Living_Dead_color_1986

Night_of_the_Living_Dead_color_2004

Πριν ξεκινήσω την ανάλυση για τα υπέρ και τα κατά της εγχρωμοποίησης, ας σταθούμε σε ένα πράγμα, στο οποίο συμφωνεί η συντριπτική πλειοψηφία των κινηματογραφικών αναλυτών. Δεν υπάρχει απολύτως κανένας λόγος να εγχρωμοποιηθούν ταινίες των οποίων οι δημιουργοί είχαν τη δυνατότητα να γυρίσουν εξαρχής έγχρωμες αλλά την απέρριψαν για καλλιτεχνικούς λόγους (π.χ. Μερικοί το Προτιμούν Καυτό (1959), Ψυχώ (1960), Λίστα του Σίντλερ (1993)). Αν και το ασπρόμαυρο και το έγχρωμο συνυπήρξαν για μεγάλο διάστημα, οι περισσότεροι ιστορικοί συμφωνούν πως μετά το 1955 περίπου (στις ΗΠΑ, στην Ελλάδα περίπου το 1970), το έγχρωμο ήταν προσιτό πρακτικά για οποιαδήποτε ταινία. Επομένως, οποιαδήποτε συζήτηση παρακάτω αφορά, με μερικές εξαιρέσεις, ταινίες ακόμη πιο παλιές, γυρισμένες σε μια εποχή που η προσθήκη χρώματος στην ταινία ήταν τεχνολογικά αδύνατη ή οικονομικά ασύμφορη.

Η μεγάλη τηλεθέαση του Μπακαλόγατου, τώρα που αυτός προβλήθηκε με χρώμα, αποδεικνύει το βασικό επιχείρημα των υπερμάχων της εγχρωμοποίησης. Οι παλιές, κλασικές ταινίες αναγκαστικά φθείρονται στο πέρασμα του χρόνου και, όσο κι αν εξακολουθούν να έχουν πολλούς πιστούς θεατές, είναι δύσκολο να παραμείνουν στο προσκήνιο. Η επανάληψή τους και η επαναπροώθησή τους ως έγχρωμες πλέον ανανεώνει το ενδιαφέρον του κοινού, καθώς έχει πια κάτι καινούριο να δει στις ταινίες αυτές, εξάπτοντας την περιέργεια των οπαδών τέτοιων ταινιών αλλά και νέου κοινού.

Λίγο περίεργο, έτσι δεν είναι;

Λίγο περίεργο, έτσι δεν είναι;

Η εγχρωμοποίηση, εξάλλου, μπορεί να προσελκύσει και μια μερίδα του κοινού που απορρίπτει τις παλιές ταινίες γιατί δυσκολεύεται με το ασπρόμαυρο. Είμαστε πλέον στο 2017, έχουμε την πιο σύγχρονη τεχνολογία, το σύγχρονο κοινό δεν έχει μάθει να μη βλέπει χρώμα, και πολλοί είναι πιο πρόθυμοι να δουν παλιές ταινίες αν αυτές είναι τουλάχιστον έγχρωμες. Άλλωστε, στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η μετατροπή τέτοιων ταινιών σε 3-D εκδόσεις, διαδικασία πολύ πιο εύκολη αν αναλογιστεί κανείς πως με μια απλή σύγχρονη τηλεόραση που υποστηρίζει την τεχνολογία μπορεί πια ο καθένας να δει όποια ταινία θέλει τρισδιάστατη.

Ένα τελευταίο επιχείρημα υπέρ της διαδικασίας είναι η προαιώνια διάθεση του ανθρώπου για πειραματισμούς, βελτιώσεις και πρόοδο. Από τη στιγμή, εξάλλου, που αυτές οι ταινίες ήδη έχουν υποστεί επεξεργασία (από αναλογικό φιλμ σε ψηφιακό βίντεο, καλύτερη ανάλυση κλπ), η προσθήκη χρώματος δεν είναι παρά ένα πιο «δραστικό μέτρο» στον εκσυγχρονισμό του κινηματογράφου, μιας τέχνης η οποία βασίζεται στην τεχνολογία περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη.

Η εταιρία Colorization Inc. εγχρωμοποίησε για πρώτη φορά ταινίες στη δεκαετία του 1980

Η εταιρία Colorization Inc. εγχρωμοποίησε για πρώτη φορά ταινίες στη δεκαετία του 1980

Ακριβώς αυτό όμως είναι και το μεγαλύτερο επιχείρημα εναντίον της διαδικασίας. Είναι θεμιτό να επεμβαίνουμε, ακόμη και με καλές προθέσεις, σε κινηματογραφικά αριστουργήματα τα οποία γυρίστηκαν με συγκεκριμένο τρόπο και τόσα χρόνια τα έχουμε συνηθίσει έτσι; Εδώ μπορούμε να διαχωρίσουμε τις ταινίες σε δύο κατηγορίες. Υπάρχουν κλασικές ταινίες όπως ο Πολίτης Κέιν, η Καζαμπλάνκα και τα περισσότερα φιλμ νουάρ στις οποίες το ασπρόμαυρο είναι αναπόσπαστο κομμάτι της μαγείας, είναι όλη η ατμόσφαιρα, αν το αφαιρέσεις δε θα έχεις την ίδια ταινία. Υπάρχουν κι άλλες, όπως άλλωστε και ο Μπακαλόγατος, στις οποίες το χρώμα δε χτυπάει τόσο άσχημα, αλλά τόσα χρόνια το κοινό τις έχει συνδέσει με το ασπρόμαυρο και η αλλαγή ξενίζει.

Στα πρώτα χρόνια της εγχρωμοποίησης η διαδικασία ήταν συνήθως αποτυχημένη, το αποτέλεσμα φαινόταν ψεύτικο και αυτό ήταν ακόμη ένα επιχείρημα για να σταματήσει. Σήμερα η τεχνολογία έχει προχωρήσει, αλλά και πάλι ακόμη και η καλύτερη εγχρωμοποίηση δε μπορεί να παρά να προσεγγίσει μια εξαρχής έγχρωμη ταινία. Επομένως, υπάρχουν σαφείς ενστάσεις πως η διαδικασία αφαιρεί το ρεαλισμό από τις ταινίες και δημιουργεί κάτι που δε φαντάζει πραγματικά έγχρωμο.

Όπως γίνεται αντιληπτό η απάντηση στο ερώτημα δεν είναι εύκολη, επιχειρήματα υπάρχουν πολλά και για τις δύο πλευρές. Κατά τη γνώμη μου, υπάρχει ένας αριθμός από παλιές ταινίες στις οποίες το ασπρόμαυρο είναι απαραίτητο και η εγχρωμοποίηση είναι στην καλύτερη περίπτωση περιττή και στη χειρότερη ιεροσυλία. Τώρα ποιες και πόσες είναι οι ταινίες αυτές, αυτό είναι στην κρίση του καθενός. Για τις υπόλοιπες περιπτώσεις, τα πλεονεκτήματα που προσφέρει η διαδικασία είναι αρκετά σημαντικά για να αντισταθμίσουν τις ενστάσεις που προκύπτουν, και μόνο μια δοκιμή θα μας πείσει αν το αποτέλεσμα αξίζει ή όχι…

xmas-8Τα Χριστούγεννα μας χτυπούν την πόρτα για ακόμη μια χρονιά, κι έτσι αποφασίσαμε να κάνουμε ένα αφιέρωμα στις καλύτερες χριστουγεννιάτικες ταινίες όλων των εποχών (και είναι πολλές). Γιατί για μας τουλάχιστον, το να βλέπουμε αυτές κι άλλες τέτοιες ταινίες (βλ. Μόνος στο Σπίτι) είναι εξίσου ισχυρή παράδοση με το αρνί στη σούβλα το χριστουγεννιάτικο δέντρο, τα μελομακάρονα και τη βασιλόπιτα.

5. Πολύ Σκληρός για να Πεθάνει (1988)
Περιπέτεια δράσης, 132΄

Σκηνοθεσία: John McTiernan
Σενάριο: Jeb Stuart & Steven E. de Souza
Πρωταγωνιστούν: Bruce Willis, Alan Rickman, Bonny Bedelia

Ένας Νεοϋορκέζος αστυνομικός ταξιδεύει στο Λος Άντζελες, παραμονή Χριστουγέννων, για να συμφιλιωθεί με την πρώην σύζυγό του. Αντ΄ αυτού, θα καταλήξει να είναι ο μόνος που μπορεί να εμποδίσει μια ντουζίνα τρομοκράτες με αμφίβολους σκοπούς που κρατούν ομήρους την ίδια και τους συναδέλφους της.

To Die Hard δεν το λες και τυπική χριστουγεννιάτικη ταινία. Εκτός κι αν για σας αυτό σημαίνει ταινία με τρομακράτες, απαγωγές, ομήρους, πιστολίδι, άπειρες μη ρεαλιστικές σκηνές δράσης κι έναν Μπρους Γουίλις να κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα: τον tough guy. Για κάποιο διεστραμμένο λόγο, ωστόσο, η ταινία διαδραματίζεται παραμονή Χριστουγέννων και αγαπημένα τραγούδια των εορτών ακούγονται κατά διαστήματα στη διάρκειά της, χωρίς να ταιριάζουν καθόλου στην εξέλιξη της πλοκής. Ή μάλλον όχι και καθόλου. Κι αυτό γιατί μόνο ως θαύμα των Χριστουγέννων μπορεί να εκληφθεί το γεγονός ότι ο χαρακτήρας του Γουίλις, στο ρόλο που τον ανέδειξε, τα βάζει με όλους και με όλα με μηδαμινές πιθανότητες επιτυχίας και στο τέλος τα παίρνει όλα. Σε κάθε περίπτωση, η ταινία είναι μια έξοχη περιπέτεια δράσης, από τις καλύτερες του είδους, και το γεγονός ότι ξεκίνησε ολόκληρη σχολή παρόμοιων έργων (εκτός από τα σίκουελ της ίδιας) αποτελεί απόδειξη της επιτυχίας της. Όσοι, επομένως, δε θεωρείτε βλάσφημο μια τέτοια ταινία να αποκαλείται «χριστουγεννιάτικη» και ψάχνετε κάτι με λιγότερες… γλύκες και σιρόπια από τα συνηθισμένα, προσθέστε την άμεσα στην εορταστική σας λίστα.

4. The Shop Around the Corner (1940)
Ρομαντική κομεντί, 98΄

Σκηνοθεσία: Ernst Lubitsch
Σενάριο: Samuel Raphaelson
Πρωταγωνιστούν: James Stewart, Margaret Sullavan, Frank Morgan

Δυο υπάλληλοι ενός καταστήματος, ένας άνδρας και μια γυναίκα, απεχθάνονται ο ένας την ύπαρξη του άλλου. Ταυτόχρονα, αμφότεροι πιστεύουν πως βρήκαν τον έρωτα της ζωής τους σε άγνωστα άτομα με τα οποία αλληλογραφούν, χωρίς φυσικά να γνωρίζουν πως στην πραγματικότητα αλληλογραφούν μεταξύ τους…

Αν η υπόθεση παραπάνω σας θύμισε κάτι από την πολύ πιο σύγχρονη και γνωστή κομεντί Έχετε Μήνυμα στον Υπολογιστή Σας (1998) με τον Tom Hanks και τη Meg Ryan, σωστά μαντέψατε, πρόκειται για remake. Το 1940 βέβαια τα e-mail και τα PC υπήρχαν τόσο όσο και ο… Άγιος Βασίλης, οπότε εδώ έχουμε την πατροπαράδοτη -και πιο ρομαντική, κατά τη γνώμη μου- αλληλογραφία. Η ταινία δεν είναι βέβαια και τόσο «χριστουγεννιάτικη», καθώς μόνο το φινάλε της διαδραματίζεται τότε χωρίς να προϊδεάζει για κάτι τέτοιο η εξέλιξή της, ωστόσο είναι διαποτισμένη από το πνεύμα των εορτών. Μια από τις πρώτες σημαντικές ρομαντικές κομεντί στην ιστορία του σινεμά, αποτέλεσε έμπνευση για δεκάδες κλισέ που αναπαράγουν οι ταινίες αυτές έκτοτε (η κλασική ιστορία αγάπης-μίσους με happy end στο επίκεντρο, ο ανταγωνισμός που καταλήγει σε έρωτα, η τραγική ειρωνία κλπ), αποδίδει με τον πιο όμορφο τρόπο την πρωτότυπη -για την εποχή- ιστορία της και γεμίζει την καρδιά μας μ΄ ένα συναίσθημα γαλήνης κι ευτυχίας, όπως θα έπρεπε να είναι στις μέρες των εορτών (και όχι μόνο). Κι όλα αυτά χάρη στη μαεστρική καθοδήγηση του βασιλιά των παλιών κομεντί Ernst Lubitsch και την εκπληκτική χημεία των δύο πρωταγωνιστών.

3. Το Θαύμα της 34ης Οδού (1947)
Κωμωδία φαντασίας, 96΄

Σκηνοθεσία – Σενάριο: George Seaton
Πρωταγωνιστούν: John Payne, Maureen Ο΄Hara, Edmund Gwenn, Natalie Wood

Ένας συμπαθέστατος ηλικιωμένος εμφανίζεται από το πουθενά σ΄ ένα πολυκατάστημα της Νέας Υόρκης και αρχίζει να εργάζεται εκεί ως Αϊ-Βασίλης για την περίοδο των γιορτών, προσφέροντας μεγάλη χαρά στους γύρω του. Τα πράγματα περιπλέκονται, όμως, όταν ισχυρίζεται πως είναι όντως ο διάσημος άγιος των γιορτών, και απαιτείται μέχρι και δικαστήριο για να διευκρινιστεί η αλήθεια!

Φανταστείτε να εργάζεστε σ΄ ένα πολυκατάστημα, μέρες γιορτών, και ο τύπος που παριστάνει τον Αϊ-Βασίλη για διαφημιστικούς λόγους εκεί ν΄ αρχίσει να λέει πως είναι όντως αυτός! Υποθέτω πως, όταν διαπιστώνατε πως δεν κάνει πλάκα, θα τον παραπέμπατε στην κοντινότερη ψυχιατρική κλινική. Έτσι γίνεται και στο παράξενο αλλά ευφάνταστο φιλμ αυτό του George Seaton, με τη διαφορά πως εδώ δεν είναι πραγματικότητα, είναι ταινία, και στις ταινίες όλα γίνονται! Κι αν το σενάριο φαίνεται -και είναι- καθόλου ρεαλιστικό, μας αποζημιώνει μια χαρά η μαγεία, η ομορφιά και η ζεστασιά που εκπέμπει η ταινία, με τους απίθανους διαλόγους τους και τις εξαιρετικές ερμηνείες του ονειροπόλου Edmund Gwenn, της προσγειωμένης Maureen O΄ Hara και του παιδιού-θαύματος -που αργότερα έγινε μεγάλη σταρ- Natalie Wood. Άλλωστε ο Άγιος Βασίλης αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι των χριστουγεννιάτικων παραδόσεων, και αυτή είναι μάλλον η καλύτερη ταινία που επικεντρώνεται στο μύθο του.

2. Χριστουγεννιάτικος Εφιάλτης (1993)
Μαύρη κωμωδία φαντασίας, 76΄

Σκηνοθεσία: Henry Selick
Σενάριο: Caroline Thompson
Ακούγονται οι φωνές των: Danny Elfman, Chris Sarandon, Catherine O΄Hara

Ο ισχυρός, καλόκαρδος αλλά απογοητευμένος βασιλιάς της πόλης του Χάλογουιν Τζακ Σκέλινγκτον ανακαλύπτει τυχαία την πόλη των Χριστουγέννων και, μαγεμένος από την ομορφιά της, αποφασίζει να αναλάβει μαζί με τους… μάλλον τρομακτικούς συμπολίτες του τη γιορτή των Χριστουγέννων. Τα αποτελέσματα, όμως, είναι πολύ αμφίβολα αλλά και επικίνδυνα…

Με τον Τιμ Μπάρτον να αναλαμβάνει την παραγωγή (και ουσιαστικά και τη σκηνοθεσία, ανεξάρτητα απ΄ τα credits), δεν περιμένεις να δεις συνηθισμένη χριστουγεννιάτικη ταινία. Όταν άλλωστε ο κόσμος σκέφτεται «κινούμενα σχέδια» και «Χριστούγεννα», το μυαλό του πάει μάλλον στα χαριτωμένα παραμύθια της Disney με τον Μίκι Μάους και τον Ντόναλντ Ντακ, αλλά εδώ δεν έχουμε τέτοια. Εδώ έχουμε τρομακτικά πλάσματα του Halloween, σκελετούς, κολοκύθες, σκουλήκια κι όλα τα συναφή, τα οποία προσπαθούν -ελαφρώς με το ζόρι- να αναλάβουν τη γιορτή των Χριστουγέννων, έχοντας παρασυρθεί από τον καλοπροαίρετο αλλά αφελή βασιλιά τους Τζακ Σκέλιγκτον (επίσης σκελετός), ο οποίος ντύνεται… Αϊ-Βασίλης. Και μόνο η σκηνή κατά την οποία τα όχι και τόσο χαριτωμένα πλάσματα του Χάλογουιν μοιράζουν τα όχι και τόσο χαριτωμένα δώρα τους στα παιδιά όλου του κόσμου, παραμονή Χριστουγέννων, αρκεί για αντιληφθείς τη μακάβρια αλλά ευχάριστη παράνοια που κρύβεται πίσω από το αριστούργημα του Μπάρτον. Πολλούς πόντους, επίσης, κερδίζει η ταινία χάρη στην εξαιρετική μουσική της επένδυση, με τραγούδια που σε βάζουν στο κλίμα και είναι μαγευτικά και ατμοσφαιρικά.

1. It’s a Wonderful Life (1946)
Δραματική κωμωδία, 125΄

Σκηνοθεσία: Frank Capra
Σενάριο: Frances Goodrich & Frank Capra
Πρωταγωνιστούν: James Stewart, Donna Reed, Lionel Barrymore

Ένας άγγελος εξ ουρανού καλείται να σώσει έναν αλτρουιστή αλλά απελπισμένο επιχειρηματία από την αυτοκτονία, δείχνοντάς του πόσο σημαντική ήταν και είναι η ύπαρξή του για τους συνανθρώπους του.

Το γεγονός πως αυτή η ταινία συνίσταται επίσημα από ψυχιάτρους ως συμπληρωματική θεραπεία για την κατάθλιψη, σε συνδυασμό με τον τίτλο και το χριστουγεννιάτικο κλίμα της, αρκεί για να καταλάβετε περί τίνος πρόκειται. Στο αριστούργημα του Capra, ωστόσο, μπορεί η ζωή να είναι υπέροχη, αλλά δεν παύει να είναι ζωή, με τις πίκρες, τις απογοητεύσεις και την απελπισία της, και χρειάζεται υπομονή, επιμονή, πίστη και πάνω απ΄ όλα αγάπη για να αναδειχθεί η ομορφιά της και να μη χάσουμε το δρόμο. Ίσως και λίγη… άνωθεν βοήθεια, για όσους τουλάχιστον πιστεύουν σ΄ αυτά, αλλά το πού βρίσκει κανείς τη δύναμη να απολαύσει τη ζωή του δεν έχει σημασία, αρκεί να τη βρει. Το «καλό παιδί» του κλασικού Χόλιγουντ, ο μεγάλος Τζέιμς Στιούαρτ δίνει τα ρέστα του σ΄ ένα ρόλο που του πάει… γάντι, τα χριστουγεννιάτικα κλισέ (πολύ χιόνι, έρωτες, θαύματα κλπ) εναλλάσσονται με πολύ πιο σκοτεινές και σοβαρές σκηνές που παραπέμπουν πιο πολύ σε φιλμ νουάρ παρά σε οικογενειακή κωμωδία, και ο ήρωας της ταινίας George Bailey έρχεται να μας δείξει πόσο εύκολο -και ταυτόχρονα δύσκολο- είναι να σκορπάς αγάπη και ευτυχία στους γύρω σου και, ίσως, να γίνεις κι εσύ ευτυχισμένος. Το καλύτερο μάθημα ζωής, στην καλύτερη χριστουγεννιάτικη ταινία όλων των εποχών.

StewartΉταν ο πρώτος στον κινηματογράφο που μας δίδαξε πως «It’s a Wonderful Life». Ο πρώτος που εκτίμησε τη δυνατότητα ενός ηθοποιού να δώσει στο ρόλο του ταυτόχρονα κωμικές και δραματικές διαστάσεις. Και ο πρώτος που εφάρμοσε το λεγόμενο «φυσικό παίξιμο», αποδίδοντας το ρόλο του λες και ο τελευταίος ήταν πραγματικός άνθρωπος. O πιο πιστός στρατιώτης του κινηματογράφου, ο μεγάλος James Stewart.

Κάποιους ανθρώπους τους βλέπεις, τους ακούς και λες «αυτός είναι γεννημένος για μεγάλα πράγματα». Ο James Stewart δεν ανήκει σ΄ αυτή την κατηγορία, αλλά τα φαινόμενα απατούν. Γεννημένος σαν σήμερα, το Μάιο του 1908 στην Πενσιλβάνια, ο χρόνος του ως έφηβος μοιραζόταν ανάμεσα στη μουσική και τα αθλήματα, αλλά το όνειρό του ήταν να γίνει πιλότος αεροπλάνων, και ίνδαλμά του ο Τσαρλς Λίντμπεργκ (τον οποίο αργότερα υποδύθηκε στη μεγάλη οθόνη). Το 1928 ξεκίνησε τις σπουδές του στο Princeton όπου διέπρεψε στην αρχιτεκτονική και το design, αεροπλάνων φυσικά.

Όσο ήταν στο Princeton, o Stewart εκδήλωσε για πρώτη φορά ενδιαφέρον για την υποκριτική και έπαιξε μικρούς ρόλους σε παραστάσεις της θεατρικής ομάδας University Players, στην οποία ανήκε και ο εξίσου φημισμένος, στην πορεία, Henry Fonda, με τον οποίο έγιναν και παρέμειναν καλοί φίλοι. Αν και οι γονείς του ήταν αντίθετοι στο να ακολουθήσει καριέρα ηθοποιού, και ο ίδιος δεν είχε πάρει ιδιαίτερα μαθήματα υποκριτικής, έκανε ένα εξαιρετικά επιτυχημένο ντεμπούτο στο Broadway το 1932 στην κωμική παράσταση Goodbye Again. Παρ΄ όλα αυτά, οι εποχές ήταν δύσκολες για το θέατρο, κι έτσι το 1934, με προτροπή του Fonda, o James στράφηκε στον άκρως κερδοφόρο κινηματογράφο.

Στο τρέιλερ της ταινίας "After the Thin Man", 1936.

Στο τρέιλερ της ταινίας «After the Thin Man», 1936.

Η ντροπαλή, γήινη φυσιογνωμία του Stewart, σε συνδυασμό με τη μέτρια εξωτερική του εμφάνιση, όπως ήταν φυσικό δεν έπεισε αρχικά τους ανθρώπους του Χόλιγουντ, και ο νεαρός ηθοποιός δυσκολευόταν να βρει καλούς ρόλους. Το 1936, κι αφού είχε κάνει αρκετά μαθήματα εν τω μεταξύ, εμφανίστηκε σε σημαντικό ρόλο στις κωμωδίες After the Thin Man (1936), με το δίδυμο William Powell – Myrna Loy, και Wife vs. Secretary με τον φημισμένο Clark Gable, τη Loy και τη Jean Harlow.

Η καριέρα του, ωστόσο, άλλαξε για πάντα όταν συνάντησε τον επιτυχημένο δημιουργό Frank Capra, του οποίου ήδη πολλές ταινίες είχαν πρωταγωνιστικούς ρόλους που θα ταίριαζαν «γάντι» στην περσόνα που είχε δημιουργήσει ο Stewart. Ο τελευταίος πρωταγωνίστησε, πλάι στην αγαπημένη ηθοποιό του Capra Jean Arthur, στην ταινία του You Can’t Take it with You, που κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας το 1938. Ήταν ο πρώτος πρωταγωνιστικός του ρόλος σε high-profile ταινία, και ανέβασε κατά πολύ τις μετοχές του στο Χόλιγουντ.

Την επόμενη χρονιά, ωστόσο, Stewart και Capra ξανασυνεργάστηκαν στο τολμηρό και διάσημο ως τις μέρες μας εγχείρημα Mr. Smith Goes to Washington, μια ταινία με ιδιαίτερες πολιτικοκοινωνικές προεκτάσεις που προκάλεσε μεγάλες αντιδράσεις εντός και εκτός ΗΠΑ. Η εμφάνιση του Stewart στο ρόλο ενός τίμιου μέχρι… αηδίας γερουσιαστή που θριαμβεύει στον ιδεαλιστικό κόσμο του Capra είναι αναμφίβολα μια απ΄ τις καλύτερες της καριέρας του, προτάθηκε για Όσκαρ και δεν το κέρδισε μόνο εξαιτίας του τεράστιου ανταγωνισμού που υπήρχε εκείνη τη χρονιά.

Το 1940 ο Stewart πρωταγωνίστησε σε 2 ταινίες με τη φίλη του και πρώην σύζυγο του Fonda Margaret Sullavan. Η πρώτη (The Shop Around the Corner) καθιέρωσε με επιτυχία αρκετά από τα κλισέ που βλέπουμε και ξαναβλέπουμε έκτοτε στις ρομαντικές κομεντί, ενώ η έτερη (The Mortal Storm) ήταν από τις πρώτες που κατήγγειλαν ανοιχτά τη Ναζιστική Γερμανία πριν οι ΗΠΑ αποφασίσουν να μπουν στον πόλεμο. Την ίδια χρονιά, ο Stewart πρωταγωνίστησε στην γκλαμουράτη screwball κωμωδία The Philadelphia Story πλάι στους αστέρες Cary Grant και Katharine Hepburn. Αν και ο ρόλος του εκεί δεν ήταν τόσο σημαντικός και συγκλονιστικός όσο άλλοι στην καριέρα του, ήταν αρκετός για να του χαρίσει το μοναδικό του Όσκαρ Α΄ Ανδρικού Ρόλου (από 5 υποψηφιότητες).

Ο... συνταγματάρχης James Stewart, το 1960.

Ο… συνταγματάρχης James Stewart, το 1960.

Ο Stewart ήταν ένας βαθύτατα πατριώτης Αμερικανός με στενή σχέση με το στρατό, και με την είσοδο της χώρας του στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο εγκατέλειψε προσωρινά την καριέρα του για να υπηρετήσει την πατρίδα του. Κατά τη διάρκεια της θητείας του ήταν ιδιαίτερα δυσαρεστημένος που η φήμη και το όνομά του έκαναν τους ανωτέρους του να τον τοποθετήσουν σε θέσεις μακριά από το πεδίο της μάχης, και διακρίθηκε τόσο στον Β΄ Παγκόσμιο όσο και στον πόλεμο του Βιετνάμ, με τη συμμετοχή του εκεί να προκαλεί αντιδράσεις. Έφτασε μέχρι το βαθμό του συνταγματάρχη.

Επιστρέφοντας στο Χόλιγουντ μετά τον πόλεμο, ο Stewart έπαιξε στην ταινία χάρη στην οποία είναι πιο γνωστός σήμερα. Πρόκειται φυσικά για το It’s a Wonderful Life του Capra, στο οποίο υποδύεται με μαεστρική κωμικοτραγική ισορροπία τον απόλυτο μεσοαστό ήρωα George Bailey. Αν και σήμερα η ταινία θεωρείται δικαίως μια από τις καλύτερες όλων των εποχών, τότε απέτυχε να προκαλέσει εντύπωση, και η καριέρα του άργισε να ξαναπάρει μπροστά.

Στα τέλη της δεκαετίας του ΄40 ο Stewart έκανε 3 πράγματα που άλλαξαν τη ζωή και την καριέρα του. Αν και ποτέ δεν απασχόλησε με την προσωπική του ζωή, φαινόταν πως θα μείνει αμετανόητος εργένης μέχρι το 1949, όταν και παντρεύτηκε το μοντέλο Gloria McLean, με την οποία έκανε 2 παιδιά και (παραδόξως) δε χώρισε ποτέ. Ένα χρόνο πριν συνεργάστηκε για πρώτη φορά με το μεγάλο Άλφρεντ Χίτσκοκ, συμμετέχοντας τελικά σε 4 ταινίες του, με πιο διάσημες τον Σιωπηλό Μάρτυρα και, φυσικά, το Vertigo, που αποτελεί και τον καλύτερο καθαρά δραματικό ρόλο του. Ταυτόχρονα έκανε στροφή και στον κόσμο των γουέστερν, συμμετέχοντας κυρίως σε ταινίες του Anthony Mann, υποδυόμενος συνήθως τον ταλαιπωρημένο αλλά πάντοτε τίμιο και ικανό ήρωα. Πιο σημαντική του εμφάνιση σε γουέστερν η ερμηνεία του στο αντισυμβατικό Ο Άνθρωπος που Σκότωσε τον Λίμπερτι Βάλανς του Τζον Φορντ, πλάι στον «Δούκα» John Wayne.

Με τον κλασικό Αμερικανικό κινηματογράφο να αφήνει τη θέση του στο Νέο Χόλιγουντ τη δεκαετία του 1960, ο Stewart δεν επιδίωξε ποτέ να παραμείνει στο προσκήνιο, προτιμώντας σποραδικές εμφανίσεις στη μεγάλη αλλά και τη μικρή οθόνη. Το 1985 βραβεύτηκε με Όσκαρ Συνολικής Προσφοράς, ενώ η τελευταία του εμφάνιση στο σινεμά ήταν το 1991. Πέθανε 6 χρόνια αργότερα, έχοντας δηλώσει πιο πριν πως δεν επιθυμεί να τον θυμόμαστε ως σταρ του σινεμά αλλά ως άνθρωπο που «αγαπούσε τη σκληρή δουλειά, τη χώρα του, την οικογένειά του και την κοινωνία».

Ακριβώς αυτή η χαμηλών τόνων προσωπικότητα του Stewart τον έκανε συχνά να περνά απαρατήρητος και σήμερα μνημονεύεται λιγότερο από άλλους αστέρες που ίσως και να πρόσφεραν λιγότερα απ΄ αυτόν στην τέχνη. Επίσης, τις καινοτομίες του στην υποκριτική μιμήθηκαν πιο χαρακτηριστικά και με εξίσου μεγάλη επιτυχία ηθοποιοί όπως ο Marlon Brando, o James Dean και ο Montgomery Clift, με αποτέλεσμα το credit να πάει σ΄ αυτούς για τις καινοτομίες αυτές. Παρ΄ όλα αυτά, αρκετές από τις ταινίες του θεωρούνται -και είναι- από τα μεγαλύτερα αριστουργήματα της τέχνης, και ο ίδιος ψηφίστηκε το 1999 ως ο 3ος μεγαλύτερος κλασικός ηθοποιός στην ιστορία του αμερικανικού σινεμά.

3,5 Stars

Ο τηλεοπτικός αστέρας Bryan Cranston (Breaking Bad) αποφάσισε τη χρονιά που μας πέρασε να κάνει το πέρασμά του από τη μικρή στη μεγάλη οθόνη υποδυόμενος έναν καθαρά «κινηματογραφικό» χαρακτήρα, τον εκκεντρικό σεναριογράφο Dalton Trumbo. Σοφή επιλογή, όπως αποδείχτηκε…

Trumbo_(2015_film)_posterTrumbo (2015)
Βιογραφικό δράμα, ΗΠΑ, 120΄

Σκηνοθεσία: Jay Roach
Σενάριο: John McNamara
Πρωταγωνιστούν: Bryan Cranston, Diane Lane, Helen Mirren, Louis C.K.

Στα τέλη της δεκαετίας του ΄40,ο διάσημος και εκκεντρικός σεναριογράφος Dalton Trumbo βλέπει την καριέρα του αλλά και τη προσωπική ζωή του ίδιου και πολλών συναδέλφων του να καταρρέουν λόγω των περίφημων μαύρων λιστών του Χόλιγουντ που τους κατονομάζουν ως κομμουνιστές και τους αφήνουν χωρίς δουλειά. Έτσι, αναγκάζεται να καταφύγει σε διάφορα τεχνάσματα προκειμένου να συνεχίσει (στα κρυφά) να δουλεύει και να επιβιώσει μέχρι να περάσει η «καταιγίδα».

Όσοι γνωρίζουν καλά τον Cranston, από τις σειρές και τις λίγες ταινίες στις οποίες έπαιξε (μία εξ αυτών, το οσκαρικό Argo), γνωρίζουν ότι φημίζεται για την αμεσότητα και την εκφραστικότητά του. Δυο στοιχεία που χρησιμοποίησε αριστοτεχνικά για να υποδυθεί έναν από τους πιο μοναδικούς και ιδιαίτερους ανθρώπους στην ιστορία του κινηματογράφου, τόσο στην προσέγγιση του ρόλου αυτού καθαυτού όσο και στην προσπάθειά του να εισχωρήσει στο πλαίσιο της εποχής στην οποία αναφέρεται το έργο.

Να τα πάρουμε όμως από την αρχή. Βρισκόμαστε στο Χόλιγουντ λίγο μετά το Β΄ Παγκόσμιο, η Χρυσή Εποχή του αμερικανικού σινεμά είναι στα καλύτερα της, και όλα μοιάζουν ειδυλλιακά (αν και δεν είναι) για τους αστέρες μπροστά και πίσω από τις κάμερες. Σύντομα όμως, η αντικομμουνιστική παράνοια κάνει την εμφάνισή της στις ΗΠΑ (Ψυχρός Πόλεμος) και, κρίνοντας πως η έβδομη τέχνη μπορεί να αποτελέσει μέσο κομμουνιστικής προπαγάνδας αν βρεθεί στα χέρια λάθος ανθρώπων, άνθρωποι της πολιτικής, της οικονομίας αλλά και της ίδιας της τέχνης στην Αμερική προσπαθούν να απομονώσουν όσα μέλη της βιομηχανίας θεωρούν ύποπτα, με μια σειρά απάνθρωπα μέτρα που περιλαμβάνουν εξευτελιστικές ανακρίσεις, συλλήψεις, φυλακίσεις και, φυσικά, τις «μαύρες λίστες», στις οποίες αν βρίσκεσαι αποκλείεται να βρεις δουλειά σε στούντιο της προκοπής.

Ο πραγματικός Dalton Trumbo, εν ώρα... εργασίας.

Ο πραγματικός Dalton Trumbo, εν ώρα… εργασίας.

Η ενωμένη -κατά τον Β΄ Παγκόσμιο- αμερικανική κινηματογραφική βιομηχανία ήταν χωρισμένη σε δυο στρατόπεδα, τους «εχθρούς του έθνους» και τους «κυνηγούς μαγισσών». Συχνά μέλη της μεταπηδούσαν απ΄ τη μια ομάδα στην άλλη, ιδιαίτερα κάποιοι που για να γλιτώσουν από τις κατηγορίες και να σώσουν την καριέρα τους πρόδωσαν συναδέλφους τους και πέρασαν στο αντίπαλο στρατόπεδο. Κεντρικό πρόσωπο στην πρώτη, τουλάχιστον, φάση αυτής της παρανοϊκής κατάστασης είναι ο Dalton Trumbo, ο πιο δημοφιλής από τους πρώτους που κατηγορήθηκαν -και αποδέχθηκαν τις κατηγορίες- ως κομμουνιστές.

Παρά τις πολλές ιδιοτροπίες του, ο Trumbo ήταν αγαπητό πρόσωπο στο Χόλιγουντ και είχε πολλούς φίλους, αλλά σχεδόν όλοι είτε τον εγκατέλειψαν είτε βρίσκονταν στην ίδια θέση με αυτόν όταν ξέσπασε η υπόθεση. Μη μπορώντας να δουλέψει νόμιμα αναγκαζόταν να γράφει σενάρια για τα οποία άλλοι έπαιρναν το credit, ενώ μαζί με συναδέλφους του που ήταν στην ίδια θέση αποφάσισαν να δουλέψουν για ένα παρακμάζον στούντιο το οποίο γύριζε ταινίες της συμφοράς, αλλά ήταν το μοναδικό που δεν είχε αντίρρηση να τους προσλάβει. Ταυτόχρονα, τα γεγονότα επηρεάζουν αρνητικά τη συμπεριφορά του Trumbo δημιουργώντας πρόβλημα στη σχέση του με τη γυναίκα και τα παιδιά του.

Μετά από 10 χρόνια στην αφάνεια, ο Trumbo πήρε την αναγνώριση πρώτη φορά για την ταινία "Σπάρτακος", το 1960 (στη φωτό ο Kirk Douglas)

Μετά από 10 χρόνια στην αφάνεια, ο Trumbo πήρε την αναγνώριση πρώτη φορά για την ταινία «Σπάρτακος», το 1960 (στη φωτό ο Kirk Douglas)

Για κάποιον που αγαπά το σινεμά, και ιδιαίτερα την εποχή στην οποία αναφερόμαστε, η ταινία αφήνει μια γλυκόπικρη γεύση, και αυτό είναι προς τιμήν της. Από τη μια, συγκινείσαι ιδιαίτερα να βλέπεις την ατμόσφαιρα και τους θρυλικούς αστέρες που κυριαρχούσαν τότε στο Χόλιγουντ, από την άλλη όμως βλέπεις τους ίδιους αυτούς ανθρώπους να εμπλέκονται σ΄ έναν τελείως παράλογο εμφύλιο και να αποκηρύσσουν πρώην συνεργάτες και φίλους. Ανάμεσα στους αστέρες που η ταινία στηλιτεύει ως «κυνηγούς μαγισσών», ο «δούκας» John Wayne, ο Edward G. Robinson (ο οποίος βέβαια ποτέ δεν έδωσε ονόματα, όπως περιγράφεται στο φιλμ) αλλά και μια δαιμόνια δημοσιογράφος, η Hedda Hopper (Helen Mirren), που δείχνει να έχει τη μεγαλύτερη δύναμη απ΄ όλους: τη δύναμη του κοινού.

Όλα αυτά μοιάζουν κάπως χαοτικά, ιδίως για κάποιον που δε γνωρίζει πολλά επί του θέματος, και πράγματι είναι. Γι΄ αυτό και το σενάριο σε κάποια σημεία μοιάζει «χαμένο στη μετάφραση», προσπαθώντας να αποδώσει πολλές πτυχές της υπόθεσης ταυτόχρονα. Αν και με πολλές ιστορικές ανακρίβειες, είναι μια εξαιρετική σκιαγράφηση του Χόλιγουντ της εποχής, ενώ ο Cranston (υποψήφιος για Όσκαρ) και η μεγάλη Ellen Mirren αποδίδουν αριστουργηματικά τους ρόλους τους.

Για κάποιον που ενδιαφέρεται για το θέμα και την εποχή, το Trumbo είναι μια ταινία που πρέπει να δει οπωσδήποτε, γιατί θα την εκτιμήσει για πολλά πράγματα πέρα από τα προφανή. Κάποιος όμως που απλώς ψάχνει μια καλή ταινία να περάσει την ώρα του θα μείνει μόνο σχετικά ικανοποιημένος, κι αυτό χάρη στη σοβαρότητα που διέπει ολόκληρη την παραγωγή και την καταπληκτική ερμηνεία του Cranston και, σε μικρότερο βαθμό, του υπόλοιπου καστ.

Συνεχίζοντας το πρώτο μας αφιέρωμα εν όψει Όσκαρ, σήμερα θα αναφερθούμε στους 5 σκηνοθέτες που κέρδισαν τα περισσότερα βραβεία στη μακροχρόνια πορεία των βραβείων…

Θυμηθείτε όσους βρέθηκαν στις θέσεις 6-10.

5. Steven Spielberg (1946- )

Steven_Spielberg_Cannes_2013_3Εθνικότητα: Αμερικανός
Όσκαρ Σκηνοθεσίας: 2 (1993, 1998)
Υποψηφιότητες: 7 (1977, 1981, 1982, 1993, 1998, 2005, 2012)

Ο Spielberg, στον οποίο και τις ταινίες του έχουμε αφιερώσει αρκετά άρθρα, είναι ένας από τους τρεις σκηνοθέτες (μαζί με τον Ανγκ Λι και τον Κλιντ Ίστγουντ) που μετρούν 2 νίκες στα Όσκαρ και είναι ακόμη ενεργοί στον τομέα της σκηνοθεσίας. Ο επαναστάτης του κινηματογραφικού κόσμου, ο Σπίλμπεργκ ξεκίνησε την καριέρα του στα 70΄s και ήταν ο πρώτος δημιουργός που έδωσε τη δέουσα προσοχή στη μαζική διαφήμιση και προώθηση των ταινιών του, αλλάζοντας για πάντα τη ροή της τέχνης με blockbusters όπως Τα Σαγόνια του Καρχαρία (1975), Close Encounters of the Third Kind (1977) και E.T. ο Εξωγήινος (1982). Σύντομα όμως απέδειξε πως δεν ήταν ικανός μόνο σ΄ αυτού του είδους τις ταινίες και γύρισε καταξιωμένα, ιστορικού περιεχομένου συνήθως, δράματα όπως Το Πορφυρό Χρώμα (1985), Η Λίστα του Σίντλερ (1993), Η Διάσωση του Στρατιώτη Ράιαν (1998), Πιάσε με αν μπορείς (2002), Μόναχο (2005) και Λίνκολν (2012). Τα δυο του αριστουργήματα για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Λίστα του Σίντλερ και η Διάσωση του Στρατιώτη Ράιαν (1998) του χάρισαν ισάριθμα Όσκαρ σκηνοθεσίας. Ταυτόχρονα προώθησε και πολύ επιτυχημένα franchise films με κυριότερα αυτά του Ιντιάνα Τζόουνς και το Τζουράσικ Παρκ. Ο 70χρονος σκηνοθέτης είναι εδώ και χρόνια ο πιο ακριβοπληρωμένος δημιουργός στο Χόλιγουντ, και είναι από τους λίγους που είναι εξίσου καλός στα φαντασμαγορικά blockbusters που φέρνουν εκατομμύρια στα ταμεία, αλλά και σε ποιοτικές δραματικές (ή και κωμικές, ενίοτε) ταινίες με μερικούς από τους καλύτερους ηθοποιούς εδώ και 2 γενιές.

4. Billy Wilder (1906-2002)

λήψηΕθνικότητα: Αυστριακός (πήρε την αμερικανική υπηκοότητα το 1954)
Όσκαρ Σκηνοθεσίας: 2 (1945, 1960)
Υποψηφιότητες: 8 (1944, 1945, 1950, 1953, 1954, 1957, 1959, 1960)

Ο μοναδικός στη λίστα μας που η σκηνοθεσία του δεν ήταν καν το δυνατό του σημείο. Ο έξοχος αυτός δημιουργός ξεκίνησε την καριέρα του στη Γερμανία αλλά μετανάστευσε στις ΗΠΑ λόγω Χίτλερ και ξεκίνησε ως σεναριογράφος. Ήταν ένας από τους πρώτους στον τομέα αυτό που ξεκίνησε να σκηνοθετεί τα σενάρια που έγραφε, καθώς ήταν δυσαρεστημένος με τη μεταχείριση των τελευταίων από τους σκηνοθέτες. Διέπρεψε σε πολλά είδη: κωμωδίες/κομεντί (Σαμπρίνα (1953), Επτά Χρόνια Φαγούρα (1955), Μερικοί το Προτιμούν Καυτό (1959, αμφότερες με τη Marilyn Monroe), Η Γκαρσονιέρα (1960)), δράματα και φιλμ νουάρ (Διπλή Αποζημίωση (1944), Λεωφόρος της Δύσης (1950), Μάρτυς Κατηγορίας (1957)), ταινίες όλες κλασικές και καταξιωμένες από την εποχή που προβλήθηκαν μέχρι σήμερα. Είχε συνεργαστεί με όλα σχεδόν τα μεγάλα αστέρια της χρυσής εποχής, αναδεικνύοντας ηθοποιούς όπως ο William Holden και, φυσικά, η Marilyn Monroe. Παραδόξως, οι νίκες του στα Όσκαρ ήρθαν για δύο από τις όχι και τόσο ποιοτικές ταινίες του (Το Χαμένο Σαββατοκύριακο και Η Γκαρσονιέρα), για τις οποίες κέρδισε και το Όσκαρ Σεναρίου, όπως και για τη Λεωφόρο της Δύσης. Όντας ο αγαπημένος σκηνοθέτης του Χόλιγουντ στα 50΄s, o Wilder πρακτικά εξαφανίστηκε από τη σκηνή μετά το 1960 (αν και γύρισε κάποιες αξιόλογες κωμωδίες μέχρι τα 70΄s), μη μπορώντας (ή μάλλον, μη θέλοντας) να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα που αναπτύσσονταν στην τέχνη. Παρ΄ όλα αυτά, παραμένει ένας από τους μεγαλύτερους δημιουργούς όλων των εποχών, και οι λάτρεις του σινεμά της εποχής συνήθως τον έχουν πολύ ψηλά στην εκτίμησή τους.

3. Frank Capra (1897-1991)

Frank_CapraΕθνικότητα: Ιταλός (πήρε την αμερικανική υπηκοότητα το 1941)
Όσκαρ Σκηνοθεσίας: 3 (1934, 1936, 1938)
Υποψηφιότητες: 6 (1933, 1934, 1936, 1938, 1939, 1946)

Ίσως πολλοί από σας να μην τον ξέρετε, αλλά ο Frank Capra είναι ο άνθρωπος που διαμόρφωσε την κινηματογραφική ρομαντική κομεντί, και σχεδόν όλες οι «αγαπησιάρικες» αυτές ταινίες μέχρι και σήμερα ακολουθούν τις αρχές του. Αυτή, φυσικά, ήταν μια μόνο από τις προσφορές του στην τέχνη. Αν και Ιταλός, ο Capra αγάπησε ιδιαίτερα τη θετή πατρίδα του, τις ΗΠΑ, και με ταινίες του όπως Mr. Deeds Goes to Town (1936) You Can’t Take it with You και Mr. Smith Goes to Washington (1939) έδειξε την πίστη του στις δυνατότητες και τη σκέψη του αμερικανικού λαού, αν και φυσικά στηλίτευε τη διαφθορά και τη συμφεροντολογική σκέψη των υψηλών κυρίως τάξεων. Ξεκίνησε, φυσικά, με ρομαντικές κομεντί, διαμορφώνοντας για πάντα το είδος με τη μεγάλη του επιτυχία Συνέβη Μια Νύχτα (1934), με τον Clark Gable και την Claudette Colbert, που κέρδισε και τα 5 βασικά Όσκαρ. Αγαπημένοι του ηθοποιοί υπήρξαν ο James Stewart και η Jean Arthur. Ο πρώτος πρωταγωνίστησε και στην ταινία για την οποία γνωρίζουμε κυρίως σήμερα τον Capra, το χριστουγεννιάτικο It’s a Wonderful Life (1946), το οποίο παραδόξως δε σημείωσε επιτυχία όταν προβλήθηκε. Ήταν και το κύκνειο άσμα ουσιαστικά για τον Ιταλό δημιουργό, εν μέσω και κατηγοριών για αντιαμερικανικές ή/και κομμουνιστικές ενέργειες, κι ας ήταν από τους βασικούς συντελεστές της προσπάθειας του Χόλιγουντ να στηρίξει τον αμερικανικό στρατό στον Β΄ Παγκόσμιο. Η εκπληκτική του ισορροπία μεταξύ κωμωδίας και δράματος και τα διαχρονικά μηνύματα των ταινιών του τον καθιστούν έναν από τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες όλων των εποχών.

2. William Wyler (1902-1981)

William_WylerΕθνικότητα: Γερμανός (πήρε την αμερικανική υπηκοότητα το 1938)
Όσκαρ Σκηνοθεσίας: 3 (1942, 1946, 1959)
Υποψηφιότητες: 12 (1936, 1939, 1940, 1941, 1942, 1946, 1949, 1951, 1953, 1956, 1959, 1965)

Μια ντουζίνα υποψηφιότητες, τρεις νίκες, και ο Γερμανο-αμερικανός αυτός σκηνοθέτης έχει περάσει για πάντα στο πάνθεον των οσκαρικών ρεκόρ. Ξεκίνησε να γυρίζει ταινίες στο Χόλιγουντ από πολύ νωρίς, το 1925, και στα μέσα της δεκαετίας του 1930 είχε ήδη αρχίσει να γυρίζει σημαντικές ταινίες, με μόνιμη πρωταγωνίστρια την αγαπημένη του τότε Bette Davis. Αν και αναμφίβολα μεγάλος δημιουργός, ο αριθμός των υποψηφιοτήτων του τον κολακεύει επειδή γύριζε ταινίες που πάντοτε αγαπούσε η Ακαδημία. Είχε… master στο κλασικό μελόδραμα, με μεγάλες ταινίες όπως Jezebel, Ανεμοδαρμένα Ύψη (1939), Το Γράμμα (1940) και Τα Καλύτερα Χρόνια της Ζωής μας (1946) να αποτελούν από τα καλύτερα δείγματα του είδους. Τελειομανής όσο δεν πήγαινε, οι ταινίες του είχαν πάντοτε φαντασμαγορικά σκηνικά και κοστούμια, μεγάλους αστέρες και πολυσύνθετους χαρακτήρες. Αν και προτιμούσε τα μεγάλα ονόματα, έδωσε πρωταγωνιστικούς ρόλους σε νέους ηθοποιούς όπως η Audrey Hepburn (Διακοπές στη Ρώμη, 1953) και η Barbra Streisand (Funny Girl, 1968), ταινίες που απέδειξαν τις ικανότητες του και στην ανάλαφρη κομεντί. Το μεγαλύτερο έπος του ήταν φυσικά ο Μπεν Χουρ (1959) με τον Τσάρλτον Ίστον, μια ταινία που πέρασε στην αιωνιότητα χάρη και στην εξαίρετη σκηνοθεσία του και τη μαεστρική χρήση της (έγχρωμης, πλέον) κάμερας. Με 35 χρόνια επιτυχιών και βραβείων, ο Wyler έχει στο ενεργητικό μερικά από τα μεγαλύτερα και ανθεκτικά στο χρόνο χολιγουντιανά έπη.

1. John Ford (1894-1973)

220px-John_Ford_1946Εθνικότητα: Αμερικανός
Όσκαρ Σκηνοθεσίας: 4 (1935, 1940, 1941, 1952)
Υποψηφιότητες: 5 (1935, 1939, 1940, 1941, 1952)

Ο βασιλιάς σκηνοθέτης του κλασικού γουέστερν είναι και ο βασιλιάς των Όσκαρ, έστω κι αν καμία νίκη του δεν ήρθε για κάποιο γουέστερν. Ξεκίνησε να σκηνοθετεί πολύ παλιά, το 1917, αλλά πέρασαν περίπου 20 χρόνια για να έρθει στο προσκήνιο του Χόλιγουντ. Η ταινία-ορόσημο για τον ίδιο ήταν το γουέστερν Stagecoach (1939), μια ταινία που ξεκίνησε ουσιαστικά την καριέρα του ίδιου, του μόνιμου πρωταγωνιστή και μεγάλου αστέρα John Wayne, αλλά και του κινηματογραφικού γουέστερν γενικότερα. Ένα είδος που φυτοζωούσε στα 30΄s, o Ford και ο Wayne ανέδειξαν τη δυναμική του και οι ταινίες που γύρισαν (The Searchers (1956), Ο άνθρωπος που σκότωσε το Λίμπερτι Βάλανς (1962), How the West Was Won (1963) και άλλες) θεωρούνται κλασικά διαμάντια σήμερα και επηρέασαν αρκετές μεταγενέστερες παραγωγές. Φυσικά ο Φορντ διέπρεψε και σε άλλα είδη εκτός από το γουέστερν, με ταινίες όπως Τα Σταφύλια της Οργής (1940), The Quiet Man (1952) και Mogambo (1953) να αναδεικνύουν το απλό, σαφές αλλά πάντοτε πρωτότυπο στιλ του. Κέρδισε Όσκαρ ακόμη και για ντοκιμαντέρ (το 1942), αποδεικνύοντας τη σχέση λατρείας του με τα χρυσά αγαλματίδια. Εκκεντρικός και με πολλές ιδιοτροπίες, ο Φορντ και οι ταινίες του λατρεύονταν και λατρεύονται από πολλούς και απορρίπτονται από άλλους τόσους. Με μόνο 5 υποψηφιότητες κατάφερε να συλλέξει 4 Όσκαρ και φιγουράρει μόνος πρώτος στις νίκες για σκηνοθέτες. Ένας πραγματικός εργάτης της σκηνοθεσίας, ο Φορντ είναι μια χαρακτηριστική φιγούρα της Χρυσής Εποχής του Χόλιγουντ και το ρεκόρ του δείχνει αυτή τη στιγμή ακατάρριπτο.

Αξίζει να σημειωθεί πως κανένας έγχρωμος σκηνοθέτης (δεν είναι πολλοί, δυστυχώς, έτσι κι αλλιώς) δεν έχει κερδίσει το Όσκαρ Σκηνοθεσίας, ενώ μόνο μια γυναίκα (η Kathryn Bigelow, το 2009), τα έχει καταφέρει. Πειστική απόδειξη, νομίζω, της ανισότητας που επικρατεί στους κόλπους των επαγγελματιών «πίσω από την κάμερα» στον κινηματογράφο…

OscarsΟσκαρική εβδομάδα αυτή που διανύουμε, με την απονομή της 28ης Φεβρουαρίου να είναι πλέον «προ των πυλών». Δε θα μπορούσαν να λείπουν τα αφιερώματα του Cinema Therapy και αυτή τη χρονιά!

Έχοντας πλέον 24 κατηγορίες βραβείων, τα Όσκαρ προσπαθούν να βραβεύσουν όλα τα στοιχεία που αποτελούν μια ταινία, από τη σκηνοθεσία και το σενάριο μέχρι τις… κομμώσεις και το μακιγιάζ. Παρ΄ όλα αυτά, τα σημαντικότερα βραβεία εξακολουθούν να είναι αυτά που ασχολούνται με τις ερμηνείες, το σενάριο, τη σκηνοθεσία και, φυσικά, αυτό της καλύτερης ταινίας.

Στο αφιέρωμα αυτό θα ασχοληθούμε με το Όσκαρ Σκηνοθεσίας και, συγκεκριμένα, με τους 10 σκηνοθέτες που έχουν κερδίσει τα περισσότερα βραβεία. Το Όσκαρ Σκηνοθεσίας θεωρείται το δεύτερο πιο αξιοσημείωτο βραβείο μετά από αυτό της καλύτερης ταινίας (που όμως δεν απευθύνεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο), κάτι που αποδεικνύεται από το γεγονός ότι 63 ταινίες (από τις 87 απονομές) που κέρδισαν το ένα κέρδισαν και το άλλο. Εάν το να το κερδίσει κανείς μια φορά είναι μεγάλο επίτευγμα, μόλις 19 σκηνοθέτες τα έχουν καταφέρει (τουλάχιστον) 2 φορές. Αν και τα Όσκαρ δεν είναι πάντοτε ούτε δίκαια ούτε αντικειμενικά, ούτε πρέπει να λαμβάνονται ως ο μοναδικός δείκτης ποιότητας ενός δημιουργού, οι περισσότεροι από τους σκηνοθέτες αυτούς αποτελούν μεγάλα ονόματα του άλλοτε και του σήμερα.

Επειδή εμείς επιθυμούσαμε το αφιέρωμά μας να έχει 10 σκηνοθέτες, από τους 19 που κέρδισαν 2 ή περισσότερες φορές, ο αριθμός των συνολικών υποψηφιοτήτων αποτέλεσε το «κριτήριο ισοβαθμίας» για όσους κέρδισαν ακριβώς 2 βραβεία. Η λίστα, όπως αναμενόταν, περιέχει μεγάλους δημιουργούς αλλά και ονόματα-εκπλήξεις, ενώ άλλα μεγάλα ονόματα απουσιάζουν. Θα διαπιστώσετε πως τις πρώτες θέσεις μονοπωλούν κυρίως σκηνοθέτες της παλιάς εποχής. Οι λόγοι που συμβαίνει αυτό δεν είναι συγκεκριμένοι, αλλά το γεγονός οφείλεται μάλλον στο ότι τώρα περισσότεροι σκηνοθέτες έχουν την ευκαιρία να αναδείξουν το ταλέντο τους (σε αντίθεση με παλαιότερα που λίγα μεγάλα ονόματα αναλάμβαναν τις μεγάλες παραγωγές), καθώς και στην επιθυμία της Ακαδημίας να «μοιράσει» τα βραβεία και να μην αφήσει πολλούς αδικημένους.

image03_big-528x67710. Frank Lloyd (1886-1950)
Εθνικότητα: Σκοτσέζος (πήρε αμερικανική υπηκοότητα το 1932)
Όσκαρ Σκηνοθεσίας: 2 (1929, 1933)
Υποψηφιότητες*: 5 (1929,1929,1929,1933,1935)

*Στα πρώτα χρόνια των Όσκαρ ήταν συχνό φαινόμενο ένας σκηνοθέτης (και όχι μόνο) να προτείνεται 2 ή 3 φορές για το ίδιο βραβείο, για διαφορετικές ταινίες. Οι κανόνες των βραβείων επιτρέπουν και τώρα κάτι τέτοιο, αλλά συμβαίνει πολύ σπάνια.

Να μια περίπτωση δημιουργού που κέρδισε 2 Όσκαρ Σκηνοθεσίας όταν τα βραβεία ήταν ακόμη «νεογέννητα» και μετά βούλιαξε στην ανωνυμία. Ο Frank Lloyd, γεννημένος στη Γλασκόβη, ξεκίνησε να σκηνοθετεί το 1915 και σύντομα μετανάστευσε στις ΗΠΑ. Διέπρεψε στον βωβό κινηματογράφο και η μεγάλη του χρονιά ήταν το 1929, όταν σκηνοθέτησε τρεις ταινίες (The Divine Lady, Weary River, Drag) που απέσπασαν τα εύσημα από τους κριτικούς της εποχής και προτάθηκε για Όσκαρ και για τις τρεις. Κερδίζοντας για την πρώτη, έγινε ο τελευταίος σκηνοθέτης μέχρι τον Michel Hazanavicius το 2011 (The Artist) που κέρδισε το βραβείο σκηνοθετώντας ταινία χωρίς ήχο. Ακολούθησε και δεύτερο βραβείο το 1933 για το ιστορικό δράμα Cavalcade. Όλες αυτές οι ταινίες, καθώς και ο ίδιος ο Lloyd, παραμένουν παγκοσμίως άγνωστες στο ευρύ κοινό σήμερα, και μνημονεύονται μόνο από τους φανατικούς των ταινιών της εποχής. Μοναδική του κάπως πιο γνωστή σήμερα ταινία η περιπέτεια Mutiny on the Bounty (1935) με τον Clark Gable, που του χάρισε και την τελευταία του υποψηφιότητα. Η καριέρα του πήρε οριστικά την κατιούσα από εκεί και πέρα, και ουδείς θα πίστευε πως ο αξιόλογος, κατά τ΄ άλλα, Lloyd, έχει κερδίσει περισσότερα βραβεία από σκηνοθέτες όπως ο Χίτσκοκ, ο Τσάπλιν, ο Σκορτσέζε και ο Κιούμπρικ. Αυτά είναι τα Όσκαρ, όμως!

9. George Stevens (1904-1975)

StevensΕθνικότητα: Αμερικανός
Όσκαρ Σκηνοθεσίας: 2 (1951,1956)
Υποψηφιότητες: 5 (1943,1951,1954,1956,1959)

Ίσως υπερεκτιμημένος στην εποχή του, αλλά αναμφίβολα ικανότατος και πολυτάλαντος, ο αυτοδημιούργητος George Stevens υπήρξε από τους πιο καταξιωμένους σκηνοθέτες της κλασικής εποχής. Ξεκίνησε την καριέρα του στην έβδομη τέχνη το 1930, ως οπερατέρ και φωτογράφος πριν ασχοληθεί με το σενάριο και τη σκηνοθεσία. Δούλεψε πρακτικά με όλα τα αστέρια της εποχής (Fred Astaire & Ginger Rogers, Spencer Tracy & Katharine Hepburn, Cary Grant, James Stewart, Barbara Stanwyck, Bette Davis, Montgomery Clift, Irene Dunne, Montgomery Clift, Elizabeth Taylor, James Dean), και ενώ καταξιώθηκε για τη δουλειά του σε ανάλαφρες κωμωδίες και μιούζικαλ, προς το τέλος της καριέρας του έκανε στροφή στα επικά και μη μελοδράματα. Τέσσερα από αυτά (Για Μια Θέση στον Ήλιο (1951), Shane (1953), Giant (1956) και Το Ημερολόγιο της Άννας Φρανκ (1959), του χάρισαν ισάριθμες υποψηφιότητες για Όσκαρ, ενώ κέρδισε το 1951 και το 1956. Εξίσου ικανός σε κωμωδίες και δράματα, και δουλεύοντας εξίσου καλά με μεγάλες βεντέτες και νέα ταλέντα, ο Stevens είχε κερδίσει τεράστια φήμη και ήταν περιζήτητος. Σήμερα, οι περισσότερες ταινίες του θεωρούνται ελαφρώς ξεπερασμένες με τη σύγχρονη κινηματογραφική ματιά, αν και η σκηνοθετική ποιότητα και οι ερμηνείες τους εξακολουθούν να κρίνονται σε υψηλό επίπεδο.

8. Elia Kazan (1909-2003)

KazanΕθνικότητα: Αμερικανός (γεννημένος στην Τουρκία, από Έλληνες γονείς)
Όσκαρ Σκηνοθεσίας: 2 (1947,1954)
Υποψηφιότητες: 5 (1947,1951,1954,1955,1963)

Γεννημένος με το όνομα Ηλίας Καζαντζόγλου, από Έλληνες γονείς στην Κωνσταντινούπολη, ο Elia Kazan ήταν ένας από τους αναμορφωτές του αμερικανικού κινηματογράφου για τουλάχιστον 20 χρόνια. Συνιδρυτής του περίφημου Actors Studio, το 1947, ο Kazan ήταν από τους πρώτους σκηνοθέτες που αντιλήφθηκαν την ανάγκη να βρίσκονται κοντά και να καθοδηγούν τους πρωταγωνιστές των ταινιών τους, καθώς και πως επιτυχημένος σκηνοθέτης δεν είναι τόσο αυτός που θα του δώσεις τα μεγάλα ονόματα και ένα τεράστιο μπάτζετ και θα φτιάξει μια καλή ταινία, αλλά αυτός που θα αναδείξει νέα πρόσωπα και τεχνικές. Με ταινίες όπως Gentleman’s Agreement (1947, πρώτο Όσκαρ) Λεωφορείον ο Πόθος (1951), Το Λιμάνι της Αγωνίας (1954, δεύτερο Όσκαρ), Ανατολικά της Εδέμ (1955) και Αμέρικα, Αμέρικα (1963), ο Καζάν έφερε στο φως άγνωστους μέχρι τότε νέους ηθοποιούς όπως ο Marlon Brando, o James Dean, o Warren Beatty και η Eve Marie Saint, που αργότερα έγιναν από τα μεγαλύτερα αστέρια του χώρου. Ταυτόχρονα, προσέδωσε μια θεατρική ζωντάνια και παραστατικότητα στην τέχνη του κινηματογράφου, ξεφεύγοντας από την αυστηρή μέχρι τότε ιεραρχία του Χόλιγουντ. Μπορούσε να συνεργαστεί και με μεγάλα αστέρια της τέχνης (Gregory Peck, Vivien Leigh) με εξίσου μεγάλη επιτυχία, ήταν από τους πρώτους σκηνοθέτες που προσπαθούσαν να περάσουν κοινωνικά μηνύματα μέσω των ταινιών του, και οι περισσότεροι ηθοποιοί που συνεργάστηκαν μαζί του τον λάτρευαν. Δυστυχώς, μελανή σελίδα στην καριέρα του η απόφαση του να καταθέσει εναντίον τουλάχιστον 20 συναδέλφων του, μεταξύ των οποίων και πρώην συνεργατών του, στην ταραγμένη περίοδο του Μακαρθισμού, τερματίζοντας μόνιμα ή προσωρινά τις καριέρες τους. Η κίνηση του αυτή αμαυρώνει τη φήμη του μέχρι σήμερα, αλλά θα ήταν άδικο να τον θυμόμαστε μόνο γι΄ αυτό…

7. Fred Zinnemann (1907-1997)

220px-Fred_Zinnemann_1940sΕθνικότητα: Αυστριακός (απέκτησε την αμερικανική υπηκοότητα το 1954)
strong>Όσκαρ Σκηνοθεσίας: 2 (1953,1966)
Υποψηφιότητες: 7 (1948,1952,1953,1959,1960,1966,1977)

Ένας από τους πιο αμφιλεγόμενους σκηνοθέτες της ύστερης κλασικής εποχής (1945-1965), ο Zinnemann ανήκε σε μια μεγάλη γενιά Γερμανών και Αυστριακών κινηματογραφιστών που ξεκίνησαν τις καριέρες τους την εποχή του Γερμανικού εξπρεσιονισμού (δεκαετία 1920), για να αναγκαστούν να αφήσουν την πατρίδα τους λόγω της ανόδου του ναζισμού. Μετανάστευσε πρώτα στη Γαλλία και έπειτα στις ΗΠΑ, με πρώτη του επιτυχία εκεί το δράμα The Seventh Cross με τον Spencer Tracy, ενώ το 1950 με την ταινία The Men, έδωσε στον Μάρλον Μπράντο τον πρώτο του σημαντικό ρόλο. Γενικότερα ειδικεύτηκε στα θρίλερ, τα φιλμ νουάρ και τα γουέστερν, και ένα τέτοιο, Το Τρένο Θα Σφυρίξει Τρεις Φορές (1952), με τον Gary Cooper και τη Grace Kelly, αύξησε κατακόρυφα τη δημοτικότητά του. Παρά τις αντιδράσεις που εξακολουθεί να προκαλεί η ταινία για την αλληγορική στήριξή της στις μαύρες λίστες και το Μακαρθισμό, στο έργο αυτό καθώς και στο επικό μελόδραμα From Here to Eternity (1953), ο Zinnemann έδειξε πόσο καλά ήξερε να χειρίζεται την κάμερα (ειδικεύτηκε σε αργές ταινίες με μεγάλης διάρκειας πλάνα) αλλά και να καθοδηγεί τους ηθοποιούς. Η τελευταία ταινία περιλάμβανε ένα καστ αστέρων (Frank Sinatra, Deborah Kerr, Montgomery Clift, Donna Reed) και κέρδισε 8 Όσκαρ, ένα εκ των οποίων για το σκηνοθέτη. Αν και βρισκόταν στην ακμή του, ο Zinnemann δεν κατάφερε ποτέ να γυρίσει μια τόσο αξιόλογη ταινία όσο οι δύο προηγούμενες. Εξακολούθησε όμως να βρίσκεται στο προσκήνιο για αρκετά χρόνια, κερδίζοντας δεύτερο Όσκαρ το 1966 για την ταινία A Man for All Seasons, που εκμεταλλεύτηκε (και) την έλλειψη ποιοτικών ταινιών εκείνη τη χρονιά για να σαρώσει τα βραβεία. Το όνομα του Zinnemann δεν έμεινε στα χρόνια που πέρασαν εξίσου γνωστό με άλλων μεγάλων σκηνοθετών της εποχής, και συχνά το στιλ του θεωρείται ξεπερασμένο. Οι ταινίες του πάντως εξακολουθούν να μνημονεύονται, ειδικά στις ΗΠΑ, με Το Τρένο Θα Σφυρίξει Τρεις Φορές να θεωρείται ένα από τα καλύτερα γουέστερν όλων των εποχών.

6. Sir David Lean (1908-1991)

220px-DavidLeanΕθνικότητα: Βρετανός
Όσκαρ Σκηνοθεσίας: 2 (1957,1962)
Υποψηφιότητες: 7 (1946,1947,1955,1957,1962,1965,1984)

Ο συνεχιστής του Cecil DeMille, όπως τον αποκαλούσαν, ο πολυτάλαντος Βρετανός σκηνοθέτης, σεναριογράφος και παραγωγός David Lean είναι υπεύθυνος για την ύπαρξη ορισμένων από τα μεγαλύτερα «εξωτικά» επικά μελοδράματα των 1950’s και των 1960΄s. Ξεκίνησε την καριέρα του στην πατρίδα του, τη Μεγάλη Βρετανία, και το 1945 γύρισε το δράμα Brief Encounter, που θεωρείται μια απο τις καλύτερες ρομαντικές ταινίες όλων των εποχών. Ακολούθησαν δύο μεταφορές διάσημων έργων του Καρόλου Ντίκενς (Μεγάλες Προσδοκίες (1946) και Όλιβερ Τουίστ (1948)), που έκαναν τους Βρετανούς κριτικούς να τον χαρακτηρίσουν «βασιλιά του μελοδράματος». Ακόμη δεν είχαν δει τίποτα! Ο Lean δε συμπαθούσε ιδιαίτερα το Χόλιγουντ αλλά δελεάστηκε να γυρίσει κάποιες αμερικανικές (συμ)παραγωγές, με πρώτη την ανάλαφρη κομεντί Summertime με την Katharine Hepburn. Ακολούθησε μια δεκαετία με τρία από τα μεγαλύτερου μήκους και μπάτζετ κινηματογραφικά έπη όλων των εποχών, που χάρισαν 2 Όσκαρ και 3 υποψηφιότητες στο σκηνοθέτη (είχε ήδη άλλες 3). Πρόκειται για τη Γέφυρα του Ποταμού Κβάι (1957), μια ιστορία για μια ομάδα Βρετανών και Αμερικανών αιχμαλώτων στον Β΄ Παγκόσμιο, τον Λόρενς της Αραβίας, που έκανε διάσημο των πρωταγωνιστή Πίτερ Ο΄ Τουλ και είναι μάλλον η πιο γνωστή -και καλύτερη- ταινία του και το δακρύβρεχτο έπος Δόκτωρ Ζιβάγκο (1965) που αποτέλεσε τη μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία του. Από το 1965 και μετά ο Lean, όπως και οι περισσότεροι σύγχρονοί του δημιουργοί, δούλευε σχετικά σπάνια, αλλά πρόλαβε να προταθεί για 7η φορά για Όσκαρ για το φαντασμαγορικό Πέρασμα στην Ινδία (1984), ταινία στην οποία εκτός από σενάριο και σκηνοθεσία έκανε και το μοντάζ! Οι ταινίες του Lean έχουν επηρεάσει αρκετούς μεταγενέστερους δημιουργούς και έθεσαν τις βάσεις για την κατασκευή ενός «σοβαρού» μελοδράματος, μιας ταινίας δηλαδή που εκτός από εντυπωσιακά σκηνικά, κοστούμια, καστ αστέρων και βαρύγδουπους διαλόγους, μπορεί να περάσει τα μηνύματα της και να καθηλώσει το θεατή με την ιστορία της.

Polar Express Από τότε που καθιερώθηκαν οι υπέροχες αυτές μέρες των Χριστουγέννων ως γιορτινές, ο άνθρωπος προσπάθησε να εκφράσει τα συναισθήματά του με κάθε μορφή τέχνης. Στον 20ό αιώνα ήρθε και ο κινηματογράφος με τις πολλές χριστουγεννιάτικες ταινίες για το… κερασάκι στην τούρτα. Αλλά, αν ταινία χωρίς μουσική και τραγούδια δε γίνεται, σίγουρα δε γίνεται χριστουγεννιάτικη ταινία χωρίς τα αντίστοιχα πανέμορφα τραγούδια…

Ο άνθρωπος ξεκίνησε να γράφει τραγούδια για τα Χριστούγεννα πρακτικά από τότε που καθιερώθηκαν οι γιορτές, και μέχρι σήμερα έχουν γραφεί χιλιάδες τέτοια κάθε μορφής και είδους. Ορισμένα παίζονται παντού κάθε χρόνο στην περίοδο των Χριστουγέννων και είναι σχεδόν… απαραίτητα για να μας βάλουν στο κλίμα.

Οι χριστουγεννιάτικες ταινίες, από την άλλη, είναι σχεδόν τόσο παλιά «ανακάλυψη» όσο και συνολικά η έβδομη τέχνη, και πολλές απ΄ αυτές έχουν γίνει κι αυτές μέρος της χριστουγεννιάτικης παράδοσης. Είναι προφανές πως οι ταινίες αυτές συνοδεύονται από τα αντίστοιχα τραγούδια, απλούστατα για να γίνουν… ακόμα πιο χριστουγεννιάτικες! Κάποιες φορές, μάλιστα, έχουν γραφεί καινούρια τραγούδια ειδικά για μια τέτοια ταινία, αρκετά εκ των οποίων απέκτησαν αρκετή φήμη με το πέρασμα του χρόνου, ενώ άλλες ταινίες χρησιμοποίησαν ήδη δοκιμασμένα διάσημα τραγούδια για τη μουσική επένδυσή τους. Άλλες φορές κάποιος από τους χαρακτήρες της ταινίας εκτελεί το τραγούδι με την κατάλληλη αφορμή, άλλες πάλι αυτό αποτελεί απλά μουσική υπόκρουση και παίζεται… πίσω απ΄ τους διαλόγους. Προφανώς, επίσης, τα πιο διάσημα τραγούδια δεν ακούγονται μόνο σε μια ταινία με θέμα τις γιορτές, αλλά σε πάρα πολλές. Δεν έχει καμιά σημασία. Σημασία έχει ότι ο κινηματογράφος μας έχει δώσει την ευκαιρία να συνοδεύσουμε τα αγαπημένα μας χριστουγεννιάτικα τραγούδια με ανάλογες ταινίες. Ας δούμε (μόλις) εννιά από αυτά…

1. White Christmas (1942) από την ταινία Holiday Inn (1942)
Μουσική: Irving Berlin
Στην ταινία το ερμηνεύουν: Bing Crosby & Marjorie Reynolds
Όσκαρ Καλύτερου Τραγουδιού, 1942

Το κλασικό κομμάτι του Irving Berlin, που γράφτηκε γι΄ αυτή την ταινία και ακούγεται σε εκατοντάδες άλλες (και όχι μόνο σε ταινίες), στην πρώτη αυθεντική του εκτέλεση από τον ανεπανάληπτο Bing Crosby.

2. Have Yourself a Merry Little Christmas (1943) από την ταινία Meet Me in St. Louis (1944)
Μουσική: Hugh Martin
Στην ταινία το ερμηνεύει: Judy Garland

Ακόμα ένα αγαπημένο εδώ και 70 χρόνια χριστουγεννιάτικο κομμάτι, που γράφτηκε κι αυτό ειδικά για την ταινία. Εκτός από τη Garland, το ερμήνευσαν αργότερα ο Crosby, o Frank Sinatra και πάρα πολλοί άλλοι.

3. Auld Lang Syne (1788) από την ταινία It’s a Wonderful Life (1946)
Μουσική: William Shield (πιθανολογείται)
Στην ταινία το ερμηνεύει: Σχεδόν όλο το καστ

Μια από τις αγαπημένες χριστουγεννιάτικες μελωδίες στις αγγλόφωνες κυρίως χώρες, το τραγούδι αυτό ακούγεται συνήθως με το που αλλάζει ο χρόνος. Στην ταινία αυτή, την καλύτερη κατά τη γνώμη μου χριστουγεννιάτικη όλων των εποχών, ακούγεται στην τελευταία συγκλονιστική σκηνή, τη νύχτα της παραμονής των Χριστουγέννων.

4. Let it Snow (1945) από την ταινία Πολύ Σκληρός για να Πεθάνει (1988)
Μουσική: Jule Styne
Στην ταινία το ερμηνεύει: Dean Martin (soundtrack)

Το Die Hard και το πρώτο του σίκουελ (Die Harder), δεν είναι αυτό που θα λέγαμε μια τυπική Χριστουγεννιάτικη ταινία. Απ΄ τη στιγμή όμως που διαδραματίζεται Χριστούγεννα, και τέλος καλό όλα καλά, γιατί να μη χρησιμοποιήσει μια από τις πιο γνωστές μελωδίες των γιορτών στη μουσική της επένδυση, πλαισιωμένη με τη φωνή του Dean Martin, ο οποίος και καθιέρωσε το τραγούδι;

5. Rockin΄ Around the Christmas Tree (1958) από την ταινία Μόνος στο Σπίτι (1990)
Μουσική: Johnny Marks
Στην ταινία το ερμηνεύει: Brenda Lee (soundtrack)

Το Home Alone είναι η χριστουγεννιάτικη ταινία που δε θα βαρεθούμε ποτέ να βλέπουμε, κι ας το κάνουμε κάθε χρόνο. Η μουσική της επένδυση είναι εξαιρετική και περιλαμβάνει το βραβευμένο με Όσκαρ -και γραμμένο ειδικά για την ταινία- Somewhere in My Memory. Εμείς εδώ σας παραθέτουμε ακόμη μια κλασική επιτυχία των γιορτών που ακούγεται στην ταινία όταν ο παμπόνηρος Κέβιν προσπαθεί να ξεγελάσει τους γκαφατζήδες επίδοξους διαρρήκτες του σπιτιού του.

6. Jingle Bell Rock (1957) από την ταινία Μόνος στο Σπίτι 2 (1992)
Μουσική: Joe Beal & Jim Boothe
Στην ταινία το ερμηνεύει: Bobby Helms (soundtrack)

Ακόμα ένα κομμάτι άρρηκτα συνδεδεμένο με τις μέρες των Χριστουγέννων εδώ και πολλά χρόνια. Ακούγεται σε κάθε πιθανή και απίθανη μορφή σε πολλές ταινίες (όπως το Mean Girls του 2004), και, φυσικά, στο σίκουελ του Home Alone. Ένα σίκουελ όχι τόσο πετυχημένο και διάσημο όσο η πρώτη ταινία, αλλά έχει κι αυτό τη θέση του στη χριστουγεννιάτικη κινηματογραφική παράδοση.

7. What’s This? (1993) από την ταινία The Nightmare Before Christmas (1993)
Μουσική: Danny Elfman
Στην ταινία το ερμηνεύει: Danny Elfman

Εδώ αφιερώσαμε ολόκληρο άρθρο στο τραγούδι αυτό, είναι δυνατόν να έλειπε απ΄ τη συγκεκριμένη λίστα; Σίγουρα όχι τόσο πολυδιαφημισμένο όσο τα υπόλοιπα, αλλά κι αυτό αγαπημένο κι εξίσου ιδιαίτερο με τον πολύ… εναλλακτικό Χριστουγεννιάτικο Εφιάλτη του Τιμ Μπάρτον για τον οποίο και γράφτηκε.

8. All I Want for Christmas for You (1994) από την ταινία Love Actually (2003)
Μουσική: Mariah Carey & Walter Afanasieff
Στην ταινία το ερμηνεύει: Olivia Olson

Let΄s face it. To All I Want for Christmas is You της Mariah Carey είναι το πιο διάσημο χριστουγεννιάτικο τραγούδι της σύγχρονης εποχής. Από τότε που βγήκε παίζεται παντού, πολλές φορές, κάθε Χριστούγεννα. Φυσικά έχει επενδύσει αρκετές χριστουγεννιάτικες ταινίες, αλλά η πιο γνωστή εκτέλεσή του είναι μάλλον στην αγαπημένη ρομαντική κομεντί Love Actually στην οποία το ερμηνεύει με γλυκύτητα η 11χρονη τότε Olivia Olson.

9. Santa Claus is Coming To Town (1934) από την ταινία Το Πολικό Εξπρές (2004)
Μουσική: John Frederick Coots & Haven Gillespie
Στην ταινία το ερμηνεύει: Frank Sinatra (soundtrack)

Μια από τις αγαπημένες χριστουγεννιάτικες μελωδίες, ειδικά για τα παιδιά. Όταν ερμηνεύεται με τη μοναδική φωνή του Frank Sinatra και συνοδεύει μια από τις καλύτερες και πιο γνωστές χριστουγεννιάτικες ταινίες των τελευταίων χρόνων, το παιδικό Πολικό Εξπρές του Robert Zemeckis, το αποτέλεσμα είναι απλά ιδανικό.

Για φινάλε, έχουμε ακόμη δυο αγαπημένες χριστουγεννιάτικες μελωδίες που κι αυτές έχουν ακουστεί σίγουρα στον κινηματογράφο, απλώς δε βρήκαμε κάποια χαρακτηριστική ταινία με την οποία να τη συνδέσουμε. Καλές γιορτές σε όλους!! :)

Vivien_Leigh_Gone_Wind_RestoredΥπάρχουν άνθρωποι που μοιάζουν να έχουν όλα όσα χρειάζονται στη ζωή για να πετύχουν, και τελικά όντως να πετυχαίνουν, αλλά να μην καταφέρνουν ποτέ να γίνουν ευτυχισμένοι. Σ΄ αυτή την κατηγορία ανήκει η Βίβιαν Λι, που αν ζούσε σήμερα θα συμπλήρωνε τα 102 της χρόνια. Μια πανέμορφη και εξαιρετικά ταλαντούχα ηθοποιός, που λόγω τρομερών προβλημάτων υγείας, αλλά και επαγγελματικών επιλογών, πρόλαβε να μας αφήσει μόνο κάποια μικρά δείγματα των ικανοτήτων της στα 54 χρόνια της ζωής της.

H Vivien Leigh γεννήθηκε Vivian Mary Hartley στις 5 Νοεμβρίου 1913 στο ορεινό χωριό Darjeeling της (τότε βρετανικής αποικίας) Ινδίας, καθώς ο πατέρας της ήταν αξιωματικός του Βρετανικού στρατού που υπηρετούσε εκεί. Είχε γαλλικές και ιρλανδικές ρίζες, και στα 6 της χρόνια άφησε την Ινδία και πέρασε τα σχολικά της χρόνια σε Αγγλία, Ιταλία και Γαλλία. Από μικρή είχε το «μικρόβιο» της υποκριτικής, αλλά σύντομα φάνηκε πως θα συμβιβαζόταν με την παραδοσιακή ζωή της γυναίκας της εποχής. Συγκεκριμένα, παντρεύτηκε στα 19 της τον δικηγόρο Herbert Leigh Holman και την επόμενη χρονιά έγινε και πρώτη και μοναδική φορά μητέρα, αποκτώντας την κόρη της Suzanne.

Παρ΄όλα αυτά, ήταν αδύνατο για την ίδια να συμβιβαστεί με μια απλή οικογενειακή ζωή, και τελικά η τύχη της άλλαξε όταν την ανέλαβε ο φημισμένος θεατρικός και κινηματογραφικός παραγωγός και σκηνοθέτης Alexander Korda, με συμβουλή του οποίου άλλαξε και το όνομά της. Ο Korda απέρριψε αρχικά τη νεαρή ηθοποιό αλλά βλέποντας τις πρώτες τις σοβαρές εμφανίσεις στο σανίδι, αλλά και στη μεγάλη οθόνη, παραδέχτηκε το λάθος του και έγινε ο ατζέντης της για αρκετά χρόνια.

H Leigh στα τέλη της δεκαετίας του ΄30

H Leigh στα τέλη της δεκαετίας του ΄30

Ο πρώτος σοβαρός ρόλος της Λι ήταν στην ταινία Fire Over England το 1937, πλάι στον επίσης ανερχόμενο τότε Laurence Olivier. Η γνωριμία της με τον Ολίβιε εξελίχθηκε σε μια από τις πιο θυελλώδεις σχέσεις στη showbiz κατά τον αιώνα που πέρασε, παρ΄ότι αρχικά ήταν και οι δύο παντρεμένοι. Την επόμενη χρονιά εξασφάλισε ακόμη πιο πρωταγωνιστικούς ρόλους στις ταινίες A Yank at Oxford, με τους Robert Taylor και Lionel Barrymore, και St. Martin’s Lane με τον Charles Laughton. O τελευταίος ήταν από τους πρώτους που θεώρησαν τη Λι «δύσκολη» στη συνεργασία, γνώμη που συμμερίστηκαν αργότερα αρκετοί που συμμετείχαν στα έργα της. Ταυτόχρονα, σύμφωνα πάντα με την ίδια, η εκπληκτική ομορφιά της αποτελούσε περισσότερο εμπόδιο παρά στήριγμα στην καριέρα της, καθώς έκανε τους περισσότερους να μην την παίρνουν στα σοβαρά για τις υποκριτικές της ικανότητες.

Ο λόγος που η Λι ήταν «δύσκολη», όπως τη χαρακτήριζαν, δεν ήταν παρά μια από τις πιο σοβαρές ψυχικές ασθένειες που υπάρχουν και ονομάζεται διπολική διαταραχή (περισσότερες πληροφορίες στο λινκ). Η ασθένεια αυτή ταλαιπώρησε την ηθοποιό από αρκετά νεαρή ηλικία μέχρι το τέλος της ζωής της, καθιστώντας τη συμπεριφορά της απρόβλεπτη και συχνά επικίνδυνη. Ακόμη χειρότερα, εκείνη την εποχή δεν είχε καν αναγνωριστεί επίσημα η ασθένεια, οπότε οι θεραπείες που λάμβανε η Λι όταν διαγνώστηκε με ψυχικό νόσημα ήταν κυρίως… παγωμένα ντουζ και ηλεκτροσόκ.

Βέβαια, η ασθένεια άργησε αρκετά να εκδηλωθεί σε σοβαρό βαθμό, οπότε η Λι στα τέλη της δεκαετίας του ΄30 κατόρθωσε να κάνει το μεγάλο βήμα και να γίνει αστέρι κυριολεκτικά από το πουθενά. Μετά από μια σύνθετη και χρονοβόρα διαδικασία, η Λι επελέγη μεταξύ περίπου 1000 ηθοποιών για τον πιο σημαντικό και πολυσυζητημένο κινηματογραφικό ρόλο μέχρι τότε, αυτόν της Σκάρλετ Ο΄ Χάρα στο τετράωρο επικό μελόδραμα Όσα Παίρνει ο Άνεμος. Μετά τη διαδικασία του casting, τα γυρίσματα ήταν εξίσου δύσκολα και απαιτητικά, με την απόφαση του παραγωγού David O. Selznick να αντικαταστήσει τον αγαπητό στο καστ σκηνοθέτη George Cukor με τον σχολαστικό, μισογύνη και γνωστό για τις φιλοναζιστικές του απόψεις Victor Fleming να μη διευκολύνει τα πράγματα, ιδιαίτερα για την ίδια τη Leigh και τη συμπρωταγωνίστρια της Olivia de Havilland (αμφότερες Βρετανίδες). Παρ΄όλα αυτά, η ταινία αποτέλεσε μια άνευ προηγουμένη κριτική και εμπορική επιτυχία, κερδίζοντας 10 Όσκαρ (ένα για την ίδια τη Λι) και εισπράττοντας, σε σημερινά νούμερα, 3,44 δισ. $, περισσότερα από οποιαδήποτε άλλη ταινία μέχρι σήμερα.

Παρότι ήταν πια ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα στο Χόλιγουντ, η βραβευμένη πια με Όσκαρ ηθοποιός δε συμπάθησε ποτέ το star system και την πραγματικότητα του αμερικανικού σινεμά, και μετά από μια ακόμη εισπρακτική επιτυχία (Waterloo Bridge, 1940), συνεργαζόταν συνήθως με Βρετανούς ηθοποιούς και σκηνοθέτες που μετανάστευσαν στις ΗΠΑ λόγω Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το 1940 πήρε διαζύγιο από τον Holman και παντρεύτηκε τον Ολίβιε σε μια κλειστή τελετή με μοναδικούς μάρτυρες και παρευρισκόμενους την ηθοποιό Katharine Hepburn και το σκηνοθέτη Garson Kanin. Καθώς ο Ολίβιε ήταν λόρδος, η Βίβιαν πήρε τον τίτλο της Λαίδης Ολίβιε, τον οποίο, όπως και ο σύζυγός της, απέφυγε να χρησιμοποιεί και απεχθανόταν να την αποκαλούν έτσι.

H Leigh ως Κλεοπάτρα, το 1945

H Leigh ως Κλεοπάτρα, το 1945

Μετά από κάποια μελοδράματα μέσα στον πόλεμο (Λαίδη Χάμιλτον (1941), για το οποίο η Λι και ο σύζυγός της προσκλήθηκαν και σε γεύμα με τον Ουίνστον Τσόρτσιλ και τον Φράνκλιν Ρούσβελτ, Καίσαρας και Κλεοπάτρα (1945) κ.α.), το ζεύγος Ολίβιε επέστρεψε στην Αγγλία και αφιερώθηκε κυρίως στο θέατρο. Σύντομα ο Ολίβιε άνοιξε το διάσημο θέατρο Old Vic στο West End, και η Λι έπαιξε πρακτικά όλους τους μεγάλους θεατρικούς ρόλους εκεί: την Ιουλιέτα, τη Λαίδη Μάκβεθ, την Οφηλία, ακόμη και την Αντιγόνη. Σε μια περιοδεία στην Αυστραλία, όμως, η ασθένεια της Λι άρχισε να εκδηλώνεται (είχε προηγηθεί και μια αποβολή) και ένας καβγάς με τον Ολίβιε με αφορμή την φημολογούμενη σχέση της με το νεαρό ηθοποιό Peter Finch ήταν η αρχή του τέλος για το διάσημο ζεύγος. Αν και παρέμειναν παντρεμένοι μέχρι το 1960, αμφότεροι είχαν ασύστολες εξωσυζυγικές σχέσεις, αν και κρατούσαν όσο το δυνατόν κρυφά τα προβλήματά τους.

Στα τέλη των 1940΄s η Λι διαγνώστηκε και με φυματίωση, και μετά από μια δεύτερη αποβολή η υγεία της σίγουρα είχε κλονιστεί. Η καριέρα της επίσης δεν πήγαινε καλά, με την αποτυχία της ταινίας Άννα Καρένινα (1948), όπου έπαιξε τον ομώνυμο ρόλο, να αποτελεί το αποκορύφωμα και να κάνει αρκετούς να ισχυριστούν πως η Λι συνέχιζε να παίζει μεγάλους ρόλους μόνο λόγω του άντρα της. Παρ΄όλα αυτά, η ερμηνεία της ως Blanche Dubois στο έργο Λεωφορείο ο Πόθος στο Λονδίνο ήταν η αφορμή για να επιστρέψει στο Χόλιγουντ και να επαναλάβει το ρόλο για την κινηματογραφική μεταφορά – το 1951 – που περιλάμβανε σχεδόν ολόκληρο το καστ του Broadway, με πρωταγωνιστή τον άσημο τότε Μάρλον Μπράντο. Αν και η Λι αντιμετώπισε πολλά προβλήματα στα γυρίσματα, η χημεία της με τον Μπράντο ήταν εξαιρετική (φήμες, όχι αβάσιμες, ισχυρίζονται πως αυτή η χημεία επεκτάθηκε και εκτός γυρισμάτων) και η ερμηνεία της μια από τις καλύτερες όλων των εποχών, με αποτέλεσμα να κερδίσει και δεύτερο Όσκαρ, 12 χρόνια μετά.

Από εκεί και πέρα η υγεία της Λι πήρε οριστικά την κατιούσα και δεν της επέτρεψε να συμμετάσχει παρά μόνο σε λίγες ταινίες, με τελευταία το Πλοίο των Τρελών (1965) του Stanley Kramer. Το 1963, στα 50 της, εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε μιούζικαλ στο Broadway, με τίτλο Tovarich και κέρδισε το βραβείο Tony. Ήταν η τελευταία της αναλαμπή πριν η σωματική και ψυχική της υγεία καταρρεύσει οριστικά και οδηγήσει στο θάνατό της, στις 8 Ιουλίου του 1967, μετά από επιπλοκές της φυματίωσης, ενώ ετοιμαζόταν να παίξει σε μια ακόμη παράσταση στο Λονδίνο. Προς τιμήν της, όλα τα θέατρο στο κέντρο του Λονδίνου έσβησαν τα φώτα τους για μια ώρα όταν ανακοινώθηκε ο θάνατός της.

Αρκετοί ιστορικοί του κινηματογράφου χαρακτήρισαν τη Λι ως «τη μεγαλύτερη κινηματογραφική σταρ που δεν ήταν». Δεν έγινε σταρ, τουλάχιστον του σινεμά, και ποτέ δεν το επιδίωξε, αγαπώντας πολύ περισσότερο το θέατρο. Δυστυχώς, όμως, υπάρχει ελάχιστο υλικό από τις πολλές παραστάσεις που έδωσε στο Λονδίνο και όχι μόνο, οπότε δεν έχουμε από εκεί δείγματα του ταλέντου της. Τα σοβαρότατα προβλήματα υγείας που παρουσίασε στο μεγαλύτερο διάστημα της ζωής της περιόρισαν ακόμη περισσότερο τις ευκαιρίες της, οπότε σήμερα τα μόνα δείγματα που ουσιαστικά έχουμε είναι οι δύο μεγάλες ερμηνείες της στις ταινίες Όσα Παίρνει ο Άνεμος και Λεωφορείο ο Πόθος (οι υπόλοιπες ταινίες της δεν αποτελούν κάτι ιδιαίτερο, αν και οι ερμηνείες της ήταν πάντα αξιόλογες).

Μαζί με τον επί 20 χρόνια σύζυγό της Λόρενς Ολίβιε, η Λι αποτέλεσε μέρος της θεατρικής οικογένειας πολύ περισσότερο από της κινηματογραφικής, και για αρκετά χρόνια οι δυο τους ήταν οι απόλυτοι σταρ στο Γουέστ Εντ, με επισκέψεις ακόμη και απ΄ τον Τσόρτσιλ και τη μετέπειτα βασίλισσα Ελισάβετ. Παρ΄ όλα αυτά, οι δυο ταινίες που προαναφέραμε εξασφάλισαν πως η Βίβιαν Λι θα αποτελεί πάντα ξεχωριστό μέρος του κλασικού αμερικανικού κινηματογράφου. Ποιος μπορεί να ξεχάσει τη Σκάρλετ Ο΄ Χάρα, άλλωστε;

Το συγκλονιστικό φινάλε του Όσα Παίρνει ο Άνεμος με ατάκες-φωτιά από τη Leigh και το συμπρωταγωνιστή της Clark Gable.

220px-James_Dean_in_East_of_Eden_trailer_2Ήταν απόγευμα, 30 Σεπτεμβρίου του 1955. 60 χρόνια πριν. Σ΄ έναν αυτοκινητόδρομο στο Cholame της Καλιφόρνια, μια πανάκριβη Porsche 550 συγκρούεται έχοντας μεγάλη ταχύτητα μ΄ ένα Ford Tudor, εκτροχιάζεται και διαλύεται, σκοτώνοντας τον οδηγό της. Ο οδηγός αυτός δεν ήταν άλλος από ένα από τα μεγαλύτερα είδωλα της έβδομης τέχνης και του 20ού αιώνα γενικότερα, ο James Dean. Ένας άνθρωπος που έζησε μόλις 24 χρόνια και πρωταγωνίστησε σε μόλις τρεις ταινίες, αλλά εξακολουθεί να επηρεάζει τον κινηματογράφο και το δυτικό πολιτισμό μέχρι σήμερα.

Ο Dean υπήρξε ο τελευταίος μιας μεγάλης γενιάς κλασικών ηθοποιών, και ταυτόχρονα ο πρώτος, μαζί με τον Marlon Brando, μιας άλλης, εξίσου σημαντικής, γενιάς νέων ηθοποιών που αμφισβήτησαν τη φιλοσοφία του κλασικού Χόλιγουντ και εισήγαγαν νέες τεχνικές στην υποκριτική. Γεννήθηκε το 1931 στο Marion της Ιντιάνα, και τα παιδικά του χρόνια σημαδεύτηκαν από το θάνατο της πολυαγαπημένης του μητέρας, Mildred, που ήρθε ξαφνικά από καρκίνο όταν ο James ήταν μόλις 9 ετών. Σύντομα πήγε να ζήσει με τη μεγαλύτερη αδερφή του και το σύζυγό της στο Fairmount, όπου στην εφηβεία του αναζήτησε τις συμβουλές και την καθοδήγηση του Μεθοδιστή πάστορα James DeWeerd, ο οποίος φημολογείται ότι τουλάχιστον προσπάθησε να συνάψει ερωτική σχέση μαζί του. Τελικά ο Dean πήγε να σπουδάσει στο UCLA στο Λος Άντζελες, όπου έκανε τα πρώτα του βήματα στην υποκριτική. Σύντομα εγκατέλειψε το πανεπιστήμιο για να αφοσιωθεί πλήρως στην τέχνη του, και ξεκίνησε να εμφανίζεται σε τηλεοπτικές διαφημίσεις το 1951, κάνοντας τα πρώτα του επαγγελματικά βήματα στο χώρο.

Λίγο αργότερα ήλθε και το «βάπτισμα του πυρός» για τον Dean στη μεγάλη οθόνη, με τρεις ταινίες στις οποίες εμφανίστηκε σε πολύ μικρούς ρόλους. Σύντομα εγκατέλειψε το Χόλιγουντ για τη Νέα Υόρκη, όπου κι έγινε δεκτός στο περίφημο Actors Studio και διδάχτηκε την πρωτοποριακή υποκριτική μέθοδο method acting από τον φημισμένο Lee Strasberg. Κατόπιν απέκτησε κάποιους ρόλους σε τηλεοπτικές σειρές, όπου άρχισε να καθιερώνεται και ο τύπος του «οργισμένου νέου» τον οποίο υποδύθηκε με τεράστια επιτυχία αργότερα στις ταινίες του και χάρη σ΄ αυτόν, κυρίως έμεινε στην ιστορία. Η εμφάνισή του στο θεατρικό έργο The Immoralist, το 1954, ήταν αυτή που τράβηξε την προσοχή του Χόλιγουντ, με τον Dean σύντομα να επιστρέφει εκεί με σκοπό αυτή τη φορά να αφήσει το στίγμα του. Και το έκανε.

Μια από τις αρκετές ατάκες-αποφθέγματα που αποδίδονται στον James Dean.

Μια από τις αρκετές ατάκες-αποφθέγματα που αποδίδονται στον James Dean.

Ο πρώτος του πρωταγωνιστικός ρόλος ήταν αυτός του «οργισμένου νέου» Cal Trask στην ταινία Ανατολικά της Εδέμ (1955), εμπνευσμένη απ΄ το ομότιτλο μυθιστόρημα του John Steinbeck. Σκηνοθέτης της ήταν ο Elia Kazan, ένας άνθρωπος που αγαπούσε τους νέους ηθοποιούς και τους έδινε συχνά μεγάλες ευκαιρίες που δε θα έβρισκαν εύκολα από αλλού. Στο βιβλίο ο Cal Trask είναι απλώς ένας δευτερεύων χαρακτήρας, αλλά στην ταινία αποκτά τον πρωταγωνιστικό ρόλο, με τα πάθη, τις φιλοδοξίες του, την αδιάκοπη προσπάθειά του για αναζήτηση της αλήθειας – όσο δυσάρεστη κι αν είναι αυτή – και την αδυναμία των υπολοίπων να τον κατανοήσουν να αποτυπώνονται αριστουργηματικά στην οθόνη από τον πρωτάρη τότε Dean. O Dean μάλιστα αυτοσχεδίασε με επιτυχία σε κάποιες σκηνές του έργου ανατρέποντας το αρχικό σενάριο, κάτι που έκανε συχνά στην καριέρα του δηλώνοντας τον αυθορμητισμό του. Η ταινία ήταν μια πολύ μεγάλη κριτική και εμπορική επιτυχία, αλλά ήταν η μοναδική που ο Dean πρόλαβε να δει στους κινηματογράφους όσο ζούσε.

Στα γυρίσματα του Επαναστάτη Χωρίς Αιτία (αρχές 1955)

Στα γυρίσματα του Επαναστάτη Χωρίς Αιτία (αρχές 1955)

Ακολούθησε μια πολύ παρόμοια ταινία, τουλάχιστον ως προς το ρόλο που έπαιξε ο Dean, ο φημισμένος Επαναστάτης Χωρίς Αιτία (1955) όπου ο 24χρονος Dean, πλάι στη 18χρονη Natalie Wood, αντιπροσώπευσαν στα μάτια της νέας γενιάς Αμερικανών τα απόλυτα νεανικά είδωλα. Ομορφιά, πάθη, αυθορμητισμός, αμφισβήτηση των κατεστημένων αξιών και διαρκής τάση για επανάσταση, έστω και «χωρίς αιτία», ο χαρακτήρας του Jim Stark που υποδύθηκε ο Dean έγινε, μαζί με τον ίδιο τον ηθοποιό φυσικά, το απόλυτο πρότυπο των νέων απέναντι σε μια αμερικανική κοινωνία που ταλανιζόταν από προβλήματα που ουσιαστικά δημιουργούσε μόνη της, όπως ο Ψυχρός Πόλεμος και ο Μακαρθισμός. Ο Dean είχε γίνει πια μεγάλος σταρ, ήδη στα 24 του, με τις «πικάντικες» λεπτομέρειες της πολυτάραχης, όπως φημολογείται, ερωτικής του ζωής και το πάθος του για τα γρήγορα αυτοκίνητα να αυξάνουν ακόμη περισσότερο το idol status του στα μάτια της νέας γενιάς.

Παρ΄όλα αυτά, ο Dean φοβήθηκε πως το κοινό θα τον ταυτοποιήσει οριστικά με ρόλους όπως αυτός του Trask ή του Stark, κι έτσι στην επόμενη ταινία του, με τίτλο Giant (1956, κυκλοφόρησε ένα χρόνο μετά το θάνατό του), υποδύθηκε έναν τελείως διαφορετικό ρόλο, συγκεκριμένα έναν Τεξανό ιδιοκτήτη ράντσου που γίνεται πλούσιος όταν ανακαλύπτει πετρέλαιο. Αυτή τη φορά δεν ήταν πρωταγωνιστής, αλλά ο ρόλος του ήταν αρκετά σημαντικός. Με τον Rock Hudson και την Elizabeth Taylor να τον πλαισιώνουν, η ταινία σημείωσε μεγάλη επιτυχία, την οποία δυστυχώς ο James δεν έζησε ποτέ για να δει…

Όπως καταλάβατε, στο διάστημα 1954-1955 ο Dean, από ένας σχετικά άσημος ηθοποιός είχε μεταβληθεί σ΄ ένα απ΄ τα μεγαλύτερα αστέρια της έβδομης τέχνης. Το πάθος του για τα γρήγορα αυτοκίνητα, που αναφέραμε προηγουμένως, τον έσπρωξε ν΄ αγοράσει την ταχύτατη Porsche 550 Spyder, στην οποία έδωσε το παρατσούκλι «Little Bastard», καθώς και να πάρει μέρος μ΄ αυτήν σ΄ έναν αγώνα ταχύτητας στο Salinas της Καλιφόρνια. Αποφάσισε να την οδηγήσει στη διαδρομή απ΄ το Λος Άντζελες για να τη δοκιμάσει, στις 30 Σεπτεμβρίου του 1955, όταν και συνέβη το τραγικό ατύχημα με το οποίο ξεκινήσαμε το άρθρο μας και το οποίο του στέρησε τη ζωή…

Το σημείο του αυτοκινητόδρομου στο οποίο ξεψύχησε ο Dean ονομάζεται πλέον "James Dean Memorial Junction"

Το σημείο του αυτοκινητόδρομου στο οποίο ξεψύχησε ο Dean ονομάζεται πλέον «James Dean Memorial Junction»

Ο θάνατός του ήλθε σαν ένα απίστευτο σοκ στις χιλιάδες των θαυμαστών του, με την αμερικανική κοινωνία να καθυστερεί αρχικά να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς είχε συμβεί. Λίγους μήνες μετά, ο Dean έγινε ο πρώτος ηθοποιός που προτάθηκε για Όσκαρ μετά θάνατον, για το ρόλο του στο Ανατολικά της Εδέμ, για τον οποίο κέρδισε τη Χρυσή Σφαίρα. Αργότερα έγινε ο μοναδικός μέχρι σήμερα που προτάθηκε δύο φορές για Όσκαρ μετά θάνατον, καθώς το 1956 ήταν υποψήφιος για το Giant που κυκλοφόρησε τότε στους κινηματογράφους. Το 1999 κατατάχθηκε 17ος μεγαλύτερος κλασικός ηθοποιός του Χόλιγουντ απ΄ το AFI, κι απ΄ όλους όσους είχαν θέση στη λίστα ήταν με μεγάλη διαφορά αυτός με τις λιγότερες κινηματογραφικές εμφανίσεις, καθώς και αυτός που εγκατέλειψε το σινεμά – και τη ζωή – πιο νωρίς απ΄ όλους…

Όπως γράψαμε στην αρχή, ο Dean έζησε μόλις 24 χρόνια (μια ηλικία κατά την οποία οι περισσότεροι άνδρες ηθοποιοί, ειδικά εκείνη την εποχή, δεν είχαν καν ξεκινήσει καλά καλά την καριέρα τους), αλλά το όνομά του και η φήμη του εξακολουθούν να παραμένουν αθάνατα. Αυτό ενισχύθηκε με τις πολλές ιστορίες για την προσωπική του ζωή που ήλθαν στο φως κυρίως μετά θάνατον, καθώς και με τη φήμη που συνόδευε το αυτοκίνητο στο οποίο σκοτώθηκε, το οποίο όποιος κι αν το αγόρασε στη συνέχεια ήταν λες και τον χτυπούσε η κατάρα του Dean. Από το «κρεβάτι» του νεαρού ηθοποιού πέρασαν αρκετές διάσημες (πολύ ή λιγότερο) γυναίκες του θεάματος όπως η Liz Sheridan, η Ursula Andress και, στην πιο θυελλώδη σχέση του, η Ιταλίδα ηθοποιός Pier Angeli. Πολλές οι φήμες και για τις ομοφυλοφιλικές τάσεις του Dean, με αυτούς που τον ήξεραν καλύτερα να υποστηρίζουν πως ο ηθοποιός είχε τουλάχιστον «πειραματιστεί» με σεξουαλικές επαφές με άλλους άνδρες, ακόμη κι αν δεν ήταν ο ίδιος ομοφυλόφιλος.

Το όνομα και η φιγούρα του James Dean βρίσκονται παντού. Σε τραγούδια (χαρακτηριστικό παράδειγμα το Blue Jeans της Lana Del Rey), σε διαφημίσεις, σε αφίσες κι όπου αλλού μπορεί να χρησιμεύσει με οποιονδήποτε τρόπο σε αυτόν που τα χρησιμοποιεί. 60 χρόνια μετά το θάνατό του, ο Dean παραμένει το πρότυπο αρκετών νέων ανά την υφήλιο κι ένα απ΄ τα μεγαλύτερα icons του Χόλιγουντ του 20ού αιώνα, αν και η φήμη του ξεπερνά κατά πολύ τις μετρημένες στα δάχτυλα κινηματογραφικές εμφανίσεις του. Τέλος, αν και ουσιαστικά έπαιξε σε μόλις 3 ταινίες, ο Dean επηρέασε με το υποκριτικό στιλ του και τις εμφανίσεις του μια ολόκληρη γενιά ηθοποιών που περιλάμβανε τον Paul Newman, τον Steve McQueen και τον Clint Eastwood, και οι εμφανίσεις του αυτές αποτελούν αντικείμενο μελέτης πολλών δραματικών σχολών παγκοσμίως, εξασφαλίζοντας πως ο Dean θα εξακολουθεί για πολλά χρόνια ακόμη να επηρεάζει την τέχνη του κινηματογράφου, αλλά και τον παγκόσμιο πολιτισμό γενικότερα.

Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων