Skip to content

Cinema Therapy

Αν έχει σχέση με το σινεμά και τις ταινίες, εδώ θα το βρείτε!

Archive

Archive for Ιουνίου, 2015

Στο τελευταίο πριν την καλοκαιρινή διακοπή άρθρο μας θα συνεχίσουμε την ανάλυσή μας στις σημαντικότερες γυναίκες που βρέθηκαν πίσω απ΄ τον κινηματογραφικό φακό και προσπάθησαν να «σπάσουν» το ανδρικό άβατο σκηνοθετώντας μεγάλες επιτυχίες (ή και αποτυχίες!).

H μοναδική - μέχρι σήμερα - γυναίκα που κέρδισε το Όσκαρ Σκηνοθεσίας είναι η Kathryn Bigelow, το 2009.

H μοναδική – μέχρι σήμερα – γυναίκα που κέρδισε το Όσκαρ Σκηνοθεσίας είναι η Kathryn Bigelow, το 2009.

Στο πρώτο μέρος του αφιερώματός μας ταξιδέψαμε αρκετά πίσω στο χρόνο, και ξεκινήσαμε από τις πρώτες γυναίκες δημιουργούς που εργάστηκαν πριν ακόμη αποκτήσουν δικαίωμα ψήφου και άλλα βασικά δικαιώματα. Είδαμε πως μια γυναίκα μπορεί να είναι εξίσου auteur σκηνοθέτης μ΄ έναν άνδρα (Lois Weber), πως το γεγονός πως μια ταινία σκηνοθετήθηκε από γυναίκα μπορεί να έχει πολιτικό και κοινωνικό αντίκτυπο αν το ευνοούν οι συγκυρίες (Remodeling Her Husband της Lillian Gish), πώς κάποιες γυναίκες κατόρθωσαν να επιβιώσουν μπροστά και πίσω απ΄ τις κάμερες στο ανδροκρατούμενο studio system του κλασικού Χόλιγουντ και να γυρίσουν ακόμη και φιλμ νουάρ – το κατ΄ εξοχήν «μισογυνιστικό» είδος – (Ida Lupino), καθώς και πώς οι γυναίκες δημιουργοί αναδείχτηκαν στο πλαίσιο της αντικουλτούρας των 60΄s και του Νέου Κύματος και δε δίστασαν να δημιουργήσουν έργα με ερωτικό, σαδομαζοχιστικό περιεχόμενο (Ο Θυρωρός της Νύχτας της Liliana Cavani). Άλλωστε δεν πρέπει να ξεχνούμε πως και οι Πενήντα Αποχρώσεις του Γκρι σκηνοθετήθηκαν από μια γυναίκα (Sam Taylor-Johnson). Στο δεύτερο μέρος θα δούμε την παρουσία κάποιων γυναικών σκηνοθετών τα τελευταία 30-35 χρόνια οι οποίες, με τη θέση της γυναίκας να έχει αναβαθμιστεί σημαντικά στη δυτική κοινωνία προσπάθησαν – και κατάφεραν – να καταπολεμήσουν όποια στερεότυπα επιμένουν και, το 2009, να έχουμε την πρώτη γυναίκα σκηνοθέτη που κέρδισε το Όσκαρ Σκηνοθεσίας. Ας ταξιδέψουμε λοιπόν…

Υ.Γ.(1): Ο συντάκτης του άρθρου είναι άνδρας, σε περίπτωση που αναρωτηθήκατε…

Υ.Γ.(2): Αν δεν υπήρχαν οι γυναίκες, όλα τα λεφτά του κόσμου δεν θα είχαν καμία απολύτως σημασία

Αριστοτέλης (ο Ωνάσης, φυσικά, όχι ο άλλος) 😛

Penny Marshall (1943- )

Εθνικότητα: Αμερικανίδα
Αριθμός ταινιών που σκηνοθέτησε (μέχρι τώρα): 7
Άλλες ασχολίες της γύρω απ΄ το σινεμά: Ηθοποιός, παραγωγός

MTIwNjA4NjM0MDU5NTIzNTk2

Η εξαιρετικά ταλαντούχα Αμερικανίδα ηθοποιός και σκηνοθέτης είναι μια απ΄ τις μεγαλύτερες μορφές του γυναικείου σινεμά στις δυο τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Ξεκίνησε από την υποκριτική και απέσπασε 3 υποψηφιότητες για την ερμηνεία της στην τηλεοπτική σειρά Laverne & Shirley. Ταυτόχρονα υπήρξε παντρεμένη για 10 χρόνια με το δημοφιλή σκηνοθέτη, κυρίως ρομαντικών και νεανικών ταινιών, αλλά ενίοτε και πιο δραματικών, Rob Reiner, από τον οποίο έμαθε πολλά για τα κόλπα της σκηνοθεσίας και το στιλ της όταν ξεκίνησε να γυρίζει ταινίες υπήρξε αρκετά παρόμοιο με το δικό του. Η πρώτη της ταινία γυρίστηκε το 1986, αλλά η δεύτερη ήταν αυτή που την ανέδειξε, δύο χρόνια αργότερα. Πρόκειται για την αγαπημένη κωμωδία φαντασίας Big με το νεαρό τότε Τομ Χανκς, την πρώτη ταινία σκηνοθετημένη από γυναίκα που συγκέντρωσε τουλάχιστον 100 εκατ. $ στο box office, καθώς και μια από τις 100 καλύτερες κωμωδίες όλων των εποχών σύμφωνα με το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφο. Ακολούθησε μια πολύ πιο σοβαρή αλλά εξίσου – αν όχι περισσότερο – επιτυχημένη ταινία: το Awakenings που με την ήρεμη, νοσταλγική σκηνοθεσία της Marshall και τις ερμηνείες για σεμινάριο από τους Robin Williams και Robert De Niro αναδείχθηκε υποψήφιο για Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας και δικαίως θεωρείται μια από τις πιο συγκινητικές ταινίες των τελευταίων 30 χρόνων. Ακολούθησαν μερικές ακόμη ταινίες, με σταρ όπως ο Τομ Χανκς, η Μαντόνα, η Whitney Houston και η Denzel Washington να δουλεύουν υπό τις οδηγίες της. Η Marshall πρόσφατα δήλωσε πως σκέφτεται να επιστρέψει στη σκηνοθεσία (έχει να γυρίσει ταινία από το 2001), αλλά, ακόμη κι αν δεν το κάνει, η προσφορά της στο λεγόμενο «post-modern cinema» και στην τέχνη γενικότερα είναι δεδομένη.

Nora Ephron (1941-2012)

Εθνικότητα: Αμερικανίδα
Αριθμός ταινιών που σκηνοθέτησε: 8
Άλλες ασχολίες της γύρω απ΄ το σινεμά: Σεναριογράφος, παραγωγός

220px-Nora_Ephron

Η Nora Ephron αποτέλεσε ένα από τα μεγαλύτερα συγγραφικά ταλέντα στα τέλη του αιώνα που μας πέρασε, και διακρίθηκε κυρίως στη δημοσιογραφία (ήταν ένα από τα ελάχιστα άτομα που γνώριζαν ποιος ήταν το «Βαθύ Λαρύγγι» που βοήθησε στην αποκάλυψη του σκανδάλου Watergate) και τη συγγραφή θεατρικών έργων και κινηματογραφικών σεναρίων (3 φορές υποψήφια για Όσκαρ Πρωτότυπου Σεναρίου). Έγραψε το σενάριο για αρκετές επιτυχίες στη δεκαετία του ΄80, όπως το Silkwood (1983) και η δημοφιλής ρομαντική κομεντί Όταν ο Χάρι Γνώρισε τη Σάλι… (1989), ταινία στην οποία υπήρξε και συμπαραγωγός. Στη σκηνοθεσία στράφηκε το 1992 με το μάλλον αποτυχημένο δράμα This is My Life, αλλά η επιτυχία ήρθε τον επόμενο χρόνο με τη ρομαντική κομεντί Άγρυπνος στο Σιάτλ με τους Tom Hanks και Meg Ryan. Οι τρεις τους γύρισαν ακόμη μια πετυχημένη ταινία του είδους, με τίτλο Έχετε Μήνυμα στον Υπολογιστή Σας (1998). Η ταινία Lucky Numbers (2000) ήταν η μοναδική που σκηνοθέτησε η Ephron χωρίς να έχει γράψει η ίδια το σενάριο, ενώ ενίοτε υπήρξε και παραγωγός, γεγονός που αποδεικνύει πως οι περισσότερες ταινίες της ήταν καθαρά προσωπικές της δημιουργίες. Η τελευταία της ταινία ήταν η δραματική κωμωδία Julie & Julia που σημείωσε αρκετή επιτυχία και χάρισε στη Μέριλ Στριπ ακόμη μια υποψηφιότητα για Όσκαρ. Ολόκληρος ο κινηματογραφικός πλανήτης θρήνησε την απώλειά της το 2012 μετά από άνιση μάχη με τη λευχαιμία…

Kathryn Bigelow (1951- )
Όσκαρ Σκηνοθεσίας, 2009

Εθνικότητα: Αμερικανίδα
Αριθμός ταινιών που σκηνοθέτησε (μέχρι τώρα): 9
Άλλες ασχολίες της γύρω απ΄ το σινεμά: Σεναριογράφος, παραγωγός

220px-82nd_Academy_Awards,_Kathryn_Bigelow_-_army_mil-66453-2010-03-09-180354

Παρότι έχω δηλώσει στο παρελθόν πως η μεγαλύτερη επιτυχία της Bigelow (The Hurt Locker) είναι μετριότατο και ανούσιο, και γενικά διαφωνώ με την κινηματογραφική αντίληψη και το σκηνοθετικό στιλ της 64χρονης δημιουργού, δε μπορώ παρά να αναγνωρίσω την αξία της και την προσφορά της στην τέχνη. Ελάχιστες γυναίκες δημιουργούν ταινίες επί 3 δεκαετίες (πρώτη ταινία της το The Loveless, 1982, πιο πρόσφατη μέχρι τώρα το Zero Dark Thirty, 2012), ελάχιστες έχουν εισβάλλει στα λεγόμενα «ανδρικά» είδη όπως οι αστυνομικές ταινίες, ταινίες δράσης και πολεμικές, και καμία άλλη δεν έχει κερδίσει το Όσκαρ Σκηνοθεσίας… Σε αντίθεση με τις δημιουργούς που εξετάσαμε προηγουμένως, η Bigelow δεν επιχείρησε ποτέ να διακριθεί σε πιο «γυναικεία» κινηματογραφικά είδη όπως οι ρομαντικές κομεντί και τα δράματα, αντιθέτως, σχεδόν όλες οι ταινίες της περιέχουν πολύ δράση, όπλα, αστυνομία και εγκληματίες και ενίοτε πόλεμο (οι δυο τελευταίες). Για την ακρίβεια, αυτή η επίμονη προσπάθειά της να αποδείξει πως μια γυναίκα δεν υστερεί σε τίποτα από έναν άνδρα στην απεικόνιση τέτοιων ταινιών ίσως είναι η αχίλλειος πτέρνα της, καθώς στην προσπάθεια αυτή συχνά ξεχνά άλλα βασικά συστατικά που θα μετέτρεπαν την ταινία της σε αξιόλογη. Στους ηθοποιούς που έχουν συμμετάσχει σε ταινίες της συμπεριλαμβάνονται η Jamie Lee Curtis, ο Keanu Reeves, o Patrick Swayze, o Harrison Ford, o Liam Neeson και ο Ralph Fiennes. Βάσει βραβείων και αναγνώρισης, η Bigelow είναι η πιο επιτυχημένη γυναίκα σκηνοθέτης στην ιστορία και, μας αρέσουν δε μας αρέσουν οι ταινίες της, αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση για κάθε επίδοξη δημιουργό. Η μεγαλύτερη όμως διάκριση που έλαβε είναι, χωρίς αμφιβολία, όταν ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης Γιάννης Μπουτάρης διέκοψε την καθιερωμένη ροή της συνεδρίασης του δημοτικού συμβουλίου για να εκθειάσει την τελευταία της επιτυχία, Zero Dark Thirty… Μετά απ΄ αυτό, τι άλλο θέλει;

Ava DuVernay (1972- )

Εθνικότητα: Αμερικανίδα
Αριθμός ταινιών που σκηνοθέτησε (μέχρι τώρα): 3
Άλλες ασχολίες της γύρω απ΄ το σινεμά: Σεναριογράφος, υπεύθυνη marketing και προβολής

Ava_DuVernay_2015

Καλά, πόσο θρασύτατη είναι η συγκεκριμένη δημιουργός; Και γυναίκα και έγχρωμη; Καλά, δεν της είπε κανείς πως στο Χόλιγουντ μόλις το 4% των σκηνοθετών είναι γυναίκες, και λιγότερο απ΄ το 20% έγχρωμοι; Πλάκα κάνουμε, φυσικά, αλλά αυτά που είπαμε αποδεικνύουν πόσο σκληρά εργάστηκε και κόντρα σε πόσα στερεότυπα αγωνίστηκε η DuVernay για να καταξιωθεί ως μια επιτυχημένη σκηνοθέτης. Η πρώτη ταινία που γύρισε ήταν το ντοκιμαντέρ This is the Life το 2008 (σ΄ αυτό το σημείο αξίζει νομίζω να αναφέρουμε πως στα ντοκιμαντέρ οι γυναίκες έχουν μεγαλύτερη απήχηση απ΄ ότι στις «κανονικές» ταινίες). Η πρώτη της ταινία με ηθοποιούς γυρίστηκε το 2010 με πολύ φτωχά μέσα (μπάτζετ 50.000$, όλα απ΄ την τσέπη της), είχε τίτλο I Will Follow και σημείωσε αρκετή επιτυχία, με τη DuVernay να στρέφει αρκετά κινηματογραφικά βλέμματα πάνω της. Η δεύτερη ταινία της είχε τίτλο Στη Μέση του Πουθενά (2012) και για τη σκηνοθεσία της η DuVernay απέσπασε το πρώτο βραβείο στο φεστιβάλ του Sundance, κι έγινε η πρώτη έγχρωμη γυναίκα που τα κατάφερε. Μετά από τη συμμετοχή της σε μια σειρά ντοκιμαντέρ του ESPN με θέμα τις προσπάθειες των γυναικών σε αρκετά αθλήματα να μειωθούν οι οικονομικές ανισότητες εις βάρος τους, η ταλαντούχα δημιουργός έκανε το μεγάλο βήμα πέρυσι με την ταινία Selma, την πρώτη της «πρωτοκλασάτη» ταινία με θέμα την προσπάθεια του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και των υπολοίπων λευκών και μαύρων ακτιβιστών να πιέσουν την αμερικανική κυβέρνηση να πάρει μέτρα για την εξασφάλιση βασικών δικαιωμάτων των αφροαμερικανών στη δεκαετία του ΄60. Η Selma προτάθηκε για 2 Όσκαρ, ενώ η DuVernay έγινε η πρώτη έγχρωμη γυναίκα που προτάθηκε για Χρυσή Σφαίρα Σκηνοθεσίας. Έχοντας πλέον καταξιωθεί στο χολιγουντιανό στερέωμα, η DuVernay έχει ήδη σχεδιάσει τα επόμενα βήματά της στο σινεμά, το ντοκιμαντέρ και την τηλεόραση. Ταλέντο και (αρκετό) πείσμα έχει, οι οιωνοί για το μέλλον είναι εξαιρετικοί. Ίσως κατορθώσει να γίνει σύμβολο δυο σημαντικών μειονοτήτων στο χώρο της έβδομης τέχνης (γυναίκες και έγχρωμοι) και εμπνεύσει κι άλλους ανθρώπους με ταλέντο και πάθος για την τέχνη να ασχοληθούν και να διαπρέψουν. Ο χρόνος θα δείξει…

Αναλυτική κριτική για την ταινία Selma από το site μας εδώ.

Άλλες σημαντικές γυναίκες σκηνοθέτες

H Sofia Coppola, βραβευμένη με Όσκαρ Πρωτότυπου Σεναρίου και υποψήφια για Όσκαρ Σκηνοθεσίας, το 2003.

H Sofia Coppola, βραβευμένη με Όσκαρ Πρωτότυπου Σεναρίου και υποψήφια για Όσκαρ Σκηνοθεσίας, το 2003.

Φυσικά οι 8 σκηνοθέτες που αναλύσαμε δεν είναι οι μοναδικές που σημείωσαν επιτυχία με τα έργα τους. Τα τελευταία χρόνια ειδικά, συχνά βλέπουμε αξιόλογες ταινίες που διεκδικούν βραβεία και πετυχαίνουν στο box office να έχουν σκηνοθετηθεί από γυναίκες. Θέλοντας να αναφέρουμε κάποιες ακόμη δημιουργούς που μπορεί να ενδιαφέρουν τον αναγνώστη, θα ήταν αδύνατο να μη σταθούμε στη Γερμανίδα Leni Riefenstahl, που γύρισε ορισμένες αμφιλεγόμενες αλλά εξαιρετικού επιπέδου προπαγανδιστικές ταινίες για το Γ΄ Ράιχ, τη Lina Wertmüller, την πρώτη γυναίκα που προτάθηκε για Όσκαρ Σκηνοθεσίας το 1976, τη Barbra Streisand (βραβευμένη με Όσκαρ ηθοποιός που προς το τέλος της καριέρας της ασχολήθηκε με τη σκηνοθεσία) και τη Sofia Coppola, που διακρίθηκε κυρίως ως σεναριογράφος κερδίζοντας και το αντίστοιχο Όσκαρ. Γενικότερα, ο αριθμός των γυναικών σκηνοθετών αυξάνεται, έστω και με μικρό ρυθμό, στις μεγαλύτερες κινηματογραφικές βιομηχανίες του πλανήτη, και αρκετές ταινίες τους αποκτούν φήμη και αποδεικνύουν πως δεν οι δημιουργοί τους δεν υστερούν σε τίποτα συγκριτικά με τους άνδρες συναδέλφους τους. Γι΄ αυτό θα δώσω και πάλι μια τελευταία συμβουλή σε κάθε γυναίκα που αγαπά τον κινηματογράφο και επιθυμεί να ασχοληθεί μ΄ αυτόν: δεν έχετε τίποτα να φοβηθείτε, αποδείξτε την αξία σας.

Μια ωραία σελίδα για το «σινεμά των γυναικών» και μια λίστα με σημαντικές ταινίες που σκηνοθέτησαν γυναίκες υπάρχει στην αγγλόφωνη Wikipedia.

Ένα μικρό (όχι πικρό) αντίο

Κάπου εδώ θα σας αποχαιρετήσουμε. Θα ακολουθήσει σύντομα ένα αποχαιρετιστήριο ευχάριστο διάλειμμα, και στη συνέχεια πρέπει και μεις να πάμε διακοπές. Το blog δε θα παραμείνει τελείως ανενεργό τους δυο επόμενους μήνες, απλώς δε θα ανανεώνεται τόσο τακτικά όσο τώρα. Φυσικά, όταν υπάρχει κάτι αξιοσημείωτο, θα σας ενημερώνουμε. Καλό καλοκαίρι!

It’s a man’s world, δυστυχώς ή ευτυχώς, και στον κινηματογράφο. Η μεγάλη πλειοψηφία όσων εργάζονται μπροστά και (κυρίως) πίσω από τις κάμερες ανήκουν στο ανδρικό φύλο, χωρίς όμως να λείπουν οι εξαιρέσεις. Με τις σημαντικότερες θα ασχοληθούμε στο πιο γυναικείο αφιέρωμά μας!

summerΣτο σημείο αυτό θα ήθελα να ενημερώσω το κοινό πως το αφιέρωμα αυτό είναι το τελευταίο της κανονικής ροής του blog μας, που ξεκίνησε πριν λίγους μήνες κι έχει γίνει πια μέρος της ζωής μας (και ελπίζουμε και της δικής σας), τουλάχιστον προσωρινά. Ιούλιος έρχεται, όλα και όλοι χαλαρώνουν κι ήρθε η ώρα να απολαύσουμε κι εμείς κι εσείς το καλοκαίρι. Αυτό φυσικά δε σημαίνει πως δε θα υπάρξει καμία ανανέωση στο blog μέχρι το τέλος του καλοκαιριού, όποτε έχουμε το χρόνο και τη διάθεση και κάτι σημαντικό να παρουσιάσουμε εννοείται πως είμαστε στη διάθεσή σας, απλώς αυτή η τακτική ροή άρθρων θα σταματήσει μέχρι, λογικά, τα τέλη Αυγούστου. Εκ μέρους της συντακτικής μας ομάδας, θα ήθελα να σας ευχαριστήσω όλους, απ΄ τους πιο φανατικούς αναγνώστες μέχρι αυτούς που απλώς πέρασαν μια φορά, γιατί το ενδιαφέρον και η παρότρυνση του κοινού είναι το βασικό συστατικό που σε πείθει να ξεκινήσεις και να συνεχίσεις μια προσπάθεια. Εγώ προσωπικά θα ήθελα να ευχαριστήσω κυρίως δυο καλές μου φίλες και τακτικές συντάκτριες που από την αρχή της προσπάθειας – ή μάλλον, πριν καν αρχίσουμε – μέχρι σήμερα έχουν αγκαλιάσει, στηρίξει και συμμετάσχει σ΄ αυτήν με κάθε τρόπο, έμπρακτο ή μη, κι έχουν δαπανήσει τεράστιο κόπο και χρόνο από την πολυάσχολη ζωή τους για το έργο αυτό. Δεδομένου μάλιστα πως πρόκειται για δηλωμένες και φανατικές φεμινίστριες, πιστεύω θα ήταν δίκαιο να τους αφιερώσω το παρόν άρθρο! 😛

Woman filmmakerΣτο διά ταύτα τώρα. Με μια μικρή και απλή έρευνα εύκολα διαπιστώνει κανείς πως, ενώ μια ταινία περιέχει εξ ορισμού και άνδρες και γυναίκες ηθοποιούς (καθότι υπάρχουν και άνδρες και γυναίκες στον κόσμο!), όχι σε ποσοστό 50-50 αλλά με μια σχετικά ικανοποιητική αναλογία, πίσω απ΄ τις κάμερες η διαφορά είναι δραματική. Οι αξιόλογες γυναίκες σκηνοθέτες, σεναριογράφοι, κινηματογραφιστές ή οπερατέρ είναι πραγματικά ελάχιστες, κι έτσι συμβαίνει από τις απαρχές της τέχνης μέχρι σήμερα. Φωτεινές εξαιρέσεις φυσικά υπάρχουν, καθώς μέσα στην πλούσια και πολύχρονη ιστορία του κινηματογράφου βρέθηκαν κάποιες γυναίκες που πήραν πρωτοβουλία, κάθισαν στην καρέκλα του σκηνοθέτη και προσπάθησαν να αποδείξουν την αξία τους, οι περισσότερες τα τελευταία 20-30 χρόνια. Ας γνωρίσουμε μερικές χαρακτηριστικές, ενώ για μια πιο εμπεριστατωμένη (έστω κι αν προέρχεται από ένα καθαρά φεμινιστικό site) στατιστική έρευνα για την κατάσταση που περιγράψαμε σας παραπέμπω εδώ.

Lois Weber (1879-1939)

Εθνικότητα: Αμερικανίδα
Αριθμός ταινιών που σκηνοθέτησε: 137
Άλλες ασχολίες της γύρω απ΄ το σινεμά: Ηθοποιός, σεναριογράφος, παραγωγός

220px-LoisWeber

Συχνά ξεχασμένη και παραγνωρισμένη σήμερα, η Weber αποτέλεσε μια από τις πρωτοπόρους του σινεμά όχι μόνο ως γυναίκα αλλά ως δημιουργός γενικότερα. Μόνον ο αποκαλούμενος «πατέρας του Αμερικανικού κινηματογράφου» D.W. Griffith μπορεί να τη συναγωνιστεί στις τεχνικές που εισήγαγε στο νέο τότε μέσο ψυχαγωγίας στη δεκαετία του 1910. Μαζί με τον Griffith, η Weber ήταν η πρώτη που χρησιμοποίησε τις ταινίες της για να περάσει μηνύματα, να θέσει κοινωνικούς και άλλους προβληματισμούς και να εκφράσει τις απόψεις και τις ανησυχίες της σε μια εποχή που οι γυναίκες στις ΗΠΑ ακόμη πάλευαν για βασικά δικαιώματα. Η ταινία της Suspense (1913) ήταν η πρώτη στα χρονικά που χρησιμοποίησε τη μέθοδο split screen για να παρουσιάσει δυο διαφορετικά γεγονότα στην ίδια εικόνα, ενώ το 1915 παρουσίασε την πρώτη ταινία με γυμνό (όχι πορνογραφική, φυσικά) με τίτλο Hypocrites. Αργότερα η Weber ίδρυσε δικό της στούντιο και έκανε τα πάντα στις ταινίες της: ερμηνεία, σκηνοθεσία, σενάριο και παραγωγή, μ΄ έναν τρόπο που ακολούθησαν αργότερα γίγαντες της τέχνης όπως ο Charlie Chaplin και ο Woody Allen. Σταμάτησε την καριέρα της πριν ο κινηματογράφος αποκτήσει σαφή εικόνα και μορφή και, καθώς οι περισσότερες ταινίες της έχουν χαθεί λόγω του εύφλεκτου υλικού τους, σήμερα έχουμε ελάχιστα δείγματα των ικανοτήτων της. Η συμβολή της όμως, όχι αποκλειστικά ως γυναίκα αλλά ως άνθρωπος γενικότερα, στη διαμόρφωση της έβδομης τέχνης είναι τεράστια.

Lillian Gish (1893-1993)

Εθνικότητα: Αμερικανίδα
Αριθμός ταινιών που σκηνοθέτησε: 1
Άλλες ασχολίες της γύρω απ΄ το σινεμά: Ηθοποιός, σεναριογράφος

220px-Lillian_Gish-edit1

Η μεγάλη Lillian Gish είναι η «γκεστ σταρ» της λίστας μας. Υπήρξε η πρώτη μεγάλη σταρ του σινεμά (εξ ου και ο χαρακτηρισμός «Πρώτη Κυρία του Αμερικανικού κινηματογράφου» που της αποδίδεται) και διέπρεψε στη μεγάλη οθόνη, τη μικρή οθόνη και το σανίδι επί 76(!!) χρόνια, από το 1912 ως το 1988. Δεν ήταν σε καμία περίπτωση φεμινίστρια, δηλώνοντας μάλιστα πως η σκηνοθεσία είναι «ανδρική υπόθεση», έμεινε όμως στην ιστορία για τη μία και μοναδική ταινία που σκηνοθέτησε, μετά από προτροπή του μέντορά της D.W. Griffith (Remodeling Her Husband, 1920) λόγω της φήμης της (που, σε αντίθεση με τη Weber, άντεξε στο χρόνο) αλλά και της πολιτικής κατάστασης της εποχής. Βλέπετε, όταν γυρίστηκε και προβλήθηκε η ταινία είχε τεθεί προς έγκριση η 19η τροποποίηση του αμερικανικού συντάγματος, που θα έδινε ψήφο στις γυναίκες. Η ταινία έκανε πρεμιέρα όταν 35 πολιτείες είχαν υπογράψει την έγκριση και χρειαζόταν ακόμη μόλις μία για να συμπληρωθεί ο απαιτούμενος αριθμός. Οι παραγωγοί εκμεταλλεύτηκαν στο έπακρο την περίσταση για να προωθήσουν το ρόλο της Gish ως σκηνοθέτης και η ταινία ξεσήκωσε μεγάλο debate το οποίο η ίδια η Gish θεώρησε υπερβολικό. Τελικά, με την ταινία ακόμη στους κινηματογράφους, η πολιτεία του Τενεσί είπε το πολυπόθητο 36ο «ναι» και οι αμερικανίδες απέκτησαν δικαίωμα ψήφου. Ετσι, μια τελείως άγνωστη και αποτυχημένη κατά τ΄ άλλα ταινία μιας ηθοποιού που απλώς δοκίμασε την τύχη της στη σκηνοθεσία απέκτησε περίοπτη θέση στην προσπάθεια για την εξασφάλιση των δικαιωμάτων των γυναικών.

Ida Lupino (1918-1995)

Εθνικότητα: Βρετανίδα (Αμερικανίδα υπήκοος από το 1948)
Αριθμός ταινιών που σκηνοθέτησε: 7
Άλλες ασχολίες της γύρω απ΄ το σινεμά: Ηθοποιός, σεναριογράφος, παραγωγός

220px-Ida_Lupino_publicity

Η λεγόμενη «Χρυσή Εποχή του Χόλιγουντ» (1927-1963) είχε μια περίεργη μίξη μισογυνισμού και γυναικείας απελευθέρωσης. Οι γυναίκες σταρ του Χόλιγουντ ήταν οι πιο ακριβοπληρωμένες γυναίκες στον πλανήτη, με μισθό μεγαλύτερο από αυτόν του προέδρου των ΗΠΑ, ήταν είδωλα, αλλά ταυτόχρονα περιορίζονταν συχνά στο ρόλο της «γλάστρας» και σ΄ αυτόν του ρομαντικού ενδιαφέροντος του άνδρα πρωταγωνιστή-ήρωα. Στον τελείως ανδροκρατούμενο κόσμο των στούντιο της εποχής, μια γυναίκα ήταν απίστευτα δύσκολο να ανελιχθεί σε σημαντικό ρόλο πίσω απ΄ την κάμερα. Τούτη δω όμως η ταλαντούχα – και πολύ όμορφη – τα κατάφερε, ξεκινώντας μάλιστα από την υποκριτική. Η Lupino θεωρείται μια από τις «βασίλισσες» του φιλμ νουάρ, στο οποίο και διέπρεψε, ένα είδος όπου οι γυναίκες είχαν συχνά πιο δυναμικό και ουσιαστικό ρόλο από οποιοδήποτε άλλο, εντούτοις ξεχείλιζε από μισογυνισμό καθώς δημιούργησε το αμφιλεγόμενο πρότυπο της femme fatale. Κόντρα σ΄ όλα τα στερεότυπα η Lupino, μετά από μια δεκαετία επιτυχιών ως ηθοποιός, ξεκίνησε να σκηνοθετεί, αρχικά από σπόντα όταν ο Elmer Clifton που επρόκειτο να σκηνοθετήσει την ταινία Not Wanted (1949) υπέστη ελαφριά καρδιακή προσβολή και κλήθηκε να τον αντικαταστήσει. Ακολούθησαν ακόμη 6 ταινίες, καθώς και αρκετές άλλες στις οποίες βοήθησε στο σενάριο και την παραγωγή χωρίς να σκηνοθετεί, συχνά με «γυναικείο» περιεχόμενο, καθώς σχολίαζαν προβλήματα και φαινόμενα της εποχής που είχαν αντίκτυπο κυρίως στις γυναίκες. Η ταινία όμως με την οποία έμεινε στην ιστορία είναι αδιαμφισβήτητα το φιλμ νουάρ The Hitch-Hiker, το πρώτο φιλμ νουάρ που σκηνοθέτησε γυναίκα και μια ταινία που βρίσκεται σήμερα στην κινηματογραφική βιβλιοθήκη του Αμερικανικού Κονγκρέσου ως «ιδιαίτερης σημασίας». Η Lupino ήταν με διαφορά η πιο επιτυχημένη και προβεβλημένη γυναίκα δημιουργός του Κλασικού Χόλιγουντ, κι άνοιξε το δρόμο και για άλλες συναδέλφους της στα χρόνια που ακολούθησαν.

Liliana Cavani (1933- )

Εθνικότητα: Ιταλίδα
Αριθμός ταινιών που σκηνοθέτησε (μέχρι τώρα): 16
Άλλες ασχολίες της γύρω απ΄ το σινεμά: Σεναριογράφος

Cavani

Η Cavani είναι πιθανότατα η πιο σημαντική γυναίκα δημιουργός του Ευρωπαϊκού σινεμά. Εκπρόσωπος του Ευρωπαϊκού (και ιδίως του ιταλικού) Νέου Κύματος, που κυριάρχησε εκατέρωθεν του Ατλαντικού στις δεκαετίες του ΄60 και του ΄70, ανήκε σε μια ομάδα ταλαντούχων και πρωτοπόρων Ιταλών δημιουργών που περιλάμβανε μεταξύ άλλων τον Bernando Bertolucci, τον Pier Paolo Pazolini και τον Mario Bellocchio. Αν και, ίσως και λόγω του φύλου της, δεν έγινε τόσο διάσημη όσο οι προαναφερθέντες, η Cavani άφησε επί 40 χρόνια το στίγμα της στον ιταλικό (και όχι μόνο) κινηματογράφο με το ιστορικό και φιλοσοφικό περιεχόμενο των έργων της, το ιδιαίτερο αφηγηματικό στιλ (τυπικό της εποχής) και την ικανότητά της να γυρίζει αρκετά διαφορετικές ταινίες με επιτυχία. Πιο γνωστή ταινία της παραμένει φυσικά ο σκανδαλιστικός για την εποχή Θυρωρός της Νύχτας (1974), μια ταινία με έντονο ερωτικό, και πιο ειδικά σαδομαζοχιστικό, περιεχόμενο, στα πρότυπα ανάλογων ταινιών όπως το Βαθύ Λαρύγγι και η Εμμανουέλα (1974), με πρωταγωνίστρια το sex symbol της εποχής Charlotte Rampling. Η πρώτη τέτοια ταινία που σκηνοθετήθηκε από γυναίκα, έδειξε την πρόθεση της Cavani να εισβάλλει σε είδη που θεωρούνταν «ανδρικά» μέχρι τότε και να αποδείξει σε κοινό και κριτικούς πως μια γυναίκα σκηνοθέτης δεν υστερεί σε τίποτα από έναν άντρα. Στα 82 της σήμερα εξακολουθεί (περιστασιακά) να εργάζεται, και αποτελεί ένα από τα πιο αξιοσέβαστα μέλη της ευρωπαϊκής κινηματογραφικής κοινότητας.

Η πιο διάσημη σκηνή του Θυρωρού της Νύχτας

Στο δεύτερο – και αποχαιρετιστήριο – μέρος του αφιερώματος θα ασχοληθούμε με ακόμη 4 γυναίκες, της σύγχρονης εποχής αυτή τη φορά, που συνέβαλαν στην πρόοδο και την εξέλιξη της τέχνης και αποτελούν παραδείγματα προς μίμηση για τις συναδέλφους τους. Μην το χάσετε, ειδικά αν είστε γυναίκες που ασχολούνται με το σινεμά!

Χρησιμοποιώντας ως πηγή τη γνωστή και αρκετά αξιόπιστη λίστα του IMDb με τις 250 καλύτερες ταινίες όλων των εποχών, ξεκινήσαμε να γνωρίζουμε τους δέκα σκηνοθέτες με τις περισσότερες ταινίες στη λίστα αυτή, με λίγα λόγια, τους αγαπημένους του διαδικτυακού κοινού. Σήμερα έχουμε το Τοp 5. Προβλέψεις, κανείς;

top-films2Το blog μας δε φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αλλαγές που μπορεί να συμβούν στο μέλλον στη λίστα που χρησιμοποιεί στο παρόν αφιέρωμα. Άλλωστε, στο πρώτο μέρος του εξηγήσαμε πως η λίστα αυτή αλλάζει καθημερινά με τις νέες βαθμολογίες των χρηστών, καθώς και τις νέες κυκλοφορίες εφόσον πληρούν τα κριτήρια, να μεταβάλλουν τα δεδομένα. Αν, δηλαδή, ξαναμπείτε στη σελίδα αυτή μετά από ένα μήνα και παρατηρήσετε διαφορές μεταξύ των δεδομένων που σας παραθέτουμε και των πραγματικών, αυτές θα έχουν προκύψει από αλλαγές στη λίστα.

5. Steven Spielberg (1946- )

Εθνικότητα: Αμερικανός
Ταινίες στο Top 250: 6
Μ.Ο. των ταινιών αυτών: 8,37

Steven_Spielberg_Cannes_2013_3

Ο Steven Spielberg είναι ένας από τους «βασιλιάδες του IMDb», κυρίως όμως είναι ο βασιλιάς του box-office, με τις ταινίες του να έχουν κερδίσει συνολικά 8,5 δισεκατομμύρια δολλάρια και τη δική του περιουσία να ανέρχεται στα 3 δισεκατομμύρια. Ο άνθρωπος που έφερε τα blockbusters, την υπερβολική διαφήμιση και προώθηση των ταινιών, καθώς και τα εντυπωσιακά ειδικά εφέ στη μεγάλη οθόνη ξεκίνησε την καριέρα του στις αρχές των 70΄s, και τάραξε τα νερά (κυριολεκτικά, όμως) με το εμβληματικό θρίλερ Τα Σαγόνια του Καρχαρία (1975), το πρώτο σύγχρονο blockbuster και μια απ΄ τις πιο τρομακτικές ταινίες όλων των εποχών. Υπήρξε συνεργάτης (χωρίς credit) στην αρχική τριλογία Star Wars, και συνέχισε για μια δεκαετία μετά τα Σαγόνια να προωθεί τις ταινίες του (εντυπωσιακά blockbuster, στην πλειοψηφία τους) με πολλή διαφήμιση δημιουργώντας μια νέα κινηματογραφική πραγματικότητα που, πολλά χρόνια αργότερα, θα αποκήρυττε. Από το 1985 ξεκίνησε να γυρίζει και πιο «σοβαρά» έργα με σπουδαία κοινωνικά μηνύματα, κερδίζοντας 2 Όσκαρ Σκηνοθεσίας για δυο ταινίες με θέμα τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο: τη Λίστα του Σίντλερ και τη Διάσωση του Στρατιώτη Ράιαν. Φυσικά δε σταμάτησε να γυρίζει ταινίες με έμφαση στα εφέ και τη διαφήμιση, συχνά σε μορφή franchise όπως ο Ιντιάνα Τζόουνς και το Jurassic Park. Στον 21ο αιώνα το στιλ του έγινε οριστικά πιο σοβαρό και πειθαρχημένο, γεγονός που αποδεικνύεται και από το ποιόν της επερχόμενης ταινίας του με τίτλο Bridge of Spies. Οι περισσότεροι σινεφίλ γνωρίζουν και θυμούνται τον Σπίλμπεργκ ως το δημιουργό θεαματικών υπερπαραγωγών επιστημονικής φαντασίας, όμως στην πραγματικότητα είναι κάτι πολύ περισσότερο. Και το κοινό του IMDb το γνωρίζει, αναγνωρίζοντας τόσο αυτές τις ταινίες όσο και τις πιο σοβαρές και αξιόλογες.

Οι ταινίες του στο Top 250:

6. Η Λίστα του Σίντλερ (Schindler’s List, 1993)
32. Η Διάσωση του Στρατιώτη Ράιαν (Saving Private Ryan, 1998)
35. Οι Κυνηγοί της Χαμένης Κιβωτού (Raiders of the Lost Ark, 1981)
105. Ο Ιντιάνα Τζόουνς και η Τελευταία Σταυροφορία (Indiana Jones and the Last Crusade, 1989)
208. Τα Σαγόνια του Καρχαρία (Jaws, 1975)
226. Jurassic Park (1993)

4. Martin Scorcese (1942- )

Εθνικότητα: Αμερικανός
Ταινίες στο Top 250: 7
Μ.Ο. των ταινιών αυτών: 8,31

220px-Martin_Scorsese_Cannes_2010

Αν θέλεις να δεις μια καλή και σύγχρονη γκανγκστερική ταινία με αρκετή βία και άφθονο μαύρο χιούμορ, μια απ΄ τις πρώτες σου επιλογές θα ήταν κάποια του Μάρτιν Σκορτσέζε. Όπως έχουμε αναλύσει και στη σύγκρισή του με τον Σπίλμπεργκ (το γεγονός ότι κατέχουν διαδοχικές θέσεις στη λίστα μάλλον αποδεικνύει ότι ήταν καλή επιλογή!), ο ιταλικής καταγωγής δημιουργός είχε βαθύτατες επιρροές από τα κλασικά έργα με μαφιόζους και αρκετή βία, ενώ στιλιστικά ακολουθούσε τις επιταγές του Νέου Χόλιγουντ. Η πρώτη του μεγάλη επιτυχία ήταν ο Ταξιτζής με τον ανεπανάληπτο και, για μεγάλο διάστημα, μόνιμο συνεργάτη του Ρόμπερτ Ντε Νίρο, μια σκληρή, αντισυμβατική και αντιδραστική ταινία. Συνέχισε στο ίδιο μοτίβο για αρκετά χρόνια, με τον Ντε Νίρο να υποδύεται τον σκληρό, βίαιο και συνήθως ανήθικο αντι-ήρωα (ανεξάρτητα αν ήταν εγκληματίας ή όχι) σε επιτυχίες όπως Οργισμένο Είδωλο, Τα Καλά Παιδιά και Καζίνο. Δοκίμασε και την τύχη του στην κωμωδία (οι ταινίες του άλλωστε ξεχειλίζουν από μαύρο χιούμορ), ενώ μόλις σταμάτησε η συνεργασία του με τον Ντε Νίρο βρήκε τον ιδανικό πρωταγωνιστή στο πρόσωπο του ανώριμου – τότε – αλλά ταλαντούχου Λεονάρντο Ντι Κάπριο. Οι ταινίες με σκηνοθέτη τον Σκορτσέζε και πρωταγωνιστή τον Ντι Κάπριο αγαπήθηκαν από κοινό και κριτικούς όσο λίγες, ενώ μια από αυτές, ο Πληροφοριοδότης, με τους Matt Damon και Jack Nicholson να πλαισιώνουν τον Ντι Κάπριο, έδωσε στον Σκορτσέζε το μοναδικό Όσκαρ Σκηνοθεσίας, από 8 υποψηφιότητες (αριθμός-ρεκόρ). Σε αντίθεση με τον Σπίλμπεργκ και άλλους σκηνοθέτες που «σοβαρεύουν» όσο περνούν τα χρόνια, ο Σκορτσέζε στην τελευταία του, τουλάχιστον, ταινία, έβαλε όση βία, σεξ, ναρκωτικά και οτιδήποτε ακατάλληλο υπάρχει (Ο Λύκος της Wall Street). Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, όμως, αυτός ο τύπος ξέρει να δημιουργεί αριστουργήματα εδώ και 40 χρόνια…

Οι ταινίες του στο Top 250:

17. Τα Καλά Παιδιά (Goodfellas, 1990)
46. Ο Πληροφοριοδότης (The Departed, 2006)
82. Ο Ταξιτζής (Taxi Driver, 1976)
114. Οργισμένο Είδωλο (Raging Bull, 1980)
139. Ο Λύκος της Wall Street (The Wolf of Wall Street, 2013)
140. Casino (1995)
196. Το Νησί των Καταραμένων (Shutter Island, 2010)

3. Christopher Nolan (1970- )

Εθνικότητα: Βρετανός
Ταινίες στο Top 250: 7
Μ.Ο. των ταινιών αυτών: 8,56

220px-Christopher_Nolan,_London,_2013_(crop)

Ο Christopher Nolan είναι με διαφορά ο νεότερος σκηνοθέτης στο Top 10. Και δεν αναφέρομαι μόνο στην ηλικία, αλλά στο στιλ, τις τεχνικές και τη μέθοδο προσέγγισης της τέχνης που ακολουθεί στις ταινίες του. Σχεδόν όλα τα έργα του αξιοποιούν στο έπακρο τις δυνατότητες που προσφέρει η τελευταία λέξη της τεχνολογίας που διαθέτουν (εξ ου και τα μεγάλα μπάτζετ), χρησιμοποιούν επιστημονική φαντασία και μοιάζουν να έχουν ανάγκη τις σύγχρονες τεχνολογικές δυνατότητες περισσότερο από τα έργα οποιουδήποτε άλλου σκηνοθέτη στην παρούσα λίστα. Είναι ο μόνος σκηνοθέτης στη λίστα που όλες οι επιτυχίες του ανήκουν στον 21ο αιώνα, ένας από τους πιο εμπορικά πετυχημένους (9 ταινίες, 4.2 δισ. δολλάρια συνολικά κέρδη) και ένας από τους πιο παραγνωρισμένους στα Όσκαρ και τα υπόλοιπα βραβεία. Ίσως ο αγαπημένος σκηνοθέτης του κοινού τα τελευταία 15 χρόνια, οι ταινίες του ίσως είναι λίγο υπερεκτιμημένες γιατί εκμεταλλεύονται σε μεγάλο βαθμό τα εφέ και την τεχνολογία για να πετύχουν, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι είναι κενές από μηνύματα, ενδιαφέροντες χαρακτήρες και συναισθηματισμό. Η τεχνολογία δεν είναι αυτοσκοπός στις ταινίες του Νόλαν, είναι απλώς το μέσο που χρησιμοποιεί προκειμένου να μπορεί να εκφράσει τη φαντασία του χωρίς περιορισμούς, περνώντας έτσι πιο πειστικά τα μηνύματα που επιθυμεί (χαρακτηριστικό παράδειγμα το μήνυμά του περί αγάπης στο πρόσφατο Interstellar). Και χρησιμοποιεί αυτό το μέσο ίσως καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο.

Οι ταινίες του στο Top 250:

4. Ο Σκοτεινός Ιππότης (The Dark Knight, 2008)
14. Inception (2010)
26. Interstellar (2014)
45. Memento (2000)
53. The Prestige (2006)
61. Ο Σκοτεινός Ιππότης: Η Επιστροφή (The Dark Knight Rises, 2012)
110. Batman Begins (2005)

Όσο κι αν φαίνεται περίεργο, στην πρώτη θέση ισοβαθμούν δυο σκηνοθέτες! Ναι, υπάρχουν δυο τεράστιοι δημιουργοί που έχουν τον ίδιο αριθμό ταινιών αλλά και τον ίδιο μέσο όρο στις ταινίες αυτές (σήμερα, τουλάχιστον, γιατί καθημερινά αλλάζουν τα πράγματα…). Πάμε να τους γνωρίσουμε!

Stanley Kubrick (1928-1999)

Εθνικότητα: Αμερικανός
Ταινίες στο Top 250: 8
Μ.Ο. των ταινιών αυτών: 8,28

Stanley_Kubrick_-_WB_promo

Ο Stanley Kubrick είναι χωρίς αμφιβολία ο απόλυτος auteur δημιουργός και, μας αρέσει δε μας αρέσει, μια από τις σημαντικότερες μορφές στην ιστορία της τέχνης. Ξεκίνησε, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, με φιλμ νουάρ στα μέσα των 50΄s (Killer’s Kiss, The Killing), στα οποία έδειξε τη ροπή του προς το αντισυμβατικό καθώς και την τάση του να παίζει με το χρόνο στα έργα του, καταρρίπτοντας τη γραμμική αφήγηση που κυριαρχούσε στο Χόλιγουντ. Ακολούθησαν δυο μεγάλες ταινίες με τον Kirk Douglas (Paths of Glory, Σπάρτακος) και μια περίεργη μαύρη κωμωδία (Dr. Strangelove), ταινίες όλες με αντιπολεμικό μήνυμα που επιτίθονταν άμεσα ή έμμεσα στην ψυχροπολεμική παράνοια που επικρατούσε τότε στις ΗΠΑ. Αυτές ήταν οι πιο «φυσιολογικές» ταινίες του Κιούμπρικ, καθώς με το Νέο Κύμα, του οποίου υπήρξε βασικός εκπρόσωπος, να μην έχει επικρατήσει ακόμη και τη λογοκρισία να παραμένει, δεν είχε τις δυνατότητες να προβάλλει όσα ήθελε, ούτε καν στη σκανδαλιστική για την εποχή Λολίτα (1962) με θέμα την παιδοφιλία. Μετά την κατάργηση της λογοκρισίας όμως και την ταυτόχρονη αύξηση της δικής του φήμης αλλά και της επιρροής του ρεύματος που εκπροσωπούσε, ο Κιούμπρικ ξεπέρασε κάθε όριο και οι ταινίες του δε συναντούσαν πια κανένα φραγμό. Χαρακτηριστικά παραδείγματα η πρωτοποριακή Οδύσσεια Ενός Διαστήματος, το τρομερό θρίλερ Η Λάμψη και, φυσικά, η απόλυτη ταινία για τον Κιούμπρικ, το Κουρδιστό Πορτοκάλι, μια ταινία που καταπατά κάθε αρχή που είχε θέσει το Χόλιγουντ τα τελευταία 40 χρόνια και μπορεί να χαρακτηριστεί από αριστουργηματική ως κακόγουστη. Μετά το 1980 ο Κιούμπρικ γύρισε λιγότερες ταινίες, αλλά συνέχισε μέχρι το τέλος να έχει περίεργες εμπνεύσεις όπως αποδεικνύει και η τελευταία του ταινία (Μάτια Ερμητικά Κλειστά). Μπορεί η προσωπική μου άποψη να είναι πως ο Κιούμπρικ και οι ταινίες του παραήταν περίεργες και χρειάζονται ειδικό γούστο για να τις προτιμήσεις, αλλά δε μπορώ να αγνοήσω την επιρροή τους στην τέχνη, και κυρίως τη μοναδικότητά τους. Καμία ταινία του Κιούμπρικ δε θα μπορούσε να έχει σκηνοθετηθεί από οποιονδήποτε άλλο, κι αυτό μετράει.

Οι ταινίες του στο Top 250:

50.S.O.S. Πεντάγωνο Καλεί Μόσχα (Dr. Strangelove or: How I Learned to Stop Worrying and Love the Bomb, 1964)
58. Η Λάμψη (The Shining, 1980)
60. Σταυροί στο Μέτωπο (Paths of Glory, 1957)
81. Το Κουρδιστό Πορτοκάλι (A Clockwork Orange, 1971)
87. Full Metal Jacket (1987)
94. 2001: Οδύσσεια Ενός Διαστήματος (2001: Α Space Odyssey, 1968)
217. Barry Lyndon (1975)
243. Το Χρήμα της Οργής (The Killing, 1956)

Alfred Hitchcock (1899-1980)

Εθνικότητα: Βρετανός (και Αμερικανός υπήκοος από το 1955)
Ταινίες στο Top 250: 8
Μ.Ο. των ταινιών αυτών: 8,28

220px-Hitchcock,_Alfred_02

Όλοι έχουμε τις αδυναμίες και τις προτιμήσεις μας, και είναι πολύ ευχάριστο για μένα να βλέπω τη δική μου να βρίσκεται – έστω και σε ισοβαθμία – στην κορυφή της λίστας. Ο ιδιοφυής βασιλιάς του σασπένς κατόρθωσε επί 50 ολόκληρα χρόνια, με άπειρους περιορισμούς από τη λογοκρισία και τους αυστηρούς κανόνες των στούντιο του κλασικού Χόλιγουντ, καθώς και με ελάχιστα (συγκριτικά με τα τωρινά) τεχνολογικά μέσα να δημιουργήσει μια μεγάλη σειρά από θρίλερ που εξακολουθούν να ανεβάζουν την αγωνία, το σασπένς και την αδρεναλίνη στα ύψη σαν να μη πέρασε μια μέρα από τότε που γυρίστηκαν, και χωρίς να δείχνουν ούτε σταγόνα αίμα. Οι δολοφόνοι του Χίτσκοκ, συχνά αριστοκράτες και με καλούς τρόπους και ευγένεια, είναι πιθανώς πιο τρομακτικοί από σύγχρονους… συναδέλφους τους όπως ο Freddy Krueger ή ο Jigsaw γιατί είναι απρόβλεπτοι, μεθοδικοί και συχνά υπεράνω πάσης υποψίας. Συχνά, μάλιστα, ο πιο επικίνδυνος υποψήφιος δολοφόνος για τον πρωταγωνιστή είναι… ο νόμος, που τον κυνηγά άδικα μέχρι να ανακαλυφθεί ο πραγματικός φταίχτης. Με το μακάβριο χιούμορ του, την αγάπη του για τα πούρα, τα ακριβά ποτά και τις… ξανθές πρωταγωνίστριες, τούτος ο μάλλον εύσωμος Βρετανός αποτέλεσε μια μηχανή παραγωγής αριστουργηματικών θρίλερ επί μισό αιώνα και, για όσους νομίζουν πως τα έργα του είναι ξεπερασμένα ή έχουν ξεχαστεί από το κοινό, οι χρήστες του IMDb δίνουν την καλύτερη απάντηση.

Περισσότερα για το μοναδικό βασιλιά του σασπένς στο ειδικό μας αφιέρωμα, πηγή έμπνευσης του οποίου αποτελεί η ίδια λίστα του IMDb.

Οι ταινίες του στο Top 250:

36. Ψυχώ (Psycho, 1960)
37. Σιωπηλός Μάρτυς (Rear Window, 1954)
66. Στη Σκιά των Τεσσάρων Γιγάντων (North by Northwest, 1959)
68. Δεσμώτης του Ιλίγγου (Vertigo, 1958)
144. Rebecca (1940)
158. Τηλεφωνήσατε Ασφάλεια Αμέσου Δράσεως (Dial M for Murder, 1954)
201. Ο Άγνωστος του Εξπρές (Strangers on a Train, 1951)
221. Υπόθεσις Νοτόριους (Notorious, 1946)

Μια άλλη συνήθεια του Χίτσκοκ (που την αντέγραψαν πολλοί και ιδιαίτερα ο Ταραντίνο) είναι να εμφανίζεται για ελάχιστο διάστημα σε καθεμία από τις ταινίες του. Για του λόγου το αληθές…

Γενικά, η λίστα περιέχει σχεδόν όλα τα μεγάλα ονόματα του παλιού και του σύγχρονου κινηματογράφου (κυρίως του αμερικανικού) και αντανακλά, όπως είπαμε και στο ξεκίνημα, τις προτιμήσεις του κοινού. Εσάς ποιες είναι οι προτιμήσεις σας; Την αναλυτική λίστα, καθώς και άλλες λίστες σχετικά με το IMDb Top 250 μπορείτε να βρείτε εδώ. Στο μεταξύ, θυμηθείτε αυτό το χιουμοριστικό – και σχετικό επί του θέματος – βιντεάκι…

Χωρίς αμφιβολία, το πιο γνωστό κινηματογραφικό site παγκοσμίως είναι το IMDb, εδώ και αρκετά χρόνια. Ποιοι είναι όμως οι σκηνοθέτες που έχουν γυρίσει τις καλύτερες ταινίες, όπως τουλάχιστον τις κατατάσσουν οι χρήστες του; Ήρθε η ώρα να το μάθουμε!

Το IMDb, χωρίς να θέλω να κάνω σε καμιά περίπτωση διαφήμιση, είναι μάλλον το πιο πρακτικό και λεπτομερές site για όποιον επιθυμεί να ενημερωθεί για οτιδήποτε σχετίζεται με το σινεμά και τις ταινίες (ΟΚ, μετά το δικό μας!) και μια από τις πιο χρήσιμες υπηρεσίες του είναι η βαθμολόγηση των ταινιών, που μπορεί να κάνει κάθε χρήστης αφού δει μια ταινία (όποτε θέλει μπορεί, αλλά καλό θα ήταν να την έχει δει πρώτα) και να τη διαμορφώσει. Ταξινομώντας τις ταινίες με τη στατιστική μέθοδο Bayes, με βάση πάντα τις βαθμολογίες των χρηστών, το IMDb διατηρεί μια λίστα με τις 250 καλύτερες ταινίες όλων των εποχών.

imdb-top-250-movies-1.600.450.s

Τέτοιες λίστες θα βρείτε εκατοντάδες, φυσικά, στο διαδίκτυο, όμως η ιδιομορφία αυτής είναι ότι πρόκειται για δυναμική λίστα, αλλάζει δηλαδή καθημερινά ανάλογα με τις βαθμολογίες που προσθέτουν οι χρήστες και τις νέες κυκλοφορίες που μπορούν να βρουν θέση στη λίστα αν πληρούν ορισμένα κριτήρια. Τα δεδομένα με τα οποία γράφεται αυτό το αφιέρωμα μπορεί να έχουν αλλάξει μέχρι να δημοσιευτεί, αν και η αλήθεια είναι πως δύσκολα θα συμβούν δραματικές αλλαγές. Με τα σημερινά δεδομένα, λοιπόν, βρήκαμε και θα σας παρουσιάσουμε τους 10 σκηνοθέτες με τις περισσότερες ταινίες στο Top 250 του IMDb. Όλοι τους μεγάλα ονόματα, η παρουσία τους στη λίστα πιστεύω πως αντανακλά τη γενικότερη φήμη τους στην κινηματογραφική κοινότητα. Ας δούμε ποιοι τα κατάφεραν…

Σε περίπτωση που δύο σκηνοθέτες διαθέτουν ίσο αριθμό ταινιών στη λίστα, κατατάσσονται ανάλογα με το μέσο όρο βαθμολογίας των ταινιών αυτών.Το IMDb Top 250 μπορείτε να το βρείτε εδώ.

Hayao_MiyazakiΚανονικά, την 7η θέση στη λίστα καταλαμβάνει ο 74χρονος Ιάπωνας σκηνοθέτης Hayao Miyazaki, με 6 ταινίες, ο οποίος όμως δε συμπεριλαμβάνεται στο αφιέρωμα γιατί όλα τα έργα του είναι ταινίες κινουμένων σχεδίων. Όπως έχω αναφέρει και παλαιότερα, κατά τη γνώμη μου δεν είναι σωστό να αξιολογούμε με τα ίδια κριτήρια, και να αναμειγνύουμε στις λίστες και τα αφιερώματά μας αυτές τις ταινίες με τις υπόλοιπες (με ηθοποιούς, δηλαδή), καθότι διαφέρουν στις επιδιώξεις, απαιτήσεις και δυνατότητές τους, ενώ τόσο οι κριτικοί όσο και το κοινό συνήθως τις αξιολογούν διαφορετικά. Περισσότερες πληροφορίες για τον Miyazaki και το έργο του μπορείτε να βρείτε στη σελίδα του στο IMDb.

10. Akira Kurosawa (1910-1998)

Εθνικότητα: Ιάπωνας
Ταινίες στο Top 250: 5
Μ.Ο. των ταινιών αυτών: 8,34

220px-Akirakurosawa-onthesetof7samurai-1953-page88

Ο «μεγαλύτερος Ασιάτης καλλιτέχνης του 20ού αιώνα» (AsianWeek, 2000) είναι ο άνθρωπος που έβαλε τη χώρα του ανατέλλοντος ηλίου στον κινηματογραφικό χάρτη και έδωσε στους μελλοντικούς δημιουργούς μια διαφορετική οπτική από αυτή που ακολουθούσε το κλασικό Χόλιγουντ. Ξεκίνησε να δουλεύει ως βοηθός σκηνοθέτη στην προπολεμική περίοδο, ενώ σκηνοθέτησε την πρώτη του ταινία το 1943. Παρότι η Ιαπωνική οικονομία καταστράφηκε από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τις πυρηνικές βόμβες, και τα μέσα που διέθετε ήταν ελάχιστα μπροστά σ΄ αυτά του Χόλιγουντ αλλά και των Ευρωπαϊκών στούντιο, ο Kurosawa έδειξε τις δυνατότητές του με την ταινία Μεθυσμένος Άγγελος (1948), με την οποία ανέδειξε και τον μόνιμο πρωταγωνιστή του, Toshiro Mifune, που αργότερα έκανε καριέρα στις ΗΠΑ και την Ευρώπη. Στη δεκαετία του ΄50 και στις αρχές της επόμενης ο ταλαντούχος Ασιάτης γύρισε 4 τρομερά επιτυχημένες ταινίες που, παρά τη μεγάλη διάρκεια, τα φτωχά μέσα και το ιδιόρρυθμο, σχεδόν κουραστικό, αφηγηματικό στιλ τους, παραμένουν «διαμάντια» της τέχνης, με κορυφαία τους επικούς Επτά Σαμουράι (1954), που γυρίστηκαν και σε remake από το Χόλιγουντ. Παραδόξως, όταν έγινε διάσημος και μπορούσε να γυρίσει ό,τι ήθελε και όπου ήθελε, ο Kurosawa σταμάτησε να γυρίζει ταινίες, τουλάχιστον με την ίδια συχνότητα, αν και οι δύο τελευταίες ταινίες του στα 80΄s κέρδισαν αρκετά βραβεία. Οι ταινίες του Kurosawa δείχνουν εύκολα ξεπερασμένες και κουραστικές στα μάτια του κοινού, και για να τις εκτιμήσει κανείς πρέπει να αντιληφθεί σε βάθος το πόσο βοήθησαν στο να ανοιχτεί ένας νέος κινηματογραφικός δρόμος που σάρωσε σε Ευρώπη και Αμερική για δύο δεκαετίες. Ναι, το έκαναν καλύτερα ο Γάλλος Truffaut, ο Ιταλός Fellini, ο Γερμανός Fassbinder και ο Αμερικανός Coppola. Πρώτος, όμως, το είχε κάνει ο Kurosawa, και το σύγχρονο κοινό ευτυχώς δεν το ξεχνά αυτό…

Οι ταινίες του στο Top 250:

20. Οι Επτά Σαμουράι (Shichinin no samurai, 1954)
95. Η Γκέισα και ο Σαμουράι (Rashômon, 1950)
108. Yojimbo (1961)
129. Ikiru (1952)
131. Ran (1985)

9. Billy Wilder (1906-2002)

Εθνικότητα: Αυστριακός (Αμερικανός υπήκοος από το 1934)
Ταινίες στο Top 250: 5
Μ.Ο. των ταινιών αυτών: 8,34

220px-BillyWilderParamountPubPhoto1942

Οι κριτικοί τον αποκάλεσαν «χαμαιλέοντα του Χόλιγουντ». Ο λόγος, προφανής. Ο Αυστριακός Wilder, από το 1934 που ήρθε στο Χόλιγουντ (για να αποφύγει τη ναζιστική δίωξη), μέχρι τα τέλη των 70΄s, οπότε και αποσύρθηκε, δοκίμασε με αρκετή επιτυχία σχεδόν όλα τα κινηματογραφικά είδη, ενώ προσαρμόστηκε εύκολα και στις διαφορετικές απαιτήσεις της εκάστοτε εποχής. Ξεκίνησε ως σεναριογράφος σε ανάλαφρες κομεντί στα τέλη της δεκαετίας του ΄30, ενώ μεταπήδησε στη σκηνοθεσία το 1941 και οι πρώτες επιτυχημένες ταινίες του ήταν φιλμ νουάρ και «σκληρές» ταινίες μυστηρίου (για το Χαμένο Σαββατοκύριακο, μάλιστα, κέρδισε και Όσκαρ Σκηνοθεσίας το 1945). Στη δεκαετία του ΄50 το στιλ του ξανάγινε ανάλαφρο (κι έτσι παρέμεινε μέχρι το τέλος της καριέρας του, με λίγες εξαιρέσεις), ενώ άρχισε να χρησιμοποιεί με μεγάλη επιτυχία την εντυπωσιακή για την εποχή τεχνολογία της Technicolor, αν και πάντα προτιμούσε το ασπρόμαυρο. Κέρδισε και δεύτερο Όσκαρ Σκηνοθεσίας, αυτή τη φορά για την κομεντί Η Γκαρσονιέρα, το 1960. Λόγω της μεγάλης διάρκειας της καριέρας του, αλλά και της ποικιλίας των ταινιών του, συνεργάστηκε με σχεδόν όλα τα μεγάλα αστέρια της εποχής (Humphrey Bogart, Barbara Stanwyck, Jack Lemmon, Tony Curtis, Marlene Dietrich, Greta Garbo, Tyrone Power και πολλοί άλλοι), ενώ συνέβαλε τα μέγιστα στην ανάδειξη άλλων αστεριών όπως ο William Holden, η Audrey Hepburn, η Susan Sarandon και, φυσικά, η Marilyn Monroe, την οποία μπορούσε μάλλον να καταλάβει καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο σκηνοθέτη. Ανεξάρτητα από το είδος και τη χρονολογία, με το που βλέπεις στους τίτλους μιας ταινίας το όνομά του, αμέσως αυτή αποκτά άλλη βαρύτητα…

Οι ταινίες του στο Top 250:

49. Η Λεωφόρος της Δύσης (Sunset Boulevard, 1950)
79. Με Διπλή Ταυτότητα (Double Indemnity, 1944)
80. Μάρτυς Κατηγορίας (Witness for the Prosecution, 1957)
100. Η Γκαρσονιέρα (The Apartment, 1960)
109. Μερικοί το Προτιμούν Καυτό (Some Like it Hot, 1959)

8. Charlie Chaplin (1899-1977)

Εθνικότητα: Βρετανός
Ταινίες στο Top 250: 5
Μ.Ο. των ταινιών αυτών: 8,38

220px-Charlie_Chaplin_portrait

Για τον βασιλιά της κωμωδίας που λέγεται Τσάρλι Τσάπλιν έχουμε αφιερώσει αρκετές γραμμές στο παρελθόν, και η θέση του στη συγκεκριμένη λίστα αποδεικνύει απλά πως ο άνθρωπος αποτελεί περίπτωση. Είναι ο μοναδικός σκηνοθέτης στη λίστα που πρωταγωνιστούσε στις ταινίες του (επίσης, τις έγραφε και ήταν και παραγωγός, αλλά αυτό το έκαναν κι άλλοι), ο μόνος που διακρίθηκε (και) στο βωβό κινηματογράφο, και ο μόνος εκπρόσωπος της κωμωδίας στη δεκάδα. Ο Τσάπλιν έγινε αστέρας σχεδόν με το που ξεκίνησε να παίζει στο σινεμά (άρχισε το 1914) και στην περίοδο 1921-1940 ήταν ένας από τους σημαντικότερους ανθρώπους στο Χόλιγουντ. Πρακτικά μπορούσε να κάνει ό,τι ήθελε, γι΄ αυτό αψήφησε την έλευση του ήχου το 1927, ίδρυσε δική του εταιρία μαζί με τρεις ακόμη γίγαντες του βωβού σινεμά το 1919 (από αυτούς, μόνο αυτός επιβίωσε την ανακάλυψη του ήχου), ενώ γύριζε γενικά λίγες ταινίες, όλες όμως αριστουργήματα. Από τους Μοντέρνους Καιρούς (1936) και μετά οι ταινίες του απέκτησαν ήχο, αλλά και πολιτικό περιεχόμενο. Το τελευταίο τον υποχρέωσε να φύγει από τις ΗΠΑ (των οποίων δεν έγινε ποτέ επίσημα υπήκοος) το 1952, στα πλαίσια της αντικομμουνιστικής υστερίας που είχε κυριαρχήσει εκεί. Οι τελευταίες ταινίες του γυρίστηκαν στη γενέτειρά του Αγγλία και δεν ήταν τόσο επιτυχημένες όσο οι προηγούμενες, παρέμειναν όμως αξιόλογες. Ένας από τους πιο σημαντικούς ανθρώπους της τέχνης στον 20ό αιώνα, η ύπαρξη 5 ταινιών του στο Top 250 του IMDb είναι η μικρότερη αναγνώριση που μπορεί να λάβει για την προσφορά του.

Οι ταινίες του στο Top 250:

34. Τα Φώτα της Πόλης (City Lights, 1931)
40. Μοντέρνοι Καιροί (Modern Times, 1936)
56. Ο Μεγάλος Δικτάτορας (The Great Dictator, 1940)
99. Το Χαμίνι (The Kid, 1921)
132. Ο Χρυσοθήρας (The Gold Rush, 1925)

Λίγο περίεργη η μουσική επένδυση στο παρακάτω βίντεο, δε συμφωνείτε;

7. Sergio Leone (1929-1989)

Εθνικότητα: Ιταλός
Ταινίες στο Top 250: 5
Μ.Ο. των ταινιών αυτών: 8,44

220px-SergioLeone2

Ο ταλαντούχος Ιταλός δημιουργός είναι ο αδιαμφισβήτητος βασιλιάς του spaghetti western, καθώς και μια από τις σημαντικότερες μορφές του Ιταλικού κινηματογράφου στη «χρυσή εποχή» του (δεκαετία 1960), όταν και τα στούντιο της Cinecitta στη Ρώμη συναγωνίζονταν και συχνά ξεπερνούσαν τα αντίστοιχα του Χόλιγουντ. Απ΄ όλους τους Ιταλούς σκηνοθέτες της εποχής, ο Leone ξεχώρισε για την ικανότητά του να συνδυάζει ιδανικά τις νέες τεχνικές του Ευρωπαϊκού Νέου Κύματος (New Wave) και του νεορεαλισμού με τα κλασικά στάνταρ του Χόλιγουντ, γι΄ αυτό και οι ταινίες του έγιναν εξίσου αγαπητές εκατέρωθεν του Ατλαντικού. Ο πρωτοπόρος μιας τεχνικής που χρησιμοποιούσε εναλλάξ υπερβολικά κοντινά πλάνα (close-ups) με εικόνες από μακριά που προσδίδουν μια ματαιότητα καθώς και αρκετό σασπένς, ειδικά στα γουέστερν, ο Leone γύρισε αρκετές ταινίες που έχουν την προσωπική σφραγίδα του. Πιο διάσημος έμεινε για την Τριλογία του Δολλαρίου, μια σειρά από τρία spaghetti western, γυρισμένα στην Ιταλία με μικτό καστ (οι πρωταγωνιστές Αμερικανοί, οι υπόλοιποι Ιταλοί) και σε δύο διαφορετικές γλώσσες (Ιταλικά, Αγγλικά), η οποία άφησε το σημάδι της στην ιστορία των γουέστερν, με τις – αρκετά χρονοβόρες – σκηνές μονομαχίες του «καλού» (που πάντοτε υποδυόταν ο Κλιντ Ίστγουντ) και του «κακού» να ξεχωρίζουν. Την τριλογία αυτή ακολούθησε ακόμη ένα φαντασμαγορικό, αν και πιο σκοτεινό, γουέστερν, το Κάποτε στη Δύση με την Claudia Cardinale και τον Henry Fonda. O Leone, που είχε ξεκινήσει την καριέρα του με θρησκευτικά έπη (sword and sandal) στα 50΄s, έζησε για ένα διάστημα στις ΗΠΑ όπου και γύρισε το σχεδόν τετράωρο έπος Κάποτε στην Αμερική (1984), μια λεπτομερή σκιαγράφηση της Αμερικανικής κοινωνίας (ιδιαίτερα των συμμοριών και των συμμάχων τους) επί τέσσερις δεκαετίες, με πρωταγωνιστή το μεγάλο Ρόμπερτ Ντε Νίρο. Ήταν το κύκνειο άσμα του μεγάλου αυτού δημιουργού που, ενώ γύρισε μόνο 10 ταινίες, κατάφερε να αφήσει μεγάλη κληρονομιά τόσο στον ευρωπαϊκό κινηματογράφο όσο και στον αμερικάνικο.

Οι ταινίες του στο Top 250:

8. Ο Καλός, ο Κακός και ο Άσχημος (Il buono, il brutto, il cattivo, 1966)
29. Κάποτε στη Δύση (C’era una volta il West, 1968)
75. Κάποτε στην Αμερική (Once Upon a Time in America, 1984)
95. Μονομαχία στο Ελ Πάσο (Per qualche dollaro in più, 1965)
226. Για μια Χούφτα Δολλάρια (Per un pugno di dollari, 1964)

6. Quentin Tarantino (1963- )

Εθνικότητα: Αμερικανός
Ταινίες στο Top 250: 5+1
Μ.Ο. των ταινιών αυτών: 8,35

Πέντε ταινίες σκηνοθετημένες από τον Ταραντίνο βρίσκονται στο Top 250. Παρ΄ όλα αυτά, έχει συμμετάσχει σε μικρό βαθμό στη σκηνοθεσία της ταινίας Sin City (2005), και βρίσκεται στους τίτλους της ταινίας ως «Special Guest Director».

Quentin_Tarantino_Césars_2014_4

Ο απρόβλεπτος και πάντα αντισυμβατικός Κουέντιν Ταραντίνο (που, φυσικά, έχει το δικό του αφιέρωμα στο blog μας) είναι με διαφορά ο σκηνοθέτης με το μεγαλύτερο ποσοστό ταινιών στο Top 250, τουλάχιστον απ΄ την πρώτη δεκάδα. Πέντε από τις οκτώ ταινίες του έχουν τιμηθεί από το κοινό του IMDb με αυτή τη διάκριση, ενώ βρίσκεται στα credits και μιας ακόμη που δεν είναι δική του, απλώς σκηνοθέτησε μια πεντάλεπτη σκηνή (βλέπε πάνω). Ο Ταραντίνο εμφανίστηκε από το πουθενά στις αρχές των 90΄s, χωρίς χρηματοδότηση από μεγάλο στούντιο, για να ταράξει τα κινηματογραφικά νερά με την υπερβολική βία, τις ακατάλληλες σκηνές, τις άπειρες βωμολοχίες και, ενίοτε, το φυλετικό ρατσισμό που διέθεταν οι ταινίες του. Μετά από ένα… πλούσιο ορεκτικό (Reservoir Dogs), ακολούθησε το σινεφίλ αριστούργημα Pulp Fiction (η ταινία που κάνει τη βία τέχνη, σύμφωνα με τους κριτικούς), και πολλές άλλες επιτυχίες (Kill Bill 1 & 2, Άδωξοι Μπάσταρδη, Django Unchained), όλες στο ίδιο στιλ της αισθητικής της βίας και της παράλογης πλοκής, που συνήθως συστήνεται στο θεατή με μη χρονολογική σειρά. Έχοντας συνεργαστεί με μεγάλα ονόματα της βιομηχανίας, καθώς και αναδείξει ηθοποιούς όπως ο Samuel Jackson και η Uma Thurman, ο Ταραντίνο τίθεται επικεφαλής μιας καθαρά δικής του σχολής, και δεν αποκλείεται καθόλου να βρεθεί και η 9η ταινία του, που κυκλοφορεί το Νοέμβριο (The Hateful Eight), στη λίστα, καθώς το κοινό τον αγαπά όσο ελάχιστους, κι αυτός ανταποδίδει με τα έργα του.

Οι ταινίες του στο Top 250:

5. Pulp Fiction (1994)
59. Django ο Τιμωρός (Django Unchained, 2012)
77. Reservoir Dogs (1992)
102. Άδωξοι Μπάσταρδη (Inglourious Basterds, 2009)
168. Kill Bill Volume 1 (2003)
*188. Αμαρτωλή Πόλη (Sin City, 2005)

Σήμερα συμπληρώνονται 28 χρόνια από το θάνατο του ανθρώπου που συνδύασε καλύτερα από οποιανδήποτε άλλο τον κινηματογράφο, τη μουσική και το χορό. Ο άνθρωπος αυτός δεν είναι άλλος από τον θρυλικό Fred Astaire (1899-1987), του οποίου τα πέντε πιο διάσημα μουσικοχορευτικά νούμερα – που εμφάνισε στο σινεμά, τουλάχιστον, θα θυμηθούμε και θα αναλύσουμε στο αφιέρωμα αυτό.

220px-Astaire,_Fred_-_Never_Get_RichO Astaire γεννήθηκε το 1899 στην Ομάχα της Νεμπράσκα, ΗΠΑ, και ήδη στα 14 του είχε ανακαλύψει και προώθηση το ταλέντο στο χορό (κυρίως), αλλά και τη μουσική. Η νεαρή τότε τέχνη του σινεμά δεν ταίριαζε στον Astaire καθώς δε διέθετε ακόμη ήχο, οπότε, όπως και οι περισσότεροι πετυχημένοι τραγουδιστές και χορευτές στράφηκε στο θέατρο και συγκεκριμένα στο δημοφιλέστατο στην Αμερική της εποχής vaudeville, αρχικά, και αργότερα στα μιούζικαλ του Broadway και του West End στο Λονδίνο, αρκετά εκ των οποίων μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο αργότερα με πρωταγωνιστή, συνήθως, τον ίδιο. Η πρώτη του παρτενέρ στα νούμερα που εκτελούσε ήταν η αδερφή του Adele, ενώ ακολούθησε η Claire Luce, με την οποία απέκτησε το στιλ με το οποίο τον ξέρουμε σήμερα. Ταυτόχρονα του άρεσε να εκτελεί και σόλο νούμερα, καθώς θεωρούνταν ο καλύτερος χορευτής στο είδος του tap dancing. Το 1927 ο κινηματογράφος εξοπλίστηκε επιτέλους με ήχο και τα μιούζικαλ άνθησαν, και ο Astaire δεν άργησε να κάνει το ταξίδι προς το Χόλιγουντ. Το 1933 εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη μεγάλη οθόνη στο μιούζικαλ Dancing Lady της MGM, και την ίδια χρονιά υπέγραψε με την RKO. Πρώτη του ταινία εκεί ήταν το άγνωστο σήμερα Flying Down to Rio, στην οποία εμφανίστηκε και μια ανερχόμενη σταρ του μιούζικαλ της ίδιας εταιρίας, η Ginger Rogers. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας ο Aster και η Rogers πρωταγωνίστησαν μαζί σε 10 άκρως επιτυχημένα μιούζικαλ, με κορυφαία τα Top Hat (1935), Swing Time (1936) και Shall We Dance (1937), σχηματίζοντας πιθανότατο το κορυφαίο μουσικοχορευτικό ντουέτο στην ιστορία. Ο Astaire διέθετε πλήρη αυτονομία ως προς τις χορογραφίες που εκτελούσε με τη Rogers, ενώ τα τραγούδια που ερμήνευαν συνήθως έγραφε ο διάσημος συνθέτης Irving Berlin. Μετά το τέλος της συνεργασίας του με τη Rogers, ο Astaire βοήθησε στην ανάδειξη της ανερχόμενης τότε Rita Hayworth, με την οποία συμπρωταγωνίστησε σε δύο ταινίες στις αρχές των 40΄s, ενώ έπαιξε και σε δύο ταινίες με τον top τραγουδιστή της εποχής Bing Crosby. Παρά την επιτυχία των ταινιών αυτών, ο Astaire ένιωσε δυσαρεστημένος απ΄ την αντιμετώπιση των στούντιο προς το πρόσωπό του και το 1946 ανακοίνωσε ότι αποσύρεται απ΄ το σινεμά. Επέστρεψε όμως μόλις δυο χρόνια μετά για να πρωταγωνιστήσει στο μιούζικαλ Easter Parade με τη Judy Garland, καθώς ο – κατά πολλούς διάδοχός του – Gene Kelly που επρόκειτο να παίξει τραυματίστηκε στο πόδι. Ξεκίνησε έτσι μια νέα περίοδος επιτυχιών για τον Astaire που, μην έχοντας πλέον μόνιμη παρτενέρ και με τα χρόνια να περνούν, άρχισε να δοκιμάζει την τύχη του και σε «σοβαρούς» ρόλους πέρα απ΄ το μιούζικαλ, όπως στο δράμα On the Beach (1959), που ασχολείται με την πυρηνική καταστροφή που φοβόταν τότε ο κόσμος. Κατόπιν στράφηκε κυρίως στην τηλεόραση, αν και συνέχισε να συμμετέχει σε ταινίες μέχρι το 1981. Η κληρονομιά που άφησε στη μουσική, το χορό και το είδος του μιούζικαλ είναι ανυπολόγιστη, σε τέτοιο βαθμό που οι αναλυτές συχνά τα χωρίζουν σε δυο διαφορετικές περιόδους: πριν τον Astaire και μετά.

Το απόλυτο μουσικοχορευτικό ντουέτο του σινεμά, και όχι μόνο: Fred Astaire & Ginger Rogers

Το απόλυτο μουσικοχορευτικό ντουέτο του σινεμά, και όχι μόνο: Fred Astaire & Ginger Rogers

Αναρίθμητα είναι τα νούμερα, που συνήθως συνδυάζουν μουσική, τραγούδι και χορό, που έχει εκτελέσει ο Fred Astaire στην πολυετή καριέρα του, αλλά κάποια πραγματικά έμειναν στην ιστορία, χάρη και στην αναβίωσή τους από νεότερους καλλιτέχνες καθώς και τις εμφανίσεις τους σε μεταγενέστερες ταινίες, τηλεοπτικές σειρές, ακόμη και διαφημίσεις, σε τέτοιο βαθμό που έχουν γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της αμερικανικής κουλτούρας. Πέντε τέτοια νούμερα ακολουθούν, με μια σύντομη περιγραφή και, φυσικά, το αντίστοιχο βίντεο, η πλειοψηφία τους με τη Ginger Rogers. Προσδεθείτε λοιπόν για ένα ρομαντικό και νοσταλγικό ταξίδι στο χρόνο…

5. Pick Yourself Up (από την ταινία Swing Time, 1936)

Στίχοι: Dorothy Fields
Μουσική: Jerome Kern
Εκτέλεση: Fred Astaire & Ginger Rogers

Ένα απ΄ τα λίγα τραγούδια των μιούζικαλ Astaire – Rogers που δεν έγραψε ο Irving Berlin, κι ένα από τα πιο διάσημα. Όπως όλα τα νούμερα στις ταινίες τους, έτσι κι αυτό διακόπτει απότομα την πλοκή αλλά ταυτόχρονα την εξελίσσει. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η Rogers υποδύεται μια δασκάλα χορού που καλείται να διδάξει τον Astaire (που είναι διάσημος χορευτής, αλλά αυτή δεν το ξέρει) κι αυτός προσπαθεί να της αποδείξει πως… είναι ανεπίδεκτος μαθήσεως. Το τραγούδι απέκτησε επιπλέον φήμη όταν ο Barack Obama ανέφερε το ρεφρέν του (!) στην ομιλία έναρξης των καθηκόντων του ως πρόεδρος των ΗΠΑ το 2009. Νομίζω το γεγονός αποδεικνύει πόσο βαθιά έχει επηρεάσει την αμερικανική κουλτούρα το δίδυμο Astaire – Rogers και τα τραγούδια του…

4. Let’s Call the Whole Thing Off (από την ταινία Shall We Dance, 1937)

Στίχοι: Ira Gershwin
Μουσική: George Gershwin
Εκτέλεση: Fred Astaire & Ginger Rogers

Ίσως το πιο διάσημο τραγούδι τους – ακόμη και σήμερα – στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά όχι αντίστοιχα γνωστό στον υπόλοιπο πλανήτη. Ως συνήθως, ο Astaire με τη Rogers είναι (στην ταινία) ερωτευμένοι, αλλά διστάζουν να το παραδεχτούν. Αυτή τη φορά φέρουν ως πρόφαση τις διαφορές στη… διάλεκτο (ίσως γι΄ αυτό έγινε τόσο διάσημο το τραγούδι στις ΗΠΑ, καθώς καταδεικνύει εύστοχα τις διαφορές ανάμεσα στις διάφορες αμερικανικές διαλέκτους) για να μη συνεχίσουν μαζί, και, φυσικά, για να τραγουδήσουν και να χορέψουν χρησιμοποιώντας… πατίνια. Το τραγούδι κατέλαβε την 34η στη λίστα του AFI με τα πιο διάσημα στην ιστορία του αμερικανικού σινεμά, το 2004, έχει διασκευαστεί, μεταξύ άλλων, από τους Louis Armstrong και Ella Fitzgerald, ενώ εμφανίζεται σε αρκετές μεταγενέστερες ταινίες (Όταν ο Χάρι Γνώρισε τη Σάλι…) και τηλεοπτικές σειρές (Simpsons).

3. Puttin΄ On the Ritz (από την ταινία Blue Skies, 1946)

Στίχοι και μουσική: Irving Berlin
Εκτέλεση: Fred Astaire

Να κι ένα τραγούδι που δε γράφτηκε για τον Astaire και μια ταινία του, και το μοναδικό στη λίστα μας που δεν περιλαμβάνει ντουέτο με τη Ginger Rogers. Όχι, εδώ βρισκόμαστε στο 1946, και ο Astaire έχει αποφασίσει να αποσυρθεί απ΄ το σινεμά (δεν το έκανε τελικά, φυσικά) και θέλει να τον θυμούνται με μια μεγάλη επιτυχία. Επέλεξε το δημοφιλές αυτό κομμάτι του Irving Berlin, που είχε γραφτεί το 1927 για το ομώνυμο μιούζικαλ του 1930 (ο τίτλος του στην τότε αμερικανική αργκό σημαίνει «να ντύνεσαι με πολυτέλεια και με βάση τις επιταγές της μόδας»). Το νούμερο που εκτελεί (σόλο) ο Astaire στην ταινία είναι εντυπωσιακό, αλλά το τραγούδι οφείλει μεγάλο μέρος της σημερινής φήμης του στην εκτέλεσή του (κυριολεκτικά, όμως) απ΄ τους Gene Wilder και Peter Boyle (που υποδύονται… τον Φρανκενστάιν και το τέρας του αντίστοιχα!) στην κωμωδία Young Frankenstein (1974), αλλά και στο ομώνυμο μιούζικαλ του 2007. Έχει κι αυτό τη θέση του στη λίστα με τα πιο διάσημα κινηματογραφικά τραγούδια (89η), αλλά για την προαναφερθείσα εκτέλεση των Wilder & Boyle και όχι για την αυθεντική του Astaire…

2. The Way You Look Tonight (από την ταινία Swing Time, 1936)

Στίχοι: Dorothy Fields
Μουσική: Jerome Kern
Εκτέλεση: Fred Astaire

Το Swing Time θεωρείται η καλύτερη ταινία που γύρισαν μαζί ο Astaire με τη Rogers, και τούτο δω το καλύτερο και πιο διάσημο τραγούδι, έστω κι αν, παραδόξως, δεν περιλαμβάνει χορό, καθώς ο Astaire το εκτελεί παίζοντάς το στο πιάνο. Το τραγούδι, άκρως συγκινητικό και ρομαντικό, έχει διασκευαστεί άπειρες φορές από πολλούς διαφορετικούς καλλιτέχνες (περισσότερες πληροφορίες εδώ) και έχει εμφανιστεί κι αυτό σε πολλές ταινίες στο πέρασμα των χρόνων. Το The Way You Look Tonight είναι αναμφίβολα η πιο πειστική απόδειξη πως ο Astaire ήταν εξίσου καλός μουσικός και τραγουδιστής, όσο και χορευτής. Κατατάχθηκε 43ο στη λίστα που αναφέραμε προηγουμένως, ενώ κέρδισε και το Όσκαρ Καλύτερου Τραγουδιού το 1936.

1. Cheek to Cheek (Από την ταινία Top Hat, 1935)

Στίχοι και μουσική: Irving Berlin
Εκτέλεση: Fred Astaire

Αν το προηγούμενο τραγούδι είναι «άκρως συγκινητικό και ρομαντικό», όπως το χαρακτήρισα, αυτό εδώ μπορεί να σε πλημμυρίζει με απίστευτα συναισθήματα, πάθος, συγκίνηση, νοσταλγία και… δάκρυα. Το πιο σημαντικό είναι πως η το τραγούδι δεν αντλεί τη δύναμή του τόσο απ΄ την αρχική εμφάνισή του στο διάσημο μιούζικαλ Top Hat, αλλά κυρίως απ΄ το πόσο η εμφάνιση αυτή χρησιμοποιήθηκε από μεταγενέστερους κινηματογραφικούς δημιουργούς σε αριστουργήματα της τέχνης. Ποιος μπορεί να ξεχάσει το νοσταλγικό, απλανές ύφος της Mia Farrow στο φινάλε της ταινίας Το Πορφυρό Ρόδο του Καϊρου (1985) του Γούντι Άλεν, όταν βλέπει την ταινία στο σινεμά και αυτή της δίνει δύναμη και κίνητρο, παρότι έχει χάσει τα πάντα; Και, κυρίως, ποιος μπορεί να μη βάλει τα κλάματα και να συνδέσει το τραγούδι με την απόλυτη συγκίνηση όταν βλέπει τον μαύρο καλόκαρδο γίγαντα Michael Clarke Duncan από το Πράσινο Μίλι (1999) να χαμογελάει βλέποντας την ταινία και το συγκεκριμένο νούμερο, μια ταινία που έχει ζητήσει να δει ως τελευταία απόλαυση πριν οδηγηθεί στην ηλεκτρική καρέκλα; Η δύναμη ενός έργου τέχνης δεν πηγάζει μόνο από το άμεσο αντίκτυπο που έχει, αλλά και από το πώς μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε μεταγενέστερες μορφές τέχνης και να επηρεάσει, μέσα από αυτήν, την κοινωνία και τον πολιτισμό για πολλά χρόνια. Και σ΄ αυτό τον τομέα, το (15ο στη σχετική λίστα, και υποψήφιο για Όσκαρ Τραγουδιού το 1935) Cheek to Cheek δεν έχει αντίπαλο.

Και η σκηνή απ΄ το Πράσινο Μίλι

Όπως και να το κάνουμε, δε θα υπάρξει άλλος Fred Astaire. Οι ικανότητές του στο χορό, το τραγούδι και την υποκριτική ήταν απλά απίστευτες, και κανείς άλλος δε μπόρεσε ποτέ να φέρει τόσο κοντά τις τρεις αυτές τέχνες και να αποτελέσει σύμβολο για τους λάτρεις τους… Τα νούμερά του, κυρίως αυτά με τη Ginger Rogers στη δεκαετία του ΄30, μνημονεύονται σήμερα όσο ελάχιστα καλλιτεχνών της εποχής, και μια τελευταία απόδειξη είναι η συγκεκριμένη playlist στο YouTube. Αθάνατος…

3_5s

Μια από τις μεγαλύτερες κινηματογραφικές επιτυχίες του 2015 (μέχρι στιγμής, τουλάχιστον) είναι το Mad Max του George Miller, μια εντυπωσιακή ταινία δράσης που συνεχίζει μια τριλογία που ξεκίνησε ο σκηνοθέτης πριν 35 χρόνια!

Max_Mad_Fury_Road_Newest_PosterΧώρα και έτος παραγωγής: Αυστραλία/ΗΠΑ, 2015
Διάρκεια: 120΄
Είδος: Περιπέτεια φαντασίας, δράσης
Σκηνοθεσία: George Miller
Πρωταγωνιστούν: Tom Hardy, Charlize Theron, Nicholas Hoult, Rosie Huntington-Whiteley, Hugh Keays-Byrne
Υπόθεση: Σε μια ερημωμένη μετά από έναν καταστροφικό πυρηνικό πόλεμο γη, που υποφέρει από έλλειψη νερού και καυσίμων, δυο άνθρωποι ίσως μπορούν να επαναφέρουν την τάξη: ο δραστήριος και μαχητικός Max (Hardy) και η Furiosa (Theron), μια πρώην στρατηγός του τυραννικού ηγεμόνα που επιθυμεί διακαώς να επιστρέψει στον τόπο που γεννήθηκε.
Κέρδη στο box-office (έως και 14/6): 329,7 εκατομμύρια $

Το γεγονός πως η ταινία θεωρητικά ακολουθεί μια τριλογία που γύρισε ο ίδιος ο Miller στη δεκαετία του ΄80 με πρωταγωνιστή τον Μελ Γκίμπσον δε διαδραματίζει κανέναν ουσιαστικό ρόλο, καθώς τα χρόνια που πέρασαν άλλαξαν τόσο τη μορφή αυτής της ταινίας σε σχέση με τις προηγούμενες που δε μπορούμε να μιλάμε για φυσική συνέχεια. Εξάλλου, ακόμη κι αν δε γνωρίζεις καν την ύπαρξη των τριών προηγούμενων ταινιών, δεν έχεις την παραμικρή δυσκολία να καταλάβεις τι συμβαίνει (μια ταινία δράσης είναι, άλλωστε, όχι ο Πολίτης Κέιν)… Από τα πρώτα λεπτά καταλαβαίνεις πως είμαστε σ΄ ένα κόσμο που προέρχεται από πυρηνική καταστροφή και έχει ελάχιστα αποθέματα νερού, καυσίμων και άλλων βασικών υλών (δοκιμασμένο και επιτυχημένο το συγκεκριμένο σενάριο τώρα τελευταία, θυμηθείτε και το Interstellar), τα οποία αποθέματα διαθέτει ο τυραννικός ηγεμόνας Immortan Joe. Σ΄ αυτό τον κόσμο υπάρχει ο Max, ένας δυνατός άνδρας που βασανίζεται από τύψεις για το θάνατο της οικογένειάς του κατά την προαναφερθείσα καταστροφή, ο οποίος μπαίνει παρά τη θέλησή του στην υπηρεσία του κυβερνητικού στρατού ως «αιμόσακος» (προμηθευτής αίματος για έναν άρρωστο πολεμιστή). Θα βρεθεί σύντομα στη μάχη, όταν η στρατηγός Furioza, μαζί με τις 5 νύφες του ηγεμόνα (που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για αναπαραγωγή) θα λιποτακτήσουν και ο στρατός θα τiς καταδιώξει. Η μοίρα θα φέρει κοντά τους δυο ήρωες, και θα αρχίσει ένα ταξίδι με προορισμό την πατρογονική γη της Furiosa, που σύντομα όμως θα εξελιχθεί σε μια επιχείρηση απελευθέρωσης του κόσμου απ΄ την τυραννία του Joe.

Πειστικότατες ερμηνείες και ικανοποιητική χημεία από τους πρωταγωνιστές Tom Hardy και Charlize Theron.

Πειστικότατες ερμηνείες και ικανοποιητική χημεία από τους πρωταγωνιστές Tom Hardy και Charlize Theron.

Κάπως προβλέψιμο και μάλλον όχι πρωτότυπο το story, αλλά αποδίδεται πολύ ωραία και ευχάριστα. Ξεκινώντας από το τεχνολογικό κομμάτι, ο Miller έχει σημειώσει μεγάλη πρόοδο. Τα εφέ, οπτικά και ηχητικά, τα τοπία που απεικονίζονται, οι σκηνές μάχης και περιπέτειας (που είναι πολλές), όλα είναι σε εξαιρετικό επίπεδο. Η τεχνολογία χρησιμοποιείται όπως ακριβώς πρέπει σε τέτοιες ταινίες: για να ανεβάσει το σασπένς και την αδρεναλίνη, και να φαίνεται το όλο σκηνικό πιο πειστικό και εντυπωσιακό στα μάτια του θεατή. Το σκηνικό αυτό μάλιστα είναι ένα από τα καλύτερα post-apocalyptic που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια, και δε θα ήταν υπερβολή να πούμε πως τόσο καλή χρήση της τελευταίας λέξης της τεχνολογίας ελάχιστοι σκηνοθέτες μπορούν να πετύχουν, με κυρίαρχο φυσικά τον Christopher Nolan (Σκοτεινός Ιππότης, Inception, Interstellar).

Μια τυπική σκηνή δράσης.

Μια τυπική σκηνή δράσης.

Αυτός ο ιδιότυπος ρεαλισμός διαποτίζει ολόκληρη την ταινία μ΄ έναν άκρως ικανοποιητικό τρόπο. Οι κεντρικοί χαρακτήρες, Max και Furiosa, είναι σίγουρα ικανότατοι και δυναμικοί, αλλά δεν είναι υπεράνθρωποι ούτε εξωπραγματικοί. Έχουν πάθη, αδυναμίες και κάνουν σοβαρά λάθη που τους στοιχειώνουν. Καμία σκηνή μέσα στο έργο δε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί υπερβολική (μέσα στα πλαίσια της επιστημονικής φαντασίας, πάντοτε) ή ανεξήγητη. Ίσως θα έπρεπε ο σκηνοθέτης να αναπτύξει λίγο περισσότερο τους χαρακτήρες και να εισχωρήσει στον εσωτερικό τους κόσμο με τρόπο που θα επέτρεπε περισσότερο στο θεατή να ταυτιστεί μαζί τους, αλλά και πάλι είμαστε ΟΚ. Ο γαλουχημένος σε τέτοιες ταινίες Tom Hardy (πνευματικό τέκνο του Nolan σε ταινίες όπως Inception και Η επιστροφή του Σκοτεινού Ιππότη) και η βραβευμένη με Όσκαρ Charlize Theron συνθέτουν ένα έξυπνο και ικανοποιητικό δίδυμο, με αρκετά κοινά στοιχεία και φιλοδοξίες, που λόγω των συνθηκών παραμερίζουν τις όποιες διαφορές τους για να αποκαταστήσουν την τάξη. Οι υπόλοιποι χαρακτήρες δεν προσφέρουν κάτι ιδιαίτερο, αλλά δε μας χαλάνε κιόλας. Γενικά, οι ερμηνείες και το σενάριο δεν είναι οσκαρικών προδιαγραφών, αλλά «κουμπώνουν» όπως θα έπρεπε με το σύνολο.

Ο απολυταρχικός ηγεμόνας Joe (Keays-Byrne) και ο γιος του Rictus (Nathan Jones) είναι οι εχθροί των πρωταγωνιστών.

Ο απολυταρχικός ηγεμόνας Joe (Keays-Byrne) και ο γιος του Rictus (Nathan Jones) είναι οι εχθροί των πρωταγωνιστών.

Η επιτυχία της ταινίας οφείλεται κυρίως στην οπτική και τις ικανότητες του σκηνοθέτη George Miller, ενός δημιουργού επιτυχημένου και σε τέτοιες ταινίες αλλά και στα κινούμενα σχέδια (Happy Feet). Εκτός από την εντυπωσιακή χρήση της τεχνολογίας, ο Miller έχει δημιουργήσει μια αρκετά ανθρώπινη ταινία, με βασανισμένους απ΄ το παρελθόν χαρακτήρες να προσπαθούν να εξιλεωθούν για τα λάθη και τα πάθη τους μ΄ έναν τρόπο που συναντάμε σε φιλμ νουάρ και ψυχολογικά θρίλερ. Όπως πολλές παρόμοιες ταινίες καταστροφής, το Mad Max τονίζει πόσο σημαντικά είναι τα αγαθά που διαθέτουμε σήμερα ως ανθρωπότητα, και πόσο δύσκολος και απάνθρωπος θα ήταν ο κόσμος χωρίς αυτά, στέλνοντας ένα μήνυμα προς πάσα κατεύθυνση για διαφύλαξη των κεκτημένων και ανάληψη ατομικής και συλλογικής ευθύνης απέναντι στα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα ο πλανήτης. Ο Miller δεν επιδιώκει να στήσει ένα αριστούργημα ή μια πρωτοποριακή αποκαλυπτική ταινία. Αλλά ό,τι επιδιώκει, τουλάχιστον σε γενικές γραμμές, το κατορθώνει με σχετική ευκολία. Και δυο ώρες από τη ζωή σου κυλούν με πολύ ευχάριστο τρόπο αν επιλέξεις να δεις την ταινία.

Ελάχιστοι άνθρωποι επηρέασαν τόσο την πορεία της έβδομης τέχνης όσο ο Γούντι Άλεν, ένας άνθρωπος που έχει σκηνοθετήσει 45 ταινίες, ενώ έχει συμμετάσχει σε πολλές ακόμη ως σεναριογράφος, ηθοποιός και παραγωγός. Η καριέρα του καλύπτει έξι δεκαετίες, και στο συγκεκριμένο αφιέρωμα θα σας παρουσιάσουμε μια χαρακτηριστική ταινία από κάθε δεκαετία, για να πάρετε μια μικρή γεύση για το σύνολο του έργου αυτού του τεράστιου δημιουργού.

Ωραίο πάντως, δεν τον λες...

Ωραίο πάντως, δεν τον λες…

Ο Allan Stewart Konigsberg (ναι, αυτό είναι το πραγματικό του όνομα!) γεννήθηκε το 1935 στη Νέα Υόρκη, μια πόλη την οποία αγαπά ακόμη και σήμερα όσο τίποτε άλλο, και εκεί διαδραματίζεται η πλειοψηφία των ταινιών του. Τη δεκαετία του 1950 ξεκίνησε να γράφει κωμικά γκαγκ για το θέατρο και την τηλεόραση, ενώ στη συνέχεια ήταν αρκετά επιτυχημένος στη stand up κωμωδία, χάρη στα έξυπνα παιχνίδια με τις λέξεις και την επικοινωνία του με το κοινό. Η πρώτη του επαφή με το σινεμά ήρθε το 1965, όταν και έγραψε το σενάριο για την κωμωδία What’s New Pussycat, με τον Peter Sellers. Απογοητευμένος από τον τρόπο που το σενάριο του πήρε σάρκα και οστά, αποφάσισε να σκηνοθετεί από εκεί και πέρα τις ταινίες των οποίων θα έγραφε τα σενάρια, όποτε τουλάχιστον αυτό ήταν δυνατό, και άρχισε το 1966 με την πρώτη ταινία του ως σκηνοθέτης, με τίτλο What’s Up, Tiger Lily?. Στα τέλη των 60΄s ο Allen εκμεταλλεύτηκε την κατάργηση της χολιγουντιανής λογοκρισίας και το θρίαμβο του αντισυμβατικού Νέου Χόλιγουντ για να δημιουργήσει μια σειρά κωμωδιών με άναρχους διαλόγους, συχνά με θέματα-ταμπού όπως το σεξ και ο θάνατος, με ταινίες όπως Ζητείται Εγκέφαλος για Ληστεία (1969), Bananas (1971) και Ο Ειρηνοποιός (1975), η τελευταία με τη μόνιμη συνεργάτιδά του τα επόμενα χρόνια Diane Keaton. Η πρώτη του συνεργασία με την τελευταία είναι η πρώτη ταινία που ο Allen έδειξε την αγάπη του για τη Χρυσή Εποχή του Χόλιγουντ, και το σινεμά γενικότερα, και είχε τίτλο Play it Again, Sam (από τη διάσημη ατάκα της Καζαμπλάνκα, γύρω από την οποία περιστρέφεται το φιλμ). Στα τέλη των 70΄s ο Allen με τη Diane Keaton γύρισαν δυο απ΄ τις πιο επιτυχημένες ρομαντικές κομεντί όλων των εποχών, το Νευρικό Εραστή (Όσκαρ Σκηνοθεσίας για τον Allen, 1977) και το Μανχάταν (1979). Κάπου εκεί ξεκίνησε και η συνήθεια του Allen να γυρίζει «μια ταινία τη χρονιά», που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Η δεκαετία του ΄80 ήταν επίσης επιτυχημένη για τον Allen, με επιτυχίες όπως Το Πορφυρό Ρόδο του Καϊρου (1985), Hannah and Her Sisters (1986) και Crimes and Misdeamenors (1989), όλες με τη νέα μούσα του, Mia Farrow. Η εποχή της κωμωδίας αποτελούσε παρελθόν για το δημιουργό και όλες οι προαναφερθείσες ταινίες είναι περισσότερο σοβαρές και δραματικές, αν και μια δόση ανάλαφρου και συνάμα πικρού χιούμορ πάντα υπάρχει. Η δεκαετία του ΄90 και οι αρχές του 21ου αιώνα ήταν μάλλον η λιγότερο επιτυχημένη εποχή στην καριέρα του Allen, ο οποίος δοκίμασε την τύχη του στην κωμωδία (Ακαταμάχητη Αφροδίτη, 1995), στα δράματα (Celebrity, 1998), ακόμη και στο μιούζικαλ (Όλοι Λένε Σ΄ Αγαπώ, 1996), αλλά ακόμη και οι πιο ποιοτικές ταινίες του ήταν σχετικά μέτριες μπροστά στο προηγούμενο έργο του. Δεν άργησε όμως να βρει τη φόρμα του, με τρεις εξαιρετικές ταινίες στα μέσα και τέλη των 2000΄s, όλες με τη Σκάρλετ Γιόχανσον: Match Point (2005), ίσως η πιο σοβαρή και «σκοτεινή» ταινία του, Scoop (2006), μια κωμωδία που θυμίζει τα πρώτα του βήματα και Vicky, Christina, Barcelona (2008), μια ταινία που αναδεικνύει τις ομορφιές της Ισπανίας, αλλά και της Γιόχανσον μαζί με την Πενέλοπε Κρουζ. Ασταμάτητος και ακούραστος συνεχίζει να γυρίζει ταινίες, και η πιο επιτυχημένη του τα τελευταία χρόνια ήταν τα Μεσάνυχτα στο Παρίσι (2011), μια από τις πολλές νοσταλγικές ταινίες του, που του χάρισε το τέταρτο συνολικά Όσκαρ. Λόγω της μεγάλης παραγωγικότητάς του, δύσκολα θα βρεις άλλον δημιουργό να μας έχει χαρίσει τόσες επιτυχίες, και από πολλά διαφορετικά είδη (παρότι τα μοτίβα του γενικά επαναλαμβάνονται). Μόλις έξι από αυτές θα παρουσιάσουμε εδώ (μία από κάθε δεκαετία), αλλά διαλέξαμε αυτές που θεωρήσαμε αντιπροσωπευτικές, και θα σας κάνουν να «μπείτε στο νόημα» του τι ακριβώς σημαίνει μια ταινία του Γούντι Άλεν. Αν υπάρχει τέτοιο…

Σκηνοθέτης όλων των παρακάτω ταινιών είναι ο Woody Allen, εκτός αν αναφέρεται διαφορετικά.

Ζητείται Εγκέφαλος για Ληστεία (Take the Money and Run, 1969)

4s

220px-Original_movie_poster_for_the_film_Take_the_Money_and_Run

Διάρκεια: 85΄
Είδος: Κωμωδία
Πρωταγωνιστούν: Woody Allen, Janet Margolin, Louise Lasser
Υπόθεση: Η ζωή και το έργο ενός ατζαμή και αδέξιου ληστή τραπεζών (και όχι μόνο).

Όπως ήδη αναφέραμε, τα πρώτα βήματα του Allen έγιναν στην κωμωδία, και συγκεκριμένα σ΄ ένα καθαρά δικό του είδος κωμωδίας, που συνδύαζε το visual χιούμορ των κινουμένων σχεδίων με τους παράδοξα παλαβούς διαλόγους (είναι παράδοξα παλαβοί, γιατί, σε αντίθεση μ΄ αυτούς δημιουργών όπως ο Mel Brooks και οι Monty Python, φαίνεται αρχικά να έχουν λογική, μέχρι που σιγά σιγά συνειδητοποιείς πως δε βγαίνει νόημα). Η καλύτερη κωμωδία τέτοιου είδους που έφτιαξε είναι τούτη δω, με τον ίδιο να πρωταγωνιστεί στο ρόλο ενός επίδοξου ληστή, κυρίως τραπεζών, που μπαινοβγαίνει στις φυλακές και ζει μέσα στον κίνδυνο, αλλά, ενώ όλοι τον θεωρούν ικανότατο και επιτήδειο, στην πραγματικότητα είναι τελείως ανίδεος και ατζαμής. Η αφήγηση γίνεται σε στιλ ψευδο-ντοκιμαντέρ (mockumentary), με τους υποτιθέμενους γονείς του ήρωα να φορούν ψεύτικα μουστάκια και γυαλιά γιατί ντρέπονται για το γιο τους, έναν ψυχίατρο να προσπαθεί να αναλύσει το χαρακτήρα λέγοντας ασυναρτησίες (γνωστό μοτίβο στις ταινίες του Allen η σάτιρα προς τους ψυχαναλυτές) και πάει λέγοντας… Αν και δεν το πιάνεις με την πρώτη, ο Allen αποτίει κι εδώ φόρο τιμής σε crime films της κλασικής περιόδου, όπως I Am a Fugitive from a Chain Gang (1932), The Wrong Man (1956) και The Defiant Ones (1958). Το χιούμορ και οι διάλογοι είναι ιδιαίτερα αιχμηροί και ακραίοι, και όσοι δεν αρέσκονται σ΄ αυτό θα βρουν την ταινία κουραστική. Κατά τη γνώμη μου, πάντως, είναι η πρώτη μεγάλη επιτυχία του Allen, κι ένα καλό δείγμα ενός δημιουργού στην περίοδο της νιότης του, με άναρχο στιλ και ξέφρενους ρυθμούς.

Σε μια σκηνή που, μεταξύ άλλων, αποτίει φόρο τιμής – και ταυτόχρονα σατιρίζει – ένα κεντρικό μοτίβο του θρίλερ The Wrong Man του Άλφρεντ Χίτσκοκ, ο ήρωάς μας προσπαθεί να ληστέψει μια τράπεζα, αλλά καταλήγει να συλληφθεί επειδή το σημείωμα του ήταν τελείως… ανορθόγραφο!

Manhattan (1979)

3_5s

220px-Manhattan-poster01

Διάρκεια: 96΄
Είδος: Ρομαντική κομεντί, δράμα
Πρωταγωνιστούν: Woody Allen, Diane Keaton, Michael Murphy, Meryl Streep, Mariel Hemingway
Υπόθεση: Ένας χωρισμένος 40άρης, που εργάζεται γράφοντας σενάρια για την τηλεόραση, βλέπει τη ζωή του να γίνεται άνω-κάτω, όταν, ενώ τα έχει με μια 17χρονη, ερωτεύεται τη – σαφώς μεγαλύτερη – ερωμένη του καλύτερού του φίλου.

Η εποχή που ο Allen γύριζε άναρχες κωμωδίες κράτησε μέχρι τα μέσα των 70΄s, όταν και ο ταλαντούχος δημιουργός το γύρισε στο… ρομάντζο, θέτοντας ως κεντρικό σημείο της πλοκής των έργων του τον έρωτα και τις σχέσεις, με το δικό του τρόπο φυσικά. Όχι πείτε μου, ποιος άλλος μπορούσε να δημιουργήσει μια τόσο… ανώμαλη ερωτική ιστορία, με έναν 40άρη (που τον υποδύεται ο ίδιος) να τα έχει με μια 17χρονη και να θέλει να την παρατήσει για τη σχεδόν συνομήλικη ερωμένη του κολλητού του; Συνήθως το αντίθετο γίνεται, έτσι δεν είναι; Η ταινία είναι μια ιδέα σκοτεινότερη και πιο δραματική απ΄ τον παρόμοιο – και άκρως επιτυχημένο – Νευρικό Εραστή (θυμηθείτε αν θέλετε και μια ανάλυσή μας για το συγκεκριμένο έργο), αν και ο τελευταίος έχει εμφανώς πιο συγκροτημένο σενάριο και λογικότερους χαρακτήρες (όσο λογικοί μπορεί να είναι, αφού τους έφτιαξε ο Γούντι Άλεν…). Η χημεία μεταξύ Allen και Keaton είναι εξαιρετική, ακριβώς όπως και στο προαναφερθέν φιλμ, με το οποίο το Μανχάταν έχει πάρα πολλά κοινά. Οι κουφοί διάλογοι, ακόμη κι όταν η κατάσταση δείχνει σοβαρότατη, κάνουν και πάλι την εμφάνισή τους, το χιούμορ υπάρχει όποτε χρειάζεται για να ελαφρύνει την κατάσταση, γενικώς η ώρα κυλάει ευχάριστα για το θεατή. Μέχρι εκεί βέβαια, κατά τ΄ άλλα ο Allen έχει γυρίσει και καλύτερα, και προσωπική μου άποψη είναι πως οι καθαρά ρομαντικές ταινίες δεν είναι το φόρτε του. Το φιλμ φυσικά είναι άρτια δομημένο και πολύ αξιόλογο, τυπικό δείγμα της δουλειάς του Γούντι στα τέλη των 70΄s και στις αρχές της επόμενης δεκαετίας.

Το Πορφυρό Ρόδο του Καϊρου (The Purple Rose of Cairo, 1985)

4_5s

220px-Rosa-purpura-do-cairo-poster02

Διάρκεια: 82΄
Είδος: Ρομαντική κομεντί, φαντασίας
Πρωταγωνιστούν: Mia Farrow, Jeff Daniels, Danny Aiello
Υπόθεση: Στο Νιου Τζέρσεϊ της δεκαετίας του 1930, ένας κινηματογραφικός χαρακτήρας «δραπετεύει» από τη μεγάλη οθόνη και «εισβάλλει» στην πραγματική ζωή.

Δε θα διαφωνήσω αν κάποιος μου πει ότι αυτή η ταινία δεν του αρέσει. Για την ακρίβεια, δεν υπάρχει πρακτικά κανένας λόγος να σ΄ αρέσει αυτή η ταινία εκτός αν αγαπάς τον κινηματογράφο, και πιστεύεις στη δύναμη που ασκεί στους ανθρώπους. Εντάξει, η απόδοση από τον Άλεν της αμερικανικής κοινωνίας του ΄30, αμέσως μετά το κραχ, είναι ενδιαφέρουσα, η ερμηνεία της – τότε μούσας του – Mia Farrow εξαιρετική, αλλά τίποτα δεν έχει αξία στην ταινία πέρα απ΄ το θέμα της. Αν δε μπορείς να ταυτιστείς με την αφελή και αδαή ηρωίδα που υποδύεται η Farrow και η οποία, μην έχοντας τίποτα να την κάνει να χαρεί στη ζωή της, γίνεται φανατική οπαδός του σινεμά, και συγκεκριμένα της ταινίας Το Πορφυρό Ρόδο του Καϊρου (δεν υπάρχει φυσικά αυτή η ταινία, αλλά από εκεί πήρε το όνομά της η πραγματική), μέχρι να δει τον ήρωα της – ψεύτικης – ταινίας να βγαίνει απ΄ την οθόνη και να της μιλάει, δε μπορείς να απολαύσεις αυτό το έργο. Όχι, δεν είμαι αθεράπευτα ρομαντικός, ούτε πιστεύω πως ό,τι συμβαίνει στις ταινίες μπορεί να συμβεί στ΄ αλήθεια, κάθε άλλο. Αυτή η ταινία όμως είναι μια κατάθεση ψυχής για κάθε άνθρωπο που έχει πάθος με την έβδομη τέχνη, που πιστεύει στη μαγεία της, στο πώς μπορεί να σε παρασύρει και να σε μεταφέρει – προσωρινά έστω, όπως συμβαίνει τελικά και στην ηρωίδα μας – σ΄ έναν κόσμο που, ενώ ουσιαστικά εμπνέεται απ΄ το δικό μας, τον πεζό και τετριμμένο, έχει μια απίστευτη δύναμη. Μερικές φορές, για να είσαι ευτυχισμένος, πρέπει να είσαι τόσο αφελής όσο η ηρωίδα του έργου, κι ας βλέπεις τη λογική να αντιτίθεται με τις πράξεις σου. Ακολούθησε το πάθος σου, μας λέει ο Άλεν με το απίστευτης δύναμης αυτό έργο. Αυτός, τουλάχιστον, το έκανε…

Το φινάλε της ταινίας, με την ηρωίδα να τα έχει χάσει όλα. Όλα; Όλα, εκτός από τη μεγάλη αγάπη της. Ικανό να λυγίσει και πέτρες (αρκεί να τους αρέσει ο κινηματογράφος!)

Όλοι Λένε Σ΄ Αγαπώ (Everyone Says I Love You, 1996)

3_5s

220px-Everyone_Says_I_Love_You_Poster

Διάρκεια: 101΄
Είδος: Μιούζικαλ, κωμωδία, ρομαντική
Πρωταγωνιστούν: Edward Norton, Drew Barrymore, Liv Tyler, Julia Roberts, Natalie Portman, Goldie Hawn, Tim Roth, Woody Allen
Υπόθεση: Παράλληλες ιστορίες εξελίσσονται στη Νέα Υόρκη, το Παρίσι και τη Βενετία με κεντρική αυτήν μιας Νεοϋορκέζας που προσπαθεί να προωθήσει το γάμο του πατέρα της με μια πολύ όμορφη γυναίκα, τη στιγμή που η ετεροθαλής αδερφή της αρραβωνιάζεται.

Τόσες ταινίες που έχει γυρίσει ο Άλεν, έχει δοκιμάσει τα πάντα. Γιατί να μη δοκιμάσει κι ένα μιούζικαλ (με ensemble cast αστέρων, εκ των οποίων οι περισσότεροι είχαν ελάχιστη εμπειρία στο χορό και το τραγούδι), κάτι μεταξύ ενός φόρου τιμής στα κλασικά μουσικοχορευτικά φιλμ με τους Fred Astaire και Ginger Rogers και μιας σάτιρας στις ίδιες ταινίες, με μεγάλη δόση αυτοσαρκασμού; Πρωτότυπο το πείραμα, που περιλάμβανε πολλά μεγάλα ονόματα (Norton, Barrymore, Roberts, Hawn και μια 15χρονη Portman) που, εκτός από το πρώτο μιούζικαλ του Άλεν, αποτέλεσε και μια απ΄ τις πρώτες ταινίες που ο ιδιοφυής δημιουργός αποδεικνύει την αγάπη του για την Ευρώπη και τις ιδιαίτερες ομορφιές πόλεων όπως το Παρίσι και η Βενετία (συν τη Νέα Υόρκη, φυσικά, αλλά αυτό το ξέραμε). Από κει και πέρα ο Άλεν γύρισε πολλές ταινίες στην Ευρώπη και έζησε στη Βαρκελώνη για αρκετά χρόνια. Φυσικά, από την ταινία δε λείπουν οι γνωστοί αλλοπρόσαλλοι διάλογοι, ιστορίες αγάπης δίχως λογική και αιτία, και μουσικοχορευτικά νούμερα όπου ο Άλεν με το καστ της ταινίας διακωμωδούν πάνω απ΄ όλα… τους εαυτούς τους. Σίγουρα όχι η καλύτερή του, αλλά αξιαγάπητη και πρωτότυπη, ειδικά σε μια δεκαετία όπου ο Άλεν δε γύρισε και τις μεγαλύτερες επιτυχίες…

Ένα από τα νούμερα που λέγαμε, με τη συμμετοχή και του ίδιου του Allen…

Match Point (2005)

3_5s

215px-MatchPointPoster

Διάρκεια: 124΄
Είδος: Ρομαντικό δράμα, θρίλερ
Πρωταγωνιστούν: Jonathan Rhys Meyers, Scarlett Johansson, Emily Mortimer, Matthew Goode, Brian Cox
Υπόθεση: Σε μια κρίσιμη καμπή της ζωής του, ένας πρώην τενίστας ερωτεύεται μια femme fatale, που διατηρεί δεσμό μ΄ έναν καλό του φίλου που πρόκειται να γίνει και κουνιάδος του.

Από το Όλοι Λένε Σ΄ Αγαπώ κι έπειτα, τα έργα του Άλεν άρχισαν να γίνονται μια ιδέα σκοτεινότερα, και καταφανώς πιο πικρά και απαισιόδοξα. Λίγοι όμως μπορούσαν να προβλέψουν πως αυτός ο άνθρωπος θα μπορούσε να γυρίσει ένα νεο-νουάρ με τα όλα του, και μάλιστα αυτό να αποτελέσει μια μεγάλη επιτυχία που θα αναγεννούσε την καριέρα του. Όλα τα στοιχεία του νουάρ υπάρχουν: ένας επιτυχημένος αλλά ανικανοποίητος άνδρας ερωτεύεται κόντρα σε κάθε λογική μια μοιραία γυναίκα κι όλα αρχίζουν να φαντάζουν ένα παράξενο όνειρο, με τον ίδιο να παρασύρεται σ΄ έναν σκοτεινό κόσμο που δεν απέχει και πολύ από το έγκλημα. Φυσικά, η ταινία δεν είναι τόσο απαισιόδοξη και φαταλιστική όσο ένα κλασικό νουάρ, είναι όμως όσο πιο κοντά στο συγκεκριμένο είδος μπορεί να φτάσει ο Άλεν. Τοποθετημένη, παραδόξως, στην Αγγλία, η ταινία αποτέλεσε την πρώτη μεγάλη επιτυχία του Άλεν μετά από χρόνια, καταξίωσε οριστικά τη νέα – και ακαταμάχητη – μούσα του, Σκάρλετ Γιόχανσον, και απέδειξε για άλλη μια φορά πως τούτος εδώ ο ταλαντούχος σκηνοθέτης, σεναριογράφος, παραγωγός και ενίοτε ηθοποιός μπορεί να δοκιμάσει τα πάντα, και να είναι και καλός. Η φήμη της ταινίας παραμένει σε υψηλά επίπεδα, και πράγματι το έργο είναι ένα εξαίρετο δείγμα σύγχρονου φιλμ νουάρ. Ναι, ο Άλεν το κατάφερε και αυτό…

Οι κανόνες του παιχνιδιού, όποιο κι αν είναι αυτό…

Μεσάνυχτα στο Παρίσι (Midnight in Paris, 2011)

4s

215px-Midnight_in_Paris_Poster

Διάρκεια: 94΄
Είδος: Ρομαντική κομεντί, φαντασίας
Πρωταγωνιστούν: Owen Wilson, Rachel McAdams, Kurt Fuller, Marion Cotillard, Carla Bruni
Υπόθεση: Ενώ βρίσκεται σε ταξίδι στο Παρίσι με την αρραβωνιαστικιά του, ένας σεναριογράφος, γεμάτος νοσταλγία, βλέπει τον εαυτό του να μεταφέρεται μυστηριωδώς στη δεκαετία του 1920 κάθε βράδυ τα μεσάνυχτα, και να επιστρέφει το επόμενο πρωί.

Στο Πορφυρό Ρόδο του Καϊρου, ο Άλεν ένωσε τον πραγματικό κόσμο με αυτόν της μεγάλης οθόνης. Εδώ ενώνει δύο (και προς το τέλος, και περισσότερους) πραγματικούς κόσμους μιας άλλης εποχής: το παρόν, στο οποίο ζει ο ήρωάς μας, και το ένδοξο, γι΄ αυτόν τουλάχιστον, παρελθόν. Στόχος του και στις δυο περιπτώσεις να καταδείξει την επιθυμία του ανθρώπου να ξεφύγει απ΄ την πεζή πραγματικότητα και να εισέλθει στον κόσμο που ο καθένας θεωρεί ιδανικό, είτε είναι οι ταινίες, είτε το Παρίσι του 1900 ή του 1920, είτε οτιδήποτε άλλο. Ο ήρωάς μας, τον οποίο κάλλιστα θα μπορούσε να υποδύεται ο Άλεν αν ήταν κάποια χρόνια νεότερος, είναι ένας συγγραφέας που φαίνεται ευτυχισμένος, με μια καλή αρραβωνιαστικιά και τα σχετικά, αλλά δεν είναι: την πραγματική ευτυχία τη βρίσκει όταν ταξιδεύει μ΄ ένα παράξενο ταξί στα Roaring Twenties, στην εποχή που το Παρίσι κοσμούσαν προσωπικότητες όπως ο Fitzgerald, o Picasso και ο Hemingway, τους οποίους και γνωρίζει. Στην πιο γλυκιά του ταινία εδώ και μια εικοσαετία (γενικότερα, μετά το Match Point το στιλ του Άλεν έχει γίνει πολύ πιο ανάλαφρο, με λίγες εξαιρέσεις), ο Άλεν μας δίνει και πάλι το μήνυμα πως όταν βρούμε κάτι που το αγαπάμε πραγματικά, πρέπει να το κυνηγάμε όσο παράλογο κι αν φαίνεται. Φυσικά δε μπορούμε να ταξιδέψουμε στο χρόνο, ούτε να περάσουμε στην οθόνη, μπορούμε όμως να προσεγγίζουμε τα όνειρα και τα πάθη μας μ΄ όποιον τρόπο μπορούμε, και όχι να τα καταπιέζουμε προκειμένου να είμαστε «συμβατοί» μ΄ αυτό που η κοινωνία θεωρεί σωστό. Συμφωνείτε ή όχι, η θέση αυτή του Άλεν έγινε η αφορμή για να γυρίσει ακόμη μια έξοχη ταινία (και να βραβευτεί ξανά με Όσκαρ Σεναρίου), και αυτό αρκεί. Και είναι ακόμη μόνο 80 ετών…

Πάρτε μια ιδέα από το πρωτοφανές ταξίδι του ήρωα στο παρελθόν.

Έχει κανένα σκοπό να αποσυρθεί ο Woody Allen; Φυσικά όχι! Η νέα του ταινία, με τίτλο Irrational Man και πρωταγωνιστές τους Χοακίν Φίνιξ και Έμα Στόουν (η τελευταία τείνει να εξελιχθεί σε νέα μούσα του, μετά και την περσινή Μαγεία στο Σεληνόφως) έκανε πρεμιέρα στις Κάννες, και αναμένεται μέσα στο καλοκαίρι να κυκλοφορήσει στις μεγαλύτερες αγορές. Ταυτόχρονα, ο Άλεν ετοιμάζει ακόμη μια ταινία που θα κυκλοφορήσει το 2016, ενώ γράφει και το σενάριο για μια τηλεοπτική σειρά που αναμένεται να ξεκινήσει την ίδια χρονιά! Να ΄ναι καλά ο άνθρωπος και θα τον… υποστούμε πολλά χρόνια ακόμη. Ήδη μας έχει χαρίσει αρκετές επιτυχίες, οπότε, για να κλείσουμε, πάρτε ένα Top 10 για να τον θυμάστε!

Μετά τους Αναλώσιμους (2010-14) και τις αρχικές ταινίες των Star Wars (1977-83), ακόμη μια τριλογία περνά από το μικροσκόπιο του Cinema Therapy. Πρόκειται για τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, που με τρεις back to back ταινίες (2001-2003), βασισμένες στα μυθιστορήματα του J.R.R. Tolkien σάρωσε τα ταμεία και τα Όσκαρ και άφησε εποχή όσο ελάχιστες ταινίες. One trilogy to rule them all!

Το άρθρο γράφτηκε πριν το θάνατο του μεγάλου Κρίστοφερ Λι, ενός εκ των πρωταγωνιστών της τριλογίας, αλλά το τραγικό αυτό γεγονός το καθιστά ακόμη πιο επίκαιρο.

LOTRΤα best sellers του Tolkien, που δημοσιεύτηκαν την περίοδο 1954-55, είχαν ήδη μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη (σε μια ταινία) το 1978, αλλά το έργο αυτό ουσιαστικά ανέμιξε τα τρία βιβλία προσπαθώντας να αφηγηθεί την ιστορία τους όσο πιο σύντομα γίνεται, παρά να αποδώσει το νόημα και τα γεγονότα όπως περιγράφονται εκεί. Αρκετοί κριτικοί και αναλυτές του σινεμά είχαν χαρακτηρίσει την τριλογία ως «αδύνατη να μεταφερθεί στο σινεμά», λόγω της πολυδιάστατης πλοκής της και των προχωρημένων τεχνολογικών μέσων που απαιτούσε η απόδοσή της. Με την έλευση του 21ου αιώνα, όμως, η κινηματογραφική τεχνολογία είχε προχωρήσει αρκετά και η (σχετικά μικρή, σε σύγκριση με τα μεγαθήρια) εταιρία New Line Cinema αποφάσισε να τολμήσει το μεγάλο εγχείρημα. Οι τρεις ταινίες γυρίστηκαν σε ελάχιστο διάστημα, σκηνοθετήθηκαν από τον ειδικό σε τέτοιες ταινίες Νεοζηλανδό Peter Jackson και με συμπαραγωγή από Νέα Ζηλανδία και Ηνωμένες Πολιτείες. Η διάρκεια και των τριών φιλμ πλησίαζε ή ξεπερνούσε τις 3 ώρες το καθένα, ενώ οι extended versions που κυκλοφορούν φτάνουν τις 4 ώρες. Οι ταινίες αγαπήθηκαν όσο λίγες, κερδίζοντας συνολικά 17 Όσκαρ (11 εκ των οποίων η τρίτη και τελευταία) και πάνω από 2 δισεκατομμύρια $ στο box office (!), ανεβάζοντας ταυτόχρονα και τις μετοχές των αντίστοιχων βιβλίων, καθώς και των υπολοίπων έργων του Tolkien, γεγονός που οδήγησε και στην αρκετά (αλλά όχι εξίσου) επιτυχημένη κινηματογραφική μεταφορά του Χόμπιτ (2012-14), ενός βιβλίου του Tolkien που μεταφέρθηκε σε τρία μέρη και λειτουργεί ως prequel του Άρχοντα. Σήμερα, γύρω από τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών έχει στηθεί μια ολόκληρη βιομηχανία που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, διαφημίσεις, στολές ηρώων, μινιατούρες και αφίσες. Ο Γκάνταλφ, ο Φρόντο, ο Σάουρον, ο Άραγκορν, ο Λέγκολας και η υπόλοιπη παρέα έχουν εισβάλλει για τα καλά στο δυτικό πολιτισμό, και αποτελούν κάτι πολύ περισσότερο από απλούς ήρωες μιας τριλογίας βιβλίων και ταινιών. Συνολικά, η φήμη του όλου κόνσεπτ που ονομάζεται Άρχοντας των Δαχτυλιδιών μπορεί να συγκριθεί μόνο με την αντίστοιχη του Πολέμου των Άστρων και του Χάρι Πότερ. Στις γραμμές που ακολουθούν, ωστόσο, θα ασχοληθούμε με το καθαρά κινηματογραφικό κομμάτι της υπόθεσης, αναλύοντας τα χαρακτηριστικά και τις επιδράσεις των τριών ταινιών που εξασφάλισαν από την πρώτη στιγμή ξεχωριστή θέση στην κινηματογραφική ιστορία…

"The one ring to rule them all". Το δαχτυλίδι-σύμβολο της σειράς.

«The one ring to rule them all». Το δαχτυλίδι-σύμβολο της σειράς.

Η Συντροφιά του Δαχτυλιδιού (The Fellowship of the Ring, 2001)

3_5s

220px-The_Fellowship_Of_The_Ring

Διάρκεια: 178΄
Είδος: Περιπέτεια φαντασίας
Σκηνοθεσία: Peter Jackson
Πρωταγωνιστούν: Elijah Wood, Ian McKellen, Andy Serkis, Orlando Bloom, Viggo Mortensen, Christopher Lee, Cate Blanchett
Υπόθεση: Ένα χόμπιτ από το Σάιρ ξεκινά μαζί με μια ομάδα 8 ετερόκλητων πλασμάτων ένα μακρύ και επικίνδυνο ταξίδι προς το βουνό Doom, όπου και πρέπει να καταστρέψουν το Ένα Δαχτυλίδι, μέσω του οποίου ο κακός Σάουρον απειλεί την ειρήνη στη Μέση Γη.

«Do not take me for some conjuror of cheap tricks», λέει στην αρχή της ταινίας ο σοφός μάγος Γκάνταλφ (McKellen) στον τότε κάτοχο του Δαχτυλιδιού Bilbo Baggins, και το ίδιο ουσιαστικά προσπαθεί να μας πει και ο σκηνοθέτης Peter Jackson παρουσιάζοντας την πρώτη ταινία της τριλογίας. Η ταινία αποτελεί ένα μακρύ τρίωρο ταξίδι… εισαγωγής στον κόσμο του Άρχοντα, προσπαθώντας να φέρει το κοινό σε επαφή με τους κεντρικούς χαρακτήρες, τον κόσμο (Μέση Γη) στον οποίο διαδραματίζεται, καθώς και τη φονική διαμάχη που έχει ξεσπάσει με αφορμή το παντοδύναμο δαχτυλίδι του Σάουρον, το οποίο διαφθείρει τους πάντες και τα πάντα. Αν ο Τόλκιν ζούσε, πιστεύω θα επικροτούσε και με το παραπάνω την πρώτη αυτή προσπάθεια, που ενώ στόχος της είναι απλώς να προϊδεάσει το κοινό για το τι θα ακολουθήσει, εισάγει ριζοσπαστικές καινοτομίες στον κόσμο του κινηματογράφου. Ποτέ ξανά δεν είχαμε δει τη (σχετικά νέα, τότε) χρήση του ηλεκτρονικού υπολογιστή και των εξελιγμένων ειδικών εφέ να γίνεται με τόσο εντυπωσιακό, πειστικό και ταιριαστό στις επιδιώξεις της ταινίας τρόπο, και δε θα ήταν υπερβολή να πούμε πως η ταινία – από καθαρά τεχνολογικής άποψης – δεν έχει αντίπαλο. Πολύ δράση και μάχες μην περιμένετε εδώ, είπαμε το φιλμ είναι εισαγωγικό. Τέσσερα Όσκαρ από 13 υποψηφιότητες, 871 εκατομμύρια $ στο box office και θέση ακόμη και σε επιφυλακτικές ως προς τέτοιες ταινίες λίστες, όπως αυτή του AFI το 2007. Για εισαγωγή, καλά είναι…

Μια από τις πιο συγκινητικές σκηνές του έργου…

Οι Δύο Πύργοι (The Two Towers, 2002)

3_5s

Lord_of_the_Rings_-_The_Two_Towers

Διάρκεια: 179΄
Είδος: Περιπέτεια φαντασίας
Σκηνοθεσία: Peter Jackson
Πρωταγωνιστούν: Elijah Wood, Ian McKellen, Andy Serkis, Orlando Bloom, Viggo Mortensen, Liv Tyler, Hugo Weaving
Υπόθεση: Τα δύο χόμπιτ, ο Φρόντο και ο Σαμ, προσπαθούν να καταστρέψουν το Δαχτυλίδι με τη βοήθεια (;) του διπρόσωπου Γκόλουμ, ενώ η υπόλοιπη Συντροφιά του Δαχτυλιδιού ανασυντάσσεται προκειμένου να αντιμετωπίσει τις ορδές της Isengard, καθοδηγούμενες από το σύμμαχο του Σάουρον, το μάγο Σάρουμαν.

Σ΄ αυτές τις τριλογίες, η δεύτερη ταινία είναι συνήθως η πιο φυσιολογική και αντιπροσωπευτική από τις τρεις. Ο λόγος είναι προφανής: δε χρειάζεται να «μυήσει» το κοινό στην ιστορία (όπως η πρώτη), ούτε να δώσει ένα τέλος και μια λύτρωση (όπως η τρίτη), είναι απλά ο συνδετικός κρίκος, συνεχίζει την ιστορία χωρίς να την ολοκληρώσει. Οι Δύο Πύργοι λοιπόν, απαλλαγμένοι από τις προαναφερθείσες υποχρεώσεις, περιέχουν πολλή δράση, όπως αναμενόταν, μάχες σώμα με σώμα με ξωτικά, νάνους, ανθρώπους, Ορκ και μάγους, εφέ που ζαλίζουν, αλλά και τις πιο… ήρεμες (αν και όχι ακίνδυνες) περιπέτειες των δυο Χόμπιτ που προσπαθούν να καταστρέψουν το Δαχτυλίδι και να δώσουν ένα τέλος στην αιματοχυσία. Καθώς οι ήρωές μας πλησιάζουν όλο και περισσότερο στο στόχο τους, η ταινία μας αποκαλύπτει σταδιακά περισσότερες πληροφορίες για τη ζωή, το έργο και το ποιόν των βασικότερων χαρακτήρων, αναλύοντας τις φιλοδοξίες, τα όνειρα και τις αδυναμίες τους. Και αυτό ήταν απαραίτητο, καθώς το κοινό θέλει να γνωρίζει ποιοι είναι αυτοί που βλέπει να πολεμούν επί (ακόμη) τρεις ώρες, ενώ χρειάζεται κι ένα διάλειμμα απ΄ τις μάχες και τους κινδύνους. Παρ΄ ότι και οι τρεις ταινίες είναι σχεδόν ισάξιες, τούτη εδώ είναι μάλλον λίγο κατώτερη από τις υπόλοιπες, όχι εξαιτίας κάποιου εμφανούς ελαττώματος, απλώς δε δείχνει τόσο εντυπωσιακή ή πρωτοποριακή. Δύο Όσκαρ (από έξι υποψηφιότητες) και ακόμη 926 εκατομμύρια στις τσέπες των παραγωγών. Και πάλι, είναι η κατώτερη…

Μια από τις ατάκες της τριλογίας που έμειναν στην ιστορία, ακούγεται και στις τρεις ταινίες, αλλά από τους Δύο Πύργους έχει επιλεγεί ως μια από τις 100 πιο διάσημες στην ιστορία του σινεμά. Όλοι την ξέρετε, νομίζω…

Η Επιστροφή του Βασιλιά (The Return of the King, 2003)

4s

Lord_of_the_Rings_-_The_Return_of_the_King

Διάρκεια: 201΄
Είδος: Περιπέτεια φαντασίας
Σκηνοθεσία: Peter Jackson
Πρωταγωνιστούν: Elijah Wood, Ian McKellen, Andy Serkis, Orlando Bloom, Viggo Mortensen, Liv Tyler, Hugo Weaving
Υπόθεση: Ο μάγος Γκάνταλφ και ο επίδοξος βασιλιάς των ανθρώπων Άραγκορν ενώνουν τις δυνάμεις τους εναντίον του Σάουρον, προκειμένου να εξασφαλίσουν στα δύο Χόμπιτ που προσπαθούν να καταστρέψουν το Δαχτυλίδι τον απαραίτητο χώρο και χρόνο για να πετύχουν.

Οι δυο πρώτες ταινίες ήταν απλώς δύο από τις καλύτερες ταινίες επιστημονικής φαντασίες όλων των εποχών. Η τρίτη, όμως, ξέφυγε κατά πολύ από τα όρια του είδους, και συχνά θεωρείται (μάλλον άδικα, κατά τη γνώμη μου) μια από τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών, συνολικά. Είναι σίγουρα η καλύτερη της τριλογίας, με εξαιρετική ισορροπία ανάμεσα στη δράση και τις μάχες, τη συγκίνηση και τη νοσταλγία, καθώς και την επίδειξη αξιών όπως η φιλία και η αλληλεγγύη. Οι ήρωές μας πια είναι τα «δικά μας παιδιά», τους ξέρουμε από την καλή και απ΄ την ανάποδη, και το έργο είναι πολύ πιο συναισθηματικό και συγκινητικό από μια απλή ταινία δράσης και φαντασίας. Τα ειδικά εφέ και οι σκηνές μάχης απλώς δε μπορούν να γίνουν καλύτερες, ο Jackson παραδίδει μαθήματα σκηνοθεσίας – τουλάχιστον για ταινίες τέτοιου είδους – και η ταινία είναι κάτι παραπάνω από αξιόλογη. Όλα καλά μέχρι εδώ, αλλά το να τη χαρακτηρίζουμε ως μια από τις καλύτερες όλων των εποχών μάλλον συνιστά αδικία προς πραγματικά αριστουργήματα του παγκόσμιου σινεμά, που επηρέασαν πολύ περισσότερο την τέχνη. Η ταινία κέρδισε τον αριθμό-ρεκόρ των 11 Όσκαρ (μόνο ο Μπεν Χουρ και ο Τιτανικός έχουν κερδίσει τόσα), αλλά όσο εντυπωσιακή και αξιόλογη είναι, άλλο τόσο είναι και υπερεκτιμημένη. Αυτό, φυσικά, δεν αφαιρεί τίποτα από τη μεγάλη αξία της και το εξαιρετικό τεχνολογικό της επίπεδο, απλώς το αναφέρω για να μη σχηματίσει κανείς λανθασμένη εντύπωση. Ένα ιδανικό φινάλε για μια τριλογία που άφησε εποχή με κάθε δυνατό – και αδύνατο – τρόπο.

Σε μια από τις πολλές επικές σκηνές του έργου, ο Άραγκορν τίθεται επικεφαλής μιας σφοδρής επίθεσης με σκοπό να… κλείσει το Μάτι του Σάουρον.

Αξίζει να αναφέρουμε πως, όπως και ο Πόλεμος των Άστρων και ο Χάρι Πότερ, έτσι και ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών διαθέτει τη δική του wikipedia! Και για το φινάλε, ένα εννιάλεπτο βίντεο, συνοδευόμενο από κατάλληλη μουσική, με διάφορες εντυπωσιακές σκηνές μάχης και από τις τρεις ταινίες. Ιδανικό για τους φίλους του είδους.

Το πιο «δικό μας» αφιέρωμα στη σύντομη ιστορία του Cinema Therapy φτάνει στο δεύτερο και τελευταίο μέρος του! Θέμα του, ακόμη έξι ελληνικές ταινίες (των τελευταίων 40 χρόνων, αυτή τη φορά) που έγραψαν τη δική τους ιστορία και ανέδειξαν τον ελληνικό κινηματογράφο εντός και εκτός συνόρων!

Ρόδα, Τσάντα και Κοπάνα (1982)

3s

Ροδα τσαντα και κοπανα

Είδος: Κωμωδία
Διάρκεια: 93΄
Σκηνοθεσία: Όμηρος Ευστρατιάδης
Πρωταγωνιστούν: Σταμάτης Γαρδέλης, Στιβ Ντούζος, Μίμης Φωτόπουλος, Νίκος Ρίζος, Βίνα Ασίκη
Υπόθεση: Ο Λυκειάρχης και οι καθηγητές ενός ιδιωτικού σχολείου προσπαθούν να χαλιναγωγήσει μία ομάδα ατίθασων μαθητών που πηγαίνουν στο σχολείο μόνο για πλάκα.

Μια στιγμή… Τι δουλειά έχει τούτη δω η σαχλή, αν και ευχάριστη, φαρσοκωμωδία μπροστά στα «διαμάντια» του σινεμά που παρουσιάζουμε σ΄ αυτό το αφιέρωμα; Δυστυχώς ή ευτυχώς, μεγάλη, καθώς αντιπροσωπεύει ένα τεράστιο πλήθος ταινιών που σημάδεψαν μια ολόκληρη εποχή: τα 80΄s. Μια ολόκληρη γενιά μεγάλωσε με τις αθυροστομίες, το κάφρικο χιούμορ και την… ποζεριά της εποχής από νέους ηθοποιούς όπως ο Στάθης Ψάλτης, ο Σταμάτης Γαρδέλης και ο Σωτήρης Μουστάκας. Ατάλαντοι δεν ήταν οι συγκεκριμένοι άνθρωποι, γεγονός που αποδεικνύεται εύκολα αν σκεφτούμε πως όποτε βρήκαν την ευκαιρία (ένα καλό σενάριο στα χέρια τους, με λίγα λόγια) κατάφεραν να προκαλέσουν αρκετό γέλιο. Η πλειοψηφία των βιντεοταινιών αυτών, στις οποίες συχνά συμμετείχαν και – γερασμένοι πια – ηθοποιοί της Χρυσής Εποχής – είναι τόσο κρύες και χυδαίες που απλά δε βλέπονται, αλλά μερικές έχουν την πλάκα τους, και μια απ΄ αυτές είναι αυτή που παρουσιάζουμε. Η πετυχημένη μίξη παλιών και νέων αστεριών, η αντιγραφή αστείων και γκαγκ από αντίστοιχες αμερικανικές και βρετανικές κωμωδίες (Porky’s, Benny Hill Show), μαζί μ΄ ένα σενάριο τυπικό της εποχής του, δημιουργούν μια ταινία που και ευχάριστα βλέπεται, για όποιον δεν προσβάλλεται από το κάπως ακραίο χιούμορ της, και σημαντική θέση κατέχει στην ιστορία του ελληνικού σινεμά, καθώς αποτελεί έναν από τους «βασιλιάδες» της περίφημης βιντεοκωμωδίας των 80΄s.

Ένα τυπικό παράδειγμα για το χιούμορ της ταινίας…

Λούφα και Παραλλαγή (1984)

4s

Loafing_and_camouflage

Είδος: Κωμωδία
Διάρκεια: 99΄
Σκηνοθεσία: Νίκος Περάκης
Πρωταγωνιστούν: Νίκος Καλογερόπουλος, Γιώργος Κιμούλης, Τάκης Σπυριδάκης, Σταύρος Ξενίδης, Γιάννης Χατζηγιάννης
Υπόθεση: Οι περιπέτειες μιας ομάδας φαντάρων που υπηρετούν τη θητεία τους στην τηλεόραση των Ενόπλων Δυνάμεων, ακριβώς πριν και κατά τη διάρκεια της Χούντας.

Ακόμη μια κωμωδία των 80΄s, με τελείως διαφορετικό στιλ, ωστόσο, και εμφανώς μεγαλύτερη αξία από την προηγούμενη. Το χιούμορ εδώ δεν είναι κάφρικο και χυδαίο (τουλάχιστον όχι πολύ), αλλά καυστικό, αιχμηρό και εμφανώς πολιτικό. Ο σκηνοθέτης του έργου Νίκος Περάκης δημιούργησε μια ολόκληρη σχολή για κωμωδίες που εξακολουθεί να παράγει επιτυχίες (και αποτυχίες) μέχρι σήμερα, με βασικούς εκφραστές τον ίδιο (Άρπα Κόλλα, Βίος και Πολιτεία, καθώς και τα δύο σίκουελ της ταινίας που παρουσιάζουμε) και το συγγραφικό δίδυμο των Ρέππα-Παπαθανασίου (Το Κλάμα Βγήκε απ΄ τον Παράδεισο, Safe Sex, Αυστηρώς Κατάλληλο). Μια απλοϊκή αλλά πανέξυπνη κωμωδία, που στηριγμένη στην απλή φόρμα της, τη σάτιρα και τους παράλογους διάλογους, έγινε μια από τις μεγαλύτερες εμπορικές – και όχι μόνο – επιτυχίες του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου. Κάθε κωμωδία του είδους (και πιστέψτε με, είναι πολλές) που γυρίστηκε από κει κι έπειτα έχει δανειστεί, συνειδητά ή ασυνείδητα, στοιχεία από το ευφυές τούτο έργο του Περάκη. Εκτός των άλλων, η ταινία είναι ένα σπάνιο παράδειγμα σάτιρας και διακωμώδησης από εμάς τους Έλληνες της ίδιας μας της ιστορίας, και συγκεκριμένα μιας απ΄ τις πιο σκοτεινές περιόδους της, της επταετούς δικτατορίας του 1967-1974. Εκτός από χιούμορ, δηλαδή, ο Περάκης παραδίδει, με το δικό του αιχμηρό τρόπο, και μαθήματα δημοκρατίας. Τι άλλο θέλετε;

«Ο πατέρας μου έχει ζώα, κύριε Λοχαγέ…». Μια από τις πιο χαρακτηριστικές φράσεις στη σύγχρονη ιστορία της ελληνικής κωμωδίας, και η αποστομωτική απάντηση.

Το Βλέμμα του Οδυσσέα (1995)
Μεγάλο Βραβείο Κριτικής Επιτροπής, Φεστιβάλ Καννών, 1995

3s

Βλεμμα Οδυσσεα

Είδος: Δράμα
Διάρκεια: 176΄
Σκηνοθεσία: Θεόδωρος Αγγελόπουλος
Πρωταγωνιστούν: Harvey Keitel, Maia Morgensten, Γιώργος Μιχαλακόπουλος, Θανάσης Βέγγος
Υπόθεση: Ένας Έλληνας σκηνοθέτης που ζει στις Ηνωμένες Πολιτείες επιστρέφει στα μέρη του για να εντοπίσει τρεις χαμένες μπομπίνες φιλμ από τις αρχές του 20ού αιώνα.

Από τις κάφρικες κωμωδίες και το αιχμηρό χιούμορ περνάμε κάπως απότομα στη «βαριά κουλτούρα», που ακούει στο όνομα Θεόδωρος Αγγελόπουλος. Ίσως ο πιο γνωστός στο εξωτερικό Έλληνας σκηνοθέτης, που ακολούθησε πιστά τα βήματα μεγάλων Ευρωπαίων και άλλων δημιουργών όπως ο Γάλλος Jean Renoir, οι Ιταλοί Roberto Rossellini και Federico Fellini και, κυρίως, ο Ιάπωνος Ακίρα Κουροσάβα, κάτι που δικαιολογεί και το γεγονός πως οι ταινίες του είναι πολύ δημοφιλείς στη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου. Στο Βλέμμα του Οδυσσέα, μια χαρακτηριστικά αργή και πρωτοποριακή ταινία του μεγάλου δημιουργού, ο Αγγελόπουλος κατάφερε να εξασφαλίσει τις υπηρεσίες του Harvey Keitel, ενός ηθοποιού που μόλις είχε πρωταγωνιστήσει (ως ο φοβερός και τρομερός Γουλφ) σε μια ταινία όπως το Pulp Fiction, καθώς και του τιτάνα του ελληνικού σινεμά Θανάση Βέγγου. Η παρουσία τέτοιων ηθοποιών ανέβασε αμέσως το επίπεδο του φιλμ, που αποτελεί έναν ύμνο στα Βαλκάνια και την ομορφιά τους, καθώς και στα πρώτα «τυφλά» βήματα του κινηματογράφου στις αρχές του περασμένου αιώνα. Το να αντέξεις για 3 ώρες να παρακολουθήσεις την ταινία χωρίς να… χασμουρηθείς, απαιτεί πραγματικά μεγάλη προσπάθεια. Αυτό δε σημαίνει πως το έργο, όπως και όλες οι ταινίες του Αγγελόπουλου, δεν έχει τεράστια ιστορική αξία και, με επιτυχίες όπως το βραβείο που απέσπασε στις Κάννες, δεν τιμά τον ελληνικό κινηματογράφο. Τουλάχιστον, σε αντίθεση με πιο πρόσφατους σκηνοθέτες που προσπαθούν να τον μιμηθούν, και για τους οποίους θα μιλήσουμε λίγο αργότερα, ο αείμνηστος Αγγελόπουλος είχε αρκετό ταλέντο, ποιότητα και αγάπη για την τέχνη που υπηρετούσε.

«Ξέρεις κάτι; Η Ελλάδα πεθαίνει. Πεθαίνουμε σα λαός. Κάναμε τον κύκλο μας, δεν ξέρω πόσες χιλιάδες χρόνια, ανάμεσα σε σπασμένες πέτρες και αγάλματα. Και πεθαίνουμε…. Αλλά αν είναι να πεθάνει η Ελλάδα, να πεθάνει γρήγορα. Γιατί η αγωνία κρατάει πολύ και κάνει πολύ θόρυβο…». Και μόνο αυτή η ατάκα, διά στόματος του μεγάλου Θανάση Βέγγου, προσδίδει ξεχωριστή αξία στο έργο.

Πολίτικη Κουζίνα (2003)

4s

Politikikouzina1

Είδος: Δράμα, κωμωδία, ιστορική
Διάρκεια: 108΄
Σκηνοθεσία: Τάσος Μπουλμέτης
Πρωταγωνιστούν: Γιώργος Χωραφάς, Ιεροκλής Μιχαηλίδης, Ρένια Λουιζίδου, Στέλιος Μάινας
Υπόθεση: Ένας καθηγητής αστροφυσικής ταξιδεύει από την Αθήνα στη γενέτειρά του, Κωνσταντινούπολη, για να συναντήσει τον παππού του, τον οποίο έχει να δει από την παιδική του ηλικία. Οι αναμνήσεις από τις πρώτες εμπειρίες του εκεί δε θα αργήσουν να τον πλημμυρίσουν.

Στη γενική μιζέρια που έχει κατακλύσει το ελληνικό σινεμά τον 21ο αιώνα, που και που ξεπροβάλλουν κάτι τέτοιες πραγματικά όμορφες ταινίες και σε γεμίζουν ελπίδα. Το βιωματικό έργο του Κωνσταντινουπολίτη Τάσου Μπουλμέτη είναι ένας εξαιρετικός συνδυασμός δράματος και κωμωδίας, με ιστορικές αναφορές για την παραδοσιακή ελληνική κοινωνία και τις ασταθείς ελληνοτουρκικές σχέσεις, εμπλουτισμένο φυσικά με τα… μπαχαρικά της πολίτικης κουζίνας και την εξαίσια μουσική της Ευανθίας Ρεμπούτσικα. Πρωτοκλασάτοι ηθοποιοί, έξυπνη σκηνοθεσία και, φυσικά, ένα σενάριο που γεμίζει τον (Έλληνα) θεατή με νοσταλγία, συγκίνηση και τον αφήνει μ΄ ένα μεγάλο χαμόγελο στο τέλος. Η λέξη πολίτικη γράφεται με κεφαλαία γράμματα στον τίτλο της ταινίας, ώστε να μπορεί να παρερμηνευθεί και ως πολιτική, καθώς η τελευταία διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στα γεγονότα της ταινίας. Μια γλυκόπικρη αλλά τελικά αισιόδοξη ταινία, σημείωσε εισπρακτική επιτυχία, απέσπασε 8 βραβεία στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και αποτέλεσε την ελληνική επιλογή για το Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας, χωρίς, δυστυχώς, να προταθεί. Αριστούργημα δεν είναι, είναι όμως χωρίς αμφιβολία μια «όαση» στην «έρημο» που διανύει ο ελληνικός κινηματογράφος τα τελευταία χρόνια. Η συχνή προβολή της στην τηλεόραση ενισχύει τη φήμη και τη δημοτικότητά της, που όσο υπάρχουν Έλληνες, θα παραμένει σε υψηλά επίπεδα.

Ένα μικρό δείγμα της εξαιρετικής ποιότητας της μουσικής επένδυσης της ταινίας, με την υπογραφή της Ευανθίας Ρεμπούτσικα.

Νύφες (2004)

3s

150px-Nyfes

Είδος: Δράμα εποχής
Διάρκεια: 135΄
Σκηνοθεσία: Παντελής Βούλγαρης
Πρωταγωνιστούν: Damien Lewis, Βικτώρια Χαραλαμπίδου, Andrea Ferrol, Εύη Σαουλίδου
Υπόθεση: Το ταξίδι 700 γυναικών, Ελληνίδων, Τουρκάλων, Ρωσίδων, από την Κωνσταντινούπολη προς τη Νέα Υόρκη, όπου θα συναντήσουν τους άντρες που πρόκειται να παντρευτούν, και ο έρωτας μεταξύ μίας από αυτές τις γυναίκες και ενός αμερικανού φωτογράφου.

Ένα χρόνο μετά την Πολίτικη Κουζίνα, ο αναγνωρισμένος – εντός και εκτός συνόρων – σκηνοθέτης Παντελής Βούλγαρης (Ψυχή Βαθιά, Μικρά Αγγλία) προσπάθησε να εκμεταλλευτεί το θετικό για τον ελληνικό κινηματογράφο μομέντουμ και να δημιουργήσει μια ανάλογη επιτυχία, βασισμένη στην ελληνική ιστορία και τη σχέση της με τον παγκόσμιο πολιτισμό. Η ταινία του βέβαια ήταν πολύ πιο «βαριά» και απαισιόδοξη (όπως όλες οι δικές του) από αυτήν του Τάσου Μπουλμέτη, και είναι σαφές πως ο Βούλγαρης ακολουθεί σε αρκετά σημεία το δρόμο που χάραξε ο Αγγελόπουλος (αργή πλοκή, λεπτομερής ανάλυση των χαρακτήρων, ένα (υπερατλαντικό στην περίπτωσή μας) ταξίδι ως μέσο αφήγησης). Ο Βούλγαρης πέτυχε το «κόλπο γκρόσο» εξασφαλίζοντας την παρουσία του μεγάλου Μάρτιν Σκορτσέζε στην επιμέλεια της παραγωγής, χρησιμοποίησε γνωστούς ηθοποιούς αλλά όχι μεγάλα ονόματα, και ήλπιζε να δημιουργήσει μια μεγάλη ταινία. Το έργο του τελικά κρίθηκε (και είναι) αρκετά αξιόλογο, σημειώνοντας εισπρακτική επιτυχία και αποσπώντας θετικές κριτικές για την ηθογραφία των χαρακτήρων και το νοσταλγικό στιλ του Βούλγαρη. Φάνηκε, όμως, ταυτόχρονα, πως δεν αξιοποίησε πλήρως τις δυνατότητές του, καθώς κουράζει σε πολλά σημεία του το θεατή και αδυνατεί συχνά να διατηρήσει μια συνοχή στην πλοκή του, προσπαθώντας να αφηγηθεί ταυτόχρονα πολλές διαφορετικές ιστορίες (ο έρωτας των δύο ετερόκλητων κεντρικών χαρακτήρων, οι Ρωσίδες που πιστεύουν ότι ταξιδεύουν για να παντρευτούν ενώ στην πραγματικότητα θα οδηγηθούν στην πορνεία, τα όνειρα και οι ελπίδες που έχουν οι νύφες για τους άγνωστους γαμπρούς τους). Μια ταινία που καταδεικνύει εύστοχα τη θέση της γυναίκας στην ανατολική Ευρώπη της δεκαετίας του ΄20, καθώς και το «αμερικανικό όνειρο» που έδινε ελπίδα σε όποιον περνούσε τον Ατλαντικό. Αξιοπρεπής η προσπάθεια του Βούλγαρη, ενδεικτικό δείγμα του ταλέντου του αλλά, όπως και στα υπόλοιπα έργα του, μάλλον μπορούσε και καλύτερα…

Κυνόδοντας (2009)
Υποψήφιο για Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας, 2010

250px-Dogtooth

Είδος: Δράμα
Διάρκεια: 94΄
Σκηνοθεσία: Γιώργος Λάνθιμος
Πρωταγωνιστούν: Χρήστος Στέργιογλου, Μισέλ Βάλεϊ, Αγγελική Παπούλια, Χρήστος Πασσαλής
Υπόθεση: Τρεις έφηβοι ζουν απομονωμένοι και κλεισμένοι στο σπίτι τους, επειδή οι υπερπροστατευτικοί, ψυχοπαθείς γονείς τους πιστεύουν ότι πρέπει να βγουν έξω μόνο όταν τους πέσει ο κυνόδοντας…

Αν ζούσαμε σ΄ έναν λογικό κόσμο, η ταινία αυτή, στο παρόν blog τουλάχιστον, θα μπορούσε να βρίσκεται μόνο σ΄ ένα αφιέρωμα, κι αυτό θα ήταν «οι χειρότερες ταινίες όλων των εποχών». Για λόγους που δε γνωρίζω όμως, τούτη η… προσβολή της τέχνης του Γιώργου Λάνθιμου βραβεύτηκε πολλάκις εντός και εκτός συνόρων, κι έφτασε να είναι υποψήφια για Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας! Γιατί ρε παιδιά; Χάθηκαν οι ταινίες; Τι σας άρεσε δηλαδή; Το σενάριο, που θέλει έναν πατέρα να κλείνει τα παιδιά του στο σπίτι, να τους λέει ότι οι γάτες είναι τέρατα και δεν ξέρω εγώ τι άλλο, να τα βασανίζει και να τους κάνει να θέτουν σκοπό της ζωής τους… να τους πέσει ο κυνόδοντας; Τη σκηνοθεσία του Λάνθιμου, που ακόμη και οι πιο εκκεντρικοί Δανοί σκηνοθέτες (Thomas Vinterberg, Lars von Trier), που προσπαθούν έτσι ώστε τα έργα τους να φαίνονται ερασιτεχνικά γυρισμένα, δε θα μπορούσαν να προσεγγίσουν σε ατέλεια και (με την κακή έννοια) απλοϊκότητα; Τις ερμηνείες δε θα τις κρίνω καν, τι να κάνουν οι καημένοι οι ηθοποιοί με τις ανωμαλίες που τους υποχρεώνει να ερμηνεύσουν ο σκηνοθέτης… Η επιτυχία της ταινίας βασίζεται, θεωρητικά, στο γεγονός ότι προσεγγίζει στο στιλ πρωτοποριακούς avant-garde σκηνοθέτες όπως ο Αγγελόπουλος, οι Δανοί που αναφέραμε πριν ή ο Πολωνός Krzysztof Kieslowski. Αυτοί, ωστόσο, ποτέ δεν έφτασαν σε τέτοια όρια διαστροφής και ανωμαλίας (ακόμη και οι ταινίες του Τρίερ φαντάζουν φυσιολογικές μπροστά σε τούτο δω), ενώ κατέχουν και μια αδιαμφισβήτητη ποιότητα στην παραγωγή και υλοποίηση των έργων τους. Μπορεί να μη σ΄ αρέσουν δηλαδή (ή και να σ΄ αρέσουν, βέβαια), αλλά τουλάχιστον παραδέχεσαι την προσπάθεια! Εδώ, όλα μοιάζουν ένα σκηνικό αηδίας, αποστροφής και αποκρουστικότητας. Γούστα είναι αυτά, το ξέρω, αλλά η ταινία αποτελεί μια προσβολή στην ανθρώπινη νοημοσύνη, και ο μόνος λόγος που βρίσκεται στη λίστα είναι πως με τις απροσδόκητες επιτυχίες της αναδείχθηκε σε μια απ΄ τις πιο σημαντικές ελληνικές ταινίες των τελευταίων ετών. Τώρα γιατί και πώς, ένας Θεός ξέρει…

Y.Γ. Αν παραξενευτήκατε που δεν είδατε αστέρια στην παρουσίαση της ταινίας, υπήρχε λόγος…

Πάρτε μια γεύση… παράνοιας, στο βίντεο που ακολουθεί

Επειδή θα ήταν άδικο προς τον ελληνικό κινηματογράφο να κλείσουμε μ΄ αυτό το μάλλον αχαρακτήριστο έργο, ορίστε μερικά «honorable mentions».

Ο Μεθύστακας (1950) του Γιώργου Τζαβέλλα
Ποτέ την Κυριακή (1960) του Ζυλ Ντασέν (Όσκαρ Τραγουδιού, 1960)
Τα Κόκκινα Φανάρια (1963) του Βασίλη Γεωργιάδη (υποψήφια για Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας, 1964)
Της Κακομοίρας (1963) (γνωστή και ως Ο Μπακαλόγατος) του Ντίνου Κατσουρίδη
Λόλα (1964) του Ντίνου Δημόπουλου (είναι πολλά τα λεφτά, Άρη)
Ο Μελισσοκόμος (1986) του Θεόδωρου Αγγελόπουλου
Το Κλάμα Βγήκε απ΄ τον Παράδεισο (2001) των Μιχάλη Ρέππα – Θανάση Παπαθανασίου
Ελ Γκρέκο (2007) του Γιάννη Σμαραγδή
Ψυχή Βαθιά (2009) του Παντελή Βούλγαρη

Και για το τέλος, ένα βίντεο με αξέχαστες (κωμικές, κυρίως) ατάκες από τον ελληνικό κινηματογράφο που αγαπήσαμε και αγαπάμε, με την ελπίδα πως θα ανθήσει κι άλλο και θα συνεχίσει να μας κάνει περήφανους εντός και εκτός συνόρων! :)

Ώρα για Ελλάδα! Καλοκαίρι, ήλιος, θάλασσα, οικονομική κρίση και ελληνικός κινηματογράφος! Αρκετά μεγάλη η συμβολή του στην παγκόσμια κινηματογραφική σκηνή, 12 ιστορικές ελληνικές ταινίες εξετάζουμε στο μεγάλο αφιέρωμα αυτό!

ellinikos-kinhmatografos

Ο Ελληνικός κινηματογράφος έκανε τα πρώτα του βήματα στις αρχές του 20ού αιώνα. Ο ήχος έκανε την πρώτη του εμφάνιση το 1930 (τρία χρόνια μετά την πρώτη ομιλούσα ταινία παγκοσμίως), και ένα χρόνο αργότερα γυρίστηκε η πρώτη σημαντική ελληνική ταινία: Δάφνις και Χλόη του Ορέστη Λάσκου. Το 1940 τα ελληνικά στούντιο εξοπλίστηκαν επιτέλους πλήρως με τα μηχανήματα τελευταίας τεχνολογίας και μπορούσαν να γυριστούν ομιλούσες ταινίες κατά κόρον, όμως η παραγωγή πήγε πίσω από τη γερμανική κατοχή και τον εμφύλιο που ακολούθησε. Από τη λήξη του εμφυλίου μέχρι και το τέλος της δικτατορίας (1974) ο ελληνικός κινηματογράφος αναπτύχθηκε όσο ποτέ, και τα χρόνια αυτά αποτέλεσαν ασφαλώς τη «Χρυσή Εποχή» του ελληνικού κινηματογράφου. Το απόγειο της εποχής αυτής ήταν η δεκαετία του 1960, όταν και γυρίζονταν 100-120 ταινίες τη χρονιά, ενώ αναδείχθηκαν αρκετοί ηθοποιοί-αστέρες της κωμωδίας (Θανάσης Βέγγος, Λάμπρος Κωνσταντάρας, Κώστας Βουτσάς, Κώστας Χατζηχρήστος κ.λ.π.), του δράματος (Νίκος Κούρκουλος, Νίκος Ξανθόπουλος) και… αστέρες γενικότερα (Βουγιουκλάκη-Παπαμιχαήλ). Ο ελληνικός κινηματογράφος εκείνης της εποχής ακολούθησε στους περισσότερους τομείς τα πρότυπα του ευρωπαϊκού κινηματογράφου (κυρίως του γαλλικού και του ιταλικού), παρά του Χόλιγουντ, γι΄ αυτό και η χρυσή εποχή του άρχισε και τελείωσε μαζί με την αντίστοιχη του ευρωπαϊκού σινεμά. Από τη δεκαετία του ΄70 και μετά ο ελληνικός κινηματογράφος δεν κατάφερε ποτέ να ξαναπιάσει τα επίπεδα της χρυσής εποχής, αν και ανέδειξε αρκετούς «εναλλακτικούς» σκηνοθέτες όπως ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος, ο Παντελής Βούλγαρης και, πιο πρόσφατα, ο αμφιλεγόμενος Γιώργος Λάνθιμος. Η ελληνική κωμωδία στα 80΄s και στα 90΄s περιορίστηκε σε σαχλο-βιντεοκωμωδίες, συνήθως χυδαίες, αν και στα πρώτα χρόνια του 21ου αιώνα υπήρξε μια μικρή αναγέννηση, κυρίως χάρη στο καυστικό χιούμορ του διδύμου Ρέππα-Παπαθανασίου. Στην εποχή που διανύουμε ο ελληνικός κινηματογράφος διέρχεται κρίση, καθώς τα χρήματα είναι λίγα και η τηλεόραση (εδώ και χρόνια) βασικός ανταγωνιστής. Παρ΄ όλα αυτά, όταν υπάρχει όρεξη για δουλειά, μια στοιχειώδης χρηματοδότηση και λίγη τύχη, το κοινό είναι έτοιμο να «αγκαλιάσει» μια ποιοτική ελληνική ταινία. Και πώς να μην το κάνει, όταν το ελληνικό σινεμά κουβαλά στις πλάτες του αυτή τη λαμπρή ιστορία, με τις τόσες μεγάλες και ιστορικές ταινίες. Δώδεκα θα αναλύσουμε εδώ, τις οποίες θεωρήσαμε χαρακτηριστικές (δεν είναι απαραίτητα μεγάλες ταινίες), αλλά υπάρχουν πολύ περισσότερες…

Η Κάλπικη Λίρα (1955)

4_5s

235px-Wiki_cinema_kalpiki

Είδος: Δραματική κωμωδία, σπονδυλωτή
Διάρκεια: 127΄
Σκηνοθεσία: Γιώργος Τζαβέλλας
Πρωταγωνιστούν: Βασίλης Λογοθετίδης, Ίλια Λιβυκού, Μίμης Φωτόπουλος, Ορέστης Μακρής, Έλλη Λαμπέτη, Δημήτρης Χορν
Υπόθεση: Μια σκιαγράφηση της ελληνικής κοινωνίας των 50΄s, μέσα από την ιστορία μιας κάλπικης λίρας που αλλάζει διαρκώς χέρια.

Η ιστορική αξία αυτής της ταινίας είναι ανυπολόγιστη. Αποτελεί την πρώτη ελληνική ταινία που φτάνει σε όλους τους τομείς στο επίπεδο των μεγάλων αμερικανικών και ευρωπαϊκών παραγωγών, την πρώτη πετυχημένη σπονδυλωτή ταινία, και μια ταινία που ανέδειξε τις δυνατότητες ενός μεγάλου σκηνοθέτη (Τζαβέλλας), ενός καστ που αποτελούνταν από την… Εθνική Ελλάδας της υποκριτικής (Λογοθετίδης, Φωτόπουλος, Μακρής, Λαμπέτη, Χορν και πολλά άλλα αστέρια) και του ελληνικού σινεμά γενικότερα, παρά τα φτωχά μέσα και τους περιορισμούς της εποχής. 60 χρόνια μετά την πρώτη προβολή της η ταινία παραμένει μια δηκτική ηθογραφία της αστικής ελληνικής κοινωνίας της εποχής, στα πρότυπα του ιταλικού νεορεαλισμού και του αμερικανικού φιλμ νουάρ. Χιούμορ, άλλοτε ευχάριστο άλλοτε πικρό και καυστικό, συγκίνηση, νοσταλγία, αθωότητα, έρωτας, ακόμη και λίγη περιπέτεια συνθέτουν ένα μοναδικό αριστούργημα. Η λίρα μπορεί να ήταν κάλπικη, η ταινία, όμως, και το κύμα επιτυχημένων ταινιών που ακολούθησε, είναι από χρυσάφι, ατόφιο χρυσάφι…

Μια από τις πολλές επικές σκηνές της ταινίας…

Στέλλα (1955)

3,5 Stars

230px-1383

Είδος: Δράμα
Διάρκεια: 90΄
Σκηνοθεσία: Μιχάλης Κακογιάννης
Πρωταγωνιστούν: Μελίνα Μερκούρη, Γιώργος Φούντας, Αλέκος Αλεξανδράκης, Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, Τασσώ Καββαδία
Υπόθεση: Η Στέλλα (Μερκούρη), τραγουδίστρια σε νυχτερινό κέντρο, δυσκολεύεται να βάλει σε τάξη τη ζωή της και να αποφασίσει αν θα διαλέξει τον έρωτα ή την ελευθερία της.

Την ίδια χρονιά με την Κάλπικη Λίρα κυκλοφόρησε και η Στέλλα, η ταινία που ανέδειξε τη Μελίνα Μερκούρη και έγινε ευρέως γνωστή και πέρα από τα ελληνικά σύνορα. Βασισμένη στο θεατρικό του Ιάκωβου Καμπανέλλη η ταινία του Κακογιάννη είναι βαθύτατα επηρεασμένη από το αμερικανικό μελόδραμα και το φιλμ νουάρ, με τη Μελίνα Μερκούρη να προβάλλει ως το πρότυπο της απελευθερωμένης μεταπολεμικής γυναίκας, σε μια εποχή που το πρότυπο αυτό έμοιαζε τουλάχιστον παράξενο στη χώρα μας, και δεν υστερεί σε τίποτα σε σχέση με μια (αντι)ηρωίδα αντίστοιχης αμερικανικής (ή και ευρωπαϊκής) παραγωγής. Στο κοινό του 2015 το έργο μοιάζει ελαφρώς κουραστικό και τα διλήμματά του ξεπερασμένα, αλλά η αξία του παραμένει μεγάλη. Είναι από τις πρώτες ελληνικές ταινίες που προβλήθηκαν κι έγιναν γνωστές στο εξωτερικό, βοήθησε στην ανάδειξη της Μερκούρη, μιας γυναίκας που πολύ περισσότερο από καλή ηθοποιός ήταν πραγματική προστάτιδα του πολιτισμού και έδειξε ξανά πως ο ελληνικός κινηματογράφος δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τα μεγάλα στούντιο της Αμερικής και της Ευρώπης, όταν υπάρχει όρεξη για δουλειά και πολύ ταλέντο.

«Φύγε, Στέλλα, κρατάω μαχαίρι». Μια φράση που έχει χαραχθεί ανεξίτηλα στην ιστορία του ελληνικού πολιτισμού, όλη δική σας.

Η Αλίκη στο Ναυτικό (1961)

3s

cl_111

Είδος: Ρομαντική κωμωδία, μιούζικαλ
Διάρκεια: 90΄
Σκηνοθεσία: Αλέκος Σακελλάριος
Πρωταγωνιστούν: Αλίκη Βουγιουκλάκη, Δημήτρης Παπαμιχαήλ, Λάμπρος Κωνσταντάρας, Γιάννης Μαλούχος, Γιάννης Γκιωνάκης
Υπόθεση: Η κόρη ενός διοικητή μιας σχολής Ναυτικών Δοκίμων τρυπώνει παράνομα στο πλοίο που μεταφέρει τον πατέρα της και αρκετούς δόκιμους προκειμένου να συναντήσει έναν απ΄ αυτούς, τον οποίο έχει αρχίσει να ερωτεύεται.

Μας αρέσει δε μας αρέσει, οι απόλυτοι σταρ της Χρυσής Εποχής του ελληνικού κινηματογράφου ήταν η Αλίκη Βουγιουκλάκη (αν και η σύγκριση φαντάζει ιερόσυλη, μια ελληνική έκδοση της Marilyn Monroe) και ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ. Γύρισαν μαζί δεκάδες ταινίες, όλες τεράστιες εμπορικές επιτυχίες, αν και αυτές που είναι πραγματικά αξιόλογες μετριούνται στα δάχτυλα. Η Αλίκη στο Ναυτικό δεν αποτελεί κανένα αριστούργημα, είναι όμως ευχάριστη, ρομαντική και κατά διαστήματα αστεία, καθώς και μια από τις καλύτερες και πιο αναγνωρίσιμες συνεργασίες του αγαπημένου αυτού ζευγαριού. Το αξεπέραστο συγγραφικό και σκηνοθετικό ταλέντο του Αλέκου Σακελλάριου ανεβάζει κατά πολύ επίπεδο την ταινία, η οποία μιμείται αρκετά πετυχημένα αμερικανικά μιούζικαλ και ρομαντικές κομεντί των 50΄s, εκμεταλλευόμενη και την ύπαρξη χρώματος (η πρώτη έγχρωμη της διάσημης εταιρίας Φίνος Φιλμ). Η ταινία βρίσκεται στη λίστα καθαρά και μόνο λόγω της επιρροής που είχε το πρωταγωνιστικό της δίδυμο στην εξέλιξη του σινεμά στη δεκαετία του ΄60, κατά τ΄ άλλα είναι απλώς μια χαριτωμένη ρομαντική κωμωδία, εμπλουτισμένη και με την εξαίσια μουσική του Μάνου Χατζιδάκι.

Να κι ένα δείγμα από τη μουσική αυτή, πασίγνωστο νομίζω.

Υπάρχει και Φιλότιμο (1965)

4_5s

Filotimo

Είδος: Πολιτική κωμωδία
Διάρκεια: 90΄
Σκηνοθεσία: Αλέκος Σακελλάριος
Πρωταγωνιστούν: Λάμπρος Κωνσταντάρας, Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, Ανδρέας Ντούζος, Νίκη Λινάρδου, Μήτση Κωνσταντάρα, Νικήτας Πλατής
Υπόθεση: Κατά τη διάρκεια ενός επαγγελματικού ταξιδιού στην επαρχία, ο καλόκαρδος αλλά αφελής υπουργός Μαυρογιαλούρος (Κωνσταντάρας) διαπιστώνει πως οι έμπιστοι συνεργάτες του έχουν καταχραστεί εκατομμύρια στις πλάτες του, και εις βάρος των απλών πολιτών.

Το γεγονός ότι η μεγαλοφυής αυτή πολιτική σάτιρα του Σακελλάριου είναι τόσο επίκαιρη 50 χρόνια μετά είναι περισσότερο θλιβερό παρά αστείο… Ο Σακελλάριος βρήκε έναν απίστευτα έξυπνο τρόπο να σατιρίσει τα κακώς κείμενα της ελληνικής πολιτικής σκηνής: τις μίζες που έπαιρναν ανενόχλητοι και σε μεγάλες ποσότητες οι πολιτικοί και τα «κομματόσκυλα», η επιρροή που είχαν στον απλό λαό, τον οποίο εξαπατούσαν και εκμεταλλεύονταν ώστε να εξασφαλίσουν την ψήφο του, τους αφελείς και ανίδεους πολιτικούς που παρά τις καλές προθέσεις τους δε βλέπουν… πέρα απ΄ τη μύτη τους με αποτέλεσμα τα λαμόγια να δρουν ανενόχλητα, και την πολιτική διάκριση της εποχής που πρακτικά στερούσε από τους «αντιφρονούντες» κάθε νόμιμο δικαίωμα. Αν εξαιρέσουμε το τελευταίο, όλα τ΄ άλλα είναι στην καλύτερη περίπτωση όπως τα περιέγραψε η ταινία, 50 ολόκληρα χρόνια μετά, αν δεν έχουν γίνει χειρότερα. Το μήνυμα της ταινίας είναι «κάθε πολιτικός είναι ή απατεώνας ή βλάκας (ή και τα δύο)». Ή κομματόσκυλο και καταχραστής όπως ο Γκρούεζας (Παπαγιαννόπουλος) ή παντελώς ανίδεος και ανίκανος να αντιληφθεί τι συμβαίνει μπροστά στα μάτια του, όπως ο υπουργός Μαυρογιαλούρος (Κωνσταντάρας). Δυστυχώς, τίποτα δεν άλλαξε. Κι έτσι μείναμε να… γελάμε με τα χάλια μας, με το ευφυέστατο σενάριο του Σακελλάριου και τις απολαυστικές ερμηνείες των πρωταγωνιστών. Κάτι είναι κι αυτό…

«Φάγανε, φάγανε, φάγανε». Τώρα μαζί τα φάγαμε, μόνοι τους τα φάγανε, ένας Θεός ξέρει. Σίγουρα όχι οι υπουργοί και οι λοιποί πολιτικοί (απ΄ αυτούς που δεν έφαγαν, αν υπάρχουν τέτοιοι)…

Το Χώμα Βάφτηκε Κόκκινο (1966)
Υποψήφιο για Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας, 1966

3,5 Stars

1966 Το χώμα βάφτηκε κόκκινο

Είδος: Κοινωνικό δράμα
Διάρκεια: 129΄
Σκηνοθεσία: Βασίλης Γεωργιάδης
Πρωταγωνιστούν: Νίκος Κούρκουλος, Μαίρη Χρονοπούλου, Γιάννης Βόγλης, Φαίδων Γεωργίτσης, Ζέτα Αποστόλου, Μάνος Κατράκης
Υπόθεση: Δύο αδέρφια μεγαλοκτηματίες (Κούρκουλος και Βόγλης) στο Κιλελέρ της Λάρισας, στις αρχές του 20ού αιώνα, συγκρούονται μεταξύ τους τόσο για τις πολιτικές και κοινωνικές τους πεποιθήσεις, όσα και για τα μάτια της ωραίας Ειρήνης (Χρονοπούλου).

Ακόμη μια ταινία που, αν και κατά τη γνώμη μου είναι πολύ καλή αλλά όχι αριστούργημα, έκανε γνωστό τον ελληνικό κινηματογράφο στα πέρατα της γης, και προτάθηκε για Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας. Ένα ιστορικό μελόδραμα, που θυμίζει πολύ αντίστοιχες παραγωγές του Χόλιγουντ για τον Αμερικανικό Εμφύλιο ή την Άγρια Δύση, με θέμα τη δική μας… Άγρια Δύση. Συγκεκριμένα, την τραγική κατάσταση που επικρατούσε στην αγροτική Ελλάδα, και κυρίως στη Θεσσαλία, στις αρχές του 20ού αιώνα, με τους μεγαλοκτηματίες («τσιφλικάδες») να έχουν επί της ουσίας σκλάβους τους «υπαλλήλους» αγρότες τους («κολίγοι»). Κάποιοι από τους κτηματίες όμως είχαν μεγάλη καρδιά (τουλάχιστον έτσι μας δείχνει η ταινία), όπως αυτός που υποδύεται ο απόλυτος σταρ τέτοιων ταινιών Νίκος Κούρκουλος. Μια ρομαντική ιστορία, κυνηγητό με άλογα σε βουνά και πεδιάδες, δυο αδέρφια που συγκρούονται και χύνουν το αίμα τους στην πατρογονική γη, γενικά μια ιστορία με την υπογραφή του Νίκου Φώσκολου (Καλημέρα Ζωή, Λάμψη). Παρά τις υπερβολικά μελοδραματικές προεκτάσεις του, όμως, το φιλμ παραμένει εξαιρετικά σημαντικό, κι ένα καλό δείγμα των δυνατοτήτων και των τεχνικών του ελληνικού κινηματογράφου της Χρυσής Εποχής. Έχει χαρακτηριστεί το ελληνικό Όσα Παίρνει ο Άνεμος, και ίσως και να είναι…

Πολύ μελούρα, ρε παιδί μου. Αλλά ωραία μουσική…

Τι έκανες στον πόλεμο, Θανάση; (1971)

5s

Wiki_cinema_thanasis

Είδος: Δραματική κωμωδία
Διάρκεια: 85΄
Σκηνοθεσία: Ντίνος Κατσουρίδης
Πρωταγωνιστούν: Θανάσης Βέγγος, Κατερίνα Γώγου, Έφη Ροδίτη, Νικήτας Πλατής, Αντώνης Παπαδόπουλος, Καίτη Λαμπροπούλου
Υπόθεση: Στην υπό ιταλο-γερμανική κατοχή Ελλάδα, ένας φιλήσυχος άνθρωπος (Βέγγος) θα βρεθεί από το πουθενά σε μεγάλο κίνδυνο, αρχικά όταν οι Ναζί θα τον μπερδέψουν μ΄ έναν φημισμένο αντιστασιακό, κι έπειτα όταν θα βρεθούν εφημερίδες της Αντίστασης στο εργοστάσιο όπου εργάζεται.

Κάθε κριτικός έχει τις συμπάθειές του και τους αγαπημένους του ηθοποιούς. Ο δικός μου, από την Ελλάδα τουλάχιστον, είναι ο Θανάσης Βέγγος, ο άνθρωπος που μ΄ έκανε να γελάσω ίσως περισσότερο από κάθε άλλον στα παιδικά μου χρόνια. Πέρα από συναισθηματισμούς και προσωπικές αντιλήψεις όμως, η ταινία αυτή είναι ένα μοναδικό αριστούργημα. Πατώντας εξαιρετικά στα βήματα τεράστιων αμερικανικών και ευρωπαϊκών επιτυχιών με θέμα τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το έργο καταδεικνύει τη φτώχεια, τους κινδύνους αλλά και τη δίψα για ελευθερία που επικρατούσαν στην Ελλάδα στα χρόνια της Κατοχής. Ο Βέγγος για άλλη μια φορά είναι στο ρόλο του αντι-ήρωα: δεν είναι μέλος της Αντίστασης, αντίθετα, κατακρίνει τη δράση της, καθώς είναι υπερβολικά δειλός για να ρισκάρει το κεφάλι του. Θα έρθει όμως η στιγμή που δε θα έχει άλλη επιλογή, και οι σκηνές τότε είναι τόσο συγκλονιστικές που το γέλιο και τα δάκρυα έρχονται ταυτόχρονα στο θεατή… Ένας πραγματικός «ύμνος εις την ελευθερίαν», μ΄ έναν απολαυστικό – και αεικίνητο όπως πάντα – Βέγγο να δίνει την καλύτερη ερμηνεία της καριέρας του, σε μια ταινία που συνδυάζει τρομερό πικρό χιούμορ και σκηνές που πλημμυρίζουν από συγκίνηση μ΄ έναν τρόπο που θυμίζει έντονα Τσάρλι Τσάπλιν. Η καλύτερη ελληνική ταινία για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ένα παντοτινό διαμάντι του ελληνικού, και όχι μόνο, σινεμά, ευγενική προσφορά του «καλού μας ανθρώπου»…

Σε μια ιδιοφυή σκηνή, ο Βέγγος κρατά στα χέρια του μια αντιστασιακή εφημερίδα, όταν ένα Γερμανικό όχημα τον σταματά ζητώντας οδηγίες για να πάει στον προορισμό του. Ο Βέγγος, για να δώσει τις οδηγίες, δίνει προσωρινά την εφημερίδα στον Γερμανό αξιωματικό, ο οποίος, φυσικά, δε γνωρίζει ελληνικά. Η σάτιρα σ΄ όλο της το μεγαλείο…

Πήρατε μια γεύση, έτσι δεν είναι; Δεν τελειώσαμε όμως, κάθε άλλο. Ακολουθούν ακόμη έξι πιο πρόσφατες ταινίες, που θα απολαύσουμε μαζί στο δεύτερο μέρος του αφιερώματος. Μέχρι τότε… πάτε στην κοντινότερη παραλία (εμείς, δυστυχώς, έχουμε εξεταστική…) και θα περάσει η ώρα! 😛

Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων