2015 Σεπτεμβρίου Skip to content

Cinema Therapy

Αν έχει σχέση με το σινεμά και τις ταινίες, εδώ θα το βρείτε!

Archive

Archive for Σεπτεμβρίου, 2015

220px-James_Dean_in_East_of_Eden_trailer_2Ήταν απόγευμα, 30 Σεπτεμβρίου του 1955. 60 χρόνια πριν. Σ΄ έναν αυτοκινητόδρομο στο Cholame της Καλιφόρνια, μια πανάκριβη Porsche 550 συγκρούεται έχοντας μεγάλη ταχύτητα μ΄ ένα Ford Tudor, εκτροχιάζεται και διαλύεται, σκοτώνοντας τον οδηγό της. Ο οδηγός αυτός δεν ήταν άλλος από ένα από τα μεγαλύτερα είδωλα της έβδομης τέχνης και του 20ού αιώνα γενικότερα, ο James Dean. Ένας άνθρωπος που έζησε μόλις 24 χρόνια και πρωταγωνίστησε σε μόλις τρεις ταινίες, αλλά εξακολουθεί να επηρεάζει τον κινηματογράφο και το δυτικό πολιτισμό μέχρι σήμερα.

Ο Dean υπήρξε ο τελευταίος μιας μεγάλης γενιάς κλασικών ηθοποιών, και ταυτόχρονα ο πρώτος, μαζί με τον Marlon Brando, μιας άλλης, εξίσου σημαντικής, γενιάς νέων ηθοποιών που αμφισβήτησαν τη φιλοσοφία του κλασικού Χόλιγουντ και εισήγαγαν νέες τεχνικές στην υποκριτική. Γεννήθηκε το 1931 στο Marion της Ιντιάνα, και τα παιδικά του χρόνια σημαδεύτηκαν από το θάνατο της πολυαγαπημένης του μητέρας, Mildred, που ήρθε ξαφνικά από καρκίνο όταν ο James ήταν μόλις 9 ετών. Σύντομα πήγε να ζήσει με τη μεγαλύτερη αδερφή του και το σύζυγό της στο Fairmount, όπου στην εφηβεία του αναζήτησε τις συμβουλές και την καθοδήγηση του Μεθοδιστή πάστορα James DeWeerd, ο οποίος φημολογείται ότι τουλάχιστον προσπάθησε να συνάψει ερωτική σχέση μαζί του. Τελικά ο Dean πήγε να σπουδάσει στο UCLA στο Λος Άντζελες, όπου έκανε τα πρώτα του βήματα στην υποκριτική. Σύντομα εγκατέλειψε το πανεπιστήμιο για να αφοσιωθεί πλήρως στην τέχνη του, και ξεκίνησε να εμφανίζεται σε τηλεοπτικές διαφημίσεις το 1951, κάνοντας τα πρώτα του επαγγελματικά βήματα στο χώρο.

Λίγο αργότερα ήλθε και το «βάπτισμα του πυρός» για τον Dean στη μεγάλη οθόνη, με τρεις ταινίες στις οποίες εμφανίστηκε σε πολύ μικρούς ρόλους. Σύντομα εγκατέλειψε το Χόλιγουντ για τη Νέα Υόρκη, όπου κι έγινε δεκτός στο περίφημο Actors Studio και διδάχτηκε την πρωτοποριακή υποκριτική μέθοδο method acting από τον φημισμένο Lee Strasberg. Κατόπιν απέκτησε κάποιους ρόλους σε τηλεοπτικές σειρές, όπου άρχισε να καθιερώνεται και ο τύπος του «οργισμένου νέου» τον οποίο υποδύθηκε με τεράστια επιτυχία αργότερα στις ταινίες του και χάρη σ΄ αυτόν, κυρίως έμεινε στην ιστορία. Η εμφάνισή του στο θεατρικό έργο The Immoralist, το 1954, ήταν αυτή που τράβηξε την προσοχή του Χόλιγουντ, με τον Dean σύντομα να επιστρέφει εκεί με σκοπό αυτή τη φορά να αφήσει το στίγμα του. Και το έκανε.

Μια από τις αρκετές ατάκες-αποφθέγματα που αποδίδονται στον James Dean.

Μια από τις αρκετές ατάκες-αποφθέγματα που αποδίδονται στον James Dean.

Ο πρώτος του πρωταγωνιστικός ρόλος ήταν αυτός του «οργισμένου νέου» Cal Trask στην ταινία Ανατολικά της Εδέμ (1955), εμπνευσμένη απ΄ το ομότιτλο μυθιστόρημα του John Steinbeck. Σκηνοθέτης της ήταν ο Elia Kazan, ένας άνθρωπος που αγαπούσε τους νέους ηθοποιούς και τους έδινε συχνά μεγάλες ευκαιρίες που δε θα έβρισκαν εύκολα από αλλού. Στο βιβλίο ο Cal Trask είναι απλώς ένας δευτερεύων χαρακτήρας, αλλά στην ταινία αποκτά τον πρωταγωνιστικό ρόλο, με τα πάθη, τις φιλοδοξίες του, την αδιάκοπη προσπάθειά του για αναζήτηση της αλήθειας – όσο δυσάρεστη κι αν είναι αυτή – και την αδυναμία των υπολοίπων να τον κατανοήσουν να αποτυπώνονται αριστουργηματικά στην οθόνη από τον πρωτάρη τότε Dean. O Dean μάλιστα αυτοσχεδίασε με επιτυχία σε κάποιες σκηνές του έργου ανατρέποντας το αρχικό σενάριο, κάτι που έκανε συχνά στην καριέρα του δηλώνοντας τον αυθορμητισμό του. Η ταινία ήταν μια πολύ μεγάλη κριτική και εμπορική επιτυχία, αλλά ήταν η μοναδική που ο Dean πρόλαβε να δει στους κινηματογράφους όσο ζούσε.

Στα γυρίσματα του Επαναστάτη Χωρίς Αιτία (αρχές 1955)

Στα γυρίσματα του Επαναστάτη Χωρίς Αιτία (αρχές 1955)

Ακολούθησε μια πολύ παρόμοια ταινία, τουλάχιστον ως προς το ρόλο που έπαιξε ο Dean, ο φημισμένος Επαναστάτης Χωρίς Αιτία (1955) όπου ο 24χρονος Dean, πλάι στη 18χρονη Natalie Wood, αντιπροσώπευσαν στα μάτια της νέας γενιάς Αμερικανών τα απόλυτα νεανικά είδωλα. Ομορφιά, πάθη, αυθορμητισμός, αμφισβήτηση των κατεστημένων αξιών και διαρκής τάση για επανάσταση, έστω και «χωρίς αιτία», ο χαρακτήρας του Jim Stark που υποδύθηκε ο Dean έγινε, μαζί με τον ίδιο τον ηθοποιό φυσικά, το απόλυτο πρότυπο των νέων απέναντι σε μια αμερικανική κοινωνία που ταλανιζόταν από προβλήματα που ουσιαστικά δημιουργούσε μόνη της, όπως ο Ψυχρός Πόλεμος και ο Μακαρθισμός. Ο Dean είχε γίνει πια μεγάλος σταρ, ήδη στα 24 του, με τις «πικάντικες» λεπτομέρειες της πολυτάραχης, όπως φημολογείται, ερωτικής του ζωής και το πάθος του για τα γρήγορα αυτοκίνητα να αυξάνουν ακόμη περισσότερο το idol status του στα μάτια της νέας γενιάς.

Παρ΄όλα αυτά, ο Dean φοβήθηκε πως το κοινό θα τον ταυτοποιήσει οριστικά με ρόλους όπως αυτός του Trask ή του Stark, κι έτσι στην επόμενη ταινία του, με τίτλο Giant (1956, κυκλοφόρησε ένα χρόνο μετά το θάνατό του), υποδύθηκε έναν τελείως διαφορετικό ρόλο, συγκεκριμένα έναν Τεξανό ιδιοκτήτη ράντσου που γίνεται πλούσιος όταν ανακαλύπτει πετρέλαιο. Αυτή τη φορά δεν ήταν πρωταγωνιστής, αλλά ο ρόλος του ήταν αρκετά σημαντικός. Με τον Rock Hudson και την Elizabeth Taylor να τον πλαισιώνουν, η ταινία σημείωσε μεγάλη επιτυχία, την οποία δυστυχώς ο James δεν έζησε ποτέ για να δει…

Όπως καταλάβατε, στο διάστημα 1954-1955 ο Dean, από ένας σχετικά άσημος ηθοποιός είχε μεταβληθεί σ΄ ένα απ΄ τα μεγαλύτερα αστέρια της έβδομης τέχνης. Το πάθος του για τα γρήγορα αυτοκίνητα, που αναφέραμε προηγουμένως, τον έσπρωξε ν΄ αγοράσει την ταχύτατη Porsche 550 Spyder, στην οποία έδωσε το παρατσούκλι «Little Bastard», καθώς και να πάρει μέρος μ΄ αυτήν σ΄ έναν αγώνα ταχύτητας στο Salinas της Καλιφόρνια. Αποφάσισε να την οδηγήσει στη διαδρομή απ΄ το Λος Άντζελες για να τη δοκιμάσει, στις 30 Σεπτεμβρίου του 1955, όταν και συνέβη το τραγικό ατύχημα με το οποίο ξεκινήσαμε το άρθρο μας και το οποίο του στέρησε τη ζωή…

Το σημείο του αυτοκινητόδρομου στο οποίο ξεψύχησε ο Dean ονομάζεται πλέον "James Dean Memorial Junction"

Το σημείο του αυτοκινητόδρομου στο οποίο ξεψύχησε ο Dean ονομάζεται πλέον «James Dean Memorial Junction»

Ο θάνατός του ήλθε σαν ένα απίστευτο σοκ στις χιλιάδες των θαυμαστών του, με την αμερικανική κοινωνία να καθυστερεί αρχικά να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς είχε συμβεί. Λίγους μήνες μετά, ο Dean έγινε ο πρώτος ηθοποιός που προτάθηκε για Όσκαρ μετά θάνατον, για το ρόλο του στο Ανατολικά της Εδέμ, για τον οποίο κέρδισε τη Χρυσή Σφαίρα. Αργότερα έγινε ο μοναδικός μέχρι σήμερα που προτάθηκε δύο φορές για Όσκαρ μετά θάνατον, καθώς το 1956 ήταν υποψήφιος για το Giant που κυκλοφόρησε τότε στους κινηματογράφους. Το 1999 κατατάχθηκε 17ος μεγαλύτερος κλασικός ηθοποιός του Χόλιγουντ απ΄ το AFI, κι απ΄ όλους όσους είχαν θέση στη λίστα ήταν με μεγάλη διαφορά αυτός με τις λιγότερες κινηματογραφικές εμφανίσεις, καθώς και αυτός που εγκατέλειψε το σινεμά – και τη ζωή – πιο νωρίς απ΄ όλους…

Όπως γράψαμε στην αρχή, ο Dean έζησε μόλις 24 χρόνια (μια ηλικία κατά την οποία οι περισσότεροι άνδρες ηθοποιοί, ειδικά εκείνη την εποχή, δεν είχαν καν ξεκινήσει καλά καλά την καριέρα τους), αλλά το όνομά του και η φήμη του εξακολουθούν να παραμένουν αθάνατα. Αυτό ενισχύθηκε με τις πολλές ιστορίες για την προσωπική του ζωή που ήλθαν στο φως κυρίως μετά θάνατον, καθώς και με τη φήμη που συνόδευε το αυτοκίνητο στο οποίο σκοτώθηκε, το οποίο όποιος κι αν το αγόρασε στη συνέχεια ήταν λες και τον χτυπούσε η κατάρα του Dean. Από το «κρεβάτι» του νεαρού ηθοποιού πέρασαν αρκετές διάσημες (πολύ ή λιγότερο) γυναίκες του θεάματος όπως η Liz Sheridan, η Ursula Andress και, στην πιο θυελλώδη σχέση του, η Ιταλίδα ηθοποιός Pier Angeli. Πολλές οι φήμες και για τις ομοφυλοφιλικές τάσεις του Dean, με αυτούς που τον ήξεραν καλύτερα να υποστηρίζουν πως ο ηθοποιός είχε τουλάχιστον «πειραματιστεί» με σεξουαλικές επαφές με άλλους άνδρες, ακόμη κι αν δεν ήταν ο ίδιος ομοφυλόφιλος.

Το όνομα και η φιγούρα του James Dean βρίσκονται παντού. Σε τραγούδια (χαρακτηριστικό παράδειγμα το Blue Jeans της Lana Del Rey), σε διαφημίσεις, σε αφίσες κι όπου αλλού μπορεί να χρησιμεύσει με οποιονδήποτε τρόπο σε αυτόν που τα χρησιμοποιεί. 60 χρόνια μετά το θάνατό του, ο Dean παραμένει το πρότυπο αρκετών νέων ανά την υφήλιο κι ένα απ΄ τα μεγαλύτερα icons του Χόλιγουντ του 20ού αιώνα, αν και η φήμη του ξεπερνά κατά πολύ τις μετρημένες στα δάχτυλα κινηματογραφικές εμφανίσεις του. Τέλος, αν και ουσιαστικά έπαιξε σε μόλις 3 ταινίες, ο Dean επηρέασε με το υποκριτικό στιλ του και τις εμφανίσεις του μια ολόκληρη γενιά ηθοποιών που περιλάμβανε τον Paul Newman, τον Steve McQueen και τον Clint Eastwood, και οι εμφανίσεις του αυτές αποτελούν αντικείμενο μελέτης πολλών δραματικών σχολών παγκοσμίως, εξασφαλίζοντας πως ο Dean θα εξακολουθεί για πολλά χρόνια ακόμη να επηρεάζει την τέχνη του κινηματογράφου, αλλά και τον παγκόσμιο πολιτισμό γενικότερα.

2,5 Stars

Εμφανίστηκε την άνοιξη που μας πέρασε στους κινηματογράφους με μεγάλες προσδοκίες. Έφυγε σαν… κυνηγημένο, έχοντας δεχθεί ως επί το πλείστον αρνητικές κριτικές και μην κατορθώνοντας να εισπράξει ούτε το 1/10 του μπάτζετ! Το Cinema Therapy αναλύει μια από τις μεγαλύτερες αποτυχίες της κινηματογραφικής χρονιάς, το Child 44, αναλογιζόμενοι πόσο πολλές δυνατότητες είχε αυτό το φιλμ και πόσο λίγες υλοποίησε.

Child_44_posterΧώρα και έτος παραγωγής: ΗΠΑ/Ηνωμένο Βασίλειο/Τσεχία/Ρουμανία, 2015
Διάρκεια: 137′
Είδος: Θρίλερ, μυστηρίου, δράμα
Σκηνοθεσία: Joss Whedon
Πρωταγωνιστούν: Tom Hardy, Noomi Rapace, Gary Oldman, Vincent Cassel
Mπάτζετ: 50 εκατομμύρια $
Έσοδα στο box-office: 3,3 εκατομμύρια $

Στην κομμουνιστική Σοβιετική Ένωση, λίγο μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ένα μέλος της στρατιωτικής αστυνομίας που βρίσκεται σε δυσμένεια προσπαθεί να διαλευκάνει μια σειρά δολοφονιών με θύματα παιδιά, αλλά οι ανώτεροί του προσπαθούν να «θάψουν» την υπόθεση.

Το πρώτο που πρέπει να αναφέρουμε για το έργο αυτό είναι πως το σενάριο του προέρχεται από βιβλίο. Από ένα αρκετά επιτυχημένο βιβλίο, για την ακρίβεια, του Βρετανού Tom Rob Smith. Και το σενάριο αυτό είναι αρκετά πρωτότυπο. Μια σειρά ανεξήγητων φόνων με θύματα μικρά παιδιά συμβαίνει στη σταλινική Ρωσία, κι όταν βρεθεί ως ένα από τα θύματα ο γιος ενός φίλου και συναδέλφου του, ο πράκτορας Leo Damidov (Hardy) προσπαθεί να λύσει το μυστήριο. Αν όλα αυτά συνέβαιναν σε μια δυτική χώρα, τα πράγματα θα ήταν, θεωρητικά τουλάχιστον, απλά. Εδώ, όμως, ο Damidov έχει να αντιμετωπίσει δύο βασικά προβλήματα. Το ένα είναι πως ο μεγάλος του εχθρός, ο Βασίλι (Joel Kinnaman) κατορθώνει να πείσει τον ανώτερό του, ταγματάρχη Κούζμιν (Cassel) πως ο Damidov και η σύζυγός του (Rapace) ενδέχεται να είναι προδότες, με αποτέλεσμα το ζεύγος να μετατεθεί σε μια… ξεχασμένη γωνιά της χώρας, όπου κατά σύμπτωση θα έρθουν πιο κοντά στους φόνους που μελετούν. Το άλλο είναι πως η αστυνομία της χώρας προσπαθεί να συγκαλύψει την υπόθεση, όχι γιατί έχει κάποιο συμφέρον ή επειδή αρνείται να παραδεχτεί την αδυναμία της να συλλάβει το δράστη (όπως πιθανόν να συνέβαινε σε μια δυτική κοινωνία) αλλά γιατί, σύμφωνα με την κομμουνιστική ιδεολογία, ο φόνος και τα παρεμφερή εγκλήματα του κοινού ποινικού δικαίου είναι… καπιταλιστικά φαινόμενα και ένα κομμουνιστικό καθεστώς δε γεννά ποτέ δολοφόνους. «Δεν υπάρχουν δολοφόνοι στον παράδεισο», το σλόγκαν τους. Καταλαβαίνετε, μετά απ΄ όλα αυτά, πόσο δύσκολη γίνεται η προσπάθεια του ήρωα, ειδικά από τη στιγμή που και ο ίδιος ο δολοφόνος δε δείχνει να κάνει κάποιο λάθος που θα βοηθούσε στον εντοπισμό του.

Το ζεύγος Damidov (Tom Hardy & Noomi Rapace) βρίσκεται σε δύσκολη θέση όταν η αστυνομία υποπτεύεται τη σύζυγο για δράση κατά του καθεστώτος.

Το ζεύγος Damidov (Tom Hardy & Noomi Rapace) βρίσκεται σε δύσκολη θέση όταν η αστυνομία υποπτεύεται τη σύζυγο για δράση κατά του καθεστώτος.

Δεν ξέρω αν συμφωνείτε μετά από αυτά που διαβάσατε, αλλά η δική μου άποψη είναι πως το σενάριο είχε εξαιρετικές δυνατότητες. Μια καλοστημένη υπόθεση δολοφονιών, με την ιδιαιτερότητα πως τα γεγονότα συμβαίνουν στη Σοβιετική Ένωση και οι κανόνες του παιχνιδιού εκεί είναι πολύ διαφορετικά. Δεν έχω διαβάσει το βιβλίο, αλλά βάσει των θετικών κριτικών που δέχτηκε πιστεύω πως αν το σενάριο έπεφτε στα χέρια ενός ικανού σκηνοθέτη – όπως ο Ρίντλεϊ Σκοτ (Μονομάχος) που είχε αρχικά προσληφθεί για να γυρίσει την ταινία – το κοινό θα απολάμβανε ένα καλογυρισμένο, αγωνιώδες θρίλερ με ιστορικές και κοινωνικές προεκτάσεις και αρκετή συγκίνηση. Κι ας είναι μέτριες οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών (κάτι που επίσης είναι εν μέρει ευθύνη του σκηνοθέτη), ειδικά των Hardy και Rapace στους πρωταγωνιστικούς ρόλους του κυρίου και της κυρίας Damidov.

Δυστυχώς, όμως, τη σκηνοθεσία ανέλαβε τελικά ο άσημος – και ανεπαρκής, όπως αποδείχτηκε – Daniel Espinosa. Ο οποίος Espinosa κατάφερε να αφαιρέσει σχεδόν όλη την αγωνία και το σασπένς που μπορούσε να προσφέρει το σενάριο, με εξαίρεση κάποιες μεμονωμένες σκηνές προς το φινάλε, να μην κεντρίσει το ενδιαφέρον του κοινού για μια υπόθεση μυστηρίου που ένας ικανός σκηνοθέτης θα μας είχε αφήσει επί 2 ώρες με κομμένη την ανάσα (ακόμα και το αποκορύφωμα της ταινίας με την αποκάλυψη του δολοφόνου και την τελική αναμέτρηση έχει πολύ λιγότερη αγωνία απ΄ όση θα μπορούσε) και να αναλωθεί για μεγάλο διάστημα της ταινίας σε ανούσιες παράλληλες ιστορίες για την προσωπική ζωή των κεντρικών χαρακτήρων και το παρελθόν τους. Δεν κατορθώνει, επίσης, να αναπτύξει ικανοποιητικά τους δευτερεύοντες χαρακτήρες, ειδικά αυτούς που υποδύονται ο Joel Kinnaman (ο μόνος που έλαμψε με την ερμηνεία του ως αδίστακτος πράκτορας) με τους μπαρουτοκαπνισμένους Gary Oldman (είχε ξαναπαίξει με τον Tom Hardy στην Επιστροφή του Σκοτεινού Ιππότη) και Vincent Cassel. Ακόμη και στα σημεία της ταινίας που ανεβαίνει κάπως η αδρεναλίνη αυτό γίνεται περισσότερο επειδή τα γεγονότα που βλέπουμε να εκτυλίσσονται είναι τέτοια, παρά γιατί ο σκηνοθέτης τα αποδίδει με ικανοποιητικό τρόπο.

Oldman HardyΠαρ΄ όλα αυτά, το Child 44 δεν είναι κακή ταινία. Αυτό συμβαίνει κυρίως επειδή το υλικό που είχαν στα χέρια τους οι δημιουργοί της ταινίας (το βιβλίο του Smith) είναι μάλλον εξαιρετικό, καθώς και στο δυνατό καστ της ταινίας που μπορεί να μην εντυπωσιάζει αλλά τουλάχιστον στέκεται στο ύψος του. Ίσως να μην άξιζε τέτοιο «θάψιμο» η ταινία από κοινό και κριτικούς, όμως η αλήθεια είναι πως όταν έχεις στα χέρια σου ένα σενάριο με τόσες δυνατότητες και αξιοποιείς μόνο ένα ελάχιστο ποσοστό από αυτές δε μπορείς να έχεις πολλές απαιτήσεις. Ο νεαρός (38 ετών) σκηνοθέτης Daniel Espinosa ίσως έχει μέλλον, αλλά εδώ δεν τα πήγε καθόλου καλά. Και οι παραγωγοί της ταινίας πλήρωσαν το τίμημα με την απώλεια περίπου 47 εκατομμυρίων δολλαρίων (πρακτικά ολόκληρο το μπάτζετ της ταινίας) και την κατάληξη μιας πολύ ελπιδοφόρας παραγωγής στα… αζήτητα. Δε μπορώ να υποστηρίξω πως το να δει κανείς την ταινία μια φορά είναι χαμένος χρόνος, ωστόσο δε χάνετε και τίποτα αν την προσπεράσετε…

Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων