Skip to content

Cinema Therapy

Αν έχει σχέση με το σινεμά και τις ταινίες, εδώ θα το βρείτε!

Archive

Category: Κριτικές

Μετά από μια σειρά μάλλον αποτυχημένων ταινιών, ο Ινδός σκηνοθέτης M. Night Shyamalan επέστρεψε δυναμικά στις αρχές του χρόνου, προσπαθώντας με ακόμη ένα θρίλερ στα όρια του μεταφυσικού, αν και εμπνευσμένο από πραγματικά γεγονότα, να μιμηθεί ή έστω να προσεγγίσει την τεράστια επιτυχία της Έκτης Αίσθησης, της ταινίας που τον καταξίωσε.

MV5BZGM5NzI4YWEtNzlkYS00NWM1LTg4ZjctMDQ5ZmNlYTY0NjNmL2ltYWdlL2ltYWdlXkEyXkFqcGdeQXVyMjY5ODI4NDk@._V1_SY1000_CR0,0,675,1000_AL_Διχασμένος (Split, 2016)
Θρίλερ, ΗΠΑ, 118΄

Σκηνοθεσία-Σενάριο: M. Night Shyamalan
Πρωταγωνιστούν: James McAvoy, Anya Taylor-Joy, Betty Buckley

Ένας άνδρας με 23 διαφορετικές προσωπικότητες απαγάγει τρεις έφηβες κοπέλες, οι οποίες πρέπει να βρουν τρόπο να ξεφύγουν πριν έρθει στην επιφάνεια μια καταστροφική εικοστή τέταρτη.

αρχείο λήψης

Τη «βάση» για το σενάριο της ταινίας αποτέλεσε η απίστευτη ιστορία του Billy Milligan, ενός εγκληματία που διαγνώστηκε πράγματι με διαταραχή πολλαπλών προσωπικοτήτων -24 είχε ο αθεόφοβος- στην Αμερική τη δεκαετία του 1980. Μάλιστα, υπήρχε εκτενές πλάνο για να γυριστεί ταινία η ίδια η ζωή του Milligan, με τον Leonardo DiCaprio να τον υποδύεται, αλλά μέχρι στιγμής έχει μείνει «στο ράφι». Η ταινία του Shyamalan, από την άλλη, που αποτελεί εκτός των άλλων και κάτι-σαν-σίκουελ του Unbreakable, στηρίζεται μεν στην περίπτωση του Milligan αλλά δεν ακολουθεί παρά στοιχειωδώς τα γεγονότα, ενώ σταδιακά εισχωρεί και στο χώρο του υπερφυσικού και της επιστημονικής φαντασίας, σήμα κατατεθέν του σκηνοθέτη, εξάλλου.

Ο χαρακτήρας που υποδύεται ο McAvoy ονομάζεται Kevin, αλλά οι 23 προσωπικότητες που υπάρχουν μέσα του λειτουργούν ημι-αυτόνομα κι έχουν δικά τους χαρακτηριστικά και τρόπο σκέψης (π.χ. μόνο η μια έχει διαβήτη, κάποιες είναι δεξιόχειρες και κάποιες αριστερόχειρες κλπ). Κάθε φορά εμφανίζεται μόνο μια προσωπικότητα, κι η προσωπικότητα-αρχηγός, αυτή δηλαδή που αποφασίζει ποιος θα εμφανιστεί και πότε, λέγεται Barry κι είναι σχετικά ήρεμος χαρακτήρας. Δύο από τις «σκοτεινές» προσωπικότητες, όμως, ο ηδονοβλεψίας Dennis και η Patricia (ναι, υπάρχουν και γυναικείες) βγαίνουν στο φως και ο πρώτος απαγάγει της τρεις έφηβες με στόχο να τις θυσιάσει στο «τέρας», μια άγνωστη 24η προσωπικότητα με παράξενες δυνάμεις.

Αν εξαιρέσουμε τα περί τέρατος, τα υπόλοιπα που έγραψα για τις προσωπικότητες έχουν όντως εντοπιστεί σε άνθρωπο, γεγονός που μοιάζει τουλάχιστον παράδοξο και οι ψυχίατροι προσπαθούν εδώ και χρόνια να ερμηνεύσουν ικανοποιητικά. Στην ταινία βλέπουμε, για παράδειγμα, μία από τις τρεις κοπέλες να γίνεται φίλη μ΄ ένα δεκάχρονο αγόρι (ακόμη μια από τις προσωπικότητες) και να προσπαθεί να βρει τρόπο να ξεφύγει. Οι προσωπικότητες λειτουργούν ουσιαστικά αυτόνομα, αλλά γνωρίζουν η μία τις πράξεις των άλλων και υπάρχουν ακόμη και ποινές γι΄ αυτές που δεν κάνουν αυτό που πρέπει! Σαν κανονική ομάδα, δηλαδή. Μάλιστα, ο Κέβιν αναγνωρίζει το πρόβλημα και επισκέπτεται τακτικά μια εναλλακτική ψυχίατρο (Buckley), η οποία διατρέχει κίνδυνο όταν τον εμπιστεύεται περισσότερο απ΄ όσο πρέπει.

split-2016-film-1

Το πρώτο που ξεχωρίζει κανείς στην ταινία φυσικά είναι η ερμηνεία του James McAvoy, γνωστού για το ρόλο του καθηγητή Xavier στους X-Men, ο οποίος κλέβει τις εντυπώσεις με τις εύστοχες, ακραίες εναλλαγές προσωπικοτήτων που επιδεικνύει κατά μήκος της ταινίας και την ικανότητά του να σε βάλει στο νόημα του «ένας άνθρωπος, πολλοί χαρακτήρες». Ο χαρακτήρας του είναι ψυχοπαθής, προφανώς, αλλά μπορεί να είναι και λογικός, και ο McAvoy πείθει στο ρόλο του απόλυτα. Μπορεί να μην πρόκειται για οσκαρική ερμηνεία, όπως ίσως έδινε ο Ντι Κάπριο αν γυριστεί ποτέ η αληθινή ιστορία, αλλά ανεβάζει την ταινία καταφανώς.

Όπως έκανε και στην Έκτη Αίσθηση, που συχνά θεωρείται η ταινία με το πιο ανατρεπτικό φινάλε όλων των εποχών, έτσι κι εδώ, ο Ινδοαμερικανός σκηνοθέτης αναπτύσσει την ταινία του ανεβάζοντας στα ύψη το σασπένς λίγο πριν το φινάλε, για να δώσει στο τέλος μια όχι και τόσο φυσιολογική εξήγηση κι ένα ανάλογο τέλος (δεν αποκαλύπτω περισσότερα). Σε αντίθεση με τότε, όμως, τώρα αυτό μάλλον ξενίζει, όχι μόνο γιατί η υπόθεση είναι εμπνευσμένη από αληθινή ιστορία αλλά κι επειδή το μεγαλύτερο ατού όλων αυτών των απίστευτων γεγονότων που εκτυλίσσονται είναι ότι μοιάζουν ρεαλιστικά, και το γεγονός ότι στο τέλος αποδεικνύεται ότι δεν είναι προσωπικά μου άφησε μια γλυκόπικρη γεύση.

Συνολικά, ωστόσο, το Split παίρνει καλό βαθμό, και το συστήνω ανεπιφύλακτα σε όποιον ψάχνει θρίλερ με έντονο, διαρκώς αναπτυσσόμενο σασπένς και μια δόση μεταφυσικού. Ο Shaymalan απέδειξε μετά από πολύ καιρό πως έχει δυνατότητες να γυρίσει μια πολύ αξιόλογη ταινία, αν βρει το κατάλληλο κόνσεπτ και το αναπτύξει σωστά, με το καστ να βοηθάει φυσικά με την παρουσία του.

35-stars

Ο θαυμαστός κόσμος του Χάρι Πότερ επέστρεψε επιτέλους στη μεγάλη οθόνη, αν και λίγο διαφορετικός. Από τη Βρετανία των 90΄s στις ΗΠΑ της εποχής της τζαζ, απ΄ τον Harry Potter στο Newt Scamander, από το Υπουργείο Μαγείας στο Αμερικανικό Κογκρέσο των Μάγων, και πολλές τέτοιες αναλογίες. Η μαγεία, ωστόσο, κυριολεκτικά και μεταφορικά, παραμένει ίδια…

fantastic_beasts_and_where_to_find_them_posterΦανταστικά Ζώα και Πού Βρίσκονται (Fantastic Beasts and Where to Find Them)

Περιπέτεια φαντασίας, Ηνωμένο Βασίλειο, 2016, 132′
Σκηνοθεσία: David Yates
Σενάριο: J.K. Rowling
Πρωταγωνιστούν: Eddie Redmayne, Katherine Waterston, Dan Fogler, Colin Farrell
Μπάτζετ: 180 εκατομμύρια $
Έσοδα: 474 εκατομμύρια $

Ο φυσιοδίφης Βρετανός μάγος Newt Scamander ταξιδεύει στις ΗΠΑ του 1926 για να βρει καινούρια μαγικά πλάσματα. Ένα μπέρδεμα όμως, του προκαλεί μπελάδες με την αμερικανική κοινότητα των μάγων, η οποία ανησυχεί για το αυξανόμενο ενδεχόμενο αποκάλυψης της ύπαρξης των μάγων στον υπόλοιπο κόσμο.

H J.K. Rowling και ο κόσμος των μάγων επέστρεψε λοιπόν, με το «βαρύ χαρτί» που ονομάζεται Eddie Redmayne (Θεωρία των Πάντων, The Danish Girl) να αναλαμβάνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Newt Scamander, ένα ρόλο που του ταιριάζει γάντι. Νευρώδης, συνεσταλμένος, ιδιόρρυθμος, λίγο αφελής αλλά γενναίος και αποφασιστικός όταν το απαιτούν οι περιστάσεις, ο Newt μοιάζει σε αρκετά με το θρυλικό Χάρι Πότερ.

Εκτός των άλλων, όμως, ο Newt είναι και κλασικός Βρετανός στους τρόπους, την ομιλία και τη γενικότερη συμπεριφορά του κι αυτό τον καθιστά λίγο «εξωγήινο» (An Englishman in New York, όπως μας τραγούδησε και ο Sting) στη θορυβώδη πραγματικότητα της εποχής της τζαζ στις ΗΠΑ. Δεδομένης και της ακατανόητης για τους υπόλοιπους αγάπης του προς εν δυνάμει επικίνδυνα μαγικά πλάσματα, δεν αργεί να έρθει σε σύγκρουση με τους οικοδεσπότες του. Τελικά βρίσκει μια ετερόκλητη παρέα φίλων, αποτελούμενη από δυο μάγισσες αδελφές, την εξίσου συνεσταλμένη Tina (Waterston) και την πιο απελευθερωμένη Queenie (Alison Sudol), αλλά κι έναν απλοϊκό πλην καλοπροαίρετο μη-μάγο (Muggle στη Βρετανία, No-Maj στις ΗΠΑ), τον Jacob (Fogler), που δε σταματά να απορεί μ΄ αυτά που βλέπει καθ΄ όλη τη διάρκεια του έργου.

eddie-redmayne-in-fantastic-beasts-and-where-to-find-them1

Ο θεατής δεν απορεί και τόσο, βέβαια, εκτός κι αν δεν είναι γνώστης του κόσμου του Χάρι Πότερ. Όχι πως δεν υπάρχουν ανατροπές και ευφάνταστες στιγμές που προκαλούν μια ευθυμία, αλλά δε βλέπουμε κάτι το τόσο καινούριο. Η μεγαλύτερη αλλαγή σε σχέση με τον κόσμο των μάγων που ξέρουμε είναι πως εδώ οι μάγοι ακολουθούν τον τρόπο ζωής των μη-μάγων συνανθρώπων τους, όσον αφορά στο ντύσιμο, τη συμπεριφορά, ακόμη και στον τρόπο διασκέδασης. Αλλαγή που αποδεικνύεται πετυχημένη, καθώς ενώνει τον φανταστικό κόσμο των μάγων με τη νοσταλγία ενός κόσμου πραγματικού μεν, του παρελθόντος δε.

Φυσικά δε λείπουν οι λίγες αλλά στοχευμένες αναφορές σε πρόσωπα και μέρη που γνωρίζουμε από το Χάρι Πότερ, κάποια εκ των οποίων θα μας απασχολήσουν περισσότερο στις επόμενες 4 ταινίες του franchise. Η εμφάνιση του Τζόνι Ντεπ στο φινάλε σ΄ ένα ρόλο-έκπληξη επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές.

Το ζευγάρι ενός απλοϊκού μη-μάγου και μιας γοητευτικής, socialite μάγισσας είναι ό,τι πιο πετυχημένα αταίριαστο έχουμε δει τα τελευταία χρόνια.

Το ζευγάρι ενός απλοϊκού μη-μάγου και μιας γοητευτικής, socialite μάγισσας είναι ό,τι πιο πετυχημένα αταίριαστο έχουμε δει τα τελευταία χρόνια.

Το νεαρό καστ που επέλεξαν οι συντελεστές του έργου αποδίδει πολύ καλά, με τον Redmayne να μπαίνει από νωρίς στο πετσί του ρόλου του, ενώ το παράλογο αλλά ταιριαστό ζευγάρι του Fogler με τη Sudol αποτελεί την ευχάριστη έκπληξη. Σε μια παράλληλη ιστορία στην ταινία, βλέπουμε την εμπειρία του Κόλιν Φάρελ σ΄ ένα «σκοτεινό» ρόλο, αλλά και τον 24χρονο Ezra Miller (Τα Πλεονεκτήματα του να είσαι στο Περιθώριο, Batman v. Superman) να ενσαρκώνει έναν πολύ ιδιαίτερο ρόλο με τη μυστικότητα που αυτός απαιτεί.

Γενικά το δίωρο διάρκειας της ταινίας κυλά αρκούντως ευχάριστα, χωρίς πολλά νεκρά διαστήματα και με εύστοχες εναλλαγές καλογυρισμένων σκηνών (με τη βοήθεια των υπερσύγχρονων ειδικών εφέ) και γλυκόπικρου χιούμορ, το οποίο θα εκτιμήσουν περισσότερο οι λάτρεις της αρχικής σειράς. Είναι εξ ορισμού αδύνατο η σειρά αυτή να φτάσει στα επίπεδα του Χάρι Πότερ, αλλά έχω την αίσθηση πως αν η πένα της Rowling συνεχίζει να κινείται και να γράφει με τον τρόπο που ξέρουμε, έχουμε όλα τα εφόδια για μια πολύ αξιόλογη σειρά. Για όσους αρέσκονται στις συγκρίσεις, πιο αξιόλογη από την προσπάθεια της τριλογίας Χόμπιτ να εκμεταλλευτεί την επιτυχία του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών

35-stars

Τα τελευταία χρόνια οι καλύτερες ταινίες στο χώρο της κωμωδίας έρχονται κατά πλειοψηφία από τη Γηραιά Ήπειρο και όχι από το Χόλιγουντ. Συνήθως οι Γάλλοι πρωτοστατούν στο είδος, φέτος όμως ήρθε ο Ιταλός Checco Zalone να μας παρουσιάσει μια πανέξυπνη σάτιρα της σύγχρονης κοινωνίας που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ελληνική.

cine_quo_vado_singoloΠού πάω, Θεέ μου; (Quo Vado, 2016)

Κωμωδία (σάτιρα), Ιταλία, 88 λεπτά

Σκηνοθεσία: Gennaro Nunziante
Σενάριο: Gennaro Nunziante & Checco Zalone
Πρωταγωνιστούν: Checco Zalone, Eleonora Giovanardi, Sonia Bergamasco, Ninni Bruschetta
Μπάτζετ: 11 εκατομμύρια $
Έσοδα: 73 εκατομμύρια $ (μέχρι 25/10/2016)

Ένας μόνιμος δημόσιος υπάλληλος από τη Νότια Ιταλία βρίσκεται αντιμέτωπος με την πολιτική συρρίκνωσης του δημοσίου που εφαρμόζει η νέα ιταλική κυβέρνηση. Ωστόσο, δεν είναι διατεθειμένος ν΄ αφήσει την υπερπολύτιμη θέση του τόσο εύκολα, παρά τις εκβιαστικές πρακτικές που υιοθετούνται εναντίον του, μέχρι τουλάχιστον να γνωρίσει τον έρωτα μαζί μ΄ έναν κόσμο πολύ διαφορετικό απ΄ αυτόν που ήξερε.

Ο Checco Zalone, λοιπόν, είναι ο απόλυτος Ιταλός (ή μήπως Έλληνας;) δημόσιος υπάλληλος. Γιος δημοσίου υπαλλήλου, είχε εξασφαλισμένη τη μόνιμη θέση στη δημόσια υπηρεσία του χωριού του στο νότο της χώρας, χωρίς να προσπαθήσει ιδιαίτερα ούτε να κερδίσει τη θέση, αλλά ούτε και στη δουλειά του όταν την απέκτησε. Βολεψάκιας, παιδί της μαμάς και ανοιχτός σε… δωροδοκίες, παρ΄ όλα αυτά καλοπροαίρετος και ανοιχτόκαρδος, βρέθηκε ξαφνικά σε μπελάδες όταν πέρασε ένας νέος νόμος που του έδωσε δύο επιλογές: να παραιτηθεί ή να μετατεθεί σε δυσμενή θέση. Με τον «εθνοπατέρα» που βόλεψε αυτόν κι άλλους εκατοντάδες στο δημόσιο να του υπενθυμίζει συνεχώς πως η θέση του είναι ιερή επιλέγει το δεύτερο, εξοργίζοντας την υπεύθυνη της διαδικασίας Δρ. Σιρόνι (Bergamasco) που τον στέλνει μέχρι και στο… Βόρειο Πόλο για να του αλλάξει γνώμη. Εκεί, όμως, ο Checco θα γνωρίσει τον έρωτα στο πρόσωπο μιας ερευνήτριας (Giovanardi), κατοίκου Νορβηγίας, κοσμογυρισμένης, με τρία παιδιά διαφορετικών πατεράδων και εθνοτήτων και τελείως διαφορετική λογική για τον κόσμο από τη δική του. Οι δύο διαφορετικές αντιλήψεις, που ουσιαστικά αντιστοιχούν στους βόρειους και τους νότιους της Ευρώπης, αντίστοιχα, δε θ΄ αργήσουν να έρθουν σε σύγκρουση στο μυαλό του Checco, που πρέπει κάποια στιγμή να αποφασίσει ποιος είναι και πώς θέλει να ζήσει. Έστω κι αν αυτή η στιγμή είναι όταν τον έχει συλλάβει μια… πολιτισμένη φυλή αφρικανών και ζητά να μάθει (μέσω flashback) την ιστορία της ζωής του.

Ο... πολυάσχολος δημόσιος υπάλληλος εν ώρα υπηρεσίας.

Ο… πολυάσχολος δημόσιος υπάλληλος εν ώρα υπηρεσίας.

Δύο είναι οι βασικοί άξονες του ευφάνταστου αυτού σεναρίου, προσαρμοσμένου τέλεια στη σύγχρονη πραγματικότητα. Ο ένας είναι η αντίθεση Βορρά-Νότου σε όλα τα επίπεδα. Στην οικονομική ανάπτυξη, στην κοινωνική πρόοδο, στις αντιλήψεις για το γάμο, τα παιδιά και την κοινωνία γενικότερα, στις καθημερινές συνήθειες, στη διασκέδαση, ακόμα και στο κλίμα… Πανέξυπνα η ταινία κατορθώνει να ισορροπήσει μεταξύ των δύο αυτών διαφορετικών κόσμων, προβάλλοντας αποκαλυπτικά -και πάνω απ΄ όλα, με χιούμορ- τα θετικά και τα αρνητικά των μεν και των δε. Παρ΄ ότι, εξάλλου, ο Checco ανήκει σε μια κάστα ανθρώπων που συχνά κατηγορούμε εδώ στο νότο, το έργο τον παρουσιάζει με τέτοιο τρόπο που δε σ΄ αφήνει άλλη επιλογή παρά να ταυτιστείς και να εξερευνήσεις μαζί του τον κόσμο από τα μάτια όλων των λαών που απεικονίζονται.

prwinoΟ δεύτερος άξονας, κωμωδία έχουμε άλλωστε, είναι το ακραίο χιούμορ και η υπερβολή που δίνει αυτό τον ανάλαφρο και αστείο τόνο στην ταινία. Οι αντιθέσεις που περιέγραψα πριν εκτίθενται μ΄ έναν εμφανώς πιο ακραίο τρόπο απ΄ ότι είναι στην πραγματικότητα, έχοντας προφανώς στόχο να δώσουν κωμικό τόνο τόσο στα θετικά όσο και στα αρνητικά στοιχεία της κοινωνίας. Οι χαρακτήρες, οι συνήθειές τους, οι απολαυστικοί μεταξύ τους διάλογοι (πολλά λογοπαίγνια στα ιταλικά), ο τρόπος λήψης αποφάσεων που διαθέτουν έχουν έντονο το στοιχείο της υπερβολής, δημιουργώντας κάτι που παραπέμπει στο κλασικό λεκτικό slapstick παλαιότερων αλλά και σύγχρονων ταινιών (ιδιαίτερες ομοιότητες εντοπίζονται με την έξοχη πρόσφατη γαλλική κωμωδία Τι Σου Κάναμε, Θεέ μου; (2014)). Όλα για τη σάτιρα, λοιπόν, αλλά χωρίς να χάνεται η εύστοχη κοινωνική κριτική και το αληθοφανές της πλοκής.

Ως Έλληνες καθαρά τώρα, η ταινία αυτή αποδεικνύει πραγματικά πως με τους Ιταλούς, ιδιαίτερα τους νότιους, είμαστε «Una faccia una razza» (κι ας είναι 28 Οκτωβρίου σήμερα!), και η ταινία θα μπορούσε κάλλιστα να διαδραματίζεται στη χώρα μας αντί για τη γειτονική. Αυτό μας ταυτίζει ακόμη περισσότερο με το κωμικό στιλ του Zalone, γεμάτο μπρίο, φαντασία και ενέργεια. Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για μια πολύ καλή και απίστευτα επίκαιρη κωμωδία, που μας κάνει να «γελάμε με τα χάλια μας» (όχι μόνο της Ελλάδας και του νότου, αλλά του πλανήτη γενικότερα). Κι επειδή τώρα τελευταία βρισκόμαστε ομαδικώς στα χάλια μας, καλό είναι κάποιος να μας κάνει τουλάχιστον να γελάμε μ΄ αυτά.

3-stars

Τα πιο βαριά χαρτιά της έριξε στο τραπέζι η DC στη μάχη των superhero movies. Συγκεκριμένα, ένωσε τους… καλύτερους κακούς των περιπετειών της για να φτιάξει μια ομάδα διάσωσης του κόσμου κάπως διαφορετική από της άλλης, σε μια από τις πιο πολυαναμενόμενες ταινίες της χρονιάς.

suicide_squad_film_posterSuicide Squad (2016) – Superhero movie, 1h 56min

Σενάριο-Σκηνοθεσία: David Ayer
Μουσική: Steven Price
Πρωταγωνιστούν: Will Smith, Margot Robbie, Jared Leto, Cara Delevigne
Μπάτζετ: 175 εκατομμύρια $
Έσοδα στο box-office (8/9/2016): 679 εκατομμύρια $

Μετά από πολλές και συντονισμένες (ή και όχι) προσπάθειες της αδίστακτης αλλά αποτελεσματικής Amanda Waller (Viola Davis) και του Μπάτμαν (Μπεν Άφλεκ), οι μεγαλύτεροι δημόσιοι κίνδυνοι της Γκόθαμ Σίτι, με εξαίρεση τον Τζόκερ (Leto), βρίσκονται πίσω από τα σίδερα στη Λουιζιάνα. Όταν όμως θα εμφανιστεί μια νέα, εκτός ανθρώπινων ορίων απειλή, η Waller θα πάρει την τολμηρή απόφαση να τους απελευθερώσει και να τους στείλει να σώσουν τον κόσμο, τον ίδιο κόσμο που ταλαιπωρούσαν επί χρόνια μέχρι τη σύλληψή τους.

Εξέχουσες προσωπικότητες στην Ομάδα Αυτοκτονίας ο πιο λογικός της παρέας, Deadshot (Smith) και η… πιο παράλογη, Harley Quinn (Robbie). Ο αγαπημένος της τελευταίας, όμως (ο Τζόκερ, ντε) δεν είναι απ΄ αυτούς που κάθονται με σταυρωμένα τα χέρια, ενώ οι μέθοδοι που χρησιμοποιεί η Waller για να κρατήσει την αμφιλεγόμενη ομάδα διάσωσης σε ισορροπία δυσανασχετεί τα μέλη της που ακολουθούν απρόθυμα τις διαταγές της.

Σε πάρα πολλές superhero movies κατά το πρόσφατο παρελθόν έχουμε δει τους κακούς να κλέβουν την παράσταση. Λογική, επομένως, η απόφαση της DC να χτίσει μια ταινία πάνω τους, αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο χωρίς να υπάρχει ο… καλός που τους χαλάει την πιάτσα. Πράγματι, χαρακτήρες όπως ο Deadshot, η Harley Quinn και ο El Diablo αναδεικνύονται σε άψογους πρωταγωνιστές, με τις ερμηνείες των εξαιρετικών Will Smith και Margot Robbie να ξεχωρίζουν.

maxresdefaultΤαυτόχρονα, ο Leto (φωτό δεξιά) είναι ένας διαφορετικός Τζόκερ -συγκριτικά με τους θρυλικούς Τζακ Νίκολσον και Χιθ Λέτζερ- αλλά μας αρέσει κι αυτός με την τρέλα του, το μόνο που δε μας αρέσει είναι η μικρή διάρκεια της εμφάνισής του. Πολύ καλή, επίσης, και η Cara Delevigne σ΄ έναν ιδιαίτερο ρόλο, αλλά και η Viola Davis, που κατορθώνει αριστοτεχνικά να μετατρέψει το χαρακτήρα της στον πλέον αντιπαθή του έργου, κι ας είναι τυπικά με τους «καλούς».

Το σενάριο κινείται ακριβώς σ΄ αυτά τα πλαίσια. Δεν υπάρχει πια διάκριση καλού και κακού, τα χειρότερα καθάρματα μπορούν και πρέπει να γίνουν ήρωες, οι καλοί κι αγαθοί μπορούν να μετατραπούν σε τέρατα. Έξυπνες ατάκες και εντυπωσιακές, καλογυρισμένες σκηνές υπάρχουν, ενώ οι πρωταγωνιστικοί χαρακτήρες αναδεικνύονται σε ικανοποιητικό επίπεδο. Λείπει, ωστόσο, το κάτι παραπάνω, αυτό που ίσως θα μπορούσε να δώσει ένας πιο διευρυμένος ρόλος του Τζόκερ ή μια πετυχημένη προσπάθεια του David Ayer (Fury) να ξεφύγει λίγο από την πεπατημένη. Εξαιρετική, πάντως, είναι η μουσική επένδυση που επιμελήθηκε ο Steven Price.

Τι έχουμε, τελικά, να κρατήσουμε από μια ταινία που όλοι περιμέναμε; Στα θετικά, η DC δείχνει να πατά στα πόδια της και να μετατρέπει το μουδιασμένο Batman v Superman σ΄ ένα διευρυμένο franchise στο οποίο μπορούμε σύντομα να περιμένουμε νέα σύγκρουση Μπάτμαν και Τζόκερ, όπως προϊδεάζει κι αυτή η ταινία στο φινάλε της. Επίσης, τρεις έξοχοι ηθοποιοί (Leto, Robbie, Smith) φόρεσαν με επιτυχία τα κοστούμια τριών μεγάλων κακών/αντι-ηρώων της DC και μας άνοιξαν την όρεξη για περισσότερα. Στα αρνητικά, το ότι για άλλη μια φορά οι συντελεστές αρκέστηκαν σε μια καλή ταινία, με γνωστή πετυχημένη συνταγή, που αξίζει να τη δεις μια φορά, αλλά δεν έψαξαν το κάτι διαφορετικό, αυτό που έχουμε να δούμε σε superhero ταινία από τότε που Τζόκερ ήταν ο αείμνηστος Λέτζερ και άνθρωπος-νυχτερίδα ο Christian Bale…

3,5 Stars

Ο τηλεοπτικός αστέρας Bryan Cranston (Breaking Bad) αποφάσισε τη χρονιά που μας πέρασε να κάνει το πέρασμά του από τη μικρή στη μεγάλη οθόνη υποδυόμενος έναν καθαρά «κινηματογραφικό» χαρακτήρα, τον εκκεντρικό σεναριογράφο Dalton Trumbo. Σοφή επιλογή, όπως αποδείχτηκε…

Trumbo_(2015_film)_posterTrumbo (2015)
Βιογραφικό δράμα, ΗΠΑ, 120΄

Σκηνοθεσία: Jay Roach
Σενάριο: John McNamara
Πρωταγωνιστούν: Bryan Cranston, Diane Lane, Helen Mirren, Louis C.K.

Στα τέλη της δεκαετίας του ΄40,ο διάσημος και εκκεντρικός σεναριογράφος Dalton Trumbo βλέπει την καριέρα του αλλά και τη προσωπική ζωή του ίδιου και πολλών συναδέλφων του να καταρρέουν λόγω των περίφημων μαύρων λιστών του Χόλιγουντ που τους κατονομάζουν ως κομμουνιστές και τους αφήνουν χωρίς δουλειά. Έτσι, αναγκάζεται να καταφύγει σε διάφορα τεχνάσματα προκειμένου να συνεχίσει (στα κρυφά) να δουλεύει και να επιβιώσει μέχρι να περάσει η «καταιγίδα».

Όσοι γνωρίζουν καλά τον Cranston, από τις σειρές και τις λίγες ταινίες στις οποίες έπαιξε (μία εξ αυτών, το οσκαρικό Argo), γνωρίζουν ότι φημίζεται για την αμεσότητα και την εκφραστικότητά του. Δυο στοιχεία που χρησιμοποίησε αριστοτεχνικά για να υποδυθεί έναν από τους πιο μοναδικούς και ιδιαίτερους ανθρώπους στην ιστορία του κινηματογράφου, τόσο στην προσέγγιση του ρόλου αυτού καθαυτού όσο και στην προσπάθειά του να εισχωρήσει στο πλαίσιο της εποχής στην οποία αναφέρεται το έργο.

Να τα πάρουμε όμως από την αρχή. Βρισκόμαστε στο Χόλιγουντ λίγο μετά το Β΄ Παγκόσμιο, η Χρυσή Εποχή του αμερικανικού σινεμά είναι στα καλύτερα της, και όλα μοιάζουν ειδυλλιακά (αν και δεν είναι) για τους αστέρες μπροστά και πίσω από τις κάμερες. Σύντομα όμως, η αντικομμουνιστική παράνοια κάνει την εμφάνισή της στις ΗΠΑ (Ψυχρός Πόλεμος) και, κρίνοντας πως η έβδομη τέχνη μπορεί να αποτελέσει μέσο κομμουνιστικής προπαγάνδας αν βρεθεί στα χέρια λάθος ανθρώπων, άνθρωποι της πολιτικής, της οικονομίας αλλά και της ίδιας της τέχνης στην Αμερική προσπαθούν να απομονώσουν όσα μέλη της βιομηχανίας θεωρούν ύποπτα, με μια σειρά απάνθρωπα μέτρα που περιλαμβάνουν εξευτελιστικές ανακρίσεις, συλλήψεις, φυλακίσεις και, φυσικά, τις «μαύρες λίστες», στις οποίες αν βρίσκεσαι αποκλείεται να βρεις δουλειά σε στούντιο της προκοπής.

Ο πραγματικός Dalton Trumbo, εν ώρα... εργασίας.

Ο πραγματικός Dalton Trumbo, εν ώρα… εργασίας.

Η ενωμένη -κατά τον Β΄ Παγκόσμιο- αμερικανική κινηματογραφική βιομηχανία ήταν χωρισμένη σε δυο στρατόπεδα, τους «εχθρούς του έθνους» και τους «κυνηγούς μαγισσών». Συχνά μέλη της μεταπηδούσαν απ΄ τη μια ομάδα στην άλλη, ιδιαίτερα κάποιοι που για να γλιτώσουν από τις κατηγορίες και να σώσουν την καριέρα τους πρόδωσαν συναδέλφους τους και πέρασαν στο αντίπαλο στρατόπεδο. Κεντρικό πρόσωπο στην πρώτη, τουλάχιστον, φάση αυτής της παρανοϊκής κατάστασης είναι ο Dalton Trumbo, ο πιο δημοφιλής από τους πρώτους που κατηγορήθηκαν -και αποδέχθηκαν τις κατηγορίες- ως κομμουνιστές.

Παρά τις πολλές ιδιοτροπίες του, ο Trumbo ήταν αγαπητό πρόσωπο στο Χόλιγουντ και είχε πολλούς φίλους, αλλά σχεδόν όλοι είτε τον εγκατέλειψαν είτε βρίσκονταν στην ίδια θέση με αυτόν όταν ξέσπασε η υπόθεση. Μη μπορώντας να δουλέψει νόμιμα αναγκαζόταν να γράφει σενάρια για τα οποία άλλοι έπαιρναν το credit, ενώ μαζί με συναδέλφους του που ήταν στην ίδια θέση αποφάσισαν να δουλέψουν για ένα παρακμάζον στούντιο το οποίο γύριζε ταινίες της συμφοράς, αλλά ήταν το μοναδικό που δεν είχε αντίρρηση να τους προσλάβει. Ταυτόχρονα, τα γεγονότα επηρεάζουν αρνητικά τη συμπεριφορά του Trumbo δημιουργώντας πρόβλημα στη σχέση του με τη γυναίκα και τα παιδιά του.

Μετά από 10 χρόνια στην αφάνεια, ο Trumbo πήρε την αναγνώριση πρώτη φορά για την ταινία "Σπάρτακος", το 1960 (στη φωτό ο Kirk Douglas)

Μετά από 10 χρόνια στην αφάνεια, ο Trumbo πήρε την αναγνώριση πρώτη φορά για την ταινία «Σπάρτακος», το 1960 (στη φωτό ο Kirk Douglas)

Για κάποιον που αγαπά το σινεμά, και ιδιαίτερα την εποχή στην οποία αναφερόμαστε, η ταινία αφήνει μια γλυκόπικρη γεύση, και αυτό είναι προς τιμήν της. Από τη μια, συγκινείσαι ιδιαίτερα να βλέπεις την ατμόσφαιρα και τους θρυλικούς αστέρες που κυριαρχούσαν τότε στο Χόλιγουντ, από την άλλη όμως βλέπεις τους ίδιους αυτούς ανθρώπους να εμπλέκονται σ΄ έναν τελείως παράλογο εμφύλιο και να αποκηρύσσουν πρώην συνεργάτες και φίλους. Ανάμεσα στους αστέρες που η ταινία στηλιτεύει ως «κυνηγούς μαγισσών», ο «δούκας» John Wayne, ο Edward G. Robinson (ο οποίος βέβαια ποτέ δεν έδωσε ονόματα, όπως περιγράφεται στο φιλμ) αλλά και μια δαιμόνια δημοσιογράφος, η Hedda Hopper (Helen Mirren), που δείχνει να έχει τη μεγαλύτερη δύναμη απ΄ όλους: τη δύναμη του κοινού.

Όλα αυτά μοιάζουν κάπως χαοτικά, ιδίως για κάποιον που δε γνωρίζει πολλά επί του θέματος, και πράγματι είναι. Γι΄ αυτό και το σενάριο σε κάποια σημεία μοιάζει «χαμένο στη μετάφραση», προσπαθώντας να αποδώσει πολλές πτυχές της υπόθεσης ταυτόχρονα. Αν και με πολλές ιστορικές ανακρίβειες, είναι μια εξαιρετική σκιαγράφηση του Χόλιγουντ της εποχής, ενώ ο Cranston (υποψήφιος για Όσκαρ) και η μεγάλη Ellen Mirren αποδίδουν αριστουργηματικά τους ρόλους τους.

Για κάποιον που ενδιαφέρεται για το θέμα και την εποχή, το Trumbo είναι μια ταινία που πρέπει να δει οπωσδήποτε, γιατί θα την εκτιμήσει για πολλά πράγματα πέρα από τα προφανή. Κάποιος όμως που απλώς ψάχνει μια καλή ταινία να περάσει την ώρα του θα μείνει μόνο σχετικά ικανοποιημένος, κι αυτό χάρη στη σοβαρότητα που διέπει ολόκληρη την παραγωγή και την καταπληκτική ερμηνεία του Cranston και, σε μικρότερο βαθμό, του υπόλοιπου καστ.

3,5 Stars

Είναι το Creed η ταινία στην οποία ο Σιλβέστερ Σταλόνε δίνει την καλύτερη ερμηνεία της καριέρας του; Κι αν ακόμη ναι, είναι τόσο καλή για να του χαρίσει το πρώτο του Όσκαρ; 40 χρόνια μετά την πρώτη εμφάνιση του Ρόκι Μπαλμπόα, περνάει ακόμα η μπογιά του; Και γιατί κάποιος να ασχοληθεί με το ν-οστό σίκουελ, από τη στιγμή που τουλάχιστον τα τρία προηγούμενα είναι αντικειμενικά άθλια; Αυτά κι άλλα ερωτήματα θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε στις γραμμές που ακολουθούν.

Creed_posterCreed (2015)
Sports drama, 125 λεπτά

Σκηνοθεσία: Ryan Coogler
Σενάριο: Ryan Coogler & Aaron Covington
Πρωταγωνιστούν: Michael B. Jordan, Sylvester Stallone, Tessa Thompson, Tony Bellew

Ο Adonis (Jordan), νόθος γιος του εκλιπόντος πρωταθλητή πυγμαχίας Apollo Creed, προσπαθεί να ανελιχθεί στον κόσμο που διέπρεψε ο πατέρας του με τη βοήθεια του μεγαλύτερου αντιπάλου και φίλου του πατέρα του, Ρόκι Μπαλμπόα (Σταλόνε).

Στα χαρτιά, η ταινία Creed είναι κάτι ανάμεσα σε σίκουελ και spin-off της αμφιλεγόμενης σειράς ταινιών Ρόκι που ξεκίνησε με την οσκαρική επιτυχία του 1976. Σίκουελ γιατί τα πάντα εκτυλίσσονται στο σύμπαν των προηγούμενων ταινιών, και ό,τι έχει συμβεί εκεί λαμβάνεται ως δεδομένο. Δεν είναι απαραίτητο να έχει δει κανείς όλες τις ταινίες της σειράς για να καταλάβει τι παίζει (θα ήταν μαρτύριο, άλλωστε), αλλά μια γενική ιδέα για τους κεντρικούς χαρακτήρες χρειάζεται. Spin-off, γιατί κεντρικός χαρακτήρας είναι κάποιος που δεν έχει εμφανιστεί στα προηγούμενα φιλμ, ο γιος του Apollo Creed, Adonis, ενώ εκτός του Ρόκι Μπαλμπόα δεν εμφανίζεται σε πρωταγωνιστικό ρόλο κανένας από τους χαρακτήρες των ταινιών αυτών.

CreedΣτην πραγματικότητα, όμως, η ταινία είναι ένα άτυπο remake του πρώτου και αγαπημένου Rocky, που κυκλοφόρησε πριν 40 χρόνια. Ο Adonis Creed, όπως και ο Ρόκι Μπαλμπόα στην πρώτη εκείνη ταινία, είναι ένας ταλαντούχος αλλά μάλλον άσημος μποξέρ που προσπαθεί να ανελιχθεί όταν του παρουσιάζεται από το πουθενά μια ευκαιρία να διεκδικήσει το παγκόσμιο πρωτάθλημα. Τότε ήταν τα 200 χρόνια από τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ που ενέπνευσε τους διοργανωτές να διαλέξουν τυχαία έναν πυγμάχο από τη Φιλαδέλφεια (την πόλη στην οποία συντάχθηκε αυτή), τώρα το γεγονός ότι ο αλαζονικός Βρετανός πρωταθλητής (Bellew) αναγκάζεται να αποσυρθεί απ΄ την ενεργό δράση λόγω μιας ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε και θέλει να αποχωρήσει κερδίζοντας έναν μέτριο μποξέρ που όμως έχει όνομα και μπορεί να προσελκύσει δημοσιότητα. Ακόμη και οι ρομαντικές περιπέτειες του ήρωα (τη θέση της Adrian παίρνει εδώ η συμπαθέστατη τραγουδίστρια Bianca (Tessa Thompson)) είναι πολύ παρόμοιες στα δύο φιλμ.

Το Creed, μολαταύτα, κατορθώνει να ξεχωρίζει από το πρώτο Rocky και να βλέπεται εξίσου, αν όχι ακόμη περισσότερο, ευχάριστα με αυτό για τρεις κυρίως λόγους. Ο πρώτος είναι η μεστή σκηνοθεσία του Ryan Coogler, ο οποίος κατάφερε να διατηρήσει τα στοιχεία που έκαναν τον Ρόκι Μπαλμπόα και τις ταινίες του θρυλικές, απαλλάσσοντας όμως την ταινία από τα κλισέ και τις ανέμπνευστες ιστορίες των προηγούμενων ταινιών, και δημιουργώντας κάτι δοκιμασμένο και καινούριο ταυτόχρονα. Ο δεύτερος είναι η εμφάνιση του Σταλόνε ως Ρόκι Μπαλμπόα, για 7η φορά στην καριέρα του. Είναι και η τυχερή απ΄ ότι φαίνεται, καθώς ο 69χρονος αμφιλεγόμενος ηθοποιός είναι συγκινητικός και απολαυστικός, για πρώτη ίσως φορά στα 40 και πλέον χρόνια παρουσίας του στη μεγάλη οθόνη. Ο χαρακτήρας του αντιμετωπίζει θέματα όπως η σχέση παρελθόντος-παρόντος-μέλλοντος, ο θάνατος και το νόημα της ζωής. Δεν πίστευα ποτέ πως ένας επιφανειακός χαρακτήρας όπως ο Ρόκι μπορεί να διαχειριστεί τέτοια σύνθετα προβλήματα, αλλά το έξυπνο σενάριο και η ερμηνεία του Σταλόνε σε κάνουν να ταυτιστείς μαζί του ίσως για πρώτη φορά τα 40 αυτά χρόνια.

Τα περίφημα "Rocky Steps" στο Μουσείο Τέχνης της Philadelphia εμφανίζονται και πάλι στο φινάλε του έργου

Τα περίφημα «Rocky Steps» στο Μουσείο Τέχνης της Philadelphia εμφανίζονται και πάλι στο φινάλε του έργου

Ο τρίτος λόγος είναι η πολύ δυνατή ερμηνεία των δύο άλλων πρωταγωνιστών, και κυρίως του Michael B. Jordan. Μόλις στα 28 του, ο ταλαντούχος ηθοποιός αποδίδει εξαιρετικά έναν χαρακτήρα ακόμη πιο συμπαθή από τον προ 40ετίας Μπαλμπόα, που αναγκάζεται να ζει υπό τη σκιά του θρυλικού πατέρα του Apollo Creed και αμφιταλαντεύεται διαρκώς για το αν πρέπει να δεχτεί και να εκμεταλλευτεί την υστεροφημία αυτή ή να προσπαθήσει να ξεκινήσει από το μηδέν. Ο Jordan προσδίδει στο χαρακτήρα του αυτή την αμφιβολία και τις αντιθέσεις-αντιφάσεις που εμφανίζει στη συμπεριφορά του κατά τη διάρκεια του φιλμ. Πλάι του η Tessa Thompson ερμηνεύει άκρως ικανοποιητικά το ρόλο της, προσφέροντας μια ανάλαφρη νότα στο έργο και έχοντας πολύ καλή χημεία με τον συμπρωταγωνιστή της. Εξαιρετικά καλογυρισμένες, τέλος, και οι σκηνές με τους αγώνες μποξ που δίνει ο ήρωας, με τον τρόπο κίνησης της κάμερας να δείχνει εμπειρία εκ μέρους του σκηνοθέτη από τον κόσμο του αθλήματος.

Το μόνο, αλλά δυστυχώς αρκετά σημαντικό, μειονέκτημα της ταινίας αποτελεί το γεγονός πως είναι εξαιρετικά προβλέψιμη, ειδικά για όσους έχουν δει το αρχικό Rocky, καθώς ουσιαστικά ακολουθεί την ίδια ιστορία υπό άλλες συνθήκες. Παρ΄ όλα αυτά, οι πολυάριθμοι φαν του θρυλικού Ρόκι Μπαλμπόα και των ταινιών του έχουν επιτέλους ένα λόγο να αισθάνονται περήφανοι. Η μίξη παλιού και νέου, δοκιμασμένου και πολλά υποσχόμενου, Sylvester Stallone και Michael B. Jordan, πέτυχε και με το παραπάνω υπό την καθοδήγηση του Cooglan. Ο Σταλόνε κέρδισε ήδη τη Χρυσή Σφαίρα Β΄ Ανδρικού Ρόλου και είναι καθοδόν για το πρώτο του Όσκαρ. Είτε το κερδίσει, όμως, είτε όχι, απέδειξε πως μπορεί να παίξει καλά όταν του δώσεις την ευκαιρία. Έστω και στα 69 του…

Ένα από τα πιο επιτυχημένα κινηματογραφικά franchise των τελευταίων χρόνων, αυτό των ταινιών Hunger Games, φτάνει στο τέλος του με την τέταρτη ταινία της σειράς (Mockingjay: Part II), που κάνει πρεμιέρα την Πέμπτη που μας έρχεται. Ας θυμηθούμε, λοιπόν, πως φτάσαμε ως εδώ…

lawrenceΗ σειρά των τεσσάρων αυτών ταινιών βασίζεται στα βιβλία της Suzanne Collins, που συμμετείχε και στη συγγραφή των σεναρίων, και έχει ως κεντρικό ήρωα μια απ΄ τις πιο σημαντικές ηρωίδες που γνώρισε ο κινηματογράφος τα τελευταία χρόνια, την Katniss Everdeen. Ιδανική επιλογή για την ενσάρκωση της ηρωίδας αυτή η Jennifer Lawrence, η οποία έχει αποκτήσει εδώ και μια πενταετία, όταν και πήρε τους πρώτους πρωταγωνιστικούς της ρόλους, ένα κινηματογραφικό προφίλ που ταιριάζει «γάντι» στο χαρακτήρα που υποδύθηκε. Έχοντας ένα μίγμα νεαρών, ταλαντούχων ηθοποιών και γηραιότερων και έμπειρων συναδέλφων τους, οι ταινίες Hunger Games αποκόμισαν τεράστια κέρδη στο box office, χάρη και στην τελευταία λέξη της τεχνολογίας που χρησιμοποίησαν στον τομέα των ειδικών εφέ, και σχετικά θετικές κριτικές. Πριν, λοιπόν, κλείσει τον κύκλο του και τούτο το franchise, αξίζει να θυμηθούμε τις τρεις ταινίες που προηγήθηκαν και μας έφεραν «προ των πυλών» για το μεγάλο φινάλε.

The Hunger Games (2012)

3 Stars

HungerGamesPosterΣκηνοθεσία: Gary Ross
Σενάριο: Gary Ross, Suzanne Collins, Billy Ray
Διάρκεια: 142΄
Πρωταγωνιστούν: Jennifer Lawrence, Josh Hutcherson, Liam Hemsworth, Donald Sutherland

Ζώντας κάτω από ένα δυστοπικό ολοκληρωτικό καθεστώς, η νεαρή Katniss Everdeen (Lawrence) αντικαθιστά εθελοντικά την αδερφή της στους «Αγώνες Πείνας», έναν διαγωνισμό στον οποίο συμμετέχουν νέοι απ΄ όλες τις περιφέρειες της χώρας και καλούνται να πολεμήσουν μέχρι θανάτου.

Όπως συμβαίνει συνήθως στις πρώτες ταινίες τέτοιων franchise, έτσι κι εδώ, η ταινία διαδραματίζει περισσότερο το ρόλο της «εισαγωγής», αν και έχει αρκετό ενδιαφέρον για να εκτιμηθεί και από μόνη της. Το κοινό εισάγεται στους κεντρικούς χαρακτήρες, στην κατάσταση που επικρατεί στη φανταστική χώρα Panem, όπου ένα απολυταρχικό καθεστώς έχει επιβληθεί υπό τον πρόεδρο Snow (Sutherland) και αναγκάζει τις περιφέρειες να στέλνουν δύο έφηβους η καθεμία για να συμμετάσχουν σε έναν απάνθρωπο αγώνα που προσφέρει δόξα και τιμή στο νικητή, αλλά θάνατο σε όλους τους υπόλοιπους. Ο δυναμικός, ατίθασος αλλά πολυμήχανος χαρακτήρας της ηρωίδας Katniss Everdeen ξεχωρίζει από την αρχή, ενώ οι δύο εν δυνάμει μνηστήρες της, ο Peeta Melark (Hutcherson) και ο Gale Hawthorne (Hemsworth) συστήνονται κι αυτή με τη σειρά τους στο κοινό. Αρκετές στιγμές έντασης και αγωνίας υπάρχουν κατά τη διάρκεια του έργου, αλλά από τη στιγμή που ξέρεις ότι ακολουθούν τρία σίκουελ, μπορείς εύκολα να διαπιστώσεις πως δεν πρόκειται να συμβεί κάτι συνταρακτικό εδώ, οπότε το σασπένς αναπόφευκτα ελαττώνεται. Όπως έγραψα πριν, η ταινία είναι ενδιαφέρουσα αλλά όχι εντυπωσιακή, αλλά το σκοπό της τον πετυχαίνει, να μας εισάγει δηλαδή στο «σύμπαν» των Hunger Games και να μας προϊδεάσει για τη συνέχεια. Με τα 700 εκατ. $ που απέφερε στο box office, μάλλον κατάλαβαν και οι παραγωγοί τη «φλέβα χρυσού» την οποία πέτυχαν…

The Hunger Games: Catching Fire (2013)

3 Stars

Catching-Fire_posterΣκηνοθεσία: Francis Lawrence
Σενάριο: Simon Beaufoy, Michael deBruyn
Διάρκεια: 146΄
Πρωταγωνιστούν: Jennifer Lawrence, Josh Hutcherson, Liam Hemsworth, Donald Sutherland

Η Katniss Everdeen και ο Peeta Melark γίνονται στόχοι του καθεστώτος καθώς η νίκη τους στους Αγώνες Πείνας προκάλεσε αναταραχή στις περιφέρειες της Panem, έτσι αναγκάζονται να συμμετέχουν ξανά στους Αγώνες που αυτή τη φορά διεξάγονται με συμμετέχοντες παλαιότερους νικητές.

Ωραία, περάσαμε την εισαγωγή, σιγά σιγά μπαίνουμε στην ουσία. Όπως πολλοί απ΄ όσους είδαν την πρώτη ταινία (και σίγουρα όσοι έχουν διαβάσει τα βιβλία) αντιλήφθηκαν, η συμμετοχή και η νίκη της Katniss και του Peeta δεν αποτελούν απλά μεμονωμένο γεγονός, αλλά την απαρχή μιας νέας επανάστασης απέναντι στο απάνθρωπο καθεστώς της Capitol, με τους δύο νικητές να αποτελούν πηγή έμπνευσης για τους καταπιεσμένους κατοίκους των περιφερειών. Έτσι, ο πρόεδρος Snow θα διοργανώσει νέους Αγώνες Πείνας με στόχο να τους αναγκάσει να συμμετέχουν και, αυτή τη φορά, να τους εξοντώσει. Παρά την αλλαγή σκηνοθέτη (Francis Lawrence – συνωνυμία με τη Τζένιφερ – αντί Gary Ross), η ταινία αυτή συνέχισε ομαλά την ιστορία και αποτέλεσε μια μετάβαση απ΄ το εισαγωγικό πρώτο μέρος στην κορύφωση του τελευταίου μέρους της τριλογίας των βιβλίων, πού στον κινηματογράφο μεταφέρθηκε (όπως και ο Χάρι Πότερ, αν θυμάστε) σε δύο ξεχωριστά μέρη. Κι εδώ έχουμε Αγώνες Πείνας, αλλά οι χαρακτήρες και οι στόχοι τους είναι γνωστοί, και η ανοιχτή κόντρα των εν δυνάμει επαναστατών με την κυβέρνηση είναι προ των πυλών. Η ταινία αυτή καθαυτή υπερέχει της προηγούμενης στο τεχνολογικό κομμάτι, με ορισμένες σκηνές να μοιάζουν από… άλλο πλανήτη χάρη στα εξαιρετικά οπτικά και ηχητικά εφέ. Παρ΄ όλα αυτά, συνολικά είναι μάλλον ισάξια του πρώτου μέρους, κρατώντας πάντως αμείωτο το ενδιαφέρον για τη συνέχεια.

The Hunger Games: Mockingjay – Part I

3,5 Stars

MockingjayPart1Poster3Σκηνοθεσία: Francis Lawrence
Σενάριο: Peter Craig, Danny Strong
Διάρκεια: 123΄
Πρωταγωνιστούν: Jennifer Lawrence, Josh Hutcherson, Liam Hemsworth, Philip Seymour Hoffman

Οι Αγώνες τελείωσαν μια και καλή, και η Katniss γίνεται το σύμβολο της επανάστασης ενάντια στην Capitol, ενώ προσπαθεί να σώσει και τον Peeta που έχει συλληφθεί από το καθεστώς.

Επιτέλους, μπήκαμε στο διά ταύτα με την τρίτη αυτή ταινία. Οι Αγώνες Πείνας αποτελούν παρελθόν, η Katniss μεταβαίνει στην απομονωμένη περιοχή District 13, ξαναβρίσκει την οικογένειά της και γνωρίζει την -οργανωμένη πια- ηγεσία των επαναστατών με επικεφαλής την Alma Coin (Julianne Moore). Οι επαναστάτες θα προσπαθήσουν να πείσουν την Katniss να αποτελέσει το σύμβολο της προσπάθειάς τους, αγκάθι όμως για την ίδια παραμένει η τύχη του Peeta, που εγκαταλείφθηκε μετά τους προηγούμενους αγώνες. Η κλασική ιστορία ολοκληρωτικού καθεστώτος και επαναστατών παίρνει οριστικά σάρκα και οστά σε τούτο το έργο, που είναι εμφανώς πιο ενδιαφέρον αλλά και συγκινητικό σε σχέση με τα πρώτα δύο. Η Katniss χρειάζεται πια να πάρει οριστικές αποφάσεις για τη θέση της, οι χαρακτήρες αναπτύσσονται με ανατροπές και εκπλήξεις, ενώ το νεανικό καστ των πρωταγωνιστών πλαισιώνει μια ομάδα μεγάλων ονομάτων της έβδομης τέχνης, όπως ο Donald Sutherland (που έπαιξε και στα προηγούμενα), η Julianne Moore (που εμφανίζεται σ΄ αυτό το φιλμ) και ο αείμνηστος Philip Seymour Hoffman (που πρωτοεμφανίστηκε στη δεύτερη ταινία, και δυστυχώς αυτός εδώ ήταν ο τελευταίος του ρόλος). Οι περιορισμοί των προηγούμενων δυο ταινιών δεν υπάρχουν, τώρα βρισκόμαστε σε ανοικτό πόλεμο, όχι σε αγώνες. Έτσι, η σκηνοθεσία του Lawrence είναι πιο εντυπωσιακή και πλούσια από ποτέ (μερικές μάλλον μη ρεαλιστικές σκηνές συγχωρούνται), και η Τζένιφερ Λόρενς πιο ώριμη από ποτέ, έτοιμη να τελειώσει τη σειρά στο δεύτερο μέρος με τον καλύτερο τρόπο.

Έτοιμοι για το 4ο και τελευταίο μέρος της σειράς; Μετά απ΄ αυτό το αφιέρωμα, ελπίζουμε να είστε!

3,5 Stars

Σε μια εποχή που οι κατασκοπικού τύπου σάτιρες/κωμωδίες έχουν γίνει της μόδας (βλέπε Kingsman, o έμπειρος Guy Ritchie αναβιώνει μια τηλεοπτική σειρά της MGM από το 1964, σε μια απολαυστική και ενδιαφέρουσα περιπέτεια εποχής.

The_Man_from_U.N.C.L.E._posterΧώρα και έτος παραγωγής: ΗΠΑ/Ηνωμένο Βασίλειο, 2015
Διάρκεια: 116΄
Σκηνοθεσία: Guy Ritchie
Πρωταγωνιστούν: Henry Cavill, Armie Hammer, Alicia Vikander, Hugh Grant

Εν μέσω Ψυχρού Πολέμου, ένας Αμερικανός και ένας Σοβιετικός κατάσκοπος, καθώς και οι αντίστοιχες υπηρεσίες CIA και KGB, αναγκάζονται να συνεργαστούν προκειμένου να ανατρέψουν τα σχέδια μιας ομάδας συνωμοτών που απειλεί τον πλανήτη με την κατασκευή και χρήση ενός πανίσχυρου πυρηνικού όπλου.

Το να αποφασίσεις να πάρεις μια τηλεοπτική σειρά 50 ετών και να την μετατρέψεις σε franchise ταινιών είναι λίγο ρίσκο, αλλά όταν δίνεις τα «κλειδιά» στον ειδικό σε τέτοιες αποστολές Guy Ritchie (Δυο Καπνισμένες Κάνες, Σέρλοκ Χολμς κ.α.), το ρίσκο αυτό ελαττώνεται. Όπως και οι προηγούμενες ταινίες του, έτσι κι αυτή συνδυάζει δράση, πιστολίδι και έξυπνο χιούμορ, με τους Cavill και Hammer να κλέβουν την παράσταση.

Ο Cavill, ερχόμενος με φόρα ως Σούπερμαν, υποδύεται έναν κυνικό και υπερβολικά επιδέξιο με τα χέρια πράκτορα της CIA που αναλαμβάνει να μεταφέρει την κόρη ενός πυρηνικού επιστήμονα (Vikander) από το Ανατολικό στο Δυτικό Βερολίνο. Ο επιστήμονας αυτός όμως έχει εξαφανιστεί, και θεωρείται πως βρίσκεται στα χέρια του θείου της κοπέλας και πως ο τελευταίος μαζί με ένα ραδιούργο αντρόγυνο Ιταλών (Luca Calvani και Elizabeth Debicki) τον υποχρεώνουν να φτιάξει ένα πανίσχυρο πυρηνικό όπλο. Μπροστά στην παγκόσμια απειλή, CIA και KGB αναγκάζονται να συνεργαστούν, με τους Ρώσους να στέλνουν έναν ικανότατο αλλά πεισματάρη πράκτορα (Hammer) μαζί με τον Αμερικανό πράκτορα και την κόρη του επιστήμονα για να εξαρθρώσουν τη σπείρα.

uncleΚαι μόνο η συνύπαρξη του Αμερικανού με το Ρώσο πράκτορα σε μια εποχή που οι χώρες τους βρίσκονταν πρακτικά σε εμπόλεμη κατάσταση εξασφαλίζει το χιούμορ που προανέφερα. Καυστικά σχόλια, εύστοχες ατάκες και παράξενες συμπεριφορές είναι στο ρεπερτόριο των Cavill και Hammer, με τους χαρακτήρες τους όμως τελικά να έρχονται πιο κοντά αφού συχνά ο ένας σώζει τη ζωή του άλλου. Από τις υπόλοιπες ερμηνείες ξεχωρίζει αυτή της Debicki στο ρόλο της σατανικής πλην γοητευτικής γυναίκας που βρίσκεται πίσω από την οργάνωση που απειλεί τον πλανήτη.

Το πανέξυπνο σενάριο που έγραψε ο Ritchie με τον Lionel Wigram και περιλαμβάνει, εκτός από χιούμορ, συναρπαστικές εναλλαγές και ανατροπές σε καθηλώνει στη θέση σου καθ΄όλη τη διάρκεια της ταινίας και αποτελεί το μεγάλο ατού της. Ο Ritchie φυσικά παίρνει πολύ καλό βαθμό και στη σκηνοθεσία, με μερικές σκηνές καταδίωξης να ανεβάζουν την αδρεναλίνη, ενώ η μουσική υπόκρουση στις σκηνές αυτές, αλλά και γενικότερα στη διάρκεια του έργου, είναι σχεδόν πάντα πετυχημένη.

Το φινάλε της ταινίας προϊδεάζει άμεσα για σίκουελ, και θα μας εκπλήξει πάρα πολύ αν αυτό δεν είναι έτοιμο στο σύντομο μέλλον. Η ταινία δεν αποτέλεσε τρομερή εισπρακτική επιτυχία αλλά έβγαλε άνετα το μπάτζετ της, ενώ Cavill και Hammer δείχνουν να έχουν την απαιτούμενη χημεία μεταξύ τους και να έχουν ταυτιστεί με τους ρόλους τους. Συνολικά, μια πολύ ικανοποιητική ταινία, ιδανική αν θέλετε να περάσετε ευχάριστα το χρόνο σας βλέποντας κάτι ταυτόχρονα αστείο και ενδιαφέρον.

3,5 Stars

Με το Spectre, την 24η ταινία της σειράς James Bond, και 4η για τον τωρινό Bond Ντάνιελ Κρεγκ, να είναι προ των κινηματογραφικών πυλών, αποφάσισα να δημοσιεύσω μια παλιά μου κριτική για την προηγούμενη ταινία της σειράς, το Skyfall. Όχι τίποτα άλλο, αλλά να θυμηθούμε που έχουμε σταματήσει μέσα στο franchise και να μπούμε καλύτερα στο κλίμα της δεύτερης ακριβότερης (σε μπάτζετ) ταινίας όλων των εποχών, που έρχεται στις ελληνικές αίθουσες στις 12 του μήνα.

Skyfall_posterΧώρα και έτος παραγωγής: Ηνωμένο Βασίλειο/ΗΠΑ, 2012
Διάρκεια: 143′
Είδος: Κατασκοπική ταινία δράσης
Σκηνοθεσία: Sam Mendes
Πρωταγωνιστούν: Daniel Craig, Javier Bardem, Judi Dench, Ralph Fiennes

O James Bond (Craig), μετά από ένα παρ΄ολίγον θανάσιμο ατύχημα, καλείται να προστατέψει την υπηρεσία ΜΙ6 και την υπό αμφισβήτηση γερασμένη αρχηγό της, Μ (Dench), με κάθε προσωπικό και επαγγελματικό κόστος.

Η 3η ταινία James Bond με τον Daniel Craig στο ρόλο του 007 είναι σαφώς και η πιο προσωπική, ψυχολογική και λιγότερο γκλαμουράτη σε σχέση με τις προηγούμενες ταινίες του Craig ως James Bond (Casino Royale, Quantum of Solace). Στο Skyfall, ο Μποντ είναι πια γερασμένος και, ιδιαίτερα μετά από ένα ατύχημα που θα κάνει τους πάντες να πιστέψουν ότι είναι νεκρός, θα δυσκολευτεί να επιστρέψει στην ενεργό δράση. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι έχασε την αποτελεσματικότητα και την επινοητικότητά του, στοιχεία που θα του χρειαστούν όταν η μυστική υπηρεσία ΜΙ6 στην οποία υπάγεται θα δεχτεί συνεχείς ηλεκτρονικές και μη επιθέσεις από αγνώστους που έχουν ως προσωπικό στόχο την, επίσης γερασμένη, αρχηγό της υπηρεσίας Μ (Judi Dench, για 7η και τελευταία φορά σ’ αυτό το ρόλο).

Ο Craig επιστρέφει ως Bond για το Spectre, αλλά μάλλον για τελευταία φορά.

Ο Craig επιστρέφει ως Bond για το Spectre, αλλά μάλλον για τελευταία φορά.

Η επιλογή και μόνο του Sam Mendes, ενός auteur σκηνοθέτη που ποτέ δε σχετίστηκε με ταινίες γεμάτες δράση και οπτικά εφέ, σε συνδυασμό με την ηλικία του πρωταγωνιστή Daniel Craig, προϊδεάζουν κατ’αρχήν για μια ταινία λιγότερο εντυπωσιακή απ’ αυτά που μας έχει συνηθίσει η σειρά James Bond, καθώς και για ένα έργο που προσεγγίζει περισσότερο το ψυχολογικό θρίλερ παρά τις καθαρές ταινίες δράσης. Οι σκηνές δράσης φυσικά δε λείπουν (ιδιαίτερα προς το τέλος της ταινίας), αλλά τα κλασικά γκάτζετ του Μποντ, οι μοιραίες γυναίκες, γνωστές ως Bond Girls, σήμα κατατεθέν της σειράς , και τα εντυπωσιακά, γεμάτα λάμψη, σκηνικά είναι λιγότερα από ποτέ. Και πρόκειται για μια σοφή επιλογή (αν και παρεκκλίνει από το πνεύμα του James Bond) καθώς αποδέχεται το γεγονός ότι ο κινηματογράφος και η σειρά εξελίσσονται και ο James Bond των δεκαετιών του ’60 και του ’70 δεν μπορεί να έχει καμία σχέση με τον σημερινό.

Ο Craig είναι κατά τη γνώμη μου καλύτερος απ’ τις προηγούμενες εμφανίσεις του ως 007, πιο μεστός, ώριμος και λιγότερο φλύαρος. Εξαιρετικός και ο Javier Bardem στο ρόλο του ψυχωτικού πρώην πράκτορα που έχει αποφασίσει να καταστρέψει την ΜΙ6 , δείχνοντας και πάλι (όπως στο Καμία Πατρίδα για τους Μελλοθάνατους) πως ο ρόλος του κακού του πάει εξίσου, ίσως και περισσότερο, με αυτόν του ρομαντικού και γοητευτικού άντρα που υποδύεται συνήθως. Μεγάλη αλλαγή στο πνεύμα της σειράς η εμφάνιση του Ralph Fiennes ως επίδοξου αντικαταστάτη της Μ, καθώς ο πολυτάλαντος βετεράνος ηθοποιός προσθέτει κυνικότητα, φινέτσα και μαύρο χιούμορ στο φιλμ. Συνολικά η ταινία αποτελεί σαφής βελτίωση σε σχέση με τις 2 προηγούμενες του Craig ως Bond (αν και το Casino Royale είχε μια δική του χάρη), καθώς μεταστρέφει επιτυχώς τη σειρά ταινιών σε πιο ψυχολογική, σκοτεινή και μυστηριώδη, περιορίζοντας το περιττό γκλάμουρ και τα έντονα κοστούμια και χρώματα που κυριαρχούσαν εκεί. Αυτό που δε χωράει αμφιβολία είναι ότι περιμένουμε, όπως πάντα, ανυπόμονα την επόμενη ταινία.

Εκτός των άλλων, το Skyfall ξεχωρίζει και για το εκπληκτικό, βραβευμένο με Όσκαρ, ομώνυμο τραγούδι της Adele που ακούγεται στους τίτλους της ταινίας. Αν και οι πρώτες κριτικές απ΄ το εξωτερικό θεωρούν το Spectre ανώτερο σαν ταινία από το Skyfall, στη μουσική ο πήχης έχει ανέβει πολύ ψηλά…

3,5 Stars

Σαν πολύ δεν έχει σοβαρέψει ο Jake Gyllenhaal τώρα τελευταία, δε συμφωνείτε; Μετά τις ταινίες Prisoners (2013) και Nightcrawler (2014), ο 35χρονος ηθοποιός ανέλαβε ακόμη ένα σοβαρό δραματικό πρωταγωνιστικό ρόλο στο αξιόλογο sports δράμα Southpaw, το οποίο και θα αναλύσουμε στις γραμμές που ακολουθούν.

Southpaw_posterΧώρα και έτος παραγωγής: Κίνα/ΗΠΑ, 2015
Διάρκεια: 123′
Είδος: Sports drama
Σκηνοθεσία: Antoine Fuqua
Πρωταγωνιστούν: Jake Gyllenhaal, Forest Whitaker, Rachel McAdams

Ένας πρωταθλητής της πυγμαχίας (Gyllenhaal) χάνει τη γυναίκα του (McAdams) σε ατύχημα και βλέπει τη ζωή του να καταρρέει, καθώς εθίζεται στο αλκοόλ και τα ναρκωτικά με αποτέλεσμα οι αρχές να του αφαιρέσουν την κηδεμονία της κόρης του (Oona Laurence). Με τη βοήθεια ενός προπονητή ερασιτεχνών μποξέρ (Forest Whitaker) θα ξεκινήσει μια προσπάθεια από το μηδέν για να επιστρέψει στο άθλημα και να ξανακερδίσει την κόρη του, έχοντας ως βασικό αντίπαλο του έναν πυγμάχο που αναμίχθηκε κατά λάθος στο θάνατο της γυναίκας του.

Αν με ρωτούσατε μέχρι και τρία χρόνια πριν, θα σας έλεγα πως ο Jake Gyllenhaal είναι ένας μάλλον μέτριος ηθοποιός που ειδικεύεται σε νεανικούς ρομαντικούς ρόλους και σπανίως πετυχαίνει το κάτι παραπάνω. Τα τελευταία χρόνια, όμως, ο Jake έχει βαλθεί να με διαψεύσει. Στη συγκεκριμένη ταινία ο ρόλος του είναι άκρως απαιτητικός και αποτελεί τη «ραχοκοκαλιά» της ταινίας, καθώς τα πάντα περιστρέφονται γύρω απ΄ αυτόν.

Ο πυγμάχος Billy Hope (Gyllenhaal) προσπαθεί πάνω απ΄ όλα να κερδίσει την κόρη του Leila (Oona Lawrence)

Ο πυγμάχος Billy Hope (Gyllenhaal) προσπαθεί πάνω απ΄ όλα να κερδίσει την κόρη του Leila (Oona Lawrence)

Το κόνσεπτ δεν είναι ιδιαίτερα άγνωστο ούτε πρωτότυπο. Πολλές φορές έχουμε δει έργα να περιστρέφονται γύρω από ένα χαρακτήρα που για κάποιο λόγο βρέθηκε «απ΄ τα ψηλά στα χαμηλά» και προσπάθησε, με επιτυχία φυσικά στο φινάλε, να επιστρέψει και να μαζέψει τα κομμάτια του. Ένας τέτοιος χαρακτήρας είναι και ο ταλαντούχος πυγμάχος Billy Hope που υποδύεται ο Gyllenhaal, ένας άνθρωπος που είχε τα πάντα, τα έχασε εν μία νυκτί και δίνει μεγάλο αγώνα να επιστρέψει στη ζωή και να διεκδικήσει ό,τι του αναλογεί.

Όπως επίσης συμβαίνει συχνά σε παρόμοιες ταινίες, ο κεντρικός χαρακτήρας αυτός βρίσκει ένα απρόσμενο στήριγμα στο πρόσωπο ενός ανορθόδοξου αλλά πανέξυπνου και ικανότατου προπονητή πυγμαχίας, τον οποίο υποδύεται με επιτυχία ο έμπειρος Forest Whitaker. Μάλιστα, προσωπικά πιστεύω πως ο 54χρονος ηθοποιός άξιζε να έχει ακόμη πιο ουσιαστικό ρόλο, καθώς στις περισσότερες σκηνές που εμφανίζεται ξεχωρίζει, κλέβοντας ενίοτε την παράσταση και από τον ίδιο το Gyllenhaal. Ανεξήγητα μικρός και ο ρόλος της Rachel McAdams στο ρόλο της συζύγου του Billy, έστω κι αν το σενάριο το απαιτούσε. Μας άρεσε, τέλος, η 13χρονη Oona Lawrence στο ρόλο της μικρής κόρης του πρωταγωνιστή, που εντυπωσιάζει με τις ψυχολογικές μεταπτώσεις που αποδίδει στο χαρακτήρα της.

Ο Billy δέχεται τις οδηγίες του προπονητή του (Forest Whitaker), πριν από τον κρίσιμο τελικό αγώνα

Ο Billy δέχεται τις οδηγίες του προπονητή του (Forest Whitaker), πριν από τον κρίσιμο τελικό αγώνα

Η κάμερα του σκηνοθέτη βρίσκεται στα έμπειρα χέρια του Antoine Fuqua (Training Day), ο οποίος τη χειρίζεται αριστοτεχνικά κατά τη διάρκεια των αγώνων μποξ που εμφανίζονται στην ταινία, με τις σκηνές από τους αγώνες αυτούς να αποτελούν must-see για τους λάτρεις του αθλήματος. Κατά τ΄ άλλα ικανοποιητική η σκηνοθεσία του, όπως και το σενάριο του Kurt Sutter, έστω κι αν ο τελευταίος δε μπορεί να αποφύγει τα περισσότερα κλισέ των sports dramas καθώς και παρόμοιων ταινιών που αναφέραμε προηγουμένως. Πολύ καλή η μουσική συνοδεία του James Horner, που δυστυχώς έχασε τη ζωή του σε αεροπορικό δυστύχημα πριν καν κυκλοφορήσει η ταινία στους κινηματογράφους.

Μπορεί η ταινία αυτή να μην είναι εντυπωσιακή και, κατά πάσα πιθανότητα, να περάσει απαρατήρητη στα φετινά Όσκαρ και τα υπόλοιπα βραβεία, αλλά αυτό δε σημαίνει πως δεν είναι αξιόλογη και δεν αξίζει την προσοχή μας. Πρόκειται για μια άρτια κατασκευή με δυνατές ερμηνείες από τους πρωταγωνιστές και στιβαρή σκηνοθεσία, ενώ στην πορεία προκαλεί την απαιτούμενη συγκίνηση στο θεατή, ο οποίος μπορεί να ταυτιστεί με τον κεντρικό ήρωα. Εάν, μάλιστα, είστε φαν του μποξ και οι σκηνές από πυγμαχικούς αγώνες, αυτή είναι η ταινία για σας.

Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων