Skip to content

Cinema Therapy

Αν έχει σχέση με το σινεμά και τις ταινίες, εδώ θα το βρείτε!

Archive

Archive for Αυγούστου, 2015

Σαν σήμερα, πριν από ακριβώς έναν αιώνα, άνοιξε η αυλαία της ζωής της. Και ξανά σαν σήμερα, στα 67α γενέθλια της, έκλεισε. Το Cinema Therapy σας παρουσιάζει τη ζωή και το έργο της Ίνγκριντ Μπέργκμαν, της ομορφότερης Σουηδέζας όλων των εποχών. Και ξέροντας τι γυναίκες βγάζει η σκανδιναβική χώρα, είναι μεγάλος τίτλος.

220px-IngridBergmanportrait Εκτός από τον παραπάνω τίτλο, που της αποδόθηκε πρόσφατα από το Playboy, η Μπέργκμαν έχει διακριθεί σε ανεπανάληπτο βαθμό τόσο για την ομορφιά όσο και για τις υποκριτικές της ικανότητες, κερδίζοντας μεταξύ άλλων 3 βραβεία Όσκαρ, 4 Χρυσές Σφαίρες, 2 τηλεοπτικά βραβεία Emmy και 1 θεατρικό βραβείο Tony. Οι περισσότεροι πιθανότατα τη γνωρίζετε για την ερμηνεία της στη θρυλική Καζαμπλάνκα, πλάι στον Humphrey Bogart, αλλά σας διαβεβαιώ πως η συγκεκριμένη ηθοποιός υπήρξε κάτι πολύ περισσότερο από αυτό, καθώς και κάτι περισσότερο από τους αναρίθμητους τίτλους και διακρίσεις που έλαβε και συνεχίζει να λαμβάνει. Ας το ανακαλύψουμε…

Όπως και μια μεγάλη μερίδα συναδέλφων της στο κλασικό Χόλιγουντ, η Μπέργκμαν γεννήθηκε στην Ευρώπη, και συγκεκριμένα στη Στοκχόλμη, πρωτεύουσα της Σουηδίας, στις 29 Αυγούστου 1915. Οι γονείς της είχαν καλλιτεχνικές ρίζες και την έφεραν από νωρίς σε επαφή με τις τέχνες, ωστόσο δυστυχώς ήδη από τα 13 της η Ίνγκριντ τους είχε χάσει αμφότερους. Η ίδια δήλωνε αργότερα πως από μικρή το μόνο επάγγελμα που σκέφτηκε για τον εαυτό της ήταν ηθοποιός. Έτσι, στα 17 της κατόρθωσε να κερδίσει υποτροφία για τη Βασιλική Θεατρική Σχολή της Στοκχόλμης, την ίδια σχολή από την οποία μια άλλη μεγάλη Σουηδέζα ηθοποιός, η Γκρέτα Γκάρμπο, είχε αποφοιτήσει λίγα χρόνια νωρίτερα. Το 1935, στα 20 της χρόνια, έπαιξε για πρώτη φορά στον κινηματογράφο, στη σουηδική ταινία Munkbrogreven. Έπαιξε σε 12 ταινίες στη Σουηδία στο διάστημα 1935-1938, και στο ίδιο διάστημα παντρεύτηκε ένα γιατρό, τον Peter Lindstrom, αποκτώντας την πρώτη της κόρη, ονόματι Pia, το 1938. Την ίδια χρονιά η Μπέργκμαν πρωταγωνίστησε και σε μια γερμανική ταινία, με τίτλο Die vier Gesellen. Μέσω της ταινίας αυτής ήρθε σε επαφή με τη Ναζιστική Γερμανία, και αργότερα δήλωσε πως μετάνιωσε πικρά που δεν αντιλήφθηκε τότε πόσο αρρωστημένο και επικίνδυνο ήταν το καθεστώς του Γ΄ Ράιχ. Παρ΄όλα αυτά, αν και η ταινία αρχικά γυρίστηκε με σκοπό να ξεκινήσει η Μπέργκμαν μια νέα καριέρα στη Γερμανία, η 23χρονη τότε Σουηδέζα έφυγε σύντομα για το Χόλιγουντ (χωρίς να γνωρίζει αγγλικά) με προτροπή του διάσημου ανεξάρτητου παραγωγού David O. Selznick.

Στόχος της Μπέργκμαν αρχικά ήταν να πρωταγωνιστήσει στην ταινία για την οποία την κάλεσε ο Selznick, το Intermezzo (1939) και κατόπιν να επιστρέψει στην πατρίδα της. Η επιτυχία της ταινίας όμως ήταν τεράστια, κι ας έλαβε ελάχιστη προώθηση καθώς ο Selznick ήταν απασχολημένος με το κολοσσιαίο του εγχείρημα Όσα Παίρνει ο Άνεμος που προβλήθηκε την ίδια χρονιά. Ο παραγωγός της πρότεινε αμέσως 7ετές συμβόλαιο, όπως συνηθίζονταν τότε, αλλά εκείνη, διακρίνοντας τα οικονομικά προβλήματα της εταιρίας και μη θέλοντας να δεσμευτεί από την αρχή στο Χόλιγουντ, αρνήθηκε και αντιπρότεινε συμβόλαιο 4 μόλις ταινιών. Σύμφωνα με αρκετούς αναλυτές, και κυρίως τον ίδιο το Selznick, η κίνηση της αυτή ήταν παράδειγμα σπάνιας οξυδέρκειας για το Χόλιγουντ της εποχής, και έπεισε τον Αμερικανό παραγωγό πως είχε στη διάθεση του μια ηθοποιό που, εκτός από πολύ όμορφη και ταλαντούχα, ήταν και έξυπνη. Τα οικονομικά προβλήματα που προαναφέραμε υποχρέωσαν τον Selznick να «δανείζει» συχνά σε άλλα στούντιο την Μπέργκμαν, η οποία επέστρεψε προσωρινά στη Σουηδία για μια ακόμη ταινία εκεί, και κατόπιν γύρισε τρεις σχετικά επιτυχημένες ταινίες στο Χόλιγουντ, με πιο γνωστή τη μεταφορά της γνωστής ιστορίας Dr. Jekyll & Mr. Hyde, σε σκηνοθεσία του βραβευμένου με Όσκαρ Victor Fleming και με συμπρωταγωνιστές τους Spencer Tracy και Lana Turner.

Μια από τις αμέτρητες διάσημες σκηνές της Casablanca, της διασημότερης ταινίας που έπαιξε η Μπέργκμαν.

Μια από τις αμέτρητες διάσημες σκηνές της Casablanca, της διασημότερης ταινίας που έπαιξε η Μπέργκμαν.

Η επίθεση των Ιαπώνων στο Περλ Χάρμπορ στα τέλη του 1941 έβαλε τις ΗΠΑ στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και δημιούργησε την ανάγκη για την παραγωγή «πατριωτικών» ταινιών που θα ανέβαζαν το ηθικό των Αμερικανών και θα τους έδινε ώθηση για τον επικείμενο πόλεμο. Στο πλαίσιο αυτό ο Selznick δάνεισε ξανά τις υπηρεσίες της Μπέργκμαν, αυτή τη φορά στη Warner Bros, για να πρωταγωνιστήσει η τελευταία σε μια αρκούντως μετριοπαθή παραγωγή με τίτλο Καζαμπλάνκα, μια ταινία με θέμα ένα παράδοξο ερωτικό τρίγωνο που επηρεάζει με διάφορους τρόπους την τροπή ολόκληρου του πολέμου. Συμπρωταγωνιστής της Μπέργκμαν το ανερχόμενο αστέρι της εποχής Humphrey Bogart, το υπόλοιπο καστ αξιόλογο, οι προσδοκίες αυξημένες. Κανείς όμως δεν περίμενε την ανεπανάληπτη επιτυχία της ταινίας που κέρδισε 3 βραβεία Όσκαρ, και μνημονεύεται σήμερα ως μια από τις καλύτερες 5-10 ταινίες όλων των εποχών, έχοντας γίνει ταυτόχρονα αντικείμενο έμπνευσης, μίμησης αλλά και παρωδίας αναρίθμητες φορές. Αν και, χάρη στην απαράμιλλη ομορφιά και φινέτσα της, η Μπέργκμαν απέδωσε εξαιρετικά το ρόλο της Ilsa Lund, ο ρόλος αυτός δεν της πρόσφερε την ευκαιρία να αναδείξει τις υποκριτικές της ικανότητες (καθώς περιοριζόταν αποκλειστικά στο ρομαντικό ενδιαφέρον των πρωταγωνιστών χωρίς δική του προσωπικότητα), και η ηθοποιός δεν τον θεωρούσε ποτέ απ΄ τους καλύτερους της. Γεγονός είναι όμως πως της άνοιξε διάπλατα το δρόμο για νέες επιτυχίες, όπως το Για Ποιον Χτυπάν Οι Καμπάνες (1943, από μυθιστόρημα του Έρνεστ Χέμινγουεϊ που επέμενε να πρωταγωνιστήσει η Μπέργκμαν στην ταινία) και Gaslight (1944), για το οποίο και κέρδισε το Όσκαρ Α΄ Γυναικείου Ρόλου. Πολύ περισσότερο, όμως, πρωταγωνιστώντας στην Καζαμπλάνκα η Μπέργκμαν εξασφάλισε πως το όνομά της θα μείνει στην κινηματογραφική αιωνιότητα.

Το μόνο που χρειαζόταν τότε η Μπέργκμαν ήταν να γνωρίσει και τον κατάλληλο σκηνοθέτη. Και το έκανε το 1945, όταν και πρωταγωνίστησε στο ψυχολογικό θρίλερ Spellbound του Άλφρεντ Χίτσκοκ, του ανθρώπου που αναγνώρισε το ταλέντο της ίσως καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο. Η Μπέργκμαν ήταν η μοναδική γυναίκα ηθοποιός (ίσως μαζί με τη Γκρέις Κέλι) που σεβάστηκε ως ισότιμη ο Χίτσκοκ, και σίγουρα η μοναδική που κατάφερε να πείσει το βασιλιά του σασπένς πως μια σκηνή δεν είχε γυριστεί σωστά. Αυτό συνέβη στο αριστουργηματικό θρίλερ Νοτόριους (1946), στο οποίο η Σουηδέζα σταρ πρωταγωνίστησε πλάι στον εξίσου εμβληματικό ηθοποιό και πολύ καλό φίλο της Κάρι Γκραντ. Ο ρόλος της Αλίσια Χούβερμαν, που υποδύθηκε η Μπέργκμαν στην ταινία, θεωρείται από πολλούς ο καλύτερος της. Η Μπέργκμαν έφτασε στο απόγειο της δόξας της το 1948, όταν ήταν ξανά υποψήφια για Όσκαρ για την ερμηνεία της στην Ιωάννα της Λορένης, για να γκρεμιστεί (προσωρινά τουλάχιστον) μέσα σε ελάχιστο διάστημα, οδηγώντας μεταξύ άλλων και την ταινία στην οικονομική καταστροφή.

Η Μπέργκμαν με τον Ιταλό σύζυγό της και σκηνοθέτη Ρομπέρτο Ροζελίνι, το 1951

Η Μπέργκμαν με τον Ιταλό σύζυγό της και σκηνοθέτη Ρομπέρτο Ροζελίνι, το 1951

Ο λόγος; Μα φυσικά, η εξωσυζυγική της σχέση με το διάσημο Ιταλό σκηνοθέτη Ρομπέρτο Ροζελίνι, στον οποίο και πρότεινε μια κινηματογραφική (αρχικά) συνεργασία το 1949, αφού είχαν ξεκινήσει τη σχέση τους κατά την επίσκεψη του τελευταίου στις ΗΠΑ. Αν και Σουηδέζα, η Μπέργκμαν είχε χαρακτηριστεί στη δεκαετία του ΄40 ως η επιτομή της Αμερικανίδας γυναίκας, και η σχέση αυτή προκάλεσε τρομερό σκάνδαλο. Ακόμη και η Αμερικανική Γερουσία αποκήρυξε επίσημα την ηθοποιό (!), ενώ το κοινό σε δημοσκοπήσεις εξέφραζε την απροθυμία του να εξακολουθήσει να παρακολουθεί τις εμφανίσεις της. Μην έχοντας άλλη λύση, η Μπέργκμαν μετακόμισε οριστικά στην Ιταλία, παντρεύτηκε τον Ροζελίνι και έκανε 3 παιδιά μαζί του, μεταξύ των οποίων και η διάσημη ηθοποιός και μοντέλο Ιζαμπέλα Ροζελίνι. Ταυτόχρονα γύρισε και αρκετές ταινίες στην Ιταλία μαζί του, χωρίς όμως να σημειώσει καμία απ΄ αυτές ιδιαίτερη επιτυχία. Αν και αρχικά δήλωνε ευτυχισμένη με την ήσυχη ζωή της στην Ιταλία, η Μπέργκμαν εγκατέλειψε τον Ροζελίνι το 1955 (το διαζύγιο βγήκε δυο χρόνια μετά), αλλά δίστασε να επιστρέψει στο Χόλιγουντ. Έτσι, πρωταγωνίστησε στη γαλλική παραγωγή Η Έλενα και οι Άνδρες της (1956) με τους Jean Marais και Μel Ferrer (τότε σύζυγο της Audrey Hepburn). Με την ταινία αυτή η Μπέργκμαν είχε πρωταγωνιστήσει πια σε ταινίες γυρισμένες στη σουηδική, τη γερμανική, την αγγλική, την ιταλική και τη γαλλική γλώσσα, τις οποίες κατείχε στο έπακρο!

Η επιστροφή στο Χόλιγουντ ήταν, παρ΄όλα αυτά, θέμα χρόνου για τη Σουηδέζα ηθοποιό και έγινε με μια μετριοπαθή παραγωγή, το ιστορικό δράμα Αναστασία (1956) του Anatole Litvak, μια ταινία που προσεγγίστηκε συντηρητικά από τους παραγωγούς καθώς η αντίδραση κοινού και κριτικών στην επιστροφή της Μπέργκμαν ήταν άγνωστη. Η ταινία τελικά σημείωσε μεγάλη κριτική και εμπορική επιτυχία – αν και σήμερα δε μνημονεύεται ιδιαίτερα – και η Μπέργκμαν με την πρώτη της προσπάθεια απεκατέστησε πλήρως τη θέση της στην κοινωνία του αμερικανικού κινηματογράφου. Για την ερμηνεία της μάλιστα κέρδισε για 2η φορά το Όσκαρ Α΄ Γυναικείου Ρόλου, αλλά προτίμησε να μην εμφανιστεί στην τελετή, αφήνοντας τον Κάρι Γκραντ στη θέση της να παραλάβει το βραβείο. Η πρώτη της δημόσια εμφάνιση μετά την επιστροφή της στο Χόλιγουντ έγινε στην απονομή των Όσκαρ το 1959, όπου απένειμε το βραβείο Καλύτερης Ταινίας. Μόλις ο Γκραντ ανακοίνωσε το όνομά της και η ίδια εμφανίστηκε στη σκηνή, σύσσωμο το κοινό σηκώθηκε όρθιο και τη χειροκρότησε (standing ovation). Το 1972, μάλιστα, η Αμερικανική Γερουσία ζήτησε δημόσια συγγνώμη από την ηθοποιό για τη στάση που είχε τηρήσει απέναντί της 22 χρόνια πριν, αποκαθιστώντας οριστικά τη θέση της στο πάνθεον του Χόλιγουντ.

Η Bergman (δεξιά) με τη Liv Ullman, στην τελευταία της ταινία, τη Φθινοπωρινή Σονάτα, το 1978.

Η Bergman (δεξιά) με τη Liv Ullman, στην τελευταία της ταινία, τη Φθινοπωρινή Σονάτα, το 1978.

Παρ΄ όλα αυτά η ίδια ποτέ δεν ένιωσε πραγματικό μέλος του Χόλιγουντ έκτοτε, και γύρισε σχετικά λίγες ταινίες εκεί μέχρι το θάνατό της. Πιο επιτυχημένη σαφώς ήταν η κινηματογραφική μεταφορά του αριστουργήματος της Άγκαθα Κρίστι Έγκλημα στο Όριαν Εξπρές του Sidney Lumet, όπου αποτέλεσε μέλος ενός τρομερού καστ που αποτελούσαν, μεταξύ άλλων, ο Sean Connery, o Anthony Perkins, o Albert Finney, o Sir John Gielgud, η Lauren Bacall και η Vanessa Redgrave. Η Μπέργκμαν υποδύθηκε στην ταινία τη μεσόκοπη Σουηδέζα Greta Olsson, και η ερμηνεία της ήταν αρκετή για να της χαρίσει ακόμη ένα Όσκαρ, Β΄ Γυναικείου αυτή τη φορά. Στο ίδιο διάστημα εμφανίστηκε αρκετά συχνά σε ευρωπαϊκές (κυρίως βρετανικές) ταινίες όπως το Indiscreet (1958) και η Κίτρινη Ρολς Ρόις (1964), καθώς και στο θέατρο και την τηλεόραση των Ηνωμένων Πολιτειών, κερδίζοντας βραβεία και εκεί. Η τελευταία της κινηματογραφική εμφάνιση ήταν στη Φθινοπωρινή Σονάτα του Σουηδού Ίνγκμαρ Μπέργκμαν (συνωνυμία), με την οποία και απέδειξε τη δυνατότητά της να αποδώσει σ΄ ένα τελείως διαφορετικό υποκριτικό στιλ απ΄ αυτό του Κλασικού Χόλιγουντ στο οποίο γαλουχήθηκε. Φαινόταν να έχει χρόνια και εμφανίσεις μπροστά της, δυστυχώς όμως εμφάνισε καρκίνο στο στήθος και πέθανε ανήμερα των 67ων γενεθλίων της, το 1982.

Η Μπέργκμαν θεωρείται ακόμη και σήμερα ως «η πιο διεθνής κινηματογραφική σταρ όλων των εποχών», καθώς έπαιξε σε ταινίες γυρισμένες σε διάφορες χώρες και μιλούσε ικανοποιητικά 5 γλώσσες. Ταυτόχρονα όμως κατέχει ξεχωριστή θέση στο Χόλιγουντ, κάτι που αποδείχτηκε από την κατάταξή της στην 4η θέση στη λίστα του Αμερικανικού Ινστιτούτου Κινηματογράφου με τους μεγαλύτερους αστέρες του κλασικού Χόλιγουντ. Αν και έδρασε μέσα στο Χόλιγουντ και συμβιβάστηκε με τις αρχές του, δεν αποτέλεσε ποτέ μέλος αυτού του μάλλον υπέρμετρου star system που έφτιαχνε και κατέστρεφε με την ίδια ευκολία αστέρες στις δεκαετίες του ΄40 και του ΄50. Επίσης, μη θέλοντας να προσέχει ο κόσμος την εμφάνισή της περισσότερο από τις υποκριτικές της ικανότητες, δεν επεδίωξε ποτέ να γίνει sex symbol, και το ντύσιμό της ήταν συχνά εντυπωσιακό αλλά ποτέ ιδιαίτερα προκλητικό. Αν και γενικά οι συμπατριώτες της δε διακρίνονται για τη… θερμότητά τους, η ίδια ήταν μια γυναίκα γεμάτη πάθος και έντονα συναισθήματα, και γι΄ αυτό υπήρξε ίσως η καλύτερη ηθοποιός ρομαντικών ταινιών στην ιστορία (τόσο κωμικές όσο και δραματικές), αν και μπορούσε να παίξει πρακτικά όλα τα είδη. Τέλος, αν και, όπως δήλωνε και η ίδια, είναι λάθος να τη θυμόμαστε μόνο γι΄ αυτό, η Μπέργκμαν είναι γνωστή σε μια μεγάλη μερίδα του κοινού που δεν ασχολείται ιδιαίτερα με το κλασικό σινεμά χάρη στη συμμετοχή της στην Καζαμπλάνκα, μια ταινία που ξεπερνά τα χωροχρονικά όρια της Χρυσής Εποχής του Χόλιγουντ και αποτελεί παγκόσμιο κινηματογραφικό σύμβολο που γνωρίζει ή/και έχει παρακολουθήσει η συντριπτική πλειοψηφία των σινεφίλ ανά την υφήλιο. Δε θα ήταν αδόκιμο να πούμε πως «αστέρια σαν αυτήν βγαίνουν μια φορά στα 100 χρόνια». Τόσα ακριβώς πέρασαν από τη γέννησή της, άρα μπορούμε να ελπίζουμε…

Η αξέχαστη εμφάνιση της στα Όσκαρ το 1959…

Play it Sam. Play «As Time Goes By»… Η πιο διάσημη ατάκα της, από την θρυλική Καζαμπλάνκα.

2,5 Stars

1,4 δισεκατομμύρια δολλάρια. Ναι, καλά διαβάσατε, τόσα χρήματα έφερε στα ταμεία της Marvel Studios και των υπολοίπων διαχειριστών του το πρώτο σίκουελ των Εκδικητών, περίπου όσα και η πρώτη ταινία, δηλαδή. Ψιλοπράγματα… Τα άξιζε; Προφανώς όχι, αλλά οι ταινίες με σούπερ ήρωες κυριαρχούν τα τελευταία χρόνια στο box office, οπότε δε μας εξέπληξε. Εμείς πάντως δε θα εξετάσουμε αυτό, αλλά το κατά πόσο η ταινία άξιζε τουλάχιστον να αφιερώσεις λίγο χρόνο να τη δεις.

Avengers_Age_of_UltronΧώρα και έτος παραγωγής: ΗΠΑ, 2015
Διάρκεια: 141′
Είδος: Περιπέτεια επιστημονικής φαντασίας
Σκηνοθεσία: Joss Whedon
Πρωταγωνιστούν: Robert Downey Jr, Chris Hemsworth, Scarlett Johansson, Mark Ruffalo, Chris Evans
Mπάτζετ: 280 εκατομμύρια $
Έσοδα στο box-office: 1,4 δισεκατομμύρια $

Οι Εκδικητές επανενώνονται για να αντιμετωπίσουν μια καινούρια απειλή: τον διαβολικό Ultron, ένα μηχάνημα με τεχνητή νοημοσύνη που θεωρεί στόχο του να καταστρέψει την ανθρωπότητα.

Δεν είναι υπερβολή αυτό που θα πω. Στα στούντιο της Μάρβελ έχουν βρει την κότα που κάνει τα χρυσά αυγά. Εδώ και αρκετά χρόνια (και ιδίως από το 2009 όταν το Avatar του Τζέιμς Κάμερον άνοιξε το δρόμο για την εξάπλωση της τεχνολογίας 3D στον κινηματογράφο), οι συγκεκριμένοι κύριοι παίρνουν όποιους ήρωες από κόμικ της εταιρίας τους θεωρήσουν κατάλληλους, τους συγκροτούν σε μια ομάδα και τους αφήνουν για δύο και κάτι ώρες να παίζουν ξύλο με τους εκάστοτε κακούς. Έτσι, στις αρχές της δεκαετίας που διανύουμε αποφάσισαν να ενώσουν τον Iron Man (Downey Jr.), τον Captain America (Evans), τον Μπρους Μπάννερ/Χαλκ (Mark Ruffalo) και μερικά άλλα… καλά παιδιά και να δημιουργήσουν τους Εκδικητές, μια αξιόλογη – τεχνολογικά τουλάχιστον – πλην τελείως προβλέψιμη περιπέτεια με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας, εντυπωσιακές μάχες, σκηνές δράσης που ειδικά αν τις βλέπεις σε 3D σ΄ αφήνουν μ΄ ανοιχτό το στόμα κι ένα σενάριο-πρόσχημα για να παίξουν ξύλο μέχρι τελικής πτώσης οι ήρωές μας με τους κακούς. Τρία χρόνια μετά, πρακτικά η ίδια ταινία, και ακόμη 1,4 δισεκατομμύρια στα ταμεία τους…

O Iron Man (Robert Downey Jr, αριστερά) και ο Captain America (Chris Evans, δεξιά) ηγούνται της προσπάθειας των Εκδικητών.

O Iron Man (Robert Downey Jr, αριστερά) και ο Captain America (Chris Evans, δεξιά) ηγούνται της προσπάθειας των Εκδικητών.

Αυτή τη φορά η απειλή για τους Avengers έρχεται… εκ των έσω. Μια μηχανή ονόματι Ultron, που κατασκεύασαν ο Iron Man και ο Μπρους Μπάνερ αποκτά τεχνητή νοημοσύνη ως μέρος του σχεδίου των δύο ανδρών να την καταστήσουν τον ύψιστο φύλακα της ασφάλειας και της ειρήνης στον πλανήτη. Με το που αποκτά όμως νοημοσύνη η μηχανή έχει άλλα σχέδια, και θεωρεί χρέος της να καταστρέψει τον κόσμο. Στρατολογεί, μάλιστα, σε πρώτη φάση, και δυο δίδυμα αδέρφια που επιβίωσαν από τα πειράματα ενός διαβολικού επιστήμονα που νίκησαν οι Εκδικητές, και τώρα έχουν υπερφυσικές δυνάμεις. Μαζί, φέρνουν για πρώτη φορά τους Εκδικητές σε δύσκολη θέση, αλλά μόλις τους βρει ο Nick Fury (Samuel L. Jackson) θα καταφέρει να τους δώσει το κίνητρο να επανέλθουν στο προσκήνιο και να συντρίψουν τον Ultron. Ταυτόχρονα, για να έχουμε και λίγο ρομάντζο, κάτι αρχίζει να αναπτύσσεται μεταξύ του Μπρους Μπάνερ και της Black Widow (Scarlett Johansson), αλλά η συνήθεια του πρώτου να μετατρέπεται στον πράσινο και αιμοδιψή Hulk όταν τον κυριεύει ο θυμός αποδεικνύεται πρόβλημα. Χρειάζεται να σας πω τι γίνεται στο τέλος; Όχι, απλώς να είστε έτοιμοι για το επόμενο σίκουελ…

Ένα ειδύλλιο αναπτύσσεται μεταξύ των Εκδικητών, και συγκεκριμένα της Black Widow (Johansson) και του Bruce Banner (Ruffalo).

Ένα ειδύλλιο αναπτύσσεται μεταξύ των Εκδικητών, και συγκεκριμένα της Black Widow (Johansson) και του Bruce Banner (Ruffalo).

Το ότι η ταινία θα ενθουσίαζε τους αναρίθμητους φαν των ταινιών του είδους ήταν δεδομένο. Το ζητούμενο, τουλάχιστον για μένα που δεν τυγχάνω και ιδιαίτερα οπαδός του συγκεκριμένου είδους, ήταν αν θα μπορούσε να προσελκύσει και αρκετούς άλλους. Η πρώτη ταινία δεν το κατάφερε σε ικανοποιητικό βαθμό. Αυτή τη φορά όμως οι δημιουργοί μάλλον κέρδισαν το στοίχημα, καθώς οι ελάχιστες φαινομενικά αλλαγές στην εξέλιξη της πλοκής έκαναν τα 135 λεπτά διάρκειας του έργου αρκετά πιο ευχάριστα από τα αντίστοιχα του πρώτου φιλμ. Και δεν αναφέρομαι φυσικά στις σκηνές δράσεις (που είναι όντως πιο εντυπωσιακές, ειδικά όταν… ανακατεύεται ο Hulk) και στα απίθανα ειδικά εφέ. Αναφέρομαι στο γεγονός ότι το έργο έχει ένα πιο καλοστημένο και έξυπνο σενάριο, όχι μόνο συγκριτικά με την πρώτη ταινία, αλλά και με τις περισσότερες του είδους. Διαθέτει, δηλαδή, χιουμοριστικά γκαγκ και έξυπνους διαλόγους (κυρίως απ΄ τον Iron Man) που και δημιουργούν ευχάριστες εντυπώσεις στο θεατή και προετοιμάζουν καλύτερα το έδαφος για τις σκηνές δράσης που ακολουθούν. Δεν είπαμε ότι θα κερδίσουν και το Όσκαρ Σεναρίου φυσικά, αλλά κατορθώνει να είναι κάτι περισσότερο από δυο ώρες συνεχούς δράσης, μαχών και «μαγικών» οπτικών και ακουστικών ειδικών εφέ. Σ΄ αυτό βοηθούν φυσικά, και οι έξοχοι ηθοποιοί που απαρτίζουν το ensemble cast της ταινίας και αποδεικνύουν πως αν πάρουν λίγη, έστω, βοήθεια απ΄ το σενάριο μπορούν να μετατρέψουν τους ήρωές τους σε κάτι περισσότερο από κάτι τύπους με στολές που δέρνουν τους κακούς και σώζουν τον πλανήτη.

Μετά από αυτά τα μάλλον θετικά σχόλια, κάποιος μπορεί να αναρωτιέται γιατί τίμησα με μόλις 2,5 αστέρια την ταινία. Ο λόγος είναι απλούστατος. Η ταινία είναι αρκετά ευχάριστη για τα 135 λεπτά που περνάς παρακολουθώντας την, αλλά όλη η αξία χάνεται μόλις βγεις απ΄ την αίθουσα. Πέρασες καλά για 2 ώρες και κάτι παραπάνω, αλλά δεν έχεις τίποτα να θυμάσαι μετά, εκτός απ΄ τα εντυπωσιακά εφέ και την ατελείωτη δράση, άντε και τα κάποια έξυπνα σεναριακά τρικ που ανέφερα προηγουμένως. Και αυτό, φυσικά, ισχύει πρακτικά για όλες τις ταινίες αυτού του είδους. Είναι εντυπωσιακές και διασκεδαστικές, αλλά κατά τη γνώμη μου υπάρχουν πολλές άλλες ταινίες που είναι τουλάχιστον εξίσου διασκεδαστικές, και ταυτόχρονα είναι και κάτι πολύ παραπάνω από αυτό. Κι όμως, ταινίες σαν τα Avengers φέρνουν τα δισεκατομμύρια στο box-office και, όσο γίνεται αυτό, τόσες περισσότερες θα γυρίζονται. Προσωπικά δεν απορρίπτω επ΄ ουδενί τις ταινίες αυτές, και μ΄ αρέσει να τις βλέπω, το γεγονός όμως πως αποτελούν τους απόλυτους κυρίαρχους τα τελευταία χρόνια – τουλάχιστον στο εμπορικό κομμάτι – το θεωρώ μια ελαφριά διαστρέβλωση στο πραγματικό νόημα του κινηματογράφου…

3,5 Stars

Η Γυναίκα από Χρυσό, που κυκλοφόρησε πριν λίγους μήνες με αρκετή κριτική και εμπορική επιτυχία, είναι η τελευταία ταινία που περνά από το «μικροσκόπιο» του Cinema Therapy. Είναι όντως από χρυσό η ταινία του Simon Curtis;

Woman_in_Gold_film_posterΧώρα και έτος παραγωγής: ΗΠΑ & Ηνωμένο Βασίλειο, 2015
Διάρκεια: 109′
Είδος: Δράμα
Σκηνοθεσία: Simon Curtiz
Πρωταγωνιστούν: Helen Mirren, Ryan Reynolds, Daniel Brühl, Katie Holmes
Mπάτζετ: 11 εκατομμύρια $
Έσοδα στο box-office: 51 εκατομμύρια $

Η αληθινή ιστορία της Maria Altmann, μιας εβραϊκής καταγωγής Αυστριακής που μετανάστευσε στις ΗΠΑ λόγω του Ναζισμού, και πολλά χρόνια αργότερα διεκδίκησε νομικά από την Αυστριακή κυβέρνηση τα έργα τέχνης που οι Ναζί είχαν κλέψει απ΄ την οικογένειά της.

Πολύ εύστοχα η αφίσα της ταινίας αφιερώνει ισάξιο χώρο στη γηραιά πρωταγωνίστρια της ταινίας, τη βραβευμένη με Όσκαρ Έλεν Μίρεν, και στον εμφανώς πιο νέο συμπρωταγωνιστή της, Ράιαν Ρέινολντς, που υποδύεται το δικηγόρο της. Όχι μόνο γιατί όντως οι δύο ηθοποιοί μοιράζονται περίπου ίσο χρόνο επί σκηνής, αλλά κυρίως επειδή η ταινία απεικονίζει μια ιδιόρρυθμη συνύπαρξη και ταυτόχρονα σύγκρουση του παρελθόντος και του μέλλοντος. Μια τέτοια σύγκρουση συμβαίνει στο μυαλό της Maria Altmann (Mirren), μιας ηλικιωμένης γυναίκας που έχει απαρνηθεί εδώ και δεκαετίες την αριστοκρατική ζωή της στην προπολεμική Αυστρία (στην οποία έχει ορκιστεί να μην επιστρέψει ποτέ) και θεωρεί πατρίδα της τις Ηνωμένες Πολιτείες, στις οποίες υποχρεώθηκε να μεταναστεύσει κατά την άνοδο του Ναζισμού. Μέσω flashbacks ο θεατής πληροφορείται για τη ζωή της νεαρής, τότε, Altmann στην Αυστρία, τον τρόπο με τον οποίο κατάφερε να φύγει με προορισμό τις ΗΠΑ αφήνοντας πίσω τους γονείς της, καθώς και την ιστορία των επίμαχων έργων τέχνης που, 50 χρόνια αργότερα, αποφασίζει να διεκδικήσει με τη βοήθεια ενός νεαρού δικηγόρου (Reynolds). Ο τελευταίος αρχικά δέχεται να τη βοηθήσει κυρίως εξαιτίας της τεράστιας χρηματικής αξίας των πινάκων, αλλά σταδιακά θα εκτιμήσει βαθύτερα την ιστορία και τις προσπάθειές της και θα πάρει το θέμα προσωπικά. Αρωγός στην προσπάθεια του ιδιόρρυθμου αυτού ζεύγους ένας Αυστριακός υπήκοος (Brühl) που θεωρεί την υπόθεση ως την ευκαιρία του να εξιλεωθεί για τις πράξεις του πατέρα του που ήταν μέλος του Ναζιστικού κόμματος, αλλά και η σύζυγος του δικηγόρου (Holmes), παρά τις αμφιβολίες της για το όλο νόημα της προσπάθειας.

Ο ανυπολόγιστης αξίας επίμαχος πίνακας της "Γυναίκας από Χρυσό" που διεκδικούν οι πρωταγωνιστές

Ο ανυπολόγιστης αξίας επίμαχος πίνακας της «Γυναίκας από Χρυσό» που διεκδικούν οι πρωταγωνιστές

Λίγο μπερδεμένη η υπόθεση, κι απ΄ότι διάβασα σε αρκετά άρθρα όχι και τόσο πιστή στην αληθινή ιστορία την οποία ακολουθεί. Όπως και στο Επτά Μέρες με τη Μέριλιν (2011), την προηγούμενη δηλαδή ταινία του σκηνοθέτη που πραγματεύεται ένα μέρος της ζωής της Marilyn Monroe, έτσι κι εδώ, ο Curtis αδυνατεί να απεμπλακεί από τις δαιδαλώδεις προεκτάσεις της ιστορίας που αφηγείται και προσπαθεί να τα εξηγήσει όλα όσο πιο ικανοποιητικά γίνεται. Σωστό σαν ιδέα, αλλά η εκτέλεση οδηγεί σε μερικές ανούσιες επεξηγήσεις και υπερ-αναλύσεις, ειδικά στα flashbacks που αφηγούνται τη ζωή της ηρωίδας στην Αυστρία, που ευτυχώς δεν είναι αρκετές να αποπροσανατολίσουν το θεατή. Κατά τ΄άλλα, μερικά έξυπνα σκηνοθετικά τεχνάσματα, ιδιαίτερα προς το φινάλε, και η σωστή καθοδήγηση των πρωταγωνιστών είναι τα βασικότερα επιτεύγματα του Curtis, του οποίου το έργο παρ΄όλα αυτά πιθανότατα θα περνούσε απαρατήρητο αν δεν υπήρχαν οι έξοχες ερμηνείες των πρωταγωνιστών.

Για την Έλεν Μίρεν δε χρειάζεται να ειπωθούν πολλά πράγματα. Η 70χρονη Βρετανίδα μας έχει ήδη αποδείξει πολλάκις πως είναι η επιτομή της αριστοκρατικής αύρας, της φινέτσας και της κομψότητας, αν και ενίοτε έχει παίξει και πιο κωμικούς-ανάλαφρους ρόλους (Red, Hitchcock). Το κατόρθωμά της εδώ όμως είναι πως η κομψότητα αυτή δεν έχει βρετανικό στιλ, όπως στη Βασίλισσα για την οποία κέρδισε και Όσκαρ και τους περισσότερους ρόλους της, αλλά αυστριακό, ως όφειλε δηλαδή η Μίρεν λόγω της εθνικότητας του χαρακτήρα που υποδύεται (εξ ου και η έξοχη γερμανική προφορά των αγγλικών που χρησιμοποιεί). Εξαιρετικά αποδίδει επίσης και την άλλη πλευρά της ηρωίδας, αυτή που είναι ταλαιπωρημένη απ΄ το ναζιστικό παρελθόν και την αδιαφορία των σύγχρονων Αυστριακών, και βασανίζεται από τους εφιάλτες του παρελθόντος. Η αποκάλυψη της ταινίας όμως είναι ο 39χρονος Ράιαν Ρέινολντς, ένας ηθοποιός που αν και διαθέτει κάποιο (μέτριο) ταλέντο σπανίως τον παίρνεις στα σοβαρά, εδώ όμως είναι εξαιρετικός. Πλαισιώνει ιδανικά τη Μίρεν, έχει έξοχη χημεία μαζί της, είναι ικανοποιητικός ως ένας σύγχρονος Αμερικανός δικηγόρος και σύζυγος, που σωστά παρασύρεται από τις ιστορικές και καλλιτεχνικές ανησυχίες του. Πολύ καλός και ο Daniel Brühl (Άδωξοι Μπάσταρδη, Rush), που το μόνο που μας ενόχλησε είναι γιατί δεν εμφανίζεται περισσότερο. Ελαφρώς σοβινιστική (από αμερικανικής πλευράς) η σύγκριση Αυστρίας-Ηνωμένων Πολιτειών (πιο εύκολο να κυνηγήσεις δικαστικά μια υπόθεση στις ΗΠΑ, μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων του ατόμου) που ίσως να μην ανταποκρίνεται πλήρως στην πραγματικότητα, αλλά πιθανότατα άρεσε στο αμερικανικό κοινό.

Εξαιρετικό υποκριτικό δίδυμο συνθέτουν οι Ράιαν Ρέινολντς και Έλεν Μίρεν.

Εξαιρετικό υποκριτικό δίδυμο συνθέτουν οι Ράιαν Ρέινολντς και Έλεν Μίρεν.

Ας ολοκληρώσουμε τώρα. Η ταινία έχει ένα άκρως ενδιαφέρον σενάριο, το οποίο όμως αναπτύσσεται μ΄ έναν τρόπο που αναρωτιέσαι αν σκηνοθέτης και σεναριογράφος προσπαθούν με κάθε τρόπο να μπερδέψουν το θεατή. Παρ΄όλα αυτά το ενδιαφέρον παραμένει υψηλό και η αγωνία για τις εξελίξεις κρατά το θεατή στη θέση του με σχετική ευκολία. Οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών, και κυρίως του πρωταγωνιστικού διδύμου είναι σε εξαιρετικά υψηλό επίπεδο, και αποτελούν το βασικότερο λόγο για να δει κανείς το έργο. Μια ιδιότυπη μίξη νοσταλγίας και απέχθειας για το παρελθόν, εκφρασμένη στο πρόσωπο της ηρωίδας, μπορεί να συγκινήσει το θεατή, όπως και η ρεαλιστικά δραματική απεικόνιση μιας ακόμη πλευράς των ναζιστικών θηριωδιών, και συγκεκριμένα η τάση τους να κλέβουν ό,τι αξιόλογο υπήρχε στα σπίτια που καταλάμβαναν, καθώς και οι δυσκολίες στην προσπάθεια αποκατάστασης των έργων αυτών στο σήμερα. Όλα αυτά συνθέτουν ένα πολύ αξιόλογο φιλμ που βλέπεται ευχάριστα και περνά και σημαντικά κοινωνικά/ιστορικά μηνύματα. Οι δυνατότητές του, όμως, έφταναν ακόμη πιο ψηλά, και είναι κρίμα που δεν υλοποιήθηκαν στο μέγιστο.

Απόσπασμα από συνέντευξη της πραγματικής Maria Altmann (1916-2011) σχετικά με τα επίμαχα έργα και την προσπάθειά της.

3 Stars

Ο περισσότερος κόσμος έχει πάει διακοπές, αλλά εμείς είμαστε πιστοί στο καθήκον μας (ή απλώς δε μπορούμε να πάμε κι εμείς!). Η τελευταία ταινία του Αλ Πατσίνο με τίτλο Danny Collins, μια ταινία που αδίκως πέρασε στα ψιλά του κινηματογραφικού καλοκαιριού, είναι το θέμα αυτής της κριτικής.

Danny_Collins_Official_PosterΧώρα και έτος παραγωγής: ΗΠΑ, 2015
Διάρκεια: 106′
Είδος: Δραματική κωμωδία
Σκηνοθεσία: Dan Fogelman
Πρωταγωνιστούν: Al Pacino, Annette Bening, Jennifer Garner, Bobby Cannavale, Christopher Plummer
Mπάτζετ: 10 εκατομμύρια $
Έσοδα στο box-office: 7,5 εκατομμύρια $ (μέχρι σήμερα)

Ένας ηλικιωμένος ροκ σταρ (Πατσίνο) αποφασίζει να αλλάξει τη ζωή του όταν ανακαλύπτει ένα γράμμα που του είχε στείλει πριν 40 χρόνια ο μεγάλος Τζον Λένον.

Η πρώτη μου αντίδραση όταν έμαθα ότι γυρίστηκε καινούρια ταινία με πρωταγωνιστή τον Πατσίνο ήταν «καλά, ακόμα παίζει αυτός;». Και μάλλον δεν ήμουν ο μόνος. Όχι φυσικά πως δε συμπαθώ τον Πατσίνο, αντιθέτως έχω πολλάκις εκφράσει τη γνώμη μου πως πρόκειται για έναν από τους καλύτερους ηθοποιούς των τελευταίων 40-50 χρόνων. Αυτό που δεν περίμενα, όμως, είναι να δω τον 75χρονο πλέον Πατσίνο να παίζει σαν… 40άρης – έχοντας όμως πλήρη επίγνωση της ηλικίας του – χωρίς να έχει χάσει ίχνος όχι μόνο από το ταλέντο του, αλλά και από την ενέργεια και τη φρεσκάδα που τον χαρακτήρισαν στις μεγάλες ερμηνείες του.

Ο αειθαλής Αλ Πατσίνο ενσαρκώνει τον εκκεντρικό 70άρη ροκ σταρ Ντάνι Κόλινς.

Ο αειθαλής Αλ Πατσίνο ενσαρκώνει τον εκκεντρικό 70άρη ροκ σταρ Ντάνι Κόλινς.

Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή. Είναι προφανές πως ο ρόλος του Ντάνι Κόλινς, που ερμηνεύει ο Πατσίνο, ήταν εξαρχής κομμένος και ραμμένος στα μέτρα του. Ένας ηλικιωμένος ροκ σταρ που ζει έξαλλα με πολλά λεφτά, ναρκωτικά και πολύ μικρότερες γυναίκες συνειδητοποιεί πως δεν κάνει τίποτα ουσιαστικό με τη ζωή του, και αποφασίζει να ταξιδέψει μέχρι το New Jersey για να γνωρίσει τον οικογενειάρχη πια γιο του (Cannavale), τον οποίο δε γνώρισε ποτέ και ο οποίος, ενώ αρχικά τον απεχθάνεται, σταδιακά θα εκτιμήσει την αλλαγή του πατέρα του και ο ένας θα βοηθήσει τον άλλο. Κι επειδή Πατσίνο χωρίς λίγο χιούμορ δε γίνεται, ο Ντάνι επιλέγει ως τόπο διαμονής του το τοπικό Χίλτον, όπου θα διεκδικήσει επίμονα το ενδιαφέρον της – πιο κοντινής ηλικιακά – διευθύντριας του ξενοδοχείου (Bening), βοηθώντας ταυτόχρονα και το υπόλοιπο προσωπικό, με τον τρόπο του φυσικά…

Απ” την παρουσία του Πατσίνο λοιπόν και μόνο, και το έξυπνο και ανάλαφρο – αν και ουδόλως ευφάνταστο ή πρωτότυπο – σενάριο του πρωτάρη σκηνοθέτη Dan Fogelman, η ταινία βλέπεται ευχάριστα. Αυτό που την ανεβάζει ένα επίπεδο ακόμη όμως, είναι οι έξοχοι ηθοποιοί που πλαισιώνουν τον 75χρονο σταρ. Μια φρέσκια και ευχάριστη Annette Bening, που στα 57 της χρόνια δείχνει να μην έχει χάσει τη σπιρτάδα της, κι ο αναγεννημένος… νέος (στα 86 του παρακαλώ, πρόσφατα βραβευμένος με Όσκαρ) Christopher Plummer αποδεικνύουν, μαζί με τον Πατσίνο, πως μια ταινία δε χρειάζεται να σφύζει από νιάτα για να είναι ευχάριστη. Περιμέναμε περισσότερα από την Jennifer Garner στο ρόλο της νύφης του Πατσίνο, ικανοποιητικός αλλά χωρίς να κάνει τη διαφορά ο Cannavale στο ρόλο του συζύγου της και αποξενωμένου γιου του πρωταγωνιστή. Δεδομένης και της απειρίας του σκηνοθέτη-σεναριογράφου, οι ηθοποιοί ήταν αυτοί που έπρεπε να κάνουν τη διαφορά, και σε γενικές γραμμές το κατάφεραν. Πολύ καλή επίσης η ισορροπία της ταινίας μεταξύ χιούμορ και συγκίνησης, με εξαίρεση κάποιες μελοδραματικές παρεκκλίσεις στο φινάλε.

Ο Dan Fogelman έκατσε για πρώτη φορά στην καρέκλα του σκηνοθέτη, με αρκετή επιτυχία.

Ο Dan Fogelman έκατσε για πρώτη φορά στην καρέκλα του σκηνοθέτη, με αρκετή επιτυχία.

Συνολικά, όταν κάποιος σε λίγα χρόνια θα κοιτάζει τη φιλμογραφία του Αλ Πατσίνο, δύσκολα θα σταματήσει στον Danny Collins όταν θα δει τόσα και τόσα αριστουργήματα που μας έχει χαρίσει ο μεγάλος αυτός ηθοποιός (και από τα οποία το έργο αντιγράφει αρκετά τόσο στο σενάριο όσο και στο υποκριτικό στιλ). Καλό θα ήταν να ρίξει μια ματιά όμως, για να δει πόσο καλά μπορεί να παίξει ο άνθρωπος αυτός έχοντας μπει για τα καλά στην 8η δεκαετία της ζωής του, και μάλιστα χωρίς να είναι υποχρεωτικά… γέρος (θα μπορούσαμε να πούμε πως θυμίζει κάτι από Τζακ Νίκολσον στο Κάλλιο Αργά Παρά Αργότερα, καθώς και από τον εαυτό του στο Άρωμα Γυναίκας). Η ταινία δεν πρόκειται να διεκδικήσει βραβεία ούτε να κερδίσει τις καρδιές του κοινού – κάτι που αποδείχθηκε από την αποτυχία της στο box office – αλλά πιστεύω πως αξίζει περισσότερης προσοχής από την ελάχιστη που έλαβε. Όσο για το νεαρό σκηνοθέτη και σεναριογράφο Dan Fogelman, ακόμη δεν έχει φτάσει σε υψηλό επίπεδο αλλά, με μια καλή έμπνευση και το σωστό καστ να τον πλαισιώνει, έχει δυνατότητες για πολύ αξιόλογα πράγματα. Εμείς κρατάμε τη χαριτωμένη αυτή πρώτη ταινία του, και ελπίζουμε σε ακόμη καλύτερες παραγωγές στο μέλλον…

Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων