Skip to content

Cinema Therapy

Αν έχει σχέση με το σινεμά και τις ταινίες, εδώ θα το βρείτε!

Archive

Category: Βιογραφίες

jakeΗ θρυλική ταινία Οργισμένο Είδωλο (1980) του Μάρτιν Σκορτσέζε, με τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο σ΄ έναν από τους καλύτερους ρόλους της καριέρας του -που του χάρισε και Όσκαρ- ήταν βασισμένη στον πολυτάραχο βίο του φοβερού και τρομερού πυγμάχου Τζέικ Λαμότα, τον οποίο υποδύεται ο Ντε Νίρο. Μάθαμε πως ο εν λόγω πυγμάχος «έσβησε» πριν λίγες μέρες, στα 95 του, και ετοιμάσαμε ένα μικρό αφιέρωμα σ΄ αυτόν και στην ταινία που αφηγείται τη -μέχρι τότε- ζωή του.

Ο Λαμότα, γεννημένος στο Μπρονξ το 1922, ήταν ένας από τους καλύτερους πυγμάχους όλων των εποχών. Μικρός το δέμας (173 εκατοστά ύψος) αλλά ταχύτατος και με τρομερή δύναμη και αντοχή στον πόνο, έγινε παγκόσμιος πρωταθλητής μεσαίων βαρών και κυριάρχησε μαζί με τον Σούγκαρ Ρέι Ρόμπινσον στην παγκόσμια πυγμαχία την εποχή εκείνη. Αργότερα, όταν αποσύρθηκε από τα ρινγκ, εκμεταλλεύτηκε τη δημοσιότητα και τα χρήματα που απέκτησε, αγοράζοντας νυχτερινά μαγαζιά στα οποία συχνά εμφανιζόταν ο ίδιος ως stand-up comedian, ενώ εμφανίστηκε και σε αρκετές κινηματογραφικές ταινίες, σε μικρούς ρόλους.

Όσο θριαμβευτική, ωστόσο, υπήρξε η επαγγελματική ζωή του, τόσο άστατη και γεμάτη σκοτεινές ιστορίες ήταν η προσωπική, και αυτό πραγματεύεται κυρίως το αριστούργημα του Σκορτσέζε. Έχοντας εκτίσει ποινές τόσο σε αναμορφωτήριο όσο και σε κανονικές φυλακές, ακόμη και σε καταναγκαστικά έργα, ο Λαμότα δε μπορούσε να ελέγξει το βίαιο χαρακτήρα του και την παθολογική ζήλια του απέναντι στις γυναίκες που αγαπούσε (ιδίως τη δεύτερη γυναίκα του, Βίκι). Ο ίδιος έχει παραδεχτεί το βιασμό μιας γυναίκας και τον ξυλοδαρμό αρκετών άλλων, ενώ παραλίγο να σκοτώσει στο ξύλο έναν άνδρα που θεωρούσε αντίζηλό του. Η ζήλια του εκτεινόταν ακόμη και προς τον αδελφό του, τον οποίο είχε υποπτευθεί κάποια στιγμή για παράνομη σχέση με τη γυναίκα του. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως, χωρίς τη φήμη και τα χρήματά του, ο Λαμότα θα είχε περάσει ίσως και ολόκληρη τη ζωή του πίσω από τα σίδερα.

raging_bull_6

Αυτή η πολυσύνθετη και αμφιλεγόμενη προσωπικότητα ξεδιπλώνεται με μοναδικό τρόπο στο Οργισμένο Είδωλο, με το μεγάλο Ρόμπερτ Ντε Νίρο σ΄ ένα ρόλο που του ταιριάζει «γάντι». Ο Ντε Νίρο έκανε τεράστιες θυσίες για να παίξει το ρόλο, παίρνοντας εντατικά μαθήματα πυγμαχίας και αυξομειώνοντας το βάρος του κατά κόρον για να ταιριάζει με το αντίστοιχο του Λαμότα στις διάφορες στιγμές της ζωής του που περιγράφονται στην ταινία. Ο ίδιος ο Ντε Νίρο, ωστόσο, επέμεινε να γυριστεί η ταινία με τον ίδιο πρωταγωνιστή, γοητευμένος από όσα διάβασε στα απομνημονεύματα του πυγμάχου. Άλλωστε, διαβάζοντας για το βίο και την πολιτεία του τελευταίου, δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο Ντε Νίρο, με το ταπεραμέντο και την ευρεία ικανότητά του, ήταν ο καταλληλότερος να τον υποδυθεί, ειδικά υπό την καθοδήγηση του μέντορά του Μάρτιν Σκορτσέζε.

raging-bull-2

Εφόσον η ζωή του Λαμότα είναι στο επίκεντρο στην ταίνια αυτή, ο Ντε Νίρο κυριαρχεί στην οθόνη καθ΄ όλη τη διάρκεια της ταινίας. Ωστόσο, η παρουσία της Cathy Moriarty στο ρόλο της πολύπαθης συζύγου του, και του καλού του φίλου Joe Pesci στο ρόλο του αδελφού του Λαμότα, του μοναδικού ανθρώπου που μπορούσε κάπως να καταλαγιάσει τα ξεσπάσματά του, είναι καταλυτική για την επιτυχία της ταινίας. Αυτός που κυριαρχεί πραγματικά, βέβαια, είναι ο Σκορτσέζε, με τη νευρώδη, ρετρό σκηνοθεσία του (το ασπρόμαυρο αποδεικνύεται εκπληκτική έμπνευση) και την ικανότητά του να κρατά το ενδιαφέρον σε υψηλά επίπεδα. Δεν είναι τυχαίο πως και στον ίδιο το Λαμότα άρεσε το έργο, παρά την όχι και τόσο κολακευτική απεικόνισή του. Πρόσφατα, μάλιστα, επιχειρήθηκε να γυριστεί και σίκουελ, αλλά έμεινε στον «πάγο», για την ώρα τουλάχιστον.

Αυτός ήταν λοιπόν ο Τζέικ Λαμότα, ένας άνθρωπος που μπορείς να τον χαρακτηρίσεις ως «λαμπρό πυγμάχο με πολύ χιούμορ και επιτυχίες» και ως «ένα τέρας που μπορούσε να σε σκοτώσει για το τίποτα», και να έχεις δίκιο και στους δύο χαρακτηρισμούς, και αυτό ήταν το Οργισμένο Είδωλο. Το φιλμ, δηλαδή, που εξασφάλισε πως, ακόμη και τώρα που ο μεγάλος πυγμάχος έφυγε από τη ζωή του, η αμφιλεγόμενη μνήμη του θα μείνει ζωντανή μέσα από την εκπληκτική απόδοση του Ρόμπερτ Ντε Νίρο και μια ταινία που θεωρείται, όχι άδικα, μια από τις καλύτερες κινηματογραφικές βιογραφίες όλων των εποχών.

StewartΉταν ο πρώτος στον κινηματογράφο που μας δίδαξε πως «It’s a Wonderful Life». Ο πρώτος που εκτίμησε τη δυνατότητα ενός ηθοποιού να δώσει στο ρόλο του ταυτόχρονα κωμικές και δραματικές διαστάσεις. Και ο πρώτος που εφάρμοσε το λεγόμενο «φυσικό παίξιμο», αποδίδοντας το ρόλο του λες και ο τελευταίος ήταν πραγματικός άνθρωπος. O πιο πιστός στρατιώτης του κινηματογράφου, ο μεγάλος James Stewart.

Κάποιους ανθρώπους τους βλέπεις, τους ακούς και λες «αυτός είναι γεννημένος για μεγάλα πράγματα». Ο James Stewart δεν ανήκει σ΄ αυτή την κατηγορία, αλλά τα φαινόμενα απατούν. Γεννημένος σαν σήμερα, το Μάιο του 1908 στην Πενσιλβάνια, ο χρόνος του ως έφηβος μοιραζόταν ανάμεσα στη μουσική και τα αθλήματα, αλλά το όνειρό του ήταν να γίνει πιλότος αεροπλάνων, και ίνδαλμά του ο Τσαρλς Λίντμπεργκ (τον οποίο αργότερα υποδύθηκε στη μεγάλη οθόνη). Το 1928 ξεκίνησε τις σπουδές του στο Princeton όπου διέπρεψε στην αρχιτεκτονική και το design, αεροπλάνων φυσικά.

Όσο ήταν στο Princeton, o Stewart εκδήλωσε για πρώτη φορά ενδιαφέρον για την υποκριτική και έπαιξε μικρούς ρόλους σε παραστάσεις της θεατρικής ομάδας University Players, στην οποία ανήκε και ο εξίσου φημισμένος, στην πορεία, Henry Fonda, με τον οποίο έγιναν και παρέμειναν καλοί φίλοι. Αν και οι γονείς του ήταν αντίθετοι στο να ακολουθήσει καριέρα ηθοποιού, και ο ίδιος δεν είχε πάρει ιδιαίτερα μαθήματα υποκριτικής, έκανε ένα εξαιρετικά επιτυχημένο ντεμπούτο στο Broadway το 1932 στην κωμική παράσταση Goodbye Again. Παρ΄ όλα αυτά, οι εποχές ήταν δύσκολες για το θέατρο, κι έτσι το 1934, με προτροπή του Fonda, o James στράφηκε στον άκρως κερδοφόρο κινηματογράφο.

Στο τρέιλερ της ταινίας "After the Thin Man", 1936.

Στο τρέιλερ της ταινίας «After the Thin Man», 1936.

Η ντροπαλή, γήινη φυσιογνωμία του Stewart, σε συνδυασμό με τη μέτρια εξωτερική του εμφάνιση, όπως ήταν φυσικό δεν έπεισε αρχικά τους ανθρώπους του Χόλιγουντ, και ο νεαρός ηθοποιός δυσκολευόταν να βρει καλούς ρόλους. Το 1936, κι αφού είχε κάνει αρκετά μαθήματα εν τω μεταξύ, εμφανίστηκε σε σημαντικό ρόλο στις κωμωδίες After the Thin Man (1936), με το δίδυμο William Powell – Myrna Loy, και Wife vs. Secretary με τον φημισμένο Clark Gable, τη Loy και τη Jean Harlow.

Η καριέρα του, ωστόσο, άλλαξε για πάντα όταν συνάντησε τον επιτυχημένο δημιουργό Frank Capra, του οποίου ήδη πολλές ταινίες είχαν πρωταγωνιστικούς ρόλους που θα ταίριαζαν «γάντι» στην περσόνα που είχε δημιουργήσει ο Stewart. Ο τελευταίος πρωταγωνίστησε, πλάι στην αγαπημένη ηθοποιό του Capra Jean Arthur, στην ταινία του You Can’t Take it with You, που κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας το 1938. Ήταν ο πρώτος πρωταγωνιστικός του ρόλος σε high-profile ταινία, και ανέβασε κατά πολύ τις μετοχές του στο Χόλιγουντ.

Την επόμενη χρονιά, ωστόσο, Stewart και Capra ξανασυνεργάστηκαν στο τολμηρό και διάσημο ως τις μέρες μας εγχείρημα Mr. Smith Goes to Washington, μια ταινία με ιδιαίτερες πολιτικοκοινωνικές προεκτάσεις που προκάλεσε μεγάλες αντιδράσεις εντός και εκτός ΗΠΑ. Η εμφάνιση του Stewart στο ρόλο ενός τίμιου μέχρι… αηδίας γερουσιαστή που θριαμβεύει στον ιδεαλιστικό κόσμο του Capra είναι αναμφίβολα μια απ΄ τις καλύτερες της καριέρας του, προτάθηκε για Όσκαρ και δεν το κέρδισε μόνο εξαιτίας του τεράστιου ανταγωνισμού που υπήρχε εκείνη τη χρονιά.

Το 1940 ο Stewart πρωταγωνίστησε σε 2 ταινίες με τη φίλη του και πρώην σύζυγο του Fonda Margaret Sullavan. Η πρώτη (The Shop Around the Corner) καθιέρωσε με επιτυχία αρκετά από τα κλισέ που βλέπουμε και ξαναβλέπουμε έκτοτε στις ρομαντικές κομεντί, ενώ η έτερη (The Mortal Storm) ήταν από τις πρώτες που κατήγγειλαν ανοιχτά τη Ναζιστική Γερμανία πριν οι ΗΠΑ αποφασίσουν να μπουν στον πόλεμο. Την ίδια χρονιά, ο Stewart πρωταγωνίστησε στην γκλαμουράτη screwball κωμωδία The Philadelphia Story πλάι στους αστέρες Cary Grant και Katharine Hepburn. Αν και ο ρόλος του εκεί δεν ήταν τόσο σημαντικός και συγκλονιστικός όσο άλλοι στην καριέρα του, ήταν αρκετός για να του χαρίσει το μοναδικό του Όσκαρ Α΄ Ανδρικού Ρόλου (από 5 υποψηφιότητες).

Ο... συνταγματάρχης James Stewart, το 1960.

Ο… συνταγματάρχης James Stewart, το 1960.

Ο Stewart ήταν ένας βαθύτατα πατριώτης Αμερικανός με στενή σχέση με το στρατό, και με την είσοδο της χώρας του στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο εγκατέλειψε προσωρινά την καριέρα του για να υπηρετήσει την πατρίδα του. Κατά τη διάρκεια της θητείας του ήταν ιδιαίτερα δυσαρεστημένος που η φήμη και το όνομά του έκαναν τους ανωτέρους του να τον τοποθετήσουν σε θέσεις μακριά από το πεδίο της μάχης, και διακρίθηκε τόσο στον Β΄ Παγκόσμιο όσο και στον πόλεμο του Βιετνάμ, με τη συμμετοχή του εκεί να προκαλεί αντιδράσεις. Έφτασε μέχρι το βαθμό του συνταγματάρχη.

Επιστρέφοντας στο Χόλιγουντ μετά τον πόλεμο, ο Stewart έπαιξε στην ταινία χάρη στην οποία είναι πιο γνωστός σήμερα. Πρόκειται φυσικά για το It’s a Wonderful Life του Capra, στο οποίο υποδύεται με μαεστρική κωμικοτραγική ισορροπία τον απόλυτο μεσοαστό ήρωα George Bailey. Αν και σήμερα η ταινία θεωρείται δικαίως μια από τις καλύτερες όλων των εποχών, τότε απέτυχε να προκαλέσει εντύπωση, και η καριέρα του άργισε να ξαναπάρει μπροστά.

Στα τέλη της δεκαετίας του ΄40 ο Stewart έκανε 3 πράγματα που άλλαξαν τη ζωή και την καριέρα του. Αν και ποτέ δεν απασχόλησε με την προσωπική του ζωή, φαινόταν πως θα μείνει αμετανόητος εργένης μέχρι το 1949, όταν και παντρεύτηκε το μοντέλο Gloria McLean, με την οποία έκανε 2 παιδιά και (παραδόξως) δε χώρισε ποτέ. Ένα χρόνο πριν συνεργάστηκε για πρώτη φορά με το μεγάλο Άλφρεντ Χίτσκοκ, συμμετέχοντας τελικά σε 4 ταινίες του, με πιο διάσημες τον Σιωπηλό Μάρτυρα και, φυσικά, το Vertigo, που αποτελεί και τον καλύτερο καθαρά δραματικό ρόλο του. Ταυτόχρονα έκανε στροφή και στον κόσμο των γουέστερν, συμμετέχοντας κυρίως σε ταινίες του Anthony Mann, υποδυόμενος συνήθως τον ταλαιπωρημένο αλλά πάντοτε τίμιο και ικανό ήρωα. Πιο σημαντική του εμφάνιση σε γουέστερν η ερμηνεία του στο αντισυμβατικό Ο Άνθρωπος που Σκότωσε τον Λίμπερτι Βάλανς του Τζον Φορντ, πλάι στον «Δούκα» John Wayne.

Με τον κλασικό Αμερικανικό κινηματογράφο να αφήνει τη θέση του στο Νέο Χόλιγουντ τη δεκαετία του 1960, ο Stewart δεν επιδίωξε ποτέ να παραμείνει στο προσκήνιο, προτιμώντας σποραδικές εμφανίσεις στη μεγάλη αλλά και τη μικρή οθόνη. Το 1985 βραβεύτηκε με Όσκαρ Συνολικής Προσφοράς, ενώ η τελευταία του εμφάνιση στο σινεμά ήταν το 1991. Πέθανε 6 χρόνια αργότερα, έχοντας δηλώσει πιο πριν πως δεν επιθυμεί να τον θυμόμαστε ως σταρ του σινεμά αλλά ως άνθρωπο που «αγαπούσε τη σκληρή δουλειά, τη χώρα του, την οικογένειά του και την κοινωνία».

Ακριβώς αυτή η χαμηλών τόνων προσωπικότητα του Stewart τον έκανε συχνά να περνά απαρατήρητος και σήμερα μνημονεύεται λιγότερο από άλλους αστέρες που ίσως και να πρόσφεραν λιγότερα απ΄ αυτόν στην τέχνη. Επίσης, τις καινοτομίες του στην υποκριτική μιμήθηκαν πιο χαρακτηριστικά και με εξίσου μεγάλη επιτυχία ηθοποιοί όπως ο Marlon Brando, o James Dean και ο Montgomery Clift, με αποτέλεσμα το credit να πάει σ΄ αυτούς για τις καινοτομίες αυτές. Παρ΄ όλα αυτά, αρκετές από τις ταινίες του θεωρούνται -και είναι- από τα μεγαλύτερα αριστουργήματα της τέχνης, και ο ίδιος ψηφίστηκε το 1999 ως ο 3ος μεγαλύτερος κλασικός ηθοποιός στην ιστορία του αμερικανικού σινεμά.

Vivien_Leigh_Gone_Wind_RestoredΥπάρχουν άνθρωποι που μοιάζουν να έχουν όλα όσα χρειάζονται στη ζωή για να πετύχουν, και τελικά όντως να πετυχαίνουν, αλλά να μην καταφέρνουν ποτέ να γίνουν ευτυχισμένοι. Σ΄ αυτή την κατηγορία ανήκει η Βίβιαν Λι, που αν ζούσε σήμερα θα συμπλήρωνε τα 102 της χρόνια. Μια πανέμορφη και εξαιρετικά ταλαντούχα ηθοποιός, που λόγω τρομερών προβλημάτων υγείας, αλλά και επαγγελματικών επιλογών, πρόλαβε να μας αφήσει μόνο κάποια μικρά δείγματα των ικανοτήτων της στα 54 χρόνια της ζωής της.

H Vivien Leigh γεννήθηκε Vivian Mary Hartley στις 5 Νοεμβρίου 1913 στο ορεινό χωριό Darjeeling της (τότε βρετανικής αποικίας) Ινδίας, καθώς ο πατέρας της ήταν αξιωματικός του Βρετανικού στρατού που υπηρετούσε εκεί. Είχε γαλλικές και ιρλανδικές ρίζες, και στα 6 της χρόνια άφησε την Ινδία και πέρασε τα σχολικά της χρόνια σε Αγγλία, Ιταλία και Γαλλία. Από μικρή είχε το «μικρόβιο» της υποκριτικής, αλλά σύντομα φάνηκε πως θα συμβιβαζόταν με την παραδοσιακή ζωή της γυναίκας της εποχής. Συγκεκριμένα, παντρεύτηκε στα 19 της τον δικηγόρο Herbert Leigh Holman και την επόμενη χρονιά έγινε και πρώτη και μοναδική φορά μητέρα, αποκτώντας την κόρη της Suzanne.

Παρ΄όλα αυτά, ήταν αδύνατο για την ίδια να συμβιβαστεί με μια απλή οικογενειακή ζωή, και τελικά η τύχη της άλλαξε όταν την ανέλαβε ο φημισμένος θεατρικός και κινηματογραφικός παραγωγός και σκηνοθέτης Alexander Korda, με συμβουλή του οποίου άλλαξε και το όνομά της. Ο Korda απέρριψε αρχικά τη νεαρή ηθοποιό αλλά βλέποντας τις πρώτες τις σοβαρές εμφανίσεις στο σανίδι, αλλά και στη μεγάλη οθόνη, παραδέχτηκε το λάθος του και έγινε ο ατζέντης της για αρκετά χρόνια.

H Leigh στα τέλη της δεκαετίας του ΄30

H Leigh στα τέλη της δεκαετίας του ΄30

Ο πρώτος σοβαρός ρόλος της Λι ήταν στην ταινία Fire Over England το 1937, πλάι στον επίσης ανερχόμενο τότε Laurence Olivier. Η γνωριμία της με τον Ολίβιε εξελίχθηκε σε μια από τις πιο θυελλώδεις σχέσεις στη showbiz κατά τον αιώνα που πέρασε, παρ΄ότι αρχικά ήταν και οι δύο παντρεμένοι. Την επόμενη χρονιά εξασφάλισε ακόμη πιο πρωταγωνιστικούς ρόλους στις ταινίες A Yank at Oxford, με τους Robert Taylor και Lionel Barrymore, και St. Martin’s Lane με τον Charles Laughton. O τελευταίος ήταν από τους πρώτους που θεώρησαν τη Λι «δύσκολη» στη συνεργασία, γνώμη που συμμερίστηκαν αργότερα αρκετοί που συμμετείχαν στα έργα της. Ταυτόχρονα, σύμφωνα πάντα με την ίδια, η εκπληκτική ομορφιά της αποτελούσε περισσότερο εμπόδιο παρά στήριγμα στην καριέρα της, καθώς έκανε τους περισσότερους να μην την παίρνουν στα σοβαρά για τις υποκριτικές της ικανότητες.

Ο λόγος που η Λι ήταν «δύσκολη», όπως τη χαρακτήριζαν, δεν ήταν παρά μια από τις πιο σοβαρές ψυχικές ασθένειες που υπάρχουν και ονομάζεται διπολική διαταραχή (περισσότερες πληροφορίες στο λινκ). Η ασθένεια αυτή ταλαιπώρησε την ηθοποιό από αρκετά νεαρή ηλικία μέχρι το τέλος της ζωής της, καθιστώντας τη συμπεριφορά της απρόβλεπτη και συχνά επικίνδυνη. Ακόμη χειρότερα, εκείνη την εποχή δεν είχε καν αναγνωριστεί επίσημα η ασθένεια, οπότε οι θεραπείες που λάμβανε η Λι όταν διαγνώστηκε με ψυχικό νόσημα ήταν κυρίως… παγωμένα ντουζ και ηλεκτροσόκ.

Βέβαια, η ασθένεια άργησε αρκετά να εκδηλωθεί σε σοβαρό βαθμό, οπότε η Λι στα τέλη της δεκαετίας του ΄30 κατόρθωσε να κάνει το μεγάλο βήμα και να γίνει αστέρι κυριολεκτικά από το πουθενά. Μετά από μια σύνθετη και χρονοβόρα διαδικασία, η Λι επελέγη μεταξύ περίπου 1000 ηθοποιών για τον πιο σημαντικό και πολυσυζητημένο κινηματογραφικό ρόλο μέχρι τότε, αυτόν της Σκάρλετ Ο΄ Χάρα στο τετράωρο επικό μελόδραμα Όσα Παίρνει ο Άνεμος. Μετά τη διαδικασία του casting, τα γυρίσματα ήταν εξίσου δύσκολα και απαιτητικά, με την απόφαση του παραγωγού David O. Selznick να αντικαταστήσει τον αγαπητό στο καστ σκηνοθέτη George Cukor με τον σχολαστικό, μισογύνη και γνωστό για τις φιλοναζιστικές του απόψεις Victor Fleming να μη διευκολύνει τα πράγματα, ιδιαίτερα για την ίδια τη Leigh και τη συμπρωταγωνίστρια της Olivia de Havilland (αμφότερες Βρετανίδες). Παρ΄όλα αυτά, η ταινία αποτέλεσε μια άνευ προηγουμένη κριτική και εμπορική επιτυχία, κερδίζοντας 10 Όσκαρ (ένα για την ίδια τη Λι) και εισπράττοντας, σε σημερινά νούμερα, 3,44 δισ. $, περισσότερα από οποιαδήποτε άλλη ταινία μέχρι σήμερα.

Παρότι ήταν πια ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα στο Χόλιγουντ, η βραβευμένη πια με Όσκαρ ηθοποιός δε συμπάθησε ποτέ το star system και την πραγματικότητα του αμερικανικού σινεμά, και μετά από μια ακόμη εισπρακτική επιτυχία (Waterloo Bridge, 1940), συνεργαζόταν συνήθως με Βρετανούς ηθοποιούς και σκηνοθέτες που μετανάστευσαν στις ΗΠΑ λόγω Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το 1940 πήρε διαζύγιο από τον Holman και παντρεύτηκε τον Ολίβιε σε μια κλειστή τελετή με μοναδικούς μάρτυρες και παρευρισκόμενους την ηθοποιό Katharine Hepburn και το σκηνοθέτη Garson Kanin. Καθώς ο Ολίβιε ήταν λόρδος, η Βίβιαν πήρε τον τίτλο της Λαίδης Ολίβιε, τον οποίο, όπως και ο σύζυγός της, απέφυγε να χρησιμοποιεί και απεχθανόταν να την αποκαλούν έτσι.

H Leigh ως Κλεοπάτρα, το 1945

H Leigh ως Κλεοπάτρα, το 1945

Μετά από κάποια μελοδράματα μέσα στον πόλεμο (Λαίδη Χάμιλτον (1941), για το οποίο η Λι και ο σύζυγός της προσκλήθηκαν και σε γεύμα με τον Ουίνστον Τσόρτσιλ και τον Φράνκλιν Ρούσβελτ, Καίσαρας και Κλεοπάτρα (1945) κ.α.), το ζεύγος Ολίβιε επέστρεψε στην Αγγλία και αφιερώθηκε κυρίως στο θέατρο. Σύντομα ο Ολίβιε άνοιξε το διάσημο θέατρο Old Vic στο West End, και η Λι έπαιξε πρακτικά όλους τους μεγάλους θεατρικούς ρόλους εκεί: την Ιουλιέτα, τη Λαίδη Μάκβεθ, την Οφηλία, ακόμη και την Αντιγόνη. Σε μια περιοδεία στην Αυστραλία, όμως, η ασθένεια της Λι άρχισε να εκδηλώνεται (είχε προηγηθεί και μια αποβολή) και ένας καβγάς με τον Ολίβιε με αφορμή την φημολογούμενη σχέση της με το νεαρό ηθοποιό Peter Finch ήταν η αρχή του τέλος για το διάσημο ζεύγος. Αν και παρέμειναν παντρεμένοι μέχρι το 1960, αμφότεροι είχαν ασύστολες εξωσυζυγικές σχέσεις, αν και κρατούσαν όσο το δυνατόν κρυφά τα προβλήματά τους.

Στα τέλη των 1940΄s η Λι διαγνώστηκε και με φυματίωση, και μετά από μια δεύτερη αποβολή η υγεία της σίγουρα είχε κλονιστεί. Η καριέρα της επίσης δεν πήγαινε καλά, με την αποτυχία της ταινίας Άννα Καρένινα (1948), όπου έπαιξε τον ομώνυμο ρόλο, να αποτελεί το αποκορύφωμα και να κάνει αρκετούς να ισχυριστούν πως η Λι συνέχιζε να παίζει μεγάλους ρόλους μόνο λόγω του άντρα της. Παρ΄όλα αυτά, η ερμηνεία της ως Blanche Dubois στο έργο Λεωφορείο ο Πόθος στο Λονδίνο ήταν η αφορμή για να επιστρέψει στο Χόλιγουντ και να επαναλάβει το ρόλο για την κινηματογραφική μεταφορά – το 1951 – που περιλάμβανε σχεδόν ολόκληρο το καστ του Broadway, με πρωταγωνιστή τον άσημο τότε Μάρλον Μπράντο. Αν και η Λι αντιμετώπισε πολλά προβλήματα στα γυρίσματα, η χημεία της με τον Μπράντο ήταν εξαιρετική (φήμες, όχι αβάσιμες, ισχυρίζονται πως αυτή η χημεία επεκτάθηκε και εκτός γυρισμάτων) και η ερμηνεία της μια από τις καλύτερες όλων των εποχών, με αποτέλεσμα να κερδίσει και δεύτερο Όσκαρ, 12 χρόνια μετά.

Από εκεί και πέρα η υγεία της Λι πήρε οριστικά την κατιούσα και δεν της επέτρεψε να συμμετάσχει παρά μόνο σε λίγες ταινίες, με τελευταία το Πλοίο των Τρελών (1965) του Stanley Kramer. Το 1963, στα 50 της, εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε μιούζικαλ στο Broadway, με τίτλο Tovarich και κέρδισε το βραβείο Tony. Ήταν η τελευταία της αναλαμπή πριν η σωματική και ψυχική της υγεία καταρρεύσει οριστικά και οδηγήσει στο θάνατό της, στις 8 Ιουλίου του 1967, μετά από επιπλοκές της φυματίωσης, ενώ ετοιμαζόταν να παίξει σε μια ακόμη παράσταση στο Λονδίνο. Προς τιμήν της, όλα τα θέατρο στο κέντρο του Λονδίνου έσβησαν τα φώτα τους για μια ώρα όταν ανακοινώθηκε ο θάνατός της.

Αρκετοί ιστορικοί του κινηματογράφου χαρακτήρισαν τη Λι ως «τη μεγαλύτερη κινηματογραφική σταρ που δεν ήταν». Δεν έγινε σταρ, τουλάχιστον του σινεμά, και ποτέ δεν το επιδίωξε, αγαπώντας πολύ περισσότερο το θέατρο. Δυστυχώς, όμως, υπάρχει ελάχιστο υλικό από τις πολλές παραστάσεις που έδωσε στο Λονδίνο και όχι μόνο, οπότε δεν έχουμε από εκεί δείγματα του ταλέντου της. Τα σοβαρότατα προβλήματα υγείας που παρουσίασε στο μεγαλύτερο διάστημα της ζωής της περιόρισαν ακόμη περισσότερο τις ευκαιρίες της, οπότε σήμερα τα μόνα δείγματα που ουσιαστικά έχουμε είναι οι δύο μεγάλες ερμηνείες της στις ταινίες Όσα Παίρνει ο Άνεμος και Λεωφορείο ο Πόθος (οι υπόλοιπες ταινίες της δεν αποτελούν κάτι ιδιαίτερο, αν και οι ερμηνείες της ήταν πάντα αξιόλογες).

Μαζί με τον επί 20 χρόνια σύζυγό της Λόρενς Ολίβιε, η Λι αποτέλεσε μέρος της θεατρικής οικογένειας πολύ περισσότερο από της κινηματογραφικής, και για αρκετά χρόνια οι δυο τους ήταν οι απόλυτοι σταρ στο Γουέστ Εντ, με επισκέψεις ακόμη και απ΄ τον Τσόρτσιλ και τη μετέπειτα βασίλισσα Ελισάβετ. Παρ΄ όλα αυτά, οι δυο ταινίες που προαναφέραμε εξασφάλισαν πως η Βίβιαν Λι θα αποτελεί πάντα ξεχωριστό μέρος του κλασικού αμερικανικού κινηματογράφου. Ποιος μπορεί να ξεχάσει τη Σκάρλετ Ο΄ Χάρα, άλλωστε;

Το συγκλονιστικό φινάλε του Όσα Παίρνει ο Άνεμος με ατάκες-φωτιά από τη Leigh και το συμπρωταγωνιστή της Clark Gable.

220px-James_Dean_in_East_of_Eden_trailer_2Ήταν απόγευμα, 30 Σεπτεμβρίου του 1955. 60 χρόνια πριν. Σ΄ έναν αυτοκινητόδρομο στο Cholame της Καλιφόρνια, μια πανάκριβη Porsche 550 συγκρούεται έχοντας μεγάλη ταχύτητα μ΄ ένα Ford Tudor, εκτροχιάζεται και διαλύεται, σκοτώνοντας τον οδηγό της. Ο οδηγός αυτός δεν ήταν άλλος από ένα από τα μεγαλύτερα είδωλα της έβδομης τέχνης και του 20ού αιώνα γενικότερα, ο James Dean. Ένας άνθρωπος που έζησε μόλις 24 χρόνια και πρωταγωνίστησε σε μόλις τρεις ταινίες, αλλά εξακολουθεί να επηρεάζει τον κινηματογράφο και το δυτικό πολιτισμό μέχρι σήμερα.

Ο Dean υπήρξε ο τελευταίος μιας μεγάλης γενιάς κλασικών ηθοποιών, και ταυτόχρονα ο πρώτος, μαζί με τον Marlon Brando, μιας άλλης, εξίσου σημαντικής, γενιάς νέων ηθοποιών που αμφισβήτησαν τη φιλοσοφία του κλασικού Χόλιγουντ και εισήγαγαν νέες τεχνικές στην υποκριτική. Γεννήθηκε το 1931 στο Marion της Ιντιάνα, και τα παιδικά του χρόνια σημαδεύτηκαν από το θάνατο της πολυαγαπημένης του μητέρας, Mildred, που ήρθε ξαφνικά από καρκίνο όταν ο James ήταν μόλις 9 ετών. Σύντομα πήγε να ζήσει με τη μεγαλύτερη αδερφή του και το σύζυγό της στο Fairmount, όπου στην εφηβεία του αναζήτησε τις συμβουλές και την καθοδήγηση του Μεθοδιστή πάστορα James DeWeerd, ο οποίος φημολογείται ότι τουλάχιστον προσπάθησε να συνάψει ερωτική σχέση μαζί του. Τελικά ο Dean πήγε να σπουδάσει στο UCLA στο Λος Άντζελες, όπου έκανε τα πρώτα του βήματα στην υποκριτική. Σύντομα εγκατέλειψε το πανεπιστήμιο για να αφοσιωθεί πλήρως στην τέχνη του, και ξεκίνησε να εμφανίζεται σε τηλεοπτικές διαφημίσεις το 1951, κάνοντας τα πρώτα του επαγγελματικά βήματα στο χώρο.

Λίγο αργότερα ήλθε και το «βάπτισμα του πυρός» για τον Dean στη μεγάλη οθόνη, με τρεις ταινίες στις οποίες εμφανίστηκε σε πολύ μικρούς ρόλους. Σύντομα εγκατέλειψε το Χόλιγουντ για τη Νέα Υόρκη, όπου κι έγινε δεκτός στο περίφημο Actors Studio και διδάχτηκε την πρωτοποριακή υποκριτική μέθοδο method acting από τον φημισμένο Lee Strasberg. Κατόπιν απέκτησε κάποιους ρόλους σε τηλεοπτικές σειρές, όπου άρχισε να καθιερώνεται και ο τύπος του «οργισμένου νέου» τον οποίο υποδύθηκε με τεράστια επιτυχία αργότερα στις ταινίες του και χάρη σ΄ αυτόν, κυρίως έμεινε στην ιστορία. Η εμφάνισή του στο θεατρικό έργο The Immoralist, το 1954, ήταν αυτή που τράβηξε την προσοχή του Χόλιγουντ, με τον Dean σύντομα να επιστρέφει εκεί με σκοπό αυτή τη φορά να αφήσει το στίγμα του. Και το έκανε.

Μια από τις αρκετές ατάκες-αποφθέγματα που αποδίδονται στον James Dean.

Μια από τις αρκετές ατάκες-αποφθέγματα που αποδίδονται στον James Dean.

Ο πρώτος του πρωταγωνιστικός ρόλος ήταν αυτός του «οργισμένου νέου» Cal Trask στην ταινία Ανατολικά της Εδέμ (1955), εμπνευσμένη απ΄ το ομότιτλο μυθιστόρημα του John Steinbeck. Σκηνοθέτης της ήταν ο Elia Kazan, ένας άνθρωπος που αγαπούσε τους νέους ηθοποιούς και τους έδινε συχνά μεγάλες ευκαιρίες που δε θα έβρισκαν εύκολα από αλλού. Στο βιβλίο ο Cal Trask είναι απλώς ένας δευτερεύων χαρακτήρας, αλλά στην ταινία αποκτά τον πρωταγωνιστικό ρόλο, με τα πάθη, τις φιλοδοξίες του, την αδιάκοπη προσπάθειά του για αναζήτηση της αλήθειας – όσο δυσάρεστη κι αν είναι αυτή – και την αδυναμία των υπολοίπων να τον κατανοήσουν να αποτυπώνονται αριστουργηματικά στην οθόνη από τον πρωτάρη τότε Dean. O Dean μάλιστα αυτοσχεδίασε με επιτυχία σε κάποιες σκηνές του έργου ανατρέποντας το αρχικό σενάριο, κάτι που έκανε συχνά στην καριέρα του δηλώνοντας τον αυθορμητισμό του. Η ταινία ήταν μια πολύ μεγάλη κριτική και εμπορική επιτυχία, αλλά ήταν η μοναδική που ο Dean πρόλαβε να δει στους κινηματογράφους όσο ζούσε.

Στα γυρίσματα του Επαναστάτη Χωρίς Αιτία (αρχές 1955)

Στα γυρίσματα του Επαναστάτη Χωρίς Αιτία (αρχές 1955)

Ακολούθησε μια πολύ παρόμοια ταινία, τουλάχιστον ως προς το ρόλο που έπαιξε ο Dean, ο φημισμένος Επαναστάτης Χωρίς Αιτία (1955) όπου ο 24χρονος Dean, πλάι στη 18χρονη Natalie Wood, αντιπροσώπευσαν στα μάτια της νέας γενιάς Αμερικανών τα απόλυτα νεανικά είδωλα. Ομορφιά, πάθη, αυθορμητισμός, αμφισβήτηση των κατεστημένων αξιών και διαρκής τάση για επανάσταση, έστω και «χωρίς αιτία», ο χαρακτήρας του Jim Stark που υποδύθηκε ο Dean έγινε, μαζί με τον ίδιο τον ηθοποιό φυσικά, το απόλυτο πρότυπο των νέων απέναντι σε μια αμερικανική κοινωνία που ταλανιζόταν από προβλήματα που ουσιαστικά δημιουργούσε μόνη της, όπως ο Ψυχρός Πόλεμος και ο Μακαρθισμός. Ο Dean είχε γίνει πια μεγάλος σταρ, ήδη στα 24 του, με τις «πικάντικες» λεπτομέρειες της πολυτάραχης, όπως φημολογείται, ερωτικής του ζωής και το πάθος του για τα γρήγορα αυτοκίνητα να αυξάνουν ακόμη περισσότερο το idol status του στα μάτια της νέας γενιάς.

Παρ΄όλα αυτά, ο Dean φοβήθηκε πως το κοινό θα τον ταυτοποιήσει οριστικά με ρόλους όπως αυτός του Trask ή του Stark, κι έτσι στην επόμενη ταινία του, με τίτλο Giant (1956, κυκλοφόρησε ένα χρόνο μετά το θάνατό του), υποδύθηκε έναν τελείως διαφορετικό ρόλο, συγκεκριμένα έναν Τεξανό ιδιοκτήτη ράντσου που γίνεται πλούσιος όταν ανακαλύπτει πετρέλαιο. Αυτή τη φορά δεν ήταν πρωταγωνιστής, αλλά ο ρόλος του ήταν αρκετά σημαντικός. Με τον Rock Hudson και την Elizabeth Taylor να τον πλαισιώνουν, η ταινία σημείωσε μεγάλη επιτυχία, την οποία δυστυχώς ο James δεν έζησε ποτέ για να δει…

Όπως καταλάβατε, στο διάστημα 1954-1955 ο Dean, από ένας σχετικά άσημος ηθοποιός είχε μεταβληθεί σ΄ ένα απ΄ τα μεγαλύτερα αστέρια της έβδομης τέχνης. Το πάθος του για τα γρήγορα αυτοκίνητα, που αναφέραμε προηγουμένως, τον έσπρωξε ν΄ αγοράσει την ταχύτατη Porsche 550 Spyder, στην οποία έδωσε το παρατσούκλι «Little Bastard», καθώς και να πάρει μέρος μ΄ αυτήν σ΄ έναν αγώνα ταχύτητας στο Salinas της Καλιφόρνια. Αποφάσισε να την οδηγήσει στη διαδρομή απ΄ το Λος Άντζελες για να τη δοκιμάσει, στις 30 Σεπτεμβρίου του 1955, όταν και συνέβη το τραγικό ατύχημα με το οποίο ξεκινήσαμε το άρθρο μας και το οποίο του στέρησε τη ζωή…

Το σημείο του αυτοκινητόδρομου στο οποίο ξεψύχησε ο Dean ονομάζεται πλέον "James Dean Memorial Junction"

Το σημείο του αυτοκινητόδρομου στο οποίο ξεψύχησε ο Dean ονομάζεται πλέον «James Dean Memorial Junction»

Ο θάνατός του ήλθε σαν ένα απίστευτο σοκ στις χιλιάδες των θαυμαστών του, με την αμερικανική κοινωνία να καθυστερεί αρχικά να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς είχε συμβεί. Λίγους μήνες μετά, ο Dean έγινε ο πρώτος ηθοποιός που προτάθηκε για Όσκαρ μετά θάνατον, για το ρόλο του στο Ανατολικά της Εδέμ, για τον οποίο κέρδισε τη Χρυσή Σφαίρα. Αργότερα έγινε ο μοναδικός μέχρι σήμερα που προτάθηκε δύο φορές για Όσκαρ μετά θάνατον, καθώς το 1956 ήταν υποψήφιος για το Giant που κυκλοφόρησε τότε στους κινηματογράφους. Το 1999 κατατάχθηκε 17ος μεγαλύτερος κλασικός ηθοποιός του Χόλιγουντ απ΄ το AFI, κι απ΄ όλους όσους είχαν θέση στη λίστα ήταν με μεγάλη διαφορά αυτός με τις λιγότερες κινηματογραφικές εμφανίσεις, καθώς και αυτός που εγκατέλειψε το σινεμά – και τη ζωή – πιο νωρίς απ΄ όλους…

Όπως γράψαμε στην αρχή, ο Dean έζησε μόλις 24 χρόνια (μια ηλικία κατά την οποία οι περισσότεροι άνδρες ηθοποιοί, ειδικά εκείνη την εποχή, δεν είχαν καν ξεκινήσει καλά καλά την καριέρα τους), αλλά το όνομά του και η φήμη του εξακολουθούν να παραμένουν αθάνατα. Αυτό ενισχύθηκε με τις πολλές ιστορίες για την προσωπική του ζωή που ήλθαν στο φως κυρίως μετά θάνατον, καθώς και με τη φήμη που συνόδευε το αυτοκίνητο στο οποίο σκοτώθηκε, το οποίο όποιος κι αν το αγόρασε στη συνέχεια ήταν λες και τον χτυπούσε η κατάρα του Dean. Από το «κρεβάτι» του νεαρού ηθοποιού πέρασαν αρκετές διάσημες (πολύ ή λιγότερο) γυναίκες του θεάματος όπως η Liz Sheridan, η Ursula Andress και, στην πιο θυελλώδη σχέση του, η Ιταλίδα ηθοποιός Pier Angeli. Πολλές οι φήμες και για τις ομοφυλοφιλικές τάσεις του Dean, με αυτούς που τον ήξεραν καλύτερα να υποστηρίζουν πως ο ηθοποιός είχε τουλάχιστον «πειραματιστεί» με σεξουαλικές επαφές με άλλους άνδρες, ακόμη κι αν δεν ήταν ο ίδιος ομοφυλόφιλος.

Το όνομα και η φιγούρα του James Dean βρίσκονται παντού. Σε τραγούδια (χαρακτηριστικό παράδειγμα το Blue Jeans της Lana Del Rey), σε διαφημίσεις, σε αφίσες κι όπου αλλού μπορεί να χρησιμεύσει με οποιονδήποτε τρόπο σε αυτόν που τα χρησιμοποιεί. 60 χρόνια μετά το θάνατό του, ο Dean παραμένει το πρότυπο αρκετών νέων ανά την υφήλιο κι ένα απ΄ τα μεγαλύτερα icons του Χόλιγουντ του 20ού αιώνα, αν και η φήμη του ξεπερνά κατά πολύ τις μετρημένες στα δάχτυλα κινηματογραφικές εμφανίσεις του. Τέλος, αν και ουσιαστικά έπαιξε σε μόλις 3 ταινίες, ο Dean επηρέασε με το υποκριτικό στιλ του και τις εμφανίσεις του μια ολόκληρη γενιά ηθοποιών που περιλάμβανε τον Paul Newman, τον Steve McQueen και τον Clint Eastwood, και οι εμφανίσεις του αυτές αποτελούν αντικείμενο μελέτης πολλών δραματικών σχολών παγκοσμίως, εξασφαλίζοντας πως ο Dean θα εξακολουθεί για πολλά χρόνια ακόμη να επηρεάζει την τέχνη του κινηματογράφου, αλλά και τον παγκόσμιο πολιτισμό γενικότερα.

Σαν σήμερα, πριν από ακριβώς έναν αιώνα, άνοιξε η αυλαία της ζωής της. Και ξανά σαν σήμερα, στα 67α γενέθλια της, έκλεισε. Το Cinema Therapy σας παρουσιάζει τη ζωή και το έργο της Ίνγκριντ Μπέργκμαν, της ομορφότερης Σουηδέζας όλων των εποχών. Και ξέροντας τι γυναίκες βγάζει η σκανδιναβική χώρα, είναι μεγάλος τίτλος.

220px-IngridBergmanportrait Εκτός από τον παραπάνω τίτλο, που της αποδόθηκε πρόσφατα από το Playboy, η Μπέργκμαν έχει διακριθεί σε ανεπανάληπτο βαθμό τόσο για την ομορφιά όσο και για τις υποκριτικές της ικανότητες, κερδίζοντας μεταξύ άλλων 3 βραβεία Όσκαρ, 4 Χρυσές Σφαίρες, 2 τηλεοπτικά βραβεία Emmy και 1 θεατρικό βραβείο Tony. Οι περισσότεροι πιθανότατα τη γνωρίζετε για την ερμηνεία της στη θρυλική Καζαμπλάνκα, πλάι στον Humphrey Bogart, αλλά σας διαβεβαιώ πως η συγκεκριμένη ηθοποιός υπήρξε κάτι πολύ περισσότερο από αυτό, καθώς και κάτι περισσότερο από τους αναρίθμητους τίτλους και διακρίσεις που έλαβε και συνεχίζει να λαμβάνει. Ας το ανακαλύψουμε…

Όπως και μια μεγάλη μερίδα συναδέλφων της στο κλασικό Χόλιγουντ, η Μπέργκμαν γεννήθηκε στην Ευρώπη, και συγκεκριμένα στη Στοκχόλμη, πρωτεύουσα της Σουηδίας, στις 29 Αυγούστου 1915. Οι γονείς της είχαν καλλιτεχνικές ρίζες και την έφεραν από νωρίς σε επαφή με τις τέχνες, ωστόσο δυστυχώς ήδη από τα 13 της η Ίνγκριντ τους είχε χάσει αμφότερους. Η ίδια δήλωνε αργότερα πως από μικρή το μόνο επάγγελμα που σκέφτηκε για τον εαυτό της ήταν ηθοποιός. Έτσι, στα 17 της κατόρθωσε να κερδίσει υποτροφία για τη Βασιλική Θεατρική Σχολή της Στοκχόλμης, την ίδια σχολή από την οποία μια άλλη μεγάλη Σουηδέζα ηθοποιός, η Γκρέτα Γκάρμπο, είχε αποφοιτήσει λίγα χρόνια νωρίτερα. Το 1935, στα 20 της χρόνια, έπαιξε για πρώτη φορά στον κινηματογράφο, στη σουηδική ταινία Munkbrogreven. Έπαιξε σε 12 ταινίες στη Σουηδία στο διάστημα 1935-1938, και στο ίδιο διάστημα παντρεύτηκε ένα γιατρό, τον Peter Lindstrom, αποκτώντας την πρώτη της κόρη, ονόματι Pia, το 1938. Την ίδια χρονιά η Μπέργκμαν πρωταγωνίστησε και σε μια γερμανική ταινία, με τίτλο Die vier Gesellen. Μέσω της ταινίας αυτής ήρθε σε επαφή με τη Ναζιστική Γερμανία, και αργότερα δήλωσε πως μετάνιωσε πικρά που δεν αντιλήφθηκε τότε πόσο αρρωστημένο και επικίνδυνο ήταν το καθεστώς του Γ΄ Ράιχ. Παρ΄όλα αυτά, αν και η ταινία αρχικά γυρίστηκε με σκοπό να ξεκινήσει η Μπέργκμαν μια νέα καριέρα στη Γερμανία, η 23χρονη τότε Σουηδέζα έφυγε σύντομα για το Χόλιγουντ (χωρίς να γνωρίζει αγγλικά) με προτροπή του διάσημου ανεξάρτητου παραγωγού David O. Selznick.

Στόχος της Μπέργκμαν αρχικά ήταν να πρωταγωνιστήσει στην ταινία για την οποία την κάλεσε ο Selznick, το Intermezzo (1939) και κατόπιν να επιστρέψει στην πατρίδα της. Η επιτυχία της ταινίας όμως ήταν τεράστια, κι ας έλαβε ελάχιστη προώθηση καθώς ο Selznick ήταν απασχολημένος με το κολοσσιαίο του εγχείρημα Όσα Παίρνει ο Άνεμος που προβλήθηκε την ίδια χρονιά. Ο παραγωγός της πρότεινε αμέσως 7ετές συμβόλαιο, όπως συνηθίζονταν τότε, αλλά εκείνη, διακρίνοντας τα οικονομικά προβλήματα της εταιρίας και μη θέλοντας να δεσμευτεί από την αρχή στο Χόλιγουντ, αρνήθηκε και αντιπρότεινε συμβόλαιο 4 μόλις ταινιών. Σύμφωνα με αρκετούς αναλυτές, και κυρίως τον ίδιο το Selznick, η κίνηση της αυτή ήταν παράδειγμα σπάνιας οξυδέρκειας για το Χόλιγουντ της εποχής, και έπεισε τον Αμερικανό παραγωγό πως είχε στη διάθεση του μια ηθοποιό που, εκτός από πολύ όμορφη και ταλαντούχα, ήταν και έξυπνη. Τα οικονομικά προβλήματα που προαναφέραμε υποχρέωσαν τον Selznick να «δανείζει» συχνά σε άλλα στούντιο την Μπέργκμαν, η οποία επέστρεψε προσωρινά στη Σουηδία για μια ακόμη ταινία εκεί, και κατόπιν γύρισε τρεις σχετικά επιτυχημένες ταινίες στο Χόλιγουντ, με πιο γνωστή τη μεταφορά της γνωστής ιστορίας Dr. Jekyll & Mr. Hyde, σε σκηνοθεσία του βραβευμένου με Όσκαρ Victor Fleming και με συμπρωταγωνιστές τους Spencer Tracy και Lana Turner.

Μια από τις αμέτρητες διάσημες σκηνές της Casablanca, της διασημότερης ταινίας που έπαιξε η Μπέργκμαν.

Μια από τις αμέτρητες διάσημες σκηνές της Casablanca, της διασημότερης ταινίας που έπαιξε η Μπέργκμαν.

Η επίθεση των Ιαπώνων στο Περλ Χάρμπορ στα τέλη του 1941 έβαλε τις ΗΠΑ στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και δημιούργησε την ανάγκη για την παραγωγή «πατριωτικών» ταινιών που θα ανέβαζαν το ηθικό των Αμερικανών και θα τους έδινε ώθηση για τον επικείμενο πόλεμο. Στο πλαίσιο αυτό ο Selznick δάνεισε ξανά τις υπηρεσίες της Μπέργκμαν, αυτή τη φορά στη Warner Bros, για να πρωταγωνιστήσει η τελευταία σε μια αρκούντως μετριοπαθή παραγωγή με τίτλο Καζαμπλάνκα, μια ταινία με θέμα ένα παράδοξο ερωτικό τρίγωνο που επηρεάζει με διάφορους τρόπους την τροπή ολόκληρου του πολέμου. Συμπρωταγωνιστής της Μπέργκμαν το ανερχόμενο αστέρι της εποχής Humphrey Bogart, το υπόλοιπο καστ αξιόλογο, οι προσδοκίες αυξημένες. Κανείς όμως δεν περίμενε την ανεπανάληπτη επιτυχία της ταινίας που κέρδισε 3 βραβεία Όσκαρ, και μνημονεύεται σήμερα ως μια από τις καλύτερες 5-10 ταινίες όλων των εποχών, έχοντας γίνει ταυτόχρονα αντικείμενο έμπνευσης, μίμησης αλλά και παρωδίας αναρίθμητες φορές. Αν και, χάρη στην απαράμιλλη ομορφιά και φινέτσα της, η Μπέργκμαν απέδωσε εξαιρετικά το ρόλο της Ilsa Lund, ο ρόλος αυτός δεν της πρόσφερε την ευκαιρία να αναδείξει τις υποκριτικές της ικανότητες (καθώς περιοριζόταν αποκλειστικά στο ρομαντικό ενδιαφέρον των πρωταγωνιστών χωρίς δική του προσωπικότητα), και η ηθοποιός δεν τον θεωρούσε ποτέ απ΄ τους καλύτερους της. Γεγονός είναι όμως πως της άνοιξε διάπλατα το δρόμο για νέες επιτυχίες, όπως το Για Ποιον Χτυπάν Οι Καμπάνες (1943, από μυθιστόρημα του Έρνεστ Χέμινγουεϊ που επέμενε να πρωταγωνιστήσει η Μπέργκμαν στην ταινία) και Gaslight (1944), για το οποίο και κέρδισε το Όσκαρ Α΄ Γυναικείου Ρόλου. Πολύ περισσότερο, όμως, πρωταγωνιστώντας στην Καζαμπλάνκα η Μπέργκμαν εξασφάλισε πως το όνομά της θα μείνει στην κινηματογραφική αιωνιότητα.

Το μόνο που χρειαζόταν τότε η Μπέργκμαν ήταν να γνωρίσει και τον κατάλληλο σκηνοθέτη. Και το έκανε το 1945, όταν και πρωταγωνίστησε στο ψυχολογικό θρίλερ Spellbound του Άλφρεντ Χίτσκοκ, του ανθρώπου που αναγνώρισε το ταλέντο της ίσως καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο. Η Μπέργκμαν ήταν η μοναδική γυναίκα ηθοποιός (ίσως μαζί με τη Γκρέις Κέλι) που σεβάστηκε ως ισότιμη ο Χίτσκοκ, και σίγουρα η μοναδική που κατάφερε να πείσει το βασιλιά του σασπένς πως μια σκηνή δεν είχε γυριστεί σωστά. Αυτό συνέβη στο αριστουργηματικό θρίλερ Νοτόριους (1946), στο οποίο η Σουηδέζα σταρ πρωταγωνίστησε πλάι στον εξίσου εμβληματικό ηθοποιό και πολύ καλό φίλο της Κάρι Γκραντ. Ο ρόλος της Αλίσια Χούβερμαν, που υποδύθηκε η Μπέργκμαν στην ταινία, θεωρείται από πολλούς ο καλύτερος της. Η Μπέργκμαν έφτασε στο απόγειο της δόξας της το 1948, όταν ήταν ξανά υποψήφια για Όσκαρ για την ερμηνεία της στην Ιωάννα της Λορένης, για να γκρεμιστεί (προσωρινά τουλάχιστον) μέσα σε ελάχιστο διάστημα, οδηγώντας μεταξύ άλλων και την ταινία στην οικονομική καταστροφή.

Η Μπέργκμαν με τον Ιταλό σύζυγό της και σκηνοθέτη Ρομπέρτο Ροζελίνι, το 1951

Η Μπέργκμαν με τον Ιταλό σύζυγό της και σκηνοθέτη Ρομπέρτο Ροζελίνι, το 1951

Ο λόγος; Μα φυσικά, η εξωσυζυγική της σχέση με το διάσημο Ιταλό σκηνοθέτη Ρομπέρτο Ροζελίνι, στον οποίο και πρότεινε μια κινηματογραφική (αρχικά) συνεργασία το 1949, αφού είχαν ξεκινήσει τη σχέση τους κατά την επίσκεψη του τελευταίου στις ΗΠΑ. Αν και Σουηδέζα, η Μπέργκμαν είχε χαρακτηριστεί στη δεκαετία του ΄40 ως η επιτομή της Αμερικανίδας γυναίκας, και η σχέση αυτή προκάλεσε τρομερό σκάνδαλο. Ακόμη και η Αμερικανική Γερουσία αποκήρυξε επίσημα την ηθοποιό (!), ενώ το κοινό σε δημοσκοπήσεις εξέφραζε την απροθυμία του να εξακολουθήσει να παρακολουθεί τις εμφανίσεις της. Μην έχοντας άλλη λύση, η Μπέργκμαν μετακόμισε οριστικά στην Ιταλία, παντρεύτηκε τον Ροζελίνι και έκανε 3 παιδιά μαζί του, μεταξύ των οποίων και η διάσημη ηθοποιός και μοντέλο Ιζαμπέλα Ροζελίνι. Ταυτόχρονα γύρισε και αρκετές ταινίες στην Ιταλία μαζί του, χωρίς όμως να σημειώσει καμία απ΄ αυτές ιδιαίτερη επιτυχία. Αν και αρχικά δήλωνε ευτυχισμένη με την ήσυχη ζωή της στην Ιταλία, η Μπέργκμαν εγκατέλειψε τον Ροζελίνι το 1955 (το διαζύγιο βγήκε δυο χρόνια μετά), αλλά δίστασε να επιστρέψει στο Χόλιγουντ. Έτσι, πρωταγωνίστησε στη γαλλική παραγωγή Η Έλενα και οι Άνδρες της (1956) με τους Jean Marais και Μel Ferrer (τότε σύζυγο της Audrey Hepburn). Με την ταινία αυτή η Μπέργκμαν είχε πρωταγωνιστήσει πια σε ταινίες γυρισμένες στη σουηδική, τη γερμανική, την αγγλική, την ιταλική και τη γαλλική γλώσσα, τις οποίες κατείχε στο έπακρο!

Η επιστροφή στο Χόλιγουντ ήταν, παρ΄όλα αυτά, θέμα χρόνου για τη Σουηδέζα ηθοποιό και έγινε με μια μετριοπαθή παραγωγή, το ιστορικό δράμα Αναστασία (1956) του Anatole Litvak, μια ταινία που προσεγγίστηκε συντηρητικά από τους παραγωγούς καθώς η αντίδραση κοινού και κριτικών στην επιστροφή της Μπέργκμαν ήταν άγνωστη. Η ταινία τελικά σημείωσε μεγάλη κριτική και εμπορική επιτυχία – αν και σήμερα δε μνημονεύεται ιδιαίτερα – και η Μπέργκμαν με την πρώτη της προσπάθεια απεκατέστησε πλήρως τη θέση της στην κοινωνία του αμερικανικού κινηματογράφου. Για την ερμηνεία της μάλιστα κέρδισε για 2η φορά το Όσκαρ Α΄ Γυναικείου Ρόλου, αλλά προτίμησε να μην εμφανιστεί στην τελετή, αφήνοντας τον Κάρι Γκραντ στη θέση της να παραλάβει το βραβείο. Η πρώτη της δημόσια εμφάνιση μετά την επιστροφή της στο Χόλιγουντ έγινε στην απονομή των Όσκαρ το 1959, όπου απένειμε το βραβείο Καλύτερης Ταινίας. Μόλις ο Γκραντ ανακοίνωσε το όνομά της και η ίδια εμφανίστηκε στη σκηνή, σύσσωμο το κοινό σηκώθηκε όρθιο και τη χειροκρότησε (standing ovation). Το 1972, μάλιστα, η Αμερικανική Γερουσία ζήτησε δημόσια συγγνώμη από την ηθοποιό για τη στάση που είχε τηρήσει απέναντί της 22 χρόνια πριν, αποκαθιστώντας οριστικά τη θέση της στο πάνθεον του Χόλιγουντ.

Η Bergman (δεξιά) με τη Liv Ullman, στην τελευταία της ταινία, τη Φθινοπωρινή Σονάτα, το 1978.

Η Bergman (δεξιά) με τη Liv Ullman, στην τελευταία της ταινία, τη Φθινοπωρινή Σονάτα, το 1978.

Παρ΄ όλα αυτά η ίδια ποτέ δεν ένιωσε πραγματικό μέλος του Χόλιγουντ έκτοτε, και γύρισε σχετικά λίγες ταινίες εκεί μέχρι το θάνατό της. Πιο επιτυχημένη σαφώς ήταν η κινηματογραφική μεταφορά του αριστουργήματος της Άγκαθα Κρίστι Έγκλημα στο Όριαν Εξπρές του Sidney Lumet, όπου αποτέλεσε μέλος ενός τρομερού καστ που αποτελούσαν, μεταξύ άλλων, ο Sean Connery, o Anthony Perkins, o Albert Finney, o Sir John Gielgud, η Lauren Bacall και η Vanessa Redgrave. Η Μπέργκμαν υποδύθηκε στην ταινία τη μεσόκοπη Σουηδέζα Greta Olsson, και η ερμηνεία της ήταν αρκετή για να της χαρίσει ακόμη ένα Όσκαρ, Β΄ Γυναικείου αυτή τη φορά. Στο ίδιο διάστημα εμφανίστηκε αρκετά συχνά σε ευρωπαϊκές (κυρίως βρετανικές) ταινίες όπως το Indiscreet (1958) και η Κίτρινη Ρολς Ρόις (1964), καθώς και στο θέατρο και την τηλεόραση των Ηνωμένων Πολιτειών, κερδίζοντας βραβεία και εκεί. Η τελευταία της κινηματογραφική εμφάνιση ήταν στη Φθινοπωρινή Σονάτα του Σουηδού Ίνγκμαρ Μπέργκμαν (συνωνυμία), με την οποία και απέδειξε τη δυνατότητά της να αποδώσει σ΄ ένα τελείως διαφορετικό υποκριτικό στιλ απ΄ αυτό του Κλασικού Χόλιγουντ στο οποίο γαλουχήθηκε. Φαινόταν να έχει χρόνια και εμφανίσεις μπροστά της, δυστυχώς όμως εμφάνισε καρκίνο στο στήθος και πέθανε ανήμερα των 67ων γενεθλίων της, το 1982.

Η Μπέργκμαν θεωρείται ακόμη και σήμερα ως «η πιο διεθνής κινηματογραφική σταρ όλων των εποχών», καθώς έπαιξε σε ταινίες γυρισμένες σε διάφορες χώρες και μιλούσε ικανοποιητικά 5 γλώσσες. Ταυτόχρονα όμως κατέχει ξεχωριστή θέση στο Χόλιγουντ, κάτι που αποδείχτηκε από την κατάταξή της στην 4η θέση στη λίστα του Αμερικανικού Ινστιτούτου Κινηματογράφου με τους μεγαλύτερους αστέρες του κλασικού Χόλιγουντ. Αν και έδρασε μέσα στο Χόλιγουντ και συμβιβάστηκε με τις αρχές του, δεν αποτέλεσε ποτέ μέλος αυτού του μάλλον υπέρμετρου star system που έφτιαχνε και κατέστρεφε με την ίδια ευκολία αστέρες στις δεκαετίες του ΄40 και του ΄50. Επίσης, μη θέλοντας να προσέχει ο κόσμος την εμφάνισή της περισσότερο από τις υποκριτικές της ικανότητες, δεν επεδίωξε ποτέ να γίνει sex symbol, και το ντύσιμό της ήταν συχνά εντυπωσιακό αλλά ποτέ ιδιαίτερα προκλητικό. Αν και γενικά οι συμπατριώτες της δε διακρίνονται για τη… θερμότητά τους, η ίδια ήταν μια γυναίκα γεμάτη πάθος και έντονα συναισθήματα, και γι΄ αυτό υπήρξε ίσως η καλύτερη ηθοποιός ρομαντικών ταινιών στην ιστορία (τόσο κωμικές όσο και δραματικές), αν και μπορούσε να παίξει πρακτικά όλα τα είδη. Τέλος, αν και, όπως δήλωνε και η ίδια, είναι λάθος να τη θυμόμαστε μόνο γι΄ αυτό, η Μπέργκμαν είναι γνωστή σε μια μεγάλη μερίδα του κοινού που δεν ασχολείται ιδιαίτερα με το κλασικό σινεμά χάρη στη συμμετοχή της στην Καζαμπλάνκα, μια ταινία που ξεπερνά τα χωροχρονικά όρια της Χρυσής Εποχής του Χόλιγουντ και αποτελεί παγκόσμιο κινηματογραφικό σύμβολο που γνωρίζει ή/και έχει παρακολουθήσει η συντριπτική πλειοψηφία των σινεφίλ ανά την υφήλιο. Δε θα ήταν αδόκιμο να πούμε πως «αστέρια σαν αυτήν βγαίνουν μια φορά στα 100 χρόνια». Τόσα ακριβώς πέρασαν από τη γέννησή της, άρα μπορούμε να ελπίζουμε…

Η αξέχαστη εμφάνιση της στα Όσκαρ το 1959…

Play it Sam. Play «As Time Goes By»… Η πιο διάσημη ατάκα της, από την θρυλική Καζαμπλάνκα.

Ελάχιστοι ηθοποιοί επηρέασαν τόσο την τέχνη του κινηματογράφου όσο ο Marlon Brando. Ίσως κανείς απ΄ αυτούς, όμως, δεν επηρέασε τόσο τον δυτικό πολιτισμό του 20ού (και κατά συνέπεια, και του 21ου) αιώνα όσο αυτός. Ήρθε η ώρα να τον γνωρίσουμε!

O Marlon Brando το 1954, στα 30 του χρόνια.

O Marlon Brando το 1954, στα 30 του χρόνια.

Από τις απαρχές του πολιτισμού, ο άνθρωπος έψαχνε πρότυπα, σταρ πάσης φύσεως τους οποίους μπορούσε να θαυμάζει και να ζηλεύει. Στον κινηματογράφο αυτό το «star system» κυριάρχησε από τα πρώτα χρόνια της τέχνης με τα μεγάλα στούντιο να αναζητούν σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης ταλαντούχους ηθοποιούς τους οποίους θα μετέτρεπαν μέσα από τη διαφήμιση και το image making σε μεγάλους σταρ που ο κόσμος θα τους θυμόταν για χρόνια. Όταν μάλιστα το ταλέντο συνδυάζεται με την εξωτερική ομορφιά, πρόκειται για… δώρο εξ ουρανού για τη βιομηχανία του σινεμά και του θεάματος γενικότερα, γι΄ αυτό οι άνθρωποι που τα συνδυάζουν έμειναν στην ιστορία. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι ο Marlon Βrando, ο άνθρωπος που υπήρξε σύμβολο των φαντασιώσεων χιλιάδων γυναικών στις δεκαετίες του ’50 και του ’60, ενώ με το αδιαμφισβήτητο ταλέντο του μας χάρισε μερικές από τις καλύτερες ερμηνείες που έχουμε δει ποτέ στη μεγάλη οθόνη.

Ο Marlon Brando Jr. γεννήθηκε στις 3/4/1924 στην Ομάχα της Νεμπράσκα, ΗΠΑ, και είχε Αγγλική, Ιρλανδική, Γερμανική και Ολλανδική καταγωγή. Η παιδική του ηλικία δεν ήταν ευχάριστη, καθώς η μητέρα του, αν και έξυπνη και ανεξάρτητη, ήταν αλκοολική, ενώ ο πατέρας του τον θεωρούσε αποτυχημένο. Είχε αρκετά προβλήματα, κυρίως πειθαρχίας, και μια φορά αποβλήθηκε γιατί οδηγούσε μοτοσικλέτα μέσα στο σχολείο. Μετά από νέα προβλήματα πειθαρχίας, στο στρατό αυτή τη φορά, πήρε απαλλαγή από τα καθήκοντά του λόγω τραυματισμού στο γόνατο. Ταυτόχρονα, έδειξε έφεση στις θεατρικές σπουδές και ακολούθησε τις δυο μεγαλύτερες αδερφές του στη Νέα Υόρκη, στο δραματικό εργαστήριο της πόλης. Όπως έγραψε στην αυτοβιογραφία του, ο ατίθασος και απείθαρχος χαρακτήρας του όταν ήταν νέος αποτέλεσε στοιχείο που εκμεταλλεύτηκε στους μετέπειτα κινηματογραφικούς χαρακτήρες που ενσάρκωσε, πολλοί εκ των οποίων ήταν εξίσου ατίθασοι, και συχνά βίαιοι, με τον ίδιο.

220px-Brando_van_Vechten3Μέντορας του Brando στην υποκριτική υπήρξε η Stella Adler, που τον μύησε στο σύστημα Stanislavski (ή method acting), μια νέα σχολή υποκριτικής που υποστήριζε πως οι ηθοποιοί μπορούν και πρέπει να χρησιμοποιούν προσωπικά τους βιώματα και συναισθήματα στην απόδοση των ρόλων τους. Μετά από μαθήματα με άλλους υποστηρικτές του ίδιου συστήματος, όπως ο Lee Strasberg και ο Elia Kazan, ξεκίνησε με μικρούς ρόλους σε παραστάσεις στο Broadway. O Kazan τον πρόσεξε και του έδωσε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο νέο τότε έργο Λεωφορείον ο Πόθος του Tennessee Williams . Ο ρόλος του Stanley Kowalski, ενός χαρακτήρα που είχε τα στοιχεία που αναλύσαμε στην προηγούμενη παράγραφο, ανέδειξε τον Brando, ο οποίος το 1950 έκανε το ντεμπούτο του στο σινεμά στην ταινία The Men της Warner Bros. Με την ίδια εταιρία σημείωσε την πρώτη του μεγάλη επιτυχία το 1951, στην κινηματογραφική μεταφορά του Λεωφορείον ο Πόθος, σκηνοθετημένη ξανά από τον Kazan.

Με το Λεωφορείον ο Πόθος, ο Brando καταξιώθηκε ως σταρ και του Χόλιγουντ. Η ερμηνεία του στο ρόλο του Stanley Kowalski είναι απλά συγκλονιστική, και ο μόνος λόγος που δεν του χάρισε Όσκαρ είναι πως η Ακαδημία θεώρησε πως έπρεπε κάποια στιγμή να το δώσει στον τεράστιο Humphrey Bogart. Με την εμφάνισή του όμως, ο Brando, εκτός από πετυχημένος ηθοποιός, έγινε και είδωλο στα μάτια χιλιάδων νέων στην Αμερική, με το αρρενωπό του στιλ και την εξωτερική ομορφιά του. Η καριέρα του ήταν στα ύψη κι αυτό αποδείχθηκε τα επόμενα χρόνια, καθώς κάθε χρόνο γύριζε και μια μεγάλη επιτυχία: το 1952 το Viva Zapata, που του χάρισε και δεύτερη υποψηφιότητα για Όσκαρ, το 1953 τον Ιούλιο Καίσαρα (όπου εμφανίστηκε στο ρόλο του Μάρκου Αντώνιου) και, φυσικά, το 1954 το Λιμάνι της Αγωνίας, που τον επανένωσε με τον Kazan καθώς και τον συμπρωταγωνιστή του στο Λεωφορείο ο Πόθος Karl Malden. Το Λιμάνι της Αγωνίας ήταν μια ταινία που γυρίστηκε σε φορτισμένη ατμόσφαιρα, καθώς ο Brando, ο Malden και αρκετοί άλλοι ήταν δυσαρεστημένοι με την απόφαση του σκηνοθέτη τους να καταθέσει στην Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών, όπου κατέδωσε αρκετούς συνεργάτες του (μεταξύ των οποίων και η Kim Hunter, που επίσης έπαιξε στο Λεωφορείο ο Πόθος) ως κομμουνιστές και ουσιαστικά τερμάτισε τις καριέρες τους. Παρ΄ όλα αυτά, η ταινία σημείωσε μεγάλη επιτυχία, θεωρείται σήμερα κλασικό αριστούργημα, και για την εμφάνιση του ως Terry Malloy (ένας «αλήτης» πιο ηθικός και έντιμος από τον Stanley Kowalski), o Brando κέρδισε επιτέλους το Όσκαρ Α΄ Ανδρικού Ρόλου και αναδείχθηκε ως ο μεγαλύτερος σταρ του Χόλιγουντ της εποχής.

Η θρυλική εμφάνιση του 27χρονου Brando στην ταινία "Λεωφορείο ο Πόθος"

Η θρυλική εμφάνιση του 27χρονου Brando στην ταινία «Λεωφορείο ο Πόθος»

Ο Brando ήταν πια ένα cultural icon της Αμερικής των 50΄s, εφάμιλλο, αν όχι μεγαλύτερο, της Marilyn Monroe και του James Dean. Μετά τον τραγικό θάνατο του τελευταίου το 1955, ο Brando… έπαιζε μόνος του, και δεν χρειαζόταν καν να γυρίσει μεγάλες ταινίες για τα επόμενα χρόνια: ό,τι έπιανε γινόταν χρυσός. Δοκίμασε την τύχη του μεταξύ άλλων σε μιούζικαλ (Guys and Dolls (1955) με τον Frank Sinatra), δράματα (Sayonara (1957), νέα υποψηφιότητα για Όσκαρ), ακόμη και remake (Mutiny on the Bounty (1962), remake της ομώνυμης ταινίας του 1935). Ταυτόχρονα, μετά από αρκετά χρόνια άστατης ερωτικής ζωής, παντρεύτηκε – και χώρισε – 2 φορές μέσα σε 5 χρόνια! Ο πρώτος του γάμος ήταν το 1957 με την μέτριας φήμης ηθοποιό Anna Kashfi, με το διαζύγιο να έρχεται δύο χρόνια μετά και τον Brando να κατηγορείται για… απιστίες. Το 1960 παντρεύτηκε την κατά 8 χρόνια μεγαλύτερη του Movita Castaneda, με την οποία χώρισε στα γυρίσματα της ταινίας Mutiny on the Bounty (κατά σύμπτωση, η Castaneda είχε συμμετάσχει στο αυθεντικό φιλμ του 1935). Ο λόγος που χώρισαν; Μα φυσικά, ο τρίτος γάμος που ήθελε να συνάψει ο Brando, αυτή τη φορά με τη συμπρωταγωνίστρια του Tarita Teriipaia, μια 21χρονη τότε Ταϊτινή (ο ίδιος ήταν 37). Ο γάμος έγινε την ίδια χρονιά (1962) και κράτησε… 10 ολόκληρα χρόνια!

Έχοντας από το 1954 και το Λιμάνι της Αγωνίας να πρωταγωνιστήσει σε μια πραγματικά μεγάλη ταινία, ο Brando είδε την καριέρα του να διέρχεται κρίση τη δεκαετία του ΄60. Δεν ήταν πλέον είδωλο, καθώς πλησίαζε τα 40 και η αντικουλτούρα της εποχής που κυριαρχούσε τηρούσε επιφυλακτική στάση απέναντι στα πρότυπα της περασμένης δεκαετίας όπως αυτός. Τα προβλήματα στην προσωπική του ζωή, μεταξύ των οποίων και κάποιες ενδείξεις παχυσαρκίας, δεν του επέτρεψαν να σημειώσει κάποια επιτυχία στη συγκεκριμένη δεκαετία, αν και δοκίμασε πολλά πράγματα. Δεν τα κατάφερνε όμως, ούτε όταν συνεργάστηκε με νέα ονόματα (The Chase (1966), με τους Robert Duvall, Jane Fonda και Robert Redford) ούτε με κλασικούς αστέρες (Η Κόμισσα από το Χονγκ Κονγκ (1967) του θρυλικού Τσάρλι Τσάπλιν, με τη Σοφία Λόρεν), ούτε σε ταινίες που ο ίδιος και οι κριτικοί εκτίμησαν, αλλά το κοινό όχι (Burn! (1970)). Με την έλευση των 70΄s, ο άλλοτε κραταιός Brando έμοιαζε «καμένο χαρτί» για τα στούντιο (σε παλαιότερες εποχές θα είχε ήδη δει την καριέρα του να καταστρέφεται) και οι παραγωγοί δίσταζαν να του δώσουν ρόλους.

Ο Brando στον πιο εμβληματικό ρόλο της καριέρας του: αυτόν του Βίτο Κορλεόνε

Ο Brando στον πιο εμβληματικό ρόλο της καριέρας του: αυτόν του Βίτο Κορλεόνε

Όπως απαιτείται σε τέτοιες περιπτώσεις, ο Brando πήρε μεγάλο ρίσκο για να βγει απ΄ το τέλμα. Μετά από αρκετό ανταγωνισμό κατόρθωσε να εξασφαλίσει τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Βίτο «Δον» Κορλεόνε στον ανεπανάληπτο Νονό του Φράνσις Φορντ Κόπολα, μια από τις αναμφίβολα καλύτερες και πιο διάσημες ταινίες όλων των εποχών. Ο Brando εξασφάλισε το ρόλο επειδή ο σκηνοθέτης έψαχνε για κάποιον «μεγάλο» ηθοποιό, και όχι απλά κάποιον επιτυχημένο, και η μόνη του εναλλακτική (Laurence Olivier) έμοιαζε ακατάλληλη για τέτοιου είδους ρόλο. Ερμηνεύοντας την πεμπτουσία του κινηματογραφικού Ιταλο-αμερικανού αρχηγού της Μαφίας, o Brando είδε την καριέρα του να διασώζεται, τη φήμη του να εκτινάσσεται ξανά στα ύψη και τον ίδιο να κερδίζει, 18 χρόνια μετά, δεύτερο Όσκαρ Α΄ Ανδρικού Ρόλου, το οποίο και αρνήθηκε, στέλνοντας μια Ινδιάνα στην απονομή να αναλύσει τους λόγους που το έκανε. Την ίδια χρονιά (1972) ο 48χρονος ηθοποιός – που τότε έπαιρνε και το τρίτο του διαζύγιο – έκανε ακόμη ένα μεγάλο βήμα πρωταγωνιστώντας σε μια άκρως ακατάλληλη για την εποχή ταινία, το Τελευταίο Τανγκό στο Παρίσι του Bernando Bertolucci, με συμπρωταγωνίστριά του τη Maria Schneider. Η σκηνή με το βούτυρο έχει μείνει στην ιστορία. Σήμερα η ταινία δε φαντάζει υπερβολική, για το κοινό της εποχής όμως ήταν αρκετά… προχωρημένη. Αν και το ακατάλληλο περιεχόμενο του έργου επισκίασε την πολύ καλή απόδοση του Brando, δεν υπάρχει αμφιβολία πως το 1972 ήταν η χρονιά… της αναγέννησης για τον διάσημο ηθοποιό.

Για δεύτερη φορά στην καριέρα του, ο Marlon Brando μπορούσε πρακτικά να κάνει ό,τι ήθελε. Η δεκαετία του ’70, που ξεκίνησε με τον ίδιο σε αξεπέραστη κρίση, εξελίχθηκε σε μια από τις καλύτερες της καριέρας του. Δύο ταινίες του που ξεχώρισαν εκείνη την εποχή ήταν το γουέστερν The Missouri Breaks (1976) του Arthur Penn με τον – απόλυτο σταρ της εποχής – Τζακ Νίκολσον, και, φυσικά, το αποκαλυπτικό και επικό φιλμ Αποκάλυψη Τώρα του Φράνσις Φορντ Κόπολα (που είχε σκηνοθετήσει και το Νονό), με τον Brando να υποδύεται εξαιρετικά τον ψυχοπαθή συνταγματάρχη Kurtz, με φόντο τον πόλεμο του Βιετνάμ. Η φήμη του Brando ήταν τέτοια που, αν και εμφανίζεται μόνο 40 λεπτά από τις 3 ώρες της ταινίας, τοποθετήθηκε πρώτος στους τίτλους και η διαφήμιση της ταινίας βασίστηκε στην εμφάνισή του. Το Αποκάλυψη Τώρα ήταν μάλλον η τελευταία μεγάλη ταινία του κορυφαίου ηθοποιού, ο οποίος προσωρινά αποσύρθηκε από τη μεγάλη οθόνη, για να επιστρέψει το 1989 με την αντιρατσιστική ταινία A Dry White Season, που του χάρισε την τελευταία του υποψηφιότητα για Όσκαρ. Στα τέλη του 20ού αιώνα πραγματοποίησε μεμονωμένες εμφανίσεις στο σινεμά και την τηλεόραση, και πρόλαβε να παίξει και σε μια ταινία της νέας χιλιετίας: το επιτυχημένο γκανγκστερικό θρίλερ The Score, πλάι στον Ρόμπερτ Ντε Νίρο, έναν ηθοποιό που ανδρώθηκε με το ρόλο του Βίτο Κορλεόνε (στο δεύτερο μέρος του Νονού) και το στιλ υποκριτικής του έχει πάρα πολλά κοινά με αυτό του Marlon Brando. Ήταν η τελευταία του ταινία, 51 χρόνια μετά την πρώτη του εμφάνιση. Πέθανε το 2004, αντιμετωπίζοντας προηγουμένως ασθένειες όπως διαβήτη, πνευμονία και καρκίνο στο συκώτι. Έπαιξε συνολικά σε 45 ταινίες, ενώ σκηνοθέτησε μία: το γουέστερν One-Eyed Jacks, το 1961.

Πόση ποιότητα χωράει σε μια φωτογραφία; Δύο γίγαντες του σινεμά, ο (υπέρβαρος) Marlon Brando και ο Robert De Niro, στην τελευταία ταινία του πρώτου (The Score, 2001)

Πόση ποιότητα χωράει σε μια φωτογραφία; Δύο γίγαντες του σινεμά, ο (υπέρβαρος) Marlon Brando και ο Robert De Niro, στην τελευταία ταινία του πρώτου (The Score, 2001)

Τα αδιαμφισβήτητα είδωλα της δεκαετίας του 1950 ήταν ο James Dean, η Marilyn Monroe και ο Marlon Brando. Δυστυχώς, όμως, ο πρόωρος θάνατος των δύο πρώτων καθιστά αδύνατη τη σύγκριση της φήμης και της εικόνας τους με αυτή του Brando, καθώς ο τελευταίος υπήρξε ο μοναδικός που το κοινό τον είδε και στα χρόνια της ωριμότητάς του. Αυτό αποτέλεσε δίκοπο μαχαίρι για την υστεροφημία του. Από τη μία, πρόλαβε να γυρίσει πολλές ταινίες και, αναπόφευκτα, αρκετές αποτυχίες, και να «τσαλακώσει» το image του με σκάνδαλα και προβλήματα υγείας, γεγονός που τον απομυθοποίησε στα μάτια του κοινού, ενώ ο Dean με τη Monroe πέθαναν νέοι και άφησαν μια λαμπερή και άφθαρτη εικόνα πίσω τους, παρότι φυσικά και αυτοί ταλανίστηκαν από διάφορα προβλήματα (στην περίπτωση της Monroe, μάλιστα, αυτά οδήγησαν και στο θάνατο). Από την άλλη όμως, πρόλαβε να παίξει και σε μεγάλες επιτυχίες μετά τα 40 του, να αποδείξει την ικανότητα να υποδυθεί εξαιρετικά διαφορετικούς ρόλους σε διαφορετικές εποχές, και να πετύχει κάτι που ίσως κανείς άλλος δεν κατάφερε στην ιστορία του σινεμά: να ερμηνεύει ρόλους ποιότητας επί μισό αιώνα. Φυσικά, τα σκάνδαλα στην προσωπική του ζωή δεν έλειψαν, με τρεις αποτυχημένους γάμους, φημολογούμενες σχέσεις με αρκετές σταρ του τότε Χόλιγουντ, όπως η Βίβιαν Λι, η Μέριλιν Μονρόε και η Σοφία Λόρεν, ακόμη και μάλλον… αναληθείς φήμες για τάσεις ομοφυλοφιλίας. Κάπως έτσι διαμορφώθηκε η εικόνα ενός σταρ, ενός ανθρώπου που εκτός από τεράστιος ηθοποιός υπήρξε κάτι πολύ παραπάνω: ένα σύμβολο του δυτικού πολιτισμού. Και η μεγαλύτερη, κατά την άποψή μου, αναγνώριση που έλαβε, ήταν πως το περιοδικό TIME τον ανακήρυξε ως ένα από τα 100 πιο σημαντικά πρόσωπα του 20ού αιώνα. Από το χώρο της έβδομης τέχνης, μόνο η Marilyn Monroe και ο Charlie Chaplin έλαβαν την ίδια διάκριση. Το συμπέρασμα: δε θα υπάρξει άλλος Marlon Brando…

Για το τέλος, όπως πάντα, μερικά βίντεο με μαγικές στιγμές που μας χάρισε ο αξέχαστος Marlon Brando…

Λεωφορείον ο Πόθος (1951) – O Brando και οι… κοιλιακοί του
O Stanley Kowalski (Brando) γνωρίζει την κουνιάδα του Blanche Dubois (Vivien Leigh) και της επιδεικνύει… τα κάλλη του. Και στο κοινό, επίσης.

Το Λιμάνι της Αγωνίας (1954) – I Could’ve been a contender…
O Terry Malloy (Brando), ασήμαντος υπάλληλος υπό τη διοίκηση ενός μαφιόζου (Lee J. Cobb), εξηγεί στον αδερφό του (Rod Steiger) πως θα μπορούσε να κάνει καριέρα ως πυγμάχος και να πετύχει κάτι στη ζωή του αν αυτός και ο μαφιόζος δεν τον εμπόδιζαν. Μια από τις πιο κλασικές στιγμές στην ιστορία του σινεμά.

Ο Νονός (1972) – I’m gonna make him an offer he can’t refuse…
Άλλη μια επική ατάκα διά στόματος Marlon Brando, αυτή τη φορά ως αρχηγός της φαμίλιας των Κορλεόνε και μεγαλομαφιόζος. Ένας προστατευόμενός του φιλοδοξεί να κερδίσει ένα ρόλο σε μια ταινία, αλλά ο παραγωγός έχει ενστάσεις. Η προσφορά του «Δον» Κορλεόνε, όμως, δεν επιδέχεται άρνηση…

Και η μάλλον ανατριχιαστική (αλλά πειστικότατη) κατάληξη της συμφωνίας…

Πηγές για τη βιογραφία:
Wikipedia, IMDb

Μια μέρα σαν σήμερα, την 4η Μαϊου 1929, ερχόταν στον κόσμο ένα από τα μεγαλύτερα αστέρια της έβδομης τέχνης, αλλά και μια από τις πιο όμορφες, κομψές και καλοντυμένες γυναίκες του 20ού αιώνα. Ο λόγος, φυσικά, για την αξέχαστη Audrey Hepburn!

Audrey_Hepburn_black_and_whiteΜία από τις πιο γνωστές μορφές του Χόλιγουντ τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, η Audrey Hepburn (1929-1993) υπήρξε κάτι πολύ περισσότερο από μια κινηματογραφική σταρ. Εκτός από εξαιρετική ηθοποιός, με ανεπανάληπτες ερμηνείες συνήθως σε ανάλαφρες ρομαντικές κομεντί αλλά και κωμωδίες, ήταν και εξακολουθεί να είναι ένα παγκόσμιο σύμβολο της γυναικείας μόδας, μέσα από τις ενδυματολογικές της επιλογές, από φορέματα μέχρι αξεσουάρ, αλλά και το κομψό αριστοκρατικό της στιλ. Ξεφεύγοντας από το μύθο των σταρ της εποχής, μάλιστα, δε δίστασε να διακόψει την καριέρα της στην ακμή της και να αναπτύξει πλούσιο φιλανθρωπικό έργο, με συμμετοχή κυρίως σε αποστολές της UNICEF σε χώρες του τρίτου κόσμου. Ήταν γενικότερα μια σύνθετη και πολυδιάστατη προσωπικότητα, τη ζωή και το έργο της οποίας θα προσπαθήσουμε να ξετυλίξουμε στις γραμμές που ακολουθούν.

Η Hepburn γεννήθηκε πριν ακριβώς 86 χρόνια στις Βρυξέλλες. Το πραγματικό της όνομα ήταν Audrey Kathleen Ruston, και ήταν αριστοκρατικής καταγωγής, κυρίως από την πλευρά της μητέρας της. Απέκτησε με τη γέννησή της τη Βρετανική υπηκοότητα, παρότι γεννήθηκε στο Βέλγιο, ενώ πέρασε στο Νησί λιγότερα από 10 χρόνια της ζωής της. Είχε βρετανικές, τσεχικές, ολλανδικές, βελγικές και αυστριακές ρίζες, ενώ γνώριζε πέντε γλώσσες (Αγγλικά, Ολλανδικά, Ιταλικά, Ισπανικά, Γαλλικά). Έζησε στο Βέλγιο μέχρι το 1937, όταν οι γονείς της χώρισαν εξαιτίας (και) των φασιστικών αντιλήψεων του πατέρα της. Τότε μετακόμισε με τη μητέρα της στην Αγγλία, όπου έμειναν μέχρι να ξεσπάσει ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, όταν και η μητέρα της θεώρησε την (ουδέτερη ακόμη) Ολλανδία πιο ασφαλές μέρος από την Αγγλία και μετακόμισε εκεί. Απόφαση που αποδείχθηκε λανθασμένη, καθώς το 1940 οι Ναζί εισέβαλαν στην Ολλανδία, και στην πενταετή γερμανική κατοχή η έφηβη Hepburn είδε από κοντά τη φρίκη που σκορπούσε το καθεστώς, ενώ η ζωή, η υγεία και η σωματική της ακεραιότητα βρίσκονταν διαρκώς σε κίνδυνο. Όπως δήλωσε αργότερα η ίδια, οι εμπειρίες της από τη ναζιστική κατοχή στην Ολλανδία ήταν ο βασικός λόγος που την παρακίνησε να ασχοληθεί με τη φιλανθρωπία αργότερα.

H Hepburn όπως εμφανίστηκε στην ταινία Διακοπές στη Ρώμη (1953)

H Hepburn όπως εμφανίστηκε στην ταινία Διακοπές στη Ρώμη (1953)

Μετά τον πόλεμο η Hepburn επέστρεψε στο Λονδίνο και αρχικά προσπάθησε να ξεκινήσει καριέρα στο μπαλέτο, έχοντας πάρει μαθήματα τόσο στην Αγγλία όσο και στην Ολλανδία. Κάποια στιγμή όμως στράφηκε στην υποκριτική, εξασφαλίζοντας κάποιους μικρούς ρόλους στα φημισμένα θέατρα του Γουέστ Εντ. Το 1951 έκανε το ντεμπούτο της στον κινηματογράφο, και την ίδια χρονιά εξασφάλισε τον ομώνυμο ρόλο στη θεατρική παράσταση Gigi, που μετά την επιτυχία της στο Λονδίνο μεταφέρθηκε και στο Broadway (το 1958 γυρίστηκε και ταινία, χωρίς τη Hepburn, που κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας). Ήταν η πρώτη επαφή της Hepburn με τις ΗΠΑ, και σύντομα της παρουσιάστηκε η πρώτη μεγάλη ευκαιρία στο Χόλιγουντ. Συγκεκριμένα, ο τρεις φορές βραβευμένος με Όσκαρ σκηνοθέτης William Wyler την επέλεξε για πρωταγωνίστρια στην ανάλαφρη κομεντί Διακοπές στη Ρώμη, μαζί με ένα μεγάλο αστέρι της εποχής: τον Gregory Peck.

H ταινία, στηριζόμενη στους καυστικούς διαλόγους, τα αξιοθέατα της Ρώμης που προβάλλονταν και την εξαιρετική χημεία μεταξύ Peck και Hepburn, σημείωσε μεγάλη επιτυχία και η άγνωστη ως τότε Audrey Hepburn μετατράπηκε ξαφνικά σε μεγάλο όνομα του Χόλιγουντ. Ακόμη μεγαλύτερη έκπληξη αποτέλεσε το Όσκαρ Α΄ Γυναικείου Ρόλου που της απονεμήθηκε για το ρόλο της, ενώ το Σεπτέμβριο του 1953 η Hepburn, άγνωστη στις ΗΠΑ πριν λίγους μήνες, ξαφνικά κοσμούσε το εξώφυλλο του φημισμένου περιοδικού TIME. Αμέσως μετά ένας ακόμη μεγάλος σκηνοθέτης, ο Billy Wilder (Double Indemnity, Η Λεωφόρος της Δύσης, Μερικοί το Προτιμούν Καυτό) της έδωσε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στη ρομαντική κομεντί Sabrina (1954), με τον William Holden και το θρυλικό Humphrey Bogart. Την ίδια χρονιά η Hepburn συμμετείχε στη θεατρική παράσταση Ondine, στο Broadway, μαζί με τον Mel Ferrer, τον οποίο και παντρεύτηκε λίγους μήνες μετά στην Ελβετία. Για την ερμηνεία της στο έργο αυτό η Hepburn κέρδισε και το βραβείο Tony (αντίστοιχο των Όσκαρ) και είδε την καριέρα της να απογειώνεται. Πολλά χρόνια αργότερα, φωτογραφίες και πλάνα από τις ταινίες της δημιούργησαν την εντύπωση πως η – εξαιρετικά αδύνατη – Hepburn έπασχε εκείνη την εποχή από ανορεξία, γεγονός που ούτε επιβεβαιώνεται ούτε διαψεύδεται από τις πηγές της εποχής.

Η Hepburn έκλεισε τη δεκαετία του ΄50 με τρεις ακόμη επιτυχημένες παραγωγές: το επικό φιλμ Πόλεμος και Ειρήνη (1956), με το σύζυγό της και τον Henry Fonda, το μιούζικαλ Funny Face (1957), στο οποίο απέδειξε για πρώτη φορά στη μεγάλη οθόνη τις μουσικοχορευτικές της ικανότητες, πλάι στον master του είδους Fred Astaire, και ένα από τα λίγα δράματα που έπαιξε, το The Nun’s Story, που της χάρισε ακόμη μια υποψηφιότητα για Όσκαρ. Έχοντας ήδη καταξιωθεί ως αστέρι και γυναίκα-σύμβολο του τότε σύγχρονου Χόλιγουντ, η Hepburn εμφανίστηκε το 1961 σε μια χαμηλών τόνων ρομαντική κομεντί με τίτλο Breakfast at Tiffany’s, χωρίς μεγάλα αστέρια στο καστ και μ΄ έναν σχετικά άσημο – τότε – σκηνοθέτη (Blake Edwards). Η ερμηνεία της, όμως, στο ρόλο της Ηolly Golightly, έμεινε στην ιστορία χάρη στο χαριτωμένο και ανάλαφρο στιλ της, την εξαιρετική καθοδήγηση του Edwards και, φυσικά, τις αριστοκρατικές και υψηλής αισθητικής ενδυματολογικές επιλογές της, με τα εντυπωσιακά φορέματα, τα πανάκριβα κοσμήματα και τα απαραίτητα αξεσουάρ να παραμένουν ακόμη και σήμερα σύμβολα της απανταχού γυναικείας μόδας.

Οι στιλιστικές επιλογές της Hepburn στην ταινία Breakfast at Tiffany's εξακολουθούν να κλέβουν την παράσταση

Οι στιλιστικές επιλογές της Hepburn στην ταινία Breakfast at Tiffany’s εξακολουθούν να κλέβουν την παράσταση

Hepburn charadeΚατόπιν η Hepburn, θεωρούμενη πια ίσως το μεγαλύτερο όνομα στο Χόλιγουντ, πρωταγωνίστησε σε δυο ακόμη μεγάλες επιτυχίες: το πανέξυπνο Ραντεβού στο Παρίσι (1963), έναν συνδυασμό μαύρου χιούμορ, ρομαντισμού και χιτσοκικού σασπένς και μυστηρίου, με συμπρωταγωνιστή τον εξίσου αριστοκρατικό Cary Grant, και το διάσημο μιούζικαλ Ωραία μου Κυρία (1964), τη μοναδική της ταινία που τιμήθηκε με Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας, και την τελευταία μεγάλη της επιτυχία. Ευρισκόμενη στο απόγειο της δόξας της, η Hepburn αποφάσισε ξαφνικά να «κόψει ταχύτητα» και εμφανίστηκε σε λίγες ταινίες στο υπόλοιπο της δεκαετίας, κερδίζοντας πάντως μια πέμπτη και τελευταία υποψηφιότητα για Όσκαρ για το θρίλερ Wait Until Dark (1967), στο οποίο πιστοποίησε την ικανότητά της να αποδίδει εξίσου καλά σε διαφορετικούς ρόλους, καθώς εμφανίστηκε σ΄ένα πολύ πιο σοβαρό και διαφορετικό ρόλο απ΄ ότι συνήθως. Το 1968 πήρε διαζύγιο από τον Ferrer για να παντρευτεί την επόμενη χρονιά τον Ιταλό ψυχίατρο Andrea Dotti. Αποφασισμένη να αφοσιωθεί στο σύζυγο και τα δύο παιδιά της (ένα με κάθε σύζυγο), αποσύρθηκε ουσιαστικά από την υποκριτική εμφανιζόμενη σποραδικά στο σινεμά για τα επόμενα 20 χρόνια, με την τελευταία της εμφάνιση να έρχεται το 1988 στο φιλμ Always (1988) του Στίβεν Σπίλμπεργκ, που χαρακτήρισε μεγάλη τιμή τη συνεργασία μαζί της. Το 1990 εμφανίστηκε στην τηλεοπτική σειρά-ντοκιμαντέρ Gardens of the World with Audrey Hepburn, για το οποίο κέρδισε, μετά το Όσκαρ και το Tony, και βραβείο Emmy. Έχοντας κερδίσει και Χρυσή Σφαίρα (για τις Διακοπές στη Ρώμη), το μόνο που της έμεινε ήταν το μουσικό βραβείο Grammy, το οποίο και κέρδισε το 1993 για το παιδικό άλμπουμ Audrey Hepburn’s Enchanted Tales. Δυστυχώς, όμως, δεν πρόλαβε να παραλάβει τα βραβεία Emmy και Grammy, καθώς στις 20 Ιανουαρίου 1993 έχασε μια άνιση μάχη με τον καρκίνο.

Όπως προαναφέραμε, η Hepburn ανέπτυξε, ιδίως στο τελευταίο μέρος της ζωής της, πλούσια φιλανθρωπική δράση. Η σχέση της με την οργάνωση UNICEF είχε ξεκινήσει ήδη από το 1954 και, τελικά, στα τέλη των 80΄s ανέλαβε το ρόλο της Πρέσβειρας Καλής Θέλησης. Ταξίδεψε, μεταξύ άλλων, στην Αιθιοπία, την Τουρκία, το Βιετνάμ, το Σουδάν και τη Σομαλία, και τιμήθηκε για τη δράση της τόσο με το Προεδρικό Μετάλλιο της Ελευθερίας, όσο και με ειδικό ανθρωπιστικό βραβείο από την Ακαδημία των Όσκαρ. Σύμφωνα με την ίδια, η δράση της δεν υποκινήθηκε από καμία βαθύτερη αντίληψη (άλλωστε, ποτέ δεν ήταν ιδιαίτερα πολιτικοποιημένη), αλλά περισσότερο από την επιθυμία της να περάσουν όσο το δυνατόν λιγότεροι άνθρωποι τα δεινά του πολέμου και της φτώχειας που πέρασε η ίδια την πενταετία 1940-1945.

Με τον Αμερικανό πρόεδρο (και πρώην ηθοποιό) Ronald Reagan (αριστερά), το 1981.

Με τον Αμερικανό πρόεδρο (και πρώην ηθοποιό) Ronald Reagan (αριστερά), το 1981.

Ως προσωπικότητα, η Hepburn υπήρξε πολύ πιο χαμηλών τόνων και εσωστρεφής από άλλες μεγάλες σταρ της εποχής (π.χ. Marilyn Monroe, Sophia Loren), και δεν προκαλούσε ιδιαίτερα με την προσωπική της ζωή. Υπήρξαν, φυσικά, σκάνδαλα σχετικά με δεσμούς της με συμπρωταγωνιστές της, όπως ο Gregory Peck και ο William Holden, ενώ ο γάμος της με τον Mel Ferrer κατέληξε αρκετά άσχημα. Απέκτησαν μαζί ένα γιο, τον Sean Hepburn Ferrer, που γεννήθηκε το 1960, αλλά η Hepburn έμεινε έγκυος ακόμη 4 φορές, που όλες κατέληξαν σε αποβολή. Ο δεύτερος γάμος της με τον Andrea Dotti υπήρξε ακόμη πιο ήρεμος, και της απέφερε ακόμη ένα γιο, το Luca (1970), αν και χρειάστηκε να αποβάλλει και πέμπτη φορά… Οι συνεργάτες της την περιέγραφαν πάντοτε ως μια ήρεμη και κλειστή προσωπικότητα, εκ διαμέτρου αντίθετη με την εικόνα που προέβαλλε μέσα από τα έργα της. Δεν επιχείρησε – ούτε και μπορούσε – να γίνει ποτέ σύμβολο του σεξ, έγινε όμως ίσως το μεγαλύτερο σύμβολο της γυναικείας ομορφιάς και κομψότητας, τουλάχιστον στον 20ό αιώνα.

Είκοσι δύο χρόνια μετά το θάνατό της, το όνομα της Audrey Hpeburn εξακολουθεί να είναι ένα από τα πιο γνωστά του κλασικού Χόλιγουντ. Το 1999, κατέλαβε την τρίτη θέση σε μια μεγάλη ψηφοφορία του AFI για τις μεγαλύτερες ηθοποιούς του 20ού αιώνα, πίσω μόνο από την Katharine Hepburn (συνωνυμία) και τη Bette Davis. H φιγούρα της παραμένει γνωστή, μεταξύ άλλων, μέσα από αφίσες, πορτρέτα, φωτογραφίες και, φυσικά, είδη μόδας και ένδυσης όπως φορέματα, κοσμήματα, αξεσουάρ, με τις τάσεις που δημιούργησε να ακολουθούνται ακόμη από τους μεγάλους οίκους μόδας. Το στιλ της παραμένει επίκαιρο και διαχρονικό γιατί δεν ταυτίστηκε ιδιαίτερα με κάποια εποχή (π.χ. Κλασικός Κινηματογράφος, Νέο Χόλιγουντ), αλλά ήταν μοναδικό και ανεπανάληπτο. Όμορφη, ταλαντούχα, λεπτή, αριστοκρατική και όχι ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη, η Hepburn έχει καταξιωθεί για πάντα στα μάτια του κοινού ως μια εξέχουσα προσωπικότητα του 20ού αιώνα, καθώς και ως μια από τις ομορφότερες γυναίκες όλων των εποχών.

Κλείνουμε τη βιογραφία της Audrey Hepburn μ΄ ένα από τα διασημότερα τραγούδια στην ιστορία του σινεμά, το Moon River του μεγάλου Henry Mancini, που εκτέλεσε η Hepburn στη δημοφιλέστερη ταινία της, Breakfast at Tiffany’s.

Με αφορμή τη συμπλήρωση 67 χρόνων από την πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση της Marilyn Monroe, το Cinema Therapy ξετυλίγει την ιστορία της ζωής της διάσημης σταρ από τα πρώτα βήματα μέχρι τον τραγικό θάνατό της.

Στις 11 Μαρτίου 1948, το μάλλον περιορισμένο κοινό που παρακολούθησε την πρεμιέρα της τελείως άγνωστης σήμερα ταινίας Scudda Hoo! Scudda Hay! , ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με μια νεαρή χυμώδη ξανθιά με αθώο ύφος που εμφανίστηκε για λίγα δευτερόλεπτα λέγοντας τη φράση «Hi, Rad» απευθυνόμενη στην πρωταγωνίστρια. Δέκα χρόνια αργότερα, η ξανθιά αυτή αποτελούσε ένα από τα πιο διάσημα πρόσωπα του πλανήτη, και μετά τον ακόμη και σήμερα μυστηριώδη θάνατό της το 1962, η φήμη της, θετική και αρνητική, είναι τέτοια που ξεπερνά τα όρια μιας απλής κινηματογραφικής ηθοποιού. Ακόμη και σήμερα, η Marilyn Monroe αποτελεί πασίγνωστο πρόσωπο και, άμεσα ή έμμεσα, τη βλέπουμε παντού, μέσα από αφίσες, φορέματα, περιοδικά και γενικότερα είδη της γυναικείας μόδας και όχι μόνο. Ταυτόχρονα, οι φήμες για τη ζωή, τις σχέσεις και το θάνατό της πληθαίνουν συνεχώς χωρίς να επιβεβαιώνονται αλλά ούτε και να διαψεύδονται. Στο άρθρο αυτό θα προσπαθήσουμε να δούμε… πίσω από το μύθο της Marilyn, και να τη γνωρίσουμε ως άνθρωπο, γυναίκα και ηθοποιό.

Best-Marilyn-Monroe-Movies

H Marilyn Monroe γεννήθηκε με το όνομα Νorma Jeane Mortenson την 1η Ιουνίου 1926 και ακόμα και το επίθετό της υπήρξε αντικείμενο φημολογίας και διαμάχης. Βλέπετε, ήταν άγνωστο ποιος πραγματικά ήταν ο πατέρας της, και η μητέρα της Gladys Pearl Baker της έδωσε μετά από λίγους μήνες το επίθετο του πρώην συζύγου της (Baker), παίρνοντας διαζύγιο ταυτόχρονα από τον Mortenson, τον οποίο η Marilyn ποτέ δεν αναγνώρισε σαν πατέρα της. Η μητέρα της υπέφερε από αλκοολισμό και η ψυχική της υγεία ήταν εύθραυστη, γεγονός που υποχρέωσε την κόρη της να ζήσει με θετούς γονείς μέχρι εκείνη (η μητέρα της) να βρει την κατάλληλη στιγμή για να την πάρει κοντά της. Όταν αυτό έγινε, τα προβλήματά της μητέρας της άρχισαν να μετατρέπονται σε κανονική ψυχασθένεια και την οδήγησαν σε ψυχιατρική κλινική. Μένοντας ουσιαστικά ορφανή, η Monroe πέρασε την παιδική ηλικία της σε διάφορα σπίτια θετών γονέων, με πιο συχνό αυτό της φίλης της μητέρας της Grace McKee, που έγινε κηδεμόνας της και την έφερε για πρώτη φορά σε επαφή με τον κινηματογράφο, λέγοντάς της πως μπορούσε να γίνει μελλοντικό αστέρι. Η διαμονή της στο σπίτι της Grace διαταράχτηκε όταν η τελευταία παντρεύτηκε τον Doc Goddard, ο οποίος προσπάθησε αρκετές φορές να έρθει σε σεξουαλική επαφή με την έφηβη θετή του κόρη, ωστόσο παρέμεινε εκεί ως το 1942.

Η καστανή - και αγνώριστη - Marilyn Monroe στα 19 της.

Η καστανή – και αγνώριστη – Marilyn Monroe στα 19 της.

Εκείνη την εποχή η Monroe γνώρισε έναν γείτονά της, τον κατά 5 χρόνια μεγαλύτερό της Jim Dougherty. Οι θετοί γονείς της την άφησαν το 1943 για να μετακομίσουν στη Δυτική Βιρτζίνια, και η Monroe έπεισε τον Dougherty να την παντρευτεί. Με τον άντρα της να φεύγει σύντομα στον πόλεμο, ξεκίνησε να δουλεύει ως μοντέλο για το πρακτορείο Blue Book Modeling, οι υπεύθυνοι του οποίου, έχοντας στο μυαλό τους τις διάσημες -και κατάξανθες – σταρ Jean Harlow και Lana Turner, έπεισαν τη Marilyn να βάψει τα μαλλιά της ξανθά (από καστανά), και σύντομα υπέγραψε το πρώτο της συμβόλαιο στην 20th Century Fox. Οι διοικούντες της εταιρίας αποφάσισαν να της δώσουν ένα νέο, καλλιτεχνικό όνομα για να ξεκινήσει την καριέρα της και μετά από αρκετά υποψήφια κατέληξαν στο Marilyn Monroe. Το 1947 πήρε διαζύγιο από τον Dougherty και λίγο μετά εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη μεγάλη οθόνη στην ταινία που αναφέραμε στο ξεκίνημα του άρθρου. Φεύγοντας απ΄ την Fox υπέγραψε με την Columbia, αλλά απέτυχε να προκαλέσει αίσθηση και απολύθηκε. Για πρώτη φορά οι παραγωγοί, καθώς και το κοινό, πρόσεξαν την Monroe το 1949 στην κωμωδία Love Happy, την τελευταία των αδερφών Μαρξ. Την ίδια χρονιά η ξανθιά στάρλετ έκανε την περιβόητη γυμνή της φωτογράφιση στο φακό του Tom Kelley, με κάποιες απ΄ τις σκανδαλιστικές πόζες της να χρησιμοποιούνται στο παρθενικό τεύχος του Playboy το 1953. Η επόμενη χρονιά ήταν ακόμη καλύτερη για την καριέρα της, με μικρούς αλλά χαρακτηριστικούς ρόλους στο φιλμ νουάρ Η Ζούγκλα της Ασφάλτου και στη διάσημη ταινία Όλα για την Εύα με την Bette Davis.

Τα επόμενα δυο χρόνια η Monroe γύρισε κάποιες ταινίες, με πιο σημαντική ίσως την κωμωδία Monkey Business (1952) με τους Cary Grant και Ginger Rogers, στην οποία τυποποίησε το ρόλο της χαζής ξανθιάς, αλλά η ίδια και η 20th Century Fox με την οποία είχε υπογράψει εκ νέου ασχολούνταν περισσότερο με το να φτιάξουν την εικόνα της παρουσιάζοντας στο κοινό μια γυναίκα – σύμβολο του σεξ. Προσπάθεια που ενισχύθηκε και από μια πρώτη δημοσίευση των πικάντικων φωτογραφιών της σε ένα ημερολόγιο, με ένα πιθανό σκάνδαλο να μετατρέπεται τελικά σε θετική δημοσιότητα, καθώς οι παραγωγοί της παρουσίασαν στον τύπο μια σειρά από άρθρα που την παρουσίαζαν όσο πιο συμπαθητικά γινόταν.

Το πρώτο εξώφυλλο του Playboy με τη Marilyn σε πρώτο πλάνο.

Το πρώτο εξώφυλλο του Playboy με τη Marilyn σε πρώτο πλάνο.

Έτσι προετοιμάστηκε το έδαφος για την χρονιά-ορόσημο της καριέρας της, το 1953. Η Monroe εμφανίστηκε πρώτα στο έγχρωμο, φαντασμαγορικό φιλμ νουάρ Νιαγάρας ως μια femme fatale που σκοπεύει μαζί με τον εραστή της να δολοφονήσουν το σύζυγό της (Joseph Cotten), βασίζοντας στα χνάρια της Barbara Stanwyck στο Double Indemnity και σημειώνοντας τεράστια επιτυχία. Ακολούθησε η ανάλαφρη κωμωδία Οι άνδρες προτιμούν τις ξανθιές του διάσημου σκηνοθέτη Howard Hawks, η οποία έμεινε στην ιστορία για το τραγούδι Diamonds Are a Girl’s Best Friends, που ερμήνευσε η ίδια. Η κινηματογραφική χρονιά για τη Marilyn έκλεισε με μια ακόμη μεγάλη επιτυχία, την κομεντί How to Marry a Millionaire, όπου, έχοντας ισότιμους ρόλους με τη Betty Grable και τη Lauren Bacall, απέδειξε την αξία της επισκιάζοντας την πρώτη (που δεν ήταν καν επαγγελματίας ηθοποιός), αλλά έδειξε τις υποκριτικές της αδυναμίες επισκιαζόμενη τελείως απ΄ την πολύ πιο έμπειρη και ταλαντούχα Bacall. Στο κοινό βέβαια, η Monroe έκανε περισσότερη εντύπωση με το sex appeal της, και η απογείωση ήρθε το Δεκέμβριο του 1953 με τη δημοσίευση μεγάλου μέρους της διάσημης φωτογράφισής της στο πρώτο τεύχος του Playboy. Προκαλώντας σάλο από την πρώτη μέρα κυκλοφορίας, τόσο το περιοδικό όσο και το μοντέλο του κέρδισαν απίστευτη φήμη.

Η περίφημη σκηνή με το φόρεμα στην ταινία Επτά Χρόνια Φαγούρα.

Η περίφημη σκηνή με το φόρεμα στην ταινία Επτά Χρόνια Φαγούρα.

Από κει και πέρα πέρασαν τρία χρόνια χωρίς η πασίγνωστη πια Marilyn να γυρίσει κάποια σοβαρή ταινία, παίζοντας διαρκώς σε ανάλαφρες κωμωδίες και κομεντί τη «χαζή ξανθιά» και αναγκάζοντάς το συγγραφέα και φίλο της Truman Capote να τη συστήσει στην Constance Collier προκειμένου να πάρει μαθήματα υποκριτικής. Πιο γνωστή ταινία της εκείνη την περίοδο αδιαμφιβήτητα η κωμωδία του μεγάλου Billy Wilder Επτά Χρόνια Φαγούρα (1955), που περιείχε ακόμη μια κλασική σκηνή της 7ης τέχνης, αυτήν όπου το φόρεμα της Marilyn σηκώνεται από τον αέρα για να αποκαλύψει όσα μπορούσε να αποκαλύψει εκείνη την εποχή. Ο Wilder εκτίμησε το ταλέντο της Monroe και συνεργάστηκε μαζί της και αργότερα, αλλά όχι και την οξυδέρκειά της. «Το στήθος της είναι από γρανίτη. Το μυαλό της από ελβετικό τυρί», είπε χαρακτηριστικά ο σκηνοθέτης. Εκείνα τα χρόνια πάντως η Monroe είχε καθιερωθεί ως το απόλυτο σύμβολο του σεξ, και ουδείς ασχολούνταν με τις ταινίες της. Προσθέστε και τη θυελλώδη σχέση της με τον σταρ του baseball Joe DiMaggio που κατέληξε στο μεγαλοπρεπή γάμο τους το 1954 και το διαζύγιό τους την ίδια χρονιά (!), καθώς η διάσημη σταρ φημολογούνταν πως είχε αρκετές εξωσυζυγικές σχέσεις με συναδέλφους της (κυρίως το Marlon Brando) και είχε μπλέξει με τη μαφία και τα ναρκωτικά, και καταλαβαίνετε πόσο απασχολούσε συνεχώς τα μέσα με τη ζωή της.

O Tony Curtis (αριστερά), ο Jack Lemmon (δεξιά) και η Monroe στη διάσημη κωμωδία "Μερικοί το Προτιμούν Καυτό".

O Tony Curtis (αριστερά), ο Jack Lemmon (δεξιά) και η Monroe στη διάσημη κωμωδία «Μερικοί το Προτιμούν Καυτό».

Μετά από όλα αυτά η Marilyn φαίνεται πως πήρε στα σοβαρά τη συμβουλή πολλών συναδέλφων της και αποφάσισε να σοβαρευτεί. Παντρεύτηκε το διάσημο θεατρικό συγγραφέα Arthur Miller, πήρε κι άλλα μαθήματα υποκριτικής από κολοσσούς του είδους και άφησε για λίγο της κωμωδίας πρωταγωνιστώντας σε σοβαρές ταινίες όπως Βus Stop (1956) και Ο Πρίγκιπας και η Χορεύτρια (1957). Συμπρωταγωνιστής της στο τελευταίο φιλμ ο τεράστιος Laurence Olivier, που αρχικά θεώρησε τελείως ανώριμη υποκριτικά τη συμπρωταγωνίστριά του, αλλά στην πορεία την εκτίμησε δεόντως. Ταυτόχρονα όμως άρχισαν και οι ατυχίες στην προσωπική της ζωή, με την εγκυμοσύνη της το 1957 να διακόπτεται από μια επώδυνη αποβολή. Ήταν η αρχή του τέλους για τη Monroe, που έκανε 2 χρόνια να ξαναεμφανιστεί στη μεγάλη οθόνη. Η εμφάνισή της αυτή όμως, στην κωμωδία Μερικοί το Προτιμούν Καυτό του Billy Wilder, ήταν μάλλον η καλύτερη και πιο ουσιαστική της μέχρι τότε, πλαισιώνοντας ιδανικά το εξαιρετικό κωμικό δίδυμο Tony Curtis – Jack Lemmon και σήμερα θεωρείται η καλύτερη ταινία της. Δυστυχώς όμως, είχε εθιστεί πλέον στα ναρκωτικά και άρχισε να είναι ψυχικά ασταθής, κάτι που είχε προσέξει ο Wilder αλλά φάνηκε κυρίως στην επόμενη ταινία της με τίτλο Let’s Make Love (1960), με τον σταρ του γαλλικού σινεμά Yves Montand. Ολοκλήρωσε με δυσκολία την ταινία αυτή, αλλά κι αυτό δεν ήταν τίποτε μπροστά στην επόμενη που γύρισε, και αποδείχθηκε η τελευταία της.

Η ταίνια, με τίτλο The Misfits, κυκλοφόρησε το 1961, και γυρίστηκε υπό τραγικές συνθήκες. Η θερμοκρασία στον τόπο των γυρισμάτων, στη Νεβάδα, έφτανε τους 42 βαθμούς, ο σκηνοθέτης Τζον Χιούστον είχε εθιστεί στο τζόγο και το αλκοόλ, ενώ από τους δυο συμπρωταγωνιστές της, ο ένας (Clark Gable) έπασχε από καρκίνο και δεν πρόλαβε καν να δει την ταινία στο σινεμά, ενώ ο άλλος (Montgomery Clift) έδινε μάχη με την κατάθλιψη. Όσο για την ίδια τη Marilyn; Έχοντας εθιστεί οριστικά πλέον στα ναρκωτικά αλλά και το ποτό, μπαινόβγαινε στα νοσοκομεία και ολοκλήρωσε μετά βίας το έργο, μη μπορώντας να γυρίσει άλλη ταινία παρά τις προσπάθειές της. Δήλωσε παρ΄ όλα αυτά ευτυχισμένη που έπαιξε σε μια ταινία με τον Gable, τον οποίο είχε ως πατρικό πρότυπο από μικρή, ενώ η εμφάνισή της στο έργο μνημονεύεται σήμερα ως η πιο σοβαρή – και ίσως η καλύτερη – της καριέρας της. Το τέλος όμως ήταν κοντά, και επιταχύνθηκε από το διαζύγιο με τον Miller το 1961. Τελευταία φορά που η Marilyn προκάλεσε σάλο ήταν στις 19/5/1962, όταν τραγούδησε το περιβόητο πια «Happy Birthday, Mr. President» προς τιμήν του προέδρου των ΗΠΑ και φημολογούμενου εραστή της John Kennedy. Η στροφή προς την ποιότητα που είχε κάνει στα τελευταία χρόνια της ζωής της έμεινε ανολοκλήρωτη, με το θάνατό της στις 5 Αυγούστου του 1962, σε ηλικία 36 ετών, να αποδίδεται σε υπερβολική δόση ναρκωτικών, και με τις θεωρίες συνομωσίας να οργιάζουν ακόμη και σήμερα, να γίνεται εξίσου διάσημος με τη ζωή της. Πολλά χρόνια αργότερα το περιοδικό TIME την ανακήρυξε ως ένα απ΄ τα 100 πιο σημαντικά πρόσωπα του 20ού αιώνα. Από το χώρο της 7ης τέχνης, μόνο ο Τσάρλι Τσάπλιν και ο Μάρλον Μπράντο ήταν επίσης στην ίδια λίστα.

Τελικά, όμως, τι ήταν – και είναι – η Marilyn Monroe; Έρευνες έδειξαν πως αν και η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων του δυτικού κόσμου τη γνωρίζει ως όνομα και πρόσωπο, αρκετοί δεν ξέρουν καν πως ήταν ηθοποιός και ακόμη περισσότεροι δεν μπορούν να ονομάσουν – και δεν έχουν δει ποτέ – κάποια από τις ταινίες της. Με παρόμοια λογική το AFI την ανακήρυξε την 6η καλύτερη ηθοποιό του περασμένου αιώνα, εστιάζοντας περισσότερο στο όνομα παρά στις ταινίες που έπαιξε. Ο λόγος είναι προφανής. Δυστυχώς ή ευτυχώς, το Χόλιγουντ, τα μέσα ενημέρωσης και ψυχαγωγίας αλλά κυρίως το ίδιο το κοινό μετέτρεψαν τη Monroe σε κάτι πολύ περισσότερο από μια διάσημη ηθοποιό. Με τις φήμες και τις ιστορίες που αναπτύχθηκαν γύρω από τη ζωή και το θάνατό της να επισκιάζουν την ίδια ως άνθρωπο, η Marilyn Monroe έγινε ένα σύμβολο, μια έννοια που μέσα της αντιπροσωπεύει ένα είδος γυναίκας, μια ολόκληρη εποχή, έναν τρόπο ζωής. Σήμερα, 53 χρόνια μετά το θάνατό της, δεν έχει χάσει καθόλου από την αίγλη της και αυτό λέει πολλά.

marilyn-monroe-bathing-suit-long-islandΟι απόψεις βέβαια διίστανται. Κάποιοι θεωρούν τη Marilyn ένα άτομο περιορισμένης ευφυίας και ταλέντου, που ακόμη και η ομορφιά της ήταν «ψεύτικη» και απλά χρησιμοποιήθηκε από κάποιους που ήθελαν να προβάλλουν ένα συγκεκριμένο πρότυπο γυναίκας στο δυτικό κόσμο, χωρίς να έχει τη δική της προσωπικότητα. Άλλοι τη θεωρούν μια έξυπνη γυναίκα και αξιόλογη ηθοποιό, που ήξερε ακριβώς τι ήθελε και πώς να το κατακτήσει, ενώ μπορούσε να προσαρμοστεί ανάλογα με τις απαιτήσεις του κοινού κατά βούληση. Η αλήθεια, όπως πάντα, βρίσκεται κάπου στη μέση. Σαφώς η Monroe έχει υπερεκτιμηθεί ως γυναίκα, καθώς κατά τη γνώμη μου και πιο όμορφες και ελκυστικές πρωταγωνίστριες υπήρξαν και υπάρχουν, και σε ορισμένα μέρη του σώματός της έχει… βάλει το χεράκι του κάποιος πλαστικός χειρουργός. Εξίσου άδικη είναι και η υποτίμηση των υποκριτικών της ικανοτήτων, καθώς όσοι θυμούνται κάποιους ρόλους της θυμούνται αυτούς που απλά έπαιξε τη σέξι «χαζή ξανθιά», χωρίς να προσφέρει ποιότητα στις ταινίες. Αγνοούν όμως την ικανότητά της, ιδίως στα τελευταία χρόνια της ζωής της, να διαπρέψει σε κωμικούς (Μερικοί το Προτιμούν Καυτό), δραματικούς (The Misfits) ρόλους καθώς και ως κλασική femme fatale (Niagara). Συνολικά, όπως και να κρίνει κανείς τη Μarilyn Monroe, το σίγουρο είναι πως ελάχιστοι ηθοποιοί της γενιάς της (ίσως και κανένας) είναι τόσο διάσημοι στις μέρες μας, και προσωπικά δεν πιστεύω πως θα έρθει ποτέ μέρα που ο δυτικός, τουλάχιστον, κόσμος θα την έχει ξεχάσει.

Η ζωή της Marilyn Monroe έχει δραματοποιηθεί και μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη αρκετές φορές. Πιο πρόσφατη από αυτές η μάλλον αποτυχημένη ταινία My Week with Marilyn (2011), που πραγματεύεται κυρίως τα γυρίσματα της ταινίας Ο Πρίγκιπας και η Χορεύτρια με τον Laurence Olivier. Τη διάσημη σταρ υποδύεται η Michelle Williams, και το trailer της ταινίας μπορείτε να το βρείτε εδώ.

λήψη (1) Με το άρθρο αυτό εγκαινιάζουμε μια μεγάλη κατηγορία άρθρων που έχουν ως κύριο στόχο να πληροφορήσουν το κοινό για τη ζωή και το έργο μεγάλων ηθοποιών κυρίως του παρελθόντος αλλά και του σήμερα, όποτε κριθεί απαραίτητο. Οι λόγοι που θα προτιμηθούν γενικά παλιοί ηθοποιοί είναι τρεις. Πρώτον, η ζωή τους είναι πολύ πιο μυστηριώδης και κατά τη γνώμη μου πιο ενδιαφέρουσα απ” αυτή των σύγχρονων αστέρων. Δεύτερον, οποιαδήποτε πληροφορία για ένα σύγχρονο ηθοποιό μπορείς να την πάρεις από οπουδήποτε, ενώ εδώ σκοπός μας είναι να φέρουμε σε επαφή το κοινό με ηθοποιούς όχι και τόσο γνωστούς στο σημερινό θεατή. Τρίτον και πιο σημαντικό, οι ηθοποιοί που θα εξετάσουμε ως επί το πλείστον έχουν πεθάνει, οπότε μπορούμε να τους αξιολογήσουμε γενικά και να εξάγουμε ασφαλή συμπεράσματα, σε αντίθεση με τους σύγχρονους που η ζωή και η καριέρα τους εξελίσσεται συνεχώς.

Συνήθως τα πρόσωπα που θα επιλέγονται για να εξετάσουμε τη ζωή τους θα επιλέγονται με βάση την ημερομηνία δημοσίευσης του άρθρου (να συμπίπτει δηλαδή με την ημερομηνία γέννησης, θανάτου ή ενός σημαντικού γεγονότος της καριέρας τους). Επειδή όμως κινούμαστε σε ρυθμούς Όσκαρ, θα ξεκινήσω με τη βιογραφία της Katharine Hepburn, της ηθοποιού που έχει κερδίσει περισσότερα βραβεία από οποιονδήποτε άλλο ανεξαρτήτως φύλου (4 τον αριθμό) και δικαίως χαρακτηρίστηκε Miss Oscar, από το σπουδαίο κριτικό Roger Ebert. Η σχέση της με τα Όσκαρ ήταν τόσο καλή, που το 2004 η Cate Blanchett κέρδισε Όσκαρ Β΄ Γυναικείου Ρόλου για την ταινία The Aviator του Μάρτιν Σκορτσέζε, υποδυόμενη τη Hepburn!

Η Hepburn στα 34 της χρόνια, το 1941.

Η Hepburn στα 34 της χρόνια, το 1941.


Η Katharine Hepburn γεννήθηκε με αυτό το όνομα, γεγονός σπάνιο για τις παλιές σταρ που συνήθως έκαναν καριέρα με άλλα ονόματα, στις 12/5/1907 στο Hartford του Connecticut. Μετά από μια ιδιαίτερη παιδική ηλικία κατά τη διάρκεια της οποίας θεωρούνταν «αγοροκόριτσο», ξεκίνησε την καριέρα της στο θέατρο το 1928. Επιβιώνοντας της οικονομικής κρίσης του ’29, σημείωσε αρκετή επιτυχία και το 1932 υπέγραψε το πρώτο κινηματογραφικό συμβόλαιο με την RKO. Με τις πρώτες τις εμφανίσεις στη μεγάλη οθόνη απέκτησε αρκετή φήμη και την επόμενη χρονιά (1933) κέρδισε το πρώτο της Όσκαρ για την ερμηνεία της στη δραματική ταινία Morning Glory. Η ίδια αποκάλυψε δεκαετίες αργότερα πως δεν είχε συνειδητοποιήσει την αξία του βραβείου που κέρδισε, καθώς τα Όσκαρ τότε μετρούσαν μόλις 5 έτη ζωής. Μετά από μια ακόμα μεγάλη επιτυχία, τις Μικρές Κυρίες (1933), η Hepburn είχε μια σειρά αποτυχημένων δραματικών ρόλων και επιχείρησε να παίξει σε κωμωδίες, διαπρέποντας σε screwball κωμωδίες και κωμωδίες επανασύνδεσης (comedy of remarriage), που αν και αρκετά δημοφιλείς σήμερα (κυρίως το Bringing Up Baby (1938) με τον Cary Grant) εκείνη την εποχή απέτυχαν παταγωδώς στο box office και η καριέρα της στην 7η τέχνη ήταν σε μεγάλο κίνδυνο. Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τα είδη κωμωδίας που προανέφερα παραπέμπω στην αγγλική Wikipedia.
H Katharine Hepburn με τον Cary Grant στην αναγνωρισμένη κωμωδία "Bringing Up Baby".

H Katharine Hepburn με τον Cary Grant στην αναγνωρισμένη κωμωδία «Bringing Up Baby».


Η Hepburn πήρε την κατάσταση στα χέρια της και αγόρασε τα δικαιώματα του δημοφιλούς θεατρικού έργου The Philadelphia Story, το οποίο μεταφέρθηκε με εξαιρετική επιτυχία στη μεγάλη οθόνη με πρωταγωνιστές την ίδια, τον Cary Grant και τον James Stewart και έσωσε την καριέρα της. Την επόμενη χρονιά εμφανίστηκε για πρώτη φορά με τον άνθρωπο της ζωής της, τον Spencer Tracy, στην επιτυχημένη κωμωδία Γυναίκα της Χρονιάς και έγινε ξανά μια απ΄ τις μεγαλύτερες σταρ του Χόλιγουντ. Στα επόμενα χρόνια η Hepburn δεν έκανε πολλές ταινίες με κύρια αιτία γι΄ αυτό το σκάνδαλο της σχέσης της με τον, παντρεμένο με άλλη γυναίκα, Tracy, με τον οποίο πρωταγωνίστησε συνολικά σε 9 ταινίες συμπεριλαμβανομένης της πανέξυπνης κωμωδίας Adam’s Rib (1949). Επανήλθε όμως δυναμικά το 1951 με την επική ταινία Η βασίλισσα της Αφρικής, που αποτέλεσε την πρώτη και μοναδική συνεργασία της με το σπουδαίο Humphrey Bogart και την πρώτη της εμφάνιση σε έγχρωμη ταινία. Η ταινία γυρίστηκε στο Βελγικό Κονγκό (στο οποίο και διαδραματίζεται) μακριά από τις ανέσεις του Χόλιγουντ, κάτι που η Hepburn χαρακτήρισε «εξαιρετική εμπειρία».
Με τον Humphrey Bogart στη "Βασίλισσα της Αφρικής".

Με τον Humphrey Bogart στη «Βασίλισσα της Αφρικής».


Στις δεκαετίες του ’50 και του ’60 το Χόλιγουντ άλλαζε σημαντικά, με το παλιό studio system και την αυστηρή λογοκρισία να δίνουν τη θέση τους στο Νέο Χόλιγουντ που προέβαλλε νέα αστέρια και είχε ως σύνθημα την κάθε είδους απελευθέρωση. Πολλοί κλασικοί αστέρες δυσκολεύτηκαν να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα, αλλά η Hepburn, παρότι η εποχή της νεότητάς της είχε περάσει, σημείωσε τις μεγαλύτερες επιτυχίες της καριέρας της σ΄ αυτή την εποχή. Μετά από δύο διαδοχικές υποψηφιότητες για Όσκαρ (το 1955 για το Summertime και την επόμενη χρονιά για το The Rainmaker), η Hepburn αξιοποίησε το ταπεραμέντο και τον αυθορμητισμό της σε ρόλους κυρίως φλύαρων γεροντοκόρων καθώς και σε έργα του Σέξπιρ.

Μετά από μια μικρή αποχή στα μέσα της δεκαετίας του ’60, επανεμφανίστηκε για τελευταία φορά με τον Tracy στην εξαιρετική δραματική κωμωδία Guess Who’s Coming to Dinner, όπου αυτή και ο Tracy υποδύονται το φιλελεύθερο αντρόγυνο του οποίου οι ιδέες δοκιμάζονται όταν η κόρη τους εμφανίζεται στο σπίτι με έγχρωμο αρραβωνιαστικό (οι γάμοι μεταξύ λευκών και μαύρων ήταν ακόμα παράνομοι σε 12 πολιτείες τότε). Μετά από 34 χρόνια η Hepburn κέρδισε ξανά το Όσκαρ Α΄ Γυναικείου Ρόλου, και παρότι η επιτυχία της επισκιάστηκε απ΄ το θάνατο του Tracy, έκανε ένα αδιανόητο repeat την επόμενη χρονιά με την ταινία The Lion in Winter με τον Πίτερ Ο΄ Τουλ και το νεαρό τότε Άντονι Χόπκινς, αυτή τη φορά κερδίζοντας το βραβείο από κοινού με την Barbra Streisand καθώς συγκέντρωσαν ακριβώς ίδιο αριθμό ψήφων.

Σε ηλικία 87 ετών, στην τελευταία της εμφάνιση στην τηλεταινία "One Christmas".

Σε ηλικία 87 ετών, στην τελευταία της εμφάνιση στην τηλεταινία «One Christmas».


Τα επόμενα χρόνια η Hepburn συνέχισε να εμφανίζεται στο θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, κερδίζοντας και 4ο Όσκαρ για την ερμηνεία της στη δραματική ταινία On Golden Pond (1981) με τους Χένρι και Τζέιν Φόντα. Το 1999, σε ηλικία 92 ετών, ανακηρύχτηκε καλύτερη ηθοποιός όλων των εποχών από το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου. Πέθανε το 2003, με την είδηση να προκαλεί θλίψη σε ολόκληρη τη βιομηχανία του θεάματος, παρά τη μεγάλη της ηλικία.

Η Hepburn προκαλούσε αίσθηση με τον τρόπο ζωής που είχε επιλέξει, καθώς επιθυμούσε να μένει μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας και σε αντίθεση με άλλες μεγάλες σταρ της εποχής εμφανιζόταν συνήθως απλά ντυμένη και χωρίς εντυπωσιακά φορέματα και μακιγιάζ, με τις επιλογές της να χαρακτηρίζονται από τα μέσα ως «ανδρικές». Ήταν όμορφη αλλά όχι εντυπωσιακή, και με τους ρόλους και το προφίλ που προέβαλλε αποτέλεσε το πρότυπο της σύγχρονης και απελευθερωμένης γυναίκας του 20ού αιώνα, ενώ ήταν από τις ελάχιστες ηθοποιούς που συμμετείχαν ενεργά στο χιούμορ μιας κωμωδίας και δεν αποτελούσαν απλά το ρομαντικό ενδιαφέρον του πρωταγωνιστή. Παντρεύτηκε μόνο μια φορά (στα 21 της), χώρισε σύντομα και δεν έκανε ποτέ παιδιά, απασχολώντας συνεχώς τα μέσα ενημέρωσης με τη σχέση της με τον Spencer Tracy που, αν και κράτησε 27 χρόνια, δεν επισημοποιήθηκε ποτέ.

Με τον έρωτα της ζωής της Spencer Tracy, το 1957.

Με τον έρωτα της ζωής της Spencer Tracy, το 1957.

Αν και αρκετά διάσημη στις μέρες μας, η Hepburn δεν είναι τόσο γνωστή όσο άλλες σταρ της κλασικής εποχής κυρίως γιατί δεν ευτύχησε να παίξει σε μια ταινία-σύμβολο όπως το Όσα Παίρνει ο Άνεμος, ο Πολίτης Κέιν ή η Καζαμπλάνκα. Πιο γνωστές της σήμερα θεωρούνται οι ταινίες Bringing Up Baby, The Philadelphia Story, The African Queen και Guess Who’s Coming to Dinner, τις οποίες εγώ προσωπικά συστήνω ανεπιφύλακτα (ειδικά την πρώτη και την τελευταία) σε οποιονδήποτε θέλει να εξερευνήσει είτε την ηθοποιό είτε την εποχή που γυρίστηκαν. Τα 4 Όσκαρ που κέρδισε της εξασφάλισαν μόνιμη θέση στο πάνθεον των πιο επιτυχημένων ηθοποιών, και πιστεύω πως οποιοσδήποτε ασχολείται σε μεγάλο βαθμό με τον κινηματογράφο οφείλει να αφιερώσει λίγο χρόνο στο να μελετήσει την καριέρα της και να παρακολουθήσει κάποια επιτυχία της.

Δείτε εδώ το trailer της ταινίας «The Philadelphia Story», στην οποία η Hepburn πρωταγωνιστεί με δυο ακόμη μεγάλα αστέρια της εποχής, τον Cary Grant και τον James Stewart.

Πηγές: Wikipedia (αγγλόφωνη έκδοση), IMDb

Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων