Μπακαλόγατος-Zήκος-έγχρωμοςΠριν δυο εβδομάδες, προβλήθηκε για… χιλιοστή φορά από τον ΑΝΤ1 η αγαπημένη κλασική ελληνική κωμωδία Της Κακομοίρας, σημειώνοντας ασυνήθιστα υψηλή τηλεθέαση. Ποια ήταν η διαφορά; Η ανεπανάληπτη φιγούρα του «Ζήκου» είχε αποκτήσει χρώμα με τη χρήση νέων τεχνολογιών. Όπως ήταν φυσικό, το γεγονός άνοιξε για ακόμη μια φορά το αμφιλεγόμενο ζήτημα της εγχρωμοποίησης ασπρόμαυρων ταινιών.

Στην Ελλάδα η εγχρωμοποίηση είναι καθαρά σύγχρονο φαινόμενο, με την πρώτη ταινία που υποβλήθηκε με επιτυχία στη συγκεκριμένη διαδικασία να είναι ακόμη μια κλασική ταινία της χρυσής εποχής των 60΄s, Η Δε Γυνή να Φοβήται τον Άνδρα, μόλις πέρσι. Αυτό όμως δεν ισχύει γενικότερα, καθώς στις ΗΠΑ η διαδικασία είχε ξεκινήσει στα χρόνια ακόμη του αναλογικού φιλμ, στη δεκαετία του 1980, παράλληλα με την έλευση της βιντεοκασέτας. Η κωμωδία Topper (1937) του μπροστάρη της διαδικασίας εγχρωμοποίησης Hal Roach με τον Cary Grant ήταν η πρώτη που κυκλοφόρησε μ΄ αυτό τον τρόπο το 1983. Η εταιρία «Colorization Inc.» ανέλαβε την εγχρωμοποίηση δεκάδων ασπρόμαυρων ταινιών του κλασικού Χόλιγουντ, όπως η Καζαμπλάνκα και το It’s a Wonderful Life, χρησιμοποιώντας μεν υπολογιστές αλλά με πρωτόγονες για σήμερα δυνατότητες, μέχρι περίπου τα τέλη της δεκαετίας του ΄80 όταν η τεχνική σταμάτησε προσωρινά λόγω αφενός της κριτικής πολλών μεγάλων ονομάτων της τέχνης, όπως ο Τζορτζ Λούκας και ο Γούντι Άλεν, και αφετέρου της κακής ποιότητας στη μεταφορά των χρωμάτων, που έκανε τις ταινίες να μοιάζουν ολότελα ψεύτικες.

Με την έλευση του 21ου αιώνα, ωστόσο, υπήρξε αναβίωση του ενδιαφέροντος με αφορμή την εισβολή του DVD στην αγορά και την εφεύρεση νέων, ψηφιακών πια, μεθόδων που έκαναν πιο εύκολη, φθηνή και πειστική τη διαδικασία. Επίσης, πολλοί από τους συντελεστές των παλιών ταινιών που είχαν εκφράσει αντιρρήσεις δε βρίσκονταν πλέον στη ζωή και η νέα γενιά έδειχνε πιο φιλική προς την εγχρωμοποίηση. Παρ΄ όλα αυτά, στην Αμερική και την Ευρώπη δε γίνονται πια συχνά εγχρωμοποιήσεις, κι ένας λόγος είναι πως οι περισσότερες δημοφιλείς ασπρόμαυρες ταινίες με δικαίωμα εγχρωμοποίησης (γιατί κάποιοι σκηνοθέτες και παραγωγοί έχουν κινηθεί νομικά εναντίον της χρήσης της τεχνικής σε ταινίες τους) έχουν ήδη υποβληθεί στη διαδικασία. Στην Ελλάδα, όμως, η διαδικασία μόλις ξεκίνησε και δείχνει να έχει αρκετή δημοτικότητα.

Παρακάτω βλέπουμε μια σκηνή από την ασπρόμαυρη ταινία Η Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών σε δύο διαφορετικές έγχρωμες εκδόσεις της, το 1986 και το 2004. Η διαφορά στην ποιότητα, εμφανής.

Night_of_the_Living_Dead_color_1986

Night_of_the_Living_Dead_color_2004

Πριν ξεκινήσω την ανάλυση για τα υπέρ και τα κατά της εγχρωμοποίησης, ας σταθούμε σε ένα πράγμα, στο οποίο συμφωνεί η συντριπτική πλειοψηφία των κινηματογραφικών αναλυτών. Δεν υπάρχει απολύτως κανένας λόγος να εγχρωμοποιηθούν ταινίες των οποίων οι δημιουργοί είχαν τη δυνατότητα να γυρίσουν εξαρχής έγχρωμες αλλά την απέρριψαν για καλλιτεχνικούς λόγους (π.χ. Μερικοί το Προτιμούν Καυτό (1959), Ψυχώ (1960), Λίστα του Σίντλερ (1993)). Αν και το ασπρόμαυρο και το έγχρωμο συνυπήρξαν για μεγάλο διάστημα, οι περισσότεροι ιστορικοί συμφωνούν πως μετά το 1955 περίπου (στις ΗΠΑ, στην Ελλάδα περίπου το 1970), το έγχρωμο ήταν προσιτό πρακτικά για οποιαδήποτε ταινία. Επομένως, οποιαδήποτε συζήτηση παρακάτω αφορά, με μερικές εξαιρέσεις, ταινίες ακόμη πιο παλιές, γυρισμένες σε μια εποχή που η προσθήκη χρώματος στην ταινία ήταν τεχνολογικά αδύνατη ή οικονομικά ασύμφορη.

Η μεγάλη τηλεθέαση του Μπακαλόγατου, τώρα που αυτός προβλήθηκε με χρώμα, αποδεικνύει το βασικό επιχείρημα των υπερμάχων της εγχρωμοποίησης. Οι παλιές, κλασικές ταινίες αναγκαστικά φθείρονται στο πέρασμα του χρόνου και, όσο κι αν εξακολουθούν να έχουν πολλούς πιστούς θεατές, είναι δύσκολο να παραμείνουν στο προσκήνιο. Η επανάληψή τους και η επαναπροώθησή τους ως έγχρωμες πλέον ανανεώνει το ενδιαφέρον του κοινού, καθώς έχει πια κάτι καινούριο να δει στις ταινίες αυτές, εξάπτοντας την περιέργεια των οπαδών τέτοιων ταινιών αλλά και νέου κοινού.

Λίγο περίεργο, έτσι δεν είναι;

Λίγο περίεργο, έτσι δεν είναι;

Η εγχρωμοποίηση, εξάλλου, μπορεί να προσελκύσει και μια μερίδα του κοινού που απορρίπτει τις παλιές ταινίες γιατί δυσκολεύεται με το ασπρόμαυρο. Είμαστε πλέον στο 2017, έχουμε την πιο σύγχρονη τεχνολογία, το σύγχρονο κοινό δεν έχει μάθει να μη βλέπει χρώμα, και πολλοί είναι πιο πρόθυμοι να δουν παλιές ταινίες αν αυτές είναι τουλάχιστον έγχρωμες. Άλλωστε, στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η μετατροπή τέτοιων ταινιών σε 3-D εκδόσεις, διαδικασία πολύ πιο εύκολη αν αναλογιστεί κανείς πως με μια απλή σύγχρονη τηλεόραση που υποστηρίζει την τεχνολογία μπορεί πια ο καθένας να δει όποια ταινία θέλει τρισδιάστατη.

Ένα τελευταίο επιχείρημα υπέρ της διαδικασίας είναι η προαιώνια διάθεση του ανθρώπου για πειραματισμούς, βελτιώσεις και πρόοδο. Από τη στιγμή, εξάλλου, που αυτές οι ταινίες ήδη έχουν υποστεί επεξεργασία (από αναλογικό φιλμ σε ψηφιακό βίντεο, καλύτερη ανάλυση κλπ), η προσθήκη χρώματος δεν είναι παρά ένα πιο «δραστικό μέτρο» στον εκσυγχρονισμό του κινηματογράφου, μιας τέχνης η οποία βασίζεται στην τεχνολογία περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη.

Η εταιρία Colorization Inc. εγχρωμοποίησε για πρώτη φορά ταινίες στη δεκαετία του 1980

Η εταιρία Colorization Inc. εγχρωμοποίησε για πρώτη φορά ταινίες στη δεκαετία του 1980

Ακριβώς αυτό όμως είναι και το μεγαλύτερο επιχείρημα εναντίον της διαδικασίας. Είναι θεμιτό να επεμβαίνουμε, ακόμη και με καλές προθέσεις, σε κινηματογραφικά αριστουργήματα τα οποία γυρίστηκαν με συγκεκριμένο τρόπο και τόσα χρόνια τα έχουμε συνηθίσει έτσι; Εδώ μπορούμε να διαχωρίσουμε τις ταινίες σε δύο κατηγορίες. Υπάρχουν κλασικές ταινίες όπως ο Πολίτης Κέιν, η Καζαμπλάνκα και τα περισσότερα φιλμ νουάρ στις οποίες το ασπρόμαυρο είναι αναπόσπαστο κομμάτι της μαγείας, είναι όλη η ατμόσφαιρα, αν το αφαιρέσεις δε θα έχεις την ίδια ταινία. Υπάρχουν κι άλλες, όπως άλλωστε και ο Μπακαλόγατος, στις οποίες το χρώμα δε χτυπάει τόσο άσχημα, αλλά τόσα χρόνια το κοινό τις έχει συνδέσει με το ασπρόμαυρο και η αλλαγή ξενίζει.

Στα πρώτα χρόνια της εγχρωμοποίησης η διαδικασία ήταν συνήθως αποτυχημένη, το αποτέλεσμα φαινόταν ψεύτικο και αυτό ήταν ακόμη ένα επιχείρημα για να σταματήσει. Σήμερα η τεχνολογία έχει προχωρήσει, αλλά και πάλι ακόμη και η καλύτερη εγχρωμοποίηση δε μπορεί να παρά να προσεγγίσει μια εξαρχής έγχρωμη ταινία. Επομένως, υπάρχουν σαφείς ενστάσεις πως η διαδικασία αφαιρεί το ρεαλισμό από τις ταινίες και δημιουργεί κάτι που δε φαντάζει πραγματικά έγχρωμο.

Όπως γίνεται αντιληπτό η απάντηση στο ερώτημα δεν είναι εύκολη, επιχειρήματα υπάρχουν πολλά και για τις δύο πλευρές. Κατά τη γνώμη μου, υπάρχει ένας αριθμός από παλιές ταινίες στις οποίες το ασπρόμαυρο είναι απαραίτητο και η εγχρωμοποίηση είναι στην καλύτερη περίπτωση περιττή και στη χειρότερη ιεροσυλία. Τώρα ποιες και πόσες είναι οι ταινίες αυτές, αυτό είναι στην κρίση του καθενός. Για τις υπόλοιπες περιπτώσεις, τα πλεονεκτήματα που προσφέρει η διαδικασία είναι αρκετά σημαντικά για να αντισταθμίσουν τις ενστάσεις που προκύπτουν, και μόνο μια δοκιμή θα μας πείσει αν το αποτέλεσμα αξίζει ή όχι…