2015 Νοεμβρίου Skip to content

Cinema Therapy

Αν έχει σχέση με το σινεμά και τις ταινίες, εδώ θα το βρείτε!

Archive

Archive for Νοεμβρίου, 2015

Ένα από τα πιο επιτυχημένα κινηματογραφικά franchise των τελευταίων χρόνων, αυτό των ταινιών Hunger Games, φτάνει στο τέλος του με την τέταρτη ταινία της σειράς (Mockingjay: Part II), που κάνει πρεμιέρα την Πέμπτη που μας έρχεται. Ας θυμηθούμε, λοιπόν, πως φτάσαμε ως εδώ…

lawrenceΗ σειρά των τεσσάρων αυτών ταινιών βασίζεται στα βιβλία της Suzanne Collins, που συμμετείχε και στη συγγραφή των σεναρίων, και έχει ως κεντρικό ήρωα μια απ΄ τις πιο σημαντικές ηρωίδες που γνώρισε ο κινηματογράφος τα τελευταία χρόνια, την Katniss Everdeen. Ιδανική επιλογή για την ενσάρκωση της ηρωίδας αυτή η Jennifer Lawrence, η οποία έχει αποκτήσει εδώ και μια πενταετία, όταν και πήρε τους πρώτους πρωταγωνιστικούς της ρόλους, ένα κινηματογραφικό προφίλ που ταιριάζει «γάντι» στο χαρακτήρα που υποδύθηκε. Έχοντας ένα μίγμα νεαρών, ταλαντούχων ηθοποιών και γηραιότερων και έμπειρων συναδέλφων τους, οι ταινίες Hunger Games αποκόμισαν τεράστια κέρδη στο box office, χάρη και στην τελευταία λέξη της τεχνολογίας που χρησιμοποίησαν στον τομέα των ειδικών εφέ, και σχετικά θετικές κριτικές. Πριν, λοιπόν, κλείσει τον κύκλο του και τούτο το franchise, αξίζει να θυμηθούμε τις τρεις ταινίες που προηγήθηκαν και μας έφεραν «προ των πυλών» για το μεγάλο φινάλε.

The Hunger Games (2012)

3 Stars

HungerGamesPosterΣκηνοθεσία: Gary Ross
Σενάριο: Gary Ross, Suzanne Collins, Billy Ray
Διάρκεια: 142΄
Πρωταγωνιστούν: Jennifer Lawrence, Josh Hutcherson, Liam Hemsworth, Donald Sutherland

Ζώντας κάτω από ένα δυστοπικό ολοκληρωτικό καθεστώς, η νεαρή Katniss Everdeen (Lawrence) αντικαθιστά εθελοντικά την αδερφή της στους «Αγώνες Πείνας», έναν διαγωνισμό στον οποίο συμμετέχουν νέοι απ΄ όλες τις περιφέρειες της χώρας και καλούνται να πολεμήσουν μέχρι θανάτου.

Όπως συμβαίνει συνήθως στις πρώτες ταινίες τέτοιων franchise, έτσι κι εδώ, η ταινία διαδραματίζει περισσότερο το ρόλο της «εισαγωγής», αν και έχει αρκετό ενδιαφέρον για να εκτιμηθεί και από μόνη της. Το κοινό εισάγεται στους κεντρικούς χαρακτήρες, στην κατάσταση που επικρατεί στη φανταστική χώρα Panem, όπου ένα απολυταρχικό καθεστώς έχει επιβληθεί υπό τον πρόεδρο Snow (Sutherland) και αναγκάζει τις περιφέρειες να στέλνουν δύο έφηβους η καθεμία για να συμμετάσχουν σε έναν απάνθρωπο αγώνα που προσφέρει δόξα και τιμή στο νικητή, αλλά θάνατο σε όλους τους υπόλοιπους. Ο δυναμικός, ατίθασος αλλά πολυμήχανος χαρακτήρας της ηρωίδας Katniss Everdeen ξεχωρίζει από την αρχή, ενώ οι δύο εν δυνάμει μνηστήρες της, ο Peeta Melark (Hutcherson) και ο Gale Hawthorne (Hemsworth) συστήνονται κι αυτή με τη σειρά τους στο κοινό. Αρκετές στιγμές έντασης και αγωνίας υπάρχουν κατά τη διάρκεια του έργου, αλλά από τη στιγμή που ξέρεις ότι ακολουθούν τρία σίκουελ, μπορείς εύκολα να διαπιστώσεις πως δεν πρόκειται να συμβεί κάτι συνταρακτικό εδώ, οπότε το σασπένς αναπόφευκτα ελαττώνεται. Όπως έγραψα πριν, η ταινία είναι ενδιαφέρουσα αλλά όχι εντυπωσιακή, αλλά το σκοπό της τον πετυχαίνει, να μας εισάγει δηλαδή στο «σύμπαν» των Hunger Games και να μας προϊδεάσει για τη συνέχεια. Με τα 700 εκατ. $ που απέφερε στο box office, μάλλον κατάλαβαν και οι παραγωγοί τη «φλέβα χρυσού» την οποία πέτυχαν…

The Hunger Games: Catching Fire (2013)

3 Stars

Catching-Fire_posterΣκηνοθεσία: Francis Lawrence
Σενάριο: Simon Beaufoy, Michael deBruyn
Διάρκεια: 146΄
Πρωταγωνιστούν: Jennifer Lawrence, Josh Hutcherson, Liam Hemsworth, Donald Sutherland

Η Katniss Everdeen και ο Peeta Melark γίνονται στόχοι του καθεστώτος καθώς η νίκη τους στους Αγώνες Πείνας προκάλεσε αναταραχή στις περιφέρειες της Panem, έτσι αναγκάζονται να συμμετέχουν ξανά στους Αγώνες που αυτή τη φορά διεξάγονται με συμμετέχοντες παλαιότερους νικητές.

Ωραία, περάσαμε την εισαγωγή, σιγά σιγά μπαίνουμε στην ουσία. Όπως πολλοί απ΄ όσους είδαν την πρώτη ταινία (και σίγουρα όσοι έχουν διαβάσει τα βιβλία) αντιλήφθηκαν, η συμμετοχή και η νίκη της Katniss και του Peeta δεν αποτελούν απλά μεμονωμένο γεγονός, αλλά την απαρχή μιας νέας επανάστασης απέναντι στο απάνθρωπο καθεστώς της Capitol, με τους δύο νικητές να αποτελούν πηγή έμπνευσης για τους καταπιεσμένους κατοίκους των περιφερειών. Έτσι, ο πρόεδρος Snow θα διοργανώσει νέους Αγώνες Πείνας με στόχο να τους αναγκάσει να συμμετέχουν και, αυτή τη φορά, να τους εξοντώσει. Παρά την αλλαγή σκηνοθέτη (Francis Lawrence – συνωνυμία με τη Τζένιφερ – αντί Gary Ross), η ταινία αυτή συνέχισε ομαλά την ιστορία και αποτέλεσε μια μετάβαση απ΄ το εισαγωγικό πρώτο μέρος στην κορύφωση του τελευταίου μέρους της τριλογίας των βιβλίων, πού στον κινηματογράφο μεταφέρθηκε (όπως και ο Χάρι Πότερ, αν θυμάστε) σε δύο ξεχωριστά μέρη. Κι εδώ έχουμε Αγώνες Πείνας, αλλά οι χαρακτήρες και οι στόχοι τους είναι γνωστοί, και η ανοιχτή κόντρα των εν δυνάμει επαναστατών με την κυβέρνηση είναι προ των πυλών. Η ταινία αυτή καθαυτή υπερέχει της προηγούμενης στο τεχνολογικό κομμάτι, με ορισμένες σκηνές να μοιάζουν από… άλλο πλανήτη χάρη στα εξαιρετικά οπτικά και ηχητικά εφέ. Παρ΄ όλα αυτά, συνολικά είναι μάλλον ισάξια του πρώτου μέρους, κρατώντας πάντως αμείωτο το ενδιαφέρον για τη συνέχεια.

The Hunger Games: Mockingjay – Part I

3,5 Stars

MockingjayPart1Poster3Σκηνοθεσία: Francis Lawrence
Σενάριο: Peter Craig, Danny Strong
Διάρκεια: 123΄
Πρωταγωνιστούν: Jennifer Lawrence, Josh Hutcherson, Liam Hemsworth, Philip Seymour Hoffman

Οι Αγώνες τελείωσαν μια και καλή, και η Katniss γίνεται το σύμβολο της επανάστασης ενάντια στην Capitol, ενώ προσπαθεί να σώσει και τον Peeta που έχει συλληφθεί από το καθεστώς.

Επιτέλους, μπήκαμε στο διά ταύτα με την τρίτη αυτή ταινία. Οι Αγώνες Πείνας αποτελούν παρελθόν, η Katniss μεταβαίνει στην απομονωμένη περιοχή District 13, ξαναβρίσκει την οικογένειά της και γνωρίζει την -οργανωμένη πια- ηγεσία των επαναστατών με επικεφαλής την Alma Coin (Julianne Moore). Οι επαναστάτες θα προσπαθήσουν να πείσουν την Katniss να αποτελέσει το σύμβολο της προσπάθειάς τους, αγκάθι όμως για την ίδια παραμένει η τύχη του Peeta, που εγκαταλείφθηκε μετά τους προηγούμενους αγώνες. Η κλασική ιστορία ολοκληρωτικού καθεστώτος και επαναστατών παίρνει οριστικά σάρκα και οστά σε τούτο το έργο, που είναι εμφανώς πιο ενδιαφέρον αλλά και συγκινητικό σε σχέση με τα πρώτα δύο. Η Katniss χρειάζεται πια να πάρει οριστικές αποφάσεις για τη θέση της, οι χαρακτήρες αναπτύσσονται με ανατροπές και εκπλήξεις, ενώ το νεανικό καστ των πρωταγωνιστών πλαισιώνει μια ομάδα μεγάλων ονομάτων της έβδομης τέχνης, όπως ο Donald Sutherland (που έπαιξε και στα προηγούμενα), η Julianne Moore (που εμφανίζεται σ΄ αυτό το φιλμ) και ο αείμνηστος Philip Seymour Hoffman (που πρωτοεμφανίστηκε στη δεύτερη ταινία, και δυστυχώς αυτός εδώ ήταν ο τελευταίος του ρόλος). Οι περιορισμοί των προηγούμενων δυο ταινιών δεν υπάρχουν, τώρα βρισκόμαστε σε ανοικτό πόλεμο, όχι σε αγώνες. Έτσι, η σκηνοθεσία του Lawrence είναι πιο εντυπωσιακή και πλούσια από ποτέ (μερικές μάλλον μη ρεαλιστικές σκηνές συγχωρούνται), και η Τζένιφερ Λόρενς πιο ώριμη από ποτέ, έτοιμη να τελειώσει τη σειρά στο δεύτερο μέρος με τον καλύτερο τρόπο.

Έτοιμοι για το 4ο και τελευταίο μέρος της σειράς; Μετά απ΄ αυτό το αφιέρωμα, ελπίζουμε να είστε!

3,5 Stars

Σε μια εποχή που οι κατασκοπικού τύπου σάτιρες/κωμωδίες έχουν γίνει της μόδας (βλέπε Kingsman, o έμπειρος Guy Ritchie αναβιώνει μια τηλεοπτική σειρά της MGM από το 1964, σε μια απολαυστική και ενδιαφέρουσα περιπέτεια εποχής.

The_Man_from_U.N.C.L.E._posterΧώρα και έτος παραγωγής: ΗΠΑ/Ηνωμένο Βασίλειο, 2015
Διάρκεια: 116΄
Σκηνοθεσία: Guy Ritchie
Πρωταγωνιστούν: Henry Cavill, Armie Hammer, Alicia Vikander, Hugh Grant

Εν μέσω Ψυχρού Πολέμου, ένας Αμερικανός και ένας Σοβιετικός κατάσκοπος, καθώς και οι αντίστοιχες υπηρεσίες CIA και KGB, αναγκάζονται να συνεργαστούν προκειμένου να ανατρέψουν τα σχέδια μιας ομάδας συνωμοτών που απειλεί τον πλανήτη με την κατασκευή και χρήση ενός πανίσχυρου πυρηνικού όπλου.

Το να αποφασίσεις να πάρεις μια τηλεοπτική σειρά 50 ετών και να την μετατρέψεις σε franchise ταινιών είναι λίγο ρίσκο, αλλά όταν δίνεις τα «κλειδιά» στον ειδικό σε τέτοιες αποστολές Guy Ritchie (Δυο Καπνισμένες Κάνες, Σέρλοκ Χολμς κ.α.), το ρίσκο αυτό ελαττώνεται. Όπως και οι προηγούμενες ταινίες του, έτσι κι αυτή συνδυάζει δράση, πιστολίδι και έξυπνο χιούμορ, με τους Cavill και Hammer να κλέβουν την παράσταση.

Ο Cavill, ερχόμενος με φόρα ως Σούπερμαν, υποδύεται έναν κυνικό και υπερβολικά επιδέξιο με τα χέρια πράκτορα της CIA που αναλαμβάνει να μεταφέρει την κόρη ενός πυρηνικού επιστήμονα (Vikander) από το Ανατολικό στο Δυτικό Βερολίνο. Ο επιστήμονας αυτός όμως έχει εξαφανιστεί, και θεωρείται πως βρίσκεται στα χέρια του θείου της κοπέλας και πως ο τελευταίος μαζί με ένα ραδιούργο αντρόγυνο Ιταλών (Luca Calvani και Elizabeth Debicki) τον υποχρεώνουν να φτιάξει ένα πανίσχυρο πυρηνικό όπλο. Μπροστά στην παγκόσμια απειλή, CIA και KGB αναγκάζονται να συνεργαστούν, με τους Ρώσους να στέλνουν έναν ικανότατο αλλά πεισματάρη πράκτορα (Hammer) μαζί με τον Αμερικανό πράκτορα και την κόρη του επιστήμονα για να εξαρθρώσουν τη σπείρα.

uncleΚαι μόνο η συνύπαρξη του Αμερικανού με το Ρώσο πράκτορα σε μια εποχή που οι χώρες τους βρίσκονταν πρακτικά σε εμπόλεμη κατάσταση εξασφαλίζει το χιούμορ που προανέφερα. Καυστικά σχόλια, εύστοχες ατάκες και παράξενες συμπεριφορές είναι στο ρεπερτόριο των Cavill και Hammer, με τους χαρακτήρες τους όμως τελικά να έρχονται πιο κοντά αφού συχνά ο ένας σώζει τη ζωή του άλλου. Από τις υπόλοιπες ερμηνείες ξεχωρίζει αυτή της Debicki στο ρόλο της σατανικής πλην γοητευτικής γυναίκας που βρίσκεται πίσω από την οργάνωση που απειλεί τον πλανήτη.

Το πανέξυπνο σενάριο που έγραψε ο Ritchie με τον Lionel Wigram και περιλαμβάνει, εκτός από χιούμορ, συναρπαστικές εναλλαγές και ανατροπές σε καθηλώνει στη θέση σου καθ΄όλη τη διάρκεια της ταινίας και αποτελεί το μεγάλο ατού της. Ο Ritchie φυσικά παίρνει πολύ καλό βαθμό και στη σκηνοθεσία, με μερικές σκηνές καταδίωξης να ανεβάζουν την αδρεναλίνη, ενώ η μουσική υπόκρουση στις σκηνές αυτές, αλλά και γενικότερα στη διάρκεια του έργου, είναι σχεδόν πάντα πετυχημένη.

Το φινάλε της ταινίας προϊδεάζει άμεσα για σίκουελ, και θα μας εκπλήξει πάρα πολύ αν αυτό δεν είναι έτοιμο στο σύντομο μέλλον. Η ταινία δεν αποτέλεσε τρομερή εισπρακτική επιτυχία αλλά έβγαλε άνετα το μπάτζετ της, ενώ Cavill και Hammer δείχνουν να έχουν την απαιτούμενη χημεία μεταξύ τους και να έχουν ταυτιστεί με τους ρόλους τους. Συνολικά, μια πολύ ικανοποιητική ταινία, ιδανική αν θέλετε να περάσετε ευχάριστα το χρόνο σας βλέποντας κάτι ταυτόχρονα αστείο και ενδιαφέρον.

Vivien_Leigh_Gone_Wind_RestoredΥπάρχουν άνθρωποι που μοιάζουν να έχουν όλα όσα χρειάζονται στη ζωή για να πετύχουν, και τελικά όντως να πετυχαίνουν, αλλά να μην καταφέρνουν ποτέ να γίνουν ευτυχισμένοι. Σ΄ αυτή την κατηγορία ανήκει η Βίβιαν Λι, που αν ζούσε σήμερα θα συμπλήρωνε τα 102 της χρόνια. Μια πανέμορφη και εξαιρετικά ταλαντούχα ηθοποιός, που λόγω τρομερών προβλημάτων υγείας, αλλά και επαγγελματικών επιλογών, πρόλαβε να μας αφήσει μόνο κάποια μικρά δείγματα των ικανοτήτων της στα 54 χρόνια της ζωής της.

H Vivien Leigh γεννήθηκε Vivian Mary Hartley στις 5 Νοεμβρίου 1913 στο ορεινό χωριό Darjeeling της (τότε βρετανικής αποικίας) Ινδίας, καθώς ο πατέρας της ήταν αξιωματικός του Βρετανικού στρατού που υπηρετούσε εκεί. Είχε γαλλικές και ιρλανδικές ρίζες, και στα 6 της χρόνια άφησε την Ινδία και πέρασε τα σχολικά της χρόνια σε Αγγλία, Ιταλία και Γαλλία. Από μικρή είχε το «μικρόβιο» της υποκριτικής, αλλά σύντομα φάνηκε πως θα συμβιβαζόταν με την παραδοσιακή ζωή της γυναίκας της εποχής. Συγκεκριμένα, παντρεύτηκε στα 19 της τον δικηγόρο Herbert Leigh Holman και την επόμενη χρονιά έγινε και πρώτη και μοναδική φορά μητέρα, αποκτώντας την κόρη της Suzanne.

Παρ΄όλα αυτά, ήταν αδύνατο για την ίδια να συμβιβαστεί με μια απλή οικογενειακή ζωή, και τελικά η τύχη της άλλαξε όταν την ανέλαβε ο φημισμένος θεατρικός και κινηματογραφικός παραγωγός και σκηνοθέτης Alexander Korda, με συμβουλή του οποίου άλλαξε και το όνομά της. Ο Korda απέρριψε αρχικά τη νεαρή ηθοποιό αλλά βλέποντας τις πρώτες τις σοβαρές εμφανίσεις στο σανίδι, αλλά και στη μεγάλη οθόνη, παραδέχτηκε το λάθος του και έγινε ο ατζέντης της για αρκετά χρόνια.

H Leigh στα τέλη της δεκαετίας του ΄30

H Leigh στα τέλη της δεκαετίας του ΄30

Ο πρώτος σοβαρός ρόλος της Λι ήταν στην ταινία Fire Over England το 1937, πλάι στον επίσης ανερχόμενο τότε Laurence Olivier. Η γνωριμία της με τον Ολίβιε εξελίχθηκε σε μια από τις πιο θυελλώδεις σχέσεις στη showbiz κατά τον αιώνα που πέρασε, παρ΄ότι αρχικά ήταν και οι δύο παντρεμένοι. Την επόμενη χρονιά εξασφάλισε ακόμη πιο πρωταγωνιστικούς ρόλους στις ταινίες A Yank at Oxford, με τους Robert Taylor και Lionel Barrymore, και St. Martin’s Lane με τον Charles Laughton. O τελευταίος ήταν από τους πρώτους που θεώρησαν τη Λι «δύσκολη» στη συνεργασία, γνώμη που συμμερίστηκαν αργότερα αρκετοί που συμμετείχαν στα έργα της. Ταυτόχρονα, σύμφωνα πάντα με την ίδια, η εκπληκτική ομορφιά της αποτελούσε περισσότερο εμπόδιο παρά στήριγμα στην καριέρα της, καθώς έκανε τους περισσότερους να μην την παίρνουν στα σοβαρά για τις υποκριτικές της ικανότητες.

Ο λόγος που η Λι ήταν «δύσκολη», όπως τη χαρακτήριζαν, δεν ήταν παρά μια από τις πιο σοβαρές ψυχικές ασθένειες που υπάρχουν και ονομάζεται διπολική διαταραχή (περισσότερες πληροφορίες στο λινκ). Η ασθένεια αυτή ταλαιπώρησε την ηθοποιό από αρκετά νεαρή ηλικία μέχρι το τέλος της ζωής της, καθιστώντας τη συμπεριφορά της απρόβλεπτη και συχνά επικίνδυνη. Ακόμη χειρότερα, εκείνη την εποχή δεν είχε καν αναγνωριστεί επίσημα η ασθένεια, οπότε οι θεραπείες που λάμβανε η Λι όταν διαγνώστηκε με ψυχικό νόσημα ήταν κυρίως… παγωμένα ντουζ και ηλεκτροσόκ.

Βέβαια, η ασθένεια άργησε αρκετά να εκδηλωθεί σε σοβαρό βαθμό, οπότε η Λι στα τέλη της δεκαετίας του ΄30 κατόρθωσε να κάνει το μεγάλο βήμα και να γίνει αστέρι κυριολεκτικά από το πουθενά. Μετά από μια σύνθετη και χρονοβόρα διαδικασία, η Λι επελέγη μεταξύ περίπου 1000 ηθοποιών για τον πιο σημαντικό και πολυσυζητημένο κινηματογραφικό ρόλο μέχρι τότε, αυτόν της Σκάρλετ Ο΄ Χάρα στο τετράωρο επικό μελόδραμα Όσα Παίρνει ο Άνεμος. Μετά τη διαδικασία του casting, τα γυρίσματα ήταν εξίσου δύσκολα και απαιτητικά, με την απόφαση του παραγωγού David O. Selznick να αντικαταστήσει τον αγαπητό στο καστ σκηνοθέτη George Cukor με τον σχολαστικό, μισογύνη και γνωστό για τις φιλοναζιστικές του απόψεις Victor Fleming να μη διευκολύνει τα πράγματα, ιδιαίτερα για την ίδια τη Leigh και τη συμπρωταγωνίστρια της Olivia de Havilland (αμφότερες Βρετανίδες). Παρ΄όλα αυτά, η ταινία αποτέλεσε μια άνευ προηγουμένη κριτική και εμπορική επιτυχία, κερδίζοντας 10 Όσκαρ (ένα για την ίδια τη Λι) και εισπράττοντας, σε σημερινά νούμερα, 3,44 δισ. $, περισσότερα από οποιαδήποτε άλλη ταινία μέχρι σήμερα.

Παρότι ήταν πια ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα στο Χόλιγουντ, η βραβευμένη πια με Όσκαρ ηθοποιός δε συμπάθησε ποτέ το star system και την πραγματικότητα του αμερικανικού σινεμά, και μετά από μια ακόμη εισπρακτική επιτυχία (Waterloo Bridge, 1940), συνεργαζόταν συνήθως με Βρετανούς ηθοποιούς και σκηνοθέτες που μετανάστευσαν στις ΗΠΑ λόγω Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το 1940 πήρε διαζύγιο από τον Holman και παντρεύτηκε τον Ολίβιε σε μια κλειστή τελετή με μοναδικούς μάρτυρες και παρευρισκόμενους την ηθοποιό Katharine Hepburn και το σκηνοθέτη Garson Kanin. Καθώς ο Ολίβιε ήταν λόρδος, η Βίβιαν πήρε τον τίτλο της Λαίδης Ολίβιε, τον οποίο, όπως και ο σύζυγός της, απέφυγε να χρησιμοποιεί και απεχθανόταν να την αποκαλούν έτσι.

H Leigh ως Κλεοπάτρα, το 1945

H Leigh ως Κλεοπάτρα, το 1945

Μετά από κάποια μελοδράματα μέσα στον πόλεμο (Λαίδη Χάμιλτον (1941), για το οποίο η Λι και ο σύζυγός της προσκλήθηκαν και σε γεύμα με τον Ουίνστον Τσόρτσιλ και τον Φράνκλιν Ρούσβελτ, Καίσαρας και Κλεοπάτρα (1945) κ.α.), το ζεύγος Ολίβιε επέστρεψε στην Αγγλία και αφιερώθηκε κυρίως στο θέατρο. Σύντομα ο Ολίβιε άνοιξε το διάσημο θέατρο Old Vic στο West End, και η Λι έπαιξε πρακτικά όλους τους μεγάλους θεατρικούς ρόλους εκεί: την Ιουλιέτα, τη Λαίδη Μάκβεθ, την Οφηλία, ακόμη και την Αντιγόνη. Σε μια περιοδεία στην Αυστραλία, όμως, η ασθένεια της Λι άρχισε να εκδηλώνεται (είχε προηγηθεί και μια αποβολή) και ένας καβγάς με τον Ολίβιε με αφορμή την φημολογούμενη σχέση της με το νεαρό ηθοποιό Peter Finch ήταν η αρχή του τέλος για το διάσημο ζεύγος. Αν και παρέμειναν παντρεμένοι μέχρι το 1960, αμφότεροι είχαν ασύστολες εξωσυζυγικές σχέσεις, αν και κρατούσαν όσο το δυνατόν κρυφά τα προβλήματά τους.

Στα τέλη των 1940΄s η Λι διαγνώστηκε και με φυματίωση, και μετά από μια δεύτερη αποβολή η υγεία της σίγουρα είχε κλονιστεί. Η καριέρα της επίσης δεν πήγαινε καλά, με την αποτυχία της ταινίας Άννα Καρένινα (1948), όπου έπαιξε τον ομώνυμο ρόλο, να αποτελεί το αποκορύφωμα και να κάνει αρκετούς να ισχυριστούν πως η Λι συνέχιζε να παίζει μεγάλους ρόλους μόνο λόγω του άντρα της. Παρ΄όλα αυτά, η ερμηνεία της ως Blanche Dubois στο έργο Λεωφορείο ο Πόθος στο Λονδίνο ήταν η αφορμή για να επιστρέψει στο Χόλιγουντ και να επαναλάβει το ρόλο για την κινηματογραφική μεταφορά – το 1951 – που περιλάμβανε σχεδόν ολόκληρο το καστ του Broadway, με πρωταγωνιστή τον άσημο τότε Μάρλον Μπράντο. Αν και η Λι αντιμετώπισε πολλά προβλήματα στα γυρίσματα, η χημεία της με τον Μπράντο ήταν εξαιρετική (φήμες, όχι αβάσιμες, ισχυρίζονται πως αυτή η χημεία επεκτάθηκε και εκτός γυρισμάτων) και η ερμηνεία της μια από τις καλύτερες όλων των εποχών, με αποτέλεσμα να κερδίσει και δεύτερο Όσκαρ, 12 χρόνια μετά.

Από εκεί και πέρα η υγεία της Λι πήρε οριστικά την κατιούσα και δεν της επέτρεψε να συμμετάσχει παρά μόνο σε λίγες ταινίες, με τελευταία το Πλοίο των Τρελών (1965) του Stanley Kramer. Το 1963, στα 50 της, εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε μιούζικαλ στο Broadway, με τίτλο Tovarich και κέρδισε το βραβείο Tony. Ήταν η τελευταία της αναλαμπή πριν η σωματική και ψυχική της υγεία καταρρεύσει οριστικά και οδηγήσει στο θάνατό της, στις 8 Ιουλίου του 1967, μετά από επιπλοκές της φυματίωσης, ενώ ετοιμαζόταν να παίξει σε μια ακόμη παράσταση στο Λονδίνο. Προς τιμήν της, όλα τα θέατρο στο κέντρο του Λονδίνου έσβησαν τα φώτα τους για μια ώρα όταν ανακοινώθηκε ο θάνατός της.

Αρκετοί ιστορικοί του κινηματογράφου χαρακτήρισαν τη Λι ως «τη μεγαλύτερη κινηματογραφική σταρ που δεν ήταν». Δεν έγινε σταρ, τουλάχιστον του σινεμά, και ποτέ δεν το επιδίωξε, αγαπώντας πολύ περισσότερο το θέατρο. Δυστυχώς, όμως, υπάρχει ελάχιστο υλικό από τις πολλές παραστάσεις που έδωσε στο Λονδίνο και όχι μόνο, οπότε δεν έχουμε από εκεί δείγματα του ταλέντου της. Τα σοβαρότατα προβλήματα υγείας που παρουσίασε στο μεγαλύτερο διάστημα της ζωής της περιόρισαν ακόμη περισσότερο τις ευκαιρίες της, οπότε σήμερα τα μόνα δείγματα που ουσιαστικά έχουμε είναι οι δύο μεγάλες ερμηνείες της στις ταινίες Όσα Παίρνει ο Άνεμος και Λεωφορείο ο Πόθος (οι υπόλοιπες ταινίες της δεν αποτελούν κάτι ιδιαίτερο, αν και οι ερμηνείες της ήταν πάντα αξιόλογες).

Μαζί με τον επί 20 χρόνια σύζυγό της Λόρενς Ολίβιε, η Λι αποτέλεσε μέρος της θεατρικής οικογένειας πολύ περισσότερο από της κινηματογραφικής, και για αρκετά χρόνια οι δυο τους ήταν οι απόλυτοι σταρ στο Γουέστ Εντ, με επισκέψεις ακόμη και απ΄ τον Τσόρτσιλ και τη μετέπειτα βασίλισσα Ελισάβετ. Παρ΄ όλα αυτά, οι δυο ταινίες που προαναφέραμε εξασφάλισαν πως η Βίβιαν Λι θα αποτελεί πάντα ξεχωριστό μέρος του κλασικού αμερικανικού κινηματογράφου. Ποιος μπορεί να ξεχάσει τη Σκάρλετ Ο΄ Χάρα, άλλωστε;

Το συγκλονιστικό φινάλε του Όσα Παίρνει ο Άνεμος με ατάκες-φωτιά από τη Leigh και το συμπρωταγωνιστή της Clark Gable.

3,5 Stars

Με το Spectre, την 24η ταινία της σειράς James Bond, και 4η για τον τωρινό Bond Ντάνιελ Κρεγκ, να είναι προ των κινηματογραφικών πυλών, αποφάσισα να δημοσιεύσω μια παλιά μου κριτική για την προηγούμενη ταινία της σειράς, το Skyfall. Όχι τίποτα άλλο, αλλά να θυμηθούμε που έχουμε σταματήσει μέσα στο franchise και να μπούμε καλύτερα στο κλίμα της δεύτερης ακριβότερης (σε μπάτζετ) ταινίας όλων των εποχών, που έρχεται στις ελληνικές αίθουσες στις 12 του μήνα.

Skyfall_posterΧώρα και έτος παραγωγής: Ηνωμένο Βασίλειο/ΗΠΑ, 2012
Διάρκεια: 143′
Είδος: Κατασκοπική ταινία δράσης
Σκηνοθεσία: Sam Mendes
Πρωταγωνιστούν: Daniel Craig, Javier Bardem, Judi Dench, Ralph Fiennes

O James Bond (Craig), μετά από ένα παρ΄ολίγον θανάσιμο ατύχημα, καλείται να προστατέψει την υπηρεσία ΜΙ6 και την υπό αμφισβήτηση γερασμένη αρχηγό της, Μ (Dench), με κάθε προσωπικό και επαγγελματικό κόστος.

Η 3η ταινία James Bond με τον Daniel Craig στο ρόλο του 007 είναι σαφώς και η πιο προσωπική, ψυχολογική και λιγότερο γκλαμουράτη σε σχέση με τις προηγούμενες ταινίες του Craig ως James Bond (Casino Royale, Quantum of Solace). Στο Skyfall, ο Μποντ είναι πια γερασμένος και, ιδιαίτερα μετά από ένα ατύχημα που θα κάνει τους πάντες να πιστέψουν ότι είναι νεκρός, θα δυσκολευτεί να επιστρέψει στην ενεργό δράση. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι έχασε την αποτελεσματικότητα και την επινοητικότητά του, στοιχεία που θα του χρειαστούν όταν η μυστική υπηρεσία ΜΙ6 στην οποία υπάγεται θα δεχτεί συνεχείς ηλεκτρονικές και μη επιθέσεις από αγνώστους που έχουν ως προσωπικό στόχο την, επίσης γερασμένη, αρχηγό της υπηρεσίας Μ (Judi Dench, για 7η και τελευταία φορά σ’ αυτό το ρόλο).

Ο Craig επιστρέφει ως Bond για το Spectre, αλλά μάλλον για τελευταία φορά.

Ο Craig επιστρέφει ως Bond για το Spectre, αλλά μάλλον για τελευταία φορά.

Η επιλογή και μόνο του Sam Mendes, ενός auteur σκηνοθέτη που ποτέ δε σχετίστηκε με ταινίες γεμάτες δράση και οπτικά εφέ, σε συνδυασμό με την ηλικία του πρωταγωνιστή Daniel Craig, προϊδεάζουν κατ’αρχήν για μια ταινία λιγότερο εντυπωσιακή απ’ αυτά που μας έχει συνηθίσει η σειρά James Bond, καθώς και για ένα έργο που προσεγγίζει περισσότερο το ψυχολογικό θρίλερ παρά τις καθαρές ταινίες δράσης. Οι σκηνές δράσης φυσικά δε λείπουν (ιδιαίτερα προς το τέλος της ταινίας), αλλά τα κλασικά γκάτζετ του Μποντ, οι μοιραίες γυναίκες, γνωστές ως Bond Girls, σήμα κατατεθέν της σειράς , και τα εντυπωσιακά, γεμάτα λάμψη, σκηνικά είναι λιγότερα από ποτέ. Και πρόκειται για μια σοφή επιλογή (αν και παρεκκλίνει από το πνεύμα του James Bond) καθώς αποδέχεται το γεγονός ότι ο κινηματογράφος και η σειρά εξελίσσονται και ο James Bond των δεκαετιών του ’60 και του ’70 δεν μπορεί να έχει καμία σχέση με τον σημερινό.

Ο Craig είναι κατά τη γνώμη μου καλύτερος απ’ τις προηγούμενες εμφανίσεις του ως 007, πιο μεστός, ώριμος και λιγότερο φλύαρος. Εξαιρετικός και ο Javier Bardem στο ρόλο του ψυχωτικού πρώην πράκτορα που έχει αποφασίσει να καταστρέψει την ΜΙ6 , δείχνοντας και πάλι (όπως στο Καμία Πατρίδα για τους Μελλοθάνατους) πως ο ρόλος του κακού του πάει εξίσου, ίσως και περισσότερο, με αυτόν του ρομαντικού και γοητευτικού άντρα που υποδύεται συνήθως. Μεγάλη αλλαγή στο πνεύμα της σειράς η εμφάνιση του Ralph Fiennes ως επίδοξου αντικαταστάτη της Μ, καθώς ο πολυτάλαντος βετεράνος ηθοποιός προσθέτει κυνικότητα, φινέτσα και μαύρο χιούμορ στο φιλμ. Συνολικά η ταινία αποτελεί σαφής βελτίωση σε σχέση με τις 2 προηγούμενες του Craig ως Bond (αν και το Casino Royale είχε μια δική του χάρη), καθώς μεταστρέφει επιτυχώς τη σειρά ταινιών σε πιο ψυχολογική, σκοτεινή και μυστηριώδη, περιορίζοντας το περιττό γκλάμουρ και τα έντονα κοστούμια και χρώματα που κυριαρχούσαν εκεί. Αυτό που δε χωράει αμφιβολία είναι ότι περιμένουμε, όπως πάντα, ανυπόμονα την επόμενη ταινία.

Εκτός των άλλων, το Skyfall ξεχωρίζει και για το εκπληκτικό, βραβευμένο με Όσκαρ, ομώνυμο τραγούδι της Adele που ακούγεται στους τίτλους της ταινίας. Αν και οι πρώτες κριτικές απ΄ το εξωτερικό θεωρούν το Spectre ανώτερο σαν ταινία από το Skyfall, στη μουσική ο πήχης έχει ανέβει πολύ ψηλά…

Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων