Skip to content

Cinema Therapy

Αν έχει σχέση με το σινεμά και τις ταινίες, εδώ θα το βρείτε!

Archive

Archive for Απριλίου, 2015

Σήμερα συμπληρώνονται 40 χρόνια από τη λήξη ενός από τους πιο μακροχρόνιους και αιματηρούς πολέμους του 20ού αιώνα, τον πόλεμο του Βιετνάμ. Καθώς ο πόλεμος αυτός άλλαξε για πάντα τις ζωές εκατομμυρίων Αμερικανών, ήταν αδύνατο να μην αποτελέσει αφορμή για πολλά κινηματογραφικά αριστουργήματα.

Vietnam WarΜπορεί τη μερίδα του λέοντος στις πολεμικές ταινίες να κατέχει αδιαμφισβήτητα ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, όμως και ο εικοσαετής διάρκειας πόλεμος που στοίχισε τη ζωή 60.000 Αμερικανών και πάνω από 2 εκατομμύρια ανθρώπων συνολικά δεν πάει πίσω. Η πιο πικρή ήττα στη σύντομη ιστορία της υπερδύναμης των Ηνωμένων Πολιτειών είχε ανυπολόγιστες συνέπειες στη χώρα και στον πλανήτη γενικότερα, και ήταν επόμενο μεγάλοι κινηματογραφικοί δημιουργοί να δραματοποιήσουν τα γεγονότα του πολέμου και να δημιουργήσουν αριστουργήματα. Έτσι, τα πρώτα 15 χρόνια μετά τη λήξη του πολέμου χαρακτηρίστηκαν από μια σχετική φρενίτιδα, με δεκάδες ταινίες που ασχολούνται άμεσα ή έμμεσα με αυτόν να εμφανίζονται στους κινηματογράφους. Από το 1990 και μετά η παραγωγή τέτοιων ταινιών εμφανώς μειώθηκε, ενώ γενικά περιορίστηκε στο Χόλιγουντ και μόνο, αφού στις ΗΠΑ είχε τεράστιο αντίκτυπο ο πόλεμος. Τα μεγαλύτερα αριστουργήματα, λοιπόν, για τον καταστροφικό αυτό πόλεμο εμφανίστηκαν στα τέλη των 70΄s και στη δεκαετία που ακολούθησε. Πέντε τέτοιες μεγάλες ταινίες θα σας παρουσιάσουμε στο αφιέρωμα αυτό, αποτίοντας με τον τρόπο μας ένα φόρο τιμής στα εκατομμύρια των ανθρώπων που είδαν τη ζωή τους να τερματίζεται ή να αλλάζει για πάντα στο βωμό των ψυχροπολεμικών συμφερόντων…

Ο Ελαφοκυνηγός (The Deer Hunter, 1978)

3 Stars

215px-The_Deer_Hunter_poster

Διάρκεια: 183΄
Είδος: Πολεμικό δράμα
Σκηνοθεσία: Michael Cimino
Πρωταγωνιστούν: Robert De Niro, Christopher Walken, John Savage, John Cazale, Meryl Streep
Υπόθεση: Μια εκ των έσω ανάλυση για το πώς ο πόλεμος του Βιετνάμ επηρέασε και ουσιαστικά κατέστρεψε τις ζωές τριών φίλων και των οικογενειών τους σε μια μικρή πόλη της Pennsylvania.

Η πρώτη μεγάλη ταινία του είδους της, αναδεικνύεται και ταυτόχρονα αδικείται από τον συναισθηματισμό της. Ο σκηνοθέτης-πυροτέχνημα Michael Cimino (δε σημείωσε ποτέ ανάλογη επιτυχία) προσπάθησε να αποδώσει όσο πιο ρεαλιστικά γίνεται τη φρίκη του – πολύ πρόσφατου τότε – πολέμου, απεικονίζοντας αρχικά τη ζωή τριών φίλων λίγο πριν επιστρατευτούν για τον πόλεμο, τα όνειρα και τις φιλοδοξίες τους. Κατόπιν ξετυλίγει τον όλεθρο και τις ανατριχιαστικές καταστάσεις που πέρασαν αυτοί και οι συνάδελφοί τους στις αφιλόξενες ζούγκλες της Ινδοκίνας, και με το συγκλονιστικό φινάλε μας αποδεικνύει πως ακόμη και όσοι γλίτωσαν το θάνατο, δεν κατάφεραν ποτέ να επιστρέψουν στις παλιές ζωές τους, καθώς όσα έζησαν εκεί τους καταδιώκουν για πάντα. Η νευρώδης σκηνοθεσία και οι απίθανες ερμηνείες των πρωταγωνιστών εξυπηρετούν απόλυτα τους στόχους του φιλμ, αλλά η τρίωρη και πλέον διάρκεια κουράζει το θεατή. Προσπαθώντας να γίνει όσο πιο αναλυτικός και πειστικός μπορεί, ο σκηνοθέτης συχνά αναλώνεται και επαναλαμβάνεται, καταστρέφοντας έτσι αρκετές από τις δυνατότητες της ταινίας. Σε κάθε περίπτωση όμως, το έργο κέρδισε 5 Όσκαρ και αποτέλεσε την αρχή μιας μεγάλης σειράς ταινιών με θέμα τον αιματηρό πόλεμο.

Δείτε την πιο συγκλονιστική σκηνή της ταινίας, στην οποία οι σαδιστές Βιετναμέζοι αξιωματικοί υποχρεώνουν τους Αμερικανούς αιχμαλώτους τους να παίξουν Ρωσική ρουλέτα, με το νικητή να επιβιώνει.

Αποκάλυψη Τώρα! (Apocalypse Now, 1979)

3,5 Stars

Apocalypse_Now_poster

Διάρκεια: 153΄ (κανονική) – 200΄ (extended)
Είδος: Πολεμικό δράμα
Σκηνοθεσία: Francis Ford Coppola
Πρωταγωνιστούν: Marlon Brando, Robert Duvall
Martin Sheen, Frederic Forrest
Υπόθεση: Στον πόλεμο του Βιετνάμ, ένας λοχαγός του Αμερικανικού στρατού καλείται να ταξιδέψει στην Καμπότζη προκειμένου να εντοπίσει έναν συνταγματάρχη που έχασε τα λογικά του και λατρεύεται σαν θεός από τις τοπικές φυλές ιθαγενών.

Ακόμη ένα έπος στα τέλη των 70΄s σχετικά με τον πόλεμο του Βιετνάμ, αλλά μια πολύ διαφορετική προσέγγιση σε σχέση με τον Ελαφοκυνηγό. Η ταινία του Coppola είναι η πρώτη που ασχολείται με τις «εσωτερικές υποθέσεις» του πολέμου, τα προβλήματα δηλαδή που αντιμετώπιζαν οι Αμερικανικές δυνάμεις μεταξύ τους. Εδώ, ο παρανοϊκός συνταγματάρχης Kurtz (στο ρόλο του ο Marlon Brando εμφανίζεται πρακτικά ελάχιστα, παρότι στους τίτλους τοποθετείται πρώτος) έχει γίνει στόχος του… μισού Αμερικανικού στρατού, και μια πολύ επικίνδυνη αποστολή ξεκινά για το λοχαγό Willard (Martin Sheen) και την επίλεκτη ομάδα του. Εχθροί τους, οι Βιετναμέζοι, οι δύσκολες συνθήκες της περιοχής, οι εσωτερικές διαμάχες μεταξύ των μελών της ομάδας (καθώς κάποιοι πιστεύουν πως η αποστολή είναι μάταιη) και, φυσικά, ο ίδιος ο Kurtz και η τοπική φυλή ιθαγενών της Καμπότζη που τον λατρεύει σαν θεό. Μετά από 2,5 ή ακόμη και 3,5 (ανάλογα με την έκδοση) ώρες όπου οι στρατιώτες που καταδιώκουν τον Kurtz πέρασαν μέσα από βόμβες, πολυβόλα, ζούγκλες και ποτάμια με φίδια και κροκόδειλους, η τελική αναμέτρηση μεταξύ Willard και Kurtz αποτυγχάνει να συγκλονίσει όσο θα ήθελε ο σκηνοθέτης, μάλλον γιατί ο θεατής έχει κουραστεί και… χορτάσει από τα προηγούμενα. Μια πολύ πιο φαντασμαγορική και εντυπωσιακή παραγωγή από τον Ελαφοκυνηγό, η ταινία του Coppola βασίζεται παρ΄όλα αυτά στις εξαιρετικές ερμηνείες των Sheen, Brando και Duvall, με αυτή του τελευταίου να προτείνεται για Όσκαρ. Συνολικά, μια ρεαλιστική και συγκλονιστική υπερπαραγωγή με μεγάλα ονόματα να την υπογράφουν, δυστυχώς, όμως, δεν αποφεύγει τους πλατειασμούς και τα «νεκρά» διαστήματα στις περίπου 3 ώρες της διάρκειάς της.

Ο κυνικός αντισυγματάρχης Kilgore (Duvall) εκστομίζει την πιο επική ατάκα της ταινίας, στο βίντεο που ακολουθεί.

Platoon (1986)

3,5 Stars

220px-Platoon_posters_86

Διάρκεια: 120΄
Είδος: Πολεμικό δράμα
Σκηνοθεσία: Oliver Stone
Πρωταγωνιστούν: Tom Berenger, Willem Dafoe, Charlie Sheen
Υπόθεση: Ένας νεαρός στρατιώτης, που έφτασε στο Βιετνάμ ως εθελοντής, βλέπει τα πιστεύω του να δοκιμάζονται από τη φρίκη του πολέμου και την ανηθικότητα αρκετών συναδέλφων του.

Μετά τους Cimino και Coppola, ένας ακόμη σκηνοθέτης της ίδιας σχολής, ο Όλιβερ Στόουν, επιχειρεί να προσεγγίσει τον τρόμο και τη φρίκη του 20ετούς πολέμου με μια πολύ ρεαλιστική ταινία. Μια σημαντική διαφορά, όμως, είναι πως ο Στόουν υπήρξε ο ίδιος βετεράνος του εν λόγω πολέμου, οπότε η προσέγγιση του είναι σαφώς πιο βιωματική και, αν αυτό γίνεται, πιο πικρή, αν και με πιο αισιόδοξο φινάλε. Επίσης, ο πάντα αντισυμβατικός σκηνοθέτης βασίστηκε περισσότερο σε νέα ταλέντα παρά σε «έτοιμους» αστέρες (τους οποίους ποτέ δε συμπάθησε) και έδωσε την ευκαιρία στο νεαρό τότε Charlie Sheen (καμία σχέση με το μέθυσο και ανήθικο μεσόκοπο στον οποίο εξελίχθηκε και εμφανίζεται σε σειρές όπως Two and a Half Men) και σε αρκετούς άλλους ταλαντούχους ηθοποιούς να αναδείξουν το ταλέντο τους. Το έργο ακολουθεί μια διμοιρία του Αμερικανικού στρατού που ταλανίζεται, εκτός από τα ήδη υπάρχοντα προβλήματα του πολέμου, από μεγάλες διαφωνίες μεταξύ των μελών της, κάποια εκ των οποίων λυγίζουν στην πίεση και χάνουν τα λογικά τους. Στο τέλος, ο ένας θα στραφεί εναντίον του άλλου, και τα πράγματα για τον εχθρό θα γίνουν ευκολότερα. Αν και ίσως είναι βαρετό να βλέπεις για 2 ώρες τα ίδια και τα ίδια (κακουχίες, βομβαρδισμοί, θάνατοι), το φιλμ σε πείθει ως προς αυτά που παρουσιάζει. Μια πιο μεστή και λιτή ταινία σε σχέση με τις προηγούμενες, παρά τις αδυναμίες της κέρδισε μάλλον δίκαια το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίες.

Full Metal Jacket (1987)

4 Stars

220px-Full_Metal_Jacket_poster

Διάρκεια: 116΄
Είδος: Πολεμικό δράμα
Σκηνοθεσία: Stanley Kubrick
Πρωταγωνιστούν: Matthew Modine, Adam Baldwin, Vincent D’Onofrio
Υπόθεση: Μια ομάδα Αμερικανών πεζοναυτών προετοιμάζονται για τον πόλεμο του Βιετνάμ, αλλά η εκπαίδευση είναι εξοντωτική. Όταν τελικά φτάσουν στο Βιετνάμ, η κατάσταση είναι ακόμη χειρότερη.

Το δεύτερο μισό της μοναδικής αυτής ταινίας του εκκεντρικού Stanley Kubrick, είναι μια από τα ίδια. Διάφοροι ετερόκλητοι Αμερικανοί στρατιώτες προσπαθούν να επιβιώσουν στην κόλαση του Βιετνάμ, όπου οι εχθροί είναι πολλοί και η απελπισία μεγάλη. Αυτά τα έχουμε ξαναδεί, και αν και το φινάλε είναι άκρως συγκινητικό, το δεύτερο αυτό μισό δεν εντυπωσιάζει, ειδικά αν έχεις δει άλλες παρόμοιες ταινίες, και κυρίως όταν έχει προηγηθεί το ανεπανάληπτο πρώτο μισό. Ο Kubrick, διαφορετικός και ανεπανάληπτος όπως πάντα, αφιερώνει περίπου μια ώρα από την ταινία για να απεικονίσει τη στρατιωτική εκπαίδευση μιας ομάδας πεζοναυτών, της οποίας τις περιπέτειες στον πόλεμο βλέπουμε στη συνέχεια. Υπεύθυνος για την εκπαίδευση αυτή ο απάνθρωπος και σαδιστής λοχίας Hartman (R. Lee Ermey), ο οποίος μειώνει και προσβάλλει διαρκώς τους επίδοξους πεζοναύτες, και ιδιαίτερα τον κατά τη γνώμη του ανίκανο και μη αποδοτικό Pyle Lawrence (Vincent D΄Onofrio). Οι διάλογοι είναι πραγματικά επικοί, η παράνοια του στρατού ξεδιπλώνεται σε όλο της το μεγαλείο, ο Ermey ερμηνεύει το ρόλο του με τέτοια πειστικότητα που λατρεύεις να τον μισείς. Τελικά, η εκπαίδευση ίσως είναι πιο απάνθρωπη από τον ίδιο τον πόλεμο, ή τουλάχιστον αυτό υπονοεί ο Kubrick. Και αυτό είναι ταυτόχρονα η τύχη και η ατυχία της ταινίας: μετά από τέτοιο ξεκίνημα, το δεύτερο μέρος με τις βόμβες και τα πολυβόλα μοιάζει ανιαρό και βαρετό, αν και δεν είναι. Ναι, ο Kubrick το κατάφερε κι αυτό…

Πάρτε μια γεύση από την ιδιαίτερη εκπαίδευση των πεζοναυτών που εφαρμόζει ο λοχαγός Hartman. Λίγο αυστηρός, έτσι δεν είναι;

Καλημέρα, Βιετνάμ! (Good Morning, Vietnam, 1987)

4,5 stars

220px-Good_Morning,_Vietnam

Διάρκεια: 120΄
Είδος: Μαύρη κωμωδία, δράμα
Σκηνοθεσία: Barry Levinson
Πρωταγωνιστούν: Robin Williams, Forest Whitaker, Tung Thanh Tran, Bruno Kirby
Υπόθεση: Ένας ανορθόδοξος ραδιοφωνικός εκφωνητής αποκτά φίλους και εχθρούς όταν αναλαμβάνει μια εκπομπή στο ραδιοφωνικό σταθμό των Αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων στο Βιετνάμ.

Για το τέλος, μια κάπως διαφορετική ταινία. Μια ταινία που αποδεικνύει πως, το ίδιο καλά με τα δράματα και τα θρίλερ με τους αλλεπάλληλους σκοτωμούς, τα κλάματα και την απελπισία, μπορεί να σου δείξει τη φρίκη του πολέμου και μια ξεκαρδιστική κωμωδία. Ίσως και καλύτερα. Ο αείμνηστος Robin Williams δίνει ίσως την καλύτερη ερμηνεία της καριέρας του στο ρόλο ενός εκφωνητή ραδιοφώνου στο Βιετνάμ, που με το παλαβό χιούμορ του και την απλή λογική του γίνεται σταρ όλων των ταλαιπωρημένων ενόπλων δυνάμεων των ΗΠΑ που πολεμούν καθημερινά υπό αντίξοες συνθήκες. Αψηφώντας όμως τους αυστηρούς στρατιωτικούς κανόνες και τη λογοκρισία, έρχεται σε σύγκρουση με τους στρατοκράτες και αδίστακτους ανωτέρους του, ιδιαίτερα όταν έρχεται σε επαφή με μια ομάδα Βιετναμέζων (στους οποίους μαθαίνει αγγλικά και… μπέιζμπολ), ένας εκ των οποίων κρύβει κάποια μυστικά… Ένας εξαιρετικός σκηνοθέτης (Barry Levinson, γνωστός για φιλμ όπως Ο Άνθρωπος της Βροχής και Wag the Dog), ένας αξέχαστος πρωταγωνιστής, ένα σφιχτοδεμένο καστ, ένα απολαυστικό σενάριο με ξεκαρδιστικές ατάκες να εναλλάσσονται με σοβαρούς και ανθρώπινους διαλόγους που περιγράφουν τη φρίκη του πολέμου και τα λάθη των Αμερικανών. Προσθέστε και την εξαιρετική μουσική, τα εξαιρετικά σκηνικά και τη μοναδική φάτσα του Robin Williams και έχετε μια απίθανη ταινία, ταυτόχρονα ξεκαρδιστική και ανθρώπινη.

Για να πιάσει κανείς το νόημα της ταινίας, αρκούν 5 δευτερόλεπτα. Και μια μοναδική ατάκα από έναν μοναδικό ηθοποιό.

ΑΛΛΕΣ ΑΞΙΟΛΟΓΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΤΟΥ ΒΙΕΤΝΑΜ

Πιστοί στην παράδοση, θα αναφέρουμε ακόμα 2-3 ταινίες σχετικά με τον πόλεμο του Βιετνάμ που άφησαν εποχή. Αν και δε μας δείχνει σκηνές από τον πόλεμο, δε θα μπορούσαμε να μην αναφέρουμε τη σειρά ταινιών Ράμπο με το Σιλβέστερ Σταλόνε να υποδύεται έναν ψυχοπαθή βετεράνο του Βιετνάμ. Εμφανώς πιο ποιοτικές και ρεαλιστικές οι ταινίες Γεννημένος την 4η Ιουλίου (1989), που, μετά το Platoon, χάρισε δεύτερο Όσκαρ Σκηνοθεσίας στον Όλιβερ Στόουν, καθώς και το πιο σύγχρονο Ήμασταν κάποτε στρατιώτες (2002), με τον Μελ Γκίμπσον. Αξίζει επίσης να σημειωθεί και το αριστούργημα Forrest Gump (1994) του Robert Zemeckis, στο οποίο ο εν λόγω πόλεμος διαδραματίζει βασικό ρόλο στην εξέλιξη της πλοκής και τη ζωή του ήρωά μας.

Την Κυριακή του Πάσχα, η απίθανη και θεότρελη κωμωδία – μιούζικαλ The Blues Brothers επανήλθε μετά από αρκετό καιρό στην ελληνική τηλεόραση, γεγονός που μας χαροποίησε ιδιαίτερα, και αποτέλεσε την αφορμή να παραθέσουμε μια σκηνή από την επική αυτή ταινία στη σειρά με τα ευχάριστα διαλείμματα!

Blues BrothersΑν και σχετικά απλοϊκή, η ταινία The Blues Brothers έγινε γνωστή χάρη στο παλαβό, άναρχο χιούμορ της και τα εκπληκτικά τραγούδια της, που ερμηνεύουν, εκτός από το ομώνυμο συγκρότημα, θρυλικοί μουσικοί όπως ο James Brown, η Aretha Franklin και ο Cab Calloway. Η ταινία θα μπορούσε να λέγεται «Blues Brothers εναντίον όλων» καθότι, για διάφορους λόγους, στο κυνήγι των δύο μικροαπατεώνων αδερφών βρίσκεται η μισή αστυνομία του Σικάγο, μια μυστηριώδης γυναίκα, ένας ιδιοκτήτης μπαρ, ένα συγκρότημα country και… οι Ναζί του Illinois. Οι τελευταίοι, μόλις έχουν κριθεί νόμιμοι από το δικαστήριο και διαδηλώνουν για την πίστη τους στον Αδόλφο Χίτλερ, παρά τις αντιδράσεις του κοινού. Ο Τζέικ και ο Έλγουντ Μπλουζ, όμως, τους απεχθάνονται και κάνουν το μεγάλο βήμα εναντίον τους. Αυτό που ακολουθεί είναι κυριολεκτικά επικό.

Blues Brothers vs. Illinois Nazi (video)

3 Stars

Η πρώτη σκηνοθετική απόπειρα του βραβευμένου με Όσκαρ ηθοποιού Russell Crowe είναι ένα ιστορικό δράμα με θέμα τον απόηχο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το έργο δεν έχει προβληθεί ακόμη στη χώρα μας, έχει κατηγορηθεί πως παρουσιάζει αρνητικά τους Έλληνες, εμείς όμως το είδαμε και σας το παρουσιάζουμε!

The_Water_Diviner_posterΧώρα και έτος παραγωγής: Αυστραλία/Τουρκία/ΗΠΑ, 2014
Διάρκεια: 111′
Είδος: Ιστορικό δράμα, περιπέτεια
Σκηνοθεσία: Russell Crowe
Πρωταγωνιστούν: Russell Crowe, Olga Kurylenko, Jai Courtney, Cem Yılmaz

Ένας Αυστραλός ταξιδεύει στην υπό κατάρρευση Οθωμανική Αυτοκρατορία, αμέσως μετά τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, προκειμένου να αναζητήσει τους τρεις στρατιώτες γιους του που χάθηκαν στη συμμαχική εκστρατεία της Καλλίπολης.

Είναι κάπως περίεργο για έναν παγκοσμίου φήμης ηθοποιό όπως ο Crowe (Μονομάχος, Ένας Υπέροχος Άνθρωπος) να αποφασίζει ξαφνικά στα 50 του χρόνια να ασχοληθεί με τη σκηνοθεσία. Το πρώτο του έργο είναι ένα τολμηρό εγχείρημα, μια διεθνής αυστραλο-τουρκικο-αμερικάνικη παραγωγή, με τον ίδιο τον Crowe να πρωταγωνιστεί στο ρόλο ενός αγαθού αλλά σκληροτράχηλου πατέρα που μετά τις πιέσεις της γυναίκας του επιχειρεί ένα τεράστιο ταξίδι. Ένα ταξίδι από την Αυστραλία στην Κωνσταντινούπολη, προκειμένου να εντοπίσει τους χαμένους στις μάχες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου γιους τους. Ακολουθεί ένα νέο ταξίδι μέσα στην παρακμάζουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία του 1919, ενώ στην προσπάθειά του βρίσκει συμμάχους και εχθρούς στα πρόσωπα Βρετανών, Τούρκων και Ελλήνων, και έρχεται σε επαφή με τις τοπικές συνήθειες.

O πρωταγωνιστής και σκηνοθέτης Russell Crowe με τον ελληνικής καταγωγής μικρό φίλο του Dylan Georgiades.

O πρωταγωνιστής και σκηνοθέτης Russell Crowe με τον ελληνικής καταγωγής μικρό φίλο του Dylan Georgiades.

Στην ανάλυσή μου θα είμαι επιεικής ως προς το σκηνοθέτη Crowe, λόγω της απειρίας του. Η προσπάθεια του είναι φιλόδοξη, τολμηρή και σε γενικές γραμμές κρίνεται επιτυχημένη. Είναι μια πειστική, αν και όχι ιδιαίτερα ρεαλιστική, της χαοτικής κατάστασης που επικρατούσε στην Τουρκία μετά την ήττα στον Α΄ Παγκόσμιο, με Βρετανούς, Τούρκους, Έλληνες, Γάλλους και πολλούς άλλους να… σφάζονται για την κυριαρχία της Μικράς Ασίας, ενώ μεταξύ των ίδιων των Τούρκων υπήρχαν αντιθέσεις στην προσπάθεια διαμόρφωσης νέας εθνικής συνείδησης. Όλα αυτά τα βλέπουμε μέσα απ΄ τη σκηνοθετική ματιά του Crowe, μάλλον λίγο πιο ρόδινα απ΄ ότι πραγματικά ήταν. Άλλωστε η παραγωγή είναι εν μέρει τουρκική, οπότε είναι λογικό η ταινία να δείχνει με συμπαθητικό τρόπο τους πολίτες της γειτονικής χώρας. Καθαρά από τεχνικής πλευράς, όμως, ο Crowe κατορθώνει να ξεπεράσει την απειρία του και τις χτυπητές αδυναμίες του σεναρίου και να παρουσιάσει ένα αξιόλογο αποτέλεσμα.

Δυστυχώς, όμως, δε μπορώ να είμαι τόσο επιεικής ως προς τον ερμηνευτή Crowe, καθώς και τα υπόλοιπα μέλη του καστ. Ο βετεράνος πρωταγωνιστής δείχνει λίγο χαμένος ανάμεσα στο προφίλ του στοργικού και γεμάτου τύψεις πατέρα που ψάχνει τα παιδιά του στην άλλη άκρη της γης και του σκληροτράχηλου και ανυποχώρητου ανθρώπου που προσπαθεί να γιατρέψει τις πληγές του και να ξεκινήσει μια νέα ζωή με κάθε κόστος. Φαίνεται πως ο Crowe ήταν αναποφάσιστος όταν σκηνοθετούσε τον εαυτό του: το ίδιο αναποφάσιστος δείχνει και ο χαρακτήρας του, που είναι από τους λιγότερο πειστικούς που έχει υποδυθεί ο ταλαντούχος ηθοποιός. Οι υπόλοιποι χαρακτήρες εμφανίζονται γενικά συμπαθείς και συνθέτουν ένα σφιχτοδεμένο σύνολο, αλλά ειδικά απ΄ την Olga Kurylenko περιμέναμε περισσότερα πράγματα (αν και τι να κάνει η κοπέλα όταν το σενάριο τη θέλει να ερμηνεύει έναν τελείως αντίθετο με την ιστορία ρόλο). Ευχάριστη έκπληξη ο Yılmaz Erdoğan στο ρόλο του Τούρκου ταγματάρχη Hassan, ενός σκληρού μεν, δίκαιου δε αξιωματικού.

O Joshua Connor (Crowe) με τον Τούρκο ταγματάρχη Hassan (Yılmaz Erdoğan)

O Joshua Connor (Crowe) με τον Τούρκο ταγματάρχη Hassan (Yılmaz Erdoğan)

Το σενάριο έχει σκοπό κυρίως να συγκινήσει, και σε γενικές γραμμές τα καταφέρνει. Όμως οι ελλείψεις είναι εμφανείς, και οι ιστορικές ανακρίβειες αναρίθμητες. Οι Τούρκοι παρουσιάζονται ως μια γενικά συμπαθητική φυλή, που δοκιμάστηκε σκληρά από τους συνεχόμενους πολέμους, και ψάχνει την ταυτότητά της μεταξύ Ευρώπης και Ανατολής. Αυτή την αντίθεση εκπροσωπεί με αρκετά πειστικό ρόλο η Ayshe (Olga Kurylenko), μια σύγχρονη γυναίκα που δυσκολεύεται από τις οπισθοδρομικές συνήθειες της κοινωνίας στην οποία ζούσε. Οι Βρετανοί παρουσιάζονται όπως πάντα, τυπικοί, ψυχροί και δύσκολοι στη συνεργασία, όμως οι γνωστές αλληλουχίες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ανατρέπονται. Ο Crowe παρουσιάζει την εκστρατεία της Καλλίπολης ως «εισβολή» της Αντάντ στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, η οποία παρουσιάζεται ως ο αδύναμος κρίκος που όλοι, συμπεριλαμβανομένων των Ελλήνων, τον εκμεταλλεύονται. Οι Έλληνες, από την άλλη, είναι οι επιθετικοί εισβολείς που καίνε πόλεις και χωριά και σκοπεύουν να κατακτήσουν ολόκληρη την Τουρκία. Δυστυχώς ή ευτυχώς, αυτό δεν απέχει πολύ από την τότε ιστορική αλήθεια, ωστόσο, παρουσιάζοντας μόνο αυτή την οπτική των πραγμάτων, το φιλμ αλλοιώνει σαφώς την ιστορία της περιοχής.

Αυτός βέβαια δεν είναι λόγος για να θεωρήσουμε την ταινία «ανθελληνική». Το έργο απλώς παρουσιάζει το όλο θέμα από την οπτική γωνία των, τότε εχθρών μας, Τούρκων, και είναι λογικό να τονίζει τα θετικά του έθνους τους και ορισμένα αρνητικά του δικού μας. Δυστυχώς, οι άνθρωποι συνηθίζουν να μην ενοχλούνται όταν οι ίδιοι παρουσιάζονται πιο θετικά απ΄ την πραγματικότητα και οι «αντίπαλοί» τους πιο αρνητικά, αλλά χαλάνε τον κόσμο όταν συμβαίνει το αντίθετο. Πέρα απ΄ αυτό, όμως, η ταινία του Crowe έχει πολλές ανεκμετάλλευτες δυνατότητες. Στην προσπάθειά του να δημιουργήσει μια νέα Διάσωση του Στρατιώτη Ράιαν, ο σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής μοιάζει να μη μπορεί να συνδυάσει με επιτυχία τους στόχους του και η προσπάθεια αυτή μένει ημιτελής. Η ταινία αποτελεί μια αξιόλογη περιπέτεια, αρκετά συγκινητική και με ιστορικό ενδιαφέρον. Αξίζει, όμως, μόνο για τα 111 λεπτά της διάρκειάς της. Από κει και πέρα, δεν υπάρχουν ιδιαίτεροι λόγοι να την κρατήσεις στη μνήμη σου…

The Water Diviner (2014) – Official Trailer #1 (video)

Δεν ξέρω αν υπάρχουν δικηγόροι, δικαστές, ή έστω φοιτητές νομικής ανάμεσα στο πολυάριθμο (λέμε τώρα) κοινό μας. Αν υπάρχουν όμως, θέλω να πιστεύω πως θα ενθουσιαστούν με το καινούριο μας αφιέρωμα για τις καλύτερες ταινίες που διαδραματίζονται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου σε μια δικαστική αίθουσα. Και όχι μόνο αυτοί!

a few good menΔυστυχώς ή ευτυχώς, ο κινηματογράφος από τα πρώτα χρόνια της ύπαρξής του ασχολήθηκε με το κάθε είδους έγκλημα. Λογικό, καθώς τα εγκλήματα και η διαδικασία γύρω από αυτά πάντοτε συγκλόνιζαν και συγκινούσαν ιδιαίτερα την κοινή γνώμη. Συνήθως όμως, στις ταινίες που ασχολούνται με εγκλήματα (crime films), μας απασχολεί το ίδιο το έγκλημα, ή ο εντοπισμός και η καταδίωξη των δραστών, παρά οι νομικές διαδικασίες που ακολουθούνται μετά τη σύλληψή τους. Άλλες φορές, πάλι, οι ταινίες ασχολούνται με την κατάσταση στις φυλακές, όπου οι εγκληματίες έχουν ήδη καταδικαστεί και εκτίουν τις ποινές τους. Σπανίως βλέπουμε ένα έργο να περιστρέφεται γύρω από μια δίκη και να εκτυλίσσεται σε μεγάλο βαθμό σε μια δικαστική αίθουσα, με δικηγόρους, κατήγορους, κατηγορούμενους, δικαστές και ενόρκους. Ξανά λογικό, καθώς η όλη διαδικασία μοιάζει κάπως βαρετή στον απλό θεατή. Κάποιες ταινίες όμως, κατάφεραν να εκμεταλλευτούν το γεγονός ότι μια καλοστημένη δικαστική υπόθεση μπορεί να ανεβάσει την αγωνία του κοινού στα ύψη, εάν την περιγράψεις σωστά. Οι 8 ταινίες που ακολουθούν είναι αυτές που τα κατάφεραν καλύτερα. Στην πλειοψηφία τους δεν εκτυλίσσονται εξ ολοκλήρου μέσα σ΄ ένα δικαστήριο, ούτε ασχολούνται απαραίτητα με εγκλήματα. Όλες όμως έχουν μια δίκη στο επίκεντρο της πλοκής, και την παρουσιάζουν με πραγματικά συγκλονιστικό τρόπο. Ησυχία στο ακροατήριο, η συνεδρίαση αρχίζει…

8. Kράμερ εναντίον Κράμερ (Kramer vs. Kramer, 1979)

3,5 Stars

220px-Oscar_posters_79

Διάρκεια: 105΄
Είδος: Δράμα
Σκηνοθεσία: Robert Benton
Πρωταγωνιστούν: Dustin Hoffman, Meryl Streep, Justin Henry, Jane Alexander
Υπόθεση: Ένας χωρισμένος άνδρας καλείται να μεγαλώσει μόνος του το γιο του, με τον οποίο ποτέ δεν είχε ασχοληθεί ιδιαίτερα ως τότε, και κατόπιν να διεκδικήσει την κηδεμονία του στο δικαστήριο.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ταινίας που θεωρείται courtroom drama ενώ μόνο ένα 20λεπτο εξελίσσεται σε δικαστική αίθουσα. Ένα από τα καλύτερα δράματα των 70΄s, με εξαιρετικές ερμηνείες από τους Hoffman και Streep (δύο ούτως ή άλλως μεγάλους ηθοποιούς), ήρεμη σκηνοθεσία και ένα πανέξυπνο – αν και υπερβολικά μελοδραματικό σενάριο – που αποτελεί εύκολα αφορμή για μεγάλη συζήτηση σχετικά με τις ανθρώπινες σχέσεις και την οικογένεια. Οι ήρωες εδώ είναι κοινοί άνθρωποι, ένα ανδρόγυνο που χώρισε γιατί ο σύζυγος ασχολούνταν υπερβολικά με τη δουλειά του και παραμελούσε τα του οίκου του, αλλά αφού έμεινε μόνος με τον 8χρονο γιο του (πολύ καλός στο ρόλο του μικρού ο Justin Henry) συνειδητοποίησε το σφάλμα του και αποφάσισε να γίνει καλύτερος άνθρωπος. Μια συγκινητική ταινία που αποδεικνύει πως πολλές φορές, όταν δυο άνθρωποι διαφωνούν, δεν έχει απαραίτητα ο ένας δίκιο κι ο άλλος άδικο. Όλοι έχουν τις ευθύνες τους, και το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε ως ανθρώπινα όντα είναι να τις αποδεχθούμε και να προσπαθήσουμε να τις αναλάβουμε όσο καλύτερα γίνεται. Η μοναδική ταινία του είδους που κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας, αξίζει μόνο και μόνο για τις ερμηνείες των πρωταγωνιστών.

7. Ζήτημα Τιμής (A Few Good Men, 1992)

3,5 Stars

220px-A_Few_Good_Men_poster

Διάρκεια: 138΄
Είδος: Δράμα, θρίλερ
Σκηνοθεσία: Rob Reiner
Πρωταγωνιστούν: Tom Cruise, Jack Nicholson, Demi Moore, Kevin Bacon
Υπόθεση: Ένας νεαρός στρατιωτικός δικηγόρος καλείται να υπερασπιστεί δυο πεζοναύτες που κατηγορούνται για το φόνο ενός συναδέλφου τους, και υποστηρίζουν ότι τους δώθηκε διαταγή να διαπράξουν το έγκλημα.

Εκεί που τελειώνει η λογική, αρχίζει ο στρατός, λέει ένα ρητό. Αυτή η ταινία αποδεικνύει γιατί. Μια υπό άλλες συνθήκες φυσιολογική υπόθεση δολοφονίας μετατρέπεται σε μια σειρά από αλλοπρόσαλλες και αντικρουόμενες καταθέσεις στρατιωτών και αξιωματικών στο Γκουαντάναμο, που μπερδεύουν μεταξύ άλλων και τον, αρχικά αδιάφορο για την υπόθεση, συνήγορο υπεράσπισης (Tom Cruise), όσο και την πιο έμπειρη αλλά παρορμητική συνεργάτιδά του (Demi Moore). Μην προσπαθείτε να βγάλετε άκρη με τους κώδικες τιμής του Αμερικανικού (και όχι μόνο) στρατού, απλά αποδεχτείτε τους. Και αφού τους αποδεχθείτε, μπορείτε να απολαύσετε τρεις ικανούς ηθοποιούς (Cruise, Nicholson, Moore) να ερμηνεύουν τους πανέξυπνους διαλόγους του εμπνευσμένου σεναρίου του Aaron Sorkin. Ευχάριστη έκπληξη της ταινίας η ερμηνεία της Demi Moore, που αποδεικνύει ότι δε χρειάζεται να… βγαίνει από τα ρούχα της για να μας αρέσει, δυσάρεστη η πολύ μικρής διάρκειας εμφάνισης του απολαυστικού Νίκολσον, τη στιγμή ειδικά που στους τίτλους τοποθετείτε δεύτερος…

6. Inherit the Wind (1960)

4 Stars

220px-Inherit-the-Wind-poster

Διάρκεια: 128΄
Είδος: Ιστορικό δράμα
Σκηνοθεσία: Stanley Kramer
Πρωταγωνιστούν: Spencer Tracy, Fredric March, Gene Kelly, Dick York
Υπόθεση: Σε μια οπισθοδρομική μικρή πόλη του Αμερικανικού Νότου, το 1925, ένας δάσκαλος κατηγορείται γιατί… δίδασκε τη θεωρία της Εξέλιξης. Δύο διακεκριμένοι δικηγόροι, που τους συνδέει στενή φιλία, διασταυρώνουν τα ξίφη τους για την υπόθεση, η οποία αποκτά τεράστια δημοσιότητα.

Αρκετοί σήμερα θεωρούν αυτό το φιλμ ξεπερασμένο, επειδή το θέμα του δε δείχνει να ανταποκρίνεται στο σήμερα. Το λάθος που κάνουν, κατά τη γνώμη μου πάντα, όλοι αυτοί, είναι ότι αγνοούν πως το θέμα αυτό της ταινίας, ή μάλλον της (αληθινής) δίκης στην οποία βασίζεται, είναι απλά η αφορμή. Η αφορμή για το σκηνοθέτη Stanley Kramer, ειδικό στις ταινίες «κοινωνικής διαμαρτυρίας» (The Defiant Ones – 1958, Η Δίκη της Νυρεμβέργης – 1961, Guess Who’s Coming to Dinner – 1967) να εξαπολύσει ένα δριμύ «κατηγορώ» στο συντηρητισμό και τη μισαλλοδοξία πάσης φύσεως. Τότε ήταν η θεωρία της Εξέλιξης, σήμερα είναι κάτι άλλο, αύριο κάτι άλλο, όσο αυτές οι αντιλήψεις παραμένουν. Για να κάνει πιο… πειστικά τα επιχειρήματα του ο Kramer επιστρατεύει τρία μεγάλα ονόματα του τότε Χόλιγουντ (Tracy, March, Kelly), δραματοποιεί αρκετά την υπόθεση, και στέλνει προς πάσα κατεύθυνση το μήνυμά του. Και μια από αυτές τις κατευθύνσεις είναι και οι άνθρωποι της Εκκλησίας, που πρέπει να διαχωρίζουν την επιθυμία τους να κηρύξουν την πίστη τους από το δικαίωμα των άλλων να μην τους ακολουθήσουν, αλλιώς εκτροχιάζονται…

5. Μάρτυς Κατηγορίας (Witness for the Prosecution, 1957)

4 Stars

220px-Movie_poster_for_-Witness_for_the_Prosecution-

Διάρκεια: 116΄
Είδος: Δράμα μυστηρίου
Σκηνοθεσία: Billy Wilder
Πρωταγωνιστούν: Tyrone Power, Marlene Dietrich, Charles Laughton
Υπόθεση: Ένας παντρεμένος τυχωδιώκτης κατηγορείται για το φόνο μιας ηλικιωμένης γνωστής του. Ένας πολύπειρος αλλά μεγάλης ηλικίας δικηγόρος καλείται να τον γλιτώσει απ΄ την κρεμάλα.

Η ταινία αυτή προέρχεται από το ομώνυμο έργο της μοναδικής Agatha Christie, και τη σκηνοθεσία του υπογράφει ο τεράστιος Billy Wilder (Double Indemnity, Sunset Blvd., Stalag 17, Some Like it Hot, The Apartment). Πρωταγωνιστής στον τελευταίο του ρόλο ο διάσημος σταρ των 40΄s Tyrone Power, στο πλάι του ο βετεράνος και υπερβολικά… Βρετανός Charles Laughton και η επιτομή της κομψότητας Marlene Dietrich, έστω και στα 56 της χρόνια. Είναι δυνατόν αυτή η ταινία να μην είναι καλή; Προφανώς όχι. Το πανέξυπνο σενάριο της Christie, που θέλει μια σύζυγο να καταθέτει στη δίκη του συζύγου της (τώρα υπέρ του, εναντίον του, θα σας γελάσω) και ένα δικηγόρο που παρά τη μακροχρόνια πείρα του τα έχει χαμένα με τις μηχανορραφίες του ζεύγους, μεταφέρεται με τον καλύτερο τρόπο στην οθόνη από τον master του είδους Wilder. Το τέλος αλλάζει, για να ταιριάξει στις τότε διατάξεις λογοκρισίας, αλλά ο Wilder κατορθώνει να το εναρμονίσει στο σενάριο, το οποίο ξεχειλίζει από καυστικό χιούμορ. Δυστυχώς δεν αποτελεί αριστούργημα, γιατί του λείπει το κάτι παραπάνω. Είναι όμως μια εξαιρετική ταινία, κι ας μην έχει ούτε Ηρακλή Πουαρό ούτε Μις Μαρπλ.

4. Σκιές και Σιωπή (Το Kill a Mockingbird, 1962)

4 Stars

220px-To_Kill_a_Mockingbird_poster

Διάρκεια: 129΄
Είδος: Δράμα
Σκηνοθεσία: Robert Mulligan
Πρωταγωνιστούν: Gregory Peck, Mary Badham, Phillip Alford, John Megna
Υπόθεση: O Atticus Finch, ένας φιλελεύθερος δικηγόρος σε μια ρατσιστική πόλη της Αλαμπάμα, προσπαθεί να σώσει έναν μαύρο που κατηγορείται άδικα για το βιασμό μιας λευκής γυναίκας, καθώς και τα παιδιά του από το μίσος και την προκατάληψη.

Το μοναδικό, μέχρι σήμερα, μυθιστόρημα της Νelle Harper Lee (ένα sequel ονόματι Go Set a Watchman αναμένεται να δημοσιευτεί σύντομα μετά από 55 χρόνια) και η κινηματογραφική του μεταφορά από τον Robert Mulligan αποτελούν ένα τεράστιο μάθημα ζωής. Είναι το μάθημα που προσπαθεί να περάσει ένας απλός άνθρωπος, ο δικηγόρος Atticus Finch, πηγαίνοντας κόντρα στο ρατσισμό και την προκατάληψη της κοινωνίας στην οποία ζούσε. Είναι το μάθημα που προσπαθεί να διδάξει στα παιδιά του, Jem και Scout (η αφηγήτρια της ιστορίας), που ανέμελα και αθώα αρχίζουν να αντιλαμβάνονται πως εκεί έξω τα πράγματα δεν είναι εύκολα, ειδικά γι΄ αυτούς που ανήκουν στους «απόκληρους», είτε αυτοί λέγονται μαύροι, είτε φτωχοί, είτε ανάπηροι, είτε όπως αλλιώς θέλετε. Είναι το μάθημα που προσπαθεί, μέσα από μια μάταιη προσπάθεια σε μια δίκη με προαποφασισμένο αποτέλεσμα, να διδάξει στην ρατσιστική κοινωνία του Αμερικανικού Νότου, υπερασπιζόμενος ένα μαύρο που κατηγορείται για βιασμό και οδηγείται στην ηλεκτρική καρέκλα μόνο και μόνο λόγω χρώματος. Ένα μάθημα που δυστυχώς δεν έχουμε πάρει όσο θα έπρεπε, 53 χρόνια μετά. Μια μεγάλη ταινία, λίγο κουραστική σε κάποια σημεία, αλλά με την ερμηνεία του Gregory Peck να αποτελεί μια απ΄ τις καλύτερες και πιο ανθρώπινες όλων των εποχών.

3. Ανατομία ενός Εγκλήματος (Anatomy of a Murder, 1959)

4 Stars

220px-AnatomyMurder2

Διάρκεια: 160΄
Είδος: Δράμα
Σκηνοθεσία: Otto Preminger
Πρωταγωνιστούν: James Stewart, Lee Remick, Ben Gazzara, Arthur O’Connell
Υπόθεση: Ένας σύζυγος κατηγορείται για τη δολοφονία ενός άντρα, και ισχυρίζεται πως διέπραξε το έγκλημα επειδή το θύμα βίασε τη γυναίκα του. Ποια είναι η αλήθεια όμως, και ποια η ετυμηγορία των ενόρκων;

Είναι μάλλον η μοναδική ταινία που καλύπτει βήμα προς βήμα ολόκληρη τη νομική διαδικασία στην περίπτωση ενός εγκλήματος όπως ο φόνος. Η σύλληψη, η ανάκριση, η κράτηση, η επιλογή δικηγόρων και ενόρκων, η δίκη (τουλάχιστον 1 ώρα εκτυλίσσεται στο δικαστήριο), αγορεύσεις επί αγορεύσεων και καταθέσεις επί καταθέσεων, η έρευνα και των δυο πλευρών για νέα στοιχεία που θα στηρίξουν τα επιχειρήματά τους, και η τελική απόφαση των ενόρκων. Αληθινό μάθημα νομικής για υποψήφιους δικαστικούς! Και μια ταινία που σόκαρε το Χόλιγουντ της εποχής, εστιάζοντας σε λεπτομέρειες όπως… τα εσώρουχα μιας γυναίκας ή το σπέρμα του βιαστή που αποδεικνύει το βιασμό, σκανδαλιστικές για τον καταπιεσμένο από τη λογοκρισία Αμερικανικό σινεμά των 50¨s. Η αναλυτική, νευρώδης σκηνοθεσία του μεγάλου Otto Preminger (Laura) και η μεστή ερμηνεία του James Stewart, σ΄ ένα ρόλο παρόμοιο μ΄ αυτούς που τον ανέδειξαν (Mr. Smith Goes to Washington, It΄s a Wonderful Life, Harvey), συνθέτουν, παρά την ανεπάρκεια κάποιων ηθοποιών όπως ο Ben Gazzara (στο ρόλο του κατηγορούμενου), μια εξαιρετική ταινία. Αν βέβαια η διαδικασία που περιγράψαμε στην αρχή σας φαίνεται βαρετή, μην αγνοήσετε το έργο, αλλά το πιθανότερο είναι να σας κουράσει…

2. H Δίκη της Νυρεμβέργης (Judgment at Nuremberg, 1961)

4,5 stars

220px-170592-Judgment-at-Nuremberg-Posters

Διάρκεια: 179΄
Είδος: Ιστορικό δράμα
Σκηνοθεσία: Stanley Kramer
Πρωταγωνιστούν: Spencer Tracy, Burt Lancaster, Richard Widmark, Marlene Dietrich
Υπόθεση: Λίγο μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ένα Αμερικανικό δικαστήριο στη Νυρεμβέργη δικάζει τέσσερις Γερμανούς πρώην δικαστές για εγκλήματα πολέμου.

Όταν κάποιος ακούει για τη δίκη της Νυρεμβέργης, του έρχεται αμέσως στο μυαλό η πολύκροτη δίκη του Χέρμαν Γκέρινγκ, του Ρούντολφ Ες και των άλλων μεγαλοστελεχών των Ναζί, όσων επέζησαν τουλάχιστον από τον πόλεμο, και καταδικάστηκαν σε θάνατο και άλλες βαριές ποινές. Δεν είναι αυτή η δίκη όμως το θέμα τούτου του τρίωρου έπους του Stanley Kramer, αλλά αυτή τεσσάρων δικαστών του Γ΄ Ράιχ, που θανάτωναν και τιμωρούσαν απάνθρωπα τους αντιφρονούντες του καθεστώτος στο «όνομα της δικαιοσύνης». Για άλλη μια φορά, η δίκη είναι απλά η αφορμή για τον Kramer για να αναλύσει τις σχέσεις Γερμανών και Συμμάχων μετά τον πόλεμο, τις προσπάθειας εκδημοκρατισμού και αναγέννησης της Γερμανίας, καθώς και τα γεωπολιτικά συμφέροντα των διαφόρων νικητριών χωρών (Αγγλία, Γαλλία, ΗΠΑ, ΕΣΣΔ) σχετικά με τη Γερμανία. Είναι επίσης η αφορμή, ευτυχώς για εμάς, ώστε ένα ensemble cast γεμάτο αστέρια (Spencer Tracy, Maximilian Schell, Marlene Dietrich, Burt Lancaster, Judy Garland και άλλοι) να αποδώσει το σενάριο μ΄ έναν απολαυστικό και συνάμα καθηλωτικό τρόπο. Μοναδικό μειονέκτημα της ταινίας η μεγάλη διάρκειά της, καθώς τα «νεκρά» διαστήματα δε λείπουν. Κατά τ΄ άλλα πρόκειται για ένα αριστούργημα, με τρομερές ερμηνείες και επίκαιρα κοινωνικά μηνύματα.

1. Οι Δώδεκα Ένορκοι (12 Angry Men, 1957)

4,5 stars

220px-12_angry_men

Διάρκεια: 96΄
Είδος: Δράμα
Σκηνοθεσία: Sidney Lumet
Πρωταγωνιστούν: Henry Fonda, Lee J. Cobb, E. G. Marshall, Martin Balsam
Υπόθεση: Ένας νεαρός από μια φτωχογειτονιά της Νέας Υόρκης κατηγορείται για το φόνο του πατέρα του. Για την καταδίκη του απαιτείται ομόφωνη απόφαση των ενόρκων, αλλά ένας απ΄ αυτούς θεωρεί πως η υπόθεση μπορεί να μην είναι τόσο απλή όσο παρουσιάστηκε στο δικαστήριο.

Τι το ενδιαφέρον μπορεί να έχει μια ταινία που εκτυλίσσεται σχεδόν στο σύνολό της σ΄ ένα δωμάτιο, με 12 τύπους να συζητούν για το αν κάποιος φτωχός μετανάστης δολοφόνησε τον πατέρα του; Με τον τρόπο που το παρουσιάζει ένας από τους καλύτερους δημιουργούς του Νέου Χόλιγουντ, ο Sidney Lumet (Serpico, Έγκλημα στο Orient Express, Σκυλίσια Μέρα, Το Δίκτυο, The Verdict, Πριν ο Διάβολος καταλάβει ότι πέθανες), τρομερό ενδιαφέρον. Το φιλμ αποτελεί τον απόλυτο ύμνο στην ανθρώπινη λογική. Η λογική σκέψη, αυτή που κάνει το είδος μας να προοδεύει και να ξεχωρίζει από τα ζώα, σε όλο της το μεγαλείο. Παρατήρηση, σκέψη, συζήτηση, διαφωνία, επιχείρημα, συμπέρασμα, όλα τα στάδια της αναλυτικής σκέψης του ανθρώπου, μέσ΄ απ΄ τη ματιά 12 ετερόκλητων ανθρώπων, άλλων πλούσιων και άλλων φτωχών, άλλων αδιάφορων για την υπόθεση άλλων όχι, άλλων φιλελεύθερων και άλλων συντηρητικών και προκατειλημμένων. Την τελευταία αντίθεση αντιπροσωπεύουν ο φιλελεύθερος ένορκος #8 (ονόματα δεν υπάρχουν, για να τονίσουν την ανωνυμία, στο ρόλο του ο Peter Fonda), ο πρώτος που αμφιβάλλει λογικά για την ενοχή του κατηγορούμενου, και ο μισαλλόδοξος, αλλά σε καμία περίπτωση μισητός ένορκος #3 (Lee J. Cobb). Η συλλογιστική πορεία και των 12 ενόρκων, διαφορετική φυσικά στον καθένα, αποτελεί ένα μεγάλο θρίαμβο της λογικής και της ορθής σκέψης απέναντι στα στερεότυπα και τις αναίτιες συναισθηματικές αντιδράσεις. Πιθανότατα το καλύτερο σκηνοθετικό ντεμπούτο όλων των εποχών, ένα διαχρονικό και άφθαρτο αριστούργημα.

Άλλες αξιόλογες ταινίες του είδους

anatomyΩς συνήθως, στο τέλος θα αναφερθούμε σε κάποιες καλές ταινίες που έμειναν απ΄ έξω. Από το κλασικό σινεμά, θα τονίσω ιδιαίτερα το πρωτοποριακό για την εποχή του They Won΄t Forget (1937) του Mervyn LeRoy, που όπως και το Inherit the Wind βασίστηκε σε μια αληθινή ιστορία που στιγματίστηκε από το ρατσισμό, καθώς και το συγκλονιστικό Εν Ψυχρώ (1967), βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του Truman Capote, που με τη σειρά του βασίστηκε σε αληθινή ιστορία. Αργότερα, ξεχωρίζουν οι ταινίες The Verdict (1982), με έναν εκπληκτικό Paul Newman να πρωταγωνιστεί, Truman Capote (2005), μια διαφορετική προσέγγιση του Εν Ψυχρώ με τον αείμνηστο Philip Seymour Hoffman στον ομώνυμο ρόλο, αλλά και το σύγχρονο The Judge (2014), που, παρά τα αρκετά ελαττώματα του, αξίζει για τις ερμηνείες των Robert Downey Jr. και Robert Duvall.

Σας αποχαιρετούμε και πάλι με ένα βίντεο, που περιλαμβάνει την μάλλον πιο εμβληματική κινηματογραφική σκηνή που εκτυλίσσεται σε δικαστήριο. Από την ταινία Ζήτημα Τιμής, ο δικηγόρος Τομ Κρουζ πιέζει το μάρτυρα Τζακ Νίκολσον να αποκαλύψει την αλήθεια, με τον τελευταίο να του απαντά «You can’t handle the truth!». H φράση αυτή ψηφίστηκε στις 100 πιο διάσημες στην ιστορία του σινεμά σε σχετική ψηφοφορία του AFI, και τη σκηνή μπορείτε να την απολαύσετε στο παρακάτω βίντεο.

Από στατιστικής άποψης και μόνο, το αφιέρωμά μας στις καλύτερες ρομαντικές ταινίες ήταν το πιο επιτυχημένο μέχρι τώρα. Πιστοί στις επιθυμίες του κοινού, σας παρουσιάζουμε ακόμα έξι ταινίες του είδους που είδαμε και μας άρεσαν!

romanceΒέβαια, σε σχέση με εκείνο το αφιέρωμα, υπάρχει μια σημαντική διαφορά. Τότε οι ταινίες που διαλέξαμε ήταν ως επί το πλείστον πασίγνωστες και, ακόμη και αν δε συμφωνήσατε με τις επιλογές μας, είχαμε το άλλοθι της φήμης που τις συνοδεύει. Τώρα, στόχος μας δεν είναι να σας παρουσιάσουμε ταινίες που λογικά ήδη ξέρετε, αλλά να σας ταξιδέψουμε στον κόσμο των ρομαντικών ταινιών μέσα από έξι κάπως πιο άγνωστες παραγωγές, που, αν και καμιά φορά προβάλλονται στην τηλεόραση, σαφώς υστερούν σε φήμη των κλασικών ρομαντικών ταινιών του Χόλιγουντ. Ευελπιστούμε πως μέσω της ανάλυσής μας θα σας κινήσουμε την περιέργεια για τις ταινίες αυτές, που δεν έχουν να ζηλέψουν σε πολλά τις υπερπαραγωγές του είδους, τουλάχιστον στον τρόπο που αναδεικνύουν τον έρωτα και την αγάπη. Στις θέσεις σας λοιπόν…

Δέκα πράγματα που μισώ σε σένα (10 Things I Hate About You, 1999)

3,5 Stars

220px-10_Things_I_Hate_About_You_film

Διάρκεια: 99΄
Είδος: Ρομαντική κομεντί
Σκηνοθεσία: Gil Junger
Πρωταγωνιστούν: Heath Ledger, Julia Stiles, Joseph Gordon-Levitt, Larisa Oleynik
Υπόθεση: Μια σύγχρονη μεταφορά του έργου «Η στρίγγλα που έγινε αρνάκι» του Γουίλιαμ Σέξπιρ, με έναν nerdy νεαρό να ερωτεύεται μια όμορφη πλην αντικοινωνική κοπέλα σ΄ ένα αμερικανικό λύκειο.

Ίσως η καλύτερη εφηβική ρομαντική κωμωδία. Καλές ερμηνείες, έξυπνοι διάλογοι, διάχυτο χιούμορ, αυτοσαρκασμός, πιο σύνθετοι χαρακτήρες και έντονη κριτική σε αξίες που οι υπόλοιπες ταινίες του είδους προωθούν. Γενικότερα δεν ξεχειλίζει από ρομαντισμό και συναίσθημα, αλλά η σκηνή όπου ο αείμνηστος Heath Ledger τραγουδά το «Can’t take my eyes off you» του θρυλικού Frank Sinatra αγγίζει και την πιο κυνική έφηβη. H ταινία ανέδειξε τόσο τον ίδιο το Ledger, όσο και τους συμπρωταγωνιστές του Julia Stiles και Joseph Gordon-Levitt.

Στο παρακάτω βίντεο μπορείτε να δείτε και να ακούσετε τον – αγνώριστο – Heath Ledger να εκτελεί την αξέχαστη επιτυχία του Sinatra.

Ερωτικά παιχνίδια (Cruel Intentions, 1999)

4 Stars

220px-Cruel_intentions_ver1

Διάρκεια: 97΄
Είδος: Ρομαντικό δράμα
Σκηνοθεσία: Roger Kumble
Πρωταγωνιστούν: Sarah Michelle Gellar, Ryan Phillippe, Reese Witherspoon. Selma Blair
Υπόθεση: Η Kathryn (Gellar) βάζει ένα στοίχημα με το θετό αδερφό της (Philippe), λέγοντάς του πως δε μπορεί να ρίξει στο κρεβάτι την αθώα Annette (Witherspoon). Οι συνέπειες είναι τουλάχιστον περίπλοκες.

Μία εφηβική ρομαντική ταινία, πολύ διαφορετική από τις υπόλοιπες. Βασίζεται στο σκανδαλώδες μυθιστόρημα “Les Liaisons dangereuses” του Choderlos de Laclos του 1872. Η πλοκή είναι γεμάτη δολοπλοκίες, αποπλανήσεις, χειραγώγηση και έντονο ερωτισμό. Κι όμως, εντάσσει αρμονικά μια όμορφη ρομαντική ιστορία και την πορεία ενός νέου από την ασωτία στην αρετή , με τη βοήθεια –φυσικά- ενός καλού κοριτσιού. Οι Sarah Michelle Gellar και Reese Witherspoon είναι ιδανικές για τέτοιους ρόλους, ενώ ποιότητα προσδίδει η εμφάνιση της βραβευμένης με Όσκαρ Louise Fletcher.

Serendipity (2001)

4,5 stars

220px-Serendipity_poster

Διάρκεια: 91΄
Είδος: Ρομαντική κομεντί
Σκηνοθεσία: Peter Chelson
Πρωταγωνιστούν: John Cusack, Kate Beckinsale, Molly Shannon
Υπόθεση: Ένα ζευγάρι συναντιέται ξανά πολύ καιρό μετά την πρώτη τους συνάντηση, ερωτεύονται, χωρίζουν, πιστεύοντας πάντα πως είναι γραφτό να είναι μαζί.

Serendipity σημαίνει «τυχαία εξέλιξη γεγονότων με ευχάριστα και ευεργετικά αποτελέσματα». Μια υπέροχη, αισιόδοξη, ρομαντική κομεντί για όσους θέλουν να πιστέψουν στο πεπρωμένο, στην αδερφή ψυχή τους και στην καλή τύχη. Δύο πρωταγωνιστές που γνωρίστηκαν λίγο αλλά δεν ξέχασαν ποτέ ο ένας τον άλλο, ξεκινούν ο καθένας από ένα ταξίδι αναζήτησης με οδηγό το ένστικτό τους. Την αγαπήσαμε για τις ευτυχείς συμπτώσεις, αλλά και ανθρώπινη επιμονή, πέρα από κάθε συμβατική λογική. Επίσης για τις ερμηνείες των Cusack και Beckinsale, που έχουν εξαιρετική χημεία.

The Wedding Date (2005)

4 Stars

220px-The_Wedding_Date_poster

Διάρκεια: 90΄
Είδος: Ρομαντική κομεντί
Σκηνοθεσία: Clare Kilner
Πρωταγωνιστούν: Debra Messing, Dermot Mulroney, Amy Adams
Υπόθεση: H Κat Ellis, ανασφαλής γιατί δε βρίσκει σύντροφο, προσλαμβάνει ένα συνοδό για το γάμο της αδερφής της. Κύριος στόχος της είναι να πικάρει τον πρώην αρραβωνιαστικό της, αλλά τα πράγματα θα ακολουθήσουν τη δική τους πορεία.

Πρώτα κωμική και μετά ρομαντική, μια απολαυστική και ανάλαφρη ταινία για μια γυναίκα δυναμική αλλά πολύ μπερδεμένη και έναν άνδρα φαινομενικά τέλειο. Μια ιστορία χιουμοριστική, αφελής χωρίς να γίνεται ανόητη, αισθηματική χωρίς να γίνεται μελοδραματική και αισιόδοξη. Η ταινία, δεν υπόσχεται τίποτα παραπάνω από λίγο γέλιο, λίγο ρομάντζο και λίγο παραμύθι. Και τα καταφέρνει περίφημα, χάρη και στο πανέξυπνο σενάριο της Dana Fox.

Βαμμένο Πέπλο (The Painted Veil, 2006)

4,5 stars

220px-Painted-veil-poster

Διάρκεια: 125΄
Είδος: Ρομαντικό δράμα
Σκηνοθεσία: John Curran
Πρωταγωνιστούν: Naomi Watts, Edward Norton, Liev Schreiber, Diana Rigg
Υπόθεση: Ένας Βρετανός γιατρός καταπολεμά μια επιδημία χολέρας σ΄ ένα χωριό κοντά στη Σανγκάη, ενώ πίσω στην πατρίδα είναι παγιδευμένος σ΄ ένα γάμο χωρίς έρωτα με μια άπιστη σύζυγο.

Ταινία με πρωταγωνιστικό δίδυμο Norton και Watts, δύσκολα δε θα είναι καλή. Η συγκεκριμένη όμως υπερβαίνει τις προσδοκίες. Μια ιστορία αγάπης που ξεκινά αρκετό καιρό μετά το γάμο των πρωταγωνιστών. Ένα ζευγάρι δοκιμάζει να υπερνικήσει την αποξένωση, τη μοιχεία, τη μνησικακία, και την ασυμφωνία χαρακτήρων και μετά από ένα μεγάλο ταξίδι βρίσκει πάλι την αγάπη. Μαγευτική στην αβρότητά της, σαγηνεύει η ατμόσφαιρα της κινεζικής επαρχίας και αφήνει μια γλυκόπικρη γεύση, ενώ δε λείπει το πολιτικο-ιστορικό στοιχείο.

Η ταινία αποτελεί συμπαραγωγή ΗΠΑ-Καναδά-Κίνας-Βελγίου, και είναι η τρίτη κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος του William Somerset Maugham (1925). Στην πρώτη ταινία (1934) πρωταγωνιστεί η Greta Garbo, την οποία, όσο φιλότιμα κι αν προσπαθεί, απλά δεν μπορεί να ξεπεράσει η Naomi Watts.

Remember Me (2010)

4,5 stars

Remember_me_film_poster

Διάρκεια: 108΄
Είδος: Ρομαντικό δράμα
Σκηνοθεσία: Allen Coulter
Πρωταγωνιστούν: Robert Pattinson, Emilie de Ravin, Chris Cooper, Lena Olin
Υπόθεση: Ένα ρομαντικό δράμα που επικεντρώνεται σε δύο νεαρούς χαρακτήρες: τον Tyler, που οι γονείς του χώρισαν μετά την αυτοκτονία του αδερφού του, και την Ally, που ζει τη ζωή της στα άκρα αφού έγινε αυτόπτης μάρτυρας της δολοφονίας της μητέρας της.

Μια δραματική, ρεαλιστική ιστορία που εκπλήσσει, αγγίζει, συγκινεί και προβληματίζει. Νεαροί πρωταγωνιστές, χαρακτήρες αληθινοί και ευάλωτοι, επαναστατούν, θέτουν απορίες και προσπαθούν να πορευτούν μες στην απώλεια, την αδικία, τον έρωτα και τη ζωή. Μεστές ερμηνείες, πρωτότυπο σενάριο με απροσδόκητες ανατροπές και η Νέα Υόρκη στο φόντο. Ξεχωρίζει για το εναλλακτικό της ύφος και το συναισθηματικό βάθος της. Η ταινία είναι τόσο καλή, που κάνει ακόμη και τον μετριότατο Pattinson να φαίνεται ποιοτικός. Ναι, καλά ακούσατε.

Υ.Γ.: Θα ήθελα για άλλη μια φορά να ευχαριστήσω τη συντακτική ομάδα του Cinema Therapy που βρίσκεται πάντα στο πλευρό μου, και ουσιαστικά δικό της έργο αποτελεί το συγκεκριμένο άρθρο, καθώς η δική μου σχέση με τις ρομαντικές ταινίες δεν είναι τόσο καλή. Αν δε σας άρεσε το άρθρο, δηλαδή, τα παράπονά σας όχι σε μένα! 😛

Συνεχίζουμε το αφιέρωμα-ύμνο στην παιδική μας ηλικία και τα κινούμενα σχέδια, συγκρίνοντας τις ταινίες των δύο μεγαλύτερων εταιριών του είδους, Disney και Warner Bros, σε διάφορους τομείς και κατηγορίες. Μείνετε συντονισμένοι, καθώς ακολουθούν πολλά βίντεο με τις καλύτερες στιγμές από τις ταινίες και των δύο εταιριών, στιγμές που όλοι αγαπήσαμε!

disneywb

Χιούμορ και στόχοι

Στην κατηγορία αυτή έγκειται η μεγαλύτερη διαφορά των ταινιών της Walt Disney με αυτές της Warner. Αμφότερες οι εταιρίες παράγουν ταινίες κινουμένων σχεδίων με σκοπό να ψυχαγωγήσουν το κοινό κάθε ηλικίας και να το κάνουν να γελάσει, αλλά με τελείως διαφορετικό τρόπο.

chipndalebugs daffy elmer

Το χιούμορ των ταινιών της Disney, ειδικά όσο ζούσε ο ιδρυτής και πρόεδρός της, είναι πολύ πιο λεπτό, έμμεσο αλλά και παιδικό σε σχέση με αυτό της Warner. Δεν απαιτεί ειδικές γνώσεις (ενώ στις ταινίες της Warner υπάρχουν π.χ. αρκετά λογοπαίγνια που για να τα καταλάβει ο θεατής χρειάζεται να ξέρει την Αμερική της εποχής), δεν είναι χοντροκομμένο (με την καλή ή την κακή έννοια), και ακόμη και όταν γίνεται παλαβό (κυρίως στις ταινίες των 90΄s) δεν προσεγγίζει ποτέ το άναρχο χιούμορ των Looney Tunes. Ριζική διαφορά άλλωστε αποτελούν και οι στόχοι που επιθυμεί κάθε εταιρία να προωθήσει μέσω των ταινιών της. Η Disney, εκτός από γέλιο, θέλει να προκαλέσει συγκίνηση, νοσταλγία και γενικότερη ευφορία, καθώς και να διδάξει. Επομένως, το χιούμορ στις ταινίες της είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη μουσική (συχνά τα τραγούδια είναι πιο αστεία από τους διαλόγους), τη ρομαντική ιστορία που σχεδόν πάντοτε κυριαρχεί, καθώς και τις περιπέτειες των ηρώων, στοιχεία που με τη σειρά τους εξυπηρετούν τους στόχους που αναφέραμε παραπάνω.

Αντίθετα, τα cartoon της Warner Bros. έχουν ως μοναδικό ουσιαστικό στόχο να κάνουν το κοινό να γελάσει. Δεν πρόκειται να σε διδάξει τίποτε ο Bugs Bunny ή ο Duffy Duck, ούτε να σε συγκινήσουν, ούτε συνοδεύει τις ταινίες τους προσεγμένη μουσική. Όλα είναι πιο άναρχα, πιο ανοργάνωτα, πιο αμερικάνικα θα λέγαμε. Το χιούμορ των Looney Tunes είναι πιο απλοϊκό και άμεσο, εντούτοις απευθύνεται περισσότερο σε ενήλικες, εξαιτίας τόσο των προαπαιτούμενων γνώσεων που αναφέραμε (όχι απαραίτητα εγκυκλοπαιδικών, αλλά και εμπειρικών), όσο και της πιο ρεαλιστικής πραγματικότητας που προβάλλει (θα μιλήσουμε γι΄ αυτήν αργότερα), που ένα μικρό παιδί δυσκολεύεται να κατανοήσει.

ΝΙΚΗΤΗΣ:
100% υποκειμενικό. Υπέρ της Disney το γεγονός ότι προσπαθεί μέσω των ταινιών της να διδάξει και να συγκινήσει, και όχι μόνο να σε κάνει να γελάσεις. Από την άλλη, πιο καθαρές ιδέες και γνήσιο καρτουνίστικο χιούμορ διαθέτουν οι ταινίες της Warner.

Χαρακτήρες και προσέγγιση της πραγματικότητας

Ουσιαστικά εδώ κάνουμε ένα βήμα πίσω σε σχέση με την προηγούμενη ενότητα, καθώς οι χαρακτήρες που δημιούργησαν οι δυο εταιρίες και το σύμπαν στο οποίο τους τοποθέτησαν είναι αυτά που παράγουν το χιούμορ και υλοποιούν τους στόχους που αναφέραμε παραπάνω. Επομένως οι δύο κατηγορίες είναι λίγο πολύ αλληλένδετες.

hades

tweetie pie

Με εξαίρεση τον Ντόναλντ Ντακ, και σε μικρότερο βαθμό τον Γκούφι, οι κεντρικοί χαρακτήρες των κλασικών cartoon της Disney είναι average guys, συχνά αδιάφοροι (βλέπε Μίκι Μάους), συνήθως καλόψυχοι και χωρίς ιδιαίτερα πάθη. Οι χαρακτήρες των μεγάλου μήκους ταινιών της όμως, είναι πολύ πιο πολύπλοκοι, και δεν είναι τόσο εύκολο να τους κατατάξεις εύκολα σε «καλούπια». Υπάρχει όμως ένας σαφής διαχωρισμός: στη μεγάλη πλειοψηφία τους, οι χαρακτήρες της Disney είναι ή πολύ καλοί ή πολύ κακοί. Αυτό άλλωστε είναι και το σύμπαν της Disney, ο αιώνιος πόλεμος μεταξύ καλού και κακού (Χιονάτη – Κακιά Βασίλισσα, Πίτερ Παν – Κάπτεν Χουκ, Αλαντίν – Τζαφάρ, Σίμπα – Σκαρ, Ηρακλής – Άδης και η λίστα δεν τελειώνει ποτέ), με το καλό πάντοτε να επικρατεί στο τέλος για διάφορους λόγους. Το σύμπαν αυτό της Disney μπορεί σαφώς να χαρακτηριστεί απλοϊκό, ρομαντικό και παραμυθένιο, είναι όμως ό,τι χρειάζεται για να κατανοήσουν τα παιδιά τα νοήματα των ταινιών της, καθώς και να αναπτυχθούν οι πιο σύνθετοι και ανθρώπινοι χαρακτήρες τους.

Από την άλλη, το σύμπαν μέσα στο οποίο δραστηριοποιούνται οι ήρωες των Looney Tunes μόνο παραμυθένιο δεν είναι. Αντιθέτως, είναι απόλυτα ρεαλιστικό: μια απεικόνιση της αμερικανικής κοινωνίας της εκάστοτε εποχής, με τους ήρωες να αντιπροσωπεύουν το μέσο άνθρωπο που προσπαθεί να αξιοποιήσει τα χαρίσματα και τις ικανότητές του προκειμένου να επιβιώσει. Αν και οι ταινίες της περιγράφουν συχνά ιστορίες κυνηγού-θηράματος (Elmer & Bugs Bunny, Sylvester & Tweety, Coyote & Road Runner), το θήραμα εμφανίζεται πολύ πιο πονηρό και… ύπουλο από τον κυνηγό, ο οποίος συνήθως συγκεντρώνει τη συμπάθεια του κοινού, κάτι που ποτέ δε βλέπουμε στη Disney. Οι χαρακτήρες της Warner δεν είναι ούτε καλοί ούτε κακοί, είναι καιροσκόποι που κοιτάνε πρωτίστως το συμφέρον τους. Το παράδοξο της υπόθεσης; Αν και σαφώς πιο ρεαλιστές και προσγειωμένοι από τους αντίστοιχους της Disney, είναι πιο παλαβοί και παράλογοι. Αυτός ο συνδυασμός προκαλεί και το γέλιο, άλλωστε…

ΝΙΚΗΤΗΣ:
Προφανώς υποκειμενικό και δω, αλλά προσωπικά θεωρώ τους παλαβούς χαρακτήρες της Warner πιο «δικά μας παιδιά» και, οριακά έστω, τους προτιμώ. Αυτοί της Disney, βέβαια, είναι πιο προσιτοί στις μικρές ηλικίες.

Τα πρόσωπα… πίσω από τις κάμερες

Ας γνωρίσουμε μέσα από αυτή τη σύγκριση τους ανθρώπους που εμπνεύστηκαν και υλοποίησαν τα μεγαλύτερα αριστουργήματα στον τομέα των κινουμένων σχεδίων που μας πρόσφεραν η Walt Disney και η Warner Bros.

Walt Disneyjonesfreleng-ap

Στην πάνω φωτογραφία, ο Walt Disney. Στην κάτω, οι Chuck Jones και Friz Freleng.

Από τις απαρχές της ύπαρξής της, και για 40 και πλέον χρόνια, η Walt Disney ήταν εταιρία ουσιαστικά ενός ανθρώπου, αυτού που της έδωσε και το όνομά της. Όχι πως δεν είχε άξιους επαγγελματικούς συνεργάτες (όπως ο Ub Iwerks), αλλά οι ήρωες, ο σχεδιασμός, οι ταινίες κινουμένων σχεδίων και στην τελική η εταιρία ολόκληρη, αποτελούσαν πάντοτε έμπνευση του ιδρυτή της. Αυτός σχεδίασε τον Μίκι και τη Μίνι Μάους, τον Γκούφι, τον Ντόλαντ (όχι όμως και τις υπόλοιπες πάπιες, που αποτελούν έμπνευση του Carl Barks), αυτός προσάρμοσε τα παραμύθια της Χιονάτης, της Σταχτοπούτας, της Αλίκης, του Πίτερ Παν και του Πινόκιο στις ταινίες του σκορπώντας χαρά και συγκίνηση σε εκατομμύρια παιδιά και μεγάλους. Μετά το θάνατό της το 1966 η Disney αναπτύχθηκε ακόμη περισσότερο συνολικά ως κινηματογραφική εταιρία, αλλά στον παραδοσιακό τομέα της, τα κινούμενα σχέδια, υπέφερε. Ευτυχώς όμως, στα τέλη των 80΄s βρέθηκε στην εταιρία μια νέα γενιά σχεδιαστών και σκηνοθετών cartoon, με κυριότερους τους Rob Minkoff και Roger Allers, που επανέφεραν την εταιρία σε θριαμβευτική τροχιά με τα αριστουργήματα των 90΄s (κυρίως) και των 2000΄s. Έτσι η ιστορία έδειξε πως, παρά το θάνατο του ιδρυτή και εμπνευστή τους, τα κινούμενα σχέδια της Disney όχι μόνο άντεξαν, αλλά αναπτύχθηκαν. Αναπτύχθηκαν τόσο, που ο ίδιος ο Walt Disney θα ήταν περήφανος.

Αντιστρόφως ανάλογη υπήρξε η ιστορία των cartoon της Warner Bros. Όπως έχουμε αναφέρει, η εταιρία δε βασίστηκε ποτέ στα κινούμενα σχέδια, γι΄ αυτό και το σχεδιασμό και την παραγωγή τους δεν αναλάμβανε προσωπικά ένας άνθρωπος, όπως στη Disney, αλλά μια ομάδα θεοπάλαβων και εξαιρετικά ταλαντούχων σχεδιαστών, που εργάζονταν σ΄ ένα στούντιο της εταιρίας γνωστό ως «Τermite Terrace». Η ομάδα αυτή είχε ως κύρια μέλη τον Tex Avery, τον Robert Clampett, τον Robert McKimson και, φυσικά, τους Chuck Jones και Friz Freleng. Αυτοί σχεδίασαν τους μεγαλύτερους σταρ των Looney Tunes, και στις ταινίες που σκηνοθέτησαν διακρίνεται η διαφορά στη φιλοσοφία τους, στο χιούμορ τους και στον τρόπο που αντιμετώπιζαν τους χαρακτήρες που συνήθως άλλοι δημιούργησαν (π.χ. ο Bugs Bunny αποτελεί δημιούργημα του Avery, αλλά αυτός έφυγε από την εταιρία ένα χρόνο μετά, οπότε η συντριπτική πλειοψηφία των ιστοριών με ήρωα το θεοπάλαβο λαγό σκηνοθετήθηκε από άλλους). Αν και το γεγονός πως η Warner δε στηριζόταν σε ένα άτομο αλλά σε μια ομάδα ανθρώπων θα μας έκανε να σκεφτούμε πως είχε πιο γερά θεμέλια από τη Disney (επειδή κι ένας να έφευγε, υπήρχαν πολλοί άλλοι), τελικά συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Όταν η ομάδα αυτή σιγά σιγά άρχισε να αποσύρεται, και οι ιδρυτές της εταιρίας έδωσαν τη θέση τους σε νέους αγοραστές, τα κινούμενα σχέδια παραμελήθηκαν τελείως από την εταιρία. Ακόμη και σήμερα, η Warner δεν παράγει μαζικά νέες ταινίες cartoon (απλώς εκμεταλλεύεται τις ήδη υπάρχουσες) και ένας από τους λόγους είναι πως δε διαθέτει αξιόλογα άτομα στον τομέα αυτό. Και ποτέ δε διέθετε, από τότε που αποσύρθηκαν οι παλαβοί σκηνοθέτες του Termite Terrace.

ΝΙΚΗΤΗΣ:
Η λογική πριν 50 χρόνια θα έλεγε Warner Bros. Η ιστορία όμως έδειξε Disney, αν και σημαντικός λόγος γι΄ αυτό είναι πως στη Warner μάλλον δεν ασχολήθηκαν ιδιαίτερα με τον τομέα από κάποιο σημείο κι έπειτα.

DISNEYQUOTEClampett

Πολλά είπαμε, όμως, έτσι δεν είναι; Αν μια εικόνα ισούται με 1000 λέξεις, φανταστείτε με πόσες ισούται ένα βίντεο, και με πόσες 21 βίντεο, γιατί τόσα πρόκειται να σας δείξουμε. Απολαύστε τις καλύτερες στιγμές από τα κινούμενα σχέδια της Disney και της Warner Bros!

WALT DISNEY

1. Η κακιά βασίλισσα δίνει το δηλητηριασμένο μήλο στη Χιονάτη (Snow White and the Seven Dwarfs, 1937).
Κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα…

2. Δεν έχω δει ποτέ ελέφαντα να πετάει! (Dumbo, 1941)
Τα κοράκια κοροϊδεύουν το Ντάμπο το ελεφαντάκι επειδή ισχυρίζεται πως μπορεί να πετάξει.

3. Και θα΄ ναι το ρεζίλι της Αγγλίας! (Ο Ρομπέν των Δασών, 1973)
Η συμμορία του Ρομπέν των Δασών σκαρφίζεται ένα κοροϊδευτικό τραγούδι για το βασιλιά Ιωάννη, το οποίο στη συνέχεια της ταινίας τραγουδούν ακόμη και… οι συνεργάτες του.

4. Η μεταμόρφωση του τέρατος (Η Πεντάμορφη και το Τέρας, 1991)
Δεν είναι αστεία η συγκεκριμένη σκηνή, αλλά είναι ό,τι πιο συγκινητικό μας έχει χαρίσει η Disney…

5. Το τζίνι αυτοπαρουσιάζεται (Αλαντίν, 1992)
Ο Αλαντίν βρίσκει ένα παντοδύναμο αλλά θεοπάλαβο τζίνι, που του κάνει μια μικρή επίδειξη των δυνατοτήτων του.

6. Ο Αλί, πρώτο παιδί, και πάνω απ΄ οοοοοοοοοόλους!!! (Αλαντίν, 1992)
Το προαναφερθέν τζίνι μετατρέπει τον Αλαντίν σε πρίγκιπα ώστε να κατακτήσει την καρδιά της πριγκίπισας Τζασμίν, και τον παρουσιάζει στο κοινό με το δικό του μοναδικό τρόπο.

7. Περιβάλλομαι από βλάκες… (Ο Βασιλιάς των Λιονταριών, 1994)
Ο κακός Σκαρ αμφισβητεί τις ικανότητες των συνεργατών του, σε μια εξαιρετικά σύντομη αλλά χαρακτηριστική σκηνή.

8. Διψάς; (Ηρακλής: Πέρα από το μύθο, 1997)
Ένα πρόβλημα των κακών της Disney είναι ότι οι συνεργάτες τους δεν πολυνοιάζονται για τα σχέδια τους. Εδώ οι υποτιθέμενοι βοηθοί του Άδη… διαφημίζουν το μεγάλο του αντίπαλο, Ηρακλή, και φυσικά τον κάνουν έξαλλο.

9. Θα ΄σαι κάνω, μικρέ, άντρα εγώ!! (Μουλάν, 1998)
Ο διοικητής του Κινεζικού στρατού αμφισβητεί κι αυτός τις ικανότητες των στρατιωτών του, αλλά με αρκετή αισιοδοξία και πολλή μουσική…

10. Κολυμπάμε! Κολυμπάμε! (Ψάχνοντας το Νέμο, 2003)
Ακόμη και στον 21ο αιώνα, οι επικές ατάκες συνεχίζονται. Εδώ το θεότρελο ψάρι Ντόρι μας υποδεικνύει τον τρόπο για να αντιμετωπίζουμε τα προβλήματά μας.

WARNER BROS.

1. Εποχή λαγού! Εποχή πάπιας! (The Hunting Trilogy, 1951-53)
H αιώνια διαμάχη του Μπαγκς και του Ντάφι, που προσπαθούν να αποδείξουν πως το κυνήγι απαγορεύεται για το δικό τους είδος, αλλά επιτρέπεται γι΄ αυτό του… άσπονδου φίλου τους.

2. Τα παθήματα του κογιότ (Διάφορα επεισόδια, 1949-66)
Το δύσμοιρο κογιότ αποτυγχάνει πάντα στις προσπάθειές του να πιάσει το Road Runner, για διάφορους λόγους.

3. Το όριο του σχοινιού (Διάφορα επεισόδια, 1946-64)
Ο θηριώδης κόκορας Foghorn Leghorn διακόπτει κάπως βίαια το ύπνο του «φίλου» του του σκύλου, εκμεταλλευόμενος και το όριο σχοινιού.

4. Προσοχή σκύλος! (Ain’t She Tweet, 1953 & Dog Pounded, 1954)
Οι προσπάθειες του Συλβέστερ να πιάσει τον Τουίτι αντιμετωπίζουν προβλήματα λόγω της παρουσίας δεκάδων bulldog με άγριες διαθέσεις.

5. Τα έκανε… σαλάτα! (The Rabbit of Seville, 1950)
Ο Bugs Bunny, ως άλλος κουρέας της Σεβίλλης, προσπαθεί να βοηθήσει (λέμε τώρα) τον Elmer Fudd να αποκτήσει μαλλιά, αλλά με έναν μάλλον περίεργο τρόπο…

6. It’s love at first sight… (Scentimental Romeo, 1950)
O Παριζιάνος ασβός Pepe Le Pew προσπαθεί με τη γοητεία του να κατακτήσει μια θυληκή… γάτα που πέρασε για ασβό. Δυστυχώς, όμως, αυτή δεν ανταποκρίνεται…

7. Cut the cards! (Bugs Bunny Rides Again, 1948)
Η αιώνια μάχη Bugs Bunny και Yosemite Sam στην άγρια Δύση. Κυνηγητά με άλογα, μονομαχίες και χαρτιά, με γνωστό νικητή φυσικά.

8. Είναι δύσκολο να είσαι manager… (Yankee Doodle Daffy, 1943)
O θεοπάλαβος ατζέντης Daffy Duck προσπαθεί να πλασάρει τη νέα του ανακάλυψη στον ειδικό επί του θεάματος Porky Pig, αλλά το μόνο που καταφέρνει είναι να… τον τρελάνει.

9. Ο… εύκολος δρόμος (Duck Dodgers in the 24½th Century, 1953)
Στο διάσημο cartoon που ενέπνευσε ολόκληρη τη σειρά Ντακ Ντότζερς, ο Daffy Duck και ο Porky Pig αποδεικνύουν πως το παν είναι να δίνεις σαφείς οδηγίες…

10. Ο βάτραχος που τραγουδάει (One Froggy Evening, 1955)
Ο φοβερός και τρομερός Michigan J. Frog, που τραγουδάει μόνο μπροστά στο αφεντικό του, σε όλο του το μεγαλείο.

bugs mickey

BONUS TRACK

Επιτέλους μαζί! (Who Framed Roger Rabbit, 1988)
Οι δύο χαρακτήρες-σύμβολα των κινουμένων σχεδίων, Mickey Mouse και Bugs Bunny, για πρώτη και μοναδική φορά μαζί στη μεγάλη οθόνη. Απλά ανεκτίμητο.

Κάπου εδώ τελειώσαμε. Στην τελική δε χρειάζονται μεγάλες και λεπτομερείς αναλύσεις για τόσο απλά πράγματα όπως τα κινούμενα σχέδια. Χρειάζεται απλά να ξέρεις να τα απολαμβάνεις!! :)

Η δεύτερη cine-μαχία είναι αναμφίβολα ξεχωριστή. Δεν έχει να κάνει με πρόσωπα, αλλά με εταιρίες, και συγκεκριμένα τις δύο εταιρίες που πρωταγωνιστούν εδώ και περίπου έναν αιώνα στον χώρο των κινουμένων σχεδίων. Μιλάμε φυσικά για τη Disney και τη Warner Bros, που με τα cartoon που μας παρουσίασαν τα τελευταία 90 χρόνια χάρισαν και εξακολουθούν να χαρίζουν απλόχερα το γέλιο σε μικρούς και μεγάλους!

Η τελευταία σκηνή από την ταινία "Ποιος παγίδεψε το Ρότζερ Ράμπιτ" (1988), στην οποία εμφανίζονται τα μεγάλα αστέρια και των δύο εταιριών.

Η τελευταία σκηνή από την ταινία «Ποιος παγίδεψε το Ρότζερ Ράμπιτ» (1988), στην οποία εμφανίζονται τα μεγάλα αστέρια και των δύο εταιριών.

Γενιές και γενιές παιδιών μεγάλωσαν βλέποντας από τη μία το Μίκι, τον Ντόναλντ, το Γκούφι και τους άλλους ήρωες της Disney, και από την άλλη το Bugs Bunny, το Daffy Duck, τους Sylvester και Tweety και την υπόλοιπη τρελοπαρέα της Warner Bros. Δύο τελείως διαφορετικές προσεγγίσεις του παιδικού χιούμορ, σε τέτοιο βαθμό που είναι αδύνατο για κάποιο γνώστη των κινουμένων σχεδίων να δει μια ταινία και να μη μπορεί να καταλάβει σε ποια από τις δύο εταιρίες ανήκει. Παρά τις διαφορές τους όμως, οι δύο εταιρίες είναι εξίσου καλές στο να σκορπούν το γέλιο όχι μόνο στα παιδιά, αλλά και σε μας που… μεγαλώσαμε κάπως. Στο αφιέρωμα αυτό θα ξεκινήσουμε με μια μικρή ιστορική αναδρομή για τις δύο εταιρίες, θα επιχειρήσουμε μια σύγκριση των βασικότερων παραγόντων που διαμόρφωσαν τις ταινίες τους και θα ολοκληρώσουμε με αρκετά βίντεο από αστείες στιγμές που προέρχονται από ταινίες τους. Το ταξίδι αρχίζει, και προβλέπεται πλούσιο σε γέλιο, συγκίνηση και νοσταλγία…

WDΗ Walt Disney ιδρύθηκε το Δεκέμβριο του 1923 και πήρε το όνομα του ιδρυτή της (1901-1966). Ξεκίνησε αποκλειστικά ως εταιρία παραγωγής ταινιών κινουμένων σχεδίων (γεγονός σπάνιο για την εποχή) αλλά το μεγάλο μπαμ το έκανε το 1928 με την εμφάνιση του πρώτου ολοκληρωμένου χαρακτήρα cartoon, του θρυλικού Mickey Mouse, που απέκτησε φήμη με την ταινία Steamboat Willie. Την επόμενη δεκαετία η παρέα των… ποντικών (Μίκι, Μίνι και σία) απέκτησε παρέα από τις… πάπιες (Ντόναλντ, Daisy, Σκρουτζ ΜακΝτακ, Χιούι, Λιούι και Ντιούι) και τον θεοπάλαβο Γκούφι, και ξεκίνησε μια μεγάλη παραγωγή ταινιών μικρού μήκους με πρωταγωνιστές τους παραπάνω χαρακτήρες, εξαιρετικά πετυχημένη. Αυτό που ξεχώρισε όμως τον Disney και την εταιρία του ήταν οι ταινίες κινουμένων σχεδίων μεγάλου μήκους, με πρώτη την εξωπραγματική για την εποχή της Χιονάτη (1937). Ήταν το ξεκίνημα μιας σειράς από ταινίες μεγάλου μήκους, όλες δημιουργίες του Disney, στις επόμενες 3 δεκαετίες (Πινόκιο, Ντάμπο, Σταχτοπούτα, Πίτερ Παν, Η Ωραία Κοιμωμένη και πολλές άλλες). Μετά το θάνατο του ιδρυτή της το 1966, η Disney ξεκίνησε την παραγωγή «κανονικών» ταινιών και εξελίχθηκε σε major studio, βάζοντας στην άκρη για 20-25 χρόνια τα κινούμενα σχέδια. Ωστόσο, επανήλθε δυναμικά τη δεκαετία του ΄90, με θρυλικές επιτυχίες όπως Η Πεντάμορφη και το Τέρας, Αλαντίν, Μουλάν, Ρομπέν των Δασών και Ηρακλής. Με την έλευση του computer animation η Disney συνέχισε να παράγει μεγάλου μήκους ταινίες cartoon, συχνά σε συνεργασία με εταιρίες animation όπως η Dreamworks και η Pixar. Ταυτόχρονα, η δημιουργία της Disneyland και μια σειρά από νέες ταινίες (συχνά συρραφές παλαιότερων) με πρωταγωνιστές τους κλασικούς ήρωες Mickey, Donald κλπ. επανέφερε στο προσκήνιο τους τελευταίους. Σήμερα η Walt Disney είναι μια απ΄ τις μεγαλύτερες κινηματογραφικές εταιρίες των ΗΠΑ, και η βιομηχανία των κινουμένων σχεδίων, είτε με νέες ταινίες είτε με την εκμετάλλευση των παλαιότερων, της αποφέρει τεράστια κέρδη.

WBH Warner Bros. ιδρύθηκε επίσης το 1923 και τα πρώτα χρόνια της ύπαρξής της περιορίστηκε σε ταινίες χαμηλού μπάτζετ. Προβληματισμένοι, οι αδερφοί Warner πήραν ένα τεράστιο ρίσκο και επένδυσαν τα πάντα στη δημιουργία της πρώτης ομιλούσας ταινίας στην ιστορία του σινεμά, του Τραγουδιστή της Τζαζ (1927). Η τεράστια επιτυχία της ταινίας καθιέρωσε τον κινηματογραφικό ήχο και μετέτρεψε την εταιρία σε ένα από τα μεγαλύτερα στούντιο στο Χόλιγουντ της Χρυσής Εποχής. Προσπαθώντας να διεισδύσουν και στα κινούμενα σχέδια, οι υπεύθυνοι της εταιρίας ξεκίνησαν την παραγωγή κάποιων μικρού μήκους ταινιών τη δεκαετία του 1930, και το 1935 παρουσίασαν τον πρώτο ολοκληρωμένο χαρακτήρα, τον Porky Pig. Πλάι του ξεκίνησαν τις… καριέρες τους τα δύο μεγαλύτερα αστέρια της εταιρίας, ο Daffy Duck και ο Bugs Bunny, το 1937 και το 1938 αντίστοιχα. Τις δεκαετίες του ΄40 και του ΄50 τους ήρωες αυτούς πλαισίωσαν ο Έλμερ Φαντ, ο Σιλβέστερ, ο Τουίτι, το κογιότ, ο Σαμ, ο Σπίντι Γκονζάλες και άλλοι και ανέδειξαν τη σειρά ταινιών κινουμένων σχεδίων Looney Tunes ως την κορυφαία στον τομέα των ταινιών μικρού μήκους. Αποδεχόμενη την υπεροχή της Disney, η Warner Bros. δεν επιχείρησε να γυρίσει ταινίες μεγάλου μήκους με τους ήρωές της, παρά μόνο κάποιες συρραφές παλαιότερων, και αυτές μετά την κλασική εποχή (δεκαετία του ΄80). Στα νεότερα χρόνια η εταιρία ένωσε τους αγαπημένους της ήρωες με ηθοποιούς σε δύο live action ταινίες: Space Jam (1996) και Looney Tunes: Back in Action (2003). Η εταιρία σπανίως παράγει νέες ταινίες κινουμένων σχεδίων, αλλά παραμένει κινηματογραφικός κολοσσός και έχει κάθε χρόνο τεράστια έσοδα από την εκμετάλλευση της ήδη υπάρχουσας βιομηχανίας των cartoon.

Κάπου εδώ τα διαδικαστικά τελείωσαν. Περνάμε στο κυρίως πιάτο: τη σύγκριση των ταινιών κινουμένων σχεδίων της Disney και της Warner Bros. και τη φιλοσοφία πίσω από αυτές. Οι δύο εταιρίες θα περάσουν από το… μικροσκόπιο του Cinema Therapy σε 5 διαφορετικές κατηγορίες, εκ των οποίων τις πρώτες δύο θα παρουσιάσουμε σ΄ αυτό το πρώτο μέρος. Αν και σχεδόν όσα ακολουθούν είναι τελείως υποκειμενικά και οι συγκρίσεις είναι πρακτικά αδύνατο να αναδείξουν νικητή, θα το επιχειρήσουμε κι αυτό. Προσδεθείτε…

Διάρκεια ταινιών (Μικρού/μεγάλου μήκους)

Snow whiteBugs Sam

Ας το ξεκαθαρίσουμε από την αρχή. Η Disney είναι ο αδιαμφισβήτητος βασιλιάς των ταινιών κινουμένων σχεδίων μεγάλου μήκους, και ακόμη και ο πρόσφατος (λόγω computer animation) ανταγωνισμός από Dreamworks, Pixar και κάποιες άλλες εταιρίες που συχνά κιόλας συνεργάζονται μαζί της, δεν επηρέασε την κυριαρχία της. Εξάλλου, η Disney υπήρξε η μοναδική εταιρία της κλασικής εποχής που παρήγαγε αποκλειστικά cartoon και καθόλου ταινίες με ηθοποιούς, οπότε αν βασιζόταν μόνο στα μικρού μήκους φιλμ δε θα επιβίωνε. Το παράδοξο της εποχής είναι ότι οι πιο γνωστοί χαρακτήρες της (Μίκι, Ντόναλντ, Γκούφι) σπανίως εμφανίζοντας σ΄ αυτές της μεγάλης διάρκειας ταινίες, εντούτοις ήταν οι αστέρες του στούντιο. Τα πιο πρόσφατα χρόνια οι ταινίες μικρού μήκους έχουν εκλείψει, και η Disney, έχει διεισδύσει και στις «κανονικές» ταινίες, παρ΄ όλα αυτά δεν αμέλησε τους κλασικούς χαρακτήρες της και τους έδωσε ρόλους και σε μεγάλου μήκους ταινίες.

Σε αντίθεση με τη Disney, η Warner Bros. ποτέ δε βασίστηκε στα κινούμενα σχέδια. Για την ακρίβεια, οι μεγαλοπαραγωγοί της στη δεκαετία του ’40, υπεύθυνοι για τη δημιουργία αριστουργημάτων του κλασικού σινεμά, αδιαφορούσαν τόσο για την παραγωγή cartoon που, όταν ένας από αυτούς ρωτήθηκε ποιον θεωρεί μεγαλύτερο αστέρα από τους χαρακτήρες Looney Tunes, απάντησε – μεταξύ σοβαρού και αστείου – «τον Μίκι Μάους». Παρ΄ όλα αυτά, εκμεταλλεύτηκαν πλήρως την επιτυχία των κινουμένων σχεδίων της εταιρίας τους και αντιλήφθηκαν πως η Disney δεν είχε αντίπαλο στις μεγάλου μήκους ταινίες. Έτσι, έστρεψαν την προσοχή τους στο να δημιουργήσουν την καλύτερη σειρά κινουμένων σχεδίων μικρού μήκους, και πιθανότατα τα κατάφεραν. Η σειρά Looney Tunes, αποτελούμενη από αυτοτελή επεισόδια 6-7 λεπτών με ήρωες τον Bugs, τον Duffy, τον Sylvester και την υπόλοιπη παρέα, αν και είχε ισχυρό ανταγωνισμό από τη Disney αλλά και από άλλες εταιρίες (MGM, Universal) είναι αυτή που ανέδειξε τη Warner Bros. ως ένα βασικό συντελεστή στο παιχνίδι των κινουμένων σχεδίων. Ακόμη και σήμερα, αυτές οι μικρές ιστορίες συνεχίζουν να σκορπούν το γέλιο, πιο άναρχα και ελεύθερα από τις μεγάλες ταινίες της Disney.

ΝΙΚΗΤΗΣ:
Στις μεγάλου μήκους ταινίες, 100% Walt Disney.
Στις μικρού μήκους, έστω και οριακά Warner Bros.

Αντοχή στο χρόνο

FrozenYou ought to be2

Όπως είναι γνωστό, δεν είναι τόσο δύσκολο να φτάσεις στην κορυφή αλλά να παραμείνεις εκεί. Και η Disney, με εξαίρεση λίγους «κλυδωνισμούς», τα κατάφερε. Από τα ασπρόμαυρα και πρωτόγονα έργα του ίδιου του Disney και της σειράς Silly Symphonies πριν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι τις υπερσύγχρονες υπερπαραγωγές με χρήση υπολογιστών και ειδικά εφέ που ζηλεύουν και κανονικές ταινίες, η εταιρία-σύμβολο των κινουμένων σχεδίων άντεξε και αντέχει στο χρόνο. Όσο ζούσε ο Disney, η εταιρία του παρήγαγε μια σειρά από αριστουργήματα μικρού και μεγάλου μήκους και διαμόρφωσε τη λεγόμενη «βιομηχανία των cartoon», αποδεικνύοντας τη δύναμή της. Μετά το θάνατο του ιδρυτή της, η Disney δυσκολεύτηκε για λίγα χρόνια, αλλά επανήλθε δριμύτερη και στα τελευταία χρόνια του 20ού αιώνα στάθηκε στο ύψος των παριστάσεων και αποδείχθηκε αντάξιά του. Με την έλευση του 21ου αιώνα και του computer animation, η Disney προσαρμόστηκε σύντομα και παρότι οι ταινίες της υπολείπονται σε ποιότητα σε σχέση με παλαιότερες παραγωγές της, η κυριαρχία της στα κινούμενα σχέδια είναι αδιαμφισβήτητη.

Μέχρι τη δεκαετία του 1980, η Warner ακολούθησε παρόμοια πορεία με τη μεγάλη αντίπαλό της. Από τις αρχές των 30΄s μέχρι τα τέλη των 60΄s η εταιρία αναδείχτηκε σε κολοσσό του αμερικανικού σινεμά γενικότερα, και η παραγωγή ταινιών κινουμένων σχεδίων στηρίχτηκε όχι στη διοίκηση, όπως στη Disney, αλλά σε μια ομάδα ταλαντούχων σχεδιαστών και σκηνοθετών με τρομερή φαντασία που δημιούργησαν όλους τους χαρακτήρες-αστέρες των Looney Tunes. Ακολούθησε μια κάμψη στις δεκαετίες του ΄70 και του ΄80, αλλά, σε αντίθεση με τη Disney, στη Warner δε βρέθηκαν ούτε οι άνθρωποι ούτε η διάθεση για αναβίωση της παλιάς δόξας. Γυρίστηκαν κάποιες ταινίες (ελάχιστες μετά το 2000), αλλά στόχος της εταιρίας ήταν περισσότερο η διαιώνιση των κλασικών επιτυχιών παρά η δημιουργία νέων χαρακτήρων ή ταινιών. Ουσιαστικά, δηλαδή, η Warner εδώ και 20 χρόνια ασχολείται με την εκμετάλλευση του ήδη υπάρχοντος υποβάθρου της στον τομέα των cartoon, και ακόμη και οι όποιες νέες παραγωγές συμβαδίζουν με το στόχο αυτό. Δε θα έλεγα πως η Warner δεν άντεξε στο χρόνο, αλλά σε καμία περίπτωση δεν κατάφερε να επαναλάβει τις επιτυχίες του παρελθόντος.

ΝΙΚΗΤΗΣ:
Σχετικά εύκολα η Disney. Μπορεί να θυμόμαστε εξίσου τις παλιές επιτυχίες και των δύο, αλλά η Disney κατάφερε να επιβληθεί στο χώρο για πολλά περισσότερα χρόνια από τη Warner.

Κάπου εδώ θα κάνουμε ένα μικρό διάλειμμα. Πριν επανέλθουμε στο δεύτερο μέρος όπου θα συγκρίνουμε τις δυο εταιρίες σε τρεις ακόμη τομείς και θα προβάλλουμε βίντεο από ταινίες που σημάδεψαν το κοινό κάθε ηλικίας, πιστεύω πως πρέπει να σας δείξουμε πώς ξεκίνησαν όλα. Μια πραγματικά μαγική στιγμή από το Ατμόπλοιο Γουίλι (1928), την ταινία που έμαθε στον κόσμο να αγαπά τα κινούμενα σχέδια…

Πιθανότατα ο πιο υπομονετικός, επίμονος, επινοητικός αλλά… πολύ άτυχος και επιεικώς ηλίθιος κυνηγός των Looney Tunes και όχι μόνο είναι ο δύσμοιρος Wile E. Coyote. Αλλά τουλάχιστον μας κάνει να γελάμε.

CoyoteΠόσες φορές αλήθεια έχει προσπαθήσει ο Coyote να πιάσει το Road Runner (ή Beep-Beep, όπως το αποκαλούμε από το μοναδικό ήχο που βγάζει καθ΄όλη τη διάρκεια των επεισοδίων); Άπειρες φυσικά, και χρησιμοποιεί όλα τα μέσα που διαθέτει, όσο απίθανα κι αν μοιάζουν. Με την ταχύτητά του, με δυναμίτες και βόμβες, με βράχους, με πολύπλοκα εργαλεία από την θρυλική Acme Corporation, ακόμη και με… μέλισσες, το συμπαθές κογιότ προσπαθεί μάταια να πιάσει το θήραμά του, αλλά πάντοτε αποτυγχάνει από ένα συνδυασμό δικής του ανικανότητας, ατυχίας και υπερφυσικών δυνάμεων. Και όχι μόνο αποτυγχάνει, αλλά η αποτυχία έχει μεγάλες επιπτώσεις… στην υγεία του. Κάποιες φορές οι επιπτώσεις αυτές είναι σχετικά απλές, άλλες φορές πιο πολύπλοκες και πολλαπλές. Τη διάκριση αυτή επιχειρεί να κάνει το βίντεο που ακολουθεί, προσφέροντάς μας 10 περίπου λεπτά άφθονου γέλιου με τα παθήματα του κογιότ.

Wile E. Coyote – Fail vs. Epic Fail (video)

Πάρτε και bonus ένα δεύτερο βίντεο, που πιστοποιεί την κακή σχέση του κογιότ (ή μάλλον του… ξαδέρφου του Ralph Wolf) με τις αγριόγατες της Acme.

Acme Wild Cat vs. Ralph Wolf (video)

Συνεχίζουμε το ταξίδι μας στην ιστορία του κινηματογράφου μέσω δέκα περιπτώσεων όπου επιτυχημένες ταινίες ξαναγυρίστηκαν σε διαφορετική χώρα ή εποχή (ή και τα δύο). Έξι τέτοιες περιπτώσεις θα αναλύσουμε εδώ, με τα remake άλλες φορές να πέτυχαν και άλλες όχι, σίγουρα όμως είχαν κάτι ξεχωριστό σχετικά με τον τρόπο που προσέγγισαν την πηγή τους…

Όταν το remake… αποτυγχάνει
Sleuth (1972 και 2007)

220px-Sleuth_movie220px-Sleuthpost2007Διάρκεια: 138΄ (1972) – 88΄ (2007)
Είδος: Θρίλερ μυστηρίου
Σκηνοθεσία: Joseph L. Mankiewicz (1972) – Kenneth Branagh (2007)
Πρωταγωνιστούν : Michael Caine, Laurence Olivier (1972) – Jude Law, Michael Caine (2007)

Υπόθεση: Ένας επιτυχημένος συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων καλεί στο εξοχικό του στο Σαλίσμπερι της Αγγλίας το νεαρό εραστή της γυναίκας του. Η συνάντηση θα εξελιχθεί σε πνευματική μονομαχία με επικίνδυνες συνέπειες.

Όπως δυστυχώς γίνεται συχνά, το remake στην περίπτωση αυτή κατέστρεψε την ιδιότυπη ομορφιά του αρχικού φιλμ. Ο γενικά ικανός σκηνοθέτης Kenneth Branagh προσπάθησε να προσαρμόσει το θεατρικό έργο του Anthony Shaffer (που είχε γράψει το σενάριο της ταινίας του 1972) στα σύγχρονα δεδομένα, να το κάνει λιγότερο κουραστικό, πιο προσιτό στο κοινό (η αρχική ταινία είχε αρκετά… περίεργα) και «φυσιολογικό». Δυστυχώς, με αυτό τον τρόπο κατέστρεψε οτιδήποτε ωραίο είχε το αυθεντικό έργο, οτιδήποτε το καθιστούσε ένα «ιδιόρρυθμο αριστούργημα». Η αρχική ταινία είναι κλειστοφοβική, οι διάλογοι της τουλάχιστον παράδοξοι, οι ερμηνείες των Caine και Olivier υπερβολικά ντελικάτες και καθόλου φυσικές, η σκηνοθεσία πολύ θεατρική και τυπική του Νέου Χόλιγουντ. Όλα αυτά όμως, ενώ από μόνα τους θα έριχναν την ποιότητα της ταινίας, συνδυάζονται με τόσο μοναδικό τρόπο που η ταινία συναρπάζει το θεατή με το σασπένς, το μαύρο χιούμορ και τη νοσταλγική καλλιτεχνική διάθεσή της. Το remake, αφαιρώντας όλες αυτές τις ιδιομορφίες, είναι ένα βαρετό θρίλερ, που έχει απαλείψει από το σενάριο όλα όσα λάτρεψαν οι φαν του αρχικού φιλμ, και γενικότερα, ενώ η αυθεντική ταινία είναι ανεπανάληπτη, αυτή χάνεται στο σωρό. Βασικά, το γεγονός ότι το Sleuth του 1972 είναι ανεπανάληπτο σημαίνει πως μάλλον δε θα έπρεπε να γυριστεί καν remake. Και αυτό έπρεπε να το καταλάβει πρώτος απ΄ όλους ο αειθαλής και τεράστιος Michael Caine, που πρωταγωνίστησε και στις 2 ταινίες – σε διαφορετικό ρόλο – και όφειλε να δει πως συμμετέχοντας σ΄ αυτό το μετριότατο remake δεν τίμησε την ίδια του την προσπάθεια στο αρχικό έργο.

Βαθμολογία: 4,5/5 (1972) – 2/5 (2007)
Άλλα παραδείγματα: Δυστυχώς, πάρα πολλά. Αρκετές ταινίες παλαιότερων εποχών (ειδικά τα φιλμ νουάρ) που γυρίστηκαν remake σε μεταγενέστερη εποχή κυριολεκτικά κατακρεουργήθηκαν. Πιο χαρακτηριστική περίπτωση όμως είναι η ταινία Get Carter (1971). Όπως και στο Sleuth, πρωταγωνιστεί ο Michael Caine, που στο κάκιστο remake εμφανίζεται και πάλι σε διαφορετικό ρόλο. Πρωταγωνιστής στην ταινία του 2000 ο Σιλβέστερ Σταλόνε, ο οποίος διαπράττει τουλάχιστον ιεροσυλία υποδυόμενος το συγκεκριμένο ρόλο.

Διαφορετικές μεταφορές του ίδιου έργου
Horror of Dracula (Ηνωμένο Βασίλειο, 1958) – Bram Stoker΄s Dracula (ΗΠΑ, 1992)

220px-Dracula1958poster220px-DracposΔιάρκεια: 82΄ (1958) – 128΄ (1992)
Είδος: Θρίλερ
Σκηνοθεσία: Terence Fisher (1958) – Francis Ford Coppola (1992)
Πρωταγωνιστούν : Christopher Lee, Peter Cushing (1958) – Gary Oldman, Winona Ryder, Anthony Hopkins (1992)

Υπόθεση: (πρακτικά κοινή) Το πανάρχαιο βαμπίρ Δράκουλας έρχεται στην Αγγλία για να καταδιώξει μια νεαρή και αθώα κοπέλα και σπέρνει τον πανικό στην ξένη χώρα.

Όπως ανέφερα στο πρώτο μέρος του αφιερώματος, όταν ένα διάσημο βιβλίο ή έργο μεταφέρεται στη μεγάλη οθόνη πολλές φορές, η μεταγενέστερη ταινία τυπικά δε θεωρείται remake της προγενέστερης. Όταν όμως παρουσιάζουν τόσες πολλές ομοιότητες, μπορούμε να «ξεχάσουμε» την πηγή (εδώ το διάσημο μυθιστόρημα του Bram Stoker) και να τις συγκρίνουμε ως ταινίες και μόνο. Η ιστορία του Δράκουλα έχει γυριστεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συνολικά 3.000 (!) φορές στον κινηματογράφο, και δύο απ΄ αυτές τις συναντήσαμε αφιέρωμά μας στα πιο σημαντικά θρίλερ της ιστορίας. Οι δύο πιο γνωστές όμως κινηματογραφικές μεταφορές του διάσημου έργου είναι οι δύο που παρουσιάζουμε εδώ. Η ταινία του Fisher είναι τέκνο του κλασικού σινεμά, με υψηλή αισθητική, ευγενείς πρωταγωνιστές (το δίδυμο Christopher Lee – Peter Cushing), ξεκάθαρα νοήματα και μεγάλο ατού της την ερμηνεία του Lee στο ρόλο του Δράκουλα, την καλύτερη που έχουμε δει στο ρόλο αυτό. Το remake του εμφανώς πιο διάσημου Francis Ford Coppola είναι πιο μεγάλης διάρκειας, πιο προσωπικό, λιγότερο στιλιζαρισμένο και πιστό στην πηγή του, και αναπτύσσει περισσότερο τους δευτερεύοντες χαρακτήρες. Απαραίτητο το τελευταίο, γιατί η ερμηνεία του Gary Oldman στο ρόλο του Δράκουλα είναι τουλάχιστον ανέμπνευστη. Οι ταινίες δείχνουν ισάξιες: η κλασική βρετανική ομορφιά της πρώτης εξισορροπείται από την πιο αναλυτική και βαθιά οπτική του Coppola και τις ερμηνείες των υπολοίπων ηθοποιών. Η διαφορά είναι ότι η πρώτη δείχνει να αξιοποιεί πλήρως τις μέτριες δυνατότητές της, ενώ το remake σου δίνει την αίσθηση πως μπορούσε να πετύχει πολλά περισσότερα…

Βαθμολογία: 3/5 (και για τις δύο)
Άλλα Παραδείγματα: Όλα τα διάσημα μυθιστορήματα. Οι Άθλιοι, το Φάντασμα της Όπερας, ο Φρανκενστάιν, τα Ανεμοδαρμένα Ύψη και πολλά πολλά άλλα, έχουν γυριστεί 2 φορές τουλάχιστον σε ταινία, συχνά διαφορετικού είδους απ΄ αυτό που αντιπροσωπεύουν.

Technology… to the rescue!
Η Τιτανομαχία (1981 και 2010)

220px-Clash_of_the_titansposter220px-Clashofthetitansremakeposter1Διάρκεια: 118΄ (1981) – 96΄ (2010)
Είδος: Περιπέτεια φαντασίας
Σκηνοθεσία: Desmond Davis (1981) – Louis Leterrier (2010)
Πρωταγωνιστούν: Harry Hamlin, Laurence Olivier, Judi Bowker (1981) – Sam Worthington, Gemma Arterton, Mads Mikkelsen (2010)
Υπόθεση: (1981) Ο μυθικός ήρωας Περσέας, γιος του Δία, πολεμά τέρατα όπως το Κράκεν και η Μέδουσα για να σώσει, μεταξύ άλλων, την πριγκίπισσα Ανδρομέδας. (2010) Παρόμοια, μόνο που εδώ παίζει πιο σημαντικό ρόλο η συνομωσία του Άδη εναντίον του Δία.

Είναι γνωστή η φρενίτιδα, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, του Χόλιγουντ με την αρχαιοελληνική ιστορία και μυθολογία. Όπως πολλές παρόμοιες παραγωγές, έτσι και η Τιτανομαχία του 1981 χρησιμοποίησε την τελευταία λέξη της τότε τεχνολογίας, επιστράτευσε γνωστούς ηθοποιούς στους δευτερεύοντες ρόλους (Laurence Olivier, Maggie Smith, Ursula Andress, Burgess Meredith), έκανε την «αληθινή» ιστορία (έτσι κι αλλιώς για μύθο πρόκειται) άνω-κάτω, έβαλε καμιά δεκαριά τέρατα, πολλά σπαθιά, ασπίδες και μεγάλο ήρωα τον Περσέα και εξασφάλισε την εμπορική επιτυχία. Περίπου 3 δεκαετίες μετά, η Warner Bros. έσπευσε να εκμεταλλευτεί την «έτοιμη» επιτυχία της ταινίας του Davis και να τη συνδυάσει με τη νεόκοπη τότε τεχνολογία του 3D (ουσιαστικά η Τιτανομαχία του 2010 αποτελεί τη δεύτερη ταινία 3D της σύγχρονης εποχής μετά το Avatar). Παρότι όμως και πάλι στην ταινία συμμετέχουν μεγάλα ονόματα (Liam Neeson, Ralph Fiennes), το σύνολο είναι απογοητευτικό. Η αυθεντική Τιτανομαχία είναι ασόβαρη και χρησιμοποιεί ξεπερασμένη τεχνολογία, αλλά τουλάχιστον είναι cult, μόνο και μόνο που βλέπεις το θρυλικό Laurence Olivier να υποδύεται τον… εξίσου θρυλικό Δία είσαι εντάξει. Το Avatar, από την άλλη, στα τεχνολογικά βήματα του οποίου περπάτησε το έργο του Leterrier, είναι μια… συμπαθητική ανοησία. Το remake του 2010 όμως είναι μια σκέτη αποτυχία, βλέπεται μόνο για τα ειδικά εφέ και τη 3D τεχνολογία, και παρά τα εκατομμύρια που κέρδισε στις εισπράξεις δεν κατάφερε ούτε καν να αποκτήσει cult status παρόμοιο με την πηγή έμπνευσής του.

Βαθμολογία: 2,5/5 (1981) – 2/5 (2010)
Άλλα Παραδείγματα: Αρκετά, συνήθως εξίσου αποτυχημένα με αυτό. Χαρακτηριστικά παραδείγματα ο Godzilla (η αυθεντική ταινία γυρίστηκε στην Ιαπωνία το 1954, τα αμερικανικά remake το 1998 και το 2014, το τελευταίο σε 3D) και τα θρίλερ Εφιάλτης στο Δρόμο με τις Λεύκες (η αυθεντική ταινία το 1984, το remake το 2010) και Παρασκευή και 13 (1980 και 2009, αντίστοιχα). Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η τεχνολογική υπεροχή των remake μάλλον κατέστρεψε την όποια ομορφιά και μαγεία του αυθεντικού φιλμ, καθώς μετέτρεψε ένα cult classic σε ένα κοινότοπο, συνηθισμένο θρίλερ.

Remake κωμωδίας;
Να ζει κανείς ή να μη ζει (1942 και 1983)

225px-To_Be_or_Not_to_Be_1942_poster220px-To_be_or_not_to_be
Διάρκεια: 99΄ (1942) – 107΄ (1983)
Είδος: Κωμωδία
Σκηνοθεσία: Ernst Lubitsch (1942) – Alan Johnson (1983)
Πρωταγωνιστούν: Carole Lombard, Jack Benny, Robert Stack (1942) – Mel Brooks, Anne Bancroft, Tim Matheson (1983)

Υπόθεση: (πρακτικά κοινή) Ένας θίασος Πολωνών ηθοποιών στις αρχές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου προσπαθεί να αποκαλύψει και να εξουδετερώσει έναν κατάσκοπο των Ναζί με τη βοήθεια ενός νεαρού πιλότου της RAF.

Δύο ήταν τα βασικά προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει ο κορυφαίος κωμικός Μελ Μπρουκς όταν ανέλαβε, το 1983, να πρωταγωνιστήσει και να είναι παραγωγός (και ουσιαστικά και σκηνοθέτης) του remake της κλασικής κωμωδίας To Be or not to Be του Ernst Lubitsch. Πρώτον, ο Μπρουκς τα προηγούμενα 15 χρόνια είχε δείξει και με το παραπάνω την ικανότητά του να γυρίσει παρωδίες από μιούζικαλ (The Producers, 1968), θρίλερ (Φρανκενστάιν Τζούνιορ (1974), High Anxiety (1977) και γουέστερν (Blazing Saddles, 1974), όμως το να γυρίζεις κάτι ανάμεσα σε remake και παρωδία μιας κωμωδίας είναι άλλο πράγμα. Ειδικά όταν αυτή η κωμωδία αποτελεί κωμωδία καταστάσεων και παρεξηγήσεων, με λεπτό χιούμορ που δεν ταίριαζε στις… παλαβομάρες των ταινιών του Μπρουκς, το έργο του γίνεται ακόμη δυσκολότερο. Το δεύτερο πρόβλημα είναι πως η πρώτη ταινία γυρίστηκε το 1942, με τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο να εξελίσσεται και έτσι εξυπηρετούσε κι άλλους σκοπούς (βλέπε προπαγάνδα), που η ταινία του δεν μπορούσε, καθώς το 1983 μια ταινία για το Β΄ Παγκόσμιο θεωρούνταν – και ήταν – ταινία εποχής. Για να αντιμετωπίσει αυτά τα προβλήματα ο ευφυής Μπρουκς δημιούργησε μια σύνθεση του κλασικού, καυστικού και άμεσου χιούμορ του Lubitsch με το δικό του παλαβό και πιο… πικάντικο. Το παράδοξο με τις δυο ταινίες είναι πως σε κάνουν να γελάσεις εξίσου, αλλά με τελείως διαφορετικό τρόπο. Η πρώτη ταινία, λόγω και του θανάτου της Carole Lombard λίγο μετά το τέλος των γυρισμάτων σε αεροπορικό δυστύχημα, απέκτησε μεγάλη φήμη την οποία το remake, που σίγουρα δεν είναι το πιο αστείο έργο του Μελ Μπρουκς, δεν κατάφερε να πλησιάσει. Αντικειμενικά όμως, οι δύο ταινίες είναι γενικά αξιόλογες και περίπου ισάξιες.

Βαθμολογία: 3/5 (και για τις δύο)
Άλλα παραδείγματα: Όπως αναλύσαμε και πριν, το remake μιας κωμωδίας είναι δύσκολη δουλειά, γι΄ αυτό και δεν υπάρχουν πολλά. Πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα μάλλον η ταινία Η Πρώτη Σελίδα (1931) του Lewis Milestone, που γυρίστηκε σε remake από δυο τεράστιους σκηνοθέτες: τον Howard Hawks (His Girl Friday (1940), με αρκετές αλλαγές στο σενάριο), και τον Billy Wilder (1974, με τον αυθεντικό τίτλο).

Σεβασμός και ποιότητα
Ο Σημαδεμένος (1932 και 1983)

220px-Scar2220px-ScarfaceΔιάρκεια: 93΄ (1932) – 170΄ (1983)
Είδος: Γκανγκστερικό δράμα, περιπέτεια
Σκηνοθεσία: Howard Hawks & Richard Rosson (1932) – Brian De Palma (1983)
Πρωταγωνιστούν: Paul Muni, Ann Dvorak, Osgood Perkins, Karen Morley (1932) – Al Pacino, Steven Bauer, Michelle Pfeiffer, Mary Elizabeth Mastrantonio (1983)

Υπόθεση: (1932) Ένας φιλόδοξος και βίαιος γκάνγκστερ ανεβαίνει στην ιεραρχία της Μαφίας στην εποχή της Ποτοαπαγόρευσης, αλλά οι αδυναμίες του θα τον οδηγήσουν στην καταστροφή. (1983) Στο Μαίάμι του 1980, ένας Κουβανός μετανάστης αναλαμβάνει τη διοίκηση ενός καρτέλ ναρκωτικών και γίνεται ολοένα και πιο άπληστος.

Μακάρι όλα τα remake να ακολουθούσαν τη λογική αυτού εδώ. Ο Brian De Palma (Οι Αδιάφθοροι, Η Μαύρη Ντάλια) αποφάσισε να μεταφέρει το εξαιρετικό φιλμ του Howard Hawks στη σύγχρονη (τότε) εποχή, τη δράση από το Σικάγο στο Μαϊάμι, να μετατρέψει τον γκάνγκστερ αντιήρωα από βασιλιά της Μαφίας στο Σικάγο των 20΄s σε μεγαλέμπορο κοκαϊνης το 1980, να διπλασιάσει τη διάρκεια του έργου, και γενικότερα να εκσυγχρονίσει την όλη υπόθεση και να την κάνει πιο προσιτή στο κοινό της εποχής του. Αυτό το επιχείρησαν και πολλοί άλλοι, αυτός όμως το κατάφερε διατηρώντας ταυτόχρονα όσα έπρεπε από το αρχικό σενάριο, το οποίο άλλαξε αλλά δεν αλλοίωσε, και επιδεικνύοντας απόλυτο σεβασμό και ταπεινοφροσύνη μπροστά στην πηγή του, που αποτελεί, μαζί με τις ταινίες Little Caesar και The Public Enemy (αμφότερες το 1931), μια ταινία-ορόσημο για το γκανγκστερικό είδος. Όλες οι αλλαγές του De Palma όχι μόνο δεν αλλοιώνουν το νόημα της αυθεντικής ταινίας, αλλά είναι και απαραίτητες προκειμένου το σενάριο να μην θεωρηθεί ξεπερασμένο και η ταινία να αξιοποιήσει πλήρως τις δυνατότητές της σε όλα τα επίπεδα, δυνατότητες που γενικά δε διέθετε το αρχικό έργο. Άλλωστε ο σκηνοθέτης του remake έδειξε την εκτίμησή του στους δημιουργούς της ταινίας του 1932, το σκηνοθέτη Howard Hawks και το σεναριογράφο Ben Hecht, αφιερώνοντάς τους την προσπάθειά του. Ό,τι μέσα βέβαια και να είχε στη διάθεσή του ο De Palma, μεταξύ των οποίων ένας μεγάλος σταρ (Πατσίνο) στον πρωταγωνιστικό ρόλο – τη στιγμή που στο αρχικό φιλμ τον αντίστοιχο ρόλο έπαιξε ο άσημος Paul Muni – δεν κατάφερε να ξεπεράσει το φιλμ του Hawks. Πιθανότατα όμως δε σκόπευε να το κάνει, ήθελε απλά να φτιάξει μια ταινία εξίσου αξιόλογη και πετυχημένη. Και τα κατάφερε.
Υ.Γ. : Say hello to my little friend!

Βαθμολογία: 4/5 (και για τις δύο)
Άλλα παραδείγματα: Δυστυχώς περιορισμένα. Σε άλλη κατηγορία, στο πρώτο μέρος του αφιερώματος, είχα αναφέρει την ταινία Love Affair (1939) και το remake της An Affair to Remember (1957), που είναι καλύτερο από το πρώτο, αλλά είναι πολύ πιο εύκολη περίπτωση γιατί διαθέτει ίδιο σκηνοθέτη και σενάριο. Μια πολύ καλή περίπτωση, αν και πάλι δε φτάνει στα επίπεδα του Σημαδεμένου, είναι το μιούζικαλ A Star is Born (1954), μια διαφορετική αλλά αξιόλογη προσέγγιση της ομώνυμης ταινίας του 1937.

Πολλαπλά remake
King Kong (1933, 1976, 2005)

Kingkongposter220px-King_kong_1976_movie_poster220px-Kingkong_bigfinal1

1933

Διάρκεια: 100΄
Είδος: Περιπέτεια φαντασίας, θρίλερ
Σκηνοθεσία: Merian C. Cooper & Ernest B. Schoedsack
Πρωταγωνιστούν: Fay Wray, Bruce Cabot, Robert Armstrong
Υπόθεση: Μια ομάδα ανθρώπων προσπαθούν να γυρίσουν μια ταινία σ΄ ένα εξωτικό τροπικό νησί, και ανακαλύπτει εκεί ένα γιγάντιο γορίλα που, αν και τρομακτικός, δένεται συναισθηματικά με την ξανθιά πρωταγωνίστρια.

1976

Διάρκεια: 134΄
Είδος: Περιπέτεια φαντασίας, θρίλερ
Σκηνοθεσία: John Guillermin
Πρωταγωνιστούν: Jeff Bridges, Charles Grodin, Jessica Lange
Υπόθεση: Μια πετρελαϊκή εταιρία διεξάγει μια έρευνα σ΄ ένα τροπικό νησί, όπου συναντά τον τεράστιο γορίλα King Kong.

2005

Διάρκεια: 187΄
Είδος: Περιπέτεια φαντασίας, θρίλερ, δράμα
Σκηνοθεσία: Peter Jackson
Πρωταγωνιστούν: Naomi Watts, Jack Black, Adrien Brody
Υπόθεση: Πρακτικά η ίδια με το φιλμ του 1933 (στο οποίο και είναι τοποθετημένη).

Φυσικά ο King Kong δεν είναι η μόνη ταινία που γυρίστηκε remake περισσότερες από μία φορές, είναι όμως μάλλον η μοναδική που και οι τρεις ταινίες του είναι αρκετά διάσημες και αναγνωρισμένες στο σύγχρονο κοινό. Οι τρεις ταινίες με ήρωα τον γιγάντιο γορίλα ουσιαστικά αποτελούν μια μικρογραφία των τριών μεγάλων κινηματογραφικών ρευμάτων του Χόλιγουντ (κλασικό σινεμά, Νέο Χόλιγουντ, σύγχρονος κινηματογράφος), ανάλογα με την περίοδο που γυρίστηκαν. Η ταινία του 1933 αξιοποιεί στο έπακρο τις όποιες τεχνολογικές δυνατότητες υπήρχαν (η σχεδίαση του γιγάντιου γορίλα και οι σκηνές στο Empire State Building στο φινάλε προκαλούν δέος ακόμη και σήμερα), αποτελεί έναν ύμνο στην τέχνη που υπηρετεί (οι κεντρικοί ήρωες είναι οι συντελεστές μιας ταινίας), και βασίζεται, όπως και τα remake του, (και) στην ομορφιά και τη χάρη της πρωταγωνίστριάς του Fay Wray. Το πρώτο remake, του 1976, αντιμετωπίζει την πηγή του όπως οι τότε κινηματογραφικές αρχές υποδείκνυαν για τις κλασικές ταινίες: διατηρεί τη γενική ιδέα και το νόημα, αλλά προσπαθεί να τα αποδώσει με τελείως διαφορετικό τρόπο, αφαιρώντας τη μαγεία του πρωτότυπου και αντικαθιστώντας τη με ηθοποιούς-αστέρες, τις νέες (τότε) τεχνολογίες και μια πολύ πιο ρεαλιστική και προσγειωμένη προσέγγιση επί του θέματος. Δυστυχώς, όμως, αλλοιώνει ανεπανόρθωτα το πρωτότυπο και, μοιραία, καταστρέφει την ομορφιά του. Αντίθετα, το remake του Peter Jackson (Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών) επιστρέφει στις… ρίζες του, ακολουθώντας σχετικά πιστά το αρχικό σενάριο, αξιοποιώντας την τεχνολογία με τον ίδιο τρόπο που το έκανε και η αρχική ταινία, και παρότι έχει αναίτια πολύ μεγάλη διάρκεια (πάνω από 3 ώρες), είναι αρκετά αξιόλογα. Τα δύο remake δείχνουν πώς αντιμετώπιζαν τις κλασικές ταινίες στο Νέο Χόλιγουντ (ως έξυπνες ιδέες που δεν υλοποιήθηκαν όπως έπρεπε και αξίζουν μόνο ως πηγή έμπνευσης) και πώς τις αντιμετωπίζουμε σήμερα (ως πρωτόγονες τεχνολογικά αλλά υψηλής ποιότητας ταινίες που με λίγες αλλαγές στέκονται άριστα και ως σημερινά έργα). Οι τρεις ταινίες δε μπορούν να συγκριθούν μεταξύ τους με τα ίδια κριτήρια, αλλά ως οπαδός του αυθεντικού φιλμ το θεωρώ ανώτερο των remake του, ενώ μεταξύ των τελευταίων προτιμώ το δεύτερο γιατί σέβεται περισσότερο την πηγή του.

Βαθμολογία: 4/5 (1933) – 2,5/5 (1976) – 3,5/5 (2005)
Άλλα παραδείγματα: Πολλές φορές το ίδιο σενάριο έχει αποτυπωθεί σε περισσότερες από δύο ταινίες, και σε προηγούμενη κατηγορία αναφέραμε ένα παράδειγμα (Η Πρώτη Σελίδα). Άλλα παραδείγματα αποτελούν το μιούζικαλ The Jazz Singer (1927, 1952, 1980, το αυθεντικό φιλμ αποτελεί την πρώτη ομιλούσα ταινία στην ιστορία του σινεμά) και το μεταφυσικό θρίλερ Η Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών (1968 (μια cult ταινία), 1990 (μια μετριότητα), 2006 (επιεικώς απαράδεκτη)).

Ένα στοιχείο της μαγείας του King Kong που το remake του 2005 διατηρεί ακέραιο ενώ αυτό του 1976 όχι είναι το φινάλε στο Empire State Building και η επική τελευταία φράση «It was beauty killed the beast». Απολαύστε στο Youtube το φινάλε της αυθεντικής ταινίας, καθώς και αυτής του Peter Jackson, και διαπιστώστε και μόνοι σας την ομοιότητα.

Πολύ συχνά, οι δημιουργοί ταινιών, είτε γιατί θέλουν να εκμεταλλευτούν μια παλαιότερη επιτυχία, είτε για να αποτίσουν φόρο τιμής στην αυθεντική ταινία, είτε γιατί απλά… στέρευσαν από έμπνευση, γυρίζουν μια ταινία που αποτελεί remake μιας (συνήθως πετυχημένης) παλαιότερης. Δέκα τέτοιες περιπτώσεις θα εξετάσουμε εδώ, δέκα περιπτώσεις διαφορετικές μεταξύ τους ως προς τον τρόπο που το remake προσέγγισε την αυθεντική ταινία και όχι μόνο.

remakeΗ επιλογή ενός σκηνοθέτη να γυρίσει remake μιας παλαιότερης ταινίας είναι από μόνη της αμφιλεγόμενη. Από τη μία, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος, στην προσπάθειά του να εκσυγχρονίσει το έργο (ειδικά αν το αυθεντικό φιλμ είναι αρκετά παλιό) και να προσθέσει τη δική του οπτική επί του θέματός του, να χάσει βασικά νοήματά του ή/και να το παραποιήσει σε τέτοιο βαθμό που θα χαθεί η ουσιαστική αξία του. Αυτός είναι ο βασικός λόγος που κάποιες πολύ κλασικές ταινίες, όπως το Όσα Παίρνει ο Άνεμος (1939), ο Πολίτης Κέιν (1941) και η Καζαμπλάνκα (1942), δεν μπορούν να ξαναγυριστούν σαν remake, γιατί πολύ απλά οι συνθήκες που τις δημιούργησαν είναι μοναδικές και ανεπανάληπτες, και οι (πολλοί) πιστοί της αυθεντικής ταινίας θα αγανακτήσουν βλέποντας μια αλλοιωμένη έκδοσή της. Από την άλλη όμως, αν ένα remake γυριστεί με έμφαση στην ποιότητα και σεβασμό στην πηγή του, τα οφέλη είναι πολλά. Καθώς συνήθως πηγή έμπνευσης είναι μια αναγνωρισμένη ταινία, το remake έχει έτοιμο σενάριο και άρα σωστές βάσεις για να είναι μια καλή ταινία. Επίσης, μέσω ενός πετυχημένου remake το κοινό έρχεται σε επαφή και με την αυθεντική ταινία, καθώς του υπενθυμίζεται κατά κάποιο τρόπο η ύπαρξή της και του κινείται η περιέργεια. Τέλος, συγκρίνοντας την αυθεντική ταινία με το remake μπορούμε να αντλήσουμε σημαντικά στοιχεία και συμπεράσματα για τη φύση και την ιστορία του κινηματογράφου, καθώς βλέπουμε πώς διαφορετικοί άνθρωποι σε διαφορετικές εποχές (και ίσως και σε διαφορετικές χώρες) προσέγγισαν το ίδιο θέμα. Κάτι τέτοιο θα προσπαθήσουμε να κάνουμε κι εδώ, συγκρίνοντας 10 ταινίες με τα αντίστοιχα remake τους, και προσπαθώντας να διαπιστώσουμε τις αλλαγές που έγιναν σε αυτά και το τι κρύβεται πίσω από αυτές.

Διευκρίνιση: Τυπικά, ως remake ορίζεται αποκλειστικά μια ταινία που χρησιμοποιεί ως πηγή έμπνευσης μια προηγούμενη, και όχι μία που απλώς χρησιμοποιεί την ίδια πηγή με μια παλαιότερη (π.χ. ένα βιβλίο ή ένα θεατρικό έργο). Παρ΄ όλα αυτά, αναπόφευκτα στο αφιέρωμά μας θα συναντήσουμε και τη δεύτερη περίπτωση, που κι αυτή ουσιαστικά μπορεί να καταγραφεί ως remake εάν οι δυο ταινίες αποδίδουν με πολύ παρόμοιο τρόπο το θέμα της κοινής πηγής τους.

Ένα συνηθισμένο remake
3:10 to Yuma (1957 και 2007)

310_to_Yuma_(1957_film)310_to_Yuma_(2007_film)Διάρκεια: 92΄ (1957) – 122΄ (2007)
Είδος: Γουέστερν, περιπέτεια
Σκηνοθεσία: Delmer Daves (1957) – James Mangold (2007)
Πρωταγωνιστούν :
Glenn Ford, Van Heflin, Felicia Farr (1957) – Russell Crowe, Christian Bale, Logan Lerman (2007)

Υπόθεση: (πρακτικά κοινή για τις δύο ταινίες): Ένας φτωχός αγρότης στην Αριζόνα του 1880 δέχεται να συνοδεύσει ένα διαβόητο εγκληματία μέχρι την πόλη απ΄ όπου αυτός θα επιβιβαστεί σ΄ ένα τρένο για τη φυλακή της Γιούμα, αλλά η συμμορία του τελευταίου προσπαθεί διαρκώς να τον απελευθερώσει.

Λένε ότι οι μεγάλες ιδέες συχνά γεννιούνται σε μια απλή φιλική συζήτηση. Έτσι συνέβη και με το αφιέρωμα αυτό, για τη δημιουργία του οποίου αφορμή αποτέλεσε μια συζήτηση με κάποιους φίλους μου για αυτές τις δύο ταινίες, και η προσπάθεια να εντοπιστούν ομοιότητες και διαφορές. Εδώ έχουμε μια τυπική και συνηθισμένη περίπτωση remake. Πρακτικά ίδια υπόθεση, ίδιοι χαρακτήρες (πρωταγωνιστές ένας σκληρός αλλά εκλεπτυσμένος εγκληματίας και ένας φτωχός αλλά σκληροτράχηλος αγρότης), και καθαρό κλίμα γουέστερν και στις δύο ταινίες. Οι όποιες διαφορές στο σενάριο και τη σκηνοθεσία συνίστανται στη χρονική διαφορά των 50 χρόνων μεταξύ των δύο ταινιών, καθώς το remake είναι πιο σκληρό, προσγειωμένο και ρεαλιστικό (ιδίως στο φινάλε), ενώ περιέχει περισσότερη βία και πιο «ακατάλληλες» σκηνές. Το πρώτο φιλμ, προϊόν του κλασικού Χόλιγουντ, είναι ατμοσφαιρικό, αργό στην πλοκή του και δε βασίζεται τόσο στις ερμηνείες, σε αντίθεση με το έργο του Mangold που είναι πιο ευθύ, άμεσο και γρήγορο ενώ στηρίζει την επιτυχία του στο εξαιρετικό πρωταγωνιστικό δίδυμο Russell Crowe – Christian Bale. Κατά τ΄ άλλα το remake είναι απόλυτα πιστό στην πηγή του, και παρά τις διαφορές τους, οι δυο ταινίες μοιάζουν ισάξιες και εξίσου αξιόλογες.

Βαθμολογία: 4/5 (και για τις δύο ταινίες)
Άλλα παραδείγματα: Η πλειοψηφία των remakes

Άλλες εποχές, άλλα ήθη
Ο Άνθρωπος της Μαντζουρίας (1962 και 2004)

220px-The_Manchurian_Candidate_poster220px-The_Manchurian_Candidate_1962_movieΔιάρκεια: 126΄ (1962) – 130΄ (2004)
Είδος: Θρίλερ
Σκηνοθεσία: John Frankenheimer (1962) – Jonathan Demme (2004)
Πρωταγωνιστούν : Frank Sinatra, Laurence Harvey, Janet Leigh (1962) – Denzel Washington, Meryl Streep, Liev Schreiber (2004)

Υπόθεση: (1962) Ένας βετεράνος του πολέμου της Κορέας δέχεται πλύση εγκεφάλου από Κομμουνιστές προκειμένου να μετατραπεί σε δολοφόνο. Ένας πρώην συνάδελφός του στο στρατό προσπαθεί να τον βοηθήσει – (2004) Πρακτικά η ίδια, μόνο που αντί για τον πόλεμο της Κορέας έχουμε τον πόλεμο του Κόλπου και αντί για τους Κομμουνιστές την πλύση εγκεφάλου επιτυγχάνουν τα μέλη μιας πολυεθνικής.

Εξ αρχής η ιδέα του διακεκριμένου Jonathan Demme (Η Σιωπή των Αμνών) να γυρίσει remake την ταινία του Frankenheimer δείχνει λανθασμένη. Αφενός, κατά τη γνώμη μου η πρώτη ταινία δεν είναι τίποτε το αξιόλογο, απλώς μια φαντασμαγορική αντικομμουνιστική προπαγάνδα του Ψυχρού Πολέμου. Αφετέρου, οι συνθήκες της εποχής που δημιούργησαν το αυθεντικό φιλμ (ο Ψυχρός Πόλεμος δηλαδή) δεν υφίστανται στο 2004, και η προσπάθεια του Demme να μεταφέρει την ιστορία στο παρόν και να αντικαταστήσει την κομμουνιστική συνομωσία με αυτήν μιας μεγάλης εταιρίας που χρησιμοποιεί τη μητέρα του πρωταγωνιστή (Angela Lansbury στην αυθεντική ταινία, Meryl Streep στο remake) για να διεισδύσει στην πολιτική ηγεσία των ΗΠΑ, δείχνει μάλλον καταδικασμένη. Στην πρώτη ταινία, οι ερμηνείες των Sinatra και Harvey είναι ανεπαρκείς, η Janet Leigh παίζει πολύ λιγότερο απ΄ όσο θα ΄πρεπε, και η μόνη που… αξίζει τα λεφτά της είναι η Lansbury. Ανάλογη περίπτωση και το remake με τη Meryl Streep να αποδίδει εξαιρετικά το ρόλο της «κακιάς», με τη διαφορά ότι και η ερμηνεία του Denzel Washington (στο ρόλο που έπαιξε ο Σινάτρα το 1962) είναι συμπαθητική. Συνολικά, ήταν που ήταν τολμηρό το εγχείρημα του Demme να προσαρμόσει ένα ξεπερασμένο σενάριο στα δεδομένα της σύγχρονης εποχής, διάλεξε και τη λάθος ταινία, οπότε ήρθε κι έδεσε…

Βαθμολογία: 1,5/5 (1962) – 2/5 (2004)
Άλλα παραδείγματα: Η Συμμορία των 11 (1960 και 2001, στην πρώτη ταινία έπαιζε και πάλι ο Φρανκ Σινάτρα), Η Κρυφή Ζωή του Walter Mitty (1947 και 2013)

Άλλη χώρα, άλλα ήθη
Οι Επτά Σαμουράι (Ιαπωνία, 1954) – Και οι επτά ήταν υπέροχοι (ΗΠΑ, 1960)

Seven_Samurai_movie_poster220px-Magnificent_originalΔιάρκεια: 207΄ (1954) – 128΄ (1960)
Είδος: Δράμα (1954) – Γουέστερν (1960)
Σκηνοθεσία: Akira Kurosawa (1954) – John Sturges (1960)
Πρωταγωνιστούν : Toshiro Mifune, Takashi Shimura, Keiko Tsushima (1954) – Yul Brynner, Eli Wallach, Steve McQueen (1960)

Υπόθεση: (1954) Οι κάτοικοι ενός χωριού στην Ιαπωνία του 1587 που δέχεται συνεχείς επιθέσεις από ληστές επιστρατεύουν επτά περιπλανώμενους σαμουράι για να τους προστατέψουν. (1960) Η ίδια υπόθεση, μεταφερμένη στην Άγρια Δύση στα τέλη του 19ου αιώνα και με καουμπόηδες αντί για σαμουράι.

Να και μια περίπτωση που η αυθεντική ταινία είναι πιο διάσημη σήμερα απ΄ το (όχι και πολύ) μεταγενέστερο remake της. Το κλασικό έργο του Κουροσάβα, όσο κουραστικό κι αν είναι με την πρωτόγονη τεχνολογία του, την έλλειψη χρώματος, την τεράστια διάρκεια και την εξαιρετικά αργή πλοκή του (από τον Κουροσάβα έχει εμπνευστεί μεταξύ άλλων και ο – πιο αργός πεθαίνεις – Αγγελόπουλος), είναι μοναδικό και έχει τη δική του ιστορική αξία. Η ταινία έκανε μεγάλη επιτυχία στις ΗΠΑ στα τέλη των 50΄s, και έτσι το Χόλιγουντ αποφάσισε να δημιουργήσει μια ταινία-remake, με φαντασμαγορικά για την εποχή σκηνικά, ηθοποιούς αστέρες (Yul Brynner, Steve McQueen), και την όλη υπόθεση να μεταφέρεται στην Άγρια Δύση και να μετατρέπεται σε κλασικό γουέστερν. Παρότι η ταινία του Sturges είναι πιο προσιτή στο κοινό, λόγω της πολύ μικρότερης διάρκειάς της και της τεχνολογικής υπεροχής της σε σχέση με αυτήν του Kουροσάβα, είναι απλώς ένα συμπαθητικό γουέστερν. Το αυθεντικό Ιαπωνικό φιλμ, όσο πρωτόγονο και κουραστικό κι αν είναι, έχει μια σπάνια ομορφιά. Από την οπτική γωνία του απλού θεατή, το remake είναι εμφανώς πιο ενδιαφέρον. Αν κοιτάξουμε όμως «πίσω απ΄ την κάμερα», η ταινία του Κουροσάβα έχει επηρεάσει απείρως περισσότερο την τέχνη του κινηματογράφου και αποτελεί ένα από τα κλασικότερα cult films.

Βαθμολογία: 3/5 (1954 – συμψηφίζοντας τα εμφανή ελαττώματα της ταινίας με την ιστορική της αξία) – 2,5/5 (1960)
Άλλα παραδείγματα: Αρκετά, πιο δημοφιλές μάλλον αυτό της κινέζικης παραγωγής Infernal Affairs (2002), με το Αμερικανικό remake να έχει τίτλο Ο Πληροφοριοδότης (2006), σκηνοθέτη τον Martin Scorcese, και να γίνεται το μοναδικό remake που κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας.

Ίδιος σκηνοθέτης, διαφορετική ταινία
The Man Who Knew Too Much (Ηνωμένο Βασίλειο, 1934 και ΗΠΑ, 1956)

220px-The_Man_Who_Knew_Too_Much_(1956_film)220px-The_man_who_knew_too_much_1934_poster

Διάρκεια: 75΄ (1934) – 120΄ (1956)
Είδος: Θρίλερ μυστηρίου
Σκηνοθεσία: Alfred Hitchock (1934 και 1956)
Πρωταγωνιστούν : Leslie Banks, Edna Best, Peter Lorre (1934) – James Stewart, Doris Day, Bernard Miles (1956)

Υπόθεση: (1934) Ένα αντρόγυνο σε διακοπές στην Ελβετία ανακαλύπτει ένα στοιχείο που το οδηγεί στο συμπέρασμα πως μια πολιτική δολοφονία πρόκειται να πραγματοποιηθεί σύντομα. Οι συνωμότες απαγάγουν την κόρη τους ώστε να κρατήσουν το στόμα τους κλειστό. (1956) Ίδια υπόθεση, αντί για την Ελβετία το αντρόγυνο κάνει διακοπές στο Μαρόκο, και έχει γιο αντί για κόρη.

Πριν ξεσπάσει ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, και πριν τον ανακαλύψει το Χόλιγουντ, ο μοναδικός Άλφρεντ Χίτσκοκ είχε σκηνοθετήσει μια σειρά από πρωτόγονα αλλά επιτυχημένα θρίλερ στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ένα από τα καλύτερα και πιο αναγνωρισμένα ήταν το φιλμ του 1934 The Man Who Knew Too Much, που η επιτυχία του βοήθησε τόσο τον Χίτσκοκ όσο και τον πρωταγωνιστή Peter Lorre να ξεκινήσουν την καριέρα τους στο Χόλιγουντ. 22 χρόνια μετά, οι καιροί είχαν αλλάξει, ο κινηματογράφος ιδίως στις ΗΠΑ είχε ωριμάσει εντυπωσιακά και είχε αποκτήσει το δικό του στιλ, και ο πολύ πιο έμπειρος και πετυχημένος Χίτσκοκ αποφάσισε να ξαναγυρίσει την ίδια ταινία. Μόνο που το ασπρόμαυρο έγινε έγχρωμο, το μπάτζετ πολλαπλασιάστηκε, οι άσημοι ηθοποιοί του 1934 αντικαταστάθηκαν από δύο μεγάλα αστέρια (James Stewart, Doris Day), ακόμη και η μουσική του remake υπήρξε πολύ πιο προσεγμένη, με το τραγούδι Que Sera, Sera που ερμήνευσε η Doris Day να γράφει τη δική του ιστορία. Το σενάριο προσαρμόστηκε στις απαιτήσεις του 1956, η διάρκεια αυξήθηκε, και υπό αυτές τις συνθήκες ήταν αδύνατο για την αυθεντική ταινία να συναγωνιστεί το remake. Οι δυο ταινίες πρέπει να κριθούν υπό τελείως διαφορετικό πρίσμα. Η πρώτη, πιο ατμοσφαιρική άλλα πρωτόγονη, καταδεικνύει τι μπορεί να πετύχει ένας ταλαντούχος σκηνοθέτης με φτωχά μέσα και άσημους αλλά εξίσου ταλαντούχους ηθοποιούς. Η δεύτερη, εντυπωσιακή και λαμπερή, δείχνει πως ο ίδιος σκηνοθέτης, αναγνωρισμένος πια ως ένας από τους καλύτερους, μπορεί να χειριστεί πετυχημένα το ίδιο θέμα με τελείως διαφορετικό τρόπο. Και όπως είχε πει πολύ εύστοχα ο ίδιος, κανείς δε μπορεί να γυρίσει remake ένα θρίλερ του Χίτσκοκ εκτός από τον ίδιο το Χίτσκοκ.

Βαθμολογία: 3/5 (1934) – 3,5/5 (1956)
Άλλα Παραδείγματα: Σχετικά λίγα, ειδικά στο σύγχρονο σινεμά. Μεταξύ αυτών, οι Δέκα Εντολές του Cecil B. DeMille (1923 και 1956) και οι ταινίες του Leo McCarey Love Affair (1939) και An Affair to Remember (1957), οι οποίες έχουν λέξη προς λέξη το ίδιο σενάριο!

Κάπου εδώ θα σας αφήσουμε, καθώς οι υπόλοιπες έξι περιπτώσεις θα μας απασχολήσουν στο δεύτερο μέρος του αφιερώματος. Για να έχετε μια γεύση από τις ταινίες που μόλις αναλύσαμε, δείτε το αυθεντικό trailer της ταινίας Οι Επτά Σαμουράι, που παρουσιάστηκε πρόσφατα από το Βρετανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου, και ακούστε το τραγούδι 3:10 to Yuma, που αποτέλεσε το soundtrack της ομώνυμης ταινίας του 1957.

Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων